Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2006/2043(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A6-0363/2006

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A6-0363/2006

Συζήτηση :

PV 25/10/2006 - 17
CRE 25/10/2006 - 17

Ψηφοφορία :

PV 26/10/2006 - 6.13
CRE 26/10/2006 - 6.13
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P6_TA(2006)0462

Συζητήσεις
Τετάρτη 25 Οκτωβρίου 2006 - Στρασβούργο Έκδοση ΕΕ

17. Συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα και κοινοτικό δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων και των συμβάσεων παραχώρησης (συζήτηση)
PV
MPphoto
 
 

  Πρόεδρος. Η ημερήσια διάταξη προβλέπει τη συζήτηση της έκθεσης (A6-0363/2006) της κ. Weiler, εξ ονόματος της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών, με τις συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα και το κοινοτικό δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων και των συμβάσεων παραχώρησης [2006/2043(INI)].

 
  
MPphoto
 
 

  Barbara Weiler (PSE), εισηγήτρια. – (DE) Κύριε Πρόεδρε, κύριε Επίτροπε, κυρίες και κύριοι, θα ήθελα καταρχάς να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου στους εκπροσώπους των άλλων Ομάδων που συνεισέφεραν ιδιαίτερα σε αυτήν την έκθεση, την κ. Cederschiöld, τον κ. Lambsdorff, την κ. Rühle, αλλά και στους εκπροσώπους της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων. Η ανταλλαγή απόψεων ήταν εποικοδομητική και δίκαιη. Κατορθώσαμε εν πάση περιπτώσει να συμφωνήσουμε στην επιτροπή για περισσότερες από 140 τροπολογίες και έτσι έχουν μείνει για σήμερα ή αύριο μόνο 23 τροπολογίες. Όμως πρέπει να πούμε πως κι εδώ χρειάστηκαν συμβιβασμοί.

Προσπαθήσαμε να βρούμε μια ισορροπία μεταξύ δύο ισχυρών αντιθέτων πλευρών που υπερασπίστηκαν δυναμικά τα αναμφισβήτητα νόμιμα συμφέροντά τους – και εννοώ τις ενώσεις επιχειρήσεων και τις τοπικές αρχές.

Θα ήθελα να απευθύνω στην αρχή της αγόρευσής μου δυο λόγια σε αυτές τις ενώσεις. Θα ήθελα να διασαφηνίσω στους επιχειρηματίες ότι παρ’ όλα όσα ακούστηκαν, εμείς οι βουλευτές θεωρούμε αυτονόητο ότι οι τοπικές αρχές ασκούν οικονομική δραστηριότητα και μάλιστα ότι η επαναφορά ορισμένων δραστηριοτήτων στις κοινότητες είναι εύλογη και νόμιμη. Και στις τοπικές αρχές θέλω να πω ότι οι διαδικασίες υποβολής προσφορών, είτε σε εθνικό είτε σε ευρωπαϊκό επίπεδο, δεν πρέπει να είναι οπωσδήποτε αυθαίρετες, αλλά να προσφέρουν την απαραίτητη διαφάνεια προς όφελος των πολιτών και για την πρόληψη της διαφθοράς. Έχω την εντύπωση ότι οι δύο πλευρές δεν το έβλεπαν αυτό πάντα έτσι κατά τη συζήτηση.

Στην έκθεσή μου προσπάθησα να επιτύχω μια ισορροπία προκειμένου να προσφέρω στον ιδιωτικό τομέα περισσότερο εξασφαλισμένο ανταγωνισμό και στον δημόσιο τομέα, τις τοπικές αρχές, μεγαλύτερο εγγυημένο περιθώριο διακοινοτικής συνεργασίας.

Συνεπώς, αύριο θα καθορίσουμε τις θέσεις του Κοινοβουλίου για περαιτέρω εντολές δράσης προς την Επιτροπή, που η Ομάδα μου θεωρεί πως πρέπει να έχουν κατά το δυνατόν μορφή νόμου. Πρόκειται για τις νομικές και πολιτικές πτυχές του τρόπου με τον οποίο οι κοινότητές μας οργανώνουν τις υπηρεσίες κοινής ωφελείας. Φυσικά, αυτό το κάνουν σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, την οποία παίρνει πολύ σοβαρά και το Κοινοβούλιο. Άλλωστε πολλοί ευρωπαίοι βουλευτές έχουν στενούς δεσμούς με τις κοινότητες επειδή πριν έρθουν εδώ, δραστηριοποιούνταν στην τοπική αυτοδιοίκηση.

Ωστόσο, μας ερωτούν πώς εμείς, ως υπέρμαχοι της Ευρώπης θα διαμορφώναμε την εσωτερική αγορά· υπάρχει δε πληθώρα αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και άλλων, εθνικών δικαστηρίων. Υπάρχουν προσφυγές και διαδικασίες της Επιτροπής που κάνουν τις κοινότητες, αλλά και τους επενδυτές, να μην αισθάνονται αρκετά ασφαλείς ώστε να δρομολογήσουν στις πατρίδες τους έργα και επενδύσεις. Γι’ αυτό, υπάρχει ανάγκη δράσης και από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τι περιλαμβάνει, για παράδειγμα, το ευρωπαϊκό δίκαιο για τις δημόσιες συμβάσεις; Ποιες διασαφηνίσεις και συμπληρώσεις είναι απαραίτητες για τις θεσμοθετημένες ΣΔΙΤ ή για τις ενδοϋπηρεσιακές σχέσεις; Εμείς έχουμε το εξαιρετικά σημαντικό καθήκον να εξετάσουμε πώς θα προχωρήσουμε σε αυτούς τους τομείς. Η Ομάδα μου θεωρεί απαραίτητη μια νομοθεσία. Δεν αρκεί να προσπαθεί η Επιτροπή να παρακάμψει το Κοινοβούλιο χρησιμοποιώντας ερμηνευτικές ανακοινώσεις ή άλλα παρόμοια μέσα.

Γι’ αυτό απευθύνω σήμερα ξανά έκκληση σε όλους τους συναδέλφους να ψηφίσουν αύριο κατά την ονομαστική ψηφοφορία υπέρ του δικαιώματος του Κοινοβουλίου να ρυθμίζει το ίδιο τις υποθέσεις του. Δεν θέλουμε ένα μεγάλο και χρονοβόρο εγχείρημα, ούτε θέλουμε το άνοιγμα της τελευταίας οδηγίας για τις δημόσιες συμβάσεις, που άλλωστε δεν έχει ακόμα μεταφερθεί σε όλα τα κράτη μέλη, π.χ. δεν έχει μεταφερθεί στη Γερμανία. Θέλουμε όμως διασαφηνίσεις και ενδεχομένως συμπληρώσεις που δεν πρέπει να γίνουν χωρίς το Κοινοβούλιο.

Λέω ανοιχτά ότι δεν έχουμε βρει λύση για το πρόβλημα της συνεργασίας μεταξύ τοπικών αρχών. Όπως θα δείτε και από τις τροπολογίες, αυτό ήταν το πιο αμφισβητούμενο θέμα. Θεωρούμε ότι η συνεργασία μεταξύ τοπικών αρχών δεν μπορεί κατά κανόνα να εξαιρεθεί από τη νομοθεσία για τις δημόσιες συμβάσεις, δεν πρέπει όμως και να είναι γενικά υποχρεωτική η προκήρυξη διαγωνισμού. Επομένως, χρειαζόμαστε μια έξυπνη λύση για το επίμαχο αυτό ζήτημα. Η συνεργασία μεταξύ τοπικών αρχών είναι σημαντική για τις κοινότητές μας, και ασφαλώς θα τους είναι χρήσιμο στο μέλλον.

Η υποστήριξη αυτού του μέσου από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο φαίνεται από το ότι είμαστε πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουμε γι’ αυτό πόρους από τα διαρθρωτικά ταμεία. Ασφαλώς δεν είναι γνωστό σε όλους πόσες προσπάθειες καταβάλλουμε σε αυτόν τον τομέα.

Είμαι πεπεισμένη ότι με τη θετική μας στάση απέναντι στις ευρωπαϊκές κοινότητες και με τις ειδικές γνώσεις των συναδέλφων της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών και της Επιτροπής Οικονομικών και Νομικών Θεμάτων θα καταλήξουμε σε μία βιώσιμη και αποδεκτή από όλους νομοθεσία που θα είναι ανθεκτική στις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

 
  
MPphoto
 
 

  Jacques Barrot, Αντιπρόεδρος της Επιτροπής. (FR) Κύριε Πρόεδρε, κυρία Weiler, κυρίες και κύριοι βουλευτές, όπως γνωρίζετε, οι συμπράξεις δημοσίου-ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ) υλοποιήθηκαν σε πολλά πεδία του δημοσίου τομέα και αυτές οι συμπράξεις αναπτύσσονται σταδιακά στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε μια στιγμή κατά την οποία οι δημόσιοι προϋπολογισμοί περιορίζονται, δεν χωρεί αμφιβολία όσον αφορά τη σημασία τους για την ευρωπαϊκή οικονομία. Αυτό αληθεύει ιδιαίτερα στο κομμάτι των υποδομών, ιδίως δε των υποδομών μεταφορών, αντικείμενο με το οποίο είμαι πολύ εξοικειωμένος.

Για να διασφαλίσουμε ότι αυτές οι συμπράξεις είναι απολύτως αποτελεσματικές και ότι το δημόσιο χρήμα δαπανάται αποτελεσματικότερα, είναι σημαντικό να επιλέγουμε ιδιώτες εταίρους βάσει του θεμιτού ανταγωνισμού. Έτσι, η επιλογή του ιδιώτη εταίρου πρέπει να είναι απόρροια μιας ανταγωνιστικής διαδικασίας χωρίς διακρίσεις και πρέπει να επιτρέπει στους εταίρους να αντλούν όλη την προστιθέμενη αξία από μια τέτοια σύμπραξη σε μακροπρόθεσμη βάση. Ωστόσο, πολλά ενδιαφερόμενα μέρη πιστεύουν ότι το κανονιστικό πλαίσιο, το οποίο ορίζει ποιοι ιδιώτες εταίροι επιλέγονται για τη δημιουργία αυτών των συμπράξεων σε κοινοτικό επίπεδο είναι ατελές ή ασαφές.

Η έκθεση της κ. Weiler παρουσιάζει μια ισορροπημένη εκτίμηση των βασικών προκλήσεων, τις οποίες πρέπει να αντιμετωπίσουμε. Παρείχατε ορισμένες καλές απαντήσεις στα προβλήματα που τέθηκαν, κυρία Weiler, και θέλω να σας ευχαριστήσω για το έργο σας ως εισηγήτριας.

Επιτρέψτε μου να αναφέρω ποιες είναι, κατά τη γνώμη μας, οι δύο κρίσιμες πτυχές, τις οποίες θέλω να καλύψω πριν από την αυριανή ψηφοφορία. Θα μιλήσω πρώτα για τις συμβάσεις παραχώρησης και κατόπιν για τις μεικτές δημοσίου-ιδιωτικού χαρακτήρα εταιρείες, οι οποίες αναφέρονται ως «θεσμοποιημένες ΣΔΙΤ».

Πρώτον, σε σχέση με τις συμβάσεις παραχώρησης: μια σύμβαση παραχώρησης δίνει σε μια εταιρεία το δικαίωμα να χρησιμοποιεί εγκαταστάσεις που κατασκευάστηκαν ή υπηρεσίες που παρασχέθηκαν σε αντάλλαγμα για την κατασκευή υποδομής ή την παροχή υπηρεσίας. Η κατασκευή και συντήρηση δρόμων και αεροδρομίων και η διαχείριση των αποβλήτων είναι δύο τέτοια παραδείγματα. Τον Νοέμβριο του 2005 –πριν από έναν χρόνο– η Επιτροπή σκιαγράφησε στην ανακοίνωσή της τους λόγους για τους οποίους θεωρεί χρήσιμο να νομοθετήσει για τις συμβάσεις παραχώρησης, ιδίως για τις συμβάσεις παραχώρησης υπηρεσιών. Ο στόχος αυτής της πρωτοβουλίας είναι η διασφάλιση ισότιμης μεταχείρισης και ασφάλειας δικαίου σε σχέση με την ανάθεση συμβάσεων παραχώρησης υπηρεσιών –όπως στην περίπτωση των δημοσίων συμβάσεων– προβαίνοντας παράλληλα σε σαφή διάκριση μεταξύ των δημόσιων συμβάσεων και των συμβάσεων παραχώρησης. Σε σχέση με αυτό, είμαι βέβαιος ότι το Κοινοβούλιο θα επιβεβαιώσει τη γνώμη της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών. Παραμένει, ωστόσο, ξεκάθαρο ότι η επιλογή της νομοθετικής οδού δεν πρέπει να αποστερήσει τις δημόσιες αρχές από περιθώρια ελιγμών, τα οποία χρειάζονται για να επιλέξουν τον καλύτερο ιδιωτικό εταίρο και, αν παραστεί ανάγκη, να προσαρμόσουν τη σύμβαση παραχώρησης στην πορεία, σύμφωνα με τους στόχους τους οποίους ορίζει η σύμπραξη για το μακροπρόθεσμο μέλλον των ΣΔΙΤ.

Τούτου λεχθέντος, απαιτείται μια προσέγγιση βήμα προς βήμα. Καταρχάς, η Επιτροπή θα εξετάσει πιο προσεχτικά τα κόστη και τα οφέλη μιας δεσμευτικής πρωτοβουλίας για τη σύναψη σύμβασης παραχώρησης και θα εξετάσει άλλα μέτρα, τα οποία θα μας επιτρέψουν να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα που εγείρονται.

Με βάση τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης επιπτώσεων, η Επιτροπή θα αποφασίσει κατόπιν –το πιθανότερο του χρόνου– αν ο λόγος οφέλους προς κόστος δικαιολογεί ανάλογη νομοθετική πρωτοβουλία. Αν ναι, τότε θα ετοιμάσουμε νομοθετική πρόταση. Αυτά ήθελα να πω περί συμβάσεων παραχώρησης.

Ερχόμαστε τώρα στις εταιρείες μεικτού κεφαλαίου, δηλαδή στις θεσμοποιημένες ΣΔΙΤ. Οι δημόσιοι φορείς επιλέγουν σε ολοένα και μεγαλύτερο βαθμό ιδιώτες εταίρους για δημόσιες επιχειρήσεις, οι οποίες δημιουργούνται από κοινού με τον δημόσιο τομέα. Αυτό το αποκαλούμε θεσμοποιημένες συμπράξεις δημοσίου-ιδιωτικού τομέα. Αυτός ο τύπος συμπράξεων εγείρει ορισμένα ερωτήματα: μήπως πρέπει η κοινοτική αρχή της μη διάκρισης να ισχύσει για την επιλογή ιδιωτικού εταίρου, ως συν-μέτοχου του παρόχου της υπηρεσίας, για την επιλογή του παρόχου υπηρεσίας, ή μήπως σε αμφότερα τα επίπεδα;

Αυτό το ερώτημα προκάλεσε ορισμένες έντονες συζητήσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Το βασικό ζήτημα είναι αν πραγματικά πρέπει να δημιουργήσουμε μια νέα δέσμη κανόνων ή αν πρέπει απλώς να καταστήσουμε σαφέστερη την υφιστάμενη νομοθεσία ούτως ώστε να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα, τα οποία εγείρονται. Η Επιτροπή εξέφρασε προτίμηση: για την ώρα, δεν θέλει να εκπονήσει νέα νομοθεσία επί του θέματος και αυτό για δύο λόγους.

Πρώτον, στην πλειονότητα των κρατών μελών, η δημιουργία φορέων δημοσίου-ιδιωτικού τομέα με σκοπό την παροχή υπηρεσιών κοινής ωφέλειας είναι κατά βάση μια νέα και λίαν καινοτόμα ευκαιρία. Μη δεσμευτικές διευκρινίσεις σε αυτό το πεδίο θα μας επιτρέψουν να παράσχουμε τις αναγκαίες κατευθυντήριες γραμμές, χωρίς να καταπνιγεί η καινοτομία.

Δεύτερον, το 2004, μετά από αρκετά χρόνια έντονων συζητήσεων, το Κοινοβούλιο, τα 15 –την εποχή εκείνη– κράτη μέλη και η Επιτροπή κατέληξαν σε συμβιβασμό και υιοθέτησαν τις τρέχουσες οδηγίες για τις δημόσιες συμβάσεις. Πολλά κράτη μέλη εφήρμοσαν αυτές τις οδηγίες μόλις φέτος και ορισμένα εργάζονται για την εφαρμογή τους. Για να νομοθετήσουμε σε σχέση με τις μεικτές συμπράξεις δημοσίου-ιδιωτικού τομέα, πρέπει να αναθεωρήσουμε τον συμβιβασμό του 2004, να επαναδιαπραγματευτούμε ένα νέο κείμενο με 27 –και όχι πλέον με 15– κράτη μέλη και, σε περίπτωση που επιτευχθεί νέος συμβιβασμός, να εξαναγκάσουμε για μια ακόμη φορά τα κράτη μέλη να τροποποιήσουν τους εθνικούς τους νόμους και τις πρακτικές τους σε σχέση με τις δημόσιες συμβάσεις, μολονότι οι τρέχοντες κανόνες δεν έχουν παγιωθεί ακόμη τελείως. Γι’ αυτό πιστεύουμε ότι είναι καλύτερα, στο παρόν στάδιο, να επιλέξουμε μια μη νομοθετική οδό, όπως ακριβώς ζητούν τα περισσότερα από τα ενδιαφερόμενα μέρη.

Αυτό είναι το σημείο που ήθελα να επισημάνω εκ μέρους του συναδέλφου μου, του κ. McCreevy, έχετε δίκιο όμως να σκέφτεστε ότι τον Επίτροπο Μεταφορών τον αφορούν πάρα πολύ αυτές οι διατάξεις. Θα ακούσω τώρα προσεχτικά τις διάφορες παρεμβάσεις των μελών του ΕΚ.

 
  
MPphoto
 
 

  Werner Langen (PPE-DE), συντάκτης γνωμοδότησης της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων. – (DE) Κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα βέβαια πολύ να είχα το ένα τέταρτο από τον χρόνο ομιλίας του Επιτρόπου για να παρουσιάσω τη θέση της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων, δυστυχώς όμως αυτό είναι αδύνατο. Ευχαριστώ πολύ για τις σαφείς εξηγήσεις που δόθηκαν εδώ και θα ήθελα να ευχαριστήσω ιδίως την εισηγήτρια κ. Weiler, διότι –πράγμα δυστυχώς ασυνήθιστο εδώ στο Σώμα– συμπεριέλαβε κατά τη διαδικασία της ενισχυμένης συνεργασίας ουσιαστικά σημεία της πρότασης της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων.

Συμφωνούμε ως προς την κατεύθυνση. Έχουμε ορισμένες διαφορές, για παράδειγμα ως προς την παράγραφο 5 που η κ. Weiler την επανέφερε ως τροπολογία 20. Αν υπάρξει δήλωση νομικού περιεχομένου, θα χειριστούμε το θέμα με διαδικασία συναπόφασης βάσει του άρθρου 251. Ήταν μια συνήθης περίπτωση για την Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων, όπου δεν βρήκαμε την ακριβή διατύπωση παρά μόνο μετά από ψηφοφορία κατά την οποία αναζητούσαμε έναν συμβιβασμό. Θα πρέπει να ακολουθήσουμε την αντίστροφη πορεία και τότε δεν θα υπάρχουν πλέον διαφορές μετά την ψηφοφορία.

Σύμφωνα με τη γραμμή που υιοθέτησε η Επιτροπή Οικονομικών και Νομικών Θεμάτων, εγώ μάλλον προτιμώ την τροπολογία 21 της κ. Weiler. Προσωπικά, είμαι υπέρ της έγκρισης αυτής της τροπολογίας που προβλέπει τη δυνατότητα συμπερίληψης αυτών των κριτηρίων στο κοινοτικό δίκαιο και, ως εκ τούτου, είναι προτιμότερη από την τροπολογία 20.

Θεωρώ ότι το σωστό είναι να εμμείνουμε στην κοινή μας γραμμή, βάσει της οποίας δεν πρέπει να υπάρξουν νέες περιοχές που θα εξαιρούνται από τη διαδικασία ανάθεσης, ούτε να ανοίξει ο δρόμος της παράκαμψης μέσω κοινοτικών συνδέσμων ειδικού σκοπού με διαπεριφερειακό χαρακτήρα ή να γίνει επέκταση των ενδοϋπηρεσιακών σχέσεων. Θέλουμε όμως να διασαφηνίσει η Επιτροπή τα θέματα που ανέκυψαν από την απόφαση στην υπόθεση Halle και από άλλες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

Επομένως, κύριε Επίτροπε, δεν θέλουμε μόνο μια πρόταση για τις συμβάσεις παραχώρησης, αλλά και τη διασαφήνιση των εκκρεμών νομικών θεμάτων για τις θεσμοθετημένες συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα. Εσείς, κύριε Επίτροπε, εκθέσατε την άποψή σας και ήταν σαφής – πράγμα αξιέπαινο για μια Επιτροπή που τα τελευταία χρόνια ως γνωστόν απέφευγε διαρκώς να λάβει απόφαση. Με αυτό το πνεύμα θα βρούμε μια κοινή λύση που θα μας δώσει τη δυνατότητα να προχωρήσουμε.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να ευχαριστήσω και πάλι την κ. Weiler διότι έκανε ό,τι μπορούσε για την επίτευξη μιας ενιαίας θέσης που θα μας δώσει τη δυνατότητα όχι μόνο να αντισταθούμε στις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, αλλά και να παραμείνουμε σταθεροί στις έντονες συζητήσεις με τις ενώσεις που εκπροσωπούν διάφορα συμφέροντα.

 
  
  

ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΤΟΥ κ. COCILOVO
Αντιπροέδρου

 
  
MPphoto
 
 

  Paolo Costa (ALDE), συντάκτης γνωμοδότησης της Επιτροπής Μεταφορών και Τουρισμού. – (IT) Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι, η πλειονότητα των ευρωπαϊκών εμπειριών ως προς τις συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα αφορά την κατασκευή και διαχείριση υποδομών και υπηρεσιών μεταφορών και εφοδιαστικής. Επιπλέον, οι συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα αποτελούν ίσως τον μοναδικό τρόπο που επιτρέπει τη συμμετοχή της ιδιωτικής επένδυσης στη δημιουργία των εν λόγω υποδομών.

Γι’ αυτόν τον λόγο, θέλω να αναφερθώ μόνο σε δύο σημεία. Πρώτον, όπως αναφέρεται στην έκθεση, χρειαζόμαστε μια νομοθετική πρωτοβουλία αναφορικά με τις συμβάσεις παραχώρησης, συμπεριλαμβανομένων των συμβάσεων παραχώρησης για κατασκευή και διαχείριση. Είναι πραγματικά αναγκαίο να υπάρχει νομική βεβαιότητα και καθορισμός των σχέσεων μεταξύ της αναθέτουσας δημόσιας αρχής και του ιδιώτη αναδόχου. Από τη μια πλευρά, οι ιδιώτες ανάδοχοι πρέπει να έχουν εγγυήσεις ότι οι συμβάσεις θα γίνονται σεβαστές καθόλη τη διάρκεια ισχύος τους και, από την άλλη πλευρά, οι αναθέτουσες αρχές πρέπει να μπορούν να βασίζονται στο ότι θα έχουν συμβάσεις με καθορισμένη ή περιορισμένη διάρκεια, οι οποίες στη συνέχεια θα μπορούν να προσαρμόζονται στις συνθήκες παραγωγής με το πέρασμα του χρόνου και να εκτίθενται στον ανταγωνισμό. Αυτά είναι τα δύο βασικά σημεία, στα οποία ελπίζω ότι θα βασιστεί η σχετική νομοθετική πρόταση.

Δεύτερον, είναι ανάγκη να ενθαρρύνουμε νέες μορφές καινοτόμου χρηματοοικονομικής μηχανικής, όπως για παράδειγμα τα ταμεία εγγυήσεων που προβλέπονται ήδη στον κανονισμό για τη χρηματοδότηση των διευρωπαϊκών δικτύων μεταφορών, έτσι ώστε να μπορούν να χρησιμεύσουν ως κινητήριος μοχλός και να διασφαλιστεί ότι ακόμη περισσότερες συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα θα αποτελέσουν αποτελεσματικά και αποδοτικά μέσα χρηματοδότησης των υποδομών που όλοι χρειαζόμαστε και που είμαι σίγουρος ότι το γνωρίζετε πολύ καλά, κύριε Επίτροπε.

 
  
MPphoto
 
 

  Grażyna Staniszewska (ALDE), συντάκτρια γνωμοδότησης της Επιτροπής Περιφερειακής Ανάπτυξης. – (PL) Κύριε Πρόεδρε, διαμαρτυρόμαστε πάντα για την άρνηση των κρατών μελών να ανεχτούν την παραμικρή αύξηση της συνεισφοράς τους στον κοινοτικό προϋπολογισμό, και λέμε πάντα ότι δεν υπάρχουν αρκετά διαθέσιμα χρήματα για την εξομάλυνση των περιφερειακών διαφορών στην ανάπτυξη και ότι η Ευρώπη αναπτύσσεται πολύ αργά. Πρέπει, συνεπώς, να στηρίξουμε τη χρήση ιδιωτικών πόρων και τεχνογνωσίας για την προώθηση της ανάπτυξης, αντί να δημιουργούμε εμπόδια και δυσκολίες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να δώσει απόλυτη προτεραιότητα στην ευρεία διάδοση της ορθής πρακτικής στον τομέα των συμπράξεων ιδιωτικού και δημοσίου τομέα. Αυτό είναι το απολύτως ελάχιστο. Τουλάχιστον, η Ένωση θα πρέπει να επενδύσει σε έναν διαδικτυακό τόπο, στις 20 επίσημες γλώσσες της Κοινότητας, που θα είναι προσβάσιμος στο ευρύ κοινό. Ο εν λόγω ιστότοπος θα περιλαμβάνει περιγραφή του συστήματος ΣΔΙΤ και των επιπτώσεών του. Θα παραθέτει επίσης παραδείγματα έργων του μοντέλου ΣΔΙΤ, παρέχοντας τη δυνατότητα σε κάθε δήμο της Ευρώπης να έχει εύκολη πρόσβαση σε παραθέσεις επιτυχών εμπειριών. Αυτό θα επιτρέψει στους δήμους να διδαχθούν από το παρελθόν και να χρησιμοποιήσουν αυτή τη γνώση κατά τον σχεδιασμό της δικής τους πορείας προς τα εμπρός. Καλώ την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να ζητήσει τέτοιες διαθέσιμες στο κοινό πληροφορίες από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Η ΕΤΕ εκπονεί επί του παρόντος ένα αμιγώς εσωτερικό, διακυβερνητικό σύστημα πληροφοριών για τις ΣΔΙΤ το οποίο δεν θα είναι διαθέσιμο στο κοινό στα κράτη μέλη. Αυτό είναι απαράδεκτο.

 
  
MPphoto
 
 

  Charlotte Cederschiöld, εξ ονόματος της Ομάδας PPE-DE. – (SV) Κύριε Πρόεδρε, κύριε Επίτροπε, ανησυχούμε εδώ για μια αντίδραση στην Πράσινη Βίβλο της Επιτροπής σχετικά με τις συμπράξεις δημοσίου-ιδιωτικού τομέα, που προορίζεται να διερευνήσει θέματα τα οποία παραμένουν ασαφή, ειδικά όσον αφορά αυτό που είναι γνωστό ως ενδοϋπηρεσιακός τομέας. Συμφωνούμε, εντούτοις, όλοι, όπως τόσο σοφά είπε ο Επίτροπος, ότι δεν υπάρχει ανάγκη να εξαλείψουμε την υφιστάμενη νομοθεσία για τις δημόσιες συμβάσεις. Η συνεργασία μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου τομέα πρέπει να ευνοεί τον ανταγωνισμό και, προπάντων, να συμβάλει στη νέα συλλογιστική και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα.

Η Επιτροπή πρέπει τώρα να επιλύσει το πρόβλημα –με αυτόν τον στόχο– χωρίς να νομοθετεί περισσότερο από ό,τι είναι απαραίτητο. Δεν φοράμε, ωστόσο, παρωπίδες σε αυτό το θέμα και, όπως είπε ο κ. Langen, στηρίζουμε συνεπώς την τροπολογία 21 της κ. Weiler.

Έχουμε ζητήσει την θέσπιση νομοθεσίας για τις συμβάσεις παραχώρησης, και η Επιτροπή έχει απαντήσει θετικά και άμεσα σε αυτό. Συμφωνήσαμε να σεβαστούμε τα κατώτατα όρια και την ανάγκη να ισχύουν κανονικές νομικές τιμές κάτω από αυτές τις τιμές όπου οι δημόσιες συμβάσεις δεν αποτελούν απαίτηση. Δεν επιθυμούμε να μειώσουμε το πεδίο εφαρμογής των δημόσιων συμβάσεων. Επιπλέον, καλούμε απερίφραστα την Επιτροπή να προτείνει λύσεις στα προβλήματα που υπάρχουν στη Γερμανία, τη Γαλλία και σε άλλες χώρες όσον αφορά τη συνεργασία μεταξύ των τοπικών αρχών, αλλά να μην λησμονεί λιγότερο πλούσιες τοπικές αρχές που επιθυμούν να συνεργαστούν σε αραιοκατοικημένες περιοχές κρατών μελών όπως η Φινλανδία και η Σουηδία.

Εάν η Επιτροπή δεν επρόκειτο να εκπληρώσει αυτό το έργο, θα μπορούσε αναμφίβολα να αναμένει ότι θα της ασκούνταν έντονη πίεση από το Κοινοβούλιο. Είμαι πεπεισμένη ότι η Επιτροπή κάνει εξαιρετική δουλειά όσον αφορά την εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος, και θέλουμε να της δώσουμε χρόνο να σκεφτεί τις απόψεις μας για την Πράσινη Βίβλο και να υποβάλει προτάσεις. Όλες οι ενδιαφερόμενες πλευρές θα πρέπει να συμμετάσχουν στη συνεχή διαδικασία. Η Επιτροπή μπορεί ασφαλώς να βοηθήσει στην αύξηση του επιπέδου γνώσης του δύσκολου αυτού τομέα.

Οι παράγραφοι 45 έως 47 εγγυώνται ήδη μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου και δείχνουν ότι οι τοπικές αρχές μπορούν να συνεργαστούν. Στο μέλλον, θα έχουμε επίσης σαφέστερη και λεπτομερέστερη άποψη του τρόπου με τον οποίο λειτουργούν τα πράγματα.

Εν κατακλείδι, θα ήθελα ειλικρινά να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ στην κ. Weiler για το θαυμάσιο έργο το οποίο επιτέλεσε, καθώς και σε πολλά άλλα άτομα που συμμετείχαν. Σας ευχαριστώ πολύ. Αποκτούμε μια ανταγωνιστικότερη Ευρώπη με μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου.

 
  
MPphoto
 
 

  Gilles Savary, εξ ονόματος της Ομάδας PSE. – (FR) Κύριε Πρόεδρε, επιτρέψτε μου καταρχάς να ευχαριστήσω όλους τους συναδέλφους και ιδίως την κ. Weiler και τον κ. Langen, με τους οποίους επιτελέσαμε ένα έξοχο έργο. Ας ελπίσουμε ότι το κείμενο θα εγκριθεί αύριο. Πρόκειται απλώς για ζήτημα προστασίας της πρακτικής των ΣΔΙΤ, μέσων τα οποία είναι πολύ οικεία στις τοπικές μας αρχές, αυτό δε επί πάρα πολλά χρόνια.

Επικροτώ το γεγονός ότι η Επιτροπή σχεδιάζει να νομοθετήσει για τις συμβάσεις παραχώρησης, οι οποίες για υπερβολικά μεγάλο διάστημα συγχέονταν με τις δημόσιες συμβάσεις. Ωστόσο, θέλω να δηλώσω ενώπιον του Σώματος ότι πιστεύω πως απαιτείται επίσης νομοθεσία για τις θεσμικές συμπράξεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα. Είναι εσφαλμένο να λέμε ότι αυτές είναι πρόσφατες οντότητες: εταιρείες ημι-δημόσιου χαρακτήρα υφίστανται από το 1955 στη Γαλλία, στη δε Γερμανία οι Stadtwerke υφίστανται εδώ και πάρα πολύ καιρό.

Το γεγονός είναι ότι αν τις υπαγάγουμε σήμερα σε δύο μορφές ανταγωνισμού σημαίνει ότι θέτουμε τέλος σε αυτές. Ποιος ιδιωτικός εταίρος θα συμφωνήσει να εργαστεί με μια τοπική αρχή, που τον αναγκάζει να ανταγωνιστεί εις διπλούν; Επιπλέον, εφιστώ την προσοχή του Επιτρόπου στον κίνδυνο που διατρέχουν οι διακοινοτικές δομές, οι οποίες κινδυνεύουν να θεωρηθούν ιδιωτικές δομές, έστω και αν είναι ένα ξεκάθαρα δημόσιο μέσο οργάνωσης για τις τοπικές αρχές, οι οποίες φιλοδοξούν να είναι αρκούντως μεγάλες για να εκπληρώνουν τις ολοένα και πιο απαιτητικές υποχρεώσεις και αποστολές δημόσιας υπηρεσίας.

 
  
MPphoto
 
 

  Alexander Lambsdorff, εξ ονόματος της Ομάδας ALDE. (DE) Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι, είμαστε σύμφωνοι ότι η σύναψη δημοσίων συμβάσεων έχει κεντρική σημασία από δημοσιονομική άποψη και από άποψη πολιτικής του ανταγωνισμού.

Οι προσκλήσεις υποβολής προσφορών είναι το κατάλληλο μέσον για τον καθορισμό του πιο οικονομικού τρόπου παροχής δημοσίων υπηρεσιών. Επιπροσθέτως, η υποχρέωση προκήρυξης πανευρωπαϊκού διαγωνισμού συμβάλλει σημαντικά στο άνοιγμα της εσωτερικής αγοράς στον ανταγωνισμό.

Η κ. Weiler έκανε πολύ καλή δουλειά ως εισηγήτρια και μας καθοδήγησε υποδειγματικά κατά την επεξεργασία αυτού του δύσκολου φακέλου των δημοσίων συμβάσεων. Σε αυτήν χρωστάμε το ότι καταλήξαμε ήδη στην Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών σε πολλούς βιώσιμους συμβιβασμούς και πρέπει να την ευχαριστήσουμε εδώ θερμά και να της εκφράσουμε την ιδιαίτερη εκτίμησή μας γι’ αυτό, και αυτό ασφαλώς θέλω να το κάνω και εγώ και οι άλλοι συνάδελφοι που συμμετείχαν.

Συνέστησα στην Ομάδα μου να εμμείνει στα αποτελέσματα αυτής της ψηφοφορίας και θα ήθελα να αναφερθώ μόνο στα λίγα επίμαχα σημεία. Πρώτον, ως προς τις θεσμοθετημένες συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα: πρόκειται για ένα φαινόμενο που είναι ακόμα σχετικά καινούργιο και η ανάπτυξή τους δεν πρέπει να περιοριστεί υπέρμετρα από νομικές διατάξεις. Η επιθυμία αυτή των πολιτών κατέστη φανερή στη δημόσια διαβούλευση.

Ως εκ τούτου, συνιστώ να παραμείνουμε σε μία ερμηνευτική ανακοίνωση και σε κατευθυντήριες γραμμές που δεν θα τις κατανοούν μόνο οι δικηγόροι, αλλά και οι τοπικοί φορείς λήψης αποφάσεων. Αυτό δεν προσφέρει μόνο μεγαλύτερη ευελιξία από τη νομοθεσία, αλλά υπόσχεται κυρίως μια γρήγορη διασαφήνιση των ελλείψεων νομικής ασφάλειας που οπωσδήποτε υπάρχουν ακόμα. Η Επιτροπή καλείται να ενεργήσει εδώ το συντομότερο δυνατόν.

Το δεύτερο αμφισβητούμενο σημείο είναι η συνεργασία μεταξύ τοπικών αρχών. Θεωρώ αυτονόητο ότι δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να περιοριστεί η αυτοδιοίκηση των κοινοτήτων. Θεωρώ, ωστόσο, εξίσου αυτονόητο ότι αυτό δεν είναι ταυτόσημο με μια γενική απαλλαγή των συμπράξεων δημοσίου και ιδιωτικού τομέα από την υποχρέωση προκήρυξης διαγωνισμού.

Το δημόσιο δεν είναι υποχρεωμένο να αναθέτει σε τρίτους την εκτέλεση καθηκόντων για τα οποία υπάρχει αγορά, αν όμως αποφασίσει να αναθέσει σε τρίτους την παροχή μιας υπηρεσίας, αυτό πρέπει να συνδέεται με μια διαδικασία υποβολής προσφορών. Αυτό προκύπτει και από το άρθρο 295 της Συνθήκης ΕΚ που καθιστά υποχρεωτική την ουδετερότητα κατά την εφαρμογή των κανόνων της εσωτερικής αγοράς στις δημόσιες και ιδιωτικές επιχειρήσεις. Επομένως η συνεργασία μεταξύ τοπικών αρχών είναι καταρχήν δυνατή, εντός όμως των ορίων που διατυπώνονται πολύ καλά στη σημερινή παράγραφο 45 της έκθεσης Weiler, όταν δηλαδή η συνεργασία μεταξύ κοινοτήτων αφορά ζητήματα τεχνικής αναδιάρθρωσης ή όταν υπάρχει πραγματικά ενδοϋπηρεσιακός έλεγχος.

Επιτρέψτε μου να κάνω, τελειώνοντας, την ακόλουθη παρατήρηση: οι εμπειρίες με τις συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα διαφέρουν πολύ ανά την Ευρώπη. Ως εκ τούτου, επιδοκιμάζω κατηγορηματικά την έναρξη ανταλλαγής εμπειριών που πρόκειται να γίνει αναφορικά με τις δοκιμασμένες πρακτικές και που θα οδηγήσει σε περαιτέρω καλά παραδείγματα λειτουργικών ΣΔΙΤ.

Κατά τα άλλα, θεωρώ ότι αυτή η συζήτηση έπρεπε να γίνει στις Βρυξέλλες κι όχι στο Στρασβούργο.

 
  
MPphoto
 
 

  Heide Rühle, εξ ονόματος της Ομάδας Verts/ALE. (DE) Κύριε Πρόεδρε, ευχαριστώ κι εγώ την εισηγήτρια για την εργασία της, μολονότι η Ομάδα μας δεν είναι ικανοποιημένη από το τελικό αποτέλεσμα στην επιτροπή. Γι’ αυτό, θα ήθελα να απευθύνω απόψε και πάλι έκκληση σε όλους να επανεξετάσετε τουλάχιστον μερικώς τη θέση σας.

Για εμάς, το πιο ουσιαστικό είναι το ζήτημα της συνεργασίας μεταξύ τοπικών αρχών, μεταξύ των κοινοτικών συνδέσμων ειδικού σκοπού. Θα ήθελα να διασαφηνίσω και πάλι –και ως απάντηση στους προηγούμενους ομιλητές– ότι αυτό δεν έχει καμία σχέση με την ανάθεση λειτουργιών σε τρίτους, αντίθετα, εδώ πρόκειται για την απόφαση τοπικών αρχών για την κοινή παροχή υπηρεσιών. Ενόψει της έλλειψης πόρων στα δημόσια ταμεία, της γήρανσης και της αριθμητικής μείωσης του πληθυσμού –κυρίως σε αγροτικές κοινότητες– αλλά και της αύξησης του αριθμού των πολιτών με κριτικό πνεύμα και συναίσθηση των δαπανών, για πολλές κοινότητες στην Ευρώπη αυτή η μορφή συνεργασίας είναι η καλύτερη και συχνά η μοναδική δυνατότητα εκσυγχρονισμού των υπηρεσιών που παρέχουν. Έτσι αναλαμβάνονται από οι κοινού διοικητικές υπηρεσίες, η ύδρευση και αποχέτευση, οι παιδικοί σταθμοί, τα σχολεία και άλλοι πολιτιστικοί οργανισμοί, εν μέρει μάλιστα εκτελούνται διασυνοριακά, όπως βλέπουμε για παράδειγμα σε κοινά προγράμματα προσχολικής αγωγής γαλλικών και γερμανικών κοινοτήτων. Όλα αυτά δεν θα πρέπει να τα θέτει η Ευρώπη σε κίνδυνο, αλλά να τα ενισχύει. Γι’ αυτό παρακαλώ θερμά γι’ άλλη μια φορά να υποστηρίξετε την τροπολογία μας αριθ. 45 που αποτελεί συμβιβασμό στον οποίο κατέληξαν βουλευτές από διάφορες Ομάδες και ελπίζω ότι θα τύχει αύριο πλειοψηφίας.

Το δεύτερο σημείο μου αφορά το θέμα των συμβάσεων παραχώρησης. Ίσως να είμαι πιο σκεπτικίστρια από τους περισσότερους από εσάς όσον αφορά τις συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, παρ’ όλ’ αυτά όμως θεωρώ λάθος να δίνουμε από τη μια το μήνυμα ότι προωθούμε τις συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και από την άλλη να ζητάμε να γίνεται προκήρυξη και για τις συμβάσεις παραχώρησης, όπως και για τις υπηρεσίες, για την παροχή των οποίων δημιουργήθηκαν σε τελική ανάλυση οι αντίστοιχες ΣΔΙΤ. Εγώ δεν θεωρώ σύμπτωση το ότι το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο δεν συμπεριέλαβαν ρητά τις συμβάσεις παραχώρησης για τις υπηρεσίες στην οδηγία για την ανάθεση συμβάσεων και ελπίζω ότι θα συμφωνήσουμε πως εδώ δεν θέλουμε να υπάρχει παρόμοια υποχρέωση προκήρυξης διαγωνισμού όπως στις δημόσιες συμβάσεις. Οι συμβάσεις παραχώρησης υπηρεσιών είναι διαφορετική περίπτωση και πρέπει να ρυθμιστούν διαφορετικά.

Ο ευρωπαίος νομοθέτης θα όφειλε πραγματικά να έχει ξεκαθαρίσει τους όρους που αφορούν τις ενδοϋπηρεσιακές σχέσεις. Εγώ δεν θεωρώ βιώσιμο το ποσοστό του 100%. Πιστεύω ότι χρειαζόμαστε οριακές τιμές, και μάλιστα υψηλές, οι οποίες πρέπει και να τηρούνται. Όμως θα έπρεπε να τις ορίζει ο νομοθέτης κι όχι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

 
  
MPphoto
 
 

  Zita Pleštinská (PPE-DE). (SK) Αν και δεν υπάρχει ενιαίος ορισμός των συμπράξεων δημόσιου-ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ) που να ισχύει σε ολόκληρη την Κοινότητα, ένας μεγάλος αριθμός σχεδίων έχουν εφαρμοστεί επιτυχώς στους τομείς σιδηροδρομικών μεταφορών εμπορευμάτων και επιβατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και στον τομέα της δημόσιας υγείας και εκπαίδευσης.

Αυτά τα επιτυχή σχέδια παρέχουν επαρκή αιτιολογία για το Κοινοβούλιο να αναλάβει επίσης το θέμα, και χαιρετίζω την ανακοίνωση της Επιτροπής για τις ΣΔΙΤ, οι οποίες περιλαμβάνουν ειδικές προτάσεις που έχουν εκπονηθεί βάσει δημόσιας διαβούλευσης. Ταυτόχρονα, θα ήθελα να συγχαρώ την εισηγήτρια, κ. Weiler, για την καλά ισορροπημένη έκθεσή της υπογραμμίζοντας την ανάγκη ασφάλειας δικαίου στον εν λόγω τομέα.

Δυνάμει ρυθμίσεων για ΣΔΙΤ, ιδιωτικές επιχειρήσεις μεταφέρουν την τεχνογνωσία τους στον δημόσιο τομέα. Στις τροπολογίες μου, που έχουν ενσωματωθεί στην έκθεση, υπογράμμισα για τον λόγο αυτό την ανάγκη δημιουργίας διαφανών μηχανισμών για ιδιώτες επενδυτές. Θα πρέπει να δοθούν εγγυήσεις στους επενδυτές ότι τα νομικά και οικονομικά συμφέροντά τους θα είναι διασφαλισμένα κατά τη διάρκεια της σύμβασης και επίσης ότι οι όροι και οι προϋποθέσεις των διαδικασιών υποβολής προσφορών θα παραμείνουν αμετάβλητοι κατά τη διάρκεια της περιόδου εφαρμοσιμότητάς τους.

Λόγω έλλειψης εμπειριών, ιδίως τα νέα κράτη μέλη ανησυχούν για τη χρήση των ΣΔΙΤ. Πληροφορίες που θα συλλεχθούν από την υλοποίηση επιτυχημένων έργων θα τους βοηθήσουν να αποφύγουν την επανάληψη σφαλμάτων και διαδικασιών που έχουν καταλήξει στην πράξη σε αποτυχία.

Είμαι πεπεισμένη ότι τα σχέδια ΣΔΙΤ θα μπορέσουν να προσελκύσουν τα επιθυμητά κεφάλαια μόνο εάν οι ενδιαφερόμενες πλευρές στο εσωτερικό των κρατών μελών της ΕΕ είναι καλά πληροφορημένες και συμμορφώνονται με τους κανονισμούς περί ποιότητας και τους διαφανείς κανόνες της Κοινότητας. Αυτοί οι κανονισμοί και οι κανόνες θα τα βοηθήσουν να δημιουργήσουν επενδύσεις, η ανάπτυξη των οποίων έχει καθυστερήσει λόγω υποχρηματοδότησης. Αυτή η μορφή συνεργασίας μπορεί να αποδειχθεί επίσης αποφασιστική στο να συντελέσει να γεφυρωθούν οι περιφερειακές ανισότητες και να διασφαλίσει την αειφόρο ανάπτυξη των φτωχότερων περιοχών της Ευρώπης.

 
  
MPphoto
 
 

  Evelyne Gebhardt (PSE). – (DE) Κύριε Πρόεδρε, θεωρώ τις θεσμοθετημένες συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα ένα πολύ σημαντικό μέσον. Η έλλειψη νομικής ασφάλειας που δημιουργήθηκε από την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στην υπόθεση Halle έδειξε πόσο αναγκαίο είναι να αναλάβει δράση ο νομοθέτης. Έτσι, δεν είναι δυνατόν να δίνει μόνη της η Επιτροπή κατευθύνσεις για τον τρόπο αντιμετώπισης του προβλήματος, χωρίς αναφορά σε κανέναν άλλον. Αντίθετα, είναι καθήκον των συννομοθετών, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, να αποφασίσουν από κοινού πώς πρέπει να αντιμετωπίσουμε αυτά τα ζητήματα στην Ευρώπη.

Το δεύτερο σημείο, στο οποίο θα ήθελα να αναφερθώ εν συντομία είναι η συνεργασία μεταξύ τοπικών αρχών. Εδώ θα διαφωνήσω με τον κ. Lambsdorff. Η συνεργασία αυτή υπάρχει εδώ και πολύν καιρό και έχει πολύ μακρά παράδοση –και στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας– την οποία πρέπει να διατηρήσουμε. Είναι σήμερα ένα ευαίσθητο μικρό φυτό που δεν πρέπει να καταστρέψουμε δηλώνοντας ότι θα το εγκαταλείψουμε στην ελεύθερη αγορά. Σε αυτήν την περίπτωση, μπορούμε να τα παρατήσουμε αμέσως, γιατί τότε δεν χρειαζόμαστε πια κοινότητες και ασφαλώς δεν είναι αυτή η Ευρώπη που θέλουμε να δούμε.

 
  
MPphoto
 
 

  Ieke van den Burg (PSE). (NL) Κύριε Πρόεδρε, συμμετείχα ιδιαίτερα στην εν λόγω έκθεση στην Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων, όπου ο κ. Langen ήταν εισηγητής, και θα ήθελα να συγχαρώ και τους δύο εισηγητές για το τελικό αποτέλεσμα, παρόλο που αληθεύει ότι δεν έχει επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Υπάρχει, όπως διαπιστώνω, ένας σαφής συσχετισμός με τη συζήτηση που διεξήγαμε για τις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος, για τις οποίες λάβαμε μια απόφαση στην προηγούμενη σύνοδο της ολομέλειας. Και στις δύο περιπτώσεις, επρόκειτο για τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να δοθεί περισσότερη ασφάλεια δικαίου σε αποκεντρωμένες αρχές, πάροχους υπηρεσιών και πολίτες, γεγονός το οποίο μπορεί ορισμένες φορές να προκαλέσει σύγκρουση μεταξύ των κανόνων της εσωτερικής αγοράς, αφενός, και του κοινού συμφέροντος που πρέπει να υπηρετούν οι αρχές εξ ονόματος των πολιτών τους, αφετέρου.

Συμβαίνει συχνά να ζητείται η συνδρομή του Δικαστηρίου ή η Επιτροπή να δίνει δικές της ερμηνείες. Το σημαντικό μήνυμα και στους δύο αυτούς φακέλους ήταν ότι, μέσω της διαδικασίας συναπόφασης, επιθυμούμε πραγματικά να λάβουμε πολιτικές αποφάσεις στον εν λόγω τομέα, και ότι είναι επίσης σημαντικό να ζητήσουμε από την Επιτροπή, και πραγματικά να επιμείνουμε σε αυτό, να υποβάλει νομοθετικές προτάσεις για τις οποίες θα μπορούμε να αποφασίσουμε σε συναπόφαση με το παρόν Κοινοβούλιο και τα κράτη μέλη και τα κοινοβούλιά τους. Αυτό είναι το κύριο μήνυμα που θα ήθελα για μια ακόμη φορά να μεταφέρω στην Επιτροπή σε σχέση με την παρούσα έκθεση.

 
  
MPphoto
 
 

  Donata Gottardi (PSE). – (IT) Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι, το θέμα των συμπράξεων δημοσίου και ιδιωτικού τομέα αποτελεί εδώ και λίγο καιρό μέρος των νέων ορίων που τίθενται στα συστήματα των κρατών πρόνοιας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η σπουδαιότητά του πρέπει να γίνει εμφανής από μια άλλη οπτική γωνία, μέσω της διασύνδεσης με το σύνολο των πρωτοβουλιών στις οποίες στηρίζονται οι υπηρεσίες μας.

Ο κοινός στόχος, ο οποίος έχει επανεπιβεβαιωθεί πολλές φορές, ακόμη και σήμερα, είναι η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου και σαφούς νομικού πλαισίου, εντός του οποίου οι αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης θα μπορούν να πραγματοποιούν τις δικές τους επιλογές, έχοντας επίγνωση των ευκαιριών και των περιορισμών, των αρχών που πρέπει να γίνονται σεβαστές καθώς και των δυνητικών τομέων ελευθερίας και καινοτομίας.

Στο προς ψήφιση κείμενο είναι εμφανής η αλληλοεπικάλυψη με τους τρέχοντες κανονισμούς στον τομέα των συμβάσεων, των συμβάσεων παραχώρησης και των μεικτών εταιρειών καθώς και με τις κατευθυντήριες γραμμές του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Ωστόσο, η προστιθέμενη αξία έγκειται στην εστίαση στους διάφορους τρόπους με τους οποίους δημιουργούνται οι συνεργασίες μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα στο εξαιρετικά ευαίσθητο πεδίο των υπηρεσιών, οι οποίες εμπεριέχουν τα δικαιώματα της ιθαγένειας.

Χρειάζονται δύο σταθερές αρχές. Οι περικοπές δαπανών δεν μπορούν να προέχουν ή να μετριάζουν τις απαιτήσεις σχετικά με την ποιότητα των υπηρεσιών και με τις διασφαλίσεις των δικαιωμάτων των παρόχων υπηρεσιών. Η αναζήτηση της αποτελεσματικότητας και της καινοτομίας πρέπει να συνοδεύεται από τη διασφάλιση της προσβασιμότητας, της διαφάνειας και της απουσίας διακρίσεων. Το τρέχον έτος υπήρξε γόνιμο σε πρωτοβουλίες στον τομέα των υπηρεσιών. Το ευκταίο είναι, εργαζόμενοι επί στοιχείων διαφορετικής κλίμακας, να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε ένα συνεκτικό σχέδιο.

 
  
MPphoto
 
 

  Bernadette Vergnaud (PSE). – (FR) Κύριε Πρόεδρε, κύριε Επίτροπε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η έκθεση της κ. Weiler παρέχει τη σαφήνεια και τη διαφάνεια που χρειαζόμασταν σε σχέση με τις συμπράξεις δημοσίου-ιδιωτικού τομέα και, κατά συνέπεια, μας επιτρέπει να αλλάζουμε τις ατραπούς που ακολουθούν τα ευρωπαϊκά δικαστήρια και να αποσαφηνίσουμε τη νομική προσωπικότητα για όλους τους εμπλεκόμενους φορείς. Οι συμβάσεις παραχώρησης υπερβολικά συχνά συγχέονται με τις δημόσιες συμβάσεις: οι τελευταίες αφορούν την αγορά προϊόντων, τα οποία καταναλώνονται από τις τοπικές αρχές, ενώ οι συμβάσεις παραχώρησης παρέχουν στις δημόσιες αρχές την ευκαιρία να εκχωρήσουν την ολοκλήρωση μέρους των καθηκόντων τους σε τρίτα μέρη. Κατά συνέπεια, πρέπει να υπάρχει ένας νόμος που να διέπει αυτές τις συμβάσεις παραχώρησης και όχι απλώς μια ερμηνευτική ανακοίνωση.

Το ίδιο ισχύει για τις θεσμοποιημένες ΣΔΙΤ. Η δημιουργία τους απειλείται στην παρούσα φάση από την ακαμψία της νομολογίας, η οποία τείνει στο να γίνονται δύο προκηρύξεις διαγωνισμού όταν ανατίθεται έργο, κάτι που κατά βάση επισφραγίζει τη μοίρα των εταιρειών ημι-δημόσιου χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, είμαι ευγνώμων στην εισηγήτριά μας, η οποία ζήτησε μια νομοθετική πρωτοβουλία για το θέμα αυτό.

Τέλος, στην απόφαση του ΔΕΚ επί προσφυγής της Επιτροπής κατά της Ισπανίας, η διακοινοτική δομή θεωρήθηκε από το Δικαστήριο ιδιωτικός εταίρος. Οι αρχές πρέπει, συνεπώς, να δημιουργούν διακοινοτικές δομές, στις οποίες εκχωρούν την παροχή υπηρεσιών σε ανταγωνιστικό πλαίσιο. Η κ. Weiler αποκαθιστά τον νόμο και μας προσφέρει τη βέλτιστη κοινοβουλευτική συμβολή σε αυτό το θέμα και την ευχαριστώ γι’ αυτό.

 
  
MPphoto
 
 

  Jacques Barrot, Αντιπρόεδρος της Επιτροπής. (FR) Κύριε Πρόεδρε, θέλω για μια ακόμη φορά να ευχαριστήσω την κ. Weiler, καθώς και τους συντάκτες γνωμοδότησης διαφόρων επιτροπών: τον κ. Langen, τον κ. Costa και την κ. Staniszewska.

Θα επιχειρήσω να απαντήσω σε ορισμένες από τις ερωτήσεις που τέθηκαν, χωρίς να ισχυρίζομαι ότι τις απαντώ όλες. Απαντώ καταρχάς στην κ. Cederschiöld, στον κ. Lambsdorff και στην κ. Rühle. Όταν μια τοπική αρχή εκχωρεί ορισμένες υπηρεσίες σε έναν άλλο δημόσιο φορέα επί πληρωμή, πρόκειται κατά βάση για υπηρεσίες οι οποίες διέπονται από δημόσια σύμβαση. Ο δημόσιος φορέας που επωφελείται από τη σύμβαση ανταγωνίζεται με ιδιωτικές εταιρείες και ενδεχομένως με άλλους δημόσιους φορείς, οι οποίοι παρέχουν την ίδια υπηρεσία. Επομένως, κρίνεται απαράδεκτη η γενική εξαίρεση κάθε μορφής συνεργασίας δημόσιου-δημόσιου τομέα από το πεδίο εφαρμογής των κοινοτικών κανόνων για τις δημόσιες συμβάσεις και των κανόνων για τις συμβάσεις παραχώρησης. Η νομολογία του ΔΕΚ είναι εν προκειμένω ξεκάθαρη. Σε αντιδιαστολή, δεν καλύπτονται από το κοινοτικό δίκαιο όλες οι μορφές δημόσιας-δημόσιας συνεργασίας. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι απαιτείται αποσαφήνιση προκειμένου να καθοριστεί η έκταση στην οποία εφαρμόζεται το κοινοτικό δίκαιο όσον αφορά την εκχώρηση καθηκόντων σε δημόσιους φορείς και το ποιες μορφές συνεργασίας δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων οι οποίες διέπουν την εσωτερική αγορά. Συνεργαζόμαστε στενά με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη προκειμένου να το αποσαφηνίσουμε αυτό.

Έπειτα, απαντώ στην κ. Rühle και στην κ. Gebhardt όσον αφορά το θέμα των συμπράξεων δημόσιου-ιδιωτικού τομέα και την έννοια της «επίβλεψης». Η έννοια της «επίβλεψης» δεν συμπεριλαμβάνει την εφαρμογή των κανόνων που διέπουν τις δημόσιες συμβάσεις όταν ένας δημόσιος φορέας αναθέτει μια ή μια σύμβαση παραχώρησης σε τρίτο μέρος, επί του οποίου ασκεί έλεγχο σε έναν βαθμό. Το ΔΕΚ σκιαγράφησε τις περιστάσεις υπό τις οποίες δύναται να ισχύει αυτή η παρέκκλιση. Αντιλαμβάνεστε ότι η Επιτροπή επιδιώκει να συνεχιστεί η παρακολούθηση αυτής της εξαίρεσης από τους κανόνες σύναψης συμβάσεων. Ιδιαίτερα, φαίνεται άκρως αμφίβολο ότι μια δημόσια σύμβαση ή μια σύμβαση παραχώρησης θα μπορούσε να ανατεθεί επί τη βάσει διακριτικής μεταχείρισης σε εταιρεία η οποία εκπροσωπεί ορισμένα ιδιωτικά συμφέροντα, ενώ άλλες ενδιαφερόμενες ιδιωτικές εταιρείες παραγκωνίζονται. Γι’ αυτό και θεωρούμε αναγκαίο σε αυτό το στάδιο να παραμείνουμε στον τρέχοντα καθορισμό των όρων εφαρμογής του συστήματος «επίβλεψης»: πού οι αρχές ασκούν στον πάροχο υπηρεσίας τον ίδιο έλεγχο που ασκούν και στις δικές τους υπηρεσίες και πού οι πάροχοι υπηρεσίας διεκπεραιώνουν το μεγαλύτερο μέρος των δραστηριοτήτων τους με την ενδιαφερόμενη αρχή. Γι’ αυτούς τους λόγους και προκειμένου να μην αναγκαστούμε να ξεκινήσουμε εκ του μηδενός με τους νέους κανόνες δημοσίων συμβάσεων, οι οποίοι μόλις άρχισαν να μεταφέρονται στα εθνικά δίκαια των κρατών μελών, θεωρούμε ενδεδειγμένο να νομοθετήσουμε για τις μεικτές εταιρείες δημόσιου-ιδιωτικού χαρακτήρα και για την έννοια της «επίβλεψης». Μια ερμηνευτική ανακοίνωση είναι το πλέον ενδεδειγμένο μέσο για να εξηγήσουμε τον τρόπο με τον οποίο οι κανόνες που διέπουν τις δημόσιες συμβάσεις ισχύουν για την επιλογή ιδιωτικών εταίρων γι’ αυτές τις συμπράξεις.

Απαντώντας στον κ. Savary, που ήγειρε το ζήτημα των δύο προκηρύξεων διαγωνισμού, θέλω να πω ότι έχουμε επίγνωση του προβλήματος και, όπως επισημάνατε, αναφέρθηκα σε αυτό στην ομιλία μου. Θέλω να είμαι απολύτως σαφής: δεν απαιτούμε δύο προκηρύξεις διαγωνισμού, επειδή πιστεύουμε ότι είναι περιττές. Το εξηγήσαμε αυτό στην Πράσινη Βίβλο του 2004 για τις ΣΔΙΤ και σκοπεύουμε να αποσαφηνίσουμε τη θέση μας στα κείμενα που προγραμματίζουνε να υποβάλουμε το 2007.

Κύριε Πρόεδρε, έχω πλήρη επίγνωση ότι δεν απάντησα σε όλες τις ερωτήσεις που υποβλήθηκαν, θέλω όμως τώρα να ολοκληρώσω.

Στο θέμα των συμβάσεων παραχώρησης και μιας πιθανής νομοθετικής πρωτοβουλίας, είναι σημαντικό να μην επισπεύδουμε επιπόλαια τα πράγματα. Καταρχάς, η Επιτροπή πρέπει να εξετάσει πιο προσεχτικά τα κόστη και τα οφέλη μιας δεσμευτικής πρωτοβουλίας για τη σύναψη συμβάσεων, καθώς και άλλα ενδεδειγμένα μέτρα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που ανακύπτουν. Με βάση τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης επιπτώσεων, η Επιτροπή –το πιθανότερο του χρόνου– θα αποφασίσει αν ο λόγος κόστους-οφέλους δικαιολογεί ανάλογη νομοθετική πρωτοβουλία και, αν παραστεί ανάγκη, θα ετοιμάσει νομοθετική πρόταση.

Επιπλέον, το μήνυμα από όλους όσοι εργάζονται στον χώρο της δημιουργίας νέων ΣΔΙΤ είναι σαφές: ζητούν πρακτικές κατευθυντήριες γραμμές για τον τρόπο εφαρμογής των κανόνων των δημοσίων συμβάσεων στη δημιουργία αυτών των συμπράξεων. Η Επιτροπή σκοπεύει να παράσχει αυτές τις πρακτικές κατευθυντήριες γραμμές μη νομοθετικού χαρακτήρα για τους λόγους που εξέθεσα στην εισαγωγή μου.

Η σημασία των ΣΔΙΤ για την ευρωπαϊκή οικονομία είναι αναμφίλεκτη. Ελπίζω ότι η έκθεση του Κοινοβουλίου θα συμβάλει στην αποσαφήνιση των κοινοτικών κανόνων που διέπουν τις δημόσιες συμβάσεις και τις συμβάσεις παραχώρησης, ούτως ώστε να παρασχεθούν στους εταίρους διαφανείς και υγιείς όροι ανταγωνισμού. Μας είναι πλέον αρκετά σαφές ότι σε αυτή τη συζήτηση η έμφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ήταν στην ασφάλεια δικαίου, εσείς πάντως από την πλευρά σας θα έχετε αντιληφθεί την ανησυχία της Επιτροπής σε ένα τόσο ζωτικό πεδίο για τις ευρωπαϊκές επενδύσεις, διατηρώντας κάποια περιθώρια ελιγμών, ούτως ώστε να της επιτρέψετε, παράλληλα με τη διασφάλιση της ασφάλειας δικαίου, να επενδύσει περισσότερα χρήματα εκεί όπου είναι πραγματικά αναγκαία. Επιπλέον, αρκετοί από εσάς υπογραμμίσατε και ορθώς ότι πρόκειται για μέσα απολύτως ζωτικής σημασίας.

Κύριε Πρόεδρε, αυτές είναι οι απαντήσεις που ήθελα να δώσω και ευχαριστώ και πάλι το Κοινοβούλιο για την ποιότητα αυτής της συζήτησης.

 
  
MPphoto
 
 

  Πρόεδρος. Η συζήτηση έληξε.

Η ψηφοφορία θα διεξαχθεί την Πέμπτη, στις 11.30.

 
Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου