Πρόεδρος. Η ημερήσια διάταξη προβλέπει τη συζήτησης της έκθεσης (A6-0275/2006) του κ. Rapkay, εξ ονόματος της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων, σχετικά με το Λευκό Βιβλίο της Επιτροπής για τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας (2006/2101(INI)).
Bernhard Rapkay (PSE), εισηγητής. – (DE) Κυρία Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι, κύριε Πρόεδρε της Επιτροπής, δεν συμβαίνει κάθε μέρα να συμμετέχει ο Πρόεδρος της Επιτροπής σε μια συζήτηση σχετικά με μια έκθεση πρωτοβουλίας. Μια έκθεση πρωτοβουλίας δεν είναι άλλωστε οπωσδήποτε ένα γεγονός εξέχουσας σημασίας, αφού το βασικό μας καθήκον είναι η νομοθεσία. Θα μιλήσω όμως σε λίγο γι’ αυτό. Η παρουσία σας εδώ δείχνει ότι η Επιτροπή κατανοεί τη σημασία του θέματος αυτού για τους πολίτες και συνεπώς και για εμάς τους βουλευτές που τους εκπροσωπούμε.
Γι’ αυτό θα ήθελα να αναφερθώ σε έναν από τους προκατόχους του κ. Barroso, όχι έναν τυχαίο πρόεδρο, αλλά τον Jaques Delors που επιχείρησε πριν από λίγους μήνες σε μία συνεδρίαση της Επιτροπής των Περιφερειών να συσχετίσει τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας με το σχέδιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Είπε μπροστά στην Επιτροπή των Περιφερειών ότι το σχέδιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης έχει τρεις αρχές ως πλαίσιο αναφοράς: την αλληλεγγύη που λειτουργεί ενώνοντας τους ανθρώπους και έχει ως τους στόχους την κοινωνική, οικονομική και εδαφική συνοχή, τη συνεργασία που επιτρέπει την υλοποίηση των υπερεθνικών και ευρωπαϊκών επιδιώξεων των Συνθηκών και των κοινοτικών προγραμμάτων, και τον ανταγωνισμό που επιτρέπει την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς με ασφαλή βάση τους κανόνες της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς και διέπεται από το δημοκρατικό δίκαιο για τον ανταγωνισμό, το οποίο έχει ως κύριο σκοπό τον περιορισμό της κατάχρησης της οικονομικής δύναμης και τη διασφάλιση της προστασίας των δικαιωμάτων των καταναλωτών.
Αυτές οι τρεις αρχές αναφέρονται στις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας και τις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος, ωστόσο οι σχέσεις μεταξύ των γωνιών ενός τέτοιου τριγώνου πάντα κρύβουν και τεταμένες σχέσεις. Οι εντάσεις αυτές είναι εμφανείς στους τομείς των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας και γενικού οικονομικού συμφέροντος.
Οι δημόσιες υπηρεσίες είναι βασικό στοιχείο της ποιότητας ζωής των πολιτών και διαδραματίζουν επίσης καίριο ρόλο στη στρατηγική της Λισαβόνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι καλές δημόσιες υπηρεσίες μπορούν να βοηθήσουν να ξεπεραστούν η οικονομική στασιμότητα, ο κοινωνικός αποκλεισμός και η απομόνωση, να ενισχυθεί η κοινωνική και εδαφική συνοχή και να βελτιωθεί, τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά, ο τρόπος λειτουργίας της ευρωπαϊκής ενιαίας αγοράς και η ανταγωνιστικότητά της. Παρ’ όλ’ αυτά, κάθε φορά που συζητώ στην πατρίδα μου και σε άλλες περιοχές με τοπικούς πολιτικούς και με εκείνους που προσφέρουν αυτές τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, γίνομαι δέκτης των παραπόνων τους ότι επεμβαίνουμε στις αρμοδιότητές τους, ότι δυσχεραίνουμε το έργο τους, ότι δεν διασαφηνίζουμε με ποιους όρους μπορούν να εργαστούν. Λένε ότι βασικά δεν έχουν νομική ασφάλεια.
Γι’ αυτό θα ήταν σημαντικό να αναληφθούν οι ανάλογες νομοθετικές πρωτοβουλίες για να τους δοθεί αυτή η νομική ασφάλεια. Πρέπει να πω σε όλους εκείνους που θα ρωτήσουν στην πορεία αυτής της συζήτησης τι θέλουμε τελικά, αφού έχουμε την Επιτροπή που εκδίδει ανακοινώσεις και θεσπίζει κατευθυντήριες γραμμές και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τη νομολογία, ότι προφανώς αυτά δεν αρκούν. Αντίθετα, συμβάλλουν σε αυτήν την έλλειψη νομικής ασφάλειας, διότι με τις ανακοινώσεις και τις κατευθυντήριες γραμμές, η Επιτροπή δεν κάνει τίποτα για να δημιουργήσει νομική ασφάλεια. Μπορεί να υπονοεί ότι το κάνει, όμως μια ανακοίνωση δεν είναι ένα ξεκάθαρα ορισμένο δίκαιο στο οποίο να μπορεί κανείς να βασιστεί.
Πρέπει να αναλάβουμε πραγματικά νομοθετικές πρωτοβουλίες, υποβάλλουμε δε και σχετικές προτάσεις που δεν θέλω να τις συζητήσω όλες. Θέλω όμως να σας πω, κύριε Πρόεδρε της Επιτροπής, ότι το δικαίωμα πρωτοβουλίας που έχετε είναι και υποχρέωση πρωτοβουλίας και σας καλώ να κάνετε χρήση του δικαιώματος αυτού. Τα συστατικά στοιχεία γι’ αυτές τις νομοθετικές πρωτοβουλίες υπάρχουν στο ψήφισμα για το οποίο θα ψηφίσουμε αύριο, αλλά υπάρχουν και στα ψηφίσματα που έχουμε ήδη εγκρίνει, π.χ. στις εκθέσεις Langen και Herzog. Δεν καθορίζουμε κάποιο συγκεκριμένο μέσον. Αυτό είναι δικό σας καθήκον. Εμείς οφείλουμε να αξιολογούμε –η κάθε Ομάδα χωριστά– τις νομοθετικές σκέψεις και μετά από περαιτέρω συζήτηση θα προβούμε στη δική μας αξιολόγηση σχετικά με την πρόταση για μια οδηγία πλαίσιο που παρουσίασε η Ομάδα μας. Οι άλλοι πρέπει να κάνουν το ίδιο για τις δικές τους προτάσεις. Μετά πρέπει να προωθήσουμε μαζί τη νομοθετική διαδικασία στο Κοινοβούλιο. Απαραίτητη προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η διαδικασία συναπόφασης. Χρειαζόμαστε νομοθετικές πρωτοβουλίες στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, γιατί την άμεση νομιμοποίηση μέσω εκλογών την έχουμε εμείς, οι βουλευτές, και όχι εσείς και οι συνάδελφοί σας στην Επιτροπή ή οι εξαιρετικά εξειδικευμένοι και καλοπροαίρετοι συνεργάτες της Επιτροπής, ούτε οι εθνικές κυβερνήσεις. Εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να συζητάμε με τους πολιτικούς στις μικρές τοπικές κοινωνίες, στους οποίους είμαστε υπόλογοι. Εμείς φέρουμε την ευθύνη για όσα γίνονται. Γι’ αυτό πρέπει να εφαρμόζεται η διαδικασία συναπόφασης και να γίνονται σεβαστά όλα τα προνόμια του Κοινοβουλίου.
José Manuel Barroso, Πρόεδρος της Επιτροπής. – (FR) Κυρία Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι βουλευτές, οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του ευρωπαϊκού κοινωνικού μας μοντέλου. Καλύπτουν ένα τεράστιο φάσμα δραστηριοτήτων, που ξεκινούν από τις μεγάλες βιομηχανίες δικτύου –ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, μεταφορές και ταχυδρομικές υπηρεσίες– και φθάνουν μέχρι τις κοινωνικές και υγειονομικές υπηρεσίες, τις υπηρεσίες ύδρευσης και διαχείρισης των αποβλήτων.
Οι λεγόμενες υπηρεσίες δικτύου, όπως οι μεταφορές, η ενέργεια, οι τηλεπικοινωνίες και οι ταχυδρομικές υπηρεσίες, αντιπροσωπεύουν περίπου το 7% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος μας και το 5% της συνολικής απασχόλησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Συνιστούν, επομένως, βασικό στοιχείο της καθημερινότητας όλων των ευρωπαίων πολιτών, αλλά και των επιχειρήσεων της Ευρώπης. Η επιτυχία της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την οικονομική ανάπτυξη και την απασχόληση –της στρατηγικής της Λισαβόνας– η οποία είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την ευημερία μας, εξαρτάται επίσης από την ποιότητα και την αποδοτικότητα αυτών των υπηρεσιών.
Αφότου η Επιτροπή δημοσίευσε τη Λευκή της Βίβλο για τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, ξεκίνησε μια ζωηρή συζήτηση σχετικά με τον ρόλο που ενδεχομένως οφείλει να διαδραματίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση σε ό,τι αφορά αυτές τις υπηρεσίες. Το γεγονός της διεξαγωγής αυτής της συζήτησης με χαροποιεί. Θέλω να ευχαριστήσω τον εισηγητή, κ. Rapkay, και τους συναδέλφους του στις συναρμόδιες επιτροπές, που με αυτή την έξοχη έκθεση συνέβαλαν στην πρόοδο της συζήτησης.
Η πραγματικότητα των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας είναι περίπλοκη. Επιπλέον, εξελίσσεται συνεχώς. Η τεχνική πρόοδος, οι νέες προσδοκίες της κοινωνίας και των καταναλωτών, η οικονομική πίεση, ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης, όλα αυτά μετέβαλαν ριζικά τον τρόπο παροχής αυτών των υπηρεσιών. Σε αυτή την εποχή των ραγδαίων οικονομικών και τεχνολογικών αλλαγών, οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας έχουν ανάγκη ένα χρήσιμο και αποτελεσματικό νομικό πλαίσιο, ένα πλαίσιο που να επιτρέπει στους παρόχους αυτών των υπηρεσιών να επιτυγχάνουν τους στόχους τους και να προσαρμόζονται διαρκώς σε ένα μεταβαλλόμενο περιβάλλον.
Η Επιτροπή προτίθεται να συνεργαστεί για τη δημιουργία ενός τέτοιου νομικού πλαισίου στηριζόμενη σε τέσσερις βασικές αρχές. Πρώτον, το πλαίσιο των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας που παρέχονται σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο παραμένει υπό την ευθύνη των κρατών μελών, πράγμα που μας επιτρέπει να τηρήσουμε τη σημαντική αρχή της επικουρικότητας. Απλούστατα, δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική δυνατότητα. Είμαι απολύτως πεπεισμένος ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να σεβαστεί την ποικιλία των καταστάσεων και των πρακτικών που έχουν διαμορφωθεί στα κράτη μέλη. Αυτή η ποικιλία αντικατοπτρίζει τη διαφορετική ιστορία και κουλτούρα κάθε χώρας όσον αφορά την κρατική παρέμβαση. Προσυπογράφω την άποψη που εκφράστηκε στην έκθεσή σας, σύμφωνα με την οποία με κανέναν τρόπο δεν ενδείκνυται να θεσπίζουμε ομοιόμορφους ορισμούς σε κοινοτικό επίπεδο. Τα κράτη μέλη πρέπει να παραμείνουν ελεύθερα να ορίζουν τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας τους σε συνάρτηση με τις ανάγκες τους, τις δομές τους και τις παραδόσεις τους, οι οποίες διαφέρουν.
Η δεύτερη αρχή είναι η ακόλουθη: η προαγωγή και η προστασία υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, που παρέχουν τη δυνατότητα καθολικής πρόσβασης και χαρακτηρίζονται από καλή σχέση ποιότητας-κόστους, συνάδουν με ανοικτές και ανταγωνιστικές αγορές. Ως απόδειξη, αρκεί να παρατηρήσουμε τομείς όπως οι τηλεπικοινωνίες ή οι αερομεταφορές, στους οποίους ανατέθηκαν επιτυχώς δραστηριότητες δημόσιας υπηρεσίας σε ιδιωτικούς φορείς εκμετάλλευσης, με πλήρη σεβασμό, παράλληλα, στη διαφύλαξη των συμφερόντων των καταναλωτών. Οφείλουμε, πάντως, να διευκρινίσουμε ότι σε περίπτωση ανεπίλυτης σύγκρουσης μεταξύ των κανόνων της εσωτερικής αγοράς ή του ανταγωνισμού και μιας αποστολής κοινής ωφέλειας, η αποστολή κοινής ωφέλειας πρέπει να υπερισχύει. Αυτό ακριβώς προβλέπει η Συνθήκη και το επιβεβαίωσε το ΔΕΚ. Η Επιτροπή προτίθεται, εν προκειμένω, να παράσχει κάθε συμβουλή ή διευκρίνιση που ενδεχομένως απαιτείται.
Η τρίτη αρχή είναι ότι κάθε πλαίσιο που εφαρμόζεται στις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να είναι ανοικτό στις διαφορές και πρόσφορο στον εκσυγχρονισμό. Πρέπει να θεμελιώνεται σε στόχους υψηλής ποιότητας, καλής σχέσης ποιότητας-κόστους και καθολικής πρόσβασης. Το ζητούμενο είναι όντως να ανταποκριθούμε στις προσδοκίες των πολιτών και των επιχειρήσεων, αλλά και να αποτρέψουμε τον κοινωνικό και εδαφικό αποκλεισμό.
Προχωρώντας τώρα στην τέταρτη αρχή, όπως προανέφερα, η ασφάλεια δικαίου είναι βασική τόσο για τους καταναλωτές και τους φορείς εκμετάλλευσης όσο και για τις δημόσιες αρχές. Εναπόκειται στις δημόσιες αρχές όλων των επιπέδων να προσδιορίσουν τους κανόνες που ισχύουν στις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, λαμβάνοντας υπόψη την ποικιλία των καταστάσεων και των τομέων, υπολείπεται ακόμα να καθοριστεί αν ο καλύτερος τρόπος επίτευξης των παραπάνω εξαρτάται από ένα ενιαίο νομοθετικό κείμενο ή από συγκεκριμένες τομεακές δράσεις. Σημείωσα ότι θέσατε αυτό το ερώτημα στην έκθεσή σας.
Οι τέσσερις αρχές που μόλις περιέγραψα χρησιμεύουν ως οδηγός δράσης σε κοινοτικό επίπεδο. Τέτοιου είδους δράση είναι κατά βάση πραγματιστική. Βρισκόμαστε στη φάση διαμόρφωσης τομεακών πολιτικών σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης σε αυτούς τους τομείς, όπου καθίσταται σαφώς αισθητή η ανάγκη και όπου μπορούν να κομίσουν πραγματική προστιθέμενη αξία. Τα προβλήματα που αφορούν περισσότερους του ενός τομείς εξετάζονται όταν ανακύπτουν.
Η Επιτροπή επέδειξε έντονη δραστηριότητα σε αυτόν τον τομέα, από κοινού με το Κοινοβούλιο και με το Συμβούλιο και πιστεύω πως μπορώ να πω ότι σημειώσαμε σαφή πρόοδο σε πολλούς τομείς. Χρησιμοποιήσαμε τη δέσμη Altmark για να απλουστεύσουμε και να αποσαφηνίσουμε τους κανόνες σε θέματα κρατικών ενισχύσεων, οι οποίοι ισχύουν για τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας. Ελέγχουμε στην παρούσα φάση την εφαρμογή των νέων κανόνων σχετικά με τις δημόσιες προμήθειες, οι οποίοι τέθηκαν σε ισχύ τον Ιανουάριο. Προβήκαμε σε ευρύτατες διαβουλεύσεις για το ζήτημα των συμπράξεων δημοσίου και ιδιωτικού τομέα και ανακοινώσαμε νέες πρωτοβουλίες για το 2007. Καταλήξαμε σε συμφωνία για τις υπηρεσίες δημοσίων μεταφορών. Εγκρίναμε ανακοίνωση για τις κοινωνικές υπηρεσίες και ξεκινάμε τώρα διαβούλευση για τις υπηρεσίες υγείας. Ξεκινήσαμε ευρύτατη διαβούλευση στον ενεργειακό τομέα και θα υποβάλουμε άλλες προτάσεις, περιλαμβανομένων –και επιμένω σε αυτό το σημείο– νομοθετικών προτάσεων, όχι απλώς ανακοινώσεων. Μάλιστα, αναθεωρούμε στην παρούσα φάση το κανονιστικό πλαίσιο που διέπει τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και θα προτείνουμε νέα οδηγία για τις ταχυδρομικές υπηρεσίες μέχρι τα τέλη του έτους.
Αυτά τα πρόσφατα βήματα προόδου δείχνουν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδεικνύει πρωτοβουλία και φιλοδοξία στον τομέα των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας. Αντικατοπτρίζουν, επίσης, τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζουν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Μετά την έγκριση της έκθεσης Rapkay, την οποία θα μελετήσουμε προσεκτικά, η Επιτροπή είναι σαφώς αποφασισμένη να προβεί σε περαιτέρω ενέργειες. Θα παρουσιάσουμε ανακοίνωση επί του θέματος μέχρι τα τέλη του έτους.
Κυρίες και κύριοι βουλευτές, το κύριο μήνυμα που κράτησα από την έκθεσή σας είναι μια διπλή έκκληση για δράση, αφενός για μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου όσον αφορά τους κανόνες της ΕΕ που ισχύουν για τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας και αφετέρου για την αναγνώριση της μεγάλης ποικιλίας που χαρακτηρίζει τους τομείς και τις καταστάσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη. Εκτιμώ ότι ήλθε ο καιρός να παγιώσουμε το ρυθμιστικό πλαίσιο, το οποίο ισχύει για τις υπηρεσίες γενικού ενδιαφέροντος στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτή είναι η προσδοκία των συμπολιτών μας. Η Επιτροπή θα λάβει αρκούντως υπόψη της την έκθεσή σας όταν εξετάσει αυτό το ζήτημα πριν από τα τέλη του έτους.
Gunnar Hökmark, εξ ονόματος της Ομάδας PPE-DE. – (EN) Κυρία Πρόεδρε, είναι σημαντικό να δηλωθεί το εξής σε αυτή τη συζήτηση: ο καλύτερος τρόπος εξασφάλισης υψηλής ποιότητας, προσβασιμότητας και χαμηλών τιμών είναι η ύπαρξη διευρυμένου ανταγωνισμού και επιχειρηματικότητας στην ευρωπαϊκή οικονομία. Διαπιστώσαμε όλοι τα αποτελέσματα και την επιτυχία αυτής της προσέγγισης σε μια σειρά από τομείς οι οποίοι πριν από 10 ή 20 χρόνια θεωρούνταν μονοπώλια ως προς την παροχή βασικών υπηρεσιών κοινής ωφέλειας. Έχουν σημειωθεί επιτυχίες στις υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών και αερομεταφορών και θα σημειωθούν επιτυχίες και σε νέους τομείς, δεδομένου ότι πρόκειται για υπηρεσίες οι οποίες είναι εξ αντικειμένου δυναμικές και συγκλίνουσες. Αποτελούν μεγάλο και σημαντικό τμήμα της μελλοντικής οικονομίας της γνώσης. Πρέπει να επιδείξουμε ανοικτό πνεύμα και συγχρόνως να σεβαστούμε τις ιδιαίτερες λύσεις που χρειάζεται κάθε κράτος μέλος για τις υπηρεσίες τις οποίες το ίδιο ορίζει ως υπηρεσίες κοινής ωφέλειας.
Θέλω να υπογραμμίσω σε αυτή τη συζήτηση ότι στην έκθεση δεν ζητείται η θέσπιση οδηγίας πλαισίου ή η διαμόρφωση οποιουδήποτε οριζόντιου πλαισίου, όμως δίνεται έμφαση στη νομική σαφήνεια βάσει τομεακής προσέγγισης και της έκδοσης τομεακών οδηγιών όπου αυτό ενδείκνυται.
Κύριε Barroso, αναφερθήκατε στην υγειονομική περίθαλψη. Οι εξελίξεις των τελευταίων ετών μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η τομεακή προσέγγιση έχει σημειώσει ιδιαίτερη επιτυχία. Ζητούμε, λοιπόν, νομική σαφήνεια, βάσει της τομεακής προσέγγισης, και προσβλέπουμε στη μελλοντική θέσπιση τομεακών οδηγιών. Υπογραμμίζουμε ότι οι Συνθήκες δεν προσφέρουν νομική βάση για μια πρόταση η οποία θα παρενέβαινε στην εσωτερική αγορά, στους κανόνες που διέπουν τον ανταγωνισμό ή στις δημόσιες συμβάσεις. Τονίζουμε ότι στον τομέα αυτόν πρέπει να γίνονται σεβαστά τα κράτη μέλη και η αρχή της επικουρικότητας.
Τις προσεχείς δεκαετίες θα δημιουργούνται όλο και περισσότερες ευκαιρίες για την ανάπτυξη διασυνοριακών δραστηριοτήτων σε νέους τομείς. Φρονώ ότι θα δοθούν θαυμάσιες ευκαιρίες σε ασθενείς για την παροχή καλύτερης υγειονομικής περίθαλψης σε διάφορες χώρες, κάτι που θα προσδώσει επίσης δυναμισμό στην ευρωπαϊκή οικονομία. Συμφωνούμε, όμως, ως προς την ανάγκη σεβασμού της εσωτερικής αγοράς, συγχρόνως με τον σεβασμό της επικουρικότητας.
Ευελπιστώ, κύριε Barroso, ότι θα μελετήσετε αυτή την έκθεση και θα αντιληφθείτε την ανάγκη να προωθήσουμε περαιτέρω τομεακές οδηγίες και την τομεακή προσέγγιση, προκειμένου να δημιουργηθεί νομική σαφήνεια η οποία θα σέβεται επίσης την αρχή της επικουρικότητας.
Martin Schulz, εξ ονόματος της Ομάδας PSE. – (DE) Κυρία Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι, η Σοσιαλιστική Ομάδα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έθεσε την έκθεση του συναδέλφου κ. Rapkay και το ζήτημα των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας στο επίκεντρο των τις εργασιών κατά την τρέχουσα κοινοβουλευτική περίοδο. Αποτολμήσαμε –κι αυτό ήταν ένα μεγάλο επίτευγμα για εμάς– να διατυπώσουμε μια δική μας πρόταση οδηγίας που περιλαμβάνει τα βασικά στοιχεία της έκθεσης του κ. Rapkay και που παρουσίασα σε εσάς, κύριε Πρόεδρε της Επιτροπής, και στον τότε Πρόεδρο του Συμβουλίου κ. Schüssel. Για εμάς, το σημαντικό στη συζήτηση για τις υπηρεσίες –και θα αναφερθώ αμέσως σε μερικά ουσιώδη επιμέρους στοιχεία αυτής της συζήτησης– είναι να επιτύχουμε μια στρατηγική εξισορρόπησης μεταξύ των αναγκών της εσωτερικής αγοράς, τις οποίες βλέπουμε και αναγνωρίζουμε ως σοσιαλδημοκράτες, και της προστασίας των πολιτών με την ενίσχυση τοπικών και περιφερειακών οργανισμών, που παραμένουν οι πλέον κατάλληλοι για τη διατήρηση της αρχής της επικουρικότητας στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών.
Το ουσιαστικό μήνυμα που πρέπει να δώσει αυτή η συζήτηση είναι «ευελιξία όπου χρειάζεται, προστασία όπου είναι δυνατόν». Το γεγονός ότι μετά από τα Ευρωπαϊκά Συμβούλια της Βαρκελώνης, του Λάκεν, της Νίκαιας και μετά από όλες τις συζητήσεις μας ήρθατε σήμερα εδώ, κύριε Πρόεδρε της Επιτροπής, για να παρουσιάσετε την άποψή σας, το βλέπουμε ως υπογράμμιση της σημασίας της συζήτησης από την Επιτροπή και σας ευχαριστούμε γι’ αυτό. Αυτός είναι και ο λόγος που παίρνω τον λόγο στη συζήτηση αυτήν ως πρόεδρος της Ομάδας μας.
Βασικά θα ήθελα να υπογραμμίσω εξ ονόματος της Ομάδας μας αυτά που είπε ο κ. Rapkay ως εισηγητής γι’ αυτήν την έκθεση. Επιτρέψτε μου, ωστόσο, να κάνω δύο επιπλέον παρατηρήσεις: παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όσα είπε ο κ. Hökmark. Είναι ενδιαφέρον να παρακολουθεί κανείς έναν φανατικό φιλελεύθερο να προσπαθεί να τα καταφέρει σε αυτό το ζήτημα. Ασφαλώς είμαστε όλοι υπέρ αυτής της εσωτερικής αγοράς και θέλουμε όλοι να αναπτύξει την οικονομική δυναμική που μπορεί. Εδώ συμμεριζόμαστε όλοι την άποψή σας. Όμως τα πράγματα δυσκολεύουν ως προς την αρχή της επικουρικότητας, στην οποία σε άλλες περιπτώσεις εμμένουν καταρχήν οι υπέρμαχοι της ελεύθερης αγοράς. Όταν όμως χρησιμοποιείται για να εξασφαλιστούν ορισμένες κοινωνικές προδιαγραφές που είναι απολύτως απαραίτητες, τότε ξαφνικά αποτελεί εμπόδιο. Αυτό δεν γίνεται!
Δεν ξέρω αν αξίζει τον κόπο να επιδιώκουμε την υπαγωγή όλων των υγειονομικών υπηρεσιών στους νόμους της ελεύθερης αγοράς. Επίσης, δεν ξέρω αν πρέπει να παρακολουθούμε ατάραχοι την κατάσταση μέχρις ότου και το τελευταίο δημοτικό νεκροταφείο θα λειτουργεί σε εμπορική βάση. Δεν νομίζω ότι αυτό είναι σκόπιμο. Οπωσδήποτε εξακολουθούμε να χρειαζόμαστε ενισχυμένες αρχές τοπικής και περιφερειακής αυτοδιοίκησης που θα μας δώσουν τη δυνατότητα να εξασφαλίσουμε, στο πλαίσιο της επικουρικότητας, υπηρεσίες υψηλής ποιότητας που θα ανταποκρίνονται άμεσα στις ανάγκες και τις απαιτήσεις των πολιτών. Αυτό είναι ένα κεντρικό σημείο της σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής, το οποίο δεν πρόκειται να εγκαταλείψουμε. Όμως θέλουμε επίσης να μπορούν οι τοπικές και περιφερειακές αρχές να ενισχύσουν την ποιότητα μέσω της μεγαλύτερης ευελιξίας και του ανοίγματος στην εσωτερική αγορά, και να μπορούν να εξασφαλίσουν με δική τους, ελεύθερη απόφαση ευελιξία ως προς την παροχή καλών και οικονομικών υπηρεσιών, διότι και τα δύο είναι δυνατά.
Σας παρακολουθήσαμε με μεγάλη προσοχή, κύριε Πρόεδρε, όταν λέγατε ότι θέλετε να ενοποιήσετε συνολικά το νομικό πλαίσιο. Το γεγονός ότι αναγνωρίσατε πως ένα νομικό πλαίσιο είναι αναγκαίο αποτελεί μεγάλη πρόοδο και το ότι τώρα θέλετε να προχωρήσετε σε ενοποίηση δείχνει πως θέλετε να υιοθετήσετε μια ευρεία κι όχι μια τομεακή προσέγγιση. Πιστεύω ότι εάν θέλετε να προχωρήσετε με αυτόν τον τρόπο, θα μπορέσουμε να επιτύχουμε σχετικά γρήγορα σύγκλιση απόψεων.
Θα ήθελα να πω εξ ονόματος της Ομάδας μας ότι το εγχείρημά μας να συντάξουμε μια δική μας πρόταση οδηγίας, σε συνδυασμό με όσα είπε ο κ. Rapkay και με τις παρατηρήσεις του Προέδρου θα πείσει και εσάς, κυρία Αντιπρόεδρε, ότι ακολουθούμε τον σωστό δρόμο.
(Χειροκροτήματα)
Sophia in ‘t Veld, εξ ονόματος της Ομάδας ALDE. – (EN) Κυρία Πρόεδρε, θέλω καταρχάς να αποδώσω εύσημα στον εισηγητή για το εξαίρετο έργο του. Παρότι δεν συμφωνούσαμε πάντοτε, επέδειξε ιδιαίτερη υπομονή και πνεύμα συνεργασίας, και του είμαι πολύ ευγνώμων γι’ αυτό.
Είναι πολύ σημαντικό να αποσαφηνίσουμε άπαξ διά παντός τη θέση μας. Με προβληματίζει το γεγονός ότι η έκθεση την οποία εγκρίναμε στην επιτροπή έχει ερμηνευθεί με τόσο πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Έχουν εμφανιστεί ανακοινώσεις στον Τύπο στις οποίες εκφράζεται ενθουσιασμός για το γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε επιτέλους τη θέσπιση οδηγίας πλαισίου, ενώ σε άλλες προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει επιτέλους απορρίψει την οδηγία πλαίσιο άπαξ διά παντός. Πρέπει να αποφύγουμε αόριστες συμβιβαστικές θέσεις οι οποίες μπορούν να ερμηνευτούν με ποικίλους τρόπους.
Μπορώ να δηλώσω, εξ ονόματος της Ομάδας μου, ότι δεν επιθυμούμε μια οδηγία πλαίσιο. Δεν επιθυμούμε μια προκρούστεια λύση για την Ευρώπη, ακριβώς επειδή υποστηρίζουμε την επικουρικότητα. Τι σημαίνει, όμως, επικουρικότητα; Επικουρικότητα σημαίνει ότι οι εθνικές και τοπικές αρχές μπορούν να ορίζουν οι ίδιες ποιες υπηρεσίες θεωρούν υπηρεσίες κοινής ωφέλειας και να αποφασίζουν τους τρόπους οργάνωσης και χρηματοδότησής τους. Επικουρικότητα δεν σημαίνει αυτόματη εξαίρεση από τους κανόνες της αγοράς. Συνεπώς, αναφερόμαστε εν προκειμένω σε δύο τύπους επικουρικότητας.
Παρακολούθησα πολύ προσεκτικά την ομιλία του κ. Barroso, ο οποίος άφησε και πάλι ορισμένα περιθώρια ερμηνείας. Θέλω να πιστεύω ότι τα σχόλιά του σημαίνουν ότι και ο ίδιος επιθυμεί εστιασμένες και συγκεκριμένες λύσεις σε πραγματικά προβλήματα, διότι μια άλλη σύσταση που θέλω να απευθύνω στο Σώμα είναι η εξής: μην διορθώνετε κάτι αν δεν είναι χαλασμένο! Στην προκειμένη περίπτωση δεν χρειαζόμαστε νομοθεσία, αλλά λύσεις σε πραγματικά προβλήματα. Έχω εργαστεί για λογαριασμό τοπικής αρχής, οπότε γνωρίζω ποια είναι τα πραγματικά προβλήματα. Οι τοπικές αρχές εκφράζουν πολύ εύλογες ανησυχίες. Οφείλουμε, εντούτοις, να αναγνωρίσουμε ότι παρατηρείται επίσης τάση υπέρ του προστατευτισμού. Πρέπει να βρούμε την κατάλληλη ισορροπία σε αυτό το θέμα.
Πρέπει επίσης να αποφύγουμε την αντιπαράθεση ιδεολογικών απόψεων, ή τουλάχιστον να παραδεχτούμε με ειλικρίνεια ότι το θέμα είναι, σε κάποιο βαθμό, ιδεολογικό. Ορισμένοι υποστηρίζουν πολύ εύλογα ότι οι δημόσιες αρχές πρέπει επίσης να παρέχουν υπηρεσίες. Συμφωνώ με τον συνάδελφό μου, κ. Hökmark, ως προς το ότι η αγορά μπορεί να προσφέρει θαυμάσιες υπηρεσίες. Ορισμένοι τομείς έχουν ελευθερωθεί, γεγονός που δεν οδήγησε σε αποκλεισμό περισσότερων ατόμων από αυτές τις υπηρεσίες, αλλά στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα: πολλές υπηρεσίες έχουν γίνει προσιτές σε πολύ περισσότερα άτομα, με εξαιρετικά θετικό κοινωνικό αντίκτυπο.
Η αγορά δεν είναι ζούγκλα· διέπεται από κανόνες, διότι αν δεν διέπεται από κανόνες δεν είναι αγορά. Κάθε αγορά –ακόμη και η απλούστερη αγορά σε μια εμπορική πλατεία– διέπεται από κανόνες, και αυτό ακριβώς εννοούμε όταν αναφερόμαστε στην κοινωνική οικονομία της αγοράς την οποία διαθέτουμε στην Ευρώπη. Πρέπει να αναγνωρίσουμε την πολυμορφία των κρατών μελών και να τους επιτρέψουμε να αποφασίζουν τα ίδια τι ορίζουν ως «υπηρεσίες κοινής ωφέλειας».
Τέλος, δεν πρέπει να προσπαθούμε να ορίσουμε τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας και τις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος, διότι η λέξη «οικονομικού» δεν αφορά τον χαρακτήρα της υπηρεσίας αλλά τον τρόπο κατά τον οποίο παρέχεται. Για παράδειγμα: όλοι αναγνωρίζουν ότι το νερό είναι αγαθό κοινής ωφέλειας, αλλά μπορεί να παρέχεται με αμιγώς εμπορικά κριτήρια. Δεν πρέπει, λοιπόν, να πελαγοδρομούμε με μια άσκοπη συζήτηση σχετικά με τις διαφορές μεταξύ υπηρεσιών «κοινής ωφέλειας» και «γενικού οικονομικού συμφέροντος». Το μόνο που πρέπει να μας απασχολεί εν προκειμένω είναι το συμφέρον των πολιτών μας και των καταναλωτών.
Alain Lipietz, εξ ονόματος της Ομάδας Verts/ALE. – (FR) Κυρία Πρόεδρε, κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, εκτίμησα πολύ την ομιλία του Προέδρου Barroso. Εκτίμησα την πρόθεση που εξέφρασε να υποβάλει ένα ή περισσότερα νομοθετικά κείμενα –ένα ή αρκετά, θα επανέλθω σε αυτό το σημείο οσονούπω– προς έγκριση βάσει της διαδικασίας της συναπόφασης και με βάση τις τέσσερις αρχές που επικαλέστηκε. Πιστεύω ότι ήταν σημαντικό να επαναλάβουμε αυτές τις αρχές.
Η Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων απέρριψε την πρότασή μας για απλή αναφορά στην ουσία του άρθρου 122 της Συνταγματικής Συνθήκης, ακόμη και για απλή αναφορά στο άρθρο 86 της ισχύουσας Συνθήκης. Το εν λόγω άρθρο, όπως επισημάνατε, ορίζει ότι, σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ της αγοράς και των επιταγών της δημόσιας υπηρεσίας από νομική ή και πραγματική σκοπιά, η δημόσια υπηρεσία είναι αυτή που πρέπει να υπερισχύει. Πιστεύω ότι είναι άκρως σημαντικό το κείμενο του Κοινοβουλίου να επαναβεβαιώσει αυτό που είχαμε ήδη ψηφίσει την περίοδο της Συνταγματικής Συνθήκης, το κείμενο δηλαδή του άρθρου 122, και να επιβεβαιώσει ότι εξακολουθούμε τουλάχιστον να πιστεύουμε στο άρθρο 86 της ισχύουσας Συνθήκης.
Η επιθυμία μας είναι να σημειώσουμε πολύ μεγαλύτερη πρόοδο όσον αφορά την υπογράμμιση των επακριβών συνεπειών της επικείμενης ψηφοφορίας μας. Αν υπάρχει ένα σημείο στο οποίο συμφωνώ με την κ. in't Veld, είναι ότι μπορούμε κάλλιστα να δώσουμε διαφορετική ερμηνεία σε αυτή τη διπλωματική και πολύ συνετά υπολογισμένη φράση του κ. Rapkay για την ανάγκη θέσπισης νομοθεσίας. Θα σας ζητήσουμε, επομένως, δυνάμει τόσο της Συνθήκης του Άμστερνταμ όσο και της διοργανικής συμφωνίας, να μας υποβάλετε ένα σχέδιο οδηγίας βάσει του δικαιώματος νομοθετικής πρωτοβουλίας το οποίο δόθηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Είμαστε δε απολύτως σύμφωνοι με τις τέσσερις αρχές που μας περιγράψατε.
Αν κάπου διαφωνούμε με την κ. in't Veld είναι ακριβώς στο θέμα της επικουρικότητας. Διαβλέπω μια τρομερή ακρισία στο να μιλάμε αμιγώς περί επικουρικότητας, όταν, ελλείψει συγκεκριμένης οδηγίας για τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, αυτό που εφαρμόζεται είναι η οδηγία για τις υπηρεσίες. Γεγονός είναι ότι είδαμε να αλλάζουν συνεχώς το περιεχόμενο και τα όρια του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας για τις υπηρεσίες μέρα με τη μέρα, βδομάδα με τη βδομάδα. Τη μια στιγμή, περιλαμβανόταν η επιδότηση κατοικίας. Μετά παραλίγο να εξαιρεθεί, για να συμπεριληφθεί εκ νέου στη συνέχεια, και πάλι όμως εν μέρει μόνο. Αρκεί να συγκρίνει κανείς το κείμενο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με τα κείμενα της Επιτροπής και του Συμβουλίου, αντίστοιχα, για να διαπιστώσει την απουσία συμφωνίας στον τομέα των δημοσίων υπηρεσιών κατά την έννοια της οδηγίας για τις υπηρεσίες. Πρέπει σήμερα να νομοθετήσουμε για να αποσαφηνίσουμε τα πράγματα.
Francis Wurtz, εξ ονόματος της Ομάδας GUE/NGL. – (FR) Κυρία Πρόεδρε, κύριε Πρόεδρε της Επιτροπής, το γενικό συμφέρον, το δημόσιο συμφέρον, το κοινό συμφέρον, οι δημόσιες υπηρεσίες: όλα αυτά είναι βασικές έννοιες αναφοράς αφού, όπως είπατε, κύριε Πρόεδρε της Επιτροπής, συνιστούν τον ακρογωνιαίο λίθο της συζήτησης για την έννοια του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου.
Το ζήτημα άπτεται, εν προκειμένω, της καθημερινότητας των ανθρώπων, της αντίληψής τους για το μέλλον, της εικόνας που διαμορφώνουμε για την κοινωνία. Διακυβεύονται θεμελιώδεις αξίες, όπως η ισότητα, η αλληλεγγύη, η δημοκρατία. Πρόκειται για τόσο σημαντικά διακυβεύματα που δεν μπορούμε, στο συγκεκριμένο θέμα, να αρκεστούμε σε ασαφείς ορισμούς ή σε ανεπαρκείς συμβιβασμούς.
Η Ομάδα μου τονίζει ιδιαιτέρως τρεις πτυχές που πρέπει να αποσαφηνιστούν. Η πρώτη αφορά τη σχέση των δημοσίων υπηρεσιών με τους κανόνες που διέπουν την εσωτερική αγορά· με άλλα λόγια, αναφέρομαι στον ανταγωνισμό, στις δημόσιες συμβάσεις, στις κρατικές ενισχύσεις, χωρίς να λησμονήσουμε τις εξουσίες της Επιτροπής και του ΔΕΚ σε θέματα εποπτείας και κυρώσεων σε περίπτωση θεωρούμενων παραβάσεων.
Κατά τη γνώμη μας, χρειαζόμαστε μια ριζικά διαφορετική νομική βάση, που να επιτρέπει στις δημόσιες υπηρεσίες να υφίστανται στην Ευρώπη έξω από την αγοραία λογική. Όπως, βεβαίως, υπενθύμισαν ο κ. Barroso και ο κ. Lipietz, η Συνθήκη ορίζει ότι σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ των κανόνων του ανταγωνισμού και της παροχής δημοσίων υπηρεσιών, υπερισχύουν οι τελευταίες. Αναγνωρίζει, επίσης, ότι οι εθνικές κυβερνήσεις έχουν το δικαίωμα να καθορίσουν την κοινή ωφέλεια, η Επιτροπή όμως και, σε τελική ανάλυση, το ΔΕΚ αποφασίζουν για τον βαθμό στον οποίο μπορούν να γίνουν εξαιρέσεις. Έτσι, μια χώρα που δεν θεωρείται αντιφιλελεύθερη –οι Κάτω Χώρες– κλήθηκε να λογοδοτήσει επειδή διέπραξε, και διαβάζω επακριβώς: «πρόδηλο σφάλμα δημόσιας υπηρεσίας επειδή οι επιδοτούμενοι συνεταιρισμοί κοινωνικής κατοικίας περιλάμβαναν μεταξύ των ενοικιαστών τους νοικοκυριά που δεν ενέπιπταν στην κατηγορία των κοινωνικά μειονεκτούντων». Η αλήθεια είναι ότι αυτό το καθεστώς εξαιρέσεων ωθεί, εκ των πραγμάτων, σε συρρίκνωση των δημοσίων υπηρεσιών.
Αυτό με οδηγεί στο να διευκρινίσω ένα δεύτερο σημείο, τον βαθμό δηλαδή της φιλοδοξίας που τρέφουμε για θέματα δημοσίων υπηρεσιών. Κατά τη γνώμη μας, αυτές οι υπηρεσίες πρέπει να καλύπτουν απλούστατα τα θεμελιώδη δικαιώματα που ο καθένας απολαμβάνει ισότιμα στον 21ο αιώνα, δηλαδή την εκπαίδευση, την υγεία, τη στέγαση και αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης, την παιδική μέριμνα, την ενημέρωση, τον πολιτισμό, τις μεταφορές, τις τηλεπικοινωνίες, τις ταχυδρομικές υπηρεσίες, την ενέργεια, την παροχή νερού, τη διάθεση των λυμάτων και των αποβλήτων, καθώς και ανάγκες που έχουν καταστεί ανελαστικές, όπως είναι η πρόσβαση στην πίστωση. Οι υπηρεσίες σε αυτούς τους τομείς πρέπει, επομένως, να διέπονται από το πρόταγμα της κοινωνικώς αποτελεσματικής παροχής, χωρίς να υπόκεινται στις πιέσεις του ανταγωνισμού.
Μια τρίτη, τέλος, πτυχή χρήζει επισήμανσης και αυτή είναι η συνάρθρωση της επικουρικότητας και του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Όπως προαναφέρθηκε, οι εμπειρίες ποικίλλουν από χώρα σε χώρα, όσον αφορά τη διαχείριση των δημοσίων υπηρεσιών, τη δομή της ιδιοκτησίας και τη μέθοδο χρηματοδότησης. Αυτές οι επιλογές πρέπει να αποτελούν κυριαρχικό δικαίωμα της κάθε χώρας, με όλες τις συνεπαγωγές τους.
Επομένως, χρειαζόμαστε ή όχι οδηγία πλαίσιο; Η συζήτηση έχει ξεκινήσει στην Ομάδα μου σχετικά με αυτό το θέμα, σε ό,τι δε με αφορά, θα έλεγα «εμπρός, λοιπόν!». Ας ετοιμάσει η Επιτροπή ένα τέτοιο μέσο βάσει των αρχών που μόλις μνημόνευσα. Κάποιοι θα μου αντιτάξουν ότι αυτό δεν συνάδει με τις διατάξεις της Συνθήκης. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο θέλουμε να τις αλλάξουμε.
Προτείνω, κυρία Πρόεδρε, να εγγράψουμε αυτό το ερώτημα πρώτο στην ημερήσια διάταξη της μεγάλης συζήτησης που ανακοινώθηκε σε σχέση με το μέλλον της Ευρώπης, οπότε θα δούμε τι πραγματικά σκέφτονται οι Ευρωπαίοι γι’ αυτό το θέμα.
John Whittaker, εξ ονόματος της Ομάδας IND/DEM. – (EN) Κυρία Πρόεδρε, η επιθυμία καθορισμού των ορίων της παρέμβασης της ΕΕ στην παροχή δημοσίων υπηρεσιών είναι κατανοητή. Βοηθά τους επιχειρηματίες και τους παρόχους δημοσίων υπηρεσιών να γνωρίζουν τους κανόνες, αλλά με τρομάζει το γεγονός ότι αυτό στηρίζεται στον ορισμό της διάκρισης μεταξύ υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος και υπηρεσιών κοινής ωφέλειας μη οικονομικού χαρακτήρα. Αναμφίβολα, όλες οι υπηρεσίες είναι οικονομικού χαρακτήρα, δεδομένου ότι διαθέτουν οικονομική αξία· διαφορετικά, μπορεί κανείς να υποθέσει ότι δεν θα προσφέρονταν. Φοβούμαι ότι οι απόπειρες ορισμού μιας τέτοιας διάκρισης θα οδηγήσουν απλώς σε μεγαλύτερη σύγχυση, μειωμένη αποτελεσματικότητα και αυξημένα περιθώρια έκδοσης αμφίσημων αποφάσεων από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Κατά βάση, το πρόβλημα είναι ότι οι εθνικές και τοπικές αρχές πρέπει να διαχειρίζονται με κυρίαρχο τρόπο τις δημόσιες υπηρεσίες, καθότι το κόστος των δημοσίων υπηρεσιών καλύπτεται από τις εθνικές κυβερνήσεις εξ ονόματος των εκλογέων τους. Και όμως, εδώ προσπαθούμε να υπαγάγουμε υποχρεωτικά τις δημόσιες υπηρεσίες σε μια σειρά κοινών κανόνων της ΕΕ. Αντιλαμβάνεται κανείς την εγγενή αντιφατικότητα αυτής της θέσης; Ο κ. Barroso περιέγραψε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής. Θα του πω το εξής: μην αγγίζετε, σας παρακαλώ, αυτό το θέμα. Αφήστε τις εθνικές κυβερνήσεις να κάνουν τις δικές τους επιλογές.
Françoise Castex (PSE), συντάκτρια γνωμοδότησης της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου. – (FR) Κυρία Πρόεδρε, κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, τονίσατε, κύριε Πρόεδρε, ότι κάθε χώρα της Ένωσης έχει τη δική της ιστορία και αντίληψη περί δημοσίων υπηρεσιών. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση πρέπει πράγματι να συνεχιστεί σεβόμενη αυτή τη διαφορετικότητα, ερειδόμενη όμως επίσης σε ένα σύνολο κοινών αξιών, με άξονα την κοινωνική δικαιοσύνη, την ισότητα και την αλληλεγγύη. Μπορούμε να διαμορφώσουμε ένα κοινό πλαίσιο για μια ευρωπαϊκή δημόσια υπηρεσία. Μια τέτοια υπηρεσία δεν μπορεί να οριστεί υπό το πρίσμα του ανταγωνισμού, αφού γνωρίζουμε ότι τα οφέλη που αντλεί η κοινωνία από τις δημόσιες υπηρεσίες προσμετρώνται με βάση την εκπαίδευση, την υγεία, την ασφάλεια, τη συνοχή μεταξύ των κρατών μελών και των πολιτών τους.
Όπως προαναφέρθηκε, θα εγκρίνουμε προσεχώς μια οδηγία που ανοίγει την αγορά των υπηρεσιών σε κοινοτικό επίπεδο. Γνωρίζουμε καλά τα διακυβεύματα της αγοράς των υπηρεσιών στις διαπραγματεύσεις του ΠΟΕ. Σε κοινοτικό όπως και σε παγκόσμιο επίπεδο, είναι επιτακτική ανάγκη να έχουμε τη νομική ικανότητα να διακρίνουμε μεταξύ εμπορικών και μη εμπορικών υπηρεσιών και να θεσπίσουμε την ελεύθερη κυκλοφορία των μεν και το κανονιστικό πλαίσιο των δε. Η υγεία, η εκπαίδευση, η κοινωνική κατοικία, ακόμη και η παροχή νερού, πρέπει να διέπονται, άραγε, μόνο από τον νόμο του κέρδους; Βεβαίως και όχι! Ένα μόνο πρόταγμα ισχύει – αυτό της κοινής ωφέλειας και της κοινωνικής προόδου για όλους. Και μόνον η δημόσια αρχή, σε όποιο επίπεδο και αν βρίσκεται, είναι ο θεματοφύλακας αυτής της κοινής ωφέλειας.
Οι συμπολίτες μας φοβούνται, και δικαίως, ότι το ευρωπαϊκό εγχείρημα διαβρώνεται από την ελευθέρωση και την παγκοσμιοποίηση. Πρέπει να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις τους για ποιότητα, προσβασιμότητα, κοινωνική ευθύνη και σεβασμό στο περιβάλλον. Ποια εγγύηση μπορεί να είναι καλύτερη, κύριε Επίτροπε, από το να προσφέρουμε στους ανήσυχους συμπολίτες μας ένα νομικό πλαίσιο για τις δημόσιες υπηρεσίες;
Proinsias De Rossa (PSE), συντάκτης γνωμοδότησης της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων. – (EN) Κυρία Πρόεδρε, θέλω να ευχαριστήσω τον κ. Rapkay για το τεράστιο έργο που επιτέλεσε κατά την εκπόνηση αυτής της έκθεσης. Χαιρετίζω δε την παρουσία, σήμερα το πρωί, του Προέδρου Barroso στη συζήτηση αυτού του σημαντικού θέματος. Αυτό αποκαλύπτει τη σημασία που αποδίδει η Επιτροπή στο θέμα αυτό.
Υπάρχει ευρεία συναίνεση στο Σώμα όσον αφορά τον ρόλο των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, γενικού οικονομικού συμφέροντος, και τη σημασία τους. Διαφορές υπάρχουν κατά κύριο λόγο όσον αφορά θέματα στρατηγικής και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τακτικής. Το Σώμα –αλλά και η Επιτροπή– είναι αποφασισμένο να διασφαλίσει ότι οποιοδήποτε νομοθετικό ή άλλο μέτρο ληφθεί σε αυτόν τον τομέα θα προκύψει κατόπιν διαδικασίας συναπόφασης. Αυτό είναι άκρως σημαντικό για την αξιοπιστία των ενεργειών μας σε αυτόν τον τομέα, καθώς και για τη νομιμοποίηση αυτών των ενεργειών στη συνείδηση των πολιτών μας.
Τάσσομαι υπέρ μιας οδηγίας πλαισίου. Αυτή ήταν μια από τις αποφάσεις της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων στη γνωμοδότησή της σχετικά με την έκθεση. Ωστόσο, πριν από δύο εβδομάδες το Κοινοβούλιο είπε «όχι» σε μια οδηγία πλαίσιο. Φρονώ ότι θα ήταν λάθος να προσπαθήσουμε να προωθήσουμε ξανά αυτή την προσέγγιση.
Πρέπει να αναζητήσουμε ρεαλιστικούς τρόπους επίτευξης προόδου, ώστε να διασφαλίσουμε τη σαφήνεια και την επιβεβαίωση της αρχής την οποία περιγράψατε σήμερα ενώπιον του Σώματος: ότι δηλαδή, όταν υφίσταται σύγκρουση μεταξύ του δικαιώματος του πολίτη στην πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες και της αγοράς, πρέπει να θεσπίζεται νομοθεσία. Δεν πρέπει να αφήσουμε την επίλυση του θέματος στα δικαστήρια, τα οποία θα καλούνται να αποφανθούν κατά περίπτωση, καθόσον έτσι θα οδηγηθούμε σε διάφορα αντικρουόμενα αποτελέσματα. Γι’ αυτό τάσσομαι υπέρ μιας οδηγίας πλαισίου. Ίσως το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να επιτευχθεί με άλλους τρόπους. Πρέπει να αναζητήσουμε τους τρόπους αυτούς.
Χαιρετίζω τη δέσμευσή σας να αναλάβετε δράση στον τομέα της υγείας και των κοινωνικών υπηρεσιών. Το θέμα αυτό πρέπει επίσης να αντιμετωπιστεί επειγόντως.
Werner Langen (PPE-DE), συντάκτης γνωμοδότησης της Επιτροπής Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας. – (DE) Κυρία Πρόεδρε, θα ήθελα να παρουσιάσω την απόφαση της επιτροπής και όχι τη δική μου άποψη, μολονότι είναι κατά μεγάλο μέρος ταυτόσημες.
Η επιτροπή ενέκρινε, και μάλιστα με μεγάλη πλειοψηφία, συνολικά 18 σημεία που επί της ουσίας συμπεριλήφθηκαν και στην έκθεση του κ. Rapkay. Μπορέσαμε να εγκρίνουμε αυτό το ψήφισμα με μεγάλη πλειοψηφία, διότι είχαμε τη δυνατότητα να υιοθετήσουμε μια κοινή στρατηγική επί τη βάσει των μέχρι τώρα ψηφισμάτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Χαίρομαι πολύ διότι είναι παρών ο πρόεδρος της Επιτροπής, όμως δεν με χαροποιεί καθόλου το γεγονός ότι προς το τέλος του χρόνου έχουμε πάλι μια νέα ανακοίνωση, διότι από το 2000 περνάμε διαρκώς από ανακοίνωση σε ανακοίνωση, από ερμηνεία σε έγγραφο συνόδου κορυφής, χωρίς να γίνεται η απαραίτητη διασαφήνιση των σημείων που συνιστούν νομική ανασφάλεια. Η Επιτροπή πρέπει πραγματικά να ξεπεράσει εδώ την απροθυμία του Επιτρόπου που είναι αρμόδιος για θέματα ανταγωνισμού –και ξέρω πως αυτό θα είναι πραγματικό κατόρθωμα– και να διασαφηνίσει επιτέλους ορισμένα πράγματα που διαφορετικά θα πρέπει να διασαφηνιστούν από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.
Όπως είπε και η Επιτροπή Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας, αυτό δεν σημαίνει ότι είμαστε υπέρ μιας οδηγίας πλαισίου, για την οποία δεν υπάρχει νομική βάση ούτε καν στη συνταγματική συνθήκη. Είναι αυτονόητο ότι θέλουμε τη διαδικασία συναπόφασης σε όσο περισσότερους τομείς γίνεται, δεν είναι όμως σωστό να εγκρίνουμε ψηφίσματα που ξεπερνούν τις αρμοδιότητές μας.
Θεσπίσαμε αρκετές αρχές που συμφωνούν με αυτά που είπε εδώ ο πρόεδρος της Επιτροπής και ενώ η αρχή της επικουρικότητας σημαίνει ότι κάθε επίπεδο πρέπει να αποφασίζει αυτόνομα, πρέπει και να τηρεί τους κανόνες του ανταγωνισμού, πρέπει να υπάρχει διαφάνεια στις ενισχύσεις και η Επιτροπή να έχει εντολή για τον έλεγχο των καταχρήσεων.
Σε αυτό το πλαίσιο μπορούμε σήμερα να εγκρίνουμε επί τη βάσει της έκθεσης Rapkay μια καλή γνωμοδότηση με υποδείξεις ως προς τις ενέργειες που πρέπει να κάνει η Επιτροπή. Το μόνο που μένει τώρα είναι να ενεργήσει η Επιτροπή.
József Szájer (PPE-DE), συντάκτης γνωμοδότησης της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών. – (HU) Κυρία Πρόεδρε, ο κ. Schulz έχει πολύ οξεία όραση, διότι βλέπει σε αυτό το ψήφισμα πράγματα που δεν υπάρχουν.
Θέλω να επισημάνω ότι η Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών συμφώνησε σε μεγάλο βαθμό με τη Λευκή Βίβλο την οποία παρουσίασε η Επιτροπή στο Κοινοβούλιο. Σε αυτό το πλαίσιο, συμφωνήσαμε επίσης με τη θέση ότι δεν απαιτείται η θέσπιση οδηγίας πλαισίου σε κοινοτικό επίπεδο. Συγχρόνως, όσον αφορά τα ζητήματα αυτά, ισχύουν, κατά τη γνώμη μου, τρεις αναγκαίες θεμελιώδεις αρχές.
Η πρώτη και πιο σημαντική αρχή είναι η επικουρικότητα. Στην Ευρώπη διαθέτουμε μεγάλη ποικιλία συστημάτων παροχής δημοσίων υπηρεσιών. Αυτή η ποικιλία δεν μπορεί να ομοιογενοποιηθεί. Κατά συνέπεια, αν η Ευρώπη δεν επιθυμεί να αναλάβει την ευθύνη της παροχής δημοσίων υπηρεσιών, δεν μπορεί να ομοιογενοποιήσει αυτές τις προοπτικές. Με άλλα λόγια, τα ζητήματα αυτά πρέπει να παραμείνουν στο πεδίο αρμοδιότητας των τοπικών αρχών.
Η δεύτερη αρχή είναι το ζήτημα της σταδιακής προσέγγισης. Επιλέγοντας τη σταδιακή ρύθμιση, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, και αυτό μας φέρνει στο τρίτο ζήτημα, αυτό της τομεακής προσέγγισης. Έχουμε ήδη ρυθμίσει με μεγάλη επιτυχία διάφορους τομείς στο πεδίο των τηλεπικοινωνιών, μεταξύ άλλων. Πρέπει να προσπαθήσουμε να ακολουθήσουμε αυτό το παράδειγμα και να παρακολουθούμε διαρκώς τις συναφείς εξελίξεις.
Συμφωνώ, όπως και η επιτροπή μας, με τη θέση ότι η ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου είναι, βεβαίως, απαραίτητη. Ως εκπρόσωπος, μάλιστα, ενός νέου κράτους μέλους, θέλω να δηλώσω ότι ενόψει της αρχής της ίσης πρόσβασης, η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει όντως να εγγυηθεί μια κοινή βάση με τη βοήθεια των ταμείων εναρμόνισης και συνοχής. Στα νέα κράτη μέλη, τα μέσα επιβολής του ανταγωνισμού και προστασίας των καταναλωτών είναι συχνά πολύ ανίσχυρα. Επιβάλλεται η ενίσχυσή τους, προκειμένου να επιτευχθούν σε αυτές τις περιοχές η ίση πρόσβαση και ο ανταγωνισμός.
Θεωρώ ότι η έκθεση σχετικά με τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας είναι θετική, και φρονώ ότι ο κ. Rapkay και οι συνάδελφοί του εργάστηκαν με εξαιρετικό τρόπο. Καλώ, όμως, όλες και όλους να μην την παρερμηνεύουν και να μην βλέπουν σε αυτή την έκθεση στοιχεία τα οποία δεν υφίστανται. Με άλλα λόγια, δεν μπορούμε να μιλάμε για οδηγία πλαίσιο ή για ανακοίνωση σχετικά με μια οδηγία πλαίσιο.
Πολύ σημαντικό είναι επίσης το γεγονός ότι το ζήτημα μιας γενικής οδηγίας για τις υπηρεσίες συνδέεται στενά με το θέμα της συζήτησής μας. Και σε αυτόν τον τομέα πρέπει να προσεγγίζουμε τα θέματα με σαφήνεια. Η οδηγία για τις υπηρεσίες έχει ορίσει, σε πολλά σημεία, το πλαίσιο εντός του οποίου μπορούμε να εργαστούμε.
Emanuel Jardim Fernandes (PSE), συντάκτης γνωμοδότησης της Επιτροπής Μεταφορών και Τουρισμού. – (PT) Κύριε Barroso, κυρίες και κύριοι, ως συντάκτης της γνωμοδότησης της Επιτροπής Μεταφορών και Τουρισμού σχετικά με τη Λευκή Βίβλο για τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, η θέση μου και αυτή της επιτροπής μου είναι η υποστήριξη της εξαίρεσης όλων των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας (ΥΚΩ) από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για την εσωτερική αγορά στον τομέα των υπηρεσιών, σύμφωνα με την αντίληψη ότι κάθε κράτος μέλος διαθέτει αποκλειστική αρμοδιότητα να ορίζει, να χρηματοδοτεί, να αξιολογεί και να παρακολουθεί αυτές τις υπηρεσίες, όπως επιβεβαίωσε το Κοινοβούλιο. Αυτό συνάδει με τη λειτουργία της αγοράς, την αλληλεγγύη με τους πολίτες και τον σεβασμό των αρμοδιοτήτων των εθνικών, περιφερειακών και τοπικών αρχών.
Δεύτερον, θεωρούμε ότι οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας πρέπει να περιγραφούν και να οριστούν, και να διευκρινιστεί η διάκριση μεταξύ υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος και υπηρεσιών μη οικονομικού γενικού συμφέροντος όσον αφορά την ασφάλεια δικαίου. Τρίτον, πρέπει να εγκριθεί νομοθεσία πλαίσιο για τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, γενικού οικονομικού συμφέροντος και μη οικονομικού γενικού συμφέροντος, ένα γενικό νομικό πλαίσιο, όπως ανέφερε προηγουμένως ο κ. Barroso, ή μια οδηγία πλαίσιο, κατά προτίμηση. Πρέπει να θεσπιστούν ελάχιστα πρότυπα για την ανάπτυξη αυτών των δραστηριοτήτων, σε συνδυασμό με γενικά κριτήρια για τα κράτη μέλη και τις εθνικές, περιφερειακές και τοπικές αρχές για την υλοποίηση, την οργάνωση, την αξιολόγηση και την εποπτεία τους.
Το γεγονός ότι αυτή η νομοθεσία θα περιλαμβάνει τις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος δεν αποκλείει το ενδεχόμενο θέσπισης ειδικής νομοθεσίας σε επιμέρους τομείς όπως οι μεταφορές. Οι περισσότερες από τις ιδέες που προτείνουμε περιλαμβάνονται στην έκθεση Rapkay, την οποία, ως εκ τούτου, στηρίζω, παρότι ενδέχεται να στηρίξω ορισμένες αναγκαίες τροπολογίες.
Τέλος, κυρία Πρόεδρε, θέλω να εκφράσω την απογοήτευσή μου για το γεγονός ότι δεν γίνεται αναφορά στις άκρως απομακρυσμένες περιφέρειες, δεδομένου ότι στις εν λόγω περιφέρειες απαιτούνται υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος οι οποίες δεν τους προσφέρονται επί του παρόντος και ενδεχομένως να μην τους προσφερθούν ποτέ. Ευελπιστώ ότι η Επιτροπή και ο Πρόεδρός της θα εστιάσουν την προσοχή τους όχι μόνο στην έκθεση αλλά και στα ζητήματα που έθιξα.
Markus Pieper (PPE-DE), συντάκτης γνωμοδότησης της Επιτροπής Περιφερειακής Ανάπτυξης. – (DE) Κυρία Πρόεδρε, κύριε Πρόεδρε της Επιτροπής, κυρίες και κύριοι, όλοι συμφωνούμε ότι οι δημόσιες αστικές συγκοινωνίες, η διάθεση απορριμμάτων, οι κοινωνικές υπηρεσίες και η υδροδότηση εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των περιφερειών. Επιδοκιμάζω το γεγονός ότι η έκθεση Rapkay κατά βάσιν έχει την ίδια θεώρηση. Στην έκθεση ελήφθησαν υπόψη πολλά από τα σημεία της γνωμοδότησης της Επιτροπής Περιφερειακής Ανάπτυξης.
Ζητάμε την πίστη στην επικουρικότητα, ζητάμε όμως επίσης περισσότερη νομική ασφάλεια όπου οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας έρχονται σε σύγκρουση με το ευρωπαϊκό δίκαιο του ανταγωνισμού: στο δίκαιο για τις επιδοτήσεις, στο θέμα των συμπράξεων δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, στις κοινωνικές υπηρεσίες και τέλος. στον ορισμό εννοιών.
Ένας Γάλλος, για παράδειγμα, καταλαβαίνει διαφορετικά την έννοια των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας από έναν Πολωνό, έναν Σουηδό ή έναν Γερμανό και γι’ αυτό δεν πρέπει να έχουμε μια ενιαία ευρωπαϊκή οδηγία πλαίσιο για τις υπηρεσίες αυτές όπως θέλουν οι σοσιαλιστές. Εμείς δεν θέλουμε να επιβληθούν ενιαίες κοινοτικές προδιαγραφές σε ολόκληρη την ΕΕ. Δεν έχει νόημα να υπαγορεύσει κανείς για παράδειγμα στις περιφέρειες της Ελλάδας ή της Δημοκρατίας της Τσεχίας πώς πρέπει να εννοούν τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας. Δυστυχώς, η αριστερά στο Σώμα επέβαλε να εισαχθούν στο κείμενο της έκθεσης αρκετές αναφορές που θα μπορούσε να θεωρηθεί πως στοχεύουν σε μια τέτοια οδηγία πλαίσιο. Αναρωτιέμαι τι θέλετε βασικά εδώ. Θέλετε μια υπερκείμενη οδηγία πλαίσιο που θα κάνει ακόμα πιο περίπλοκες τις υφιστάμενες ελλείψεις νομικής ασφάλειας; Ή μήπως θέλετε να προσβάλετε δόλια από την πίσω πόρτα ως προς την ουσία του το ευρωπαϊκό δίκαιο περί ανταγωνισμού και να επιβάλετε έτσι στις περιφέρειες της Ευρώπης τις σοσιαλιστικές σας απόψεις για τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας; Η απάντησή μας είναι και στις δύο περιπτώσεις ένα ξεκάθαρο «όχι». Όπου υπάρχει έλλειψη νομικής ασφάλειας, πρέπει να απαλειφθεί ανά θέμα και ανά κλάδο.
Αυτό βέβαια σημαίνει κι άλλο φόρτο εργασίας, είμαι όμως σίγουρος ότι μόνο η τομεακή προσέγγιση μπορεί να ανταποκριθεί στην ευρωπαϊκή ιδέα της επικουρικότητας στην κοινή μας εσωτερική αγορά. Η Ευρώπη δεν πρέπει να υπαγορεύει ποιοτικά κριτήρια και κριτήρια κόστους στον τομέα αυτόν. Ο ορισμός, η χρηματοδότηση και η οργάνωση των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας πρέπει να συνεχίσουν να αποτελούν αρμοδιότητα των περιφερειών, γιατί αυτές φέρουν και τη σχετική πολιτική ευθύνη.
Robert Goebbels (PSE). – (DE) Κυρία Πρόεδρε, ήθελα να ρωτήσω αν η Επιτροπή Περιφερειακής Ανάπτυξης βρίσκεται υπό τα ηνία του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, γιατί αυτά που ακούσαμε από τον κ. Pieper ήταν σαφώς η θέση του ΕΛΚ και όχι της Επιτροπής Περιφερειακής Ανάπτυξης.
Πρόεδρος. Ασφαλώς θα πρέπει να επανεξετάσουμε στο δεύτερο εξάμηνο της κοινοβουλευτικής περιόδου την ανάγκη να κάνουν οι εισηγητές των αρμοδίων καθ’ ύλην επιτροπών και οι συντάκτες γνωμοδότησης των υπολοίπων επιτροπών αυτό που μόλις είπε ο κ. Langen: να μεταφέρουν, ανεξάρτητα από την Ομάδα στην οποία ανήκουν, την άποψη της επιτροπής και τη συμπεριφορά της κατά την ψηφοφορία. Εγώ πιστεύω ότι αυτό το έκαναν όλοι σήμερα. Όποιος έχει αμφιβολίες, μπορεί βέβαια να ξαναδιαβάσει τις εκθέσεις. Πρέπει να πω ότι, καθώς βρίσκομαι απέξω και δεν είμαι τόσο εξοικειωμένη με το αντικείμενο, απόρησα βέβαια με μερικές από τις αγορεύσεις, ασφαλώς όμως θα μπορέσουμε να το επανεξετάσουμε αυτό κατά την επόμενη κοινοβουλευτική περίοδο, ίσως στο πλαίσιο μίας κοινοβουλευτικής μεταρρύθμισης.
Τώρα η κ. Stauner είναι η τελευταία που θα έχει την ευκαιρία να παρουσιάσει τη θέση της επιτροπής της.
Gabriele Stauner (PPE-DE), συντάκτρια γνωμοδότησης της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και Εσωτερικής Αγοράς. – (DE) Κυρία Πρόεδρε, κύριε Πρόεδρε της Επιτροπής, κυρίες και κύριοι, η αρχή της επικουρικότητας φυτοζωεί, μολονότι είναι ήδη εδραιωμένη στη Συνθήκη ΕΚ από το Μάαστριχτ. Κι όμως, η επικουρικότητα πρέπει να ισχύει πάντα εκτός εάν υπάρχει αποκλειστική αρμοδιότητα σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Αυτό αναμφισβήτητα δεν ισχύει για τις υπηρεσίες που συζητάμε σήμερα. Συνεπώς, κάθε ευρωπαϊκή ρύθμιση στον τομέα αυτόν θα συνιστούσε κατάφωρη παραβίαση της αρχής της επικουρικότητας. Επίσης, η παρέμβαση στις λειτουργικές δομές που έχουν αναπτυχθεί με τα χρόνια στα κράτη μέλη θα συνιστούσε παραβίαση των αρχών της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας – που συμπεριλαμβάνονται στο κράτος δικαίου.
Ωστόσο, αφού δεν υπάρχουν εδώ αρμοδιότητες της ΕΕ, δεν μπορεί και να υπάρξει πανευρωπαϊκός ορισμός αυτών των υπηρεσιών. Επομένως, μόνο ο εθνικός ή περιφερειακός νομοθέτης μπορεί να δώσει σχετικούς ορισμούς. Πέρα από αυτό, οι απόπειρες διατύπωσης σχετικών ορισμών της Λευκής Βίβλου –που τους θεωρώ τεχνητούς και δυσκίνητους– αποδεικνύεται πως δεν είναι πρακτικές και κατανοητές για τους πολίτες.
Ούτε η στρατηγική της Λισαβόνας ούτε κάποια άλλη στρατηγική μπορεί να αντικαταστήσει μια νομική βάση, είτε πρόκειται για αρχές και στόχους όπως ο ανταγωνισμός είτε για την οικονομική και κοινωνική συνεργασία.
Γι’ αυτό, το συμπέρασμα της συζήτησής μας μπορεί μόνο να είναι: μακριά από μια ευρωπαϊκή ρύθμιση για τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, ακριβώς επειδή δεν υπάρχει η σχετική ευρωπαϊκή νομική βάση. Ζητώ να υιοθετηθεί η γνωμοδότηση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων που πρεσβεύει μία Ευρώπη που θα είναι κοντά στους πολίτες, θα είναι διαφανής και κατανοητή.
Marianne Thyssen (PPE-DE). – (NL) Κυρία Πρόεδρε, κύριε Πρόεδρε της Επιτροπής, γνωρίζουμε ότι σε αυτό το Σώμα καταλήγουμε πάντα να βαδίζουμε σε πολιτικώς ευαίσθητες ατραπούς όταν λαμβάνονται αποφάσεις με πρόθεση τη διόρθωση της αγοράς, ή οι οποίες έχουν τέτοιο αντίκτυπο. Πολύ συχνά, ο ίδιος βαθμός ευαισθησίας θα γίνει αισθητός και οι ιδεολογικές προκαταλήψεις δεν είναι ποτέ απούσες όταν επιθυμούμε να εφαρμόσουμε τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας σε επιμέρους περιπτώσεις. Παρά ταύτα, ο κ. Rapkay κατάφερε να εκπονήσει μια ισορροπημένη έκθεση, για την οποία του απευθύνω τα θερμά μου συγχαρητήρια.
Με χαροποιεί η γνώση ότι, πρώτον, υπογραμμίζεται η σημασία της διαθεσιμότητας των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας και, δεύτερον, ότι η κοινή θέση σχετικά με την οδηγία για τις υπηρεσίες έχει επιβεβαιωθεί, ότι δηλαδή εναπόκειται στα κράτη μέλη να ορίσουν τι είναι οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας. Τρίτον, χαιρετίζω το γεγονός ότι το ζήτημα της ασφάλειας δικαίου αποτελεί πρωταρχικό μέλημα.
Δεν με προβληματίζει αυτό που ορισμένοι χαρακτήρισαν εδώ «αόριστες» διατυπώσεις του εισηγητή. Θα έλεγα μάλιστα ότι πρόκειται για συνετή, αν όχι διπλωματική, προσέγγιση, η οποία μπορεί να μας βοηθήσει στην αναζήτηση λύσεων. Αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι απαραιτήτως μια οδηγία πλαίσιο. Στην έκθεση αυτή αναγνωρίζονται οι τομεακές διαφορές. Εφόσον εγκριθεί, θα καταδείξουμε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι δίνουμε μεγαλύτερη σημασία στο περιεχόμενο και την ουσία παρά στη συζήτηση σχετικά με τη μορφή. Αυτό εξάλλου θα έπρεπε να μας απασχολεί.
Ας εμμείνουμε, λοιπόν, στην έκθεση του κ. Rapkay, καθόσον η Επιτροπή θα κατανοήσει έτσι ποια είναι η άποψη της μεγάλης πλειονότητας των μελών του Κοινοβουλίου και πού εξακολουθούν να υπάρχουν διαφορές, οπότε, εν αναμονή της ανακοίνωσης της Επιτροπής, θα είμαστε σε θέση να προχωρήσουμε περισσότερο στη διαμόρφωση της ισορροπημένης στάσης που αναμένουν από εμάς οι πολίτες.
Harlem Désir (PSE). – (FR) Κυρία Πρόεδρε, κύριε Πρόεδρε της Επιτροπής, πιστεύω ότι ήλθε πλέον η ώρα για νομική και πολιτική αποσαφήνιση σχετικά με αυτό το θέμα των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας.
Σε πολιτικό επίπεδο, επειδή η συζήτηση για τις δημόσιες υπηρεσίες επισκίασε την ευρωπαϊκή συζήτηση, δηλητηρίασε τη συζήτηση για τη Συνταγματική Συνθήκη και υπονομεύθηκε από την αρχική πρόταση οδηγίας για τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά, δεδομένου του ευρύτατου πεδίου κοινωνικών υπηρεσιών και υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος το οποίο κάλυπτε αυτή η πρόταση.
Η δυσπιστία που προκαλεί ο κίνδυνος αμφισβήτησης των δημοσίων υπηρεσιών λόγω της δράσης της Επιτροπής ή των παρεμβάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει βαθιές ρίζες. Θεμελιώνεται ποικιλοτρόπως, καθώς ένας λόγος είναι η κακή ισορροπία που εξευρέθηκε ανάμεσα στους κανόνες της εσωτερικής αγοράς και στη διαφύλαξη του γενικού δημοσίου συμφέροντος ένας άλλος λόγος είναι ο αντίκτυπος ορισμένων τομεακών οδηγιών, που δεν απέδωσαν τα υπεσχημένα ή αναμενόμενα. Αναφέρομαι, για παράδειγμα, στην εξέλιξη των τιμών στον τομέα της ενέργειας ή σε ορισμένους φόβους που επιβεβαιώθηκαν όσον αφορά τις ταχυδρομικές υπηρεσίες.
Απαιτείται, επίσης, διευκρίνιση σε νομικό επίπεδο. Το υπογραμμίσατε, άλλωστε, κι εσείς ο ίδιος προ ολίγου, κύριε Πρόεδρε της Επιτροπής, όταν παραθέσατε τον κατάλογο των νομοθετικών πρωτοβουλιών που ανέλαβε στη διάρκεια της τελευταίας περιόδου η Επιτροπή προκειμένου να επιχειρηθεί η παγίωση της ερμηνείας του δικαίου και των Συνθηκών σε ό,τι αφορά τη δημόσια χρηματοδότηση, το κανονιστικό πλαίσιο για τις κρατικές ενισχύσεις, τη μεταφορά επιβατών, τη χρηματοδότηση και τις αποζημιώσεις, κλπ.
Πιστεύω, λοιπόν, ότι είναι λάθος, στη σημερινή συζήτηση, να αντιτάξουμε στην αναγκαιότητα των τομεακών πρωτοβουλιών την αναγκαιότητα ενός γενικού πλαισίου. Απαιτούνται τομεακές πρωτοβουλίες –αναφερθήκατε επίσης σε αυτές– στον τομέα, λόγου χάρη, των υπηρεσιών υγείας ή στον τομέα των κοινωνικών υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, και απαιτούνται επίσης πρωτοβουλίες οριζόντιου χαρακτήρα. Γιατί; Επειδή, όπως είπατε, μία από τις αρχές στις οποίες πρέπει να βασιστούμε είναι ο σεβασμός στο δικαίωμα κάθε κράτους μέλους και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησής του να εξακολουθήσουν να καθορίζουν το πώς αντιλαμβάνονται τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας ή τις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος. Όντως η ερμηνεία αυτών των εννοιών διαφέρει από το ένα κράτος μέλος στο άλλο. Οι τρόποι οργάνωσης και χρηματοδότησης, αλλά και ο περίγυρος, η περίμετρος της δημόσιας υπηρεσίας δεν είναι ταυτόσημα σε κάθε κράτος μέλος, ενίοτε μάλιστα διαφέρουν από περιφέρεια σε περιφέρεια εντός της ίδιας χώρας ή από τον έναν οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης στον άλλον.
Λόγω της απουσίας νομοθεσίας, εναπόκειται στο ΔΕΚ, ενίοτε δε στην Επιτροπή, να ερμηνεύουν τις Συνθήκες. Ωστόσο, αυτή η ερμηνεία οδήγησε σε ασυνεπή, ρευστή νομολογία, η οποία δημιούργησε νομική αβεβαιότητα στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, στους παρόχους υπηρεσιών και στους χρήστες. Ανακίνησε επίσης τον φόβο μήπως αμφισβητηθεί η παροχή υπηρεσιών κοινής ωφέλειας λόγω μιας τρόπον τινά επικυριαρχίας των συμφερόντων της εσωτερικής αγοράς, του ανταγωνισμού ή των ιδιωτικών φορέων εκμετάλλευσης. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον επιχειρήσαμε αυτό το ανορθόδοξο για πολιτική ομάδα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου διάβημα, να προτείνουμε δηλαδή, συμβολικά αλλά και ως πολιτική πράξη, μια πρωτοβουλία σχετικά με τη σύνταξη μιας οδηγίας πλαισίου, με στόχο τη διαφύλαξη των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας.
Θελήσαμε να δείξουμε ότι, αν υπάρχει η πολιτική βούληση, μπορούμε τότε να βρούμε βάση στις Συνθήκες και μπορούμε να διαμορφώσουμε μια οδηγία η οποία να ανταποκρίνεται στα ζητήματα τα οποία προκύπτουν. Από την άποψη αυτή, θέλω να απαντήσω στην κ. in't Veld: φρονώ ότι, για να προστατέψουμε την επικουρικότητα, έχουμε ακριβώς ανάγκη από αυτό το νομικό πλαίσιο και αυτό καταδείξαμε με τούτο το σχέδιο οδηγίας πλαισίου. Καλώ την κ. in't Veld να λάβει γνώση αυτής της πρωτοβουλίας, που στοχεύει να αποσαφηνίσει, να διασφαλίσει και να εγγυηθεί τη βιωσιμότητα της δημόσιας υπηρεσίας και των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας.
Πιστεύω ότι εναπόκειται στην παρούσα φάση στον νομοθέτη να καθορίσει τους κανόνες. Είναι φυσικό το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το οποίο εκπροσωπεί τους πολίτες, και οι κυβερνήσεις, οι οποίες εκπροσωπούν τα κράτη μέλη, να μπορέσουν ανοικτά, με βάση δημόσιο διάλογο, να πουν με ποιον τρόπο πρέπει να ερμηνεύσουμε το άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΚ, να οριοθετήσουν πού σταματούν οι δυνάμεις της εσωτερικής αγοράς και του ανταγωνισμού προκειμένου να διαφυλαχθεί η κοινή ωφέλεια. Οι δημόσιες υπηρεσίες, το είπατε, κύριε Πρόεδρε της Επιτροπής, είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου. Οι πολίτες τις υπερασπίζονται διότι συμβάλλουν όχι μόνο στην ποιότητα ζωής, στην πρόσβαση στα θεμελιώδη δικαιώματα, στην οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή, αλλά και στην ανταγωνιστικότητα της ηπείρου μας και των εδαφών της.
Αποτελεί, επομένως, σήμερα νομική αλλά και πολιτική επιταγή να δείξουμε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι εχθρός των δημοσίων υπηρεσιών, ότι δεν επιζητεί να τους θέσει προσκόμματα, αλλά ότι, απεναντίας, επιζητεί να τις διαφυλάξει, να τις ενθαρρύνει, να τις αναπτύξει.
ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΤΟΥ κ. MAURO Αντιπροέδρου
Bernard Lehideux (ALDE). – (FR) Κύριε Πρόεδρε, κύριε Πρόεδρε της Επιτροπής, με την ευκαιρία της συζήτησης για το κοινωνικό μοντέλο, υπογράμμισα ότι οι συμπολίτες μας επιθυμούν μια Ευρώπη που να ανταποκρίνεται στις επείγουσες και συγκεκριμένες ανησυχίες τους. Η εγγύηση της ύπαρξης και της ποιότητας των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας αποτελεί τμήμα αυτών των ανησυχιών. Σήμερα, το νομικό καθεστώς αυτών των υπηρεσιών είναι εξαιρετικά επισφαλές στην Ευρώπη. Δεν είναι υγιές αυτές οι υπηρεσίες, οι οποίες είναι πρωταρχικής σημασίας για τη συνοχή των κοινωνιών μας, να εξαρτώνται αποκλειστικά από τη νομολογία του ΔΕΚ. Οι δικαστές, όπως το γνωρίζει ο καθένας από μας, ποτέ δεν συσσωρεύουν τόση εξουσία όση στην περίπτωση που η πολιτική εξουσία απεμπολεί τα δικαιώματά της. Καθήκον μας, επομένως, είναι να εκπονήσουμε, σε κοινοτικό επίπεδο, ένα νομικό πλαίσιο το οποίο να καθορίζει τους τρόπους και τους στόχους οργάνωσης των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας.
Κύριε Barroso, αν υπάρχουν κάποιοι που δεν είναι πεπεισμένοι, αυτό δεν μας απαγορεύει να αποσαφηνίζουμε τα πράγματα· κάθε άλλο μάλιστα. Συγκαταλέγομαι μεταξύ εκείνων που ζητούν από την Επιτροπή να προτείνει το ταχύτερο δυνατόν μια οδηγία πλαίσιο σχετικά με τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας. Επιτρέψτε μου να απαντήσω ειλικρινά σε όσους αντιτίθενται και υπερασπίζονται τη λύση της τομεακής προσέγγισης. Εν προκειμένω δεν πρόκειται για εναλλακτική λύση. Είναι παγίδα. Οι συμπολίτες μας δεν είναι τυφλοί. Αντιλαμβάνονται καλά ότι, αν προκρίνουμε αυτή την προσέγγιση, αυτό στην πραγματικότητα θα σημάνει την καθυστέρηση της θέσπισης ασφάλειας δικαίου, κάτι που επιθυμούν διακαώς για τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, ιδίως δε για τις κοινωνικές υπηρεσίες κοινής ωφέλειας.
Επιπλέον, είναι σαφές ότι ένα νομικό πλαίσιο δεν απαγορεύει να λαμβάνουμε υπόψη τις ιδιαιτερότητες ορισμένων τομέων, κάθε άλλο μάλιστα. Ο καθορισμός ενός πλαισίου δεν σημαίνει, προφανώς, ομοιομορφία. Κύριε Πρόεδρε, αγαπητοί συνάδελφοι, ας μην αποποιούμαστε τις ευθύνες μας. Μας περιμένει ένα νομοθετικό έργο, το οποίο θα αποδείξει ότι η Ένωση είναι η καλύτερη εγγύηση για την επίτευξη υψηλού επιπέδου αλληλεγγύης και κοινωνικής συνοχής.
(Χειροκροτήματα)
Pierre Jonckheer (Verts/ALE). – (FR) Κύριε Πρόεδρε, κύριε Πρόεδρε της Επιτροπής, είναι η σειρά μου να εκφράσω τη χαρά μου και να σας ευχαριστήσω, κύριε Barroso, που είστε παρών σε αυτή τη συνεδρίαση.
Πάνε χρόνια που συζητάμε μια διατομεακή ευρωπαϊκή νομοθεσία σχετικά με τις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εκφράστηκε υπέρ ανάλογης νομοθεσίας το 2001 και το 2004 και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή –τότε ήταν η Επιτροπή Πρόντι– δεν έδωσε συνέχεια, προτάσσοντας το νομικό επιχείρημα της απουσίας νομικής βάσης και το πολιτικό επιχείρημα της απουσίας πολιτικής πλειοψηφίας στο Συμβούλιο, η οποία ήταν απαραίτητη για να προχωρήσουμε. Σε σχέση με αυτό το τελευταίο, η αναφορά στο άρθρο 322 του σχεδίου Συνταγματικής Συνθήκης υπογραμμίζει, αν μη τι άλλο, αναμφίλεκτα, ότι υπήρχε πολιτική συμφωνία στους κόλπους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για να προχωρήσουμε.
Σήμερα, εξετάζουμε μια πρόταση οδηγίας σχετικά με την εσωτερική αγορά των υπηρεσιών, η οποία καλύπτει εν μέρει τις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος, μια οδηγία για την οποία πολλοί ειδικοί προβλέπουν ότι δεν θα εμποδίσει πολλές προσφυγές ενώπιον του ΔΕΚ και σε σχέση με την οποία έχουμε λόγους να φοβούμαστε ότι θα υπονομεύσει την πραγμάτωση του στόχου της ενίσχυσης της ασφάλειας δικαίου στα θέματα εσωτερικής αγοράς των υπηρεσιών.
Σήμερα επίσης, όπως επεσήμαναν άλλοι συνάδελφοι, εξετάζουμε ένα ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το οποίο θα εγκριθεί αύριο και το οποίο στην πραγματικότητα υστερεί σε σύγκριση με τα ψηφίσματα του 2001 και του 2004. Ως εκ τούτου, καταθέσαμε ορισμένες τροπολογίες οι οποίες στοχεύουν στην αποσαφήνιση της κατάστασης.
Η πραγματική, όμως, πολιτική καινοτομία μου φαίνεται ότι είναι πως, πέραν της Σοσιαλιστικής Ομάδας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η οποία ανέθεσε σε νομικούς εμπειρογνώμονες να συντάξουν μια πρόταση οδηγίας πλαισίου, η Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων διατύπωσε επίσης πρόταση κειμένου. Ενώσεις –και αναφέρομαι ιδίως στην ευρωπαϊκή επιτροπή συνδέσμου για τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, που γνωρίζει σε βάθος τις υποθέσεις– επεξεργάστηκαν επίσης προτάσεις νομικού χαρακτήρα, που καταλήγουν να πουν: ναι, μια πρόταση οδηγίας πλαισίου δύναται να εξεταστεί, πρέπει όμως να είναι συμβατή με τις τέσσερις αρχές που αναφέρατε στην εισαγωγική σας παρέμβαση.
Γι’ αυτόν τον λόγο, κύριε Barroso, με βάση το άρθρο 192 της παρούσας Συνθήκης, σας ζητούμε με σαφήνεια να προχωρήσετε και να μην αρκεστείτε στο να μας απαντήσετε σε μερικούς μήνες με ένα νέο έγγραφο διαβούλευσης ή με μια νέα λευκή βίβλο.
Θέλω να τελειώσω με μια αναφορά σε ένα πιο πολιτικό ζήτημα. Πιστεύω ότι δεν πρέπει να υποτιμούμε τις πραγματικές ή υποθετικές ανησυχίες ορισμένων συμπολιτών μας, που θεωρούν ότι υφίσταται κατάφωρη αναντιστοιχία μεταξύ, αφενός, της δημιουργίας του δικαίου του ανταγωνισμού, το οποίο στις γενικές του διατάξεις είναι οριζόντιο δίκαιο, και, αφετέρου, της προάσπισης των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Όπως είπαν δε ορισμένοι συνάδελφοι, κύριε Πρόεδρε, το ενδιαφέρον για το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε σχέση με μια οδηγία πλαίσιο είναι ότι τους δίνει τη δυνατότητα να πουν στην Επιτροπή και, εν τέλει, στο ΔΕΚ, ποιο είναι το είδος των γενικών διατάξεων που επιθυμούν για τις ευρωπαϊκές υπηρεσίες κοινής ωφέλειας. Θεωρώ ότι αυτό είναι άλλωστε το πολιτικό διακύβευμα της όλης συζήτησης. Τις πολιτικές πλειοψηφίες θα τις ήθελα διαφορετικές, αλλά για την ώρα δεν μπορούν να αλλάξουν.
Sahra Wagenknecht (GUE/NGL). – (DE) Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι, εδώ και παραπάνω από δέκα χρόνια πραγματοποιείται στην Ευρώπη μία αβασάνιστη και απερίσκεπτη ελευθέρωση. Στοιχειώδεις παροχές όπως ο ενεργειακός εφοδιασμός, μεγάλο μέρος των μεταφορών, αλλά και η παιδεία, η υγεία, οι κατοικίες και τα νοσοκομεία παραδίδονται στους νόμους της αγοράς και του κέρδους, εν μέρει υπό την αιγίδα των διατάξεων περί ελευθέρωσης των Βρυξελλών και εν μέρει υπό την πίεση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, αλλά και με πρωτοβουλία νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων, με πρόσχημα ότι έτσι δημιουργούνται θέσεις εργασίας, ότι η αύξηση του ανταγωνισμού θα φέρει χαμηλότερες τιμές για τους καταναλωτές και ότι οι ιδιώτες επενδυτές θα επενδύουν έτσι πιο αποτελεσματικά. Ο απολογισμός της απορύθμισης της περασμένης δεκαετίας αποδεικνύει ξεκάθαρα πως αυτά είναι νεοφιλελεύθερα ψέματα. Στους τομείς της ενέργειας και των ταχυδρομείων και μόνο έχουν χαθεί εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας. Όποιος έχει ακόμα δουλειά, εργάζεται τις περισσότερες φορές υπό δυσμενείς συνθήκες. Μπορείτε να χαίρεστε γι’ αυτό αποκαλώντας το αύξηση της αποτελεσματικότητας, μπορείτε όμως και να το πείτε με το όνομά του, δηλαδή εξαναγκασμό και εκμετάλλευση. Οι καταναλωτές σπάνια επωφελούνται από τη μείωση του κόστους. Στη Γερμανία για παράδειγμα το ηλεκτρικό ρεύμα είναι σήμερα πιο ακριβό παρά ποτέ.
Το γεγονός ότι η έκθεση του σοσιαλδημοκράτη κ. Rapkay εξιδανικεύει αυτόν τον απολογισμό παρουσιάζοντάς τον ως επιτυχία και ζητεί περαιτέρω τομεακές ελευθερώσεις δείχνει άγνοια των εμπειριών που συγκεντρώθηκαν και ανευθυνότητα απέναντι σε εκείνους που θα πρέπει να υποστούν τις συνέπειες.
Όποιος ζητεί την υπαγωγή των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας στους κανόνες της εσωτερικής αγοράς, θέλει να κάνει την υγεία, την παιδεία και την κινητικότητα εμπορεύσιμο αγαθό που θα μπορούν να απολαμβάνουν μόνο οι εύποροι, γιατί οι καπιταλιστικές αγορές δεν καλύπτουν ανάγκες, αλλά προσανατολίζονται πάντα μόνο σε αυτούς που δεν έχουν μόνο ανάγκες, αλλά μπορούν και να πληρώσουν, γιατί μόνο έτσι μπορούν να σημειωθούν κέρδη. Αυτή μπορεί να είναι η Ευρώπη που ονειρεύονται οι πλούσιοι όμιλοι επιχειρήσεων. Η Αριστερά έχει άλλα όνειρα. Δεν πρόκειται να σταματήσουμε να αντιστεκόμαστε μαζί με τα κοινωνικά κινήματα στην Ευρώπη σε αυτόν τον αχαλίνωτο καπιταλισμό.
Jens-Peter Bonde (IND/DEM). – (DA) Κύριε Πρόεδρε, δεν υπήρχαν βιβλία επιστημονικού περιεχομένου στο σπίτι των παιδικών μου χρόνων. Τα μέλη της οικογένειάς μου ήταν γεωργοί και τεχνίτες. Οι ικανοί δάσκαλοι στο σχολείο της περιοχής μου και τα δωρεάν βιβλία από μια πλούσια δημόσια βιβλιοθήκη με έφεραν σε επαφή με τον κόσμο των βιβλίων. Σε αυτή την έκθεση, ο δανεισμός βιβλίων, η εκπαίδευση, η περίθαλψη, η νοσηλεία, το νερό, η ασφάλεια, η νοσοκομειακή περίθαλψη και η πρόνοια χαρακτηρίζονται «υπηρεσίες κοινής ωφέλειας», σε αντίθεση με τις πιο ειδικευμένες «υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος», όπως η επίσκεψη σε ένα κομμωτήριο ή η αγορά κατοικίας. Η φροντίδα των δοντιών, τα γυαλιά και η προσωπική φροντίδα βρίσκονται κάπου στο ενδιάμεσο. Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, μέσω πλήθους αποφάσεών του, έχει δημιουργήσει εσωτερική αγορά για πολλές υπηρεσίες. Στον πυρήνα, όμως, της αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης επικρατεί η αντίληψη όχι μόνο της ψηφοφορίας με βάση οικονομικά κριτήρια, όπως στην αγορά, αλλά και της επιλογής, μέσω των ψηφοφοριών, των υπηρεσιών τις οποίες μπορεί να απολαμβάνει η κοινωνία. Θέλουμε μήπως ιδιωτικά νοσοκομεία και πανάκριβα νοσήλια; Θέλουμε να πληρώνουμε για τον δανεισμό βιβλίων; Θέλουμε τη μείωση του κόστους των δημοσίων μεταφορών; Πρέπει μήπως οι γιαγιάδες να κάνουν το καθημερινό τους μπάνιο σε οίκους ευγηρίας; Πρέπει τα παιδιά μας να τα προσέχουν σε φθηνά νηπιαγωγεία, ή μήπως πρέπει να εκπαιδεύονται από ειδικευμένους δασκάλους; Το Κίνημα του Ιουνίου στηρίζει την εσωτερική αγορά αγαθών και υπηρεσιών και τασσόμαστε κατά των εθνικών διακρίσεων, όμως επιθυμούμε επίσης να επιτρέψουμε στους ψηφοφόρους σε κάθε κράτος μέλος να ορίζουν τα όρια μεταξύ της αγοράς και της κοινωνίας και να καθορίζουν το επίπεδο ποιότητας και υπηρεσιών, καθώς και τα καταναλωτικά δικαιώματα.
Επιθυμούμε επίσης να προασπίσουμε το «συναινετικό πρότυπο» της Δανίας, σύμφωνα με το οποίο οι αμοιβές και οι συνθήκες εργασίας καθορίζονται βάσει συμφωνιών οι οποίες στη συνέχεια τηρούνται, και το κοινωνικό μας πρότυπο, βάσει του οποίου καταβάλλουμε υψηλή φορολογία προκειμένου να είμαστε σε θέση να προσφέρουμε κοινωνικά πολιτικά δικαιώματα σε όλους. Πρόκειται για περίπτωση στην οποία η αντιπροσωπευτική κυβέρνηση πρέπει να είναι σε θέση να ελέγξει την αγορά, έτσι ώστε να προσφέρονται υπηρεσίες κοινής ωφέλειας και σε όσους δεν έχουν γεννηθεί πλούσιοι. Επιθυμούμε να μπορούμε να συνεχίσουμε να τραγουδάμε μαζί με τον Grundtvig: «Κι έτσι στον πλούτο έχουμε πολύ προοδεύσει, όταν αυτοί που έχουν τα πολλά είναι λίγοι, κι ακόμα λιγότεροι αυτοί που έχουν πολύ λίγα».
Leopold Józef Rutowicz (NI). – (PL) Κύριε Πρόεδρε, η Λευκή Βίβλος της Επιτροπής για τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας είναι σαφώς αναγκαία για τη δημιουργία μιας κοινής αγοράς. Στο μέλλον, αυτές οι υπηρεσίες και ο τρόπος παροχής τους πρέπει να καθορίζονται με πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια. Πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη ότι, επί του παρόντος, η παροχή αυτών των υπηρεσιών στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε λύσεις τις οποίες προσφέρουν επιμέρους κράτη και εθνικές νομοθεσίες. Ο μόνος τρόπος για να συμπεριλάβουμε τις υπηρεσίες αυτές σε κοινούς ευρωπαϊκούς κανονισμούς είναι να βελτιώσουμε το σύστημα παροχής υπηρεσιών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι επόμενες ενέργειές μας πρέπει να αποβλέπουν στον καθορισμό του νομικού καθεστώτος των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας και σε μέτρα προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών.
Στην έκθεση του κ. Rapkay, για την οποία τον ευχαριστώ, περιγράφεται με σαφήνεια η τρέχουσα νομική κατάσταση και οι δυνατότητες ανάληψης περαιτέρω δράσης. Οφείλουμε να εκμεταλλευτούμε τις δυνατότητες που μας προσφέρει.
Alexander Radwan (PPE-DE). – (DE) Κύριε Πρόεδρε, κύριε Πρόεδρε της Επιτροπής, σήμερα συζητάμε για έναν ευρύ τομέα. Ο κ. Schulz επέλεξε να μας θυμίσει το δημοτικό νεκροταφείο, όμως οι δημοτικές δομές μπορούν να φθάσουν σε μέγεθος τις μεγάλες επιχειρήσεις – αυτό είναι το μέγεθος του φάσματος αυτού, και είναι αμφίβολο αν αυτές οι μεγάλες δομές είναι πάντα σωστές.
Για ποιον λόγο συζητάμε τελικά για το θέμα αυτό; Επειδή εξισορροπούμε από τη μια το ζήτημα των κανόνων της αγοράς και από την άλλη το ζήτημα της επικουρικότητας. Αυτό μπορεί ασφαλώς να αποτελέσει ένα ακανθώδες θέμα και το αποτέλεσμα δεν είναι πάντα ακριβές. Εγώ είμαι φανατικός οπαδός της επικουρικότητας, των κανόνων που διαμορφώνονται σε τοπικό επίπεδο. Ο ενιαίος ορισμός σε μία Ευρώπη με ενδεχομένως 27 κράτη μέλη –αν προεξοφλήσουμε τη σημερινή απόφαση– θα έχει ως αποτέλεσμα έναν μεγάλο αριθμό τυποποιήσεων τον οποίο απορρίπτω. Ωστόσο, η Ευρώπη πρέπει να αναρωτιέται διαρκώς ποιο κέρδος φέρνει η ευρωπαϊκή δράση και κατά πόσον ωφελεί τον πολίτη. Γιατί συζητάμε σήμερα τόσο διεξοδικά για την οδηγία πλαίσιο, αφού ο ίδιος ο εισηγητής είπε ότι η έκθεσή του δεν ζητάει οδηγία πλαίσιο για τον τομέα αυτόν; Έχω την εντύπωση πως ορισμένοι ομιλητές απλά επιχειρούν να δημιουργήσουν μέσω αυτής της συζήτησης ζώνες χωρίς ανταγωνισμό που θα εξαιρεθούν από την οδηγία για τις υπηρεσίες. Πέρα από την κατάργηση των κανόνων της αγοράς, ο κίνδυνος είναι ότι θα καταλήξουμε σε έναν ευρωπαϊκό ορισμό των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας. Δεν μπορεί να είναι αυτός ο στόχος μας, γιατί η Ευρώπη είναι πολύ ανομοιογενής γι’ αυτό.
Αυτό που χρειάζονται ωστόσο οι πολίτες, οι κοινότητες και οι τοπικοί πολιτικοί είναι νομική ασφάλεια. Θέλουν να ξέρουν τι είναι δυνατόν και τι όχι. Στο σημείο αυτό επικρατεί μεγάλη σύγχυση. Θα πάρω για παράδειγμα την πόλη που γεννήθηκα, το Μόναχο. Εκεί, τέσσερα μεγάλα νοσοκομεία δημιουργούν αυτό το διάστημα μία εταιρία και κανείς δεν ξέρει τι πρέπει να υποβληθεί στην Επιτροπή και τι όχι. Εδώ καλείται η Επιτροπή να δράσει μαζί με το Κοινοβούλιο – γιατί αυτό που ενοχλεί επίσης πολύ και την Ομάδα μας είναι πως η Επιτροπή διατηρεί για τον εαυτό της κάποια «ασυδοσία», δηλαδή αποφασίζει αυτό που θεωρεί κάθε φορά σωστό χωρίς να το συζητά όπως πρέπει με τους εκλογείς ή τους εκπροσώπους τους. Για το τελευταίο σημείο, καθοριστικό είναι το εξής – και βασικά οι σχετικές συζητήσεις έπρεπε να έχουν γίνει από καιρό εδώ στο Σώμα: ότι ο πολίτης πρέπει να καταλαβαίνει γιατί αυτό που κάνουμε είναι καλό γι’ αυτόν. Αυτό δεν συμβαίνει πάντα, ειδικά στον συγκεκριμένο τομέα, και αυτό που κάνουμε εδώ γίνεται αντιληπτό με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Αυτός είναι ένας τομέας όπου η στρατηγική των ανακοινώσεων μπορεί να επιτύχει κάτι.
Robert Goebbels (PSE). – (FR) Κύριε Πρόεδρε, αγαπητοί συνάδελφοι, το άρθρο 5 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ορίζει ότι, και παραθέτω: «Η δράση της Κοινότητας δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων της παρούσας Συνθήκης». Πρόκειται γι’ αυτό που ονομάζουμε αρχή της επικουρικότητας, η σημασία της οποίας μόλις υπογραμμίστηκε από τον Πρόεδρο Barroso.
Είναι, πάντως, προφανές ότι ο κοινός στόχος της κοινωνικής συνοχής απαιτεί κυρίως σταθερή πολιτική δράση για την παροχή ποιοτικών δημοσίων υπηρεσιών προς όλους τους πολίτες. Οι κοινότητες, οι τοπικές αυτοδιοικήσεις είναι εγγύτερα στους πολίτες. Οι τοπικοί αιρετοί άρχοντες είναι στην καλύτερη θέση να κρίνουν ποιες υπηρεσίες είναι αναγκαίες για την ευημερία των συμπολιτών τους και κυρίως για την ευημερία των πιο αδύναμων εξ αυτών.
Λογικά, επί δεκαετίες η Ένωση δεν ασχολήθηκε η ίδια με αυτές τις δημόσιες υπηρεσίες. Με την πραγμάτωση, όμως, της μεγάλης εσωτερικής αγοράς, υποβάλλονταν ολοένα και περισσότερες προσφυγές από ανταγωνιστές του ιδιωτικού τομέα κατά δήμων και κοινοτήτων. Οι αποφάσεις του ΔΕΚ δεν υπήρξαν πάντοτε ευχάριστες, ενίοτε μάλιστα υπήρξαν αντιφατικές. Προς απαλλαγή του ΔΕΚ, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η έννοια της δημόσιας υπηρεσίας δεν είναι εύκολο να οριοθετηθεί.
Υφίστανται αξιοσημείωτες διαφορές ανάμεσα στις εθνικές πρακτικές στα είκοσι πέντε κράτη μέλη. Ο Πρόεδρος Barroso μόλις υπογράμμισε την ανάγκη αναγνώρισης της ποικιλίας των εθνικών, περιφερειακών και τοπικών καταστάσεων. Γι’ αυτό, η Σοσιαλιστική Ομάδα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μάχεται εδώ και χρόνια για ένα σαφές νομικό πλαίσιο, το οποίο να επιτρέπει την άνθηση αυτών των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας.
Αυτό μόνο θέλει η Σοσιαλιστική Ομάδα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Θέλουμε τη μέγιστη δυνατή βεβαιότητα για όλους τους φορείς εκμετάλλευσης των καθολικών δημοσίων υπηρεσιών. Οι δικαστές του Λουξεμβούργου δεν πρέπει να καταστούν οι διαιτητές της ποιότητας των δημοσίων υπηρεσιών που πρέπει να παρέχονται. Σύμφωνα με τον Πρόεδρο Barroso, αυτές οι υπηρεσίες αντιστοιχούν στο 7% του ευρωπαϊκού ΑΕγχΠ και στο 5% των θέσεων απασχόλησης, πράγμα που καθιστά πρόδηλη την αποδοτικότητά τους. Εναπόκειται στους εκλογείς, στους πολίτες, να αποφασίσουν για τις καθολικές υπηρεσίες που επιθυμούν. Ο πρώην Επίτροπος λόρδος Cockfield, ο οποίος, μαζί με τον Πρόεδρο Jacques Delors, υπήρξε ένας από τους αρχιτέκτονες της εσωτερικής αγοράς, συνήθιζε να λέει:
(EN) «η Επιτροπή πρέπει να βοηθάει τις κυβερνήσεις να εξοικονομούν τα χρήματα των φορολογουμένων.»
(FR) Είχε άδικο. Σε τελική ανάλυση, δεν πρέπει να αποφασίζει η Επιτροπή για τη χρησιμοποίηση των δημοσίων πόρων αλλά ο ίδιος ο φορολογούμενος. Εναπόκειται στον κυρίαρχο εκλογέα να αποφασίσει αν η τοπική αρχή ή η περιφέρειά του κάνει καλή χρήση των χρημάτων του ή όχι. Αυτό ονομάζεται δημοκρατία.
Οι ακραιφνείς υπέρμαχοι της ελεύθερης αγοράς θα αντιτάξουν ότι οι Συνθήκες υποχρεώνουν την Επιτροπή να εξαλείψει τις δημόσιες ενισχύσεις που στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό· το άρθρο 87 της Συνθήκης, όμως, ορίζει με σαφήνεια ότι αυτές οι ενισχύσεις δεν απαγορεύονται παρά, και διαβάζω επακριβώς: «κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές». Ωστόσο, είναι δύσκολο να υποστηρίζουμε ότι δημόσιες υπηρεσίες που παρέχονται σε τοπικό επίπεδο από δημόσιες αρχές επηρεάζουν τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών.
Κύριε Πρόεδρε, μόλις μας εξαγγείλατε μια ανακοίνωση πριν από το τέλος της χρονιάς. Συμμερίζομαι τη γνώμη του συναδέλφου μου του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (Χριστιανοδημοκράτες) και των Ευρωπαίων Δημοκρατών, κ. Langen, ότι έχουμε δει υπερβολικά πολλά κείμενα, καλά διατυπωμένα, χωρίς όμως πραγματικό πολιτικό αντίκρισμα. Έλεος, Πρόεδρε Barroso, παρουσιάστε μας μία ή όσες νομοθετικές προτάσεις θέλετε, επιτρέψτε όμως επιτέλους στο Κοινοβούλιο να επιτελέσει το έργο του ως συννομοθέτης σε έναν τομέα που, σύμφωνα με τα δικά σας λόγια, είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου.
Danutė Budreikaitė (ALDE). – (LT) Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι, σήμερα συζητούμε τη Λευκή Βίβλο για τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, την οποία δημοσίευσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πριν από περισσότερα από δύο χρόνια. Είναι λυπηρό το γεγονός ότι η ελευθέρωσης της αγοράς υπηρεσιών είναι μέχρι στιγμής πραγματικά ανεπαρκής. Η Λευκή Βίβλος προσφέρει μόνο έναν πολύ αφηρημένο ορισμό των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας και των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος. Δεν έχει οριστεί καν η έννοια της δημόσιας υπηρεσίας, και, ως εκ τούτου, δεν χρησιμοποιείται στη Λευκή Βίβλο, στην οποία γίνεται αναφορά μόνο σε «υποχρεώσεις παροχής υπηρεσιών δημοσίου συμφέροντος», οι οποίες καλύπτουν τους τομείς των εναέριων, σιδηροδρομικών και οδικών μεταφορών και τον τομέα της ενέργειας που καλούνται επίσης υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος. Έτσι, είναι δύσκολο να γίνει κατανοητό για τι ακριβώς συζητούμε, ενώ το βασικό αποτέλεσμα που αναμένεται από τη Λευκή Βίβλο ήταν η σύνταξη ενός νομοθετικού κειμένου το οποίο θα ρυθμίζει και θα επιτρέπει την υλοποίηση μιας από τις βασικές ελευθερίες της εσωτερικής αγοράς της ΕΕ, την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών.
Η κατάσταση σχετικά με τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας είναι παρόμοια με την κατάσταση που σχετίζεται με την οδηγία για τις υπηρεσίες, η οποία επρόκειτο αρχικά να καλύπτει τις οικονομικές υπηρεσίες και τις υπηρεσίες κοινού συμφέροντος, οι οποίες επί του παρόντος, με ορισμένες εξαιρέσεις, δεν περιλαμβάνουν τις μεταφορές και τις ταχυδρομικές υπηρεσίες, ενώ ο ηλεκτρισμός, το φυσικό αέριο και η ύδρευση εξαιρούνται από την αρχή της χώρας προέλευσης. Συνεπώς, οι περισσότερες από τις υπηρεσίες στην ΕΕ ελάχιστα ανταποκρίνονται στις αρχές της εσωτερικής αγοράς, της ανταγωνιστικότητας, της εκπροσώπησης των συμφερόντων των καταναλωτών και της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών. Εκτός του ότι περιορίζει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, ο προστατευτισμός των αγορών αποτρέπει επί του παρόντος και θα συνεχίσει να αποτρέπει την έγκαιρη παροχή στους καταναλωτές υπηρεσιών ενδεδειγμένης ποιότητας. Αυτό είναι εμφανές όταν ταξιδεύει κανείς στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Όσον αφορά τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, βασικός στόχος είναι ο σαφής ορισμός τους, προκειμένου να αποφευχθούν τυχόν «ελεύθερες ερμηνείες» σε επιμέρους κράτη μέλη με σκοπό την προστασία των αγορών τους. Είναι αναγκαία η κατάρτιση ενός νομοθετικού μέσου που να διέπει αυτές τις υπηρεσίες, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την αρχή της επικουρικότητας και ανοίγοντας τις αγορές υπηρεσιών στον ανταγωνισμό προς όφελος των πολιτών όλων των χωρών και της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας της ΕΕ. Δεν αρνούμαι ότι η περιφερειακή τοπική αυτοδιοίκηση είναι σημαντικός παράγοντας για την παροχή υπηρεσιών· ωστόσο, πολύ συχνά αυτό χρησιμοποιείται ως πρόφαση για την εφαρμογή μέτρων προστατευτισμού, ενώ οι υπηρεσίες είναι ουσιαστικά «μεγάλες επιχειρήσεις».
Elisabeth Schroedter (Verts/ALE). – (DE) Κύριε Πρόεδρε, οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας είναι το κεντρικό σημείο του κοινωνικού προτύπου της Ευρώπης. Μπορεί αυτή να ήταν η πρώτη φράση του κ. Barroso, ταυτόχρονα όμως εκθείασε την αποτελεσματικότητα της αγοράς –κι όχι την αλληλεγγύη, την καθολική πρόσβαση ή τα θεμελιώδη δικαιώματα– ως πρωταρχικό κίνητρο για τις υπηρεσίες αυτές.
Όμως οι πολίτες περιμένουν από την Ευρωπαϊκή Ένωση να είναι εξασφαλισμένες οι υπηρεσίες που είναι αναγκαίες για τη ζωή τους και να παρέχονται ως εξασφαλισμένο και θεμελιώδες δικαίωμα, και μάλιστα για όλους, δηλαδή ανεξάρτητα από την κοινωνική τους θέση και τον τόπο διαμονής τους. Θα κερδίσουμε την εμπιστοσύνη των ανθρώπων μόνο αν οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας χαίρουν μιας βασικής προστασίας από τα συμφέροντα της αγοράς και δεν συνδέονται με αυτά. Αν συνδέσετε τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας με την αποτελεσματικότητα της αγοράς, τότε, κύριε Barroso, θα διαλύσετε τελικά την καρδιά του ευρωπαϊκού κοινωνικού προτύπου. Μπορεί να χαίρεστε για τα αιτήματα που ακούγονται στο Σώμα για την τομεακή προσέγγιση, που θα σας δώσει την απαραίτητη εξουσία για ελευθέρωση των βασικών υπηρεσιών, όμως είναι εξαιρετικά σαφές από τα πρόσφατα παραδείγματα που περιλαμβάνει η ανακοίνωσή σας για τις κοινωνικές υπηρεσίες, ότι δίδεται νέος ορισμός των βασικών κοινωνικών υπηρεσιών και χαρακτηρίζονται οικονομική δραστηριότητα. Έτσι δεν κάνετε τίποτα άλλο από το να μεθερμηνεύετε τον ορισμό ευρωπαϊκών δικαστικών αποφάσεων.
Το μήνυμα των προτάσεών σας για τις υγειονομικές υπηρεσίες, όπου η κινητικότητα των ασθενών έχει προτεραιότητα έναντι της βασικής περίθαλψης, είναι σαφές. Εκεί καθίσταται φανερό ότι είναι πλάνη να πιστεύει κανείς πως η αγορά μπορεί να διασφαλίσει τα θεμελιώδη δικαιώματα. Η προστασία των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο με μια σαφή οδηγία πλαίσιο που δεν θα υπάγει τις παροχές που αφορούν τις βασικές υπηρεσίες στους κανόνες του ευρωπαϊκού δικαίου περί ανταγωνισμού, αφού πρόκειται για παροχές που φυσικά επιτρέπεται να λαμβάνουν κρατικές επιδοτήσεις και σκοπός τους είναι να εξασφαλίσουν βασικές παροχές και όχι να δίνουν προτεραιότητα στα συμφέροντα της αγοράς. Οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας που έχουν οικονομικό χαρακτήρα μπορούν επίσης να ικανοποιούν βασικές ανάγκες. Και εδώ, η καθολική πρόσβαση πρέπει να είναι σημαντικότερη από τα συμφέροντα της αγοράς.
Ως εκ τούτου, μια τέτοια οδηγία πλαίσιο πρέπει να πηγαίνει χέρι-χέρι με την οδηγία για τις υπηρεσίες προκειμένου να εξασφαλίζει αυτήν την προστασία. Έτσι όπως είναι σήμερα τα πράγματα, αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να βρεθεί μια λύση, γιατί με την οδηγία για τις υπηρεσίες, οι υπηρεσίες βρίσκονται ήδη στην αγορά. Ως εκ τούτου, πρόκειται για μια φανταστική συζήτηση από την πλευρά της δεξιάς που πιστεύει ότι μπορεί κανείς έτσι απλά να κοιτάξει πίσω και ότι η τομεακή προσέγγιση ή η απουσία ορισμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο αποτελούν λύση για το ζήτημα αυτό.
Kartika Tamara Liotard (GUE/NGL). – (NL) Κύριε Πρόεδρε, νιώσαμε τη χαρά της νίκης όταν οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας αποκλείστηκαν από το πεδίο εφαρμογής της επίμαχης οδηγίας για τις υπηρεσίες. Ο δημόσιος τομέας θα ήταν ασφαλής από τον Bolkestein, αλλά η νίκη αυτή ενδέχεται να ήταν πύρρειος· εξάλλου, μόλις τώρα ορίζονται οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας. Κατά τη διαμόρφωση μιας τέτοιας οδηγίας για τις υπηρεσίες, είναι αναγκαίο να καθοριστεί τι ανήκει στον χώρο της αγοράς και τι όχι, καθώς, βεβαίως, και το ζήτημα του ποιος είναι σε θέση να το αποφασίσει.
Θα αγωνιστούμε με νύχια και με δόντια υπέρ της δικής μας ερμηνείας της κοινής ωφέλειας και κατά της ελευθέρωσης και των δυνάμεων της αγοράς σε τομείς όπως η εκπαίδευση, η υγειονομική περίθαλψη και ο πολιτισμός: έχουμε σχετική πείρα και είμαστε αντίθετοι με αυτές τις επιλογές! Όταν ελευθερώνονται τομείς οι οποίοι, ουσιαστικά, δεν ανήκουν στην αγορά, αλλά στην κοινωνία, η Ευρώπη μοιάζει στα μάτια μας με άπληστο γουρούνι που, αν του το επιτρέψουμε, θα αρπάξει κάθε ευκαιρία και με τα δύο χέρια.
Αυτό κατέστη ήδη εμφανές με τη νέα επίθεση της Επιτροπής κατά της κοινωνικής πρόνοιας. Κατά τη γνώμη μας, αυτή η οδηγία θα αποτελέσει, πάνω από όλα, ένα μέσο που θα ωθήσει τους πολίτες, τους μαθητές, τους ασθενείς και τους καταναλωτές να αντισταθούν σε αυτό το άπληστο γουρούνι μιας Ένωσης η οποία προχωρά όλο και περισσότερο στον δρόμο της ελευθέρωσης. Η οδηγία πρέπει να καταστήσει σαφές το γεγονός ότι τα κράτη μέλη και οι πολίτες τους καθορίζουν τι είναι οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, διότι, εάν συμβεί αυτό, η πολιτική θα έρθει και πάλι πιο κοντά στους πολίτες, όπου δικαιωματικά ανήκει.
Johannes Blokland (IND/DEM). – (NL) Κύριε Πρόεδρε, τον δέκατο ένατο αιώνα οι κυβερνήσεις αναλάμβαναν πολλές υποχρεώσεις οι οποίες δεν ανήκαν αρχικά στο πεδίο αρμοδιότητάς τους, όπως λόγου χάρη η εκπαίδευση, η πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη και η ρύθμιση των ωραρίων εργασίας· αυτό ήταν αναγκαίο ως αντίδραση στις αποτυχίες της αγοράς, γεγονός που εξακολουθεί να ισχύει στις περιπτώσεις στις οποίες η αγορά αποτυγχάνει.
Η διάκριση μεταξύ υπηρεσιών κοινής ωφέλειας και υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος είναι ακαδημαϊκή. Μια τέτοια διάκριση αποσκοπεί, συνεπώς, στο να καταστούν ορισμένες υπηρεσίες δημόσιες και να περιοριστούν οι κυβερνητικές παρεμβάσεις. Η μείωση των κυβερνητικών παρεμβάσεων είναι αξιέπαινος στόχος σε τομείς στους οποίους οι πολίτες αναμένεται να επιδείξουν αυτάρκεια και υπευθυνότητα. Αυτή, όμως, η διάκριση δεν πρέπει να σημαίνει περιορισμό της δημόσιας πρόσβασης.
Απευθύνω, συνεπώς, έκκληση να επιδειχθεί σύνεση ως προς το άνοιγμα υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος στην αγορά. Η κοινωνία ωφελείται από μια κυβέρνηση η οποία αντιμετωπίζει δίκαια τους αδυνάτους και εγγυάται την πρόσβαση σε υπηρεσίες οι οποίες είναι αναγκαίες στην καθημερινή μας ζωή.
Othmar Karas (PPE-DE). – (DE) Κύριε Πρόεδρε, κύριε Πρόεδρε της Επιτροπής, κυρίες και κύριοι, πιστεύω ότι σε αυτή τη συζήτηση μαχόμαστε χωρίς αντίπαλο και δείχνουμε πολύ λίγο σεβασμό στον νόμο και στους πολίτες.
Ας πάρουμε στα σοβαρά τη νομοθεσία μας. Στη συνταγματική συνθήκη αναφέρουμε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ενωμένη μέσα στην πολυμορφία της. Έκφραση αυτής της πολυμορφίας είναι και η πολυμορφία των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας. Είμαστε ενωμένοι στην εσωτερική αγορά. Ας μην δημιουργούμε λοιπόν μια αναγκαστική αντίθεση μεταξύ της πολυμορφίας και της εσωτερικής αγοράς.
Δεύτερον, δεν βλέπουμε την αγορά ως αυτοσκοπό –είμαστε υπέρ της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς. Η αγορά διαθέτει αειφορία και τη δική της κοινωνική ευθύνη. Το πού ακριβώς βρίσκονται τα όριά της είναι θέμα των πολιτικά υπεύθυνων για τη λήψη αποφάσεων. Όπου η αγορά δεν μπορεί να κάνει ή να εξασφαλίσει ότι θα γίνουν όλα όσα απαιτεί το γενικό καλό, πρέπει να επιτραπεί στις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας να παίξουν τον δικό τους ρόλο. Δεν λειτουργούν σε αντίθεση με την αγορά. Πολλές οργανώσεις κοινής ωφέλειας ανταγωνίζονται μεταξύ τους και εκπληρώνουν τα κριτήρια της αγοράς.
Τρίτον, δηλώνουμε πίστη στην επικουρικότητα. Η επικουρικότητα δεν βρίσκεται καθόλου σε αντίθεση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά είναι ένα ουσιαστικό στοιχείο του προτύπου της. Ο λόγος για τον οποίο οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας δεν περιλαμβάνονται στην οδηγία για τις υπηρεσίες είναι ότι ο ορισμός τους ανατίθεται σε άλλους εξαιτίας της επικουρικότητας και τώρα συζητούμε για το εάν το θέμα αυτό μπορεί να λυθεί μόνο λέγοντας «ναι» ή «όχι» σε μια οδηγία πλαίσιο. Είμαστε υπέρ της εξασφάλισης της κοινωνικής ασφάλειας, της ασφάλειας εφοδιασμού και της ποιότητας σε ανεκτές τιμές για τους πολίτες, καθώς και της ανάληψης ευθυνών εκ μέρους των πολιτικών για τις σχέσεις μεταξύ της αγοράς και του ιδιωτικού τομέα, μεταξύ των οποίων πρέπει να υπάρξει μια νέα εταιρική σχέση με τη μορφή των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας.
Bernadette Vergnaud (PSE). – (FR) Κύριε Πρόεδρε, κύριε Πρόεδρε της Επιτροπής, αγαπητοί συνάδελφοι, θέλω να επικροτήσω το έργο που επιτέλεσε ο εισηγητής μας, κ. Rapkay, ο οποίος συνέβαλε στην επανέναρξη αυτής της συζήτησης για τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας. Προσυπογράφω πλήρως τις προτάσεις του για τη δημιουργία μεγαλύτερης ασφάλειας δικαίου για τις κοινωνικές υπηρεσίες κοινής ωφέλειας. Προσυπογράφω επίσης ανεπιφύλακτα τις προτάσεις του σχετικά με την παροχή υπηρεσιών υψηλής ποιότητας στο σύνολο της ΕΕ στη βέλτιστη τιμή, με σεβασμό στην κοινωνική ισορροπία και διασφαλίζοντας σε σταθερή βάση την ασφάλεια του εφοδιασμού.
Αντιθέτως, αντιμετωπίζω με πολύ μεγαλύτερο σκεπτικισμό την πρόταση να ζητήσουμε από την Επιτροπή εξηγήσεις για την εφαρμογή των κανόνων που διέπουν τον ανταγωνισμό και την εσωτερική αγορά στις δημόσιες υπηρεσίες. Ο κ. Barroso, τον οποίο θέλω να ευχαριστήσω που παρίσταται στη συζήτηση, μόλις μας επιβεβαίωσε το αναμενόμενο όφελος αυτού του ανταγωνισμού για τους καταναλωτές.
Όπως σας επεσήμανε ο εισηγητής, αφού οι δημόσιες υπηρεσίες στερούνται συγκεκριμένου νομικού πλαισίου, η χρηματοδότηση και η διαχείρισή τους εξαρτώνται από αβέβαιες περιστάσεις, τις οποίες μας προσφέρουν εναλλάξ Επιτροπή και ΔΕΚ, που αλλάζουν ρόλους κατά πώς τους βολεύει, εναλλάξ δικαστής, νομοθέτης και εκτελεστική εξουσία.
Εδώ και τουλάχιστον δεκαπέντε χρόνια το Κοινοβούλιο ζητεί από την Επιτροπή να νομοθετήσει. Τι εξασφαλίσαμε; Η Επιτροπή μας προτείνει να επιλέξουμε μεταξύ μιας απλής ανακοίνωσης για την ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου σε αυτές τις υπηρεσίες και πληθώρας τομεακών οδηγιών.
Σε ό,τι με αφορά, επιθυμώ μια οδηγία πλαίσιο: μια οδηγία πλαίσιο που να αναγνωρίζει θετικό καθεστώς και όχι απλώς απαλλακτικό καθεστώς στις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, ένα καθεστώς το οποίο οι κανόνες της αγοράς του ανταγωνισμού θα υποχρεούνται, επομένως, να σέβονται. Βασικοί τομείς όπως η εκπαίδευση, η υγεία, το νερό, δεν πρέπει να ελευθερωθούν, και πρέπει να συνεκτιμηθούν οι μικτές καταστάσεις, στις οποίες συνδυάζονται η κοινωνική, η οικονομική και η περιβαλλοντική διάσταση.
Οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας λειτουργούν προς επίρρωση του αισθήματος της κοινότητας των πολιτών της Ευρώπης. Είναι βασικό στοιχείο της αλληλεγγύης και διαδραματίζουν ρόλο στην πραγμάτωση των κοινωνικών δικαιωμάτων. Δεν θέλω μια Ευρώπη όπου το ευρωπαϊκό μοντέλο δεν βασίζεται παρά μόνο στον φορολογικό και κοινωνικό ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών. Με αυτή την οδηγία πλαίσιο, επιθυμώ να υπερβεί η Ευρώπη τα στενά όρια της αγοράς, προς μια κοινωνία όπου όλες οι δημόσιες υπηρεσίες θα διασφαλίζονται ως βασικός παράγοντας της κοινωνικής και εδαφικής συνοχής.
Ian Hudghton (Verts/ALE). – (EN) Κύριε Πρόεδρε, πριν εκλεγώ σε τούτο το Κοινοβούλιο ήμουν επικεφαλής μιας τοπικής αρχής στη Σκωτία, η οποία μπορώ να πω ότι ήταν πολύ επιτυχημένη όσον αφορά τόσο την οικονομική της αποτελεσματικότητα όσο και την ανταπόκρισή της στις προσδοκίες του τοπικού πληθυσμού ως προς την παροχή δημοσίων υπηρεσιών στην κομητεία Angus.
Τότε, όπως και τώρα, κύριο μέλημα των τοπικών αρχών ήταν η προστασία του δικαιώματός τους στην τοπική αυτοδιοίκηση. Επιβάλλεται, συνεπώς, σε κάθε νέα κοινοτική πρωτοβουλία να θέσουμε τέρμα στην αβεβαιότητα. Δεν πρέπει να αρκούμαστε σε ασαφείς διατυπώσεις όταν πρόκειται για ζωτικές δημόσιες υπηρεσίες. Δεν πρέπει να παρεμβαίνουμε με κανέναν τρόπο στην αρχή της τοπικής αυτοδιοίκησης. Πρέπει να κάνουμε σαφή διάκριση μεταξύ ιδιωτικών επιχειρήσεων, οι οποίες υπόκεινται στο κοινοτικό δίκαιο περί ανταγωνισμού, και δημοσίων υπηρεσιών: υπηρεσιών τοπικού χαρακτήρα οι οποίες προσφέρονται για λόγους κοινής ωφέλειας, έχουν ελάχιστο ή κανέναν διασυνοριακό αντίκτυπο και πρέπει να προσφέρονται χωρίς να υπόκεινται στους κανόνες της ΕΕ περί ανταγωνισμού.
Η αρμοδιότητα για τη λήψη αποφάσεων όσον αφορά τη θέσπιση προτύπων για τις υπηρεσίες γενικού συμφέροντος πρέπει να ανήκει επίσης στις τοπικές αρχές. Ορισμένες τοπικές αρχές αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό την ανάγκη θέσπισης νέας κοινοτικής νομοθεσίας. Η θέση μου είναι ότι, αν ταχθούμε υπέρ μιας οδηγίας πλαισίου, πρέπει να είναι μια οδηγία πλαίσιο η οποία θα εγγυάται ρητώς το δικαίωμα των τοπικών αρχών να ορίζουν, να οργανώνουν και να χρηματοδοτούν τις δημόσιες υπηρεσίες όπως οι ίδιες θεωρούν ενδεδειγμένο.
Αντιλαμβάνομαι ότι η άρση των φραγμών στην παροχή υπηρεσιών με εμπορικά κριτήρια θα προσφέρει μεγάλα οικονομικά οφέλη στις επιχειρήσεις, όμως δεν πρέπει να αποξενώσουμε περισσότερο την κοινή γνώμη παρεμβαίνοντας ή υπονομεύοντας την παροχή βασικών τοπικών δημοσίων υπηρεσιών.
Roberto Musacchio (GUE/NGL). – (IT) Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι, αν κάτι χαρακτηρίζει την ύπαρξη ενός ευρωπαϊκού κοινωνικού προτύπου, αυτό είναι οι υπηρεσίες, οι οποίες πρέπει να διαφυλαχθούν, καθώς αποτελούν στοιχείο της ιθαγένειας. Έχουμε κληθεί να πούμε αν πρέπει να υπάρχουν υπηρεσίες κοινής ωφέλειας που να παρέχονται σε όλους τους Ευρωπαίους, και αν ναι, με ποιον τρόπο.
Την οδηγία Bolkestein ακολούθησε κάποια σύγχυση όσον αφορά τη διαφορά ανάμεσα στις εμπορικές υπηρεσίες και στις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας. Πρέπει επομένως τώρα να διευκρινίσουμε τι ανήκει, από τη μια πλευρά, στη σφαίρα της αγοράς και τι, από την άλλη, εμπίπτει στον τομέα των δικαιωμάτων. Για να γίνει αυτό, έχουμε κάνει δεκτές σε μια σειρά τροπολογιών προτάσεις που υποβλήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων (ΕΣΣ), σύμφωνα με τις οποίες όλες οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, συμπεριλαμβανομένων και των οικονομικών, δηλαδή εκείνων για τις οποίες οι Ευρωπαίοι πληρώνουν άμεσα ή έμμεσα –δηλαδή σχεδόν όλες– πρέπει να ενταχθούν στη δημόσια, κυβερνητική σφαίρα και να είναι καθολικού χαρακτήρα, προσβάσιμες, επί πληρωμή και ποιοτικές. Με άλλα λόγια, πρέπει να είναι υπηρεσίες και όχι αγαθά, δηλαδή Ευρώπη και όχι Βόρεια Αμερική.
Σας καλούμε όλους να υποστηρίξετε αυτές τις τροπολογίες, οι οποίες αποδέχονται τη θέση των συνδικάτων. Σας ζητούμε επίσης να τις υποστηρίξετε, προκειμένου να διευκρινισθεί ποιος είναι ο στόχος μιας ενδεχόμενης οδηγίας πλαισίου, με άλλα λόγια να γίνει κατανοητό με ποιον τρόπο αντιλαμβάνεται η Ευρώπη το κοινωνικό της πρότυπο και τι προτείνει στα κράτη μέλη της όσον αφορά τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, είτε αυτές είναι γενικού οικονομικού συμφέροντος είτε όχι.
Patrick Louis (IND/DEM). – (FR) Πρόεδρε Barroso, κύριε Πρόεδρε, αγαπητοί συνάδελφοι, αυτή η έκθεση επικαλείται, δικαίως, την αρχή της επικουρικότητας ως νομική βάση για τα ζητήματα που αφορούν τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας. Ο ορισμός της είναι ρευστός. Από μια αρχή υποκατάστασης περάσαμε σε μια αρχή εκχώρησης. Εξ αυτού του γεγονότος, ο ορισμός των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας δεν μπορεί να θεσπιστεί παρά σε βάρος των εθνικών ιδιαιτεροτήτων και αναγκών.
Για μια ακόμη φορά, εκφράζουμε τη λύπη μας διότι η σαφής προειδοποίηση που σας απηύθυναν ο γαλλικός και ο ολλανδικός λαός αντιμετωπίστηκε με τόση περιφρόνηση. Υπενθυμίζω ότι οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας δεν απασχολούν την Ευρωπαϊκή Ένωση παρά υπό το λίαν αμφισβητήσιμο πρίσμα του ανταγωνισμού. Θίγεται εν προκειμένω σοβαρά η ελευθερία των κρατών να καθορίζουν τις αποστολές που σκοπεύουν να αναθέσουν στις δημόσιες υπηρεσίες σύμφωνα με τις επιθυμίες των λαών τους.
Όχι, δεν είναι δουλειά των χωρών που ιστορικά δεν διαθέτουν κουλτούρα δημοσίων υπηρεσιών να εμποδίσουν τις χώρες που έχουν ανάλογη ιστορία να διαθέσουν τέτοιου είδους υπηρεσίες όταν το κρίνουν δικαιολογημένο. Αν τηρούσατε την αρχή της επικουρικότητας στην αυθεντική της έννοια, θα παραδεχόσασταν ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, που είναι βασικές για τη ζωή των κοινωνιών μας, πρέπει να καθορίζονται, να οργανώνονται και η διαχείρισή τους να γίνεται όσο το δυνατόν εγγύτερα προς τους πολίτες σε εθνικό επίπεδο.
Πιστεύουμε ότι μόνο μια ισχυρή δημόσια εξουσία είναι ικανή να διασφαλίσει ένα μέλλον το οποίο δεν γίνεται αντιληπτό αποκλειστικά ως τριμηνιαία κερδοφορία των μετοχών, αλλά σε βάθος δεκαετιών στην εκπαίδευση, την υγεία, τις μεταφορές, την ενέργεια και το περιβάλλον.
(Ο Πρόεδρος ζητά από τον ομιλητή να ολοκληρώσει)
Ο μόνος κανόνας που χρειαζόμαστε είναι αυτός της κυριαρχίας, πράγμα που σημαίνει ότι κάθε κράτος πρέπει να είναι ελεύθερο να αποφασίσει για τις δημόσιες υπηρεσίες του και ότι οι υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας υπερισχύουν του κοινοτικού δικαίου περί ανταγωνισμού.
Malcolm Harbour (PPE-DE). – (EN) Κύριε Πρόεδρε, θέλω να επαναφέρω αυτή τη συζήτηση, όπως ανέφερε ο συνάδελφός μου κ. Karas, στους ανθρώπους η γνώμη των οποίων μετράει πραγματικά σε αυτό το θέμα: στους πολίτες μας οι οποίοι απολαμβάνουν δημόσιες υπηρεσίες. Γνωρίζουμε ότι σε πολλές περιπτώσεις αυτές οι δημόσιες υπηρεσίες δεν είναι αρκετά ικανοποιητικές ή αποτελεσματικές και προσφέρονται με υπερβολικά υψηλό κόστος.
Ο κ. Barroso, για την παρουσία του οποίου σήμερα το πρωί εκφράζουμε την ιδιαίτερη ικανοποίησή μας, προέβη σε μια σημαντική επισήμανση κατά την περιγραφή των αρχών που πρέπει να διέπουν την προαγωγή της παροχής δημοσίων υπηρεσιών υψηλής ποιότητας. Ανέφερε τον κρίσιμο παράγοντα της τεχνολογίας, η οποία καθιστά πλέον δυνατό τον μετασχηματισμό αυτών των υπηρεσιών και τη βιώσιμη εφαρμογή νέων προτύπων οργάνωσης και υλοποίησης. Αυτά τα θέματα πρέπει να συζητούμε. Πρέπει να ενδιαφερόμαστε για την πολυμορφία στο πλαίσιο της οποίας οι καλύτερες διάνοιες, η καλύτερη τεχνολογία, το καλύτερο προσωπικό και οι καλύτεροι διαχειριστές συμβάλλουν στην παροχή αυτών των υπηρεσιών.
Ωστόσο, η συζήτηση την οποία έχουμε διεξαγάγει, κυρίως από τη μία πτέρυγα του Σώματος, επικεντρώθηκε ως επί το πλείστον στα οργανωτικά πρότυπα και τον προστατευτισμό. Με την εφαρμογή της οδηγίας για τις υπηρεσίες, χάρη στις προσπάθειές μας, περισσότερες τέτοιες διάνοιες μπορούν να αφιερωθούν στην παροχή υπηρεσιών. Πρέπει να ασχοληθούμε με τις δημόσιες συμβάσεις, με βάση πρόσφατες ακροάσεις που διεξήχθησαν στην επιτροπή μας. Πρέπει να ασχοληθούμε με το δίκαιο περί ανταγωνισμού. Αν αυτές οι πτυχές συμπεριληφθούν στην ιδέα του κ. Barroso σχετικά με την ενοποίηση της νομοθεσίας, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Δεν επιθυμούμε, όμως, μια οδηγία όπως αυτή που περιγράφεται εδώ, η οποία είναι μια αμιγώς πολιτική οδηγία. Αποκάλυψαν τις προθέσεις τους στις παρεμβάσεις τους. Η κ. Schroedter δήλωσε ότι θα προσφέρει προστασία έναντι της ελευθέρωσης. Αυτός είναι ο σκοπός τους, κύριε Barroso! Διαχωρίστε τη θέση σας από αυτή την προσέγγιση. Δηλώστε σήμερα ενώπιόν μας ότι την αποκλείετε από τον σχεδιασμό σας. Έχω ρωτήσει την επιτροπή μου, χωρίς να έχω λάβει απάντηση, ποια προβλήματα των πολιτών μας αναμένεται να λύσει αυτή η οδηγία. Όταν οι εκπρόσωποι της Αριστεράς μας αναλύσουν λεπτομερώς τα προβλήματα αυτά, ενδεχομένως να εξετάσουμε αυτή την προσέγγιση, όμως σήμερα έχουμε να συζητήσουμε πολύ πιο σημαντικά θέματα από την πολιτική τους διακήρυξη.
(Χειροκροτήματα)
Ieke van den Burg (PSE). – (EN) Κύριε Πρόεδρε, ως συντονίστρια των βουλευτών της Ομάδας ΕΣΚ στην Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων, ζήτησα να είμαι η τελευταία ομιλήτρια από την πολιτική μου ομάδα, με σκοπό να διαλύσω ορισμένες από τις προκαταλήψεις και τις παρανοήσεις που σχετίζονται με τη συζήτηση αυτή. Ευελπιστώ, λοιπόν, ότι θα μπορέσω να ξεκαθαρίσω ορισμένες από αυτές τις παρανοήσεις.
Καταρχάς, θέλω να ευχαριστήσω τον κ. Barroso για την ομιλία του και να δηλώσω ότι εμείς, τα μέλη της Ομάδας ΕΣΚ, κατανοούμε πλήρως τις τέσσερις αρχές που περιέγραψε και την άποψή του ότι είναι αναγκαίο να ενισχυθεί η νομική ασφάλεια για τους παρόχους υπηρεσιών, είτε ανήκουν στον δημόσιο είτε στον ιδιωτικό τομέα, ή σε κάτι ενδιάμεσο, για τα κράτη μέλη και τις αποκεντρωμένες δημόσιες αρχές, καθώς και για τους πολίτες. Όπως ορθώς ανέφερε ο κ. Harbour, αυτό είναι το μείζον ζήτημα.
Φρονώ ότι ο κ. Barroso ερμήνευσε σωστά την έκθεση την οποία εκπόνησε ο κ. Rapkay εξ ονόματος της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων και την οποία εγκρίναμε με μεγάλη πλειοψηφία στην εν λόγω επιτροπή. Δεν εκφράσαμε προτίμηση υπέρ ενός συγκεκριμένου νομικού μέσου, αλλά καταστήσαμε σαφές ότι απαιτούνται νομοθετικές πρωτοβουλίες και ότι πρέπει να τηρηθεί μια ολοκληρωμένη πολιτική διαδικασία λήψης αποφάσεων σε αυτόν τον τομέα, στην οποία το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θα μπορούν να μετέχουν πλήρως. Η συναπόφαση είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος χειρισμού αυτών των πολιτικών θεμάτων. Αυτό είναι το μήνυμα της έκθεσης. Στην έκθεση δεν υποστηρίζεται ότι πρέπει να υπάρξει μόνο ένα οριζόντιο μέσο ή τομεακά μέσα· προσφέρονται πολλά περιθώρια επιλογών και υποστηρίζεται ότι και οι δύο μέθοδοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν ταυτοχρόνως.
Καθίσταται σαφές από τις συζητήσεις ότι οι προτιμήσεις ποικίλλουν, αλλά και ότι υπάρχουν πολλές προκαταλήψεις όσον αφορά τις επιλογές και τις προτιμήσεις τις οποίες προωθούμε. Στην πολιτική μου ομάδα, προήδρευσα ομάδας εμπειρογνωμόνων νομικών οι οποίοι κατήρτισαν ένα κείμενο. Δυστυχώς, έχω την εντύπωση ότι πολλοί δεν διάβασαν αυτό το κείμενο, διότι, αν ο κ. Harbour το είχε διαβάσει, θα είχε αντιληφθεί ότι δεν πρόκειται για πολιτική δήλωση αλλά για σαφή απόπειρα συμφιλίωσης των κανόνων της αγοράς, του ανταγωνισμού, της επικουρικότητας την οποία επιθυμούμε να εγγυηθούμε για τις τοπικές αρχές, των πτυχών που αφορούν την ποιότητα και της σημασίας των δημοσίων υπηρεσιών και των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας και οικονομικού συμφέροντος για τους πολίτες της Ευρώπης. Δεν πρόκειται για ιδεολογική διακήρυξη, αλλά για ουσιαστική προσπάθεια συμφιλίωσης αυτών των πτυχών. Το σχέδιο είναι ανοικτό προς συζήτηση και ευελπιστούμε ότι θα μετάσχετε στη συζήτησή του. Εναπόκειται, όμως, στην Επιτροπή να καταλήξει σε πρακτικές προτάσεις, οπότε θα μπορέσουμε να ασχοληθούμε με τις νομοθετικές μεθόδους και διατυπώσεις.
Όσον αφορά την ψηφοφορία επί της έκθεσης, δηλώνω και πάλι ότι έχουμε συμφωνήσει ότι διαφωνούμε ως προς το θέμα του ποια μέσα είναι προτιμότερα. Έχουν πλέον κατατεθεί τροπολογίες και από τις δύο πλευρές, από την Ομάδα της Συμμαχίας Φιλελευθέρων και Δημοκρατών για την Ευρώπη και από την Ομάδα των Πρασίνων/Ευρωπαϊκή Ελεύθερη Συμμαχία, στο πλαίσιο μιας ακόμη προσπάθειας να ληφθεί τώρα απόφαση σχετικά με την προτίμηση. Πιστεύω ότι αυτό δεν είναι συνετό. Συμφωνώ πλήρως με την άποψη της κ. Thyssen ότι είναι πιο συνετό να εμμείνουμε στη συμφωνία στην οποία είχαμε καταλήξει και να αφήσουμε το θέμα αυτό ανοικτό. Η απόφαση πρέπει να ληφθεί από την Επιτροπή και εφόσον εγκριθεί κάποια από αυτές τις τροπολογίες το μόνο αποτέλεσμα θα είναι η απόρριψη της έκθεσης συνολικά. Αυτό θα ήταν λυπηρό διότι, όπως όλοι παραδέχτηκαν, η έκθεση την οποία εκπόνησαν ο κ. Rapkay και η Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων είναι καλή.
Jiří Maštálka (GUE/NGL). – (CS) Θέλω να ευχαριστήσω τον κ. Rapkay για την έκθεσή του. Οφείλω να πω ότι, έχοντας διαβάσει πολύ σχετικά με το θέμα, και μετά την παρατεταμένη συζήτηση του θέματος αυτού, στηρίζω ολόψυχα την ιδέα της θέσπισης μιας γενικής οδηγίας για τις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος. Χαιρετίζω την κατάρτιση αυτής της οδηγίας, η οποία θα εγγυάται τις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος ως έναν από τους βασικούς πυλώνες του ευρωπαϊκού κοινωνικού προτύπου. Η οδηγία αναμένεται να προσφέρει επίσης ασφάλεια δικαίου, μέσω μιας νομικής βάσης η οποία θα στηρίζεται σε αρχές όπως η ίση πρόσβαση, η υψηλή ποιότητα των υπηρεσιών, το λογικό κόστος, η καθολικότητα και η ασφάλεια. Πρέπει να υπάρξει ισορροπία μεταξύ της αγοράς, αφενός, και των δημοσίων αρχών που ευθύνονται για την παροχή δημοσίων υπηρεσιών, αφετέρου. Επιπλέον, η έκθεση εγείρει νέα ζητήματα. Θα μπορέσουμε να διασφαλίσουμε ότι η οδηγία πλαίσιο θα είναι αρκετά ισχυρή ώστε να εγγυάται τις προαναφερθείσες αρχές; Θα προστατέψει πραγματικά η οδηγία τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας;
Karsten Friedrich Hoppenstedt (PPE-DE). – (DE) Κύριε Πρόεδρε, κύριε Πρόεδρε της Επιτροπής, κυρίες και κύριοι, θα ήθελα καταρχάς να ευχαριστήσω τον εισηγητή για την καλή συνεργασία στην Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων, που ελπίζω ότι θα συνεχιστεί και αύριο. Επίσης, πρέπει να εκφράσω τις ευχαριστίες μου για τον τρόπο με τον οποίο υπογραμμίστηκε η σημασία αυτής της έκθεσης που καθορίζει το μέλλον των δημοτικών υπηρεσιών ή, για να το πω διαφορετικά, των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας. Αυτό φάνηκε επίσης από τον χρόνο που αφιερώθηκε σε αυτή τη συζήτηση.
Όσοι από εμάς αφιέρωσαν πολλά χρόνια στην τοπική και περιφερειακή πολιτική, θα γνωρίζουν ότι για την κοινή γνώμη, η πολιτική αρχίζει έξω από την πόρτα των πολιτών και έτσι η επικουρικότητα απαιτεί να μην θιγεί, παρά την πολυπλοκότητα των ευρωπαϊκών δομών, το δικαίωμα των κοινοτήτων να διαχειρίζονται τις υποθέσεις τους και συνακόλουθα και οι αρμοδιότητες των τοπικών αρχών. Ως εκ τούτου, οι δήμοι πρέπει να διαδραματίζουν μείζονα ρόλο στον ορισμό και την οργάνωση των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας. Σε αυτό πρέπει στην ουσία να συμπεριλαμβάνεται η χρησιμοποίηση κάθε δυνατού τρόπου για να προσφερθούν στους πολίτες αυτές οι υπηρεσίες σε όσο το δυνατόν πιο λογική τιμή και, φυσικά, αυτό σημαίνει ότι οι δημόσιοι και ιδιωτικοί φορείς παροχής υπηρεσιών πρέπει να συμπεριληφθούν μαζί ως εταίροι.
Πρέπει να συνεχίσουμε να καλούμε όλους τους ενδιαφερομένους να υιοθετήσουν τη θέση ότι η περιορισμένη δραστηριότητα της αγοράς στο επίπεδο των τοπικών αρχών δεν πρέπει να υπόκειται σε όλους τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς, προκειμένου να μην αποθαρρυνθούν οι κοινότητες σχετικά με τη δημιουργία συμπράξεων δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, που είναι πραγματικά θετικές για τους πολίτες. Αυτό που χρειάζεται είναι το είδος εκείνο νομικής ασφάλειας που θα ενθαρρύνει τις κοινοτικές αρχές να επιδείξουν δημιουργικότητα κατά την παροχή υπηρεσιών και δεν θα τις επιβαρύνει με πολλή γραφειοκρατία, ενώ θα καθιστά δυνατό τον μακροπρόθεσμο προγραμματισμό. Η δημιουργικότητα και η εξασφάλιση του δικαιώματος τοπικής αυτοδιοίκησης που θα είναι θεμελιωμένο στη νομική ασφάλεια μπορεί να είναι καθοριστικά για τη διευκόλυνση της συνεισφοράς των κοινοτήτων στην οικονομική ανάπτυξη της Ευρώπης.
Corien Wortmann-Kool (PPE-DE). – (NL) Κύριε Πρόεδρε, στο κείμενο του ψηφίσματος επιτυγχάνεται η ορθή ισορροπία μεταξύ της ελευθερίας που πρέπει να διατηρήσουν στο μέλλον τα κράτη μέλη όσον αφορά, αφενός, την οργάνωση και τον καθορισμό των δημοσίων υπηρεσιών τους και, αφετέρου, την τήρηση των κανόνων της εσωτερικής αγοράς. Η Ευρώπη πρέπει να επικεντρωθεί –και το κείμενο δεν μας αφήνει καμία αμφιβολία επ’ αυτού– στη νομική σαφήνεια και στην υιοθέτηση τομεακών προσεγγίσεων όταν η αοριστία δημιουργεί προβλήματα.
Απαιτούμε ασφάλεια δικαίου, αρκεί να μην παρεμβαίνει στον ανταγωνισμό και στον προστατευτισμό. Απαιτούμε επίσης ασφάλεια δικαίου ώστε να βοηθήσουμε τις τοπικές και περιφερειακές αρχές, αλλά δεν πρέπει να λησμονούμε ότι οι ίδιες αυτές τοπικές αρχές επιθυμούν να διατηρήσουν την ελευθερία επιλογής τους, χωρίς να τους επιβάλλονται πρόσθετοι κανόνες από την κορυφή.
Πρέπει, πάνω απ’ όλα, να προσφέρουμε περιθώρια έκφρασης της ποικιλομορφίας, και να μην περιορίζουμε αυτή την ποικιλία σε οριζόντια ρυθμιστικά πλαίσια. Αν η Ευρώπη επιθυμεί να είναι ετοιμοπόλεμη, πρέπει να διατηρήσει τον δυναμισμό της. Πρόεδρε Barroso, εκτιμώ ιδιαιτέρως την προσωπική σας παρουσία σε αυτή τη συζήτηση. Απαιτούμε σαφήνεια από εσάς, αλλά μπορείτε να αναμένετε το ίδιο και από εμάς. Η Ομάδα του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (Χριστιανοδημοκράτες) και των Ευρωπαίων Δημοκρατών θα καταψηφίσει, συνεπώς, την τροπολογία των Σοσιαλιστών στην οποία ζητείται η θέσπιση νομοθεσίας πλαισίου.
Η κ. van den Burg αναφέρθηκε σε προκαταλήψεις και παρερμηνείες όσον αφορά τις προθέσεις της Σοσιαλιστικής Ομάδας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ο πρόεδρος της Ομάδας σας, όμως, ο κ. Schulz, τροφοδοτεί ο ίδιος αυτές τις προκαταλήψεις δηλώνοντας ότι πρέπει, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, να εγγυηθούμε κοινωνικά πρότυπα, πρότυπα ποιότητας και την ποιότητα των υπηρεσιών. Θεωρώ υπερβολική αυτή την προσέγγιση και, ως εκ τούτου, θα ψηφίσω κατά της θέσπισης νομοθεσίας πλαισίου, ή ακόμη και ενός οριζοντίου ρυθμιστικού πλαισίου.
Małgorzata Handzlik (PPE-DE). – (PL) Κύριε Πρόεδρε, θέλω να συγχαρώ τον εισηγητή για την εξαιρετική έκθεσή του και να τον ευχαριστήσω για την ιδιαίτερη προθυμία του να διαπραγματευθεί και να συζητήσει. Το γεγονός ότι αυτή η έκθεση μπόρεσε να αποτελέσει έναν ισορροπημένο συμβιβασμό μεταξύ διαφόρων πολιτικών εναλλακτικών λύσεων οφείλεται στη στάση του εισηγητή. Η έκθεση αποτελεί πολύ σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση του ορισμού του νομικού καθεστώτος των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας.
Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, ως προς τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι περιττή μια οδηγία πλαίσιο σχετικά με τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας. Οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να ρυθμιστούν εστιάζοντας σε επιμέρους τομείς και όχι σε γενικό πλαίσιο. Πρέπει να επιτρέψουμε στα κράτη μέλη να ορίσουν τα ίδια ποιες υπηρεσίες θεωρούν ότι είναι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, σύμφωνα με τα ιδιαίτερα περιφερειακά τους χαρακτηριστικά. Ωστόσο, το δικαίωμα αυτό δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί από τα κράτη μέλη προκειμένου να καταστρατηγηθούν διατάξεις της Συνθήκης, ιδίως όσον αφορά τον ελεύθερο ανταγωνισμό, τις κρατικές ενισχύσεις ή τις δημόσιες συμβάσεις.
Συνεπώς, τα κράτη μέλη πρέπει να είναι σε θέση να καθορίσουν τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας στην επικράτειά τους, αλλά δεν πρέπει να μπορούν να κάνουν κατάχρηση αυτού του δικαιώματος, όπως συμβαίνει συχνά. Οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας χρησιμοποιούνται συχνά ως επιχείρημα για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος από τις αρχές της εσωτερικής αγοράς. Κατά τη γνώμη μου, μια οδηγία πλαίσιο δεν αποτελεί ικανοποιητική λύση ούτε για την ευρωπαϊκή οικονομία ούτε για τους καταναλωτές, τους πολίτες δηλαδή της Ευρώπης. Πρέπει να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα εφαρμόζοντας τομεακές προσεγγίσεις.
Zita Pleštinská (PPE-DE). – (SK) Η παγκοσμιοποίηση μας φέρνει αντιμέτωπους με το μεγαλύτερο άνοιγμα της αγοράς, την όξυνση του ανταγωνισμού και την εξαιρετική επιτάχυνση της καινοτομίας, στοιχεία τα οποία επιβάλλουν την ενίσχυση της ευελιξίας και της προσαρμοστικότητας. Οι δημόσιες υπηρεσίες, ως τμήμα του κοινωνικού προτύπου, πρέπει συνεπώς να προσαρμόζονται διαρκώς στις νέες εξελίξεις όσον αφορά την παγκοσμιοποίηση, στις δημοκρατικές αλλαγές και στις επιστημονικές εξελίξεις.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε την οδηγία για τις υπηρεσίες κατά την πρώτη ανάγνωση και καθόρισε τα όριά της. Οι υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος συμπεριλήφθηκαν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για τις υπηρεσίες. Το εγκριθέν σχέδιο οδηγίας δεν ισχύει για υπηρεσίες δημοσίου συμφέροντος, υγειονομικής περίθαλψης και μεταφορών. Στα 25 κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι υπηρεσίες δημοσίου συμφέροντος έχουν εξελιχθεί κατά τρόπους που αντικατοπτρίζουν επιμέρους περιφερειακές παραδόσεις. Για τον λόγο αυτόν, θέλω να υπογραμμίσω ότι επιβάλλεται απολύτως η τήρηση της αρχής της επικουρικότητας. Σύμφωνα με την εν λόγω αρχή, κάθε κράτος μέλος αποφασίζει κυριαρχικά ποιες υπηρεσίες θα παρέχονται από δημόσιους φορείς και ποιοι τομείς θα ελευθερωθούν.
Στη Σλοβακία, οι τοπικές και περιφερειακές αρχές, τις οποίες εκλέγουν και ελέγχουν οι πολίτες, προσφέρουν εξαιρετικές υπηρεσίες κοινής ωφέλειας και είναι σε θέση να συνεχίσουν να εγγυώνται τα δικαιώματα τα οποία σχετίζονται με τη συναπόφαση, την προστασία των καταναλωτών και την κοινωνική προστασία. Οι αρμόδιες δημόσιες αρχές πρέπει να έχουν στη διάθεσή τους κατάλληλα μέσα τα οποία θα τους επιτρέπουν να προάγουν τον ανταγωνισμό, διασφαλίζοντας συγχρόνως την προστασία των καταναλωτών. Είναι σημαντικό να ενισχυθούν οι αρμοδιότητες των κρατών μελών ως προς τον έλεγχο της αποτελεσματικής υλοποίησης των στόχων της δημόσιας πολιτικής, όπως οι προσιτές τιμές και τα υψηλά πρότυπα ποιότητας.
Ενόψει αυτών των προβληματισμών, έχω την πεποίθηση ότι δεν είναι αναγκαίο να προσφέρουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση πρόσθετες αρμοδιότητες στον τομέα των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας. Η θέση μου είναι σαφής – δεν υφίσταται νομική βάση για μια οδηγία πλαίσιο για τις υπηρεσίες δημοσίου συμφέροντος. Εν κατακλείδι, θέλω να ευχαριστήσω τον εισηγητή, κ. Rappkay, για το έργο του.
Andreas Schwab (PPE-DE). – (DE) Κύριε Πρόεδρε, κύριε Πρόεδρε της Επιτροπής, κυρίες και κύριοι, αρχικά θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τους συναδέλφους που συνεισέφεραν σημαντικά στη διαδικασία επεξεργασίας αυτού του θέματος και συγκεκριμένα τον κ. Szájer της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών, τον κ. Rapkay ως κύριο εισηγητή του Κοινοβουλίου και τον σκιώδη εισηγητή μας κ. Hökmark.
Αυτά που είπατε σήμερα το πρωί, κύριε Πρόεδρε της Επιτροπής, μου φάνηκαν σαν μια πολύ σωστή απάντηση στο αίτημα που εκφράζει η Σοσιαλιστική Ομάδα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο παρουσιάζοντας δική της πρόταση οδηγίας πλαισίου. Εμείς βέβαια θεωρούμε –και θα εξακολουθήσουμε να θεωρούμε– ότι δεν χρειάζεται αυτή η οδηγία πλαίσιο, πρέπει όμως να πούμε ότι αναφέρεται σε τρεις τομείς όπου υπάρχει σύγκρουση μεταξύ, αφενός, των βασικών συμφερόντων των κοινοτήτων και, αφετέρου, μιας αποτελεσματικής ευρωπαϊκής εσωτερικής αγοράς. Ανεξάρτητα από το πόσο ξεκάθαρα μπορεί να θέλουν τα μέλη του Σώματος να είναι τα όρια της εσωτερικής αγοράς, πρέπει να πούμε ότι σε ορισμένους τομείς –είτε πρόκειται για την υποβολή προσφορών ή για την εκχώρηση συμβάσεων είτε για το δίκαιο περί ανταγωνισμού ή των ενισχύσεων των δήμων– αυτό δεν είναι οπωσδήποτε κακό. Πρέπει, ωστόσο, να θεσπίσουμε μεγαλύτερη νομική ασφάλεια στους εν λόγω τομείς. Απομένει να δούμε αν η ανακοίνωση που προαναγγείλατε θα είναι αρκετή για τον σκοπό αυτόν, εγώ όμως πιστεύω ότι μια ανακοίνωση είναι οπωσδήποτε ένας πιο σωστός τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος σε σύγκριση με τα αποτελέσματα που θα είχε μια οδηγία πλαίσιο.
Πράγματι, όπως ήδη είπε ο κ. Radwan, πρέπει να εξετάσουμε το δίλημμα μεταξύ αγοράς και επικουρικότητας πολύ περισσότερο από τη σκοπιά των πολιτών, και το ευρωπαϊκό κοινωνικό πρότυπο –μολονότι πάντα αναρωτιέμαι για το πώς μπορεί κανείς να συνεχίζει να το επικαλείται ενώ δεν έχει να πει κάτι συγκεκριμένο για το τι είναι– θέλει να προσφέρονται παντού στην Ευρώπη όσο το δυνατόν καλύτερες υπηρεσίες στους πολίτες και τους καταναλωτές. Εδώ έχει απόλυτο δίκιο ο κ. Hudghton να επαινεί τις τοπικές αρχές της Σκωτίας που είναι σε θέση να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε πολύ λογικές τιμές σε συμφωνία με την αγορά. Αν θέλουν να το συνεχίσουν αυτό στο μέλλον, θα πρέπει να τους δοθεί η νομική ασφάλεια που θα το καταστήσει αυτό δυνατόν, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποκλειστεί από τον τομέα αυτόν η αγορά.
Alexander Stubb (PPE-DE). – (EN) Κύριε Πρόεδρε, θέλω να προβώ σε τρεις επισημάνσεις.
Πρώτον, φρονώ ότι οι υπηρεσίες πρέπει να είναι ανοικτές στον ανταγωνισμό. Γι’ αυτό βρισκόμαστε εδώ και γι’ αυτό επιδιώκουμε την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Είναι σαφές ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να συντηρήσουν τα συστήματα κοινωνικής προστασίας τους χωρίς τη βοήθεια του ιδιωτικού τομέα. Η όλη συζήτηση αφορά την ύπαρξη συγκεκριμένων δημοσίων υπηρεσιών κοινής ωφέλειας. Αυτό συνέβη στην πρώην Σοβιετική Ένωση, μια χώρα η οποία βρισκόταν κοντά στη δική μου, τη Φινλανδία. Είναι παράλογο να πιστεύουμε ότι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας μπορεί να προσφέρει μόνο ο δημόσιος τομέας. Ως εκ τούτου, τάσσομαι υπέρ των συμπράξεων δημοσίου και ιδιωτικού τομέα. Πρέπει να αντλήσουμε ορισμένα διδάγματα από τη συζήτηση που διεξήγαμε σχετικά με την οδηγία για τις υπηρεσίες.
Η δεύτερη, λοιπόν, επισήμανσή μου είναι: όχι σε οδηγία πλαίσιο! Δεν υπάρχει βάση στην οποία να μπορεί να στηριχθεί. Δεν επιθυμώ καμία πρωτοβουλία από μέρους της Επιτροπής, ούτε καν ένα έγγραφο σύνθεσης. Το θέμα εμπίπτει στο πεδίο αρμοδιότητας των κρατών μελών. Δεν προσφέρεται καμία απολύτως προστιθέμενη αξία. Τα στοιχεία είναι αδιάσειστα: από τη μελέτη της Επιτροπής καθίσταται σαφές ότι υπάρχουν τεράστιες διαφορές μεταξύ του τι θεωρούμε υπηρεσία κοινής ωφέλειας στη Φινλανδία, λόγου χάρη, και τι θεωρείται υπηρεσία κοινής ωφέλειας στη Γαλλία. Αυτή η συζήτηση αποτελεί προπέτασμα καπνού υπέρ των μονοπωλίων και του προστατευτισμού. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι άκρως αντιευρωπαϊκό.
Τέλος, συνυπογράφω τα όσα ανέφερε η πολωνή συνάδελφός μου κ. Handzlik. Ποια είναι η ενδεδειγμένη λύση; Είναι σαφές ότι πρέπει να υιοθετήσουμε τομεακή προσέγγιση. Πρέπει να αντιμετωπίσουμε ξεχωριστά τους επιμέρους τομείς, να εστιάσουμε τις προσπάθειές μας στη συνεργασία και να διαθέτουμε ξεκάθαρες προτεραιότητες: υγειονομική περίθαλψη, ταχυδρομικές υπηρεσίες, υπηρεσίες ύδρευσης και φυσικού αερίου κ.ο.κ., αλλά χωρίς τη θέσπιση οδηγίας, την οποία πρέπει οπωσδήποτε να αποφύγουμε.
Roselyne Bachelot-Narquin (PPE-DE). – (FR) Κύριε Πρόεδρε, αγαπητοί συνάδελφοι, υπενθυμίσατε κατά τρόπο χρήσιμο, κύριε Barroso, τις τέσσερις θεμελιώδεις αρχές που πρέπει να καθοδηγούν τον στοχασμό μας αναφορικά με τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας. Παραδόξως, μπορεί να σκεφθεί κάποιος ότι ανοίξατε εκ νέου τη συζήτηση σχετικά με την ανάγκη μιας οδηγίας πλαισίου για τις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος ή την επιλογή τομεακών πρωτοβουλιών σχετικά με τις κοινωνικές ή τις υγειονομικές υπηρεσίες.
Η ψήφιση της οδηγίας για τις υπηρεσίες άλλαξε τις παραμέτρους προς όφελος της δεύτερης λύσης, αφού η πραγματική διαχωριστική γραμμή δεν τίθεται μεταξύ των υπηρεσιών γενικού οικονομικού ή μη οικονομικού συμφέροντος αλλά, στο πλαίσιο των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος, μεταξύ των κοινωνικών και υγειονομικών υπηρεσιών και των υπολοίπων. Αυτή η εξέλιξη ενισχύθηκε από το έξοχο και νομικά εμπεριστατωμένο έργο του εισηγητή κ. Rapkay και του συναδέλφου μας κ. Hökmark, οι οποίοι γεφύρωσαν νομικά την οδηγία για τις υπηρεσίες και τα τομεακά μέσα.
Πράγματι, μια οδηγία πλαίσιο για τις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος εγείρει τρεις δυσκολίες. Καταρχάς, η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν προσφέρει νομική βάση, όπως αυτό μνημονεύθηκε επανειλημμένως. Κατόπιν, αυτή η οδηγία θα ήταν ασύμβατη με το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για τις υπηρεσίες, όπως αυτή εγκρίθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 29 Μαΐου. Τέλος, δεν ανταποκρίνεται με κανέναν τρόπο στην ανάγκη για ασφάλεια δικαίου, όπως εκφράστηκε από τους παράγοντες· συγχρόνως μάλιστα απειλεί την επικουρικότητα, την οποία ζητούν τα κράτη μέλη και οι τοπικές αυτοδιοικήσεις.
Όποιο και αν είναι το μέσο που θα επιλεγεί και οι ιδεολογικές επιλογές που θα υπαγορεύσουν την επιλογή μας, το ουσιώδες εν τέλει βρίσκεται αλλού. Οφείλουμε να συνεχίσουμε το έργο νομικής αποσαφήνισης στον τομέα των κοινωνικών και υγειονομικών υπηρεσιών κοινής ωφέλειας. Αυτό είναι, κύριε Barroso, το πρόβλημα που τίθεται συγκεκριμένα στους τοπικούς φορείς.
Eoin Ryan (UEN). – (EN) Κύριε Πρόεδρε, η συζήτηση αυτή είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Όπως γνωρίζετε, η Επιτροπή έχει εκδώσει Λευκή Βίβλο επί του θέματος, στην οποία συνιστά τη θέσπιση οδηγίας πλαισίου η οποία να καλύπτει τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας. Δεν συμφωνώ, όμως, με αυτή την προσέγγιση· φρονώ ότι πρέπει να στηρίξουμε κανονισμούς οι οποίοι θα διέπουν επιμέρους τομείς της οικονομίας. Σίγουρα συμφωνώ με την ιδέα επί της αρχής, αλλά φρονώ ότι μια συνολική οδηγία θα προκαλούσε τεράστια σύγχυση στη συζήτηση που διεξάγεται, ιδίως στα κράτη μέλη. Θα μπορούσε να προκαλέσει υστερία αν το κοινό δεν κατανοούσε τι ακριβώς σημαίνει. Γι’ αυτό πιστεύω ότι πρέπει να είμαστε πολύ πιο συγκεκριμένοι και να προσεγγίσουμε το θέμα της οδηγίας σε τομεακό επίπεδο, όσον αφορά τους υφιστάμενους παρόχους υπηρεσιών. Αυτό που επιδιώκουμε εν προκειμένω είναι να βελτιώσουμε τις υπηρεσίες που παρέχονται στους πολίτες της Ευρώπης, έτσι ώστε να κατανοήσουν ποιο ακριβώς είναι το περιεχόμενο της πρότασης· έτσι ώστε οι καταναλωτές να μην τρομοκρατηθούν από την προοπτική μιας οδηγίας η οποία προέρχεται από την Ευρώπη και θα μπορούσε να ιδιωτικοποιήσει ή να υπονομεύσει υφιστάμενες υπηρεσίες στη χώρα τους. Είναι πολύ σημαντικό να προσεγγίσουμε το θέμα με σαφήνεια, προκειμένου οι πολίτες να κατανοήσουν το ακριβές περιεχόμενο των προτάσεων τόσο της Επιτροπής όσο και του Κοινοβουλίου.
Η ΕΕ διαθέτει αρμοδιότητα σε θέματα όπως οι τηλεπικοινωνίες, οι μεταφορές και η ενέργεια, όμως δυνάμει των Συνθηκών δεν διαθέτει αρμοδιότητα να νομοθετεί εκτεταμένα για θέματα τα οποία διέπουν τη λειτουργία των κοινωνικών υπηρεσιών, της υγείας και της εκπαίδευσης στα επιμέρους κράτη μέλη. Η συζήτηση αφορά εν τέλει τις αρμοδιότητες των κοινοτικών οργάνων σε σχέση με τις αρμοδιότητες των κρατών μελών. Πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί σε αυτόν τον τομέα.
Με εκπλήσσει το γεγονός ότι ορισμένοι συνάδελφοι διαφωνούν με αυτό, ενώ υποστηρίζουν ένθερμα τη φορολογική εναρμόνιση μεταξύ των κρατών μελών. Κατά τη γνώμη μου, αυτό μοιάζει να έρχεται σε αντίθεση με τα όσα υποστηρίζουν σε αυτή τη συζήτηση. Δεν πιστεύω στη φορολογική εναρμόνιση. Πιστεύω ότι τα κράτη μέλη πρέπει να ελέγχουν τα ίδια τα φορολογικά τους συστήματα. Αυτό θα ενθάρρυνε τον ανταγωνισμό εντός της Ένωσης.
Jean-Claude Martinez (NI). – (FR) Κύριε Πρόεδρε, κύριε Barroso, αγαπητοί συνάδελφοι, η εκπαίδευση, η υγεία, οι ταχυδρομικές υπηρεσίες, το νερό και οι μεταφορές αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο του κοινωνικού βίου. Αυτό ακριβώς που είναι βασικό για τη διαχείριση δημοσίων υπηρεσιών που σχεδιάζονται προς όφελος του κοινού είναι ένα δημόσιο νομικό καθεστώτος.
Στην Ευρώπη χώρες όπως η Γαλλία εφηύραν αυτή τη συνεργατική μέθοδο διαχείρισης των κοινών διαστάσεων της κοινωνικής συνιδιοκτησίας. Ωστόσο, ακριβώς τη στιγμή που αυτή η έξυπνη τεχνική καθιέρωσης υπηρεσιών με χαρακτήρα κοινής ωφέλειας, και μάλιστα με καθολικό χαρακτήρα, θα μπορούσε να αποτελέσει έμπνευση προκειμένου να εξευρεθούν τολμηρές λύσεις σε παγκόσμια προβλήματα όπως του νερού, των βασικών φαρμάκων, της εκπαίδευσης, και όλων των κοινών διαστάσεων της παγκόσμιας συνιδιοκτησίας, ακριβώς αυτή τη στιγμή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συρρικνώνει, αν δεν καταστρέφει, το πεδίο εφαρμογής αυτού του μέσου καθοδήγησης των ανθρώπινων κοινωνιών.
Αυτό το χάλι συνίσταται στην καταστροφή ενός συστήματος που λειτουργούσε επί έναν αιώνα, η οποία στηρίζεται στην πεποίθηση ότι η αγορά είναι η υπέρτατη αξία, ότι η γνώση είναι ο προφήτης της και ότι πρέπει να ιδιωτικοποιήσουμε όλες τις υπηρεσίες, όπως επιδιώκει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου. Αυτές οι υπηρεσίες περιλαμβάνουν τις υπηρεσίες του βοηθητικού προσωπικού των συνεδριάσεών μας, αυτής δηλαδή της κοινωνικής ομάδας παριών, την οποία οργανώσαμε εμείς οι ίδιοι στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όπου 300 άνθρωποι εργάζονται χωρίς κοινωνική ασφάλιση.
Κύριε Barroso, πέραν των τεχνικών προβλημάτων που ανέπτυξαν οι συνάδελφοί μας, όπως για παράδειγμα ο κ. Désir προ ολίγου, το πρόβλημα είναι πολιτισμικό, είναι πρόβλημα επιλογής. Είτε διαχειριζόμαστε τις ανθρώπινες κοινωνίες βάσει των νόμων της αγοράς, είτε τις διαχειριζόμαστε βάσει των νόμων της λογικής.
Κύριε Barroso, θέλετε να συνεχίσετε με αυτές τις προχειρότητες, λιβανίζοντας εσαεί την αγορά, χαριεντιζόμενος με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τη μια και με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου την άλλη, ή θέλετε να καθίσετε ήσυχα και να εξετάσετε με λογικό τρόπο προβλήματα λογικής;
José Manuel Barroso, Πρόεδρος της Επιτροπής. – (FR) Θέλω καταρχάς να σας πω, κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι βουλευτές, ότι εκτίμησα πολύ αυτή τη συζήτηση. Την θεωρώ πραγματικά άκρως ενδιαφέρουσα και πιστεύω ότι θα είναι καθ’ όλα χρήσιμη. Δεν χάσαμε τον καιρό μας, και έτσι μπόρεσα να αποκρυσταλλώσω μια πολύ πιο συγκεκριμένη εικόνα για τα αισθήματά σας επί του θέματος, αλλά και για τις συνακόλουθες δυσκολίες όσον αφορά την προώθηση αυτής της υπόθεσης.
Στην πραγματικότητα, η συζήτηση επιβεβαίωσε τις αμφισημίες που υφίστανται, στις οποίες αναφέρθηκαν ορισμένοι εξ υμών. Η έκθεση Rapkay είναι προφανώς μια σώφρων, συνετή έκθεση και επιζητεί να δημιουργήσει μια ισορροπία. Είναι, όμως, επίσης γεγονός ότι δεν καταπιάνεται πλήρως με ορισμένα ζητήματα, και αυτό πρέπει να σας βοηθήσει να αντιληφθείτε καλύτερα τις δυσκολίες που συνάντησε η Επιτροπή επί χρόνια για να οριοθετήσει το θέμα και να δώσει πιο συγκεκριμένους ορισμούς. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το θέμα είναι περίπλοκο. Ας το αναγνωρίσουμε αυτό. Ακόμη και ιδωμένο σε σταθερό χωροχρονικό πλαίσιο, το θέμα είναι δύσκολο, διότι το ζητούμενο είναι η συμφιλίωση αρχών οι οποίες ενίοτε μοιάζουν αντικρουόμενες. Αυτό συμβαίνει με τις αρχές της εσωτερικής αγοράς και του ανταγωνισμού, βασικές αρχές για την Κοινότητά μας, που εγγράφονται στις Συνθήκες και που η Επιτροπή πρέπει να τηρήσει απολύτως, ας είμαστε ξεκάθαροι σε αυτό, όπως οι αρχές της κρατικής παρέμβασης και της κοινής ωφέλειας.
Αν όμως το ερώτημα είναι δύσκολο αυτό καθαυτό, αποδεικνύεται ακόμη πιο περίπλοκο όταν το θέτουμε σε εξελισσόμενο χωροχρονικό πλαίσιο. Γεγονός είναι ότι ο χρόνος –κάτι που ορισμένοι από σας υπογράμμισαν– είναι σε συνεχή μεταλλαγή: διαρθρωτικές αλλαγές στις αγορές μας, αυξανόμενες πιέσεις του διεθνούς ανταγωνισμού και πολύ σημαντικές τεχνολογικές αλλαγές. Αλλά και από χωρική άποψη η διαφοροποίηση είναι μεγάλη από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, και μάλιστα το επίπεδο παρέμβασης μπορεί πράγματι να παρουσιάζει αξιοσημείωτες διαφορές σε εθνικό, περιφερειακό, ακόμη και τοπικό επίπεδο. Το ζήτημα είναι, επομένως, εξαιρετικά περίπλοκο και δικαιολογεί το γεγονός ότι είναι τόσο δύσκολο ή και αδύνατον να δοθεί μια ομοιόμορφη λύση στο πλαίσιο μιας προκρούστειας λογικής.
Αυτό σημαίνει, άραγε, ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα σε ευρωπαϊκό επίπεδο; Δεν συμφωνώ. Απεναντίας· με ποιον όμως τρόπο πρέπει να αντιδράσουμε; Ας δούμε καταρχάς τι δεν πρέπει να κάνουμε. Πιστεύω ότι υπάρχουν δύο ακραίες προσεγγίσεις τις οποίες πρέπει οπωσδήποτε να απορρίψουμε. Η πρώτη συνίσταται στο να πούμε ότι οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας είναι εκτός πεδίου αρμοδιοτήτων της Ευρώπης, ότι δεν είναι δουλειά της. Αυτό είναι λάθος. Είναι και δική μας δουλειά, διότι οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του κοινωνικού μας μοντέλου και διότι θέλουμε να τις διαφυλάξουμε. Η Ευρώπη, επομένως, έχει λόγο σε αυτή την υπόθεση.
Η άλλη ακραία προσέγγιση συνίσταται στο να πούμε: προβείτε λοιπόν σε ρύθμιση, διότι αυτό θα μας επιτρέψει να αντιταχθούμε –και αυτό ειπώθηκε με μεγάλη ειλικρίνεια– να εναντιωθούμε σε αυτό που λένε οι Συνθήκες, επειδή θεωρούμε ότι το όραμα των Συνθηκών τείνει περισσότερο στην ελευθέρωση και επειδή ήλθε πλέον η ώρα να την αμφισβητήσουμε θεσπίζοντας κανονιστικό πλαίσιο κατά των κανόνων της εσωτερικής αγοράς, κατά των κανόνων του ανταγωνισμού. Αυτό δεν μπορούμε να το δεχθούμε. Η εσωτερική αγορά είναι η μεγάλη μας δύναμη και μια από τις μεγάλες επιτυχίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Αν, όμως, απορρίπτουμε αυτές τις δύο ακραίες θέσεις, δηλαδή τη θέση της ελαχιστότατης ευρωπαϊκής παρέμβασης και την υπέρμετρα παρεμβατική θέση κατά της αγοράς, τι μπορούμε να κάνουμε; Θεωρώ ότι, αφού παρακολούθησα αυτή τη συζήτηση, οι αρχές που έθεσα στην αρχή και τις οποίες άλλωστε επαναλαμβάνει η έκθεση Rapkay μας δίνουν τη λύση. Σας υποβάλλω, λοιπόν, την ακόλουθη πρόταση, κυρίες και κύριοι βουλευτές. Αντί να αναλωθούμε σε μια δυσνόητη συζήτηση περί της χρησιμότητας ή του περιττού μιας οδηγίας πλαισίου, η οποία –όπως κατέδειξε η συζήτηση– δεν εξασφαλίζει κατά πως φαίνεται συναίνεση, γιατί να μην επικεντρωθούμε στην ουσία, όπως φαίνεται να επιδιώκει η πλειοψηφία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου; Σε τι αναφέρεται η συμφωνία; Στην επικουρικότητα, την οποία αποδεχόμαστε όλοι ως στόχο. Πιστεύω ότι πρέπει να σεβαστούμε το εθνικό και το τοπικό επίπεδο σε αυτό το θέμα. Πρέπει να διασφαλίσουμε τη συμβατότητα μεταξύ εσωτερικής αγοράς και δημοσίου συμφέροντος σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες διαπιστώνουμε προφανή αντίφαση.
Άλλωστε –και αυτό είναι ίσως κατά τη γνώμη μου το πλέον σημαντικό σημείο– το ζητούμενο είναι να προσδιοριστούν τα βασικά χαρακτηριστικά των δημοσίων υπηρεσιών. Όλοι θέλουμε να είναι υψηλής ποιότητας, να χαρακτηρίζονται από καλή σχέση ποιότητας-κόστους και να είναι προσιτές σε όλους. Μπορούμε, λοιπόν, να δεχθούμε καταρχήν τον εκσυγχρονισμό των δημοσίων υπηρεσιών, χωρίς όμως να λησμονούμε αυτούς τους ουσιώδεις παράγοντες. Τέλος, πρέπει να αναφέρουμε την ανάγκη για αυξημένη ασφάλεια δικαίου.
Αφού συναντήσαμε τις διάφορες Ομάδες, αφού ακούσαμε την ομιλία του κ. Rapkay, την ομιλία της κ. Thyssen και τις ομιλίες πολλών άλλων, νομίζω πως μπορώ να πω ότι, αν συμφωνούμε σε αυτά τα τέσσερα σημεία, υπάρχει σε κάθε περίπτωση μια κοινή βάση συναίνεσης και προοπτικές συμβιβασμού. Φρονώ ότι είναι δυνατόν να προωθήσουμε αυτή την υπόθεση διαφυλάσσοντας τις αρχές που ασπαζόμαστε και οι οποίες καθορίζουν το ευρωπαϊκό κοινωνικό μας πρότυπο: τις αρχές της εσωτερικής αγοράς, της τήρησης των κανόνων του ανταγωνισμού, της προάσπισης της κοινής ωφέλειας. Η ανακοίνωση που θα παρουσιάσουμε θα κινείται προς αυτή την κατεύθυνση και πιστεύω ότι η συζήτηση και η παρουσία μου εδώ σήμερα θα μας βοηθήσουν να συντονιστούμε στο ίδιο μήκος κύματος. Θα προτείνουμε κάτι που να αποδεικνύει ότι σημειώσαμε πρόοδο στη σκέψη μας και, όπως ελπίζω, στις αποφάσεις μας σε ένα τόσο σημαντικό ζήτημα, που βρίσκεται στο επίκεντρο των όσων έχουν σημασία για την Ευρώπη και για τους συμπολίτες μας.
(Χειροκροτήματα)
Robert Goebbels (PSE). – (FR) Κύριε Πρόεδρε, πιστεύω ότι λίγο πολύ συμφωνούμε όλοι μας με ό,τι μόλις είπε ο Πρόεδρος Barroso. Μας υπόσχεται μια ανακοίνωση. Την αναμένουμε με ανυπομονησία. Μπορεί, όμως, ο Πρόεδρος να μας πει αν θα ζητήσει από τις υπηρεσίες του να προτείνουν επίσης νομοθετικά κείμενα ούτως ώστε, επιτέλους, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να μπορέσει να τα συζητήσει ως συννομοθέτης;
José Manuel Barroso, Πρόεδρος της Επιτροπής. – (FR) Κύριε Πρόεδρε, εκείνο το οποίο μπορώ να πω σε αυτή τη φάση, αφού άκουσα τις γνώμες των μεν και των δε, είναι το ακόλουθο.
Θα παρουσιάσουμε, όπως είπα, μέχρι το τέλος του έτους, μια ανακοίνωση που θα αποτελέσει βήμα προόδου σε σύγκριση με τις προηγούμενες περιόδους προβληματισμού.
Όσον αφορά τα νομοθετικά κείμενα, κατά τη γνώμη μου, η συζήτηση κατέδειξε ότι απέχουμε μακράν μιας συναίνεσης για μια οδηγία πλαίσιο. Τούτου λεχθέντος, θα υπάρξουν, βεβαίως, νομοθετικές πρωτοβουλίες για διαφορετικούς τομείς. Τούτου λεχθέντος, επίσης, νομίζω ότι πρέπει να στοχαστούμε, και εγώ προσωπικά θα στοχαστώ με τις υπηρεσίες μου σχετικά με το τι μπορεί να γίνει σε γενικότερο επίπεδο – εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή δεν είναι απλώς ένα σύνολο υπηρεσιών, το Σώμα των Επιτρόπων και ο Πρόεδρος έχουν επίσης ιδέες. Δεν μπορώ, σε αυτό το στάδιο, να προδικάσω την πρότασή μας αλλά –και εν προκειμένω εκφράζω προσδοκία χωρίς να δεσμεύω την Επιτροπή, διότι αυτό είναι ένα ζήτημα που οφείλω ο ίδιος να παρουσιάσω στο Σώμα των Επιτρόπων– νομίζω, σύμφωνα με τη συζήτηση, ότι θα είναι δυνατόν να υιοθετήσουμε μια προσέγγιση η οποία να συγκεντρώνει τις αρχές που επικαλεστήκαμε εδώ, λαμβάνοντας υπόψη την αναγκαιότητα, την οποία εξέφρασαν πολλοί από σας, να μην προκαλέσουμε σήμερα διχασμό στο Σώμα και στην Ευρώπη για το ζήτημα του κατά πόσον είναι η κατάλληλη στιγμή για το κανονιστικό πλαίσιο, ιδίως σε ό,τι αφορά την αρχή της επικουρικότητας.
Πιστεύω ότι αυτό είναι δυνατόν και θέλω να τελειώσω με μια παρατήρηση πολιτικού χαρακτήρα. Απευθύνομαι σε σας, καθότι είστε πεπεισμένοι Ευρωπαίοι. Είναι βασικό, αν θέλουμε να προωθήσουμε αυτή την υπόθεση, να αποφύγουμε εδώ μια πόλωση, όπως αυτή που βιώσαμε σχετικά με την οδηγία για τις υπηρεσίες. Θεωρώ ότι, κατά τον ίδιο τρόπο που το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με τα θεσμικά όργανα, πέτυχε να εξεύρει μια θετική πολιτική ισορροπία σε σχέση με την οδηγία αυτή, χρειαζόμαστε παρόμοια προσέγγιση γι’ αυτό το ζήτημα. Αν υπεισέλθουμε σε μια ξεκάθαρη διχοτόμηση ανάμεσα σε δύο ακραίες θέσεις –ναι ή όχι σε ένα συνολικό ρυθμιστικό πλαίσιο για το ζήτημα– θεωρώ ότι οδεύουμε προς μια σύγκρουση, η οποία δεν θα είναι προς το συνολικό συμφέρον της Ευρώπης, όπως το αντιλαμβανόμαστε.
Ας επικεντρωθούμε, λοιπόν, στην ουσία. Εξάλλου, στην έκθεση Rapkay υπάρχουν αρκετά θέματα επί των οποίων υπάρχει συμφωνία. Έπειτα, θα βρούμε μια λύση για τα μέσα λήψης αποφάσεων.