Πρόεδρος. – Η ημερήσια διάταξη προβλέπει τη συζήτηση της έκθεσης (A6-0173/2007) της κ. Bernadette Vergnaud, εξ ονόματος της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών, σχετικά με τον αντίκτυπο και τις συνέπειες του αποκλεισμού των υπηρεσιών υγείας από την οδηγία για τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά (2006/2275(INI)).
Bernadette Vergnaud (PSE), εισηγήτρια. – (FR) Κυρία Πρόεδρε, κύριε Επίτροπε, κυρίες και κύριοι, οι υπηρεσίες υγείας αποτελούν έναν από τους πυλώνες του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου. Γι’ αυτόν τον λόγο έχουν εξαιρεθεί από την οδηγία για τις υπηρεσίες και πρέπει να αντιμετωπιστούν ξεχωριστά λόγω του ιδιαίτερου χαρακτήρα τους, ως μέρος μιας πιο ευρείας αξιολόγησης του τομέα υγείας στην Ευρώπη.
Η διαβούλευση της Επιτροπής δεν μπορεί να περιοριστεί μόνον στην κινητικότητα των ασθενών, αλλά πρέπει να είναι μια ευκαιρία να προσδιοριστεί ο ρόλος και η προστιθέμενη αξία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να διασφαλίσει σε κάθε πολίτη όχι μόνον ίση πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη αλλά και ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας, σύμφωνα με τις εξουσίες των κρατών και με την αρχή της επικουρικότητας.
Η ευρωπαϊκή πολιτική υγείας δεν μπορεί να περιορίζεται στην κινητικότητα των ασθενών και των επαγγελματιών του κλάδου της υγείας και δεν μπορεί να αποσκοπεί αποκλειστικά στην εφαρμογή μιας εσωτερικής αγοράς στις υπηρεσίες υγείας, καθώς αυτό θα οδηγούσε σε ένα σύστημα δύο ταχυτήτων, από το οποίο θα ωφελούνταν μόνον οι πιο ευκατάστατοι ασθενείς και όπου τα ιδρύματα υγειονομικής περίθαλψης θα επιδίωκαν να προσελκύσουν τους πιο πλούσιους ασθενείς. Επιπλέον, λόγω της ανομοιότητας του εισοδήματος των επαγγελματιών, τα ιατρικά δημογραφικά προβλήματα θα υπονομεύσουν την πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη στα κράτη μέλη στα οποία οι πάροχοι υπηρεσιών δεν κερδίζουν τόσα πολλά, με αποτέλεσμα αυτοί οι άνθρωποι να μπαίνουν στον πειρασμό να εγκατασταθούν στο εξωτερικό. Οι ασθενείς πρέπει να έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν υγειονομική περίθαλψη σε ένα άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με την ελευθερία της κυκλοφορίας, αλλά δεν τίθεται θέμα προώθησης του ιατρικού τουρισμού.
Μολονότι οι υπηρεσίες υγείας υπόκεινται στους κανόνες της Συνθήκης, δεν μπορούν να θεωρηθούν συνηθισμένες εμπορικές υπηρεσίες διότι περιβάλλονται από μία αποστολή κοινής ωφελείας. Πρέπει να υπάρξει ισορροπία μεταξύ της ελεύθερης κυκλοφορίας και των πρωταρχικών εθνικών στόχων που συνδέονται με τη διαχείριση της χωρητικότητας των νοσοκομείων, τον έλεγχο των δαπανών της υγειονομικής περίθαλψης και την οικονομική ισορροπία των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης. Επιπλέον, τα κράτη μέλη παραμένουν υπεύθυνα για την οργάνωση, τον σχεδιασμό και τη χρηματοδότηση των συστημάτων τους υγειονομικής περίθαλψης.
Όλοι οι ευρωπαίοι πολίτες, ανεξάρτητα από το εισόδημα και τον τόπο διαμονής τους, πρέπει να έχουν ισότιμη και έγκαιρη πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, σύμφωνα με τις αρχές της καθολικότητας, της ποιότητας, της ασφάλειας, της συνέχειας και της αλληλεγγύης. Με αυτόν τον τρόπο, θα συμβάλουμε στην κοινωνική και εδαφική συνοχή της Ένωσης, διασφαλίζοντας παράλληλα την οικονομική βιωσιμότητα των εθνικών συστημάτων υγείας. Η κινητικότητα των ασθενών δεν πρέπει να χρησιμεύσει ως δικαιολογία για να παραμελούν τα κράτη μέλη τα συστήματά τους.
Οι αποφάσεις του δικαστηρίου έχουν, σύμφωνα με την εξέλιξη των πραγμάτων, εισαγάγει μια σειρά εννοιών που αξίζει να διευκρινιστούν. Αυτή είναι η περίπτωση της διάκρισης μεταξύ νοσοκομειακής και μη νοσοκομειακής περίθαλψης, καθώς και η έννοια του λογικού χρόνου αναμονής. Λυπάμαι που η Επιτροπή έκανε μόνον μια φευγαλέα αναφορά στην κινητικότητα των επαγγελματιών του κλάδου της υγείας, όταν το θέμα απαιτεί εξέταση σε βάθος. Η έλλειψη προσωπικού στις ευρωπαϊκές υπηρεσίες υγείας θα επιδεινωθεί με τον καιρό. Επιπλέον, είμαστε αντιμέτωποι με τη γήρανση του πληθυσμού. Άραγε είναι συνετό να μην αντιμετωπίσουμε αυτό το θέμα αρχίζοντας από σήμερα; Δεν το νομίζω.
Η Ένωση πρέπει να δεσμευτεί ότι θα παρέχει περιεκτικές πληροφορίες στους ασθενείς, ώστε να μπορούν να κάνουν επιλογές με πλήρη επίγνωση των γεγονότων: ποιος μπορεί να τους περιθάλψει και σύμφωνα με ποιες διαδικασίες; Από τη στιγμή που όλα αυτά τα θέματα σχετικά με τις διαδικασίες και τα κριτήρια έχουν επιλυθεί, θα έχουμε πραγματικά στο έδαφός μας «ευρωπαίους ασθενείς χωρίς σύνορα». Όσον αφορά τη συνεργασία, η Ένωση θα μπορούσε να ενθαρρύνει την εφαρμογή ενός ευρωπαϊκού δικτύου κέντρων περίθαλψης αναφοράς ή ανταλλαγής γνώσεων μεταξύ των διαφόρων χωρών σχετικά με τις καλύτερες μεθόδους περίθαλψης.
Είναι λυπηρό το γεγονός ότι η διαβούλευση περιέγραψε τις κοινωνικές υπηρεσίες με περιοριστικό τρόπο, διότι, όταν πρόκειται για την ενσωμάτωση, υπάρχει μια διάσταση σε αυτές τις υπηρεσίες που υπερβαίνει την απλή συνδρομή και δράση βοήθειας για τους πιο φτωχούς. Επιπλέον, η τεχνική διάκριση μεταξύ υπηρεσιών υγείας και κοινωνικών υπηρεσιών κοινής ωφελείας αγνοεί την πραγματικότητα των υπηρεσιών που παρέχονται. Σε πολλές περιπτώσεις, οι κοινωνικές υπηρεσίες και οι υπηρεσίες υγείας παρέχονται με τον ίδιο τρόπο. Αυτό συμβαίνει ιδιαίτερα στην περίπτωση των υπηρεσιών υγείας με κοινωνική στήριξη. Τι γίνεται με την παροχή ιατρικής περίθαλψης στους οίκους ευγηρίας και στα ειδικευμένα ιδρύματα για άτομα με αναπηρία;
Αντίθετα με τα όσα υπαινίσσεται η διαβούλευση της Επιτροπής, οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου δεν ορίζουν πλέον ότι το Κοινοβούλιο πρέπει να περιορίζεται απλά στην κωδικοποίηση της νομολογίας ούτε το εμποδίζουν να ασκήσει πλήρως τον ρόλο του ως νομοθέτη. Οι αποφάσεις του Δικαστηρίου, που λαμβάνονται σε σχέση με συγκεκριμένες υποθέσεις, δεν είναι αρκετές για να προσδιορίσουν μια πολιτική υγείας. Οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται ως μέρος της δημοκρατικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων.
Ενόψει του μεγάλου αριθμού διαδικασιών επί παραβάσει που ξεκινούν από τη Γενική Διεύθυνση Εσωτερικής Αγοράς στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης και της μη ικανοποιητικής νομικής κατάστασης στην οποία βρίσκονται οι πολίτες-χρήστες, πρέπει, για λόγους συνέπειας, να θεσπίσουμε μια οδηγία σχετικά με τις υπηρεσίες υγείας που θα καθορίζει τις κοινές αξίες και τις αρχές που ισχύουν στα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης στην Ένωση, και αυτό, προκειμένου να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στην Ευρώπη σε μια πτυχή της καθημερινής τους ζωής –την υγειονομική περίθαλψη– διότι η υγεία είναι το πιο πολύτιμο περιουσιακό τους στοιχείο. Η προστιθέμενη αξία της Ένωσης μπορεί να είναι σημαντική από αυτήν την άποψη και μπορεί επίσης να δώσει ώθηση στη στρατηγική της Λισαβόνας.
Μάρκος Κυπριανού, μέλος της Επιτροπής. (EN) Κυρία Πρόεδρε, με χαροποιεί ιδιαίτερα το γεγονός ότι έχω την ευκαιρία να συζητήσω εκ νέου το θέμα αυτό μαζί σας. Το έχουμε συζητήσει επανειλημμένως, μεταξύ άλλων και στην επιτροπή.
Σήμερα είμαστε αντιμέτωποι με μια πραγματική κατάσταση. Αφενός, υπάρχουν αρκετές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και η νομολογία που έχει δημιουργηθεί σε αυτόν τον τομέα και, αφετέρου, η απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, την οποία έχει δεχθεί και με την οποία έχει συμφωνήσει η Επιτροπή, για τη μη συμπερίληψη των υπηρεσιών υγείας στην οδηγία για τις υπηρεσίες.
Όπως υποσχεθήκαμε, την περίοδο που διεξαγόταν η συζήτηση και μετά τον αποκλεισμό των υπηρεσιών υγείας από την οδηγία για τις υπηρεσίες, αναλάβαμε δράση σε έναν συγκεκριμένο τομέα υγειονομικής περίθαλψης σε ευρωπαϊκό επίπεδο· εξ ου και η πρωτοβουλία μας για ένα έγγραφο διαβούλευσης, για την έναρξη δημόσιας διαβούλευσης και, εν συνεχεία, για μια πιο συγκεκριμένη πρόταση.
Η δημόσια διαβούλευση έχει ολοκληρωθεί και ήδη έχουμε τα αποτελέσματα. Έχουμε ήδη δύο υπουργικές αποφάσεις επί του θέματος και, με τη σημερινή συζήτησή μας, θα έχουμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για τη θέση όχι μόνον των θεσμικών οργάνων αλλά και των ευρωπαίων πολιτών και, στη συνέχεια, θα είμαστε έτοιμοι για την επόμενη φάση, η οποία θα είναι ο σχεδιασμός της πρότασης. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι η σημερινή συζήτηση και, βεβαίως, η έκθεση θα συμβάλουν σημαντικά στον τρόπο με τον οποίο θα προχωρήσουμε επί του θέματος. Συνεπώς, θα ήθελα να ευχαριστήσω την εισηγήτρια και να την συγχαρώ για την πολύ επιμελή και περιεκτική έκθεση και θα ήθελα επίσης να ευχαριστήσω και τις υπόλοιπες επιτροπές για τη συνεισφορά τους.
Βρισκόμαστε εν τω μέσω αυτής της διαδικασίας, η οποία μας επιτρέπει να επαναφέρουμε τη θέσπιση πολικών στους φορείς πολιτικής – αυτούς που έχουν την εντολή να αποφασίζουν και να προτείνουν πολιτικές σε αυτόν τον σημαντικό τομέα.
Όπως δήλωσα, έχουμε ολοκληρώσει τη διαδικασία διαβούλευσης. Είχαμε πάνω από 300 συμμετοχές κρατών μελών, περιφερειακών αρχών, οργανισμών που εκπροσωπούν ασθενείς και επαγγελματίες, καθώς και παρόχων υγειονομικής περίθαλψης – ακόμη και νοσοκομείων και μεμονωμένων πολιτών. Μολονότι υπήρχαν διαφορετικές απόψεις ανάλογα με το υπόβαθρο της κάθε συμμετοχής, ωστόσο υπήρχε μία κοινή προσέγγιση: υπάρχει προστιθέμενη αξία εάν λαμβάνεται ευρωπαϊκή δράση σε αυτό το πλαίσιο. Η συζήτηση προχωρά πέρα από την κινητικότητα των ασθενών και καλύπτει πολλούς ακόμη τομείς, όπως η ενημέρωση των ασθενών, τα δικαιώματα των ασθενών, η κινητικότητα των επαγγελματιών, η συνεργασία του βοηθητικού προσωπικού στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης, τα κέντρα αριστείας, η ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών σε όλους τους τομείς που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην αποτελεσματική διασυνοριακή υγειονομική περίθαλψη προς όφελος των ασθενών, οι πολίτες –η κύρια έννοιά μας– χωρίς να δημιουργείται περιττός φόρτος για τα υγειονομικά συστήματα στα κράτη μέλη.
Όλες αυτές οι παρεμβάσεις και η σημερινή σας έκθεση θα αποτελέσουν ένα πολύ σημαντικό σημείο αναφοράς για το επόμενο βήμα μας, το οποίο θα είναι μια συγκεκριμένη πρόταση.
Αναγνωρίζουμε ότι οι υπηρεσίες υγείας έχουν μια ιδιαιτερότητα –διαφέρουν από τις υπόλοιπες υπηρεσίες στην Ευρωπαϊκή Ένωση– και, ως εκ τούτου, αυτό που αποτελεί πρόκληση είναι ο τρόπος επιλογής μεταξύ της εσωτερικής αγοράς και των κοινωνικών αξιών και η δημιουργία ενός πλαισίου που θα μπορεί να αποφέρει οφέλη όσο αφορά, αφενός, την ελεύθερη κυκλοφορία και, αφετέρου, τον σεβασμό των υγειονομικών στόχων και των κοινωνικών αξιών, ιδιαίτερα όπως επιβεβαίωσαν πρόσφατα οι υπουργοί Υγείας στην άτυπη συνεδρίαση του Συμβουλίου στο Aachen.
Πιστεύω ότι η έκθεση του Κοινοβουλίου απεικονίζει ευρέως τα θέματα που έθιξαν πολλοί ενεχόμενοι φορείς και οι υπουργοί. Υπογραμμίζεται η ανάγκη για ανάληψη δράσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Όσον αφορά το μέσο που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε, όπως ανέφερα αρχικά, το περασμένο έτος οι υπηρεσίες υγείας αποκλείσθηκαν από το πεδίο της οδηγίας για τις υπηρεσίες μετά από αίτημα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, και η Επιτροπή κλήθηκε να καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις σχετικά με τις υπηρεσίες υγείας. Η Επιτροπή συμφώνησε με αυτήν την προσέγγιση και, συνεπώς, δεν σκοπεύει να ανοίξει εκ νέου τη συζήτηση σχετικά με μια πιθανή νέα συμπερίληψη στην οδηγία για τις υπηρεσίες. Αντιθέτως, βρισκόμαστε τώρα στα τελικά στάδια της προετοιμασίας μιας συγκεκριμένης πρότασης που αφορά τα εν λόγω θέματα. Πρόκειται για μια δέσμη διαφόρων μέτρων, αλλά το πρώτο θα περιλαμβάνει, όπως ζητείται στην έκθεση, συγκεκριμένες νομοθετικές προτάσεις σε αυτόν τον τομέα. Θα δώσουμε συνέχεια με διάφορα ακόμη βήματα.
Ωστόσο, όπως είπα, κύριος στόχος για όλους μας είναι το όφελος των ευρωπαίων πολιτών, των ευρωπαίων ασθενών, λαμβάνοντας πάντα υπόψη την αρχή της επικουρικότητας.
Harald Ettl (PSE), συντάκτης γνωμοδότησης της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων. – (DE) Κυρία Πρόεδρε, κύριε Επίτροπε, όλοι οι ευρωπαίοι πολίτες προσδίδουν μεγάλη σημασία στις υψηλής ποιότητας υπηρεσίες υγείας, και η υγεία καθίσταται ολοένα και σημαντικότερη ενόψει της γήρανσης πληθυσμού σε ολόκληρη την Ευρώπη. Οι υπηρεσίες υγείας επιδιώκουν τους ίδιους στόχους, όπως και άλλες κοινωνικές υπηρεσίες κοινής ωφελείας, και βασίζονται στην αρχή της αλληλεγγύης, στις θεμελιώδεις αξίες και στην ισότιμη πρόσβαση, ενώ παράλληλα θα πρέπει να συνεχίσουν να διασφαλίζονται η καθολικότητα, η ίση μεταχείριση και η αλληλεγγύη.
Η Επιτροπή Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων επιβεβαίωσε για ακόμη μία φορά ότι ο αποκλεισμός των υπηρεσιών υγείας από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για τις υπηρεσίες υποκινήθηκε από την επιθυμία να αναγνωριστούν οι υπηρεσίες υγείας ως ένα υψηλής αξίας αγαθό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι η προσαρμογή του αποτελέσματος της ψηφοφορίας που πραγματοποιήθηκε στην ολομέλεια της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών είναι απαραίτητη, αν δεν θέλουμε να σταλεί ένα εσφαλμένο μήνυμα όσον αφορά τη διαδικασία που είναι σε εξέλιξη. Οι εν λόγω υπηρεσίες πρέπει να αναγνωριστούν με την περαιτέρω θέσπιση νομοθεσίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο και δεν πρέπει να υπαχθούν στον ελεύθερο ανταγωνισμό.
Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένα νομικό πλαίσιο, μία πρόταση, η οποία θα μπορούσε, για παράδειγμα, να έχει τη μορφή μιας τομεακής οδηγίας για τις υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης, για την οποία θα έχουν προηγηθεί διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους και τους φορείς λήψης αποφάσεων και για την οποία θα υπάρχει η απαίτηση για σαφείς κανόνες όσον αφορά τις ευθύνες για τους τραυματισμούς που υφίστανται οι ασθενείς κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Η διαδικασία επιστροφής των εξόδων πρέπει είναι διαφανής και κατανοητή, ενώ θα πρέπει να τηρούνται ομοιόμορφα κοινωνικά, εργασιακά και ποιοτικά πρότυπα κατά την εγκατάσταση των παρόχων υπηρεσιών· οι υπηρεσίες υγείας δεν είναι οποιεσδήποτε υπηρεσίες, και πρέπει να τις χειριστούμε με προσοχή διότι, σε τελευταία ανάλυση, αφορούν και τη δική σας υγεία.
ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΤΟΥ κ. ONESTA Αντιπροέδρου
Jules Maaten (ALDE), συντάκτης γνωμοδότησης της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων. – (NL) Κύριε Πρόεδρε, εξ ονόματος της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων, και εγώ με τη σειρά μου θα ήθελα να αναφέρω τις παρατηρήσεις μου σε αυτήν τη συζήτηση. Είναι προφανές ότι οι υπηρεσίες υγείας αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ευρωπαϊκής κοινωνικής υποδομής· εάν υπάρχει κάτι που χαρακτηρίζει την Ευρώπη και την διαχωρίζει από τα υπόλοιπα μέρη είναι ο τρόπος με τον οποίο διαθέτουμε σε όλους τους πολίτες μας υψηλό επίπεδο υγειονομικής περίθαλψης, ανεξάρτητα από το προσωπικό τους υπόβαθρο.
Κατευθυντήρια αρχή μας σε όλη αυτήν τη συζήτηση είναι, συνεπώς, ότι, σε τελική ανάλυση, οι ασθενείς πρέπει να έχουν πρόσβαση σε υψηλού επιπέδου περίθαλψη και, ιδανικά, όσο το δυνατόν πιο κοντά στο σπίτι τους, καθώς αυτό φαίνεται ότι χρειάζονται οι περισσότεροι ασθενείς. Ωστόσο, υπάρχουν, βεβαίως, καταστάσεις όπου αυτό είναι αδύνατον· μπορεί να μην είναι δυνατόν εάν υπάρχουν λίστες αναμονής ή σε περίπτωση σπάνιων ασθενειών που μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο σε ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Μολονότι η υγειονομική περίθαλψη είναι κυρίως ευθύνη των κρατών μελών, η Επιτροπή Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων επικροτεί το γεγονός ότι η Επιτροπή ανέλαβε την πρωτοβουλία για την κίνηση της διαδικασίας διαβούλευσης, προκειμένου να διαπιστώσει ποιο είναι το καλύτερο σχέδιο δράσης για την ΕΕ.
Charlotte Cederschiöld, εξ ονόματος της Ομάδας PPE-DE. – (SV) Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν εξετάζουμε το θέμα της οδηγίας για τις υπηρεσίες, μολονότι όποιος ακούει τη συζήτηση μπορεί να σκεφτεί κάτι τέτοιο. Αυτό το οποίο πραγματικά εξετάζουμε είναι ο τρόπος με τον οποίο θα επιλύσουμε τα προβλήματα που αφορούν το γεγονός ότι οι υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης δεν καλύπτονται από την οδηγία για τις υπηρεσίες. Ιδιαίτερα, εξετάζουμε τον τρόπο με τον οποίο, παρά το γεγονός αυτό, οι ασθενείς και οι πάροχοι υπηρεσιών θα μπορέσουν να διατηρήσουν τα διασυνοριακά δικαιώματά τους. Τα υφιστάμενα δικαιώματα βασίζονται στις Συνθήκες και σε διάφορες νομικές υποθέσεις και δεν πρέπει να βλάπτονται μέσω του παράγωγου δικαίου, τουλάχιστον όχι χωρίς να έχουν ενημερωθεί οι πολίτες για όσα συμβαίνουν. Το θέμα δεν αφορά τόσο την εισαγωγή νέων υπηρεσιών ή νέων δικαιωμάτων αλλά την υπεράσπιση του κράτους δικαίου και των υφιστάμενων δικαιωμάτων.
Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, η εκ των προτέρων γνωστοποίηση είναι μια φυσιολογική μέθοδος περιορισμού. Εμείς στην Ομάδα του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (Χριστιανοδημοκράτες) και των Ευρωπαίων Δημοκρατών δεν θέλουμε να αυξηθεί η χρήση τής εκ των προτέρων γνωστοποίησης. Πιστεύουμε ότι οι λίγες περιπτώσεις που ενέκρινε το Δικαστήριο ως νόμιμα εμπόδια στον βασικό κανόνα της ελεύθερης κυκλοφορίας προσώπων και υπηρεσιών είναι επαρκείς.
Η εξελιγμένη υγειονομική περίθαλψη συχνά απαιτεί σχεδιασμό, με καθορισμένες δομές και χρηματοδότηση. Σε αυτόν τον τομέα, τα κράτη μέλη ίσως χρειάζεται ακόμη να έχουν κάποια ελευθερία κινήσεων.
Όπως έχουν επισημάνει πολλοί ομιλητές, υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ των κρατών μελών. Η Επιτροπή θα πρέπει να επιλέξει τα κατάλληλα μέσα για τη διαχείριση των διαφόρων τμημάτων αυτής της μεγάλης δέσμης μέτρων και να επικεντρωθεί σε λύσεις που προωθούν την κυκλοφορία, την ελευθερία και την ασφάλεια για κάθε Ευρωπαίο. Πρέπει να προστατέψουμε τους πολίτες και όχι την εθνική γραφειοκρατία. Δεν είμαστε αντίθετοι στην εξειδίκευση εντός της ΕΕ που θα έχει ως αποτέλεσμα την παροχή καλύτερης ποιοτικά περίθαλψης στους ασθενείς. Ως πολίτες της ΕΕ, πρέπει να υποστηρίξουμε διασυνοριακές λύσεις. Τις δικαιούμαστε, τόσο ως ασθενείς όσο και ως πάροχοι υπηρεσιών. Αυτές οι λύσεις υπάρχουν και πρέπει να εφαρμοστούν, ακόμη και αν η υγειονομική περίθαλψη δεν αποτελεί μέρος της οδηγίας για τις υπηρεσίες. Η Επιτροπή είναι αρμόδια να προτείνει λύσεις. Ζητώ από την Επιτροπή να κωδικοποιήσει τις νομικές υποθέσεις, να επισημάνει την ευθύνη των κρατών μελών για το περιεχόμενο της περίθαλψης και να μην δεχθεί να έχουν οι πολίτες λιγότερα δικαιώματα από ό,τι σήμερα. Το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή πρέπει να αλληλοϋποστηρίζονται.
Evelyne Gebhardt, εξ ονόματος της Ομάδας PSE. – (DE) Κύριε Πρόεδρε, κύριε Επίτροπε, εμείς σε αυτό το Σώμα ενεργήσαμε με σύνεση, όταν αποκλείσαμε τις υπηρεσίες υγείας από την οδηγία για τις υπηρεσίες, διότι επρόκειτο για ιδιαίτερες υπηρεσίες που απαιτούσαν μια ειδική ποιότητα, μια παροχή υγείας υψηλού επιπέδου, μια παροχή υγείας, η οποία πρέπει επιπλέον να οργανώνεται κατά τέτοιον τρόπο, ώστε όλοι, ανεξάρτητα από το πού ζουν ή από το πόσο μεγάλο είναι το πορτοφόλι τους, να μπορούν πράγματι να έχουν πρόσβαση σε αυτές τις υπηρεσίες υγείας.
Αυτό είναι στο επίκεντρο όσων πρέπει να πράξουμε, και για αυτόν ακριβώς τον λόγο, όπως είπαμε, δεν πρόκειται για εμπορικές υπηρεσίες, και επομένως η οδηγία για τις υπηρεσίες δεν πρέπει να εφαρμόζεται σε αυτές. Για τον λόγο αυτό, μείναμε έκπληκτοι όταν οι Φιλελεύθεροι και οι Συντηρητικοί στην επιτροπή αποφάσισαν από κοινού ότι οι υπηρεσίες υγείας πρέπει να συμπεριληφθούν εκ νέου στην οδηγία για τις υπηρεσίες. Αυτό είναι εντελώς εσφαλμένο και πρέπει να σας ζητήσω να το ξανασκεφτείτε και να αποσύρετε την απόφαση αυτή, διότι, όπως ορθά είπε ο Επίτροπος Κυπριανού, πρέπει τώρα να βρούμε μια σωστή απάντηση στα ζητήματα που αφορούν τις υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης και αυτό πρέπει να το κάνουμε, λαμβάνοντας υπόψη ολόκληρο το φάσμα των ζητημάτων που χρήζουν ρύθμισης. Αυτό είναι το καθήκον που έχουμε ενώπιόν μας, επομένως, ας κοιτάξουμε μπροστά και όχι πίσω, με στόχο να καταστήσουμε δυνατή την παροχή υπηρεσιών υγείας σε πραγματικά υψηλό επίπεδο.
Καλώ τους Συντηρητικούς και τους Φιλελεύθερους να διασφαλίσουν ότι η παράγραφος 71 θα διαγραφεί και πάλι από αυτό το ψήφισμα, το οποίο είναι κατά τα άλλα ένα πολύ καλό ψήφισμα.
Θα ήθελα να συγχαρώ την κ. Vergnaud για την έκθεσή της, καθώς οι γενικές γραμμές που έχουν ενσωματωθεί σε αυτήν την καθιστούν μια θετική και μελλοντοστραφή εργασία, η οποία μας δείχνει έναν τρόπο, με τον οποίο μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τα ζητήματα αυτά, και είμαι ιδιαίτερα ευτυχής που η Επιτροπή, διά στόματος του Επιτρόπου Κυπριανού, καθώς και οι υπουργοί στο Συμβούλιο των Υπουργών εξέφρασαν εκ βάθους καρδίας την προθυμία τους να διαβούν αυτόν τον δρόμο· ας κάνουμε λοιπόν ένα βήμα προς τα εμπρός και ας αντιμετωπίσουμε τα ζητήματα αυτά με μία ιδιαίτερα τομεακή οδηγία, φέρνοντας με τον τρόπο αυτό εις πέρας ένα καλό έργο για τους πολίτες.
Toine Manders, εξ ονόματος της Ομάδας ALDE. – (NL) Κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Επίτροπο για την εισαγωγή του και την κ. Vergnaud για την καλή συνεργασία της.
Καθώς έχω ακούσει επανειλημμένως ότι οι υπηρεσίες υγείας δεν εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιότητας της οδηγίας για τις υπηρεσίες, αναρωτιέμαι για ποιον λόγο γίνονται όλα αυτά. Η πρόταση που περιλαμβάνει το σημερινό άρθρο είναι προϊόν συμβιβασμών και, συνεπώς, έχει δοθεί η δέουσα προσοχή στον όρο για τον οποίο επιμένουν η Ομάδα του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (Χριστιανοδημοκράτες) και των Ευρωπαίων Δημοκρατών, η Σοσιαλιστική Ομάδα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Ομάδα της Συμμαχίας Φιλελευθέρων και Δημοκρατών για την Ευρώπη, δηλαδή ότι οι υπηρεσίες υγείας θα πρέπει να συμπεριληφθούν στην οδηγία για τις υπηρεσίες ως lex specialis.
Εφόσον, από ό,τι καταλαβαίνω, αυτό έχει προκαλέσει μεγάλη ταραχή, έχω καταθέσει μια τροπολογία αντικατάστασης, η οποία προβλέπει όσα ανέφερε ο Επίτροπος προ ολίγου. Εξάλλου, θα πρέπει να επιτευχθεί η σωστή ισορροπία μεταξύ της ελεύθερης κυκλοφορίας υπηρεσιών, του σεβασμού για τα δικαιώματα των ασθενών, της ελεύθερης άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος στην Ευρώπη και της ελευθερίας εγκατάστασης.
Εδώ έρχεται η νέα τροπολογία –και ελπίζω ότι η Σοσιαλιστική Ομάδα στο ΕΚ και η Ομάδα του ΕΛΚ-ΕΔ μπορούν να την δεχθούν– ότι μπορούμε να εγκρίνουμε την τροπολογία από κοινού και ότι τελικά θα καταλήξουμε σε μια νέα πρόταση που θα προβλέπει ίση μεταχείριση και αλληλεγγύη για όλους τους Ευρωπαίους, και εννοώ όλους τους Ευρωπαίους, και όλους τους ευρωπαίους ασθενείς.
Πρέπει να αποφύγουμε το σενάριο σύμφωνα με το οποίο οι ιατρικές υπηρεσίες θα θεωρούνται απλά υπηρεσίες κοινής ωφελείας, κάτι που σημαίνει ότι θα θέτονταν εκτός του πεδίου αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Συνθήκης, με αποτέλεσμα το κάθε κράτος μέλος να θεσπίσει και πάλι το δικό του σύστημα, να κλείσουν τα σύνορα, να μην υπάρχει ελευθερία, να μην αναγνωρίζονται τα δικαιώματα των ασθενών και οι πλούσιοι να πετούν έως το Πεκίνο για να λάβουν την καλύτερη δυνατή αγωγή που μπορούν να εξαγοράσουν με χρήματα αντί να αναζητούν αρωγή στην Ευρώπη.
Εάν αυτό θέλει να κάνει η Ευρώπη, τότε φρονώ ότι κινδυνεύουμε να επιστρέψουμε στον 17ο αιώνα, ο οποίος μπορεί να ήταν χρυσή εποχή, αλλά πιστεύω ότι δεν εκπροσωπεί αυτό για το οποίο αγωνίζεται να γίνει η Ευρώπη.
Συνεπώς, ελπίζω ότι η τροπολογία που έχει καταθέσει η Ομάδα των Φιλελευθέρων για την αντικατάσταση του άρθρου 71 θα λάβει ευρεία στήριξη ούτως, ώστε να μπορέσει να συνταχθεί μια ξεχωριστή οδηγία για τις υπηρεσίες υγείας, και ότι μπορούν να εγκριθούν όλες οι συμβιβαστικές τροπολογίες, κάτι που, εν πάση περιπτώσει, κάνουμε εμείς, καθώς η δέσμη είναι εξαιρετική. Ελπίζω ότι θα επιτύχουμε αυτό που προσπαθούμε.
Pierre Jonckheer, εξ ονόματος της Ομάδας Verts/ALE. – (FR) Κύριε Πρόεδρε, η Ομάδα των Πρασίνων/Ευρωπαϊκή Ελεύθερη Συμμαχία έχει δώσει την υποστήριξή της στο έργο της κ. Vergnaud, την οποία, θέλω επιπλέον να ευχαριστήσω για τη δεκτικότητά της.
Κατόπιν αυτού, πρέπει να ομολογήσω ότι προτιμούσα την πρώτη έκθεση, η οποία αποτελείτο από λιγότερες από 30 παραγράφους. Καλώ τον Επίτροπο και τους συναδέλφους μας να διαβάσουν την αιτιολογική έκθεση, η οποία δεν έχει τροποποιηθεί και η οποία πιστεύω ότι είναι πολύ πιο σαφής από τις 72 παραγράφους που έχουμε τώρα.
Η ομάδα μου υπέβαλε εκ νέου μία σειρά τροπολογιών, επιβεβαιώνοντας για ορισμένους την εξαίρεση των υπηρεσιών υγείας από την οδηγία για τις υπηρεσίες και υιοθετώντας σαφώς, για άλλους, την ανάγκη για συγκεκριμένη νομοθεσία, υπογραμμίζοντας το γεγονός ότι υπάρχει ήδη ένας αριθμός κανονισμών, κυρίως ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 883/2004, στη βάση του οποίου πραγματοποιούνται η κινητικότητα και η επιστροφή εξόδων.
Πιστεύω ότι, σε αυτήν τη συζήτηση, μπορούμε να δούμε σαφώς ότι η δυσκολία σε αυτό το θέμα, όπως και σε άλλα, είναι το πλεονέκτημα που μπορούν να κερδίσουν όχι μόνον οι εθνικές κυβερνήσεις, αλλά και εκείνοι που δραστηριοποιούνται στα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης σε κάθε χώρα, αφενός, κρατώντας τον έλεγχο της οργάνωσης και της χρηματοδότησης της υγειονομικής περίθαλψης γενικά, και, αφετέρου, μην επιτρέποντας στις αποφάσεις του Δικαστηρίου να παρέχουν ανεπιθύμητες κατευθυντήριες γραμμές. Σκέφτομαι ιδιαίτερα αυτό που περιγράφεται ως «προώθηση του ιατρικού τουρισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση». Πιστεύω, όπως και πολλοί πάροχοι υπηρεσιών, ότι αυτή είναι μία ανεπιθύμητη εξέλιξη.
Από την άλλη –και, σε αυτό το σημείο θα ήθελα επίσης να επιστήσω την προσοχή σας όχι μόνον στις τροπολογίες μας αλλά και στις τροπολογίες που παρουσίασε η Συνομοσπονδιακή Ομάδα της Ευρωπαϊκής Ενωτικής Αριστεράς/Αριστερά των Πρασίνων των Βορείων Χωρών– πιστεύω ότι πρέπει να επιβεβαιώσουμε με πολλή μεγάλη σαφήνεια την ευθύνη που έχει κάθε κράτος μέλος να εγγυάται πρόσβαση σε υψηλής ποιότητας υγειονομική περίθαλψη στους πολίτες του και σε όλους εκείνους που διαμένουν στην επικράτειά του. Δεν πιστεύω ότι είναι καλό να πρέπει να διανύουμε 300, 500 ή 2 000 χλμ. για να έχουμε, για παράδειγμα, σωστή οδοντιατρική φροντίδα, όπως συμβαίνει σήμερα. Δεν πιστεύω ότι αυτή είναι πραγματικά η καλύτερη λύση.
Σε αυτό το πνεύμα επιφυλασσόμαστε επομένως για την τελική μας ψήφο, λαμβάνοντας υπόψη την ψηφοφορία των διαφόρων τροπολογιών.
Søren Bo Søndergaard, εξ ονόματος της Ομάδας GUE/NGL. – (DA) Κύριε Πρόεδρε, όσον αφορά την υγεία, η θέση μας είναι σαφής. Φρονούμε ότι είναι θεμελιώδες δικαίωμα όλων να μπορούν να απολαμβάνουν ίσες ευκαιρίες για υψηλής ποιότητας τοπική υγειονομική περίθαλψη. Συνεπώς, θα θέλαμε επίσης να δηλώσουμε ότι κάθε κυβέρνηση σε καθένα από τα 27 κράτη μέλη της ΕΕ είναι υπεύθυνη να εξασφαλίσει ότι οι πολίτες της λαμβάνουν σωστή υγειονομική περίθαλψη. Επίσης, πιστεύουμε σθεναρά ότι οι κυβερνήσεις που δεν επιθυμούν, ή δεν μπορούν, να εξασφαλίσουν σωστή υγειονομική περίθαλψη για τους πολίτες τους δεν αξίζουν την υποστήριξή τους.
Ως εκ τούτου, είμαστε επίσης αντίθετοι στην έκθεση που συζητούμε σήμερα στο Σώμα, η οποία θα μετέφερε την ευθύνη από τις μεμονωμένες κυβερνήσεις στις δυνάμεις της αγοράς. Σίγουρα δεν είναι συμπτωματικό το γεγονός ότι η έκθεση καταλήγει καλώντας την Επιτροπή να επανεισαγάγει τις υπηρεσίες υγείας στην οδηγία για τις υπηρεσίες.
Δεν είμαστε αντίθετοι στη διασυνοριακή συνεργασία στον τομέα της υγείας. Είμαστε υπέρ της δημιουργίας στενής συνεργασίας στις συνοριακές περιοχές, εν μέρει με στόχο τη διασφάλιση της εύκολης πρόσβασης στα νοσοκομεία σε τοπικές περιοχές. Επίσης, είμαστε υπέρ της συνεργασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την υγειονομική περίθαλψη όσον αφορά σπάνιες ασθένειες. Ωστόσο, είμαστε αντίθετοι σε ένα είδος ανάπτυξης, όπου οι ασθενείς θα μεταφέρονταν σε ολόκληρη την ΕΕ σε όποιο μέρος ήταν οικονομικά πιο επωφελές για όσους πληρώνουν το κόστος. Δεχθήκαμε αυτήν τη μέθοδο για πολύ καιρό όσον αφορά τους χοίρους. Δεν πρέπει να την εισαγάγουμε όσον αφορά τους ανθρώπους ασθενείς. Εξ ονόματος της ομάδας μας, πρέπει συνεπώς να καλέσω όλους τους συναδέλφους μου να καταψηφίσουν την πρόταση στην παρούσα μορφή της.
Jens-Peter Bonde, εξ ονόματος της Ομάδας IND/DEM. – (DA) Κύριε Πρόεδρε, η υγεία είναι ένα ανθρώπινο δικαίωμα που αναγνωρίζεται από τα Ηνωμένα Έθνη. Το δικαίωμα σε υψηλού επιπέδου υγεία διασφαλίζεται από τη Συνθήκη σε σχέση με όλες τις πολιτικές της ΕΕ. Αντί της κατάργησης των επιδοτήσεων για ανθυγιεινά προϊόντα, οι υποστηρικτές της εσωτερικής αγοράς θέλουν τώρα να μετατραπεί η υγεία σε προϊόν που μπορεί να πωληθεί ελεύθερα με τους όρους της αγοράς. Αυτό θα παρείχε ένα ευρύτερο φάσμα υπηρεσιών υγείας σε όσους θα μπορούσαν να ανταποκριθούν οικονομικά σε αυτές αλλά ένα πιο περιορισμένο φάσμα σε όσους δεν θα μπορούσαν να καταβάλουν την τιμή της αγοράς. Θα παρείχε υπηρεσίες χαμηλού κόστους σε πλούσιους ανθρώπους που ταξιδεύουν σε φτωχές χώρες για να κάνουν γενικές εξετάσεις υγείας. Η οδηγία για τις υπηρεσίες θα προέβλεπε τον ανταγωνισμό όσον αφορά τους μισθούς στον τομέα της υγείας. Ξένες εταιρείες θα μπορούσαν ελεύθερα να εγκατασταθούν και να προσφέρουν υπηρεσίες υγείας οποιουδήποτε είδους. Οι δανοί φορολογούμενοι θα ήταν αναγκασμένοι να πληρώνουν τις ίδιες επιδοτήσεις σε όλους τους προμηθευτές, ανεξάρτητα από την ποιότητα και τους μισθούς που καταβάλλονται. Ίσως να στείλουμε επίσης στο μουσείο εργασίας το δανικό πρότυπο συμφωνίας με τις δημοκρατικά εγκεκριμένες συμφωνίες του. Οι πολίτες θα μπορούσαν να πηγαίνουν στις κάλπες, αλλά δεν μπορούσαμε πλέον να ψηφίσουμε υπέρ της υγειονομικής περίθαλψης για όλους. Αντίθετα, θα πρέπει να επιτρέψουμε στα ίδια τα κράτη μέλη να αποφασίσουν την ισορροπία που επιθυμούν στο σύστημα υγείας μεταξύ ιδιωτικής και δημόσιας παροχής υπηρεσιών υγείας και θα πρέπει να σεβαστούμε το δανικό μοντέλο, το οποίο προβλέπει για όλους κοινωνικά δικαιώματα και δικαιώματα υγειονομικής περίθαλψης που χρηματοδοτούνται μέσω της φορολογίας, καθώς και το πρότυπο συμφωνίας μας στην αγορά εργασίας.
Irena Belohorská (NI). – (SK) Στην έκθεσή της η εισηγήτρια αναφέρεται σε αρκετά πολύ σοβαρά θέματα που αντιμετωπίζει επί του παρόντος η ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής που αφορά την επιστροφή εξόδων για τις ιατρικές υπηρεσίες, την κινητικότητα των ασθενών ή των επαγγελματιών του κλάδου της υγείας και την ευθύνη για τυχόν σφάλματα.
Θα ήθελα να τονίσω ότι ένας ασθενής δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί τουρίστας ή αγοραστής υγειονομικής περίθαλψης. Οι ασθενείς καταφεύγουν στο εξωτερικό για υγειονομική περίθαλψη, διότι ορισμένες υπηρεσίες δεν παρέχονται στις χώρες τους ή διότι η περίοδος αναμονής είναι υπερβολικά μακρά. Ο κίνδυνος να γίνει η παροχή ιατρικών υπηρεσιών αντικείμενο ιατρικού τουρισμού είναι ισχνός. Οι ασθενείς θα προτιμούσαν να έχουν αρωγή σε ένα οικείο περιβάλλον κοντά στους συγγενείς τους, όπου κατανοούν τη γλώσσα. Σύμφωνα με στατιστικές, η κινητικότητα των ασθενών αντιστοιχεί σε περίπου 1% των υπηρεσιών υγείας. Ωστόσο, δεδομένων των εγγυήσεων για την ελεύθερη κυκλοφορία ατόμων, αυτό το ποσοστό σίγουρα θα αυξηθεί στο μέλλον. Δεν μπορεί να υπάρχει ελεύθερη κυκλοφορία ατόμων χωρίς πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας. Συνεπώς, είναι καθήκον μας να εξασφαλίσουμε αυτήν την πρόσβαση χωρίς περίπλοκες διαπραγματεύσεις με ασφαλιστικές εταιρείες. Αυτή η λύση θα ήταν επίσης συνεπής με την εγγύηση της ισότητας δικαιωμάτων των πολιτών σε ολόκληρη την επικράτεια της ΕΕ.
Δεν γίνεται στην έκθεση καμία αναφορά στις διαφορές μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τις πιθανότητες του ατόμου να επιβιώσει. Γιατί οι Σλοβάκες που πάσχουν από καρκίνο του μαστού έχουν 30% λιγότερες πιθανότητες ανάρρωσης σε σύγκριση με τις Σουηδέζες; Γιατί οι πολωνοί ασθενείς που πάσχουν από καρκίνο του ορθού έχουν 30% λιγότερες προοπτικές επιβίωσης σε σύγκριση με τους γάλλους ασθενείς;
Για πολύ κόσμο, η κινητικότητα των ασθενών (μολονότι σε ποσοστό μόλις 1%) φαίνεται ότι είναι βασικό πρόβλημα. Ωστόσο, κανείς δεν ενδιαφέρεται για το γεγονός ότι πολλοί ιατροί και νοσηλευτές έχουν εγκαταλείψει τα δώδεκα νέα κράτη μέλη. Γιατί τους απασχολεί τόσο πολύ το πρόβλημα της κινητικότητας των ασθενών και, παρόλα αυτά, παραβλέπουν την κινητικότητα των ιατρών;
Καλώ την Επιτροπή να συντάξει ένα νέο σχέδιο στρατηγικής που θα προτείνει μια λύση για το εν λόγω θέμα στο μέλλον, προωθώντας την ηλεκτρονική υγεία, την εξάλειψη των διαφορών μεταξύ των κρατών μελών και τη χρήση διαρθρωτικών κονδυλίων για την υγειονομική περίθαλψη.
Marianne Thyssen (PPE-DE). – (NL) Κύριε Πρόεδρε, κύριε Επίτροπε, κυρίες και κύριοι, ο τίτλος της έκθεσης πρωτοβουλίας που συζητούμε αναφέρει τον λόγο που συντάχθηκε: τον αποκλεισμό των υπηρεσιών υγείας από την οδηγία για τις υπηρεσίες. Θα ήθελα να σας υπενθυμίσω το γεγονός ότι αυτός ο αποκλεισμός ήταν αποτέλεσμα της απόφασης που έλαβε η ευρεία πλειοψηφία του Σώματος, μια απόφαση στην οποία τόσο η Επιτροπή όσο και το Συμβούλιο μάς παρείχαν την ομόφωνη στήριξή τους.
Κατά τη γνώμη μου, ήταν μια σωστή απόφαση, πρώτον διότι οι υπηρεσίες υγείας δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με τον ίδιο τρόπο όπως οι παραδοσιακές εμπορικές υπηρεσίες· δεύτερον, διότι ο ασθενής δεν είναι καταναλωτής· και τρίτον, διότι τα κράτη μέλη έχουν τη βασική εξουσία και αρμοδιότητα όσον αφορά την οργάνωση και τη χρηματοδότηση της υγειονομικής περίθαλψης στην επικράτειά τους. Συνεπώς, ελπίζω ότι την Τετάρτη θα μπορέσουμε να αποφανθούμε επί ενός συνεπούς ψηφίσματος σε αυτόν τον τομέα.
Εντωμεταξύ, οι υπηρεσίες υγείας παραμένουν, βεβαίως, υπηρεσίες όπως τις ορίζει η Συνθήκη και ως τέτοιες, ισχύουν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες της Συνθήκης. Αρνούμαστε, όπως συνέβη στην περίπτωση της οδηγίας για τις υπηρεσίες την περίοδο εκείνη, να εναποθέσουμε τα πάντα στο Δικαστήριο, και για μία ακόμη φορά είμαστε αναγκασμένοι να εναρμονίσουμε διάφορους στόχους. Η εσωτερική αγορά θα πρέπει να λειτουργεί όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικά, ενώ θα πρέπει να υπάρξουν περιθώρια για μια πολιτική για την υγεία που θα είναι με κάθε τρόπο δικαιολογημένη. Αυτό που πρέπει να λάβουμε υπόψη είναι η έννοια της ισορροπίας και της ασφάλειας δικαίου.
Η κωδικοποίηση της υφιστάμενης νομολογίας σχετικά με τα δικαιώματα και τα καθήκοντα τόσο των κινούμενων ασθενών όσο και των κινούμενων παρόχων υπηρεσιών είναι σίγουρα απαραίτητη, αλλά δεν είναι αρκετή. Εξακολουθεί να είναι πρόκληση η δημιουργία προστιθέμενης αξίας για τους πολίτες όσον αφορά την ποιότητα της περίθαλψης και την εξασφάλιση παρεκκλίσεων για τα κράτη μέλη, δίνοντάς τους έτσι τη δυνατότητα, όπως και στο παρελθόν, να είναι υπεύθυνα για τις επιλογές πρέπει να κάνουν.
Δεν έχουμε ακόμη επιτύχει ομοφωνία σχετικά με όσα θα πρέπει να καλύπτει η ευρωπαϊκή νομοθεσία και τη χρήση των μέσων για αυτό, αλλά είμαι πεπεισμένη ότι αυτή η έκθεση, η έρευνα που έχει οργανώσει ο Επίτροπος και, επίσης, το πρότερο ψήφισμα σχετικά με την κινητικότητα των ασθενών συμβάλλουν ουσιαστικά στην περαιτέρω ανάπτυξη πολιτικής σε αυτόν τον τομέα, και αναμένουμε τις πρωτοβουλίες του Επιτρόπου σε αυτό το πλαίσιο.
Robert Goebbels (PSE). – (FR) Κύριε Πρόεδρε, κύριε Επίτροπε, κυρίες και κύριοι, η αρχική έκθεση της αξιότιμης συναδέλφου μου, κ. Vergnaud, θα έπρεπε, θεωρητικά, να εξασφαλίσει την υποστήριξη όλων των βουλευτών.
Ο στόχος της διευκόλυνσης όλων –όλων στην Ευρώπη– να λαμβάνουν επαρκή υγειονομική περίθαλψη όταν μετακινούνται στην Ευρώπη, για επαγγελματικούς και ιδιωτικούς λόγους, απλά εμπίπτει στο πεδίο της ελεύθερης κυκλοφορίας.
Ωστόσο, το δικαίωμα κινητικότητας των ασθενών μπορεί να διασφαλιστεί μόνον αν τα κράτη μέλη της ΕΕ διατηρήσουν την εξουσία να ρυθμίζουν αυτές τις υπηρεσίες υγείας, ώστε να μπορούν να ελέγχουν τη χρηματοδότησή τους, διότι, ενώ η υγεία δεν έχει τιμή, έχει ένα κόστος, και μάλιστα ένα αυξανόμενο κόστος. Αυτό το κόστος γίνεται ολοένα και πιο σημαντικό, και υπάρχει ο κίνδυνος να γίνει αδύνατη η διαχείριση της χρηματοδότησης της κοινωνικής προστασίας και των υπηρεσιών υγείας για όλους σε όλα τα κράτη μέλη μας.
Ορισμένες πολιτικές δυνάμεις σε αυτό το Κοινοβούλιο έχουν μια υπεραπλουστευτική απάντηση σε αυτήν την ανησυχία, την οποία συμμερίζονται πρακτικά όλοι οι υπουργοί Υγείας: αφήστε την αγορά ήσυχη και εμπιστευτείτε τη χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφάλισης στις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες.
Υποψιάζομαι επίσης ότι Επίτροπος Κυπριανού συμμερίζεται αυτές τις κάπως υπερφιλελεύθερες απόψεις. Είπε στη Figaro ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ των ευρωπαϊκών υπηρεσιών υγείας είναι αναπόφευκτος και στους Financial Times, ότι οι πολίτες έχουν επιλογές ως αγοραστές.
Η Σοσιαλιστική Ομάδα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν συμμερίζεται αυτήν την άποψη. Είναι υπέρ του δικαιώματος στην υγειονομική περίθαλψη για όλους σε ολόκληρη την Ευρώπη, αλλά είναι κατά της δημιουργίας μίας αγοράς που θα επιτρέπει στους πλουσιότερους να λαμβάνουν την καλύτερη δυνατή περίθαλψη, ενώ οι φτωχότεροι και λιγότερο διακινούμενοι θα έχουν δικαίωμα μόνον σε ένα ελάχιστο επίπεδο περίθαλψης.
Εκείνοι που πιστεύουν ότι η αγορά, και μόνον η αγορά, θα μπορούσε να εγγυηθεί υψηλής ποιότητας υγειονομική περίθαλψη για όλους πρέπει να αναλογιστούν την κατάσταση στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σε αυτήν τη μεγάλη χώρα, το κόστος της υγειονομικής περίθαλψης είναι το υψηλότερο στον κόσμο, δηλαδή περίπου 15% του ΑΕγχΠ, ή πρακτικά διπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ωστόσο, αυτό το πολύ ακριβό σύστημα αποκλείει έναν ολοένα και αυξανόμενο αριθμό αμερικανών πολιτών: το 2006, 46,6 εκατομμύρια Αμερικανών δεν είχαν καμία ιατρική ασφάλιση. Αυτό ασφαλώς δεν είναι ένα παράδειγμα που πρέπει να ακολουθήσει η Ευρώπη.
Antonyia Parvanova (ALDE). – (EN) Κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα και εγώ να ευχαριστήσω την κ. Vergnaud για την υπέροχη συνεργασία που είχαμε κατά την προετοιμασία αυτής της έκθεσης. Το Κοινοβούλιο ενέκρινε πρόσφατα ένα ψήφισμα σχετικά με τη διασυνοριακή υγειονομική περίθαλψη, και σήμερα συζητούμε άλλο ένα. Γιατί; Διότι, καθώς η υγειονομική περίθαλψη και οι υπηρεσίες υγείας αποτελούν ζήτημα για την Ευρώπη, ο αποκλεισμός των υπηρεσιών υγείας από την οδηγία για τις υπηρεσίες μάς αναθέτει το καθήκον να εξασφαλίσουμε ότι στη μελλοντική νομοθεσία οι πολίτες θα έχουν πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη ανεξάρτητα από κρατικά σύνορα.
Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου αναγνώρισε ρητά την εφαρμογή των αρχών και των ελευθεριών της εσωτερικής αγοράς όταν οι ασθενείς αναζητούν θεραπεία στο εξωτερικό. Θα πρέπει να εξασφαλίσουμε κοινά επίπεδα ασφάλειας και ποιότητας των υπηρεσιών υγείας και την πρακτική εφαρμογή των δικαιωμάτων των ασθενών και των πολιτών σε όλη την ΕΕ. Τα δικαιώματα των ασθενών θα πρέπει να είναι μέρος της μελλοντικής κοινοτικής νομοθεσίας για την υγεία. Θα πρέπει να αναγνωρίσουμε τις δύο διαστάσεις της διασυνοριακής κινητικότητας και να εξασφαλίσουμε ότι θα εξαλειφθούν οι αδικαιολόγητες καθυστερήσεις για τους ασθενείς και τους επαγγελματίες του κλάδου της υγείας. Οι ασθενείς θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε καινοτόμες θεραπείες και τεχνολογίες για την υγεία τους. Θα πρέπει να ελέγχουμε τη διαδικασία και να δημιουργήσουμε ένα περιβάλλον για την ενίσχυσή της.
Στην ιατρική πρακτική απαιτείται ασφάλεια δικαίου, όπως και το δικαίωμα εγκατάστασης προκειμένου να εξασφαλισθούν πρότυπα υψηλής ασφάλειας και ποιότητας. Η ισχύουσα νομοθεσία της ΕΕ δεν καλύπτει το ρυθμιστικό κενό. Η Επιτροπή θα πρέπει να εισαγάγει μια πρωτοβουλία για την τήρηση των ανωτέρω αρχών.
Kartika Tamara Liotard (GUE/NGL). – (NL) Κύριε Πρόεδρε, πριν από δύο έτη, όταν συζητούσαμε την οδηγία για τις υπηρεσίες και ήμουν εισηγήτρια του Σώματος για την υγειονομική περίθαλψη, πρότεινα τον αποκλεισμό των υπηρεσιών υγείας από την οδηγία για τις υπηρεσίες, συμβουλή την οποία στη συνέχεια ακολούθησε το Σώμα. Με θλίβει βαθύτατα το γεγονός ότι, καθώς υπάρχει τώρα πρόταση για την αναίρεση αυτού, το Κοινοβούλιο, εάν εγκρίνει αυτήν τη μεταστροφή, θα χάσει κάθε ίχνος αξιοπιστίας που διαθέτει.
Δεν αναφέρομαι μόνον στην απεχθή τροπολογία του κ. Manders για την επαναφορά των υπηρεσιών υγείας στο πεδίο αρμοδιότητας της οδηγίας για τις υπηρεσίες –φαίνεται, ωστόσο, ότι μασάει κάπως τα λόγια του, αλλά η ουσία όσων είπε παραμένει η ίδια– αλλά επίσης θεωρώ ότι η γενικότερη ιδέα μιας ευρωπαϊκής οδηγίας για τις υπηρεσίες υγείας αποτελεί υπερβολική παρέμβαση.
Αναμφίβολα, πρέπει να κατατεθεί πρόταση, προκειμένου να εξασφαλισθεί το δικαίωμα των ασθενών να διασχίζουν τα σύνορα με ευπρεπή τρόπο, αλλά αυτό δεν θα πρέπει να οδηγήσει στο να παραμελήσουν τα κράτη μέλη τις ευθύνες τους για την παροχή ποιοτικής περίθαλψης στη σωστή ποσότητα. Οι ασθενείς προτιμούν να περιθάλπονται σωστά, κοντά στο σπίτι τους και τις οικογένειές τους. Η νομική διελκυστίνδα σίγουρα δεν θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογία για την ελευθέρωση των υπηρεσιών υγείας στην ΕΕ.
Οι υπηρεσίες υγείας έχουν συγκεκριμένη θέση στην κοινωνία. Η προσβασιμότητα και η ποιότητα, αντί για το κέρδος, θα πρέπει να παραμένουν πάντα οι κύριες προτεραιότητες. Η περίθαλψη δεν είναι αγορά, και η Ευρώπη δεν θα πρέπει να προσπαθεί να την μετατρέψει σε αγορά. Το άρθρο 152 της Συνθήκης ορίζει ότι η υγειονομική περίθαλψη είναι θέμα των κρατών μελών και σίγουρα έτσι πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να παραμείνει προς όφελος των ασθενών και των εργαζομένων στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης.
Jeffrey Titford (IND/DEM). – (EN) Κύριε Πρόεδρε, η εν λόγω έκθεση υποστηρίζει σοβαρά ότι η διασυνοριακή υγειονομική περίθαλψη θα πρέπει να γίνει πραγματικότητα στο πλαίσιο της οδηγίας για τις υπηρεσίες. Δηλώνει ότι «τα κράτη μέλη θα πρέπει να αντιμετωπίζουν τους κατοίκους άλλου κράτους μέλους ισότιμα όσον αφορά την πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, ανεξαρτήτως του εάν είναι ιδιωτικοί ασθενείς ή όχι». Δηλώνει επίσης ότι θα πρέπει να υπάρξει «κωδικοποίηση της υφιστάμενης νομολογίας για την επιστροφή των εξόδων διασυνοριακής υγειονομικής περίθαλψης».
Ας είμαστε σαφείς σχετικά με το πραγματικό νόημα αυτών των δύο δηλώσεων όσον αφορά τη Βρετανία. Η πρώτη αναφέρει ότι ένας επισκέπτης ή μετανάστης από άλλο κράτος μέλος της ΕΕ, ο οποίος δεν έχει πληρώσει πεντάρα στην Εθνική Υπηρεσία Υγείας, θα πρέπει να έχει το δικαίωμα ίσης πρόσβασης στην υγειονομική περίθαλψη με έναν βρετανό κάτοικο που πληρώνει φόρους και εθνική ασφάλιση καθ’ όλα τα χρόνια εργασίας του, και συνεπάγεται καθυστέρηση της θεραπείας τους. Η δεύτερη δήλωση ανοίγει την πόρτα στην ΕΕ για να παραμερίσει τις εθνικές κυβερνήσεις και να θεσπίσει νόμο σχετικά με τον τρόπο επιστροφής των εξόδων διασυνοριακής υγειονομικής περίθαλψης, ο οποίος αναπόφευκτα θα αφορά και τον τρόπο χρηματοδότησης και διαχείρισης της υγειονομικής περίθαλψης γενικότερα. Ένα ενιαίο σύστημα υγειονομικής περίθαλψης διαχειριζόμενο από την ΕΕ είναι ένας εφιάλτης που δύσκολα μπορούμε να συλλογιστούμε· δεν πρέπει ποτέ να αφήσουμε κάτι τέτοιο να ξεσπάσει στον ανυποψίαστο κόσμο.
Malcolm Harbour (PPE-DE). – (EN) Κύριε Πρόεδρε, οι υπηρεσίες υγείας θα παραμείνουν στη δικαιοδοσία των κρατών μελών και οι οργανισμοί υγειονομικής περίθαλψης θα είναι αρμοδιότητα των κυβερνήσεων των κρατών μελών. Όμως, αυτό δεν εμποδίζει τους πολίτες μας να ταξιδεύουν, να αρρωσταίνουν ενώ ταξιδεύουν, να μετακομίζουν μόνιμα σε άλλες χώρες και να επιθυμούν πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη – αυτό είναι ίσως κάτι που ο κ. Titford θα ήθελε να αναλογιστεί σε μια πιο ήσυχη στιγμή.
Θέλω να ευχαριστήσω την κ. Vergnaud για την έκθεσή της. Πρόκειται για μια εξαιρετικά περιεκτική έκθεση. Συμβάλλει με πολύ θετικό τρόπο στο έργο που εσείς, κύριε Επίτροπε, ξεκινήσατε και είναι εξαιρετικά έγκαιρη. Είναι αρκετά σαφές ότι οι υπηρεσίες υγείας δεν πρόκειται να εισαχθούν εκ νέου στην οδηγία για τις υπηρεσίες. Σίγουρα θα υποστηρίξουμε την πρόταση συμβιβασμού που ο κ. Manders θα καταθέσει αύριο, η οποία θα το ξεκαθαρίζει αυτό.
Αυτό δεν θα πρέπει να μας αποσπάσει από το να εξετάσουμε ορισμένα πραγματικά σημαντικά θέματα που αναφέρονται σε αυτήν την πρόταση, διότι όλο και περισσότεροι πολίτες πρόκειται να αμφισβητήσουν τα όρια του συστήματος. Μία από τις αποφάσεις-ορόσημα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου οφείλεται σε μια βρετανίδα ασθενή που ταξίδεψε σε άλλη χώρα, προκειμένου να υποβληθεί σε εγχείριση αντικατάστασης κεφαλής ισχίου λόγω του γεγονότος ότι το δικό της σύστημα υγείας –δυστυχώς στη χώρα μου– δεν μπορούσε να παράσχει αυτήν τη θεραπεία εντός ενός αποδεκτού χρονικού πλαισίου. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε υπέρ της και αυτό είναι κάτι που ο Επίτροπος θα αναλογιστεί. Δεν είμαι αντίθετος ως προς τη βάση αυτής της απόφασης, διότι θεωρώ ότι πρόκειται για ένα δικαίωμα που θα πρέπει να έχουν οι πολίτες σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Όμως, θα υπάρξουν πολύ δύσκολα ζητήματα που μόλις αρχίζουμε να αντιμετωπίζουμε. Οι καινοτόμες θεραπείες που ανέφερε ένας από τους προηγούμενους ομιλητές, ιδιαίτερα στον τομέα του καρκίνου, θέτουν ήδη πολύ δύσκολα ζητήματα για τις δημόσιες υπηρεσίες υγείας. Δαπανηρές, ειδικές θεραπείες που παρατείνουν τη ζωή: τι συμβαίνει εάν είναι διαθέσιμες σε κάποια άλλη χώρα αλλά όχι στη δική μας χώρα, και ταξιδεύουμε σε αυτήν τη χώρα αναζητώντας αυτό το είδος θεραπείας, προκειμένου να παρατείνουμε τη ζωή μας;
Πρόκειται για μια σημαντική έκθεση. Είναι ένα ζήτημα με το οποίο θα ερχόμαστε αντιμέτωποι όλο και πιο συχνά. Σας την συνιστώ και ελπίζω ότι ο Επίτροπος θα απαντήσει με ευφάνταστο τρόπο.
Harlem Désir (PSE). – (FR) Κύριε Πρόεδρε, θέλω να ξεκινήσω ευχαριστώντας την εισηγήτριά μας, κ. Vergnaud, η οποία δυστυχώς είχε πολλή δουλειά με την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών διότι, όπως μας επεσήμανε ο Επίτροπος Κυπριανού, έχουμε, αφενός, τη νομολογία, δηλαδή, στην πράξη, τις συνθήκες όπως ερμηνεύονται από το Δικαστήριο, και, αφετέρου, τη θέση που υιοθέτησε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας σχετικά με την οδηγία για τις υπηρεσίες, μια θέση που δήλωνε ξεκάθαρα ότι έπρεπε να γίνει μία επιλογή μεταξύ αυτού που εμπίπτει στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς και αυτού που, χάριν της υπεράσπισης των κοινωνικών αξιών της Ένωσης, πρέπει να εμπίπτει σε άλλους μηχανισμούς.
Πιστεύω, στην πραγματικότητα, ότι η Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών –όχι μόνον ο κ. Manders, δυστυχώς, καθώς, για να υπάρξει πλειοψηφία, έπρεπε να το υποστηρίξουν και οι βουλευτές της Ομάδας του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (Χριστιανοδημοκράτες) και των Ευρωπαίων Δημοκρατών και της Ομάδας της Συμμαχίας Φιλελευθέρων και Δημοκρατών για την Ευρώπη– έκανε κάτι πολύ λυπηρό επιδιώκοντας να επανεισαγάγει τις υπηρεσίες υγείας στο πλαίσιο της οδηγίας για τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά: στην πραγματικότητα, σε καμία από τις χώρες μας δεν συμπεριλαμβάνονται οι εμπορικές υπηρεσίες και οι κατασκευές, αφενός, και οι νοσοκομειακές υπηρεσίες και οι υπηρεσίες των ασθενών, αφετέρου, στην ίδια νομοθεσία. Ισχύουν εντελώς διαφορετικές λογικές.
Είναι αλήθεια, καταρχάς, ότι πρέπει να ενεργούμε σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, με τους μηχανισμούς για τη χρηματοδότηση των κοινωνικών συστημάτων μας και με τους μηχανισμούς χορήγησης αδειών ιδρυμάτων υγειονομικής περίθαλψης, αλλά πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη τον ευρωπαϊκό χώρο και την κυκλοφορία σε αυτόν τον χώρο και, επομένως, να προωθήσουμε την πρόσβαση όλων στις υπηρεσίες υγείας. Αυτό, ωστόσο, πρέπει να εμπίπτει στο πλαίσιο συγκεκριμένων μηχανισμών. Αυτός είναι ο λόγος που, ακριβώς όπως τις χρειαζόμαστε για τις κοινωνικές υπηρεσίες κοινής ωφελείας και, επίσης, ακριβώς όπως τις χρειαζόμαστε για όλες τις άλλες υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος, πιστεύω ότι χρειαζόμαστε συγκεκριμένες οδηγίες, παράλληλα με την οδηγία σχετικά με τις εμπορικές υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά.
Ελπίζω όχι μόνον ότι ο συμβιβασμός θα καταστήσει δυνατόν να διευκρινίσουμε το γεγονός ότι οι υπηρεσίες υγείας δεν περιλαμβάνονται στην οδηγία για τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά αλλά επίσης ότι θα απαιτήσουμε μια συγκεκριμένη οδηγία σχετικά με τις υπηρεσίες υγείας.
Eva-Britt Svensson (GUE/NGL). – (SV) Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που δύο μεγάλες πολιτικές ομάδες κατέληξαν σε συμβιβασμό σχετικά με την οδηγία για τις υπηρεσίες, και ορισμένοι περιέγραψαν ως μεγάλη επιτυχία το γεγονός ότι εξαιρέθηκαν η υγειονομική περίθαλψη και οι ιατρικές υπηρεσίες. Ωστόσο, γίνεται τώρα μια προσπάθεια εισαγωγής αυτής της απορρύθμισης από την πίσω πόρτα, και σε αυτήν την περίπτωση η ιατρική και υγειονομική περίθαλψη θα έπαυαν να είναι ανθρώπινα δικαιώματα και θα μετατρέπονταν σε προϊόντα της αγοράς.
Σύμφωνα με τις Συνθήκες, η ιατρική και υγειονομική περίθαλψη είναι αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών, και δεν απαιτείται ούτε επιθυμείται νομοθεσία σε επίπεδο ΕΕ. Η συνεργασία είναι καλή, σε αντίθεση με τη νομοθεσία, σε αυτήν την περίπτωση.
Ελπίζω ότι όσοι πίστευαν πως έπρεπε να επικροτηθεί η αφαίρεση των ιατρικών υπηρεσιών και των υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης από την οδηγία για τις υπηρεσίες θα εξασφαλίσουν την παγίωση αυτής της επιτυχίας υποστηρίζοντας τις τροπολογίες της Συνομοσπονδιακής Ομάδας της Ευρωπαϊκής Ενωτικής Αριστεράς/Αριστεράς των Πρασίνων των Βορείων Χωρών κατά την ψηφοφορία.
Othmar Karas (PPE-DE). – (DE) Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι, ελπίζω ότι όλοι όσοι ψήφισαν υπέρ της παραγράφου 71 στην επιτροπή, αντιλαμβάνονται τουλάχιστον τώρα πόσο ζημίωσαν τη συζήτηση, διότι τώρα συζητούμε περισσότερο για τη σχετική μεθοδολογία από ό,τι για το ουσιαστικό ζήτημα.
Σκόπιμα αποκλείσαμε τις υπηρεσίες υγείας και κοινωνικής περίθαλψης από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για τις υπηρεσίες. Γιατί το κάναμε αυτό; Διότι η αλήθεια είναι ότι δεν πρόκειται για την ελεύθερη αγορά σε αντιδιαστολή με τα εθνικά συμφέροντα αλλά για την εκ μέρους μας κατανόηση της ευπάθειας που κρύβουν ο τομέας της υγείας και οι κοινωνικές υπηρεσίες, καθώς και για την προθυμία μας να ρυθμίσουμε τους εν λόγω τομείς με πολύ συγκεκριμένους τρόπους παρά να τους αξιολογήσουμε αποκλειστικά υπό το πρίσμα της λειτουργίας της αγοράς.
Αυτό που πρέπει απλώς να κάνουμε είναι να προσδιορίσουμε για ποιες υπηρεσίες υγείας μιλούμε στην πραγματικότητα, να αποφασίσουμε ποιες υπηρεσίες υπόκεινται στην αρχή της επικουρικότητας, διότι οι υπηρεσίες αυτές δεν μπορούν στην πραγματικότητα, λόγω του χαρακτήρα τους, να θεωρηθούν συνήθεις υπηρεσίες, υποκείμενες στη λειτουργία της αγοράς, και πρέπει επίσης να προστατεύσουμε τους πολίτες.
Ειλικρινά σας μιλάω, με λυπεί πολύ το γεγονός ότι η ψηφοφορία σχετικά με την τροπολογία των Φιλελευθέρων στην Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών έκανε την κατάσταση αβέβαιη· η συντριπτική πλειοψηφία του Σώματος απορρίπτει την παράγραφο 71, και σε αυτήν συμπεριλαμβανόμαστε και εμείς, καθώς συνεπάγεται ένα βήμα προς τα πίσω, και επιθυμούμε να συμβάλουμε ενεργά στη διαδικασία διαβούλευσης σχετικά με τη ρύθμιση, την οποία δρομολόγησε η οδηγία για τις υπηρεσίες.
Ας μην συγχέουμε διαρκώς την κινητικότητα των ασθενών με τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε την ελευθερία παροχής υπηρεσιών. Η κινητικότητα των ασθενών είναι αδιαμφισβήτητη. Το ζήτημα της ρύθμισης της ελευθερίας των επιχειρηματιών για την παροχή υπηρεσιών απαιτεί διαφοροποιημένη ρύθμιση και προσεκτικό χειρισμό, και τα κράτη μέλη δεν πρέπει να απαλλαγούν από τις σχετικές ευθύνες τους, διότι αυτά είναι που πρέπει να διασφαλίσουν τα υψηλής ποιότητας πρότυπα – και όχι όσοι θεσπίζουν ευρωπαϊκούς νόμους.
Edit Herczog (PSE). – (HU) Επικροτώ το γεγονός ότι, τη στιγμή που αρκετά κράτη μέλη της ΕΕ εργάζονται για τη μεταρρύθμιση των συστημάτων υγειονομικής περίθαλψής τους, το ΕΚ θα εξετάζει το θέμα σε μια ξεχωριστή έκθεση, και συγχαίρω τη συνάδελφό μου, κ. Vergnaud, για το έργο της.
Η υγειονομική περίθαλψη είναι ένας τομέας όπου επικρατεί όλο και περισσότερο ένταση μεταξύ των κοινωνικών και οικονομικών ευκαιριών και υποχρεώσεων. Η τεχνολογική και ψηφιακή επανάσταση του σύγχρονου κόσμου μάς ταλανίζει με πολλές υποσχόμενες λύσεις στον τομέα της πρόληψης, της αγωγής και της περίθαλψης, αλλά το υψηλό κόστος της προόδου είναι απαγορευτικό για πολλούς. Μπορούμε να πούμε ότι καθήκον της κοινωνικής Ευρώπης, μιας Ευρώπης της αλληλεγγύης, είναι να εξασφαλίσει ότι όλοι οι πολίτες της ΕΕ θα μπορούν να έχουν πρόσβαση σε προηγμένες ιατρικές υπηρεσίες ανεξάρτητα από την εθνικότητα, το εισόδημα ή τα εθνικά σύνορά τους.
Σίγουρα η δημόσια υγεία δεν είναι μια οικονομική, βιομηχανική ή εμπορική υπηρεσία. Ωστόσο, οι υπηρεσίες που στηρίζουν και κινούνται γύρω από την υγειονομική περίθαλψη είναι σχεδόν αποκλειστικά τομείς που είναι προσανατολισμένοι στο κέρδος, και μάλιστα χρειάζονται τα κέρδη τους για να στηρίξουν περαιτέρω την έρευνα και την ανάπτυξη, καθώς και την καινοτομία.
Η Ευρώπη, και εμείς οι ευρωπαίοι πολιτικοί, πρέπει συνεπώς να εξεύρουμε επίσης μία λύση, για να εξασφαλίσουμε ότι οι αγορές για την πρόληψη, τη διατροφή, τη διασκέδαση, τα διαγνωστικά μέσα ή τα φάρμακα και τα ιατρικά όργανα δεν θα βασίζονται μόνον στους ήδη περιορισμένους πόρους της δημόσιας υγείας για να αναπτυχθούν.
Μολονότι μόλις τώρα αναζητούμε λύσεις για τις παραπάνω προκλήσεις, είναι βέβαιο ότι προϋπόθεση για κάθε λύση είναι ο επιμερισμός του βάρους ως κάτι που είναι ευθύνη και των 485 εκατ. κατοίκων. Είναι απαράδεκτο, για παράδειγμα, ότι στην Ουγγαρία υπάρχουν 1 εκατ. άνθρωποι, και όχι αναγκαστικά οι πιο φτωχοί, οι οποίοι κάνουν χρήση της καθολικής υγειονομικής περίθαλψης χωρίς να πληρώνουν τίποτα για τα κοινά κονδύλια. Η κοινωνική και οικονομική αλληλεγγύη απαιτεί εργαζόμενοι και εργοδότες να συμβάλλουν στην πραγματοποίηση της ασφάλειας δικαίου και της ισότητας ενώπιον του νόμου.
Δημήτριος Παπαδημούλης (GUE/NGL). – Κύριε Πρόεδρε, η παροχή υγειονομικής περίθαλψης είναι ένα δημόσιο αγαθό και δεν μπορεί να αφεθεί στην ασυδοσία της ελεύθερης αγοράς, Το κατάλληλο πλαίσιο για την αντιμετώπιση της κινητικότητας των ασθενών υπάρχει: είναι οι κανονισμοί 1408 και 883 του 2004. Όλα τα προβλήματα μπορούν να ρυθμιστούν μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, όχι με την ανατροπή του.
Η αντιμετώπιση των υπηρεσιών υγείας α λα Bolkenstein θα οδηγήσει σε υποβάθμιση της ποιότητας των υπηρεσιών υγείας, σε συμπίεση των δημόσιων υπηρεσιών προς όφελος των ιδιωτικών και, φυσικά, σε μείωση της υγειονομικής προστασίας για τους κοινωνικά ασθενέστερους.
Η προσπάθεια να ενταχθούν οι υπηρεσίες υγείας «από την πίσω πόρτα» στην οδηγία Bolkenstein με την περίφημη οδηγία Manders ή και με την τροποποιημένη οδηγία που παζαρεύεται στα παρασκήνια, πρέπει να απορριφθεί κατηγορηματικά.
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το οποίο πριν λίγους μήνες άλλα ψήφισε σ’ αυτό το θέμα, η στάση είναι σοβαρό θέμα αξιοπιστίας και συνέπειας. Ελπίζω να μην πούμε άλλα αυτήν τη φορά.
Zuzana Roithová (PPE-DE). – (CS) Κυρίες και κύριοι, τα κράτη μέλη πρέπει να σεβαστούν τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και η Επιτροπή πρέπει να τις ενσωματώσεις στους κανονισμούς για την κοινωνική ασφάλεια. Αναφέρομαι στο δικαίωμα επιστροφής των εξόδων που έχουν καταβληθεί για υγειονομική περίθαλψη στο εξωτερικό. Όταν οι ασθενείς λαμβάνουν πρώτες βοήθειες, δεν χρειάζεται να ζητήσουν πρώτα την έγκριση της ασφαλιστικής εταιρείας τους. Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη πρέπει να συμφωνήσουν σχετικά με το τι θεωρείται μη επείγουσα περίθαλψη για την οποία ο ασθενής πρέπει να ζητήσει πρώτα συναίνεση. Το περασμένο έτος, το Κοινοβούλιο υπέκυψε σε ψευδή επιχειρήματα και, υπό την πίεση της αριστεράς, των σωματείων και ορισμένων κυβερνήσεων, αφαίρεσαν την υγειονομική περίθαλψη από την οδηγία για τις υπηρεσίες. Συνεπώς, το δικαίωμα αυτό πρέπει εφαρμοστεί διά νόμου, εφόσον ο κανονισμός αριθ. 1408 που υφίσταται από το 1977 δεν έχει επικαιροποιηθεί.
Η ιδέα ότι η κινητικότητα θα οδηγούσε στην επιδείνωση της περίθαλψης είναι ανόητη. Ως εκ τούτου, ζητώ μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην υγειονομική περίθαλψη στο εξωτερικό και το σχετικό δικαίωμα των ασθενών για ενημέρωση σχετικά με την ποιότητα των υγειονομικών διευκολύνσεων. Καλούμε την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να συντονίσουν τα συστήματα ποιοτικού ελέγχου της υγειονομικής περίθαλψης, χωρίς η Ένωση να καταπατά τις εξουσίες του κράτους. Τα βασικά προγράμματα είναι η ασφάλεια των ασθενών και η εθνική ή διεθνής πιστοποίηση για τα νοσοκομεία και τις υπηρεσίες των ασθενοφόρων. Εάν οι ασθενείς ενημερώνονται σχετικά με το ποια νοσοκομεία του εξωτερικού τηρούν εθελοντικά τα διεθνή ή εθνικά πρότυπα, θα αισθάνονται μεγαλύτερη εμπιστοσύνη ότι θα λάβουν καλή φροντίδα σε περίπτωση που δεν ομιλούν τη γλώσσα. Αυτός είναι ο πιο σημαντικός παράγοντας όσον αφορά την εμπιστοσύνη στην ευρωπαϊκή υγειονομική περίθαλψη και τη διάψευση σκόπιμων επιχειρημάτων κατά της κινητικότητας των ασθενών.
Γνωρίζω ότι η πρότασή μου για την εξάλειψη των εμποδίων ως προς την παροχή μη κρατικών –δηλαδή ιδιωτικών– υπηρεσιών στο εξωτερικό έχει γίνει πολιτικό ζήτημα. Επιθυμώ διακαώς οι ιατροί και οι νοσηλευτές να μπορέσουν να ξεπεράσουν τα εμπόδια που τους θέτουν οι πολιτικοί, οι οποίοι υποβαθμίζουν το δικαίωμα του κοινού σε μια ευρύτερη επιλογή υπηρεσιών υγείας και φοβούνται την ελεύθερη επιλογή.
Barbara Weiler (PSE). – (DE) Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι, θέλω καταρχάς να επαινέσω την Επιτροπή που συμβουλεύθηκε σε αυτό το αρχικό στάδιο το Σώμα αυτό, καθώς και όλους τους εμπλεκόμενους όσον αφορά τη νέα οδηγία, κάτι για το οποίο είμαι σίγουρη ότι δεν είναι πάντοτε αυτονόητο. Αυτό με κάνει να πιστεύω ότι η νέα οδηγία έχει σχεδιαστεί προσεκτικά και θα συμπεριλάβει όχι μόνον τις σχετικές αξιολογήσεις αντικτύπου για την κοινωνία, την παραγωγή νομοθεσίας και την επικουρικότητα αλλά και τα δικαιώματα των ευρωπαίων πολιτών.
Οι κανόνες για τη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης έχουν καταστεί απαραίτητοι, και πολλοί πολίτες αναμένουν τη θέση τους σε ισχύ –αναφέρομαι στους εργαζομένους στις παραμεθόριες περιοχές μας, στους διακινούμενους εργαζομένους, στους συνταξιούχους στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και στην Ελλάδα και, μάλιστα, στους οδηγούς που διανύουν μεγάλες αποστάσεις, τους οποίους μόλις μου τους υπενθύμισαν– και όχι μόνον σε όλους αυτούς αλλά και σε όλους τους άλλους εργαζομένους που παλαιότερα δεν μπορούσαν να επωφεληθούν αυτών των υπηρεσιών, οι οποίες –όπως ειπώθηκε αρκετές φορές– παρέχονταν αποκλειστικά στους ιδιώτες ασθενείς. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, θεωρώ απαράδεκτο το γεγονός ότι η Συνομοσπονδιακή Ομάδα της Ευρωπαϊκής Ενωτικής Αριστεράς/Αριστερά των Πρασίνων των Βορείων Χωρών σε αυτό το Σώμα επιθυμεί να εδραιώσει περαιτέρω τα προνόμια όσων διαθέτουν ιδιωτική ασφάλιση υγείας.
Αν το άνοιγμα των εθνικών συστημάτων υλοποιηθεί προσεκτικά και επιμελώς, αυτό θα είναι κάτι από το οποίο θα μπορέσουμε να επωφεληθούμε όλοι. Ο εποικοδομητικός ανταγωνισμός μεταξύ των παρόχων υπηρεσιών, ο ανταγωνισμός μεταξύ των βέλτιστων μεθόδων, οι πιο χρήσιμες έρευνες και οι πιο επιτυχημένες στρατηγικές στον τομέα της υγείας – όλα αυτά μπορούν να είναι επωφελή, εφόσον υπόκεινται φυσικά στα κριτήρια στα οποία ήδη αναφέρθηκα και τα οποία δεν βρίσκουν εφαρμογή στην εσωτερική αγορά, με άλλα λόγια την ποιότητα, την ασφάλεια, την αλληλεγγύη και τη βιωσιμότητα.
Είμαι βέβαιη ότι το Σώμα θα επιτρέψει στα κριτήρια αυτά να κυριαρχήσουν σε κάθε περίπτωση.
Milan Gaľa (PPE-DE). – (SK) Θα ήθελα να ευχαριστήσω την κ. Vergnaud και τους σκιώδεις εισηγητές για το έργο τους.
Καταρχάς, θα ήθελα να αναφερθώ στα διάφορα είδη κινητικότητας που είναι δυνατά στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης. Για παράδειγμα, η διασυνοριακή παροχή ιατρικών υπηρεσιών, που σημαίνει ότι μία υπηρεσία παρέχεται από μία χώρα στην άλλη χωρίς οι ασθενείς και οι επαγγελματίες στον κλάδο της υγείας να εγκαταλείπουν την πατρίδα τους. Τέτοιες υπηρεσίες περιλαμβάνουν την τηλεϊατρική, την εξ αποστάσεως διάγνωση, την εξ αποστάσεως συνταγογράφηση φαρμάκων, κλπ. Δεύτερον, υπάρχει η κινητικότητα των ασθενών υπό τη συνήθη έννοια, για την οποία συζητούμε ως επί το πλείστον. Πιο συγκεκριμένα, είναι η χρήση υπηρεσιών στο εξωτερικό, όταν ένας ασθενής μεταβαίνει εκεί όπου βρίσκεται εγκατεστημένος ο πάροχος, προκειμένου να λάβει αγωγή. Τρίτον, εξειδικευμένα άτομα μπορεί να βρίσκονται προσωρινά σε ένα άλλο κράτος μέλος, κάτι που είναι γνωστό ως κινητικότητα των επαγγελματιών του κλάδου της υγείας με στόχο την παροχή υπηρεσιών. Η τέταρτη πιθανότητα είναι να παρέχονται σε μόνιμη βάση αυτές οι υπηρεσίες, με τη δημιουργία εγκαταστάσεων υγειονομικής περίθαλψης σε κάποιο άλλο κράτος μέλος, όπως δήλωσε πριν από εμένα ο συνάδελφός μου κ. Karas.
Προκειμένου να υπάρξει σταδιακά νομοθεσία και στη συνέχεια εφαρμογή όλων αυτών των ειδών κινητικότητας, πρέπει καταρχάς να διατυπώσουμε και να απαντήσουμε ορισμένα βασικά ερωτήματα. Αυτά είναι τα εξής: υπάρχουν κοινές αξίες και αρχές για την υγειονομική περίθαλψη στις οποίες θα μπορούν να βασιστούν όλοι οι πολίτες της ΕΕ; Πώς μπορούμε να εξασφαλίσουμε έναν λογικό μηχανισμό επιστροφής των εξόδων; Πώς μπορούν οι ασθενείς και οι ειδικοί να εντοπίζουν και να συγκρίνουν τους παρόχους υγειονομικής περίθαλψης; Σε ποιον βαθμό είναι τα κράτη μέλη ευέλικτα όσον αφορά την εξάλειψη των αδικαιολόγητων εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία; Πώς μπορούμε να εξασφαλίσουμε μακροχρόνια περίθαλψη και κοινωνικές υπηρεσίες; Υπάρχουν πολλά ακόμη παρόμοια ερωτήματα.
Η Επιτροπή, όπως επίσης το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο, πρέπει από κοινού να βρουν απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα μέσω νομοθεσίας που θα αφορά τα αποτελέσματα και τις συνέπειες του αποκλεισμού των υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης από την οδηγία για τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά.
Μαρία Ματσούκα (PSE). – Κύριε Πρόεδρε, η υγεία δεν είναι και δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί ως εμπόρευμα το οποίο, μάλιστα, θα πρέπει να υπόκειται σε συνθήκες αγοράς και ανταγωνισμού.
Η υγεία έχει αποστολή κοινής ωφέλειας και γι’ αυτό θα πρέπει να εκπληρώνει μία σειρά από κριτήρια όπως: ποιότητα, προσβασιμότητα, καθολικότητα, αλληλεγγύη.
Πρέπει άμεσα να σταματήσουμε την απόπειρα επέκτασης της λογικής της αγοράς στον τομέα των υπηρεσιών υγείας υπό το πρόσχημα του εκσυγχρονισμού της, που διευκόλυνε με τον τρόπο του και το ΔΕΚ, και επαναφέρουν σήμερα στο προσκήνιο οι εκφραστές του οικονομικού φιλελευθερισμού.
Αυτό έγινε, δυστυχώς, εν μέρει και με τις κοινωνικές υπηρεσίες. Ας μην επιτρέψουμε να επαναληφθεί εδώ.
Δεν νοείται η εκ νέου υπαγωγή των υπηρεσιών υγείας στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας περί υπηρεσιών. Κάτι τέτοιο εξάλλου απορρίφθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον περασμένο Νοέμβριο.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή οφείλει να τολμήσει, οφείλει να χρησιμοποιήσει το δικαίωμά της σε νομοθετική πρωτοβουλία και να προτείνει μια τομεακή οδηγία για τις υπηρεσίες υγείας. Οφείλει να τολμήσει και να προτείνει μια οδηγία πλαίσιο για τη ρύθμιση των κοινωνικών υπηρεσιών γενικού ενδιαφέροντος.
Και εσείς, αγαπητοί συνάδελφοι της δεξιάς πλειοψηφίας, συμβάλατε για μία ακόμη φορά στο έλλειμμα αξιοπιστίας της Ένωσης. Γιατί αιφνιδιαστικά επαναφέρατε το ζήτημα της υπαγωγής των υπηρεσιών υγείας στην οδηγία για τις υπηρεσίες, γνωστή ως Bolkenstein.
Αναλογισθείτε τις ευθύνες σας και μην παίζετε με τη ζωή των ευρωπαίων πολιτών. Αποδείξτε με την ψήφο σας ότι η υγεία δεν είναι εμπόρευμα.
(Χειροκροτήματα)
Μάρκος Κυπριανού, μέλος της Επιτροπής. (FR) Κύριε Πρόεδρε, θα ξεκινήσω στα γαλλικά για να πω κάτι στον κ. Goebbels. Με έχουν χαρακτηρίσει με πολλούς διαφορετικούς τρόπους κατά τη διάρκεια του πολιτικού μου βίου, αλλά αυτή είναι η πρώτη φορά που με αποκαλούν «υπερφιλελεύθερο».
Γι’ αυτόν τον λόγο θέλω να εξηγηθώ, διότι πιστεύω ότι η δήλωση που έκανα στη Figaro και επίσης στους Financial Times δεν κατανοήθηκαν σωστά. Για να σιγουρευτώ λοιπόν ότι θα γίνω απολύτως κατανοητός, θα συνεχίσω στα αγγλικά.
(EN) Αυτό που έλεγα στις εφημερίδες ήταν ότι η σημερινή κατάσταση δεν είναι αποτέλεσμα της πολιτικής μου. Αυτό που περιέγραφα –και θα ήθελα να επανέλθω σε αυτό– ήταν η πραγματικότητα μετά τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις οποίες οι κανόνες της εσωτερικής αγοράς ισχύουν για την υγειονομική περίθαλψη, ακόμη και αν αυτή χρηματοδοτείται με δημόσια κονδύλια.
Μπορεί να μην είναι πολιτική του Κοινοβουλίου, αλλά είναι μια πραγματικότητα με την οποία πρέπει να εργαστούμε. Είναι αναπόφευκτο το ότι, εάν οι πολίτες μπορούν να ταξιδέψουν προκειμένου να θεραπευθούν στο εξωτερικό, ίσως υπάρξει κάποιος ανταγωνισμός· οι πολίτες θα πρέπει να έχουν επιλογή. Έτσι, η πρόκληση για εμάς είναι το πώς μπορούμε να κάνουμε αυτό το δικαίωμα, το οποίο αναγνωρίζεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, να έχει θετικά αποτελέσματα κυρίως προς όφελος των ευρωπαίων πολιτών, χωρίς όμως να υπονομευθούν και να καταστραφούν τα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης των κρατών μελών.
Έχουν ειπωθεί πολλά σχετικά με την επικουρικότητα του άρθρου 152, και θα ήθελα να σας υπενθυμίσω τι είπε το Δικαστήριο για το θέμα αυτό. Το Δικαστήριο είπε ότι, μολονότι τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να οργανώνουν και να προσφέρουν υπηρεσίες υγείας και ιατρική περίθαλψη, αυτό δεν αποκλείει την πιθανότητα να ζητηθεί από τα κράτη μέλη, στο πλαίσιο άλλων διατάξεων της Συνθήκης, να προβούν σε προσαρμογές των εθνικών συστημάτων υγείας. Εξ ου και η εφαρμογή των κανόνων της εσωτερικής αγοράς.
Έτσι έχει η πρώτη νομική πραγματικότητα με την οποία πρέπει να εργαστούμε, αλλά βεβαίως υπάρχει επίσης η πραγματικότητα των γεγονότων. Δυστυχώς, υπάρχουν ανισότητες στα ευρωπαϊκά συστήματα υγειονομικής περίθαλψης: τα κράτη μέλη δεν μπορούν να προσφέρουν το ίδιο επίπεδο υγειονομικής περίθαλψης στους πολίτες τους. Όσοι επιθυμούν να θεραπευτούν, ταξιδεύουν στο εξωτερικό και, εάν τους στερήσουν αυτό δικαίωμα, προστρέχουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Πιστεύω ότι θα συμφωνήσετε μαζί μου ότι δεν πρέπει να αναγκάζουμε τους πολίτες να πηγαίνουν στο Λουξεμβούργο και να ζητούν την κρίση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, προκειμένου να αποφασισθεί εάν μπορούν να υποβληθούν σε εγχείριση.
Για τον λόγο αυτό, είμαστε αντιμέτωποι με την πρόκληση του να κάνουμε αυτές τις αρχές που ορίζει το Δικαστήριο αποτελεσματικές τόσο για τους πολίτες όσο και για τα κράτη μέλη. Πρέπει να τονίσω ότι κύριος στόχος μας είναι να αντιμετωπίσουμε τις ανισότητες που υπάρχουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Διαθέτουμε πολιτικές και στρατηγικές, που θα μπορέσουμε να συζητήσουμε κατά τη διάρκεια του έτους, σχετικά με τον τρόπο που μπορούμε να επιτύχουμε κάτι τέτοιο.
Είναι επίσης πολύ σημαντικό να αναγνωρίσουμε όσα έχουν ήδη ειπωθεί, δηλαδή ότι οι πολίτες θα προτιμούσαν να νοσηλεύονται στην πατρίδα τους, κοντά στο μέρος όπου διαμένουν, και αυτή είναι η βασική προτεραιότητα όλων μας. Όμως, έως ότου αντιμετωπίσουμε τις ανισότητες, οι πολίτες θα πρέπει να αναζητούν θεραπεία στο εξωτερικό. Επίσης, όπως έχουμε ήδη πει, είναι λογικότερο για κάποιον που ζει σε παραμεθόριες περιοχές να διασχίσει τα σύνορα από ό,τι να κάνει ένα μακρύ ταξίδι στην πρωτεύουσα της χώρας του. Υπάρχουν επίσης επιστημονικοί λόγοι: ενίοτε ορισμένες εξειδικευμένες θεραπείες μπορεί να παρέχονται με καλύτερο τρόπο σε κάποιο άλλο κράτος μέλος.
Η υφιστάμενη νομοθεσία δεν καλύπτει αυτά τα ζητήματα, διότι το θέμα δεν αφορά μόνον την κινητικότητα των ασθενών. Εργαζόμαστε επίσης για την ασφάλεια, την ποιότητα, τα δικαιώματα των ασθενών και το δικαίωμα του ασθενούς στην ενημέρωση. Όλα αυτά απαιτούν μια νομοθεσία που θα είναι πιο περιεκτική σε σύγκριση με την υφιστάμενη νομοθεσία. Επιπλέον, οι αρχές της υφιστάμενης νομοθεσίας διαφέρουν από αυτές που περιγράφει το Δικαστήριο, και έτσι πρέπει να αντιμετωπίσουμε και αυτό το ζήτημα.
Η πρόκληση αφορά τον τρόπο με τον οποίο όλο αυτό θα έχει αποτέλεσμα. Πιστεύω ότι συζητούμε τώρα μία από τις πιο σημαντικές πρωτοβουλίες σε αυτόν τον τομέα. Η κινητικότητα των ασθενών θα πρέπει να συμπληρώσει, και όχι να αντικαταστήσει, τις διατάξεις για την υγειονομική περίθαλψη στη χώρα του ασθενούς. Αυτός είναι ο κύριος στόχος, αλλά όλοι οι πολίτες θα πρέπει να έχουν ίσες ευκαιρίες, ανεξάρτητα από το εισόδημα, την εκπαίδευση ή τα γλωσσικά προσόντα τους. Πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εκμεταλλευθούν αυτό το δικαίωμα με τον τρόπο που θα αποφασισθεί από τους φορείς χάραξης πολιτικής, αλλά πρέπει να αποφασισθεί με βάση την ισότητα όλων των ευρωπαίων πολιτών.
Ο ιατρικός τουρισμός είναι ένα εντελώς διαφορετικό ζήτημα. Δεν ασχολούμαστε με αυτό, δεν το αγγίζουμε, δεν το ενθαρρύνουμε. Είναι ένα θέμα με το οποίο ασχολείται ο ιδιωτικός τομέας, οι πολίτες και τα ιδιωτικά ταμεία. Δεν είναι κάτι με το οποίο θα ασχοληθούμε. Και πάλι, είναι πραγματικότητα ότι οι πολίτες ταξιδεύουν, διότι θέλουν να συνδυάσουν τις διακοπές και την ιατρική θεραπεία, αλλά αυτό δεν είναι κάτι με το οποίο θα ασχοληθούμε επί του παρόντος.
Είναι σημαντικό να ασχοληθούμε όσο το δυνατόν συντομότερα γενικά με το θέμα της διασυνοριακής υγειονομικής περίθαλψης –τώρα, ενεργά– πριν ο χειρισμός του γίνει εξαιρετικά δύσκολος. Το θέμα δεν είναι μόνον η καταβολή χρημάτων για υγειονομική βοήθεια αλλά επίσης η διαθεσιμότητα της υγειονομικής βοήθειας που μπορεί να επωμιστεί υπερβολικά βάρη από ασθενείς που έρχονται από το εξωτερικό. Αυτό είναι άλλο ένα θέμα που θα λάβουμε υπόψη.
Θα συνδυάσουμε όλα τα συμφέροντα των ασθενών. Ενόψει της πραγματικότητας που αντιμετωπίζουμε και παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις και τις διαφορετικές ιδεολογίες όσον αφορά τις λεπτομέρειες, είναι συνεπώς πολύ σημαντικό να συνεργαστούμε, ώστε να επιτύχουμε το καλύτερο για τους ευρωπαίους πολίτες. Σκοπεύω να το πράξω αυτό και ελπίζω ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα συνεργαστεί μαζί μας προς αυτόν τον σκοπό.
Robert Goebbels (PSE). – (FR) Κύριε Πρόεδρε, θέλω να αναγνωρίσω δημόσια στον Επίτροπο Κυπριανού ότι δεν είναι υπερφιλελεύθερος και τον άκουσα πολύ προσεκτικά να εξηγεί τους γενικούς προσανατολισμούς του.
Τούτου λεχθέντος, κύριε Επίτροπε, αυτό που με εξέπληξε πραγματικά στην ανακοίνωση της Επιτροπής ήταν η ακόλουθη πρόταση, την οποία παραθέτω: «στο πλαίσιο κάθε κοινοτικής δράσης πρέπει να γίνονται σεβαστές οι αρχές που έχει ήδη ορίσει το Δικαστήριο σε αυτόν τον τομέα». Πράγματι, πρέπει να σεβόμαστε τη νομοθεσία, αλλά, σε όλες τις χώρες μας, οι νομοθέτες υπάρχουν για να αλλάζουν, αν είναι απαραίτητο, τα νομικά κείμενα αν τα δικαστήρια βαδίζουν σε επικίνδυνο έδαφος. Πιστεύω ότι οι αποφάσεις του Δικαστηρίου είναι συχνά υπερβολικά φιλελεύθερες. Εναπόκειται σε εμάς, ως συννομοθέτες, και στην Επιτροπή, να επαναφέρουμε τα πράγματα σε τάξη, αν χρειάζεται.
ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΤΗΣ κ. ΚΡΑΤΣΑ-ΤΣΑΓΚΑΡΟΠΟΥΛΟΥ Αντιπροέδρου
Μάρκος Κυπριανού, μέλος της Επιτροπής. (EN) Κυρία Πρόεδρε, θα είμαι πολύ σύντομος διότι δεν διαφωνώ, αλλά όλα εξαρτώνται από το γενικότερο πλαίσιο. Δεν θα προχωρήσω τώρα σε κάποια νομική προσέγγιση, αλλά θα τα λάβουμε όλα υπόψη. Είπα εξαρχής, και δεν διστάζω να το δηλώσω δημοσίως, ότι πιστεύω πως οι πολιτικές αποφάσεις θα πρέπει να λαμβάνονται από φορείς πολιτικής και όχι από τα δικαστήρια. Θα έχουμε την ευκαιρία να συζητήσουμε μια συγκεκριμένη πρόταση, αλλά θα λαμβάνουμε πάντα υπόψη τα μέρη των αποφάσεων του Δικαστηρίου που ερμηνεύουν τη Συνθήκη. Όταν ένα θέμα αναφέρεται στη Συνθήκη, η οποία είναι το ανώτατο νομικό μέσο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η νομοθεσία πρέπει να συνάδει με αυτήν. Όταν ένα θέμα δεν αναφέρεται στη Συνθήκη, έχουμε ευελιξία. Ωστόσο, όπως είπα, έχουμε νομικές υπηρεσίες που θα μας συμβουλεύσουν επ’ αυτού. Ας συμφωνήσουμε καταρχάς για τις πολιτικές και, εν συνεχεία, θα βρούμε κάποιον εφαρμόσιμο νομικό τρόπο.