Πρόεδρος. Η ημερήσια διάταξη προβλέπει τη συζήτηση επί των έξι προτάσεων ψηφίσματος σχετικά με το Νταρφούρ(1).
Bernd Posselt (PPE-DE), συντάκτης. – (DE) Κύριε Πρόεδρε, είχαμε επανειλημμένως την ευκαιρία να συζητήσουμε την κατάσταση που επικρατεί στο Νταρφούρ, ωστόσο εδώ και λίγο καιρό αφήσαμε το θέμα αυτό, παρότι η κατάσταση εκεί έχει πάρει άσχημη και δραματική τροπή. Σύμφωνα με τον κ. Egeland, τον αρμόδιο για το Νταρφούρ αναπληρωτή γενικό γραμματέα του ΟΗΕ, μόνο τους τελευταίους μήνες από την αρχή του έτους εκδιώχθηκαν από τα σπίτια τους περισσότερα από 200 000 άτομα και περισσότερα από 96 χωριά κάηκαν ολοσχερώς – και όλα αυτά σχεδόν έναν χρόνο μετά την ανάληψη διεθνούς δράσης που είχε ως στόχο να θέσει τέλος σε αυτήν την κατάσταση. Από αυτό καταδεικνύεται η απίστευτη ανεπάρκεια της διεθνούς κοινότητας σε ό,τι αφορά το Νταρφούρ, και το γεγονός ότι δεν επετράπη στον αναπληρωτή γενικό γραμματέα του ΟΗΕ να ταξιδέψει στην περιοχή της κρίσης δείχνει ότι το καθεστώς του Χαρτούμ αψηφά και περιφρονεί με κραυγαλέο τρόπο τη διεθνή κοινότητα.
Για τον λόγο αυτόν, είναι πλέον καιρός να σταματήσουμε να διαμαρτυρόμαστε με τον ίδιο υποτονικό τρόπο· αντιθέτως, είναι απαραίτητο τα Ηνωμένα Έθνη, το ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ, η Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και η Αφρικανική Ένωση να καθίσουν μαζί σε ένα τραπέζι για να εφαρμόσουν, επιτέλους, μια συντονισμένη πολιτική για το Νταρφούρ, η οποία δεν θα μείνει μόνο στα χαρτιά. Αυτό που απαιτείται σε μια τέτοια περίπτωση είναι μια επέμβαση ουσιαστικά μαζικότερη σε σύγκριση με τις προηγούμενες.
Φυσικά, αυτή που πρωτίστως πρέπει να αναλάβει δράση είναι η Αφρικανική Ένωση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εμείς θα παραμείνουμε άπραγοι τη στιγμή που διαπράττεται, σχεδόν ολοφάνερα, μια γενοκτονία – έτσι ακριβώς την περιέγραψαν ανοιχτά οι ΗΠΑ, μολονότι δεν έβγαλαν τα αναγκαία συμπεράσματα. Έχουμε να κάνουμε, με πολύ απλά λόγια, με μια γενοκτονία. Επί του παρόντος, αρκούμαστε να διοργανώνουμε συγκινητικές τελετές προς ανάμνηση της αρχής της γενοκτονίας στη Ρουάντα και στο Μπουρούντι – αλλά και τότε αποστρέψαμε το βλέμμα μας. Σήμερα, όλοι λένε ότι τότε θα έπρεπε να είχαμε παρέμβει. Τώρα, βρισκόμαστε σε μια παρόμοια κατάσταση. Αποστρέφουμε το βλέμμα, δεν ενεργούμε, δεν χρησιμοποιούμε τα μέσα που διαθέτουμε –όσο ανίσχυρα και αν είναι– και αντ’ αυτού αρκούμαστε σε λεκτικές διαμαρτυρίες.
Η κατάσταση στο Νταρφούρ δεν αποτελεί ντροπή μόνο για το σουδανικό καθεστώς αλλά και για τους διεθνείς και ευρωπαϊκούς οργανισμούς. Για τον λόγο αυτόν, είμαι ιδιαίτερα ευτυχής που εμείς σε αυτό το Σώμα επιστρέφουμε και πάλι στο ζήτημα αυτό. Για να το θέσω απλά, πρέπει να κατανοήσουμε ότι οι ομαλές, ή οι εν μέρει ομαλές, σχέσεις με το Σουδάν θα καταστούν δυνατές μόνον όταν αυτό τηρήσει έστω για μία φορά τις υποσχέσεις του και επιτρέψει στους διεθνείς οργανισμούς να επιτελέσουν το έργο τους στην περιοχή.
Fiona Hall (ALDE), συντάκτρια. – (EN) Κύριε Πρόεδρε, όταν μια αποστολή της Επιτροπής Ανάπτυξης επισκέφτηκε το Νταρφούρ τον Σεπτέμβριο του 2004, σοκαριστήκαμε όταν είδαμε από πρώτο χέρι ανθρώπους να έχουν βρει καταφύγιο κάτω από κλαδιά γιατί το χωριό τους είχε βομβαρδιστεί. Ασκήσαμε έντονες πιέσεις τότε για ενίσχυση της αποστολής παρακολούθησης της Αφρικανικής Ένωσης, και τον Οκτώβριο του 2004 πράγματι επεκτάθηκε για να συμπεριλάβει την προστασία των αμάχων σε άμεση απειλή.
Το τραγικό είναι ότι 18 μήνες μετά οι βομβαρδισμοί, οι επιθέσεις και οι βιασμοί συνεχίζονται παρά τις μεγάλες προσπάθειες της Αφρικανικής Ένωσης τόσο στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις στην Αμπούζα όσο και επί τόπου στο Νταρφούρ. Τα στρατεύματα της Αφρικανικής Ένωσης απλώς δεν επαρκούν για να ελέγξουν τα υψηλά επίπεδα βίας, ιδίως κοντά στα σύνορα με το Τσαντ και στον διάδρομο μεταξύ Tawila και Graida. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο ΟΗΕ πρέπει να εμπλακεί στο Νταρφούρ επειγόντως. Ο ΟΗΕ πρέπει να υποστηρίξει την Αφρικανική Ένωση για το υπόλοιπο της θητείας της και να προετοιμαστεί να πάρει τη σκυτάλη τον Οκτώβριο του 2006.
Η κυβέρνηση του Σουδάν ισχυρίζεται ότι αυτό είναι αποικιοκρατία. Δεν είναι. Είναι μια λυπηρή αναγνώριση ότι οι προηγούμενες πρωτοβουλίες χαλιναγώγησης της βίας απέτυχαν σε μεγάλο βαθμό. Ακόμη και η ανθρωπιστική προσπάθεια στο Νταρφούρ απειλείται σήμερα καθώς εμποδίζεται η πρόσβαση των ανθρωπιστικών οργανώσεων. Με περισσότερα από 3,5 εκατομμύρια ανθρώπους να εξαρτώνται από την επισιτιστική και την ιατρική βοήθεια, δεν μπορούμε να μείνουμε απλοί θεατές. Η βία πρέπει να σταματήσει.
Carl Schlyter (Verts/ALE), συντάκτης. – (SV) Κύριε Πρόεδρε, από τότε που εκλέχθηκα συζητούμε για την κατάσταση στο Σουδάν. Τι είναι αυτό που συμβαίνει εκεί; Φανταστείτε να σκοτώνεται ένας φίλος και το μέγεθος της τραγωδίας και της δυστυχίας που φέρνει αυτός ο θάνατος. Φανταστείτε, τώρα, ότι 180 000 φίλοι έχουν χάσει τη ζωή τους στη σύγκρουση. Φανταστείτε να καίγεται το σπίτι ενός φίλου και να αναγκάζεται να εγκαταλείψει το σπίτι του. Τι αισθήματα δημιουργεί αυτό; Φανταστείτε τώρα τα δάκρυα αυτά πολλαπλασιασμένα επί δύο εκατομμύρια στο Νταρφούρ σήμερα. Φανταστείτε τον βιασμό μιας μόνον συγγενούς και το ίδιο πράγμα να συμβαίνει σε δεκάδες χιλιάδες άλλες. Αυτή είναι η έκταση της ανθρωπιστικής καταστροφής στο Σουδάν.
Τι κάνει λοιπόν η κυβέρνηση; Σε ψηφίσματα επί ψηφισμάτων ζητούμε να αφοπλίσει τους αντάρτες Janjaweed, αλλά δεν γίνεται τίποτε. Σε ψηφίσματα επί ψηφισμάτων ζητούμε να συνεργαστεί με τη διεθνή κοινότητα για να βοηθήσει τον ίδιο της τον πληθυσμό, αλλά πράγματι πολύ λίγα πράγματα γίνονται. Την κατάσταση δεν βοηθά το γεγονός ότι δεν παρέχεται άδεια στον αποσταλμένο του ΟΗΕ Jan Egeland να ταξιδεύει στο Νταρφούρ όποτε το κρίνει σκόπιμο. Η Επιτροπή ήδη παρέχει 160 εκατομμύρια ευρώ και η χώρα μου 330 εκατομμύρια σουηδικές κορόνες σε βοήθεια. Για να χρησιμεύσουν σε κάτι αυτά τα χρήματα, το καθεστώς πρέπει να συνεργαστεί αντί να προσπαθεί να ματαιώσει τις προσπάθειές μας. Πιστεύω ότι θα έπρεπε να επιβάλουμε εμπάργκο όπλων, ανεξάρτητα από το τι πιστεύουν η Ρωσία και η Κίνα, και όλες οι χώρες που παρέχουν τη στήριξή τους σε ένα εμπάργκο όπλων θα έπρεπε να βοηθούν η μια την άλλη και να βοηθούν να αποτρέπονται παραβιάσεις του εμπάργκο.
Ακόμη, είναι παράλογο να φυλακίζονται γυναίκες που αντιστάθηκαν στο βιασμό, και οι τέσσερις νεαρές γυναίκες πρέπει φυσικά να ελευθερωθούν αμέσως.
Margrietus van den Berg (PSE), συντάκτης. – (NL) Κύριε Πρόεδρε, Επίτροπε, στο Νταρφούρ εκατομμύρια άνθρωποι έχουν φύγει για να σωθούν. Στους καταυλισμούς προσφύγων επικρατεί συνωστισμός ως αποτέλεσμα της εκτεταμένης και χαοτικής φυγής ανθρώπων που δέχονται επιθέσεις από αντάρτες και από τους Janjaweed, οι οποίοι συχνά έχουν ιστορίες λεηλασιών και βιασμών να διηγηθούν. Η κατάσταση είναι απελπιστική. Η Αφρικανική Ένωση είναι πολύ αδύναμη και η σουδανική κυβέρνηση φαίνεται ότι στηρίζει τους Janjaweed και δεν δείχνει πρόθυμη να δώσει στο διεθνές κράτος δικαίου, που εκπροσωπείται από την Αφρικανική Ένωση και τα Ηνωμένα Έθνη, μια ευκαιρία. Φαίνεται ότι σε αυτό έχει την υποστήριξη της Κίνας και της Ρωσίας.
Χθες έγινε γνωστό ότι ο κ. Pronk, ο ειδικός αποσταλμένος του ΟΗΕ στο Νταρφούρ, παραιτείται από τη θέση του. Εάν ακόμη και ο κ. Pronk, τον οποίο γνωρίζω ως αδιόρθωτο διεκδικητή και αισιόδοξο, δεν βλέπει να υπάρχει πια καμία ελπίδα για την ειρηνευτική διαδικασία, τότε είναι πια στιγμή να σημάνουμε το συναγερμό. Στο Νταρφούρ μαίνεται μια άνευ προηγουμένου άγρια σύγκρουση, μια σύγκρουση που δίνει στην Ευρωπαϊκή Ένωση την ευκαιρία να δείξει ποιος μπορεί να είναι ο ρόλος της εκτός της Ευρώπης. Την τρέχουσα εβδομάδα παρουσιάζεται εδώ, σε μια έκθεση φωτογραφίας, η εκατονταήμερη γενοκτονία της Ρουάντας. Το γεγονός αυτό ενσαρκώνει τις αποτυχίες ολόκληρης της διεθνούς κοινότητας.
Σήμερα δοκιμαζόμαστε για μια ακόμη φορά. Ενώ η Κίνα και η Ρωσία προβάλλουν βέτο σε κάθε ενέργεια, η Αφρικανική Ένωση εξακολουθεί να προσπαθεί να επιτύχει τη συνδρομή της σουδανικής κυβέρνησης, αλλά είναι ελάχιστη, πολύ καθυστερημένη και πολύ απομακρυσμένη. Εναπόκειται πλέον στην ευρωπαϊκή τρόικα, με τα χρήματα και με την υποστήριξη της ειρηνευτικής δύναμης της Αφρικανικής Ένωσης, να εδραιώσει την παρουσία της για να παράσχει επιμελητειακή υποστήριξη, πρόσβαση σε επισιτιστική βοήθεια και προστασία για τους ανθρώπους. Αυτή η χαοτική σφαγή, που χαρακτηρίζεται από μια πρωτόγνωρη σκληρή σύγκρουση συμφερόντων, πρέπει επιτέλους να σταματήσει. Η σημερινή έκκληση του Σώματος αυτού σε ένα εξαίρετο κοινό ψήφισμα παρέχει σαφείς κατευθύνσεις και ώθηση στον κ. Σολάνα, το Συμβούλιο, την Επιτροπή αλλά και στις κυβερνήσεις μας. Διακυβεύεται η αξιοπιστία του ρόλου της Ευρώπης στον κόσμο.
Jaromír Kohlíček (GUE/NGL), συντάκτης. – (CS) Είναι αξιοπερίεργο το γεγονός ότι μέχρι να βρεθεί πετρέλαιο στο Νότιο Σουδάν, δεν γινόταν πολλή συζήτηση για το Νταρφούρ. Οι γεωργοί καλλιεργούσαν τα χωράφια τους, οι κτηνοτρόφοι έβοσκαν τα ζώα τους. Είναι προφανές ότι η περιοχή του Νταρφούρ ελκύει ιδιαίτερα ορισμένους ανθρώπους. Οι προσπάθειες απόσχισης δυνητικά εύπορων περιοχών στην Αφρική δεν είναι κάτι καινούργιο. Ας μην ξεχνούμε τη Μπιάφρα, την Κατάνγκα και άλλα προβληματικά τμήματα μιας ηπείρου πλούσιας σε φυσικούς πόρους. Όπου δεν υπάρχει τέτοιος πλούτος, δεν υπάρχουν και τόσο μεγάλα προβλήματα. Εξάλλου σίγουρα δεν θα βρούμε μόνο ρωσικά και κινεζικά όπλα στην περιοχή αλλά και στις ξένες στρατιωτικές βάσεις στο Τσαντ θα βρούμε όπλα από άλλες χώρες.
Το ενδιαφέρον είναι πως μας προβληματίζει το γεγονός ότι δεν επιτράπηκε η πρόσβαση στο Νταρφούρ στον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ. Όταν συνέβησαν παρόμοια γεγονότα στην Ερυθραία, το Κοινοβούλιο ενέκρινε ανθρωπιστική βοήθεια για την κυβέρνηση. Γιατί το ψήφισμά μας, στην παράγραφο 7, να μην καλεί την ΕΕ, τις ΗΠΑ και άλλους να βοηθήσουν να δοθεί τέλος και στην κατάσταση στην Ερυθραία; Αν και το σουδανικό καθεστώς σίγουρα δεν είναι υπόδειγμα δημοκρατίας, θα ήταν λάθος η προσφυγή στη βία για την επίλυση της σύγκρουσης. Συμφωνώ με το ψήφισμα, αν και με τις επιφυλάξεις αυτές.
Ari Vatanen, εξ ονόματος της Ομάδας PPE-DE. – (ΕΝ) Κύριε Πρόεδρε, οι συνάδελφοι βουλευτές αναφέρθηκαν ήδη στο ότι έχουμε επανειλημμένα συζητήσει το θέμα αυτό. Όταν έχουμε να κάνουμε με ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αξίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, πρόκειται για μεταβλητή γεωμετρία: όταν κάτι συμβαίνει κοντά μας, η ανθρώπινη ζωή φαίνεται να έχει σημασία, αλλά όταν συμβαίνει μακριά μας δεν μπαίνουμε στον κόπο να αντιδράσουμε.
Έχω οδηγήσει πολλές φορές σε εκείνη την περιοχή του κόσμου. Γνωρίζω αυτήν την άγονη γη. Γνωρίζω πώς ζουν –ή μάλλον πώς επιβιώνουν– αυτοί οι άνθρωποι υπό αυτές τις συνθήκες, ακόμη και όταν δεν σημειώνονται συγκρούσεις. Είναι εκτεθειμένοι στην πείνα, τις ελλείψεις τροφίμων και την έλλειψη πόσιμου νερού. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο σκληρή είναι η ζωή τους. Τώρα, κατά εκατοντάδες χιλιάδες βασανίζονται, σκοτώνονται και οι υπόλοιποι έχουν εγκαταλείψει τα σπίτια τους, και εμείς θα συντάξουμε ακόμη ένα ψήφισμα. Αυτό αποδεικνύει πόσο ανίσχυρη είναι η διεθνής κοινότητα στην αντιμετώπιση του ανθρώπινου πόνου. Σε αυτό καταλήγουμε.
Πόσες ακόμη συγκρούσεις χρειαζόμαστε; Ακόμη και στα Βαλκάνια δεν κατορθώσαμε να κινηθούμε παρά μόνον όταν ήταν ήδη πολύ αργά. Και τώρα το Νταρφούρ είναι πολύ μακριά μας. Η Κίνα και η Ρωσία πολύ κυνικά μπλοκάρουν τις προσπάθειές μας στα Ηνωμένα Έθνη. Το φαύλο καθεστώς του Σουδάν –συγχωρήστε με που πρέπει να χρησιμοποιήσω γλώσσα μη διπλωματική– εμποδίζει τις προσπάθειες του ΟΗΕ και εμείς είμαστε ανίσχυροι.
Όταν έχουμε να αντιμετωπίσουμε διεθνείς συγκρούσεις ή προβλήματα, χρειαζόμαστε διεθνή διακυβέρνηση. Διαφορετικά οι μελλοντικές γενιές θα μας πουν: «Είχατε το πρόβλημα στα χέρια σας. Βλέπατε τα μαύρα σύννεφα στον ορίζοντα και μείνατε άπραγοι».
Ana Maria Gomes, εξ ονόματος της Ομάδας PSE. – (PT) Επισκέφθηκα το Νταρφούρ τον Σεπτέμβριο του 2004 ως μέλος αντιπροσωπείας του Κοινοβουλίου και είδα το μέγεθος της τραγωδίας, όπως ανέφερε νωρίτερα η κ. Hall. Στη συνέχεια, εδώ στο Κοινοβούλιο και στην ΕΕ, υποστηρίξαμε τον ρόλο που επιδιώκει να διαδραματίσει στη σύγκρουση η Αφρικανική Ένωση. Αυτή η κατάσταση συνεχίζεται τρία χρόνια τώρα, έχει προκαλέσει 200 000 θανάτους και έχει δημιουργήσει 2 εκατομμύρια εκτοπισμένους ή πρόσφυγες.
Η αποστολή των Ηνωμένων Εθνών στο Σουδάν (UNMIS) έχει κάνει ό,τι μπορεί και στις συζητήσεις στην Αμπούζα δεν σημειώνεται πρόοδος. Η σύγκρουση έχει επιδεινωθεί και εξαπλώνεται στο γειτονικό Τσαντ. Ο Jan Egeland εμποδίστηκε να επισκεφθεί το Νταρφούρ – ακόμη μία προσβολή του σουδανικού καθεστώτος κατά του ΟΗΕ, για να μην αναφερθώ στα φρικτά εγκλήματα πολέμου και τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που έχουν διαπράξει οι δυνάμεις του, συμπεριλαμβανομένων των ανταρτών Janjaweed. Οι προκλητικές απειλές που εκτοξεύει το Χαρτούμ ότι θα κάνει το Νταρφούρ νεκροταφείο των στρατιωτών του ΟΗΕ δεν πρέπει να μας φοβίζουν.
Η διεθνής κοινότητα δεν πρέπει να αποποιηθεί την ευθύνη της για προστασία. Κατά συνέπεια, πρέπει να στείλει, χωρίς καθυστέρηση, δυνάμει του Κεφαλαίου VII του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, μια σκληρή, καλά εξοπλισμένη σταθεροποιητική δύναμη, για να προετοιμάσει το έδαφος για μια κατάλληλου μεγέθους επιχείρηση διατήρησης της ειρήνης του ΟΗΕ, αμφότερες με σημαντική ευρωπαϊκή συνεισφορά.
Όλα τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους, συμπεριλαμβανομένων χωρών όπως η Κίνα, που έχουν προστατεύσει το διεφθαρμένο, εγκληματικό, δικτατορικό καθεστώς του Χαρτούμ. Επιπλέον, βιώσιμη λύση στη σύγκρουση θα επιτευχθεί μόνον εάν δοθεί τέλος στην ατιμωρησία των αυτουργών των εγκλημάτων του Νταρφούρ. Κατά συνέπεια, είναι σημαντικό να υποστηριχθούν οι έρευνες του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου και να ενισχυθούν οι κυρώσεις κατά του Χαρτούμ, με την αυστηρή εφαρμογή του εμπάργκο όπλων και την κήρυξη εμπάργκο στις εξαγωγές πετρελαίου.
Kathy Sinnott, εξ ονόματος της Ομάδας IND/DEM. – (EN) Κύριε Πρόεδρε, οι επαφές μου που επικοινωνούν με άτομα που βρίσκονται στο Νότιο Σουδάν με πληροφορούν ότι βρίσκεται τώρα σε εξέλιξη μια κατάσταση που χρήζει της άμεσης προσοχής μας. Ενώ η κυβέρνηση στο Χαρτούμ ισχυρίζεται ότι τηρεί τις ειρηνευτικές συμφωνίες, κάτι που γνωρίζουμε ότι δεν συμβαίνει, χρηματοδοτεί τον LRA –τον Στρατό Αντίστασης του Κυρίου– από τη Βόρεια Ουγκάντα για να συνεχίσει τη γενοκτονία για λογαριασμό της.
Ο LRA πολιόρκησε χωριά στο Νότιο Σουδάν: σκότωσε τους ενήλικες και απήγαγε τα παιδιά. Νεαρά κορίτσια απήχθησαν για να αποτελέσουν αντικείμενα σεξουαλικής εκμετάλλευσης ή να υποχρεωθούν σε καταναγκαστική εργασία και ακόμη πουλήθηκαν, ανταλλάχθηκαν ή χαρίστηκαν στους εμπόρους όπλων του LRA. Νεαρά αγόρια υποχρεώθηκαν με εκφοβισμό να εργάζονται ουσιαστικά σε συνθήκες δουλείας ως φύλακες και στρατιώτες. Ο LRA είναι μια μικρή δύναμη αλλά επεκτείνεται ολοένα και περισσότερο γιατί τα απαχθέντα νεαρά αγόρια χρησιμοποιούνται ως μαχητές.
Είναι εποχή σποράς τώρα στο Νότιο Σουδάν. Οι άμαχοι θα έπρεπε να σπέρνουν αλλά δεν μπορούν, εξαιτίας της απειλής του LRA, που και πάλι υποστηρίζεται από την ίδια τους την κυβέρνηση. Εάν δεν σπείρουν τίποτε, το αποτέλεσμα θα είναι λιμός. Η κατάσταση είναι κρίσιμη, χρειάζονται την προστασία μας τώρα. Πρέπει να αναρωτηθούμε: αν η Κίνα και η Ρωσία μπορούν να υποστηρίζουν την κυβέρνηση, γιατί εμείς δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε τον λαό του Σουδάν που υποφέρει;
Ryszard Czarnecki (NI). – (PL) Κύριε Πρόεδρε, συζητούμε για μια φορά ακόμη το ζήτημα του Νταρφούρ εδώ στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Μοιάζει να είναι μια «ιστορία χωρίς τέλος».
Με λύπη πρέπει να παραδεχθούμε ότι η σουδανική κυβέρνηση φέρει την πλήρη ευθύνη για το γεγονός ότι εξακολουθούν να μαίνονται συγκρούσεις σε αυτή την περιοχή. Η κυβέρνηση του Χαρτούμ δεν σέβεται ούτε τις διεθνείς συμφωνίες ούτε το κύρος των Ηνωμένων Εθνών, αντιμετωπίζοντας την τελευταία ειρηνευτική αποστολή του ΟΗΕ ως επιστροφή στην αποικιοκρατία. Αξίζει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι η σουδανική κυβέρνηση τολμά να συμπεριφέρεται με τον τρόπο αυτό μόνο και μόνο επειδή δεν έχει απομονωθεί από τη διεθνή κοινότητα. Όπως δήλωσαν οι αξιότιμοι βουλευτές που προηγήθηκαν, χώρες όπως η Ρωσία εγγυώνται την προμήθεια όπλων σε αυτή τη χώρα.
Ας πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Αυτό που συμβαίνει στο Νταρφούρ είναι γενοκτονία, που καταδικάζεται απερίφραστα από τον ΟΗΕ. Είναι εντελώς απαράδεκτο ορισμένες χώρες, όπως η Ρωσία, να εμποδίζουν το έργο του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πρέπει να ασκήσει πιέσεις στη διεθνή γνώμη ώστε το Νταρφούρ να πάψει να αποτελεί σύμβολο βίας και κακοποίησης.
Karin Scheele (PSE). – (DE) Κύριε Πρόεδρε, ο πόλεμος στο Νταρφούρ, στο δυτικό τμήμα του Σουδάν, εξακολουθεί από το 2003, ένας ολέθριος εμφύλιος πόλεμος που έχει οδηγήσει στον ανατριχιαστικό αριθμό των 200 000 νεκρών και των 3 εκατομμυρίων προσφύγων, τον οποίο οι παρατηρητές περιγράφουν ως «Ρουάντα σε αργή κίνηση».
Η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εκφράσει την υποστήριξή τους για τη μεταφορά της αποστολής από την Αφρικανική Ένωση –τα 7 000 στρατεύματα της οποίας δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στην εν λόγω αποστολή– στα στρατεύματα του ΟΗΕ. Ο ειδικός απεσταλμένος του ΟΗΕ στο Σουδάν, Jan Pronk, προέβη σε έναν θλιβερό απολογισμό της κατάστασης, αναφέροντας ότι οι προσπάθειες του ΟΗΕ για ειρήνη στο Νταρφούρ κατέληξαν σε αποτυχία και ότι ελάχιστα έγιναν και μάλλον πολύ αργά. Ορισμένες χώρες μεταχειρίζονται το Σουδάν με το γάντι. Ακόμη και όταν πρόκειται για πολύ διαφορετικές μεταξύ τους χώρες, ο λόγος είναι σχεδόν πάντα ο ίδιος: πρώτες ύλες και αργό πετρέλαιο.
Με το ψήφισμά μας ζητούμε κατηγορηματικά από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ να συνεδριάσει για να συζητήσει το ζήτημα της βίας στο Νταρφούρ, καθώς και να ανταποκριθεί στην υποχρέωσή του για την προστασία των αμάχων.
John Attard-Montalto (PSE). – (EN) Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ότι όλοι μας θα έπρεπε να ντρεπόμαστε λίγο για λογαριασμό μας επειδή ζούμε σε αυτό που αποκαλούμε διπλωματική κοινωνία και πολιτισμό, που υποτίθεται ότι είναι ένας από τους πλέον προηγμένους πολιτισμούς στην παγκόσμια ιστορία. Ωστόσο, παρατηρούμε ανήμποροι την εξέλιξη της κατάστασης καθώς θύματα –γυναίκες, παιδιά, αθώοι– σφαγιάζονται. Συζητούμε για αυτό, ανταλλάσσουμε απόψεις, και αυταπατώμεθα ότι τα Ηνωμένα Έθνη κάνουν κάτι.
Τα Ηνωμένα Έθνη δεν μπορούν να κάνουν τίποτε. Συνειδητοποιούμε ότι τα Ηνωμένα Έθνη, όταν έρχονται αντιμέτωπα με ένα καθεστώς το οποίο είναι έτοιμο για όλα, είτε πρόκειται για χρήση πυρηνικών όπλων σε μια χώρα, είτε για γενοκτονία ή μερική γενοκτονία αθώων σε άλλη, δεν μπορούν ούτε καν να επισκεφθούν την περιοχή όπου λαμβάνουν χώρα οι φρικαλεότητες. Από την άλλη πλευρά, γινόμαστε μάρτυρες ανεξάρτητης δράσης από τις στρατιωτικές δυνάμεις μιας χώρας, όπως συνέβη στο Ιράκ. Και καλούμε τώρα τους Αμερικανούς και τους Ευρωπαίους να σώσουν τους αθώους πολίτες του Νταρφούρ – και ταυτόχρονα καταδικάζουμε τους Αμερικανούς για όσα έχουν συμβεί στο Ιράκ, το καθεστώς του οποίου δεν ήταν και από τα καλύτερα.
Θα ολοκληρώσω λέγοντας ότι η κατάσταση είναι τόσο σοβαρή που στη χώρα μου, τη Μάλτα, το ένα τρίτο των προσφύγων –και συζητήσαμε και ψηφίσαμε για το θέμα αυτό στη διάρκεια της παρούσας περιόδου συνόδου– προέρχεται από το Νταρφούρ. Αυτό αποτελεί μια ένδειξη του πόσο απελπιστική είναι η κατάσταση.
Μάρκος Κυπριανού, Επιτροπή. (EN) Κύριε Πρόεδρε, η Επιτροπή ανησυχεί ιδιαίτερα για την κατάσταση στο Νταρφούρ, την τελευταία ανοιχτή σύγκρουση στην αφρικανική ήπειρο. Περιοδικές συγκρούσεις εξακολουθούν να ξεσπούν μεταξύ των εμπόλεμων και του άμαχου πληθυσμού. Οι γυναίκες και τα παιδιά ειδικότερα είναι οι πρώτοι που υποφέρουν από τη συνεχιζόμενη βία και τη διαρκή έλλειψη ασφάλειας.
Αν και το χειρότερο πιθανό σενάριο αποφεύχθηκε με την άμεση επέμβαση της Αφρικανικής Ένωση, το επισφαλές ισχύον καθεστώς δεν μπορεί να συνεχιστεί για πολύ. Σχεδόν τρία εκατομμύρια άνθρωποι εξαρτώνται από την σωτήρια ανθρωπιστική βοήθεια, αλλά η πρόσβαση και οι συνθήκες ασφάλειας για τις ανθρωπιστικές οργανώσεις είναι περιορισμένες και εμποδίζονται εξαιτίας της συνεχιζόμενης βίας, συμπεριλαμβανομένων των άμεσων επιθέσεων κατά επιχειρήσεων βοήθειας.
Η σύγκρουση επεκτείνεται πλέον με ταχείς ρυθμούς στο γειτονικό Τσαντ και μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ασταθή διαδικασία συμφιλίωσης στο Σουδάν, που ξεκίνησε με την υπογραφή της ολοκληρωμένης ειρηνευτικής συμφωνίας μεταξύ Χαρτούμ και SPLM στις 9 Ιανουαρίου 2005. Υπάρχει συναίνεση στη διεθνή κοινότητα ότι ο μόνος δρόμος που υπάρχει είναι η επίτευξη πολιτικού διακανονισμού στο Νταρφούρ. Η Επιτροπή, τα κράτη μέλη και η διεθνής κοινότητα υποστηρίζουν θερμά τον στόχο της Αφρικανικής Ένωσης να επιτύχει ταχεία ειρηνευτική συμφωνία στις συνομιλίες στην Αμπούζα. Αυτό θα μπορούσε να διευκολύνει επίσης την ομαλή μεταβίβαση των στρατιωτικών αρμοδιοτήτων που σήμερα έχει η Αφρικανική Ένωση στο Νταρφούρ στα Ηνωμένα Έθνη. Μια απαραίτητη κίνηση, που αν και την προγραμματίζει η ίδια η Αφρικανική Ένωση, αντιτίθεται ωστόσο ακόμη σε αυτήν το Σουδάν.
Η Επιτροπή πιστεύει ότι τώρα είναι πλέον καιρός να χαράξουν τα εμπλεκόμενα μέρη, υπό την αιγίδα της Αφρικανικής Ένωσης και με την υποστήριξη της διεθνούς κοινότητας, έναν οδικό χάρτη πορείας προς την ειρήνη στο Νταρφούρ και να γίνει η μετάβαση από την Αφρικανική Ένωση στον ΟΗΕ με συγκεκριμένα κριτήρια και σαφώς καθορισμένες αρμοδιότητες. Αυτό θα επέτρεπε στη διεθνή κοινότητα να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα διπλωματικής πίεσης, συμπεριλαμβανομένων των κυρώσεων, για να εκμαιεύσει την επίτευξη προόδου στην όλη διαδικασία.
Παρόλα αυτά, προκειμένου να είναι βιώσιμη μια πολιτική συμφιλίωση στο Νταρφούρ πρέπει να βασίζεται επίσης στη δικαιοσύνη και τη διεθνή υποστήριξη για την ανοικοδόμηση της περιοχής. Στο πλαίσιο αυτό, είναι σημαντικό το Χαρτούμ και οι αντάρτες να συμβάλουν και να βοηθήσουν στο έργο του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για το Νταρφούρ και η κοινότητα των δωρητών βοήθειας να είναι έτοιμη να παράσχει άμεσα ειρηνευτικά οφέλη αμέσως μόλις προκύψει κάποιο θετικό αποτέλεσμα από την Αμπούζα.
ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΤΟΥ κ. ONESTA Αντιπροέδρου
Πρόεδρος. Η συζήτηση έληξε. Η ψηφοφορία θα διεξαχθεί μετά το τέλος των συζητήσεων.