Προηγούμενο 
 Επόμενο 
Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
9η κοινοβουλευτική περίοδος - Δεκεμβρίου, 2019
EPUB 188kPDF 876k
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΟΙΝΟ
ΕΠΙΤΟΜΗ ΤΩΝ ΚΥΡΙΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I : ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΣΕ ΘΕΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ

Άρθρο 1 : Κατευθυντήριες αρχές

Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου:

α)   ακολουθούν και σέβονται τις ακόλουθες γενικές αρχές δεοντολογίας: ανιδιοτέλεια, ακεραιότητα, διαφάνεια, επιμέλεια, τιμιότητα, υπευθυνότητα και σεβασμός για το κύρος του Κοινοβουλίου,

β)   ενεργούν αποκλειστικά υπέρ του δημόσιου συμφέροντος και δεν λαμβάνουν ούτε επιδιώκουν να λάβουν άμεσα ή έμμεσα οικονομικά οφέλη ή άλλη αμοιβή.

Άρθρο 2 : Κύρια καθήκοντα των βουλευτών

Στο πλαίσιο της εντολής τους, οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου:

α)   δεν έρχονται σε οποιαδήποτε συμφωνία για δράση ή ψήφο προς όφελος οποιουδήποτε τρίτου φυσικού ή νομικού προσώπου, η οποία θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την ελευθερία ψήφου τους, όπως ορίζεται στο άρθρο 6 της Πράξης της 20ής Σεπτεμβρίου 1976 για την εκλογή των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με άμεση καθολική ψηφοφορία και στο άρθρο 2 του Καθεστώτος των Βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

β)   δεν επιζητούν, αποδέχονται ή λαμβάνουν οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση παροχή ή άλλη αμοιβή, είτε σε χρήματα είτε σε είδος, ως αντάλλαγμα για ορισμένη συμπεριφορά στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού έργου του βουλευτή, και αποφεύγουν συνειδητά οποιασδήποτε κατάσταση που ενδέχεται να παραπέμπει σε δωροδοκία ή αθέμιτη επιρροή,

γ)   δεν δραστηριοποιούνται επαγγελματικά και επ’ αμοιβή σε ομάδες συμφερόντων που συνδέονται άμεσα με τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων της Ένωσης.

Άρθρο 3 : Συγκρούσεις συμφερόντων

1.   Σύγκρουση συμφερόντων υπάρχει στην περίπτωση που βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έχει προσωπικό συμφέρον που θα μπορούσε να επηρεάσει αθέμιτα την εκτέλεση των καθηκόντων του ως βουλευτή. Σύγκρουση συμφερόντων δεν υπάρχει στην περίπτωση που ο βουλευτής αντλεί κάποιο όφελος μόνο ως μέλος του γενικότερου κοινού ή μίας ευρύτερης κατηγορίας ατόμων.

2.   Στην περίπτωση που ένας βουλευτής θεωρήσει ότι αντιμετωπίζει σύγκρουση συμφερόντων λαμβάνει άμεσα τα απαραίτητα μέτρα για την αντιμετώπισή της, σύμφωνα με τις αρχές και τις διατάξεις του παρόντος κώδικα δεοντολογίας. Στην περίπτωση που αδυνατεί να επιλύσει τη σύγκρουση συμφερόντων, το αναφέρει γραπτώς στον Πρόεδρο. Σε περίπτωση αμφιβολιών, ο βουλευτής μπορεί να ζητήσει, εμπιστευτικά, τη γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής δεοντολογίας των βουλευτών, που συγκροτείται βάσει του άρθρου 7.

3.   Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 2, ο βουλευτής, πριν λάβει το λόγο ή συμμετάσχει σε ψηφοφορία στην Ολομέλεια ή σε ένα από τα όργανα του Κοινοβουλίου, ή στην περίπτωση που προταθεί ως εισηγητής, γνωστοποιεί οποιαδήποτε υπάρχουσα ή δυνητική σύγκρουση συμφερόντων σε σχέση με το θέμα που εξετάζεται, όταν αυτό δεν προκύπτει σαφώς από τα στοιχεία που έχουν δηλωθεί σύμφωνα με το άρθρο 4. Η γνωστοποίηση αυτή γίνεται γραπτώς ή προφορικώς στον πρόεδρο κατά τη διάρκεια των εν λόγω κοινοβουλευτικών διαδικασιών.

Άρθρο 4 : Δήλωση των βουλευτών

1.   Για λόγους διαφάνειας, οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου υποβάλλουν με ατομική τους ευθύνη δήλωση οικονομικών συμφερόντων στον Πρόεδρο έως το τέλος της πρώτης περιόδου συνόδου που έπεται των εκλογών για την ανάδειξη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (ή εντός 30 ημερών από την ανάληψη των καθηκόντων τους στο Κοινοβούλιο κατά τη διάρκεια μιας κοινοβουλευτικής περιόδου), χρησιμοποιώντας το έντυπο που εγκρίνεται από το Προεδρείο σύμφωνα με το άρθρο 9. Κοινοποιούν στον Πρόεδρο οποιεσδήποτε αλλαγές που επηρεάζουν τη δήλωσή τους μέχρι το τέλος του μήνα που ακολουθεί κάθε επερχόμενη αλλαγή.

2.   Η δήλωση οικονομικών συμφερόντων περιλαμβάνει τα παρακάτω στοιχεία, με σαφή τρόπο:

α)   την επαγγελματική δραστηριότητα ή τις επαγγελματικές δραστηριότητες των βουλευτών κατά τη διάρκεια των τριών ετών πριν από την ανάληψη των καθηκόντων τους στο Κοινοβούλιο, και τη συμμετοχή τους κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου σε διοικητικά συμβούλια ή επιτροπές εταιρειών, μη κυβερνητικών οργανώσεων, ενώσεων ή άλλων οργανισμών με νομική προσωπικότητα,

β)   κάθε αποζημίωση που λαμβάνει ο βουλευτής για την άσκηση εντολής σε άλλο κοινοβούλιο,

γ)   οποιαδήποτε αμειβόμενη τακτική δραστηριότητα που αναλαμβάνουν οι βουλευτές από κοινού με την άσκηση των καθηκόντων τους, είτε ως υπάλληλοι είτε ως αυτοαπασχολούμενοι,

δ)   τη συμμετοχή σε διοικητικά συμβούλια ή επιτροπές εταιρειών, μη κυβερνητικών οργανώσεων, ενώσεων ή άλλων οργανισμών με νομική προσωπικότητα, ή οποιαδήποτε άλλη εξωτερική δραστηριότητα, αμειβόμενη ή μη,

ε)   οποιαδήποτε περιστασιακή αμειβόμενη εξωτερική δραστηριότητα (περιλαμβανομένων της συγγραφικής δραστηριότητας, του διδακτικού έργου ή της παροχής ειδικευμένων συμβουλών), εάν η συνολική αμοιβή για όλες τις περιστασιακές εξωτερικές δραστηριότητες του βουλευτή υπερβαίνει τα 5 000 EUR ανά ημερολογιακό έτος,

στ)   τη συμμετοχή σε εταιρεία ή σύμπραξη, όταν αυτή ενδέχεται να έχει επιπτώσεις επί της δημόσιας πολιτικής, ή όταν η συμμετοχή αυτή δίνει στο βουλευτή τη δυνατότητα σημαντικής επιρροής επί υποθέσεων του εν λόγω οργανισμού,

ζ)   οποιαδήποτε οικονομική υποστήριξη, σε προσωπικό ή σε υλικούς πόρους, που έρχεται να προστεθεί στα παρεχόμενα από το Κοινοβούλιο μέσα και που χορηγείται στο βουλευτή στο πλαίσιο των πολιτικών του δραστηριοτήτων από τρίτους, με ένδειξη της ταυτότητας των τρίτων αυτών,

η)   οποιαδήποτε άλλα οικονομικά συμφέροντα που μπορεί να επηρεάζουν την εκτέλεση των καθηκόντων των βουλευτών.

Για κάθε στοιχείο που θα δηλωθεί σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, οι βουλευτές προσδιορίζουν, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, κατά πόσο συνοδεύεται από αμοιβή ή όχι· για τα στοιχεία α), γ), δ), ε) και στ), οι βουλευτές προσδιορίζουν επίσης μία από τις παρακάτω κατηγορίες εισοδήματος:

–   άνευ αμοιβής·

–   από 1 ως 499 EUR μηνιαίως·

–   από 500 έως 1 000 EUR μηνιαίως·

–   από 1 001 έως 5 000 EUR μηνιαίως·

–   από 5 001 έως 10 000 EUR μηνιαίως·

–   άνω των 10 000 EUR μηνιαίως, με ένδειξη του συνολικού ποσού κατά προσέγγιση δέκα χιλιάδων.

Οποιαδήποτε εισοδήματα λαμβάνονται από βουλευτές στο πλαίσιο κάθε δηλούμενου στοιχείου σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, αλλά σε μη τακτική βάση, υπολογίζονται σε ετήσια βάση, διαιρούνται δια δώδεκα και τοποθετούνται σε μία από τις κατηγορίες που καθορίζονται στο δεύτερο εδάφιο.

3.   Οι πληροφορίες που γνωστοποιούνται στον Πρόεδρο σύμφωνα με το παρόν άρθρο δημοσιοποιούνται στον ιστότοπο του Κοινοβουλίου με ευχερή στην πρόσβαση τρόπο.

4.   Οι βουλευτές δεν μπορούν να εκλεγούν σε κάποιο αξίωμα του Κοινοβουλίου ή των οργάνων του, να οριστούν εισηγητές ή να συμμετάσχουν σε επίσημη αντιπροσωπεία ή σε διοργανικές διαπραγματεύσεις, εάν δεν έχουν υποβάλει τη δήλωση οικονομικών συμφερόντων τους.

5.   Εάν ο Πρόεδρος, βάσει πληροφοριών που έχει λάβει, πιστεύει ότι η δήλωση οικονομικών συμφερόντων βουλευτή περιέχει σημαντικές ανακρίβειες ή δεν έχει επικαιροποιηθεί, δύναται να ζητήσει τη γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής που προβλέπεται στο άρθρο 7. Εφόσον κρίνεται σκόπιμο, ο Πρόεδρος καλεί τον βουλευτή να διορθώσει τη δήλωσή του εντός 10 ημερών. Το Προεδρείο μπορεί να εκδώσει απόφαση για την εφαρμογή της παραγράφου 4 στους βουλευτές που δεν συμμορφώνονται προς το αίτημα διόρθωσης του Προέδρου.

6.   Οι εισηγητές μπορούν να αναφέρουν οικειοθελώς στην αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει την έκθεσή τους, τους εκπροσώπους εξωτερικών συμφερόντων των οποίων ζητήθηκε η γνώμη σχετικά με ζητήματα που άπτονται του θέματος της έκθεσης(1).

Άρθρο 5 : Δώρα ή παρόμοιες παροχές

1.   Οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου απέχουν, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, από την αποδοχή τυχόν δώρων ή παρόμοιων παροχών, πέραν αυτών των οποίων η κατά προσέγγιση αξία είναι μικρότερη των 150 EUR και δίνονται ως δώρα φιλοφρόνησης, ή εκείνων που δίνονται ως δώρα φιλοφρόνησης όταν εκπροσωπούν το Κοινοβούλιο υπό επίσημη ιδιότητα.

2.   Τυχόν δώρα που δίνονται στους βουλευτές, σύμφωνα με την παράγραφο 1 όταν αυτοί εκπροσωπούν το Κοινοβούλιο με την επίσημη ιδιότητά τους, παραδίδονται στον Πρόεδρο, ο οποίος τα διαχειρίζεται στο πλαίσιο των μέτρων εφαρμογής που θεσπίζει το Προεδρείο δυνάμει του άρθρου 9.

3.   Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν εφαρμόζονται όσον αφορά την επιστροφή των εξόδων ταξιδίου και διαμονής των βουλευτών, ή την απευθείας καταβολή των εξόδων αυτών από τρίτους, στις περιπτώσεις που οι βουλευτές, κατόπιν προσκλήσεως και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, συμμετέχουν σε εκδηλώσεις που έχουν οργανωθεί από τρίτους.

Το πεδίο εφαρμογής της παρούσας παραγράφου, ιδίως των κανόνων που διασφαλίζουν τη διαφάνεια, καθορίζεται από τα μέτρα εφαρμογής που θεσπίζει το Προεδρείο δυνάμει του άρθρου 9.

Άρθρο 6 : Δραστηριότητες των πρώην βουλευτών

Οι πρώην βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που δραστηριοποιούνται επαγγελματικά σε ομάδες συμφερόντων ή ασκούν δραστηριότητες εκπροσώπησης άμεσα συνδεδεμένες με τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενημερώνουν σχετικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και δεν μπορούν, καθ’ όλη τη διάρκεια μιας τέτοιας δραστηριότητας, να επωφελούνται των διευκολύνσεων που χορηγούνται στους πρώην βουλευτές σύμφωνα με τους κανόνες που έχει καθορίσει το Προεδρείο προς τον σκοπό αυτό(2).

Άρθρο 7 : Συμβουλευτική επιτροπή δεοντολογίας των βουλευτών

1.   Θεσπίζεται συμβουλευτική επιτροπή δεοντολογίας των βουλευτών («συμβουλευτική επιτροπή»).

2.   Η συμβουλευτική επιτροπή αποτελείται από πέντε μέλη, τα οποία ορίζει ο Πρόεδρος στην αρχή της θητείας του από τα μέλη της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων και της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την πείρα των μελών και τις πολιτικές ισορροπίες.

Κάθε μέλος της συμβουλευτικής επιτροπής αναλαμβάνει εκ περιτροπής την προεδρία για έξι μήνες.

3.   Στην αρχή της θητείας του, ο Πρόεδρος ορίζει επίσης αναπληρωματικά μέλη για τη συμβουλευτική επιτροπή, ένα από κάθε πολιτική ομάδα μη εκπροσωπούμενη στη συμβουλευτική επιτροπή.

Στην περίπτωση εικαζόμενης παράβασης του παρόντος κώδικα δεοντολογίας από μέλος πολιτικής ομάδας μη εκπροσωπούμενης στη συμβουλευτική επιτροπή, το αρμόδιο αναπληρωματικό μέλος αναλαμβάνει καθήκοντα ως έκτο πλήρες μέλος της συμβουλευτικής επιτροπής για τους σκοπούς της εξέτασης της εν λόγω εικαζόμενης παράβασης.

4.   Κατόπιν αιτήματος βουλευτή, η συμβουλευτική επιτροπή, εμπιστευτικά και εντός 30 ημερολογιακών ημερών, καθοδηγεί αυτόν στην ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κώδικα δεοντολογίας. Ο εν λόγω βουλευτής δικαιούται να βασίζεται στην καθοδήγηση αυτή.

Κατόπιν αιτήματος του Προέδρου, η συμβουλευτική επιτροπή αξιολογεί επίσης τις εικαζόμενες περιπτώσεις παράβασης του παρόντος κώδικα δεοντολογίας και συμβουλεύει τον Πρόεδρο για ενδεχόμενη λήψη μέτρων.

5.   Η συμβουλευτική επιτροπή έχει τη δυνατότητα, μετά από διαβούλευση με τον Πρόεδρο, να ζητήσει τη συμβουλή εξωτερικών εμπειρογνωμόνων.

6.   Η συμβουλευτική επιτροπή δημοσιεύει ετήσια έκθεση για το έργο της.

Άρθρο 8 : Διαδικασία στην περίπτωση ενδεχόμενης παράβασης του κώδικα δεοντολογίας

1.   Στην περίπτωση που υπάρχει υποψία ενδεχόμενης παράβασης του παρόντος κώδικα δεοντολογίας από βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο Πρόεδρος παραπέμπει το θέμα, εκτός από προφανώς προσβλητικές περιπτώσεις, στη συμβουλευτική επιτροπή.

2.   Η συμβουλευτική επιτροπή εξετάζει τις συνθήκες της εικαζόμενης παράβασης και μπορεί να ακούσει τον εν λόγω βουλευτή. Με βάση τα αποτελέσματά της, προβαίνει σε σύσταση προς τον Πρόεδρο για ενδεχόμενη απόφαση.

Σε περίπτωση εικαζόμενης παράβασης του κώδικα δεοντολογίας από τακτικό ή από αναπληρωματικό μέλος της συμβουλευτικής επιτροπής, το εν λόγω τακτικό ή αναπληρωματικό μέλος απέχει από τη συμμετοχή στις εργασίες της συμβουλευτικής επιτροπής που σχετίζονται με την εικαζόμενη παράβαση.

3.   Εάν, λαμβάνοντας υπόψη τη σύσταση αυτή και έχοντας καλέσει τον εν λόγω βουλευτή να υποβάλει γραπτώς τις παρατηρήσεις του, ο Πρόεδρος συμπεράνει ότι ο εν λόγω βουλευτής έχει παραβεί τον κώδικα δεοντολογίας, εγκρίνει αιτιολογημένη απόφαση με κύρωση. Ο Πρόεδρος κοινοποιεί την αιτιολογημένη αυτή απόφαση στον εν λόγω βουλευτή.

Η επιβαλλόμενη κύρωση μπορεί να συνίσταται σε ένα ή περισσότερα από τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 176 παράγραφοι 4 έως 6 του Κανονισμού.

4.   Ο εν λόγω βουλευτής διαθέτει τις εσωτερικές δυνατότητες προσφυγής που καθορίζονται στο άρθρο 177 του Κανονισμού.

Άρθρο 9  : Εφαρμογή

Το Προεδρείο θεσπίζει μέτρα εφαρμογής του παρόντος κώδικα δεοντολογίας, συμπεριλαμβανομένης διαδικασίας παρακολούθησης, και ενημερώνει, όταν χρειάζεται, τα ποσά που αναφέρονται στα άρθρα 4 και 5.

Το Προεδρείο μπορεί να διατυπώνει προτάσεις για την αναθεώρηση του παρόντος κώδικα δεοντολογίας.

(1)Βλ. απόφαση Προεδρείου της 12ης Σεπτεμβρίου 2016 για την εφαρμογή της Διοργανικής Συμφωνίας σχετικά με το Μητρώο Διαφάνειας.
(2)Απόφαση του Προεδρείου της 12ης Απριλίου 1999 σχετικά με τις διευκολύνσεις που παρέχονται στους πρώην βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Τελευταία ενημέρωση: 19 Δεκεμβρίου 2019Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου