Επιστροφή στη διαδικτυακή πύλη Europarl

Choisissez la langue de votre document :

 Ευρετήριο 
Κείμενα που εγκρίθηκαν
Πέμπτη 13 Μαρτίου 2003 - Στρασβούργο
Ισότητα των ευκαιριών γυναικών και ανδρών κατά τη χρησιμοποίηση των Διαρθρωτικών Ταμείων
 Καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της ΕΚΤ *
 Περιοριστικά μέτρα κατά της τρομοκρατίας *
 Στρατιωτική αποστολή της Ένωσης στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας
 Διαβίβαση προσωπικών δεδομένων από τις αεροπορικές εταιρείες στην υπηρεσία μετανάστευσης των ΗΠΑ
 Η διάσταση του φύλου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
 Προστασία των οικονομικών συμφερόντων και καταπολέμηση της απάτης: ετήσια έκθεση 2001
 Στρατηγική για την πολιτική υπέρ των καταναλωτών 2002-2006
 Μέλλον της ευρωπαϊκής πολιτικής για τους καταναλωτές
 Προστασία των καταναλωτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση
 Ανθρώπινα Δικαιώματα: Η κατάσταση στην Καμπότζη στις παραμονές των γενικών εκλογών της
 Ανθρώπινα Δικαιώματα: Βιρμανία
 Ανθρώπινα Δικαιώματα: Νιγηρία - Αμίνα Λαβάλ
 Kλείσιμο επιχειρήσεων μετά τη χορήγηση χρηματοδοτικής ενίσχυσης από την Ευρωπαϊκή Ένωση

Ισότητα των ευκαιριών γυναικών και ανδρών κατά τη χρησιμοποίηση των Διαρθρωτικών Ταμείων
PDF 301kWORD 60k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τους στόχους της ισότητας ευκαιριών γυναικών και ανδρών κατά τη χρησιμοποίηση των Διαρθρωτικών Ταμείων (2002/2210(INI))
P5_TA(2003)0093A5-0059/2003

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

-   έχοντας υπόψη τα άρθρα 2, 3, παράγραφος 2, και 141, παράγραφος 4, της Συνθήκης ΕΚ,

-   έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1260/1999 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1999, περί γενικών διατάξεων για τα διαρθρωτικά ταμεία(1),

-   έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1784/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 1999, περί του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου(2),

-   έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1783/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Ιουλίου 1999 περί του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης(3),

-   έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1257/1999 του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 1999 για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) και για την τροποποίηση και κατάργηση ορισμένων κανονισμών(4),

-   έχοντας υπόψη το ψήφισμα του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996, για την ισότητα ευκαιριών ανδρών και γυναικών στα Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά Ταμεία(5),

-   έχοντας υπόψη το τεχνικό έγγραφο αριθ. 3 "Ενσωμάτωση της πολιτικής για την ισότητα των ευκαιριών μεταξύ γυναικών και ανδρών στα προγράμματα και τα σχέδια των διαρθρωτικών ταμείων", Επιτροπή, Μάρτιος 2000,

-   έχοντας υπόψη την απόφαση 2001/51/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2000, για τον καθορισμό προγράμματος κοινοτικής δράσης όσον αφορά την κοινοτική στρατηγική σε θέματα ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών (2001-2005)(6),

-   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Λισσαβώνας της 23ης και 24ης Μαρτίου 2000,

-   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Στοκχόλμης της 23ης και 24ης Μαρτίου 2001,

-   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Βαρκελώνης της 15ης και 16ης Μαρτίου 2002,

-   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 25ης Απριλίου 2002 σχετικά με την έκθεση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή Περιφερειών: ετήσια έκθεση για τις ίσες ευκαιρίες γυναικών και ανδρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση 2000(7),

-   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 13ης Ιουνίου 2002 α) για τη δωδέκατη ετήσια έκθεση της Επιτροπής για τα διαρθρωτικά ταμεία (2000)· β) την ετήσια έκθεση της Επιτροπής για το Ταμείο Συνοχής 2000· γ) την ετήσια έκθεση της Επιτροπής για το μέσο προενταξιακών διαρθρωτικών πολιτικών (ISPA) 2000(8),

-   έχοντας υπόψη το ΙΙΙ ευρωπαϊκό σεμινάριο "Η ισότητα ευκαιριών γυναικών και ανδρών στο πλαίσιο των διαρθρωτικών ταμείων", που πραγματοποιήθηκε στο Σανταντέρ (Ισπανία), στις 14 και 15 Ιουνίου 2002,

-   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών: υλοποίηση της ενσωμάτωσης της διάστασης του φύλου στα έγγραφα προγραμματισμού των διαρθρωτικών ταμείων για το 2000-2006 (COM(2002) 748),

-   έχοντας υπόψη το άρθρο 163 του Κανονισμού του,

-   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ίσων Ευκαιριών (A5-0059/2003),

Α  . επισημαίνοντας ότι, κατά τη μεταρρύθμιση των διαρθρωτικών ταμείων, οι υποχρεώσεις που ορίζονται στη Συνθήκη ΕΚ επί θεμάτων ισότητας ευκαιριών των γυναικών και των ανδρών, οι οποίες προβλέπουν, αφενός, την ενσωμάτωση της διάστασης των ίσων ευκαιριών σε όλες τις δράσεις και τα κοινοτικά προγράμματα, επί τη βάσει οριζόντιας προσέγγισης, και, αφετέρου, την έγκριση ειδικών δράσεων για τις γυναίκες, έχουν μεταφερθεί στους νέους κανονισμούς για τα διαρθρωτικά ταμεία για την περίοδο 2000-2006,

Β  . επισημαίνοντας ότι ο προαναφερόμενος κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1260/1999 για τα διαρθρωτικά ταμεία, ο οποίος εφαρμόζεται στα προγράμματα όλων των ταμείων, ανάγει την ισότητα των ευκαιριών σε βασικό στόχο της δράσης των ταμείων, με την έννοια της ενσωμάτωσης της διάστασης των ίσων ευκαιριών των γυναικών και ανδρών (gender mainstreaming) στις συγχρηματοδοτούμενες από τα ταμεία δράσεις,

Γ  . επισημαίνοντας ότι η ενσωμάτωση της ισότητας των ευκαιριών στα διαρθρωτικά ταμεία συνεπάγεται ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη με συστηματικό τρόπο οι διαφορές μεταξύ γυναικών και ανδρών στις διάφορες φάσεις του προγραμματισμού, της εφαρμογής, της παρακολούθησης και της αξιολόγησης όλων των μέτρων και των συγχρηματοδοτούμενων από τα ταμεία παρεμβάσεων, καθώς και η επίπτωσή τους στην κατάσταση των γυναικών και των ανδρών, αντιστοίχως,

Δ  . επισημαίνοντας ότι, παρά κάποια σχετική βελτίωση, σε θέματα προγραμματισμού για την περίοδο 2000-2006 σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο (1994-1999) η εφαρμογή της ισότητας των ευκαιριών στις συγχρηματοδοτούμενες δράσεις από τα διαρθρωτικά ταμεία πόρρω απέχει από του να είναι ικανοποιητική· ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, τα έγγραφα προγραμματισμού που αφορούν το ΕΚΤ προβλέπουν διπλή προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία η οριζόντια ενσωμάτωση της ισότητας των ευκαιριών μπορεί να συνδυάζεται με ειδικές δράσεις για τις γυναίκες,

1.   διαπιστώνει ότι, όπως κατά την προηγούμενη περίοδο προγραμματισμού, το ΕΚΤ εξακολουθεί να διαδραματίζει μείζονα ρόλο στην υλοποίηση του στόχου της ισότητας των ευκαιριών εν συγκρίσει προς άλλα ταμεία, με την έννοια ότι τα περισσότερα προγράμματα αφορούν τον τομέα της απασχόλησης και των ανθρώπινων πόρων· εκφράζει τη λύπη του διότι άλλοι σημαντικοί τομείς, όπως οι υποδομές, οι μεταφορές, το περιβάλλον, η τοπική και αστική ανάπτυξη, η ανάπτυξη της υπαίθρου, η αλιεία, η επιχειρηματική πολιτική, η κοινωνία της πληροφορίας, η έρευνα και η τεχνολογική ανάπτυξη, κλπ, μικρή μόνο σχέση έχουν με τα προγράμματα που αφορούν την ισότητα ευκαιριών· καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή να εκπονήσει έως το τέλος του 2003 ειδικές κατευθυντήριες γραμμές για τις "ίσες ευκαιρίες" σε όλους αυτούς τους τομείς·

2.   διαπιστώνει ότι οι παρεμβάσεις του ΕΚΤ, ειδικότερα, επικεντρώνονται στη βελτίωση της συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας, την εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση· ότι αποδίδεται μικρή σημασία σε θέματα μείωσης του οριζόντιου και κάθετου διαχωρισμού στην αγορά εργασίας και περιορισμού των μισθολογικών ανισοτήτων, καθώς και σε θέματα προώθησης των γυναικών στους τομείς των τεχνολογιών της πληροφορίας και της επικοινωνίας, των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, των νέων δυνατοτήτων απασχόλησης και της διαδικασίας λήψης αποφάσεων· καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή να θεσπίσει ειδικότερα μέτρα για την κάλυψη αυτών των ελλείψεων·

3.   σημειώνει τη δέσμευση που ανέλαβαν τα κράτη μέλη προκειμένου να ενσωματωθεί ο στόχος της οριζόντιας ένταξης της ισότητας ευκαιριών στα κοινοτικά πλαίσια στήριξης (ΚΠΣ) και στα ενιαία έγγραφα προγραμματισμού (DOCUP), εκφράζει όμως τη λύπη του για την ανεπαρκή τήρηση της εν λόγω δέσμευσης, σε επίπεδο συγκεκριμένων μέτρων, στα συμπληρώματα προγραμματισμού· καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή να λάβει τα ενδεδειγμένα μέτρα για να βελτιωθεί η κατάσταση, συγκεκριμένα στο πλαίσιο των διαδικασιών έγκρισης των σχετικών ΚΠΣ και ΕΕΠ (DOCUP)·

4.   εκφράζει επίσης τη λύπη του διότι στα περισσότερα προγράμματα των τριών στόχων δεν περιέχεται ανάλυση των κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων μεταξύ γυναικών και ανδρών, καθώς και αξιολόγηση των αποτελεσμάτων που αναμένεται ότι θα έχουν οι παρεμβάσεις σε άνδρες και γυναίκες· υπογραμμίζει ότι, ακόμη και όταν υφίστανται ανάλογες αναλύσεις, η ακολουθητέα στρατηγική και τα εφαρμοστέα μέτρα, επί τη βάσει συγκεκριμένων ή ποσοτικοποιημένων στόχων, για τη μείωση των ανισοτήτων δεν συμφωνούν πάντοτε με τις αναλύσεις· ακόμη, ότι η κατάσταση αυτή αποδεικνύει την πραγματική ανεπάρκεια της πολιτικής δέσμευσης των κρατών μελών ως προς το στόχο της προώθησης της ισότητας ευκαιριών στο επίπεδο των διαρθρωτικών ταμείων·

5.   σημειώνει τις προόδους που έχουν σημειωθεί σε θέματα ανάπτυξης των στατιστικών στις με βάση το φύλο, υπογραμμίζει όμως ότι πρέπει να καταβληθούν περαιτέρω προσπάθειες, στο μέτρο που οι στατιστικές συνιστούν απαραίτητα εργαλεία για την επεξεργασία δεικτών παρακολούθησης· εφιστά την προσοχή των αρμόδιων για τον προγραμματισμό αρχών στην ανάγκη επεξεργασίας στατιστικών, τόσο σε εθνικό όσο και σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, ώστε να απεικονίζεται πιστότερα η αντίστοιχη κατάσταση, και να εξασφαλίζεται ότι οι στατιστικές αναφέρονται σε όλα τα θέματα της ισότητας ευκαιριών σε κάθε πρόγραμμα και ότι είναι στη διάθεση των υπεύθυνων για τη διαχείριση των προγραμμάτων σε όλα τα επίπεδα· υπογραμμίζει ότι οι στατιστικές αποτελούν επίσης ουσιαστικό στοιχείο για τον καθορισμό του ποσοστού των γυναικών και των ανδρών στην κάθε κοινωνικοοικονομική κατηγορία·

6.   σημειώνει με ανησυχία ότι η επεξεργασία των δεικτών παρακολούθησης δεν σημείωσε πρόοδο σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο προγραμματισμού· υπογραμμίζει ότι ο καθορισμός και η συστηματική χρησιμοποίηση ποιοτικών και ποσοτικών δεικτών οι οποίοι θα λαμβάνουν υπόψη το φύλο είναι αποφασιστικής σημασίας για την παρακολούθηση και την αξιολόγηση των προγραμμάτων, ως προς την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας των προγραμμάτων των διαρθρωτικών ταμείων σε σχέση με την υλοποίηση του στόχου της ισότητας ευκαιριών, και συγκεκριμένα, ενόψει της ενδιάμεσης αξιολόγησης που πρόκειται να πραγματοποιηθεί το 2003 και της αναθεώρησης, ενδεχομένως, των παρεμβάσεων, καθώς και της διάθεσης του αποθέματος επίδοσης·

7.   καλεί τα κράτη μέλη να προσπαθήσουν να εξασφαλίσουν:

   - τη συστηματική εφαρμογή της ενσωμάτωσης της ισότητας ευκαιριών σε όλες τις φάσεις του προγραμματισμού και της εφαρμογής των παρεμβάσεων, και να υποβάλλουν στην Επιτροπή τακτικό απολογισμό· την υποστήριξη ειδικών δράσεων που απευθύνονται ειδικότερα στις γυναίκες, κυρίως δε εκείνες που αντιμετωπίζουν μεγαλύτερα προβλήματα στην αγορά εργασίας, όπως οι γυναίκες με ειδικές ανάγκες, οι μετανάστριες και οι αρχηγοί μονογονικών οικογενειών·
   - τη συμμετοχή των επιφορτισμένων σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο οργάνων για την προώθηση της ισότητας ευκαιριών, περιλαμβανομένων των ΜΚΟ, και των οικονομικών και κοινωνικών εταίρων στις εργασίες των αρχών διαχείρισης και των επιτροπών παρακολούθησης·
   - την ισόρροπη συμμετοχή των γυναικών και των ανδρών στους οργανισμούς λήψης αποφάσεων, επιλογής και παρακολούθησης, σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο·
   - τη συστηματική επιμόρφωση, επί θεμάτων ενσωμάτωσης της ισότητας των ευκαιριών, των μελών των αρχών διαχείρισης, των επιτροπών παρακολούθησης, των εκτιμητών και των μελών των φορέων πληρωμής·
   - την παροχή πληροφοριών στους υποψηφίους (για την προώθηση σχεδίων) και στους συνεργάτες των διαχειριστών των σχεδίων σχετικά με τον αποτελεσματικότερο τρόπο ενσωμάτωσης της ισότητας ευκαιριών στα προγραμματισμένα μέτρα·

8.   καλεί τα κράτη μέλη να αξιοποιήσουν πλήρως τις υφιστάμενες δυνατότητες επί θεμάτων προγραμματισμού στο πλαίσιο των διάφορων μορφών παρέμβασης των διαρθρωτικών ταμείων για την προώθηση της ολοκληρωμένης προσέγγισης της ισότητας ευκαιριών και την υποστήριξη των πολιτικών ή των ειδικών δράσεων για την ισότητα· ζητεί οι αρμόδιες για τη διαχείριση των προγραμμάτων αρχές να καταβάλουν προσπάθειες για την εξασφάλιση της προσαρμογής των οικονομικών πόρων στο σκοπό αυτό· ζητεί από την Επιτροπή να υποστηρίξει τις δράσεις τεχνικής συνδρομής για όλα τα θέματα που αφορούν την ενσωμάτωση της διάστασης των ίσων ευκαιριών, κατά την προετοιμασία του προγραμματισμού και την εφαρμογή του· ζητεί επίσης από την Επιτροπή να αναλάβει πρωτοβουλίες με σκοπό τη διάδοση και την αξιοποίηση των ορθών πρακτικών οι οποίες αποτελούν εξαιρετικά χρήσιμο στοιχείο για τη βελτίωση της παρακολούθησης και της αξιολόγησης·

9.   καλεί τα κράτη μέλη να συμπεριλαμβάνουν στα σχέδια και στα προγράμματα των διαρθρωτικών ταμείων χρηματοδοτικό σχέδιο στο οποίο θα αναφέρονται τα χρηματοδοτικά μέσα τα οποία είναι διαθέσιμα για τα επί μέρους μέτρα και τις δράσεις προς βελτίωση της ισότητας των ευκαιριών, ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των επί μέρους δράσεων·

10.   καλεί τα κράτη μέλη να προωθήσουν την ενισχυμένη χρησιμοποίηση των διαρθρωτικών ταμείων με σκοπό τη βελτίωση του συνδυασμού της επαγγελματικής και της οικογενειακής ζωής, ιδιαίτερα με την ανάπτυξη κοινωνικών υποδομών φύλαξης των παιδιών και άλλων εξαρτημένων προσώπων, όπως τα ηλικιωμένα άτομα, οι ασθενείς ή τα άτομα με ειδικές ανάγκες, καθώς και με την προώθηση της διευθέτησης του χρόνου εργασίας και την επαγγελματική επανένταξη μετά από μακρά απουσία· υπογραμμίζει ότι τα ταμεία θα πρέπει να παρεμβαίνουν και να χρηματοδοτούν την ευαισθητοποίηση υπέρ της ίσης κατανομής καθηκόντων μεταξύ γυναικών και ανδρών στο οικογενειακό πλαίσιο· υπογραμμίζει την ανάγκη ανάπτυξης ειδικών δράσεων που θα απευθύνονται στους εργοδότες επί θεμάτων διευθέτησης του χρόνου εργασίας και για τους άνδρες·

11.   φροντίζοντας να εξασφαλισθεί ότι οι συγχρηματοδοτούμενες από τα διαρθρωτικά ταμεία δράσεις συμβάλλουν στον στόχο της ισότητας των ευκαιριών, εφιστά την προσοχή των αρχών διαχείρισης στην ιδιαίτερη σημασία που έχει ο καθορισμός ορθών κριτηρίων επιλογής των σχεδίων όσον αφορά την ισότητα ευκαιριών· ζητεί από τις αρχές αυτές να μεριμνήσουν ώστε να επιβάλλονται κυρώσεις σε περίπτωση που τα σχέδια δεν συμφωνούν με τις απαιτήσεις για την ενσωμάτωση της ισότητας ευκαιριών, απορρίπτοντας τις προτάσεις σχεδίων ή επιστρέφοντάς τις στον αιτούντα για αναθεώρηση προ της εξετάσεως κάθε ενδεχομένου χρηματοδότησης·

12.   καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να μεριμνήσουν ώστε η ενδιάμεση αξιολόγηση η οποία θα πραγματοποιηθεί το 2003 να καθορίσει, αφενός, σε ποιο βαθμό έχει ληφθεί υπόψη ο στόχος της ενσωμάτωσης της ισότητας ευκαιριών στις δράσεις των ταμείων και, αφετέρου, τον βαθμό υλοποίησης του στόχου αυτού, και ποια χρηματοδοτικά μέσα έχουν διατεθεί σε ειδικές δράσεις υπέρ της ισότητας ευκαιριών καθώς και την κατάλληλη χρησιμοποίηση των πιστώσεων, και να αποφασίσουν να επιφέρουν, επί τη βάσει της αξιολόγησης αυτής, κάθε απαραίτητη τροποποίηση στον προγραμματισμό των δράσεων, όσον αφορά την υλοποίηση του στόχου της ένταξης της ισότητας ευκαιριών, για το υπόλοιπο της περιόδου του προγραμματισμού·

13.   καλεί τα κράτη μέλη να λάβουν κάθε απαραίτητο μέτρο για την ενημέρωση του ενδιαφερομένου πληθυσμού και των αρμοδίων για θέματα ισότητας των ευκαιριών φορέων σχετικά με τον κανονισμό για τα διαρθρωτικά ταμεία και τις δυνατότητες χρηματοδότησης πρωτοβουλιών στον τομέα της ισότητας των ευκαιριών καθώς για να τους ενθαρρύνουν να υποβάλλουν προτάσεις σχεδίων·

14.   υπογραμμίζει τον ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν τα διαρθρωτικά ταμεία για την καταπολέμηση των αρνητικών επιπτώσεων της οικονομικής και κοινωνικής αναδιάρθρωσης για τις γυναίκες σε πολλές υπό ένταξη χώρες, ιδιαίτερα από την άποψη της αύξησης της ανεργίας και της μείωσης των υποδομών υποδοχής των παιδιών, οι οποίες θα επιτρέψουν το συνδυασμό επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής· ζητεί από τις κυβερνήσεις των υπό ένταξη χωρών και από την Επιτροπή να εξασφαλίσουν κατάλληλη οικονομική υποστήριξη των ΜΚΟ που εργάζονται για την ισότητα ευκαιριών, καθώς και τη συμμετοχή τους στα διάφορα στάδια του προγραμματισμού και της εφαρμογής του· ζητεί τη λήψη ειδικών μέτρων υπέρ των γυναικών στα υποψήφια κράτη μέλη οι οποίες αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα προβλήματα στην προσπάθειά τους να παραμείνουν ή να επιστρέψουν στην αγορά εργασίας, καθότι έχουν ολοκληρώσει εν μέρει ή εξ ολοκλήρου την εκπαίδευση και την επαγγελματική τους κατάρτιση με το παλαιό πολιτικοοικονομικό σύστημα·

15.   αναθέτει στoν Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, καθώς και στις κυβερνήσεις των κρατών μελών και των υποψηφίων κρατών μελών.

(1)1 ΕΕ L 161 της 26.6.1999, σ. 1.
(2)2 ΕΕ L 213 της 13.8.1999, σ. 5.
(3)3 ΕΕ L 213 της 13.8.1999, σ. 1.
(4)4 ΕΕ L 160 της 26.6.1999, σ. 80.
(5)5 ΕΕ C 386 της 20.12.1996, σ. 1.
(6)6 ΕΕ L 17 της 19.1.2001, σ. 22.
(7) Ρ5_ΤΑ(2002)0206.
(8) Ρ5_ΤΑ(2002)0320.


Καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της ΕΚΤ *
PDF 273kWORD 33k
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την πρόταση για απόφαση του Συμβουλίου που αφορά την τροποποίηση του άρθρου 10.2 του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (6163/2003 - C5-0038/2003 - 2003/0803(CNS))
P5_TA(2003)0094A5-0063/2003

(Διαδικασία διαβούλευσης)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

-   έχοντας υπόψη τη σύσταση της ΕΚΤ προς το Συμβούλιο (6163/2003)(1),

-   έχοντας υπόψη το άρθρο 10.6 του καταστατικού της ΕΚΤ, σύμφωνα με το οποίο κλήθηκε από το Συμβούλιο να γνωμοδοτήσει (C5&nbhy;0038/2003),

-   έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της Επιτροπής, της 19ης Φεβρουαρίου 2003 (CΟΜ(2003) 81)(2),

-   έχοντας υπόψη το άρθρο 67 του Κανονισμού του,

-   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (A5&nbhy;0063/2003),

Α  . έχοντας πλήρη επίγνωση της ανάγκης να αναμορφωθούν οι διαδικασίες ψηφοφορίας του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, ενόψει της ενδεχόμενης διεύρυνσης της ΟΝΕ,

Β  . παρατηρώντας ότι το προτεινόμενο πρότυπο εναλλαγής έχει επικριθεί ευρέως ως υπερβολικά περίπλοκο, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη η δυσκολία της μεταρρύθμισης εντός των ορίων που θέτει το άρθρο 10.6 του καταστατικού της ΕΚΤ,

Γ  . τονίζοντας ότι τα μέτρα μεταρρύθμισης θα πρέπει να εξασφαλίζουν τόσο την πλήρη συμμετοχή όλων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ στη λήψη αποφάσεων όσο και την επαρκή εκπροσώπηση της οικονομίας της ευρωζώνης,

Δ  . επισημαίνοντας ότι, από περισσότερο μακροπρόθεσμη σκοπιά, η αύξηση των μελών θα απαιτήσει αποτελεσματικότερες δομές λήψης αποφάσεων,

1.   απορρίπτει τη σύσταση της ΕΚΤ·

2.   επιβεβαιώνει τον υφιστάμενο κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο όλοι οι διοικητές των κεντρικών τραπεζών των κρατών μελών της ευρωζώνης διαθέτουν πλήρες και απεριόριστο δικαίωμα ψήφου και το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ λαμβάνει αποφάσεις με την απλή πλειοψηφία των μελών του·

3.   ζητεί να διατυπωθεί από την Ευρωπαϊκή Συνέλευση, με την προοπτική της έγκρισης στο πλαίσιο της επόμενης διακυβερνητικής διάσκεψης, πρόταση, μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, λύση η οποία να διακρίνει μεταξύ των επιχειρησιακών αποφάσεων, τις οποίες θα πρέπει να λαμβάνει διευρυμένη εννεαμελής εκτελεστική επιτροπή, επαρκώς αντιπροσωπευτική της οικονομίας της ευρωζώνης, και των στρατηγικών αποφάσεων και γενικών αποφάσεων νομισματικής πολιτικής, τις οποίες θα πρέπει να λαμβάνει το διοικητικό συμβούλιο, αποφασίζοντας με διπλή πλειοψηφία βάσει του πληθυσμού των κρατών μελών, του συνολικού μεγέθους της οικονομίας και, εντός αυτής, του σχετικού μεγέθους του τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών·

4.   καλεί την Επιτροπή και κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να υποβάλουν στην Ευρωπαϊκή Συνέλευση νέες προτάσεις που να αντανακλούν μια καλύτερη ισορροπία μεταξύ δικαιοσύνης και αποτελεσματικότητας σύμφωνα με τις κατευθύνσεις που εκτίθενται στο παρόν ψήφισμα·

5.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στην ΕΚΤ, στη, Ευρωπαϊκή Συνέλευση και στα κοινοβούλια των κρατών μελών.

(1) Δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στην ΕΕ.
(2) Δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στην ΕΕ.


Περιοριστικά μέτρα κατά της τρομοκρατίας *
PDF 373kWORD 42k
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση, σε ό,τι αφορά τις απαλλαγές από την δέσμευση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων, και για δέκατη φορά, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 881/2002 για την επιβολή συγκεκριμένων περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων που συνδέονται με τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, το δίκτυο της Αλ Κάιντα και τους Ταλιμπάν (COM(2003) 41 - C5-0048/2003 - 2003/0015(CNS))
P5_TA(2003)0095A5-0036/2003

(Διαδικασία διαβούλευσης)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

-   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο (COM(2003) 41)(1),

-   έχοντας υπόψη το άρθρο 308 της Συνθήκης ΕΚ, σύμφωνα με το οποίο κλήθηκε από το Συμβούλιο να γνωμοδοτήσει (C5-0048/2003),

-   έχοντας υπόψη το άρθρο 67 του Κανονισμού του,

-   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Ελευθεριών και Δικαιωμάτων των Πολιτών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (A5-0036/2003),

1.   εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής όπως τροποποιήθηκε·

2.   καλεί την Επιτροπή να τροποποιήσει αναλόγως την πρότασή της, σύμφωνα με το άρθρο 250, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ·

3.   καλεί το Συμβούλιο, σε περίπτωση που προτίθεται να απομακρυνθεί από το κείμενο που ενέκρινε το Κοινοβούλιο, να το ενημερώσει σχετικά·

4.   ζητεί να κινηθεί η διαδικασία συνεννόησης, που προβλέπεται από την κοινή δήλωση της 4ης Μαρτίου 1975, σε περίπτωση που το Συμβούλιο προτίθεται να απομακρυνθεί από το κείμενο που ενέκρινε το Κοινοβούλιο·

5.   ζητεί από το Συμβούλιο να κληθεί εκ νέου να γνωμοδοτήσει σε περίπτωση που το Συμβούλιο προτίθεται να επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις στην πρόταση της Επιτροπής·

6.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή   Τροπολογίες του Κοινοβουλίου
Τροπολογία 1
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΣΚΕΨΗ 4α (νέα)
(4α) Επιπλέον, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 881/2002 θα πρέπει να καθιερώσει μια διαδικασία η οποία να βασίζεται στις υφιστάμενες διαδικασίες των ΗΕ1 και να σέβεται το πνεύμα του άρθρου 19 της Συνθήκης ΕΕ, σχετικά με τη διαγραφή προσώπων, ομάδων και οντοτήτων από τον κατάλογο του παραρτήματος Ι.
____________________
1 Δελτίο τύπου ΟΗΕ της 16/8/2002 (SC/7487, AFG/203)
Τροπολογία 7
ΑΡΘΡΟ 1, ΣΗΜΕΙΟ 1α (νέο)
Άρθρο 5, παράγραφος 1α (νέα) (κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 881/2002)
1α. Στο άρθρο 5 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 1α:
"1α. Κάθε δέσμευση περιουσιακών στοιχείων σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό πρέπει να αιτιολογείται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών που αναφέρονται στο Παράρτημα ΙΙ."
Τροπολογία 2
ΑΡΘΡΟ 1, ΣΗΜΕΙΟ 1β (νέο)
Άρθρο 5, παράγραφος 1β (νέα) (κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 881/2002)
1β. Στο άρθρο 5 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 1β:
"1β. Επιπλέον, τα φυσικά και νομικά πρόσωπα, οι οντότητες και οι φορείς μπορούν να υποβάλλουν αναφορά με την οποία ζητούν να αφαιρεθούν πρόσωπα, ομάδες και οντότητες από τον κατάλογο του Παραρτήματος Ι ("αποχαρακτηρισμός"), στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, που απαριθμούνται στο Παράρτημα ΙΙ, στα οποία κατοικούν ή είναι εγκατεστημένα ή των οποίων είναι υπήκοοι, και απευθείας, ή μέσω των αρμοδίων αυτών αρχών, στην Επιτροπή.
Η εν λόγω αναφορά πρέπει να περιλαμβάνει αιτιολόγηση του αιτήματος, όλες τις σχετικές πληροφορίες καθώς και αίτηση ενίσχυσης όσον αφορά τον αποχαρακτηρισμό."
Τροπολογία 3
ΑΡΘΡΟ 1, ΣΗΜΕΙΟ 1γ (νέο)
Άρθρο 8α (νέο) (κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 881/2002)
1γ. Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 8α:
"Άρθρο 8α
Το κράτος μέλος που λαμβάνει αναφορά σύμφωνα με το άρθρο 5(1β) , διατηρεί, με την υποστήριξη της Προεδρίας και της Επιτροπής, επαφές με την κυβέρνηση που πρότεινε τον χαρακτηρισμό και μπορεί να διαβιβάσει στην επιτροπή κυρώσεων οιεσδήποτε αιτήσεις σχετικά με την διαγραφή προσώπων, ομάδων και οντοτήτων από τον κατάλογο του Παραρτήματος Ι."
Τροπολογία 4
ΑΡΘΡΟ 1, ΣΗΜΕΙΟ 1δ (νέο)
Άρθρο 10α (νέο) (κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 881/2002)
1δ. Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 10α:
"Άρθρο 10α
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενημερώνεται τακτικά από την Προεδρία και την Επιτροπή σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού."
Τροπολογία 9
ΑΡΘΡΟ 1, ΣΗΜΕΙΟ 1ε (νέο)
Άρθρο 13β (νέο) (κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 881/2002)
1ε. Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 13β:
"Άρθρο 13β
Εντός δύο ετών από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη προβαίνουν σε αξιολόγηση της νομιμότητας και της αποτελεσματικότητάς του."
Τροπολογία 5
ΑΡΘΡΟ 1, ΣΗΜΕΙΟ 1στ (νέο)
Άρθρο 13α (νέο) (κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 881/2002)
1στ. Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 13α:
"Άρθρο 13α
Ο παρών κανονισμός παύει να ισχύει την ίδια ημέρα που θα ανακληθούν ή θα ακυρωθούν οι αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ αριθ. 1267(1999), 1390(2002) και 1452(2002)."

(1) Δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην ΕΕ.


Στρατιωτική αποστολή της Ένωσης στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας
PDF 282kWORD 40k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την επιχείρηση στο πλαίσιο της ΕΠΑΑ στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας
P5_TA(2003)0096B5-0157/2003

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

-   έχοντας υπόψη την κοινή δράση 2003/92/ΕΠΑΑ του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 2003, όσον αφορά την στρατιωτική αποστολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας(1),

-   έχοντας υπόψη το άρθρο 21 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση,

-   έχοντας υπόψη το άρθρο 37, παράγραφος 2, του Κανονισμού του,

Α  . επισημαίνοντας ότι η Ένωση θα διεξαγάγει την πρώτη στρατιωτική επιχείρησή της στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας κατόπιν αιτήματος της κυβέρνησης αυτής της χώρας,

Β  . λαμβάνοντας υπόψη ότι η επιχείρηση θα τελεί υπό τη διοίκηση του Αναπληρωτή Ανώτατου Διοικητή Συμμαχικών Δυνάμεων Ευρώπης (D-SACEUR), ότι θα χρησιμοποιηθούν γι αυτή μέσα και ικανότητες του ΝΑΤΟ και ότι το κέντρο επιχειρήσεων της ΕΕ θα εδρεύει στο Ανώτατο Στρατηγείο Συμμαχικών Δυνάμεων Ευρώπης (SHAPE),

Γ  . τονίζοντας ότι το άρθρο 9 της κοινής δράσης συνιστά χρηματοδοτικό μηχανισμό ο οποίος θα επιτρέψει την από κοινού κάλυψη των δαπανών της ευρωπαϊκής επιχείρησης για αντικατάσταση της δύναμης του ΝΑΤΟ στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας,

Δ  . πεπεισμένο ότι η ανάληψη οποιασδήποτε στρατιωτικής επιχείρησης εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης προϋποθέτει δημοκρατική νομιμότητα και την απόλυτη υποστήριξη της κοινής γνώμης,

Ε  . εκφράζοντας τη λύπη του για το γεγονός ότι η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση προβλέπει προς το παρόν περιορισμένες μόνο διατάξεις όσον αφορά τις κοινοβουλευτικές διαβουλεύσεις σε θέματα Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας (ΕΠΑΑ) και ότι το δικαίωμα πλήρους ενημέρωσης του Κοινοβουλίου σε θέματα ΕΠΑΑ παραμένει ακόμα περιορισμένο,

ΣΤ  . διατυπώνοντας, επομένως, το αίτημα ότι οποιαδήποτε επιχείρηση διαχείρισης κρίσης στα πλαίσια των "νέων" αποστολών Πέτερσμπεργκ, θα πραγματοποιείται μόνον κατόπιν διαβούλευσης με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ως το μόνο άμεσα εκλεγμένο δημοκρατικό θεσμικό όργανο σε ευρωπαϊκό επίπεδο,

Ζ  . αναγνωρίζοντας την αρμοδιότητα των εθνικών κοινοβουλίων σε θέματα αμυντικών δαπανών, εξοπλισμών και ανάπτυξης των εθνικών ενόπλων δυνάμεων, επισημαίνοντας ωστόσο ότι, σύμφωνα με τις μελλοντικές τροποποιήσεις της Συνθήκης, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα είναι υπεύθυνο για την έγκριση της εντολής και των σκοπών κάθε επιχείρησης διαχείρισης κρίσεων της ΕΕ που χρηματοδοτείται σε κοινή βάση και, δεδομένου ότι ασκεί έλεγχο επί του προϋπολογισμού από κοινού με το Συμβούλιο, ότι θα πρέπει να ενημερώνεται σε τακτά διαστήματα ως προς την χρηματοδότηση των δαπανών στο πλαίσιο τέτοιων κοινών δράσεων της ΕΕ,

Η  . επισημαίνοντας ότι τα κράτη μέλη της ΕΕ στο σύνολό τους θα διαθέσουν περίπου 4,7 εκατ. ευρώ για τις δαπάνες της αποστολής αυτής,

1.   εκφράζει την ικανοποίησή του για την απόφαση του Συμβουλίου όσον αφορά την πρώτη στρατιωτική αποστολή της ΕΕ η οποία συνίσταται στην ανάληψη της διαδοχής της νατοϊκής επιχείρησης "Συμμαχική Αρμονία" στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας·

2.   τονίζει ότι αυτή η επιχείρηση πρέπει να θεωρηθεί ως κρίσιμη δοκιμή για την εφαρμογή στην πράξη της ΕΠΑΑ και για τη συνεργασία ΕΕ-ΝΑΤΟ·

3.   εκφράζει, ωστόσο, τη λύπη του για το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο δεν ενημερώθηκε εκ των προτέρων σχετικά με την εντολή, τις απαιτούμενες ικανότητες και τις οικονομικές επιπτώσεις σύμφωνα με το άρθρο 21 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση· εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι, στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων για τον προϋπολογισμό του 2004, η ελληνική Προεδρία δέχτηκε να υποβάλει όλες τις σχετικές πληροφορίες σύμφωνα με τη διοργανική συμφωνία της 6ης Μαΐου 1999(2) και την κοινή δήλωση της 25ης Νοεμβρίου 2002(3) που εγκρίθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας του προϋπολογισμού του παρελθόντος έτους·

4.   υπογραμίζει την αναγκαιότητα να ενταχθεί πλήρως η αποστολή αυτή στο γενικό πλαίσιο της σταθεροποιητικής πολιτικής και των άλλων πολιτικών πρόληψης των συγκρούσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην περιοχή και τονίζει τη συμβολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη βελτίωση της ασφάλειας των συνόρων της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας·

5.   υπογραμμίζει την ανάγκη να οριοθετηθούν σαφώς οι σχέσεις μεταξύ των δομών της στρατιωτικής διοίκησηςκαι των πολιτικών αρμοδιοτήτων του Ύπατου Εκπροσώπου της ΕΕ·

6.   ζητεί από το Συμβούλιο, ιδίως ενόψει της προβλεπόμενης ανάληψης της διοίκησης της SFOR στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, να ενημερώνει την αρμόδια επιτροπή του Κοινοβουλίου, εγκαίρως και με πλήρη διαφάνεια, σχετικά με:

   - την εντολή και τους σκοπούς των αποστολών που θα αναληφθούν μελλοντικά στο πλαίσιο της ΕΠΑΑ,
   - το επίπεδο ασφαλείας των δυνάμεων που θα αναπτυχθούν στη χώρα,
   - το μέγεθος των ανεπτυγμένων δυνάμεων, τη σύνθεσή τους και τον εξοπλισμό τους,
   - τις σχέσεις μεταξύ των δυνάμεων που τελούν υπό τον έλεγχο ΕΕ και των δυνάμεων που τελούν υπό τον έλεγχο ΝΑΤΟ και επιχειρούν στην ίδια περιοχή,
   - τη διαβάθμισητων δομών διοίκησης από τον τοπικό διοικητή στον SHAPE και μέχρι την Επιτροπή Πολιτικής και Ασφαλείας της ΕΕ,
   - την πολιτικοστρατιωτική συνεργασία στο πλαίσιο της αποστολής και τον τρόπο με τον οποίο η επιχείρηση εντάσσεται στο πλαίσιο της διαδικασίας σταθεροποίησης και σύνδεσης και των άλλων πολιτικών πρόληψης των συγκρούσεων,
   - τη χρηματοδότηση των κοινών δαπανών της επιχείρησης της ΕΕ,
   - τη συνεργασία με τον ΟΑΣΕ και τις υπηρεσίες των Ηνωμένων Εθνών στην περιοχή·

7.   καλεί το Συμβούλιο να επεκτείνει τον επιχειρησιακό χρηματοδοτικό μηχανισμό, που θεσπίστηκε για την επιχείρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, σε όλες τις μελλοντικές στρατιωτικές επιχειρήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

8.   καλεί την Διάσκεψη των Προέδρων να εξουσιοδοτήσει την αρμόδια επιτροπή του όσον αφορά την αποστολή στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας εξεταστικής των πραγμάτων επιτροπής, δύο μήνες μετά την έναρξη της επιχείρησης, για την εκπόνηση έκθεσης προόδου προκειμένου να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα της επιχείρησης σε σχέση με τα προαναφερθέντα ζητήματα·

9.   αναθέτει στoν Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, την Επιτροπή, τα εθνικά κοινοβούλια, τον Πρόεδρο της Συνέλευσης για το Μέλλον της Ευρώπης, καθώς και στον ΟΑΣΕ.

(1) ΕΕ L 34 της 11.2.2003, σ. 26.
(2) ΕΕ C 172 της 18.6.1999, σ. 1.
(3) Bλ. παράρτημα στο ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 2002 επί του σχεδίου γενικού προϋπολογισμού P5_TA(2002)0624.


Διαβίβαση προσωπικών δεδομένων από τις αεροπορικές εταιρείες στην υπηρεσία μετανάστευσης των ΗΠΑ
PDF 314kWORD 57k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τη διαβίβαση προσωπικών δεδομένων από τις αεροπορικές εταιρείες στην υπηρεσία μετανάστευσης των ΗΠΑ
P5_TA(2003)0097B5-0187/2003

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

-   έχοντας υπόψη την οδηγία 95/46/ΕΚ ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών(1) και τον κανονισμό του Συμβουλίου (ΕΟΚ) 2299/89, της 24ης Ιουλίου 1989, για τη θέσπιση κώδικα συμπεριφοράς για τα ηλεκτρονικά συστήματα κράτησης θέσεων(2),

Α  . έχοντας επίγνωση του γεγονότος ότι, από τις 11 Σεπτεμβρίου 2001, οι Ηνωμένες Πολιτείες μεταρρύθμισαν ριζικά τη νομοθεσία τους προκειμένου να διασφαλίσουν την εσωτερική τους ασφάλεια, συμπεριλαμβανομένου και του τομέα των μεταφορών, και ότι, στις 19 Νοεμβρίου 2001, εκδόθηκε ο νόμος για την ασφάλεια της αεροπλοΐας και των μεταφορών (Aviation and Transportation Security Act)(3) και, στις 5 Μαΐου 2002, το μεταρρυθμιστικό νόμο του 2002 για την ενίσχυση της ασφάλειας των συνόρων και την είσοδο βάσει θεώρησης (Enhanced Border Security and Visa Entry Reform Act)(4) καθώς και άλλα συναφή μέτρα τα οποία αφορούν, για τις υπερατλαντικές πτήσεις μόνο, περίπου 10-11 εκατομμύρια επιβάτες το χρόνο,

Β  . λαμβάνοντας υπόψη ότι, αρχικά, η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών περιορίστηκε στο να ζητεί από τις αεροπορικές εταιρείες τη διαβίβαση δεδομένων σχετικά με τους επιβάτες και τα μέλη του πληρώματος (δηλωτικό επιβατών) (βλ. σημείωση i στο τέλος του κειμένου(5)) μέσω του Προηγμένου Συστήματος Πληροφοριών Επιβατών (Advance Passenger Information System)· λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη ότι στη συνέχεια ερμήνευσε την προσωρινή συμφωνία κατά τρόπο που να επιβάλλει, με την απειλή αυστηρών κυρώσεων, άμεση πρόσβαση στα ηλεκτρονικά συστήματα κράτησης θέσεων και ιδίως στο "αρχείο ονομάτων επιβατών" (Passenger Name Record-PNR) το οποίο μπορεί να περιλαμβάνει, εκτός των στοιχείων της ταυτότητας, κάθε άλλου είδους πληροφορία(6), συμπεριλαμβανομένων και ευαίσθητων πληροφοριών με την έννοια του άρθρου 8 της οδηγίας 95/46/ΕΚ,

Γ  . συμμεριζόμενο τις αμφιβολίες και τις ανησυχίες που εξέφρασαν οι εθνικές αρχές(7) όσον αφορά τη νομιμότητα αυτής της απαίτησης, ακόμη και στο πλαίσιο της νομοθεσίας των Ηνωμένων Πολιτειών, και εκφράζοντας, ιδίως, την αμφιβολία του για το κατά πόσον συμβιβάζεται με τη νομοθεσία της ΕΕ για την προστασία των δεδομένων, δεδομένου ότι υπάρχει κίνδυνος να μετατραπούν εκ των πραγμάτων οι βάσεις δεδομένων των συστημάτων κράτησης θέσεων σε πεδίο "εξόρυξης δεδομένων" για την κυβέρνηση των ΗΠΑ,

Δ  . εκφράζοντας αμφιβολίες για την "επάρκεια της προστασίας" των δεδομένων αυτών (βλ. σημείωση ii στο τέλος του κειμένου(8)i) μετά τη μεταφορά τους σε αμερικανικές βάσεις δεδομένων· εκφράζοντας τη λύπη του για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν κίνησε εγκαίρως τη διαδικασία αξιολόγησης της συμβατότητας της αμερικανικής νομοθεσίας με το κοινοτικό δίκαιο(9),

Ε  . λαμβάνοντας υπόψη ότι η νέα νομοθεσία την οποία πρότειναν οι υπηρεσίες μετανάστευσης των Ηνωμένων Πολιτειών(10) θα επέτρεπε να καταστήσει δυνατόν να υπερκερασθούν οι περιορισμοί του υφισταμένου συστήματος διαβίβασης, του αποκαλούμενου US EDIFACT, μέσω του αναλυτικότερου μορφοτύπου UN EDIFACT, ο οποίος δίνει τη δυνατότητα συμπερίληψης της διεύθυνσης στις ΗΠΑ, του αριθμού, της ημερομηνίας και του τόπου θεώρησης (όπως απαιτεί η παράγραφος 402 του EBSV) καθώς και να καθοριστεί καλύτερα το πεδίο εφαρμογής του PNR, περιορίζοντάς το σε προκαθορισμένες πληροφορίες,

1.   εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η Επιτροπή καθυστέρησε να υποβάλει προς συζήτηση στο Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ένα ζήτημα το οποίο εκκρεμεί εδώ και περισσότερους από δέκα πέντε μήνες, αφορά την προστασία των δεδομένων και έχει τεράστιες επιπτώσεις σε άλλες πολιτικές της Κοινότητας (μεταφορές, μετανάστευση) και της Ένωσης (αστυνομική και δικαστική συνεργασία, καταπολέμηση της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος)·

2.   εκφράζει την απογοήτευσή του για το γεγονός ότι η Επιτροπή, ως θεματοφύλακας των Συνθηκών και του κοινοτικού δικαίου, δεν εκπλήρωσε επιμελώς τις υποχρεώσεις της, και ιδίως για το γεγονός ότι:

   - δεν εξακρίβωσε εάν η πρόσβαση στα δεδομένα των συστημάτων κράτησης θέσεων έχει πραγματική βάση στη νομοθεσία των Ηνωμένων Πολιτειών ή αν πρόκειται για ευρεία ερμηνεία της παρούσας κυβέρνησης(11)· καλεί, εξάλλου, την Επιτροπή να επωφεληθεί από τις εν εξελίξει συζητήσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες για τη νέα νομοθεσία σχετικά με το σύστημα APIS και το PNR, προκειμένου να αποσπάσει από τις αμερικανικές αρχές τη δέσμευση ότι η νέα αυτή νομοθεσία θα λαμβάνει υπόψη τις απαιτήσεις προστασίας των δεδομένων που απορρέουν από την κοινοτική νομοθεσία·
   - καθυστέρησε τη διαπίστωση που προβλέπεται στο άρθρο 25 της οδηγίας 95/46/ΕΚ ως προς τη νομοθεσία των ΗΠΑ· η καθυστέρηση αυτή προκαλεί προφανείς δυσκολίες στις αεροπορικές εταιρίες, οι οποίες βρίσκονται μεταξύ σφύρας και άκμονος, δηλαδή μεταξύ των κυρώσεων των ΗΠΑ (εάν τηρούν το κοινοτικό δίκαιο) και των αρχών για την προστασία των δεδομένων (εάν δεχθούν τα αιτήματα των αρχών των ΗΠΑ) και φέρνει επίσης σε δύσκολη θέση τις εθνικές αρχές για την προστασία των δεδομένων, οι οποίες οφείλουν να τηρούν τις κοινοτικές διατάξεις·
   - δεν ενημέρωσε τους πολίτες οι οποίοι πρέπει να είναι οι πρώτοι που πρέπει να γνωρίζουν την κατάληξη των πληροφοριών που τους αφορούν·

3.   εκφράζει τη λύπη του για την κοινή δήλωση των υπαλλήλων ΕΕ και ΗΠΑ, της 19ης Φεβρουαρίου 2003, η οποία στερείται απολύτως νομικής βάσης και θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως έμμεση πρόσκληση προς τις εθνικές αρχές να παραβούν το κοινοτικό δίκαιο· αναθέτει στον Πρόεδρό του να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 91 του Κανονισμού του, προκειμένου να εξακριβώσει εάν έχει τη δυνατότητα προσφυγής στο Δικαστήριο·

4.   εκτιμά ότι οι ενδεχόμενες μελλοντικές διαπραγματεύσεις πρέπει να βασίζονται, αφενός, στις κοινοτικές αρμοδιότητες σε θέματα εναερίων μεταφορών, οι οποίες, σε επίπεδο υπερατλαντικών σχέσεων, αφορούν 10-11 εκατομμύρια επιβατών το χρόνο και για τις οποίες η Επιτροπή προτίθεται να διαπραγματευθεί συμφωνία "ανοικτών ουρανών", και, αφετέρου, στις κοινοτικές αρμοδιότητες σε θέματα μεταναστευτικής πολιτικής· εκφράζει, εξάλλου, την έκπληξή του για το γεγονός ότι τα θέματα αυτά δεν εξετάστηκαν στο πλαίσιο των συμφωνιών αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας, τα οποία βρίσκονται πλέον σε πολύ προχωρημένο στάδιο·

5.   ζητεί από την Επιτροπή να διασφαλίσει την αναστολή των επιπτώσεων των μέτρων που έλαβαν οι αμερικανικές αρχές μέχρι την έγκριση της απόφασης σχετικά με τη συμβατότητα αυτών των μέτρων με το κοινοτικό δίκαιο·

6.   ζητεί από την Επιτροπή να εξετάσει τα προβλήματα που θίγει το παρόν ψήφισμα και επιφυλάσσεται να εξετάσει τη συνέχεια που θα δοθεί πριν την προσεχή διάσκεψη κορυφής ΕΕ/ΗΠΑ·

7.   αναθέτει στον πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στην Επιτροπή, στο Συμβούλιο, στις κυβερνήσεις και στα κοινοβούλια των κρατών μελών, καθώς και στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών.

(1) ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31.
(2) ΕΕ L 220 της 29.7.1989, σ. 1.
(3) Νόμος για την ασφάλεια της αεροπλοΐας και των μεταφορών (Aviation and Transportation Security Act) της 19ης Νοεμβρίου 2001 (107-71), προσωρινοί κανόνες του Υπουργείου Οικονομικών (τελωνεία) – Δηλωτικά επιβατών και πληρώματος που απαιτούνται για τις πτήσεις επιβατών ξένων αερομεταφορέων προς τις Ηνωμένες Πολιτείες (ομοσπονδιακό μητρώο, 31 Δεκεμβρίου 2001) και πληροφορίες αρχείου ονομάτων επιβατών που απαιτούνται για τους επιβάτες πτήσεων ξένων αερομεταφορέων προς ή από τις Ηνωμένες Πολιτείες (ομοσπονδιακό μητρώο, 25 Ιουνίου 2002).
(4) Ο νόμος αυτός τροποποιεί τις οικείες διατάξεις του νόμου για τη μετανάστευση και την εθνικότητα.
(5)i Η παράγραφος 44909 τροποποιήθηκε με την προσθήκη, εν τέλει, των εξής διατάξεων: (γ) ΠΤΗΣΕΙΣ ΞΕΝΩΝ ΑΕΡΟΜΕΤΑΦΟΡΕΩΝ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ. (1) ΓΕΝΙΚΑ. Το αργότερο 60 ημέρες από την ημερομηνία ψήφισης του νόμου περί ασφάλειας της αεροπλοΐας και των μεταφορών, κάθε εταιρεία και αερομεταφορέας που εκτελεί πτήσεις από το εξωτερικό προς τις Ηνωμένες Πολιτείες διαβιβάζει στον Επίτροπο Τελωνείων, διά της ηλεκτρονικής οδού, δηλωτικό επιβατών και πληρώματος που περιέχει τις πληροφορίες που διευκρινίζονται στην παράγραφο (2). Οι μεταφορείς μπορούν να χρησιμοποιούν το προηγμένο σύστημα πληροφοριών επιβατών (APIS) το οποίο θεσπίζεται με την παράγραφο 431 του νόμου περί δασμολογήσεως του 1930 (19 U.S.C. 1431) για να παράσχουν τις προαναφερθείσες πληροφορίες. (2) ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ. Το δηλωτικό επιβατών και πληρώματος για πτήση, το οποίο απαιτείται σύμφωνα με την παράγραφο (1), περιέχει τις εξής πληροφορίες: (Α) Το πλήρες όνομα κάθε επιβάτη και κάθε μέλους του πληρώματος. (Β) Την ημερομηνία γέννησης και την ιθαγένεια κάθε επιβάτη και κάθε μέλους του πληρώματος. (Γ) Το φύλο κάθε επιβάτη και κάθε μέλους του πληρώματος. (Δ) Τον αριθμό διαβατηρίου και τη χώρα έκδοσής του για κάθε επιβάτη και κάθε μέλος του πληρώματος εάν απαιτείται διαβατήριο για το ταξίδι. (Ε) Τον αριθμό θεώρησης ή της άδειας διαμονής αλλοδαπού υπηκόου στις Ηνωμένες Πολιτείες κάθε επιβάτη και κάθε μέλους του πληρώματος, κατά περίπτωση. (ΣΤ) Κάθε άλλη πληροφορία που ο Υφυπουργός, σε συνεννόηση με τον Επίτροπο Τελωνείων, θεωρεί ευλόγως αναγκαία προκειμένου να εξασφαλισθεί η ασφάλεια της αεροπλοΐας. (3) ΑΡΧΕΙΑ ΟΝΟΜΑΤΩΝ ΕΠΙΒΑΤΩΝ – Οι μεταφορείς θέτουν στη διάθεση της Υπηρεσίας Τελωνείων, κατόπιν αιτήσεώς της, τις πληροφορίες του αρχείου ονομάτων επιβατών. (4) ΔΙΑΒΙΒΑΣΗ ΔΗΛΩΤΙΚΟΥ – Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου (5), δηλωτικό επιβατών και μελών του πληρώματος που απαιτείται για πτήση σύμφωνα με την παράγραφο (1) διαβιβάζεται στην Υπηρεσία Τελωνείων πριν την προσγείωση του αεροσκάφους στις Ηνωμένες Πολιτείες σύμφωνα με τον τρόπο, τις προθεσμίες και τις διαδικασίες που καθορίζει η Υπηρεσία Τελωνείων. (5) ΔΙΑΒΙΒΑΣΗ ΔΗΛΩΤΙΚΩΝ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ. – Οι πληροφορίες που διαβιβάζονται στον Υφυπουργό ή στην Υπηρεσία Τελωνείων δυνάμει της παρούσας παραγράφου μπορούν να διαβιβάζονται σε άλλες ομοσπονδιακές υπηρεσίες, κατόπιν αιτήσεώς τους, με σκοπό την προστασία της εθνικής ασφαλείας.
(6) Αριθμός PNR, ημερομηνία κράτησης θέσης, ταξιδιωτικό πρακτορείο, πληροφορίες που περιέχονται στο εισιτήριο, οικονομικά στοιχεία (αριθμός πιστωτικής κάρτας, ημερομηνία λήξης, διεύθυνση τιμολόγησης κτλ.) δρομολόγιο, ιστορικό του PNR. Το ιστορικό μπορεί να περιλαμβάνει να ταξίδια που πραγματοποιήθηκαν στο παρελθόν, αλλά και στοιχεία θρησκευτικού ή εθνοτικού χαρακτήρα (επιλογή γεύματος κ.τ.τ.), τη συμμετοχή σε συγκεκριμένη ομάδα, στοιχεία σχετικά με τη διαμονή και τα μέσα επικοινωνίας με το άτομο (διεύθυνση e-mail, στοιχεία φίλων, τόπος εργασίας ·), ιατρικά δεδομένα (ανάγκη ιατρικής συνδρομής, οξυγόνο, προβλήματα όρασης, ακοής ή κινητικότητας ή οποιοδήποτε άλλο πρόβλημα η γνώση του οποίου είναι αναγκαία για την ομαλή διεξαγωγή της πτήσης), καθώς και άλλα στοιχεία που συνδέονται, για παράδειγμα, με προγράμματα τακτικών πελατών των αεροπορικών εταιριών.
(7) Βλ. την εξ ιδίας πρωτοβουλίας γνωμοδότηση 6/2002 που εξέδωσε η ομάδα που συστήθηκε βάσει του άρθρου 29 της οδηγίας 95/46/ΕΚ στην ιστοθέση: http://www.europa.eu.int/comm/internal_market/en/dataprot/wpdocs/wp66_el.pdf
(8)ii (EBSV σελίδα 6) σχετικά με το σύστημα "Chimera": "·Το σχέδιο που προβλέπει το παρόν εδάφιο ορίζει τους όρους χρήσης των πληροφοριών που καθορίζονται με το εδάφιο β) και οι οποίες διαβιβάζονται στο Υπουργείο Εξωτερικών και την Υπηρεσία Μετανάστευσης και Πολιτογράφησης, προκειμένου (Α) να περιοριστεί η περαιτέρω διάδοση αυτών των πληροφοριών· (Β) να εξασφαλιστεί ότι οι πληροφορίες αυτές χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για να αποφασιστεί κατά πόσον είναι σκόπιμο να δοθεί θεώρηση σε αλλοδαπό ή κατά πόσον ένας αλλοδαπός πληροί τους όρους εισόδου στις Ηνωμένες Πολιτείες ή πρέπει να απελαθεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες, εκτός εάν ο ομοσπονδιακός νόμος προβλέπει διαφορετικά· (Γ) να εξασφαλιστεί η ακρίβεια, η ασφάλεια και η εμπιστευτικότητα των πληροφοριών αυτών· (Δ) να προστατευθεί κάθε δικαίωμα ιδιωτικής ζωής των ατόμων που αποτελούν αντικείμενο αυτών των πληροφοριών· (Ε) να διασφαλιστεί η ακεραιότητα των δεδομένων μέσω της έγκαιρης απομάκρυνσης και καταστροφής πεπαλαιωμένων ή λανθασμένων ονομάτων και πληροφοριών· και (ΣΤ) κατά τρόπο που να προστατεύει τις πηγές και τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για την απόκτηση πληροφοριών, κατά την παράγραφο 103, στοιχείο c, σημείο 6, του νόμου περί εθνικής ασφαλείας του 1947 (50 U.S.C. 403-3(c)(6)).
(9) Κατά την έννοια του άρθρου 25 της οδηγίας 95/46/ΕΚ.
(10) Ομοσπονδιακό μητρώο: 3 Ιανουαρίου 2003 (Τόμος 68, αριθ. 2).
(11) Π.χ. η αναδιοργάνωση των συστημάτων κράτησης θέσεων με απομόνωση των δεδομένων που δεν αφορούν απόλυτα τη σύμβαση ταξιδιού.


Η διάσταση του φύλου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
PDF 398kWORD 119k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (2002/2025(INI))
P5_TA(2003)0098A5-0060/2003

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

-   έχοντας υπόψη τη Συνθήκη ΕΚ, ειδικότερα τα άρθρα 2, 3, παράγραφος 2, 13 και 14, παράγραφος 4, και 141 αυτής, καθώς και τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,

-   έχοντας υπόψη το άρθρο 23, παράγραφος 1 του Ευρωπαϊκού Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων(1),

-   έχοντας υπόψη τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1979 σχετικά με την κατάργηση κάθε μορφής διακρίσεων εις βάρος των γυναικών (CEDAW),

-   έχοντας υπόψη την Πλατφόρμα δράσης που υιοθετήθηκε κατά την Τέταρτη Παγκόσμια Διάσκεψη για την Γυναίκα στις 15 Σεπτεμβρίου 1995 στο Πεκίνο,

-   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 18ης Μαΐου 2000 σχετικά με τη συνέχεια που δόθηκε στην Πλατφόρμα δράσης του Πεκίνου(2),

-   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 11ης Φεβρουαρίου 1994(3), την θέση του της 24ης Μαΐου 1996(4) και το ψήφισμά του της 2ας Μαρτίου 2000(5) σχετικά με την συμμετοχή των γυναικών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων,

-   έχοντας υπόψη το ψήφισμα του Συμβουλίου της 27ης Μαρτίου 1995(6) και τη σύσταση 96/694/ΕΚ του Συμβουλίου της 2ας Δεκεμβρίου 1996 σχετικά με την ισόρροπη συμμετοχή γυναικών και ανδρών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων(7),

-   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 15ης Νοεμβρίου 1996 σχετικά με την καθιέρωση ίσων ευκαιριών για άνδρες και γυναίκες στο δημόσιο τομέα(8),

-   έχοντας υπόψη τα ψηφίσματά του της 16ης Σεπτεμβρίου 1997 σχετικά με την ανακοίνωση της Επιτροπής με θέμα: "ενσωμάτωση της ισότητας των ευκαιριών μεταξύ των γυναικών και των ανδρών στο σύνολο των κοινοτικών πολιτικών και στόχων mainstreaming"(9) και της 9ης Μαρτίου 1999 σχετικά με την έκθεση προόδου της Επιτροπής για τη συνέχεια που δόθηκε σε αυτήν την ανακοίνωση(10),

-   έχοντας υπόψη το ψήφισμα του Συμβουλίου και των Υπουργών Απασχόλησης και Κοινωνικής Πολιτικής οι οποίοι συνεδρίασαν στο πλαίσιο του Συμβουλίου στις 29 Ιουνίου 2000, σχετικά με την ισόρροπη συμμετοχή γυναικών και ανδρών στον οικογενειακό και επαγγελματικό βίο(11),

-   έχοντας υπόψη τη απόφασή του της 15ης Νοεμβρίου 2000 σχετικά με την πρόταση απόφασης του Συμβουλίου περί του πρόγραμματος που αναφέρεται στην κοινοτική στρατηγική πλαίσιο για την ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών(2001-2005)(12) και το ψήφισμά του της 3ης Ιουλίου 2001 σχετικά με την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: Στρατηγική-πλαίσιο για την ισότητα των φύλων: Πρόγραμμα εργασίας για το 2001(13),

-   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 18ης Ιανουαρίου 2001 επί της έκθεσης της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή σχετικά με την εφαρμογή της σύστασης 96/694/ΕΚ του Συμβουλίου της 2ας Δεκεμβρίου 1996 για την ισόρροπη συμμετοχή γυναικών και ανδρών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων(14),

-   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 25ης Σεπτεμβρίου 2002 σχετικά με την εκπροσώπηση των γυναικών μεταξύ των κοινωνικών εταίρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης(15),

-   έχοντας υπόψη την οδηγία 2002/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002, που τροποποιεί την οδηγία του Συμβουλίου 76/207/ΕΟΚ σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε ό,τι αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, την επαγγελματική κατάρτιση και την ιεραρχική ανέλιξη καθώς επίσης και τις συνθήκες εργασίας(16),

-   έχοντας υπόψη τον Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης που εφαρμόζεται στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ιδίως τα άρθρα 1, (α), 27, δεύτερο εδάφιο, 28, 29 και 45, παράγραφος 1 αυτού,

-   έχοντας υπόψη την έκθεση του Γενικού Γραμματέα "προς μια νέα πολιτική προσωπικού" που εγκρίθηκε από το Προεδρείο τον Οκτώβριο 1997 καθώς και την έκθεση αξιολόγησης της 22ας Μαρτίου 2001,

-   έχοντας υπόψη τις εκθέσεις σχετικά με τις ίσες ευκαιρίες στην Γραμματεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που ενέκρινε το Προεδρείο το 1998 (έκθεση της κ. Hoff), το 2000 (έκθεση της κ. Lienemann) και το 2002 (έκθεση της κ. Lalumière)(17),

-   έχοντας υπόψη το τρίτο Πρόγραμμα Δράσης 2001-2005 της Επιτροπής Ίσων Ευκαιριών (CΟΡΕC),

-   έχοντας υπόψη την απόφασή του της 10ης Απριλίου 2002 σχετικά με τη χορήγηση απαλλαγής για την εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οικονομικό έτος 2000(18) και ειδικότερα τις παραγράφους 17 έως 22 αυτού,

-   έχοντας υπόψη την ακρόαση σχετικά με την ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο που διοργάνωσε η Επιτροπή Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ίσων Ευκαιριών στις 17 Ιουνίου 2002 στις Βρυξέλλες,

-   έχοντας υπόψη το άρθρο 163 του Κανονισμού του,

-   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ίσων Ευκαιριών καθώς και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Νομικών Υποθέσεων (Α5-0060/2003),

A.   εκτιμώντας ότι η ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου, την οποία, σύμφωνα με το άρθρο 2 της Συνθήκης, η Κοινότητα έχει την αποστολή να προαγάγει,

B.   εκτιμώντας ότι το άρθρο 3 παράγραφος 2 της Συνθήκης προβλέπει την αρχή της ενσωμάτωσης της διάστασης του φύλου ορίζοντας ότι η Κοινότητα επιδιώκει, σε όλες της τις δραστηριότητες, να εξαλειφθούν οι ανισότητες και να προαχθεί η ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών,

Γ  . έχοντας υπόψη ότι η Πλατφόρμα Δράσης του Πεκίνου υποστήριζε την ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου ως αποτελεσματική στρατηγική για την προώθηση της ισότητας των φύλων και όριζε ότι οι κυβερνήσεις και οι άλλοι διάφοροι παράγοντες θα πρέπει να προωθούν ενεργή και ορατή πολιτική ενσωμάτωσης της διάστασης του φύλου σε όλες τις πολιτικές και τα προγράμματα, έτσι ώστε, πριν από τη λήψη των αποφάσεων, να αναλύονται οι επιπτώσεις για τις γυναίκες και τους άνδρες αντιστοίχως,

Δ  . λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου συνεπάγεται την (αναδι)οργάνωση, βελτίωση, ανάπτυξη και αξιολόγηση των διαδικασιών πολιτικής έτσι ώστε η προοπτική της ισότητας των φύλων να ενσωματώνεται σε όλες τις πολιτικές, σε όλα τα επίπεδα και σε όλα τα στάδια εκ μέρους των παραγόντων οι οποίοι μετέχουν συνήθως στη διαμόρφωση της πολιτικής(19),

Ε  . εκτιμώντας ότι η ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου οδηγεί σε δικαιότερη και δημοκρατικότερη κοινωνία στην οποία συμμετέχουν τόσο οι γυναίκες όσο και οι άνδρες, και ότι, λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών, αξιοποιούνται στο έπακρο οι ανθρώπινοι πόροι,

ΣΤ  . εκτιμώντας ότι η πολιτική της ενσωμάτωσης της διάστασης του φύλου συμπληρώνει αλλά δεν υποκαθιστά τις ειδικές πολιτικές για την ισότητα και τις θετικές δράσεις, ως μέρος μιας διττής προσέγγισης για την επίτευξη του στόχου της ισότητας των φύλων,

Ζ  . έχοντας υπόψη ότι οι θετικές δράσεις προβλέπονται στο άρθρο 141 παράγραφος 4 της Συνθήκης ΕΚ (στον τομέα της απασχόλησης και της επαγγελματικής δραστηριότητας), στο άρθρο 4 της σύμβασης των ΗΕ για την κατάργηση κάθε μορφής διακρίσεων εις βάρος των γυναικών, στο άρθρο 23 παράγραφος 2 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και στη σύσταση του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 1982 σχετικά με την προώθηση θετικών δράσεων υπέρ των γυναικών,

Η  . λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε, ήδη το 1996, πολιτική ενσωμάτωσης του φύλου και των ίσων ευκαιριών για γυναίκες και άνδρες σε όλες τις δραστηριότητες και πολιτικές της Κοινότητας,

Θ  . έχοντας υπόψη ότι η Επιτροπή έχει σηματοδοτήσει τη δέσμευσή της σε πολύ υψηλό επίπεδο θεσπίζοντας ομάδα επιτρόπων για τις ίσες ευκαιρίες, ότι επιπλέον δημιούργησε μια οργανωτική δομή σε κάθε ΓΔ και τμήμα και ανέπτυξε εργαλεία για την εναρμόνιση των πολιτικών και την παρακολούθηση της διαδικασίας ενσωμάτωσης της διάστασης του φύλου,

Ι  . έχοντας υπόψη ότι η Δανική Προεδρία του Συμβουλίου προώθησε μια φιλόδοξη προσέγγιση για την ενσωμάτωσης της διάστασης του φύλου στις εργασίες του Συμβουλίου,

ΙΑ  . εκτιμώντας ότι η ισόρροπη συμμετοχή γυναικών και ανδρών στη λήψη αποφάσεων συνιστά σημαντική προϋπόθεση για την υλοποίηση μιας πολιτικής ευαίσθητης στα θέματα των φύλων και αποτελεί συνεπώς αναπόσπαστο μέρος της προσέγγισης για την ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου,

ΙΒ  . έχοντας υπόψη ότι, παρά την σταθερή αύξηση του ποσοστού γυναικών στο ΕΚ από 17,5% το 1979 στο 31,5% στις εκλογές του 1999, οι γυναίκες υποεκπροσωπούνται ακόμη σε μεγάλο βαθμό σε ό,τι αφορά τις θέσεις με αυξημένες αρμοδιότητες και ευθύνες στα όργανα λήψης πολιτικών αποφάσεων στο ΕΚ (ιδίως στο Προεδρείο στο οποίο μόνον δύο αντιπρόεδροι είναι γυναίκες, και στη Διάσκεψη των Προέδρων με μια μόνον γυναίκα ως συμπρόεδρο),

ΙΓ  . υπενθυμίζοντας ότι η συμμετοχή και η εκπροσώπηση των γυναικών στην πολιτική σε διάφορες υποψήφιες χώρες είναι χαμηλότερη από το μέσο όρο της ΕΕ και ότι το σημερινό ποσοστό των γυναικών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα μπορούσε να μειωθεί εάν δεν ληφθούν μέτρα προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι οι γυναίκες μπορούν και είναι πρόθυμες να θέσουν υποψηφιότητα στις εκλογές των εν λόγω χωρών,

ΙΔ  . εκτιμώντας ότι οι γυναίκες υποεκπροσωπούνται σε μεγάλο βαθμό τις υψηλότερες βαθμίδες της διοίκησης του ΕΚ και τονίζοντας ότι δεν σημειώθηκε ιδιαίτερη πρόοδος μετά τις εκθέσεις του Προεδρείου το 1998 και το 2000, λαμβάνοντας δε υπόψη ότι η έκθεση που ενέκρινε το Προεδρείο στις 3 Σεπτεμβρίου 2002 εστιάζει το ενδιαφέρον της στην πρόσβαση των γυναικών σε υπεύθυνες θέσεις στο Κοινοβούλιο (πρόσληψη και διορισμός, εξέλιξη της σταδιοδρομίας) και θέτει στόχους για το σκοπό αυτό,

ΙΕ  . έχοντας υπόψη ότι στο προαναφερθέν ψήφισμά του της 18ης Ιανουαρίου 2001 ζητούσε την προώθηση της ισορροπίας μεταξύ των δύο φύλων σε όλους τους τομείς πολιτικής και σε όλες τις επιτροπές σε ευρωπαϊκό, περιφερειακό, εθνικό και διεθνές επίπεδο ώστε η εκπροσώπηση και των δύο φύλων να μην πέφτει κάτω από 40%,

ΙΣΤ  . έχοντας υπόψη ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισσαβώνας στις 23-24 Μαρτίου 2000 αναγνώρισε τη σημασία της προώθησης όλων των παραμέτρων των ίσων ευκαιριών στην απασχόληση και έθεσε τον στόχο της αύξησης του αριθμού των απασχολούμενων γυναικών σε άνω των 60% έως το 2010,

ΙΖ  . έχοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το ανωτέρω ψήφισμα του Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου 2000, οι στόχοι της ισόρροπης συμμετοχής ανδρών και γυναικών στον οικογενειακό και επαγγελματικό βίο και της ισόρροπης συμμετοχής ανδρών και γυναικών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων αποτελούν δύο ιδιαιτέρως βασικές προϋποθέσεις για την ισότητα ανδρών και γυναικών,

ΙΗ  . υπενθυμίζοντας ότι στο ίδιο ψήφισμα του Συμβουλίου εζητείτο από τα θεσμικά όργανα και τους άλλους οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Κοινότητας να εφαρμόσουν μέτρα, υπό την εργοδοτική τους ιδιότητα, προκειμένου να υπάρξει ισορροπία στις προσλήψεις και στην ιεραρχική ανέλιξη ανδρών και γυναικών με σκοπό να αποτραπεί ο οριζόντιος και κάθετος διαχωρισμός της αγοράς εργασίας,

1.   δεσμεύεται να εγκρίνει και να εφαρμόσει σχέδιο πολιτικής για την ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου· δηλώνει ότι ο γενικός στόχος αυτή της πολιτικής είναι να συμβάλει στην ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών λαμβάνοντας πράγματι υπόψη τη διάσταση του φύλου στο πλαίσιο των πολιτικών και των δραστηριοτήτων, περιλαμβανομένων των δομών και των οργάνων λήψης αποφάσεων, καθώς και της διοίκησης, έτσι ώστε, πριν από τη λήψη των αποφάσεων, να αποτιμώνται οι διαφορετικές επιπτώσεις των μέτρων και των πολιτικών στις γυναίκες και τους άνδρες και να κατοχυρώνεται η διασφάλιση της ποιότητας, η οποία δεν αφορά μόνον τις διαδικασίες και τις δομές, αλλά και το περιεχόμενο, και αναπτύσσεται στο πλαίσιο μίας αντίληψης περί διαχείρισης του φύλου·

2.   θεωρεί ότι το σχέδιο πολιτικής του πρέπει να βασίζεται στις ακόλουθες προτεραιότητες:

   α ) σηματοδότηση της πολιτικής βούλησης και της δέσμευσης στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο με τη σύσταση ομάδας υψηλού επιπέδου για την ισότητα των δύο φύλων, η οποία θα αποτελείται από τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και μέλη του Προεδρείου, τους προέδρους των συναφών επιτροπών και τον Γενικό Γραμματέα·
   β ) ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου στις εργασίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αφενός μέσω του αποτελεσματικού έργου της αρμόδιας επιτροπής και, αφετέρου, με την συνεκτίμηση της προοπτικής της ισότητας γυναικών και ανδρών εκ μέρους των άλλων επιτροπών και αντιπροσωπειών·
   γ ) ισορροπία μεταξύ των δύο φύλων στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων μέσω της αύξησης της εκπροσώπησης των γυναικών στα καθοδηγητικά όργανα του Κοινοβουλίου, στο προεδρείο των επιτροπών και των αντιπροσωπειών και σε άλλες υπεύθυνες θέσεις, στη σύνθεση των αντιπροσωπειών και σε άλλες αποστολές όπως είναι οι αποστολές παρατηρητών σε εκλογικές αναμετρήσεις·
   δ ) ενσωμάτωση της ανάλυσης κατά φύλο σε όλα τα στάδια της διαδικασίας του προϋπολογισμού ως εργαλείο για την προώθηση της διαφάνειας και της ισότητας, εξασφαλίζοντας ότι οι ανάγκες και προτεραιότητες γυναικών και ανδρών λαμβάνονται εξίσου υπόψη και αποτιμώντας τον αντίκτυπο των κοινοτικών πόρων τόσο για τις γυναίκες και όσο και για τους άνδρες·
   ε ) αποτελεσματική πολιτική σχέσεων με τον Τύπο και ενημέρωσης η οποία λαμβάνει συστηματικά υπόψη την ισότητα των φύλων και αποφεύγει τα στερεότυπα, όπως επίσης λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες και τις προοπτικές των γυναικών, και η οποία δεν συνίσταται απλώς και μόνον σε παροχή πληροφοριών για την ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου, αλλά επιπλέον ενθαρρύνει αυτή την πολιτική·

3.   υπογραμμίζει την ανάγκη για επαρκείς οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους ώστε τα όργανα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να διαθέτουν τα απαιτούμενα εργαλεία, συμπεριλαμβανομένης της ανάλυσης και της αξιολόγησης κατά φύλο, την κατάλληλη εμπειρογνωμοσύνη σε ό,τι αφορά τα φύλα (έρευνες και τεκμηρίωση, εξειδικευμένο προσωπικό, εμπειρογνώμονες) και συγκεκριμένα, κατά φύλο, δεδομένα και στατιστικά στοιχεία·

4.   καλεί τη Διάσκεψη των Προέδρων των Επιτροπών και τη Διάσκεψη των Προέδρων των Αντιπροσωπειών να διατυπώσουν συστάσεις προς τη Διάσκεψη των Προέδρων σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα εφαρμοστεί συγκεκριμένα η ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου στις εργασίες των επιτροπών και των αντιπροσωπειών με βάση τις προτάσεις της αρμόδιας επιτροπής του·

5.   προτείνει τις ακόλουθες κατευθυντήριες γραμμές με σκοπό την ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου στο έργο των επιτροπών και των αντιπροσωπειών:

   - ορισμός ενός μέλους (του προέδρου ή του αντιπροέδρου) ως υπευθύνου για την ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου στις εργασίες των επιτροπών και των αντιπροσωπειών·
   - ιεράρχηση κατά προτεραιότητα των τομέων και των θεμάτων με τα οποία σχετίζεται η ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου αναλαμβάνοντας ένα σχέδιο ή μια πρωτοβουλία σε αυτόν τον τομέα·
   - ετήσια αξιολόγηση των δραστηριοτήτων και των επιτευγμάτων στον τομέα της ενσωμάτωσης της διάστασης του φύλου·
   - οι επιτροπές και οι αντιπροσωπείες πρέπει να επικουρούνται σε αυτά τα καθήκοντα από τα μέλη της γραμματείας που έχουν παρακολουθήσει κατάλληλη επιμόρφωση και αποτελούν μέρους δικτύου εμπειρογνωμόνων στα θέματα της ενσωμάτωσης της διάστασης του φύλου·

6.   ενίσχυση της γραμματείας της αρμόδιας επιτροπής ώστε να μεγιστοποιηθεί η λειτουργία της και να μπορεί να συνδράμει καταλλήλως του βουλευτές της συντονίζοντας την εφαρμογή και την περαιτέρω ανάπτυξη της ενσωμάτωσης της διάστασης του φύλου σε όλους τους τομείς πολιτικής·

7.   θεωρεί ότι η παρακολούθηση και η αξιολόγηση αποτελεί ουσιαστικό τμήμα της στρατηγικής για την ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου και προτείνει, για το σκοπό αυτό, να συντάσσει η αρμόδια επιτροπή ετήσια έκθεση σχετικά με την ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου στις εργασίες των επιτροπών και των αντιπροσωπειών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, συμπεριλαμβανομένου του εντοπισμού και της αξιολόγησης της μη δυνατότητας να το πράξουν, την οποία θα υποβάλλει στην ολομέλεια· η ετήσια έκθεση σχετικά με την ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου στο έργο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, από κοινού με την έκθεση του Προεδρείου για τις ίσες ευκαιρίες στη Γραμματεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, θα αποτελεί την κατάσταση πραγμάτων στο Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε ό,τι αφορά το θέμα της ισότητας των φύλων στο σύνολό του·

8.   τονίζει το σημαντικό ρόλο των πολιτικών κομμάτων για την εφαρμογή της ενσωμάτωσης της διάστασης του φύλου αλλάζοντας τα στερεότυπα που αφορούν τα φύλα μέσω των προγραμμάτων και των δραστηριοτήτων τους και προωθώντας τη συμμετοχή των γυναικών στην πολιτική·

9.   καλεί τη Διάσκεψη των Προέδρων να συζητήσει με πιο τρόπο θα μπορούσε να ενσωματωθεί η διάσταση του φύλου (ενδεχομένως με τροποποίηση του εσωτερικού Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου) στις δραστηριότητες των πολιτικών κομμάτων και να προτείνει συγκεκριμένα μέτρα για το σκοπό αυτό, με σκοπό ιδίως να εξασφαλισθεί η ισορροπία μεταξύ γυναικών και ανδρών στο Προεδρείο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου καθώς και στα προεδρεία των επιτροπών και των αντιπροσωπειών·

10.   απευθύνει έκκληση προς την Επιτροπή, αναλαμβάνοντας και το ίδιο αυτή τη δέσμευση, να ενθαρρύνει τις υποψήφιες χώρες να θεσπίσουν προγράμματα και να διεξάγουν εκστρατείες υπέρ των γυναικών πολιτικών και υποψηφίων ώστε να διασφαλιστεί η προετοιμασία τους για τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και για τις ευρωπαϊκές εκλογές του 2004, με στόχο να αυξηθεί το ποσοστό των γυναικών βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου·

11.   προτρέπει να διατυπωθούν κατευθυντήριες γραμμές για μια ουδέτερη γλώσσα, σε ό,τι αφορά τα φύλα, στα κείμενα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και να αναθεωρηθεί η χρησιμοποιούμενη ορολογία και γλώσσα στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου· θεωρεί ότι τούτο θα απαιτήσει την εκπαίδευση όλου του προσωπικού που εμπλέκεται στη σύνταξη διοικητικών κειμένων καθώς και της μεταφραστικής υπηρεσίας·

12.   καλεί τις εξειδικευμένες επιτροπές να εξασφαλίσουν ότι όλα τα προγράμματα και οι δραστηριότητες που χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό της ΕΕ στους αντίστοιχους τομείς αρμοδιότητά τους, προωθούν την ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου και να συντάσσουν ετήσια έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητες της επιτροπής τους σχετικά με την ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου και την συνεκτίμηση του φύλου κατά την κατάρτιση του προϋπολογισμού·

Ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου στη Γραμματεία του ΕΚ

13.   ζητεί να εφαρμοστεί ένα συνεκτικό και συνολικό πλαίσιο για την ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου στις διοικητικές υπηρεσίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, σε στενή συνεργασία με τη Γενική Διεύθυνση Προσωπικού και την CΟΡΕC, καθώς και με τη συμμετοχή εκπροσώπων του προσωπικού· αυτό το σχέδιο πολιτικής θα πρέπει να συντονίζει όλες τις υπάρχουσες πρωτοβουλίες, να υποδεικνύει στόχους και προτεραιότητες, καθώς και τα μέσα για την επίτευξή τους, και να συμπληρώνεται από δεδομένα και στατιστικά στοιχεία κατά φύλο, από δείκτες, σαφείς στόχους και συγκριτικές επιδόσεις·

14.   χαιρετίζει την ενίσχυση της μονάδας ίσων ευκαιριών στη Γενική Διεύθυνση Προσωπικού και τον ορισμό, το Μάρτιο 2001, "συμβούλων για τις ίσες ευκαιρίες" σε κάθε Γενική Διεύθυνση· θεωρεί αναγκαίο να καθορισθούν με ακρίβεια ο ρόλος και τα καθήκοντα αυτών των συμβούλων·

15.   υπενθυμίζει την ευκαιρία που προβλέπουν το άρθρο 141, παράγραφος 4 και οι σχετικές διατάξεις της οδηγίας 2002/73/ΕΚ·

16.   θεωρεί ότι η αύξηση της ευαισθητοποίησης, η ενημέρωση και η επαγγελματική επιμόρφωση αποτελούν ουσιώδεις παράγοντες για την υποστήριξη των αλλαγών στις νοοτροπίες και στις συμπεριφορές· ζητεί να καθιερωθούν διδακτικές ενότητες σχετικά με την ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου στα σχέδια επιμόρφωσης κάθε Γενικής Διεύθυνσης για τα μέλη του προσωπικού όλων των βαθμίδων, αρχής γενομένης από τα υψηλά διοικητικά στελέχη, καθώς και ειδικό πρόγραμμα διασκέψεων και σεμιναρίων·

17.   συνιστά να ενσωματωθεί η διάσταση του φύλου σε όλα τα έγγραφα πολιτικής προσωπικού και τους κανονισμούς· πρέπει να αναθεωρηθούν οι υφιστάμενοι κανόνες και οι κατευθυντήριες γραμμές πολιτικής μέσα από την οπτική της διάστασης του φύλου και να αναπροσαρμοστούν αναλόγως·

18.   συνιστά, κάθε Γενική Διεύθυνση να ορίσει τομείς προτεραιότητας τους οποίους θεωρεί κατάλληλους για έναρξη ενσωμάτωσης της διάστασης του φύλου· τα αποτελέσματα των δράσεών τους ή των πρωτοβουλιών τους σε αυτόν τον τομέα θα διαδίδονται σε συνεργασία με την CΟΡΕC, τη μονάδα ίσων ευκαιριών και το δίκτυο αντιπροσώπων για τις ίσες ευκαιρίες σε κάθε ΓΔ· τα επιτυχή ή ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα σχέδια/πρωτοβουλίες θα μπορούσαν να προβάλλονται ως καλύτερη πρακτική κατά την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας στις 8 Μαρτίου·

19.   καλεί την Επιτροπή Προσωπικού να διαδραματίσει ενεργό ρόλο στην εφαρμογή της στρατηγικής για την ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου στη Γραμματεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αγωνιζόμενη για την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ των φύλλων στο διορισμό των εκπροσώπων της σε όλα τα συμβούλια και τις επιτροπές και την κατανομή των ευθυνών μεταξύ των μελών της· τονίζει πόσο σημαντικό είναι να αυξηθεί η συνειδητοποίηση γύρω από τα θέματα ισότητας των φύλων και το να προβλεφθεί ειδική επιμόρφωση για τα μέλη της Επιτροπής Προσωπικού·

20.   επαναλαμβάνει ότι είναι σημαντικό να επιτευχθεί η ισορροπία μεταξύ των φύλων στη διαδικασία λήψης αποφάσεων ως σημαντική προϋπόθεση για την επίτευξη μιας ευαίσθητης ως προς το θέμα των φύλων πολιτικής· για το σκοπό αυτό:

   α ) υποστηρίζει πλήρως τις συστάσεις της έκθεσης για το 2002 της κ. Lalumière, όπως εγκρίθηκε από το Προεδρείο στις 3 Σεπτεμβρίου 2002, σχετικά με την πρόσβαση των γυναικών σε θέσεις διοικητικής ευθύνης, καθώς και τα μέτρα που προτάθηκαν σε ό,τι αφορά τους διαγωνισμούς, τις προσλήψεις και την εξέλιξη των σταδιοδρομιών·
   β ) ζητεί, ως συμπλήρωμα προς τις συστάσεις του Προεδρείου και τα μέτρα που προβλέπονται στο σχέδιο δράσης της CΟΡΕC 2001-2005, την καθιέρωση συστημάτων "καθοδήγησης" ως μέρος της παροχής συμβουλών σταδιοδρόμησης, με βάση την αρχή των ίσων ευκαιριών, καθώς και την εκπόνηση μελέτης με σκοπό να αναλυθεί η ιεραρχική ανέλιξη του γυναικείου προσωπικού όλων των κατηγοριών σε σύγκριση με τους άνδρες και του προσωπικού με μερική απασχόληση σε σύγκριση με το προσωπικό με πλήρη απασχόληση·
   γ ) επισύρει την προσοχή στο γεγονός ότι οι γυναίκες αποτελούν το 70,4% του προσωπικού της κατηγορίας C και θεωρεί ότι είναι ανάγκη να επιταχυνθεί η εφαρμογή μέτρων που αποσκοπούν στη διευκόλυνση της μετακίνησης σε υψηλότερη κατηγορία, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τη μειούμενη αναλογία των γυναικών στην κατηγορία Β μετά το 1998 (βλ. έκθεση Lalumière προς το Προεδρείο)· παρόμοια μέτρα θα συμβάλουν στον περιορισμό του χάσματος των προσδοκιών ιεραρχικής ανέλιξης μεταξύ γυναικών και ανδρών·
   δ ) υπενθυμίζει την ανάγκη που υπογράμμισε ο Γενικός Γραμματέας στην έκθεσή του, το 1997, προς το Προεδρείο να προσαρμοστεί το εργασιακό περιβάλλον προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι οι υπάλληλοι που εργάζονται με μερική απασχόληση, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων είναι γυναίκες, ή κατ' οίκον (τηλε-εργασία), δεν υφίστανται διακρίσεις σε ό,τι αφορά τις ευκαιρίες για επιμόρφωση, προαγωγή ή κινητικότητα·
   ε ) χαιρετίζει την πρόοδο που σημειώθηκε σε ό,τι αφορά την εξασφάλιση της ισορροπίας μεταξύ των φύλων στις προσλήψεις, τις επιτροπές προεπιλογής και τις εξεταστικές επιτροπές· συνιστά στόχους που θα επιδιώκουν την επίτευξη της ίσης εκπροσώπησης της διοίκησης και της Επιτροπής Προσωπικού στα όργανα που προβλέπει ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης και στις συμβουλευτικές επιτροπές·

21.   θεωρεί, από την άποψη της ενσωμάτωσης της διάστασης του φύλου, τις ρυθμίσεις περί εργασίας και τη δυνατότητα συμφιλίωσης της οικογενειακής ζωής και της εργασίας ως τομέα προτεραιότητας τόσο για τις γυναίκες όσο και για τους άνδρες· επισύρει την προσοχή στα ακόλουθα ζητήματα:

   - να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα ειδικότερα με συστηματική αντικατάσταση του προσωπικού που εργάζεται με μερική απασχόληση ώστε να εξασφαλισθεί ότι η μερική απασχόληση παρέχεται σε όλες τις γενικές διευθύνσεις σε υπαλλήλους που τη ζητούν (βλ. παράγραφο 21 του προαναφερθέντος ψηφίσματός του της 10ης Απριλίου 2002) και ότι θεωρείται έγκυρη επιλογή τόσο για άνδρες όσο και για γυναίκες·
   - να καθιερωθούν συστήματα ευέλικτου ωραρίου που θα μπορούσαν να ταιριάζουν περισσότερο την ειδική οργάνωση των εργασιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και θα βοηθούσαν το προσωπικό να συνδυάσει καλύτερα την επαγγελματική με την ιδιωτική του ζωή·
   - να προβλεφθούν επαρκείς και καλά οργανωμένες υποδομές φύλαξης των παιδιών (βρεφονηπιακοί σταθμοί, σταθμοί φύλαξης των παιδιών μετά στο σχολείο, ιατρική περίθαλψη, ευέλικτα ωράρια, κ.ά.) με στόχο τη διευκόλυνση και των δύο γονέων (γυναικών και ανδρών), που εργάζονται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, προκειμένου να καλυφθούν οι αυξανόμενες ανάγκες που θα προκύψουν λόγω της διεύρυνσης·
   - να εξασφαλισθεί η επιστροφή στην αρχική, ή σε ισότιμη, θέση μετά από άδεια άνευ αποδοχών που ζητήθηκε για οικογενειακούς λόγους και/ή γονική άδεια·
   - να εξεταστούν οι δυνατότητες επέκτασης της τηλε-εργασίας, σε εθελούσια και προσωρινή βάση, και σε άλλες υπηρεσίες πέραν της μετάφρασης·
   - να αντιμετωπιστούν τα ζητήματα γενικής οργάνωσης της εργασίας ιδίως των παρατεταμένων ωρών εργασίας, των αργοπορημένων συνεδριάσεων και των αποστολών·

22.   θεωρεί ουσιαστικής σημασίας την εγγύηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας καθώς επίσης την καταπολέμηση της παρενόχλησης στο χώρο εργασίας· υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με ορισμένες έρευνες, οι γυναίκες είναι συχνότερα θύματα παρενόχλησης από τους άνδρες(20)· αναμένει ότι η συμβουλευτική επιτροπή για τη ψυχολογική παρενόχληση, που συστάθηκε το 2000, θα διαδραματίσει έναν συνεχώς αποτελεσματικότερο ρόλο στην καταπολέμηση και την πρόληψη της παρενόχλησης·

23.   υποστηρίζει τη διάταξη κατά των διακρίσεων, σύμφωνα με το άρθρο 13 της Συνθήκης, και την αντιστροφή του βάρους της απόδειξης όταν υπάρχει ενδεχόμενο άμεσης ή έμμεσης διάκρισης, όπως διατυπώθηκε στην πρόταση της Επιτροπής για κανονισμό του Συμβουλίου για την τροποποίηση του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης των μονίμων υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων COM(2002) 213·

o
o   o

24.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, την Επιτροπή και την COPEC καθώς και τις κυβερνήσεις των υποψηφίων χωρών.

(1)1 ΕΕ C 364 της 18.12.2000, σ. 1.
(2)2 ΕΕ C 59 της 23.2.2001, σ. 258.
(3)3 ΕΕ C 61 της 28.2.1994, σ. 248.
(4)4 ΕΕ C 166 της 10.6.1996, σ. 269.
(5)5 ΕΕ C 346 της 4.12.2000, σ. 82.
(6)6 ΕΕ C 168 της 4.7.1995, σ. 3.
(7)7 ΕΕ L 319 της 10.12.1996, σ. 11.
(8)8 ΕΕ C 362 της 2.12.1996, σ. 337.
(9) ΕΕ C 304 της 6.10.1997, σ. 50.
(10) ΕΕ C 175 της 21.6.1999, σ. 72.
(11) ΕΕ C 218 της 31.7.2000, σ. 5.
(12) ΕΕ C 337 Ε της 28.11.2000, σ. 196.
(13) ΕΕ C 65 Ε της 14.3.2002, σ. 43.
(14) ΕΕ C 262 της 18.9.2001, σ. 248.
(15) P5_ΤA (2002)0438.
(16) ΕΕ L 269 της 5.10.2002, σ. 15.
(17) PE 318.444/ΠΡΟΕΔΡ.
(18) P5_TA(2002)0167.
(19) Έκθεση της Ομάδας Εμπειρογνωμόνων του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με την ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου ΕG-S-ΜS (98) 2.
(20) Ψήφισμα του ΕΚ της 20ής Σεπτεμβρίου 2001 σχετικά με την παρενόχληση στους χώρους εργασίας (ΕΕ C 77 E της 28.3.2002, σ. 138).


Προστασία των οικονομικών συμφερόντων και καταπολέμηση της απάτης: ετήσια έκθεση 2001
PDF 418kWORD 157k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων και την καταπολέμηση της απάτης - Ετήσια έκθεση για το 2001 (2002/2211(INI)
P5_TA(2003)0099A5-0055/2003

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

-   έχοντας υπόψη την ετήσια έκθεση της Επιτροπής για το 2001 σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων και την καταπολέμηση της απάτης (COM(2002) 348 - C5-0519/2002),

-   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής: "Προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων - Καταπολέμηση της απάτης - Πρόγραμμα δράσης 2001-2003" (COM(2001) 254),

-   έχοντας υπόψη την έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου για το οικονομικό έτος 2001(1)

-   έχοντας υπόψη το άρθρο 276, παράγραφος 3, και το άρθρο 280, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚ,

-   έχοντας υπόψη το άρθρο 163, παράγραφος 1, του Κανονισμού του,

-   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Ελέγχου του Προϋπολογισμού (A5-0055/2003),

Α  . εκτιμώντας του τέσσερις στρατηγικούς στόχους που ορίζει η Επιτροπή στο συνολικό της σχέδιο για την καταπολέμηση της απάτης (CΟΜ(2000) 358 και τους οποίους έχει ενσωματώσει στο πρόγραμμα δράσης 2001-2003 (COM(2001) 254): ανάπτυξη μιας σφαιρικής νομοθετικής πολιτικής για την καταπολέμηση της απάτης, ενίσχυση της επιχειρησιακής συνεργασίας μεταξύ των αρμοδίων αρχών, διοργανική προσέγγιση για την πρόληψη και την καταπολέμηση της απάτης και της δωροδοκίας καθώς και ενίσχυση της δικαστικής διάστασης στον ποινικό τομέα,

Β  . εκτιμώντας ότι ο συνολικός όγκος των αναφερομένων στην ετήσια έκθεση της Επιτροπής περιπτώσεων απάτης και παρατυπιών ανερχόταν το 2001 σε 1,275 δισεκατομμύρια ευρώ και ότι το ποσόν αυτό κατανέμεται ως ακολούθως:

   - Τμήμα Εσόδων: Ίδιοι πόροι 532,5 εκατομμύρια ευρώ (προηγούμενο έτος: 1143)
   - Τμήμα Δαπανών: Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων 429 εκατομμύρια ευρώ (προηγούμενο έτος: 576)
  

Μέτρα διαρθρωτικής πολιτικής 249,1 εκατομμύρια ευρώ (προηγούμενο έτος: 139)

  

Άμεσες δαπάνες 64,2 εκατομμύρια ευρώ (προηγούμενο έτος: 170),

Γ  . εκτιμώντας ότι αυτό αποτελεί σημαντική μείωση σε σύγκριση με το έτος 2000, όταν είχε υπολογισθεί ένας συνολικός όγκος 2,028 δισεκατομμυρίων ευρώ,

Δ  . εκτιμώντας ότι η μείωση αυτή οφείλεται εν μέρει και στο γεγονός ότι από τις περιπτώσεις που εξέτασε η Υπηρεσία για την Καταπολέμηση της Απάτης (OLAF) περιελήφθησαν στην στατιστική μόνον αυτές για τις οποίες κατέστη δυνατόν να ολοκληρωθούν οι έρευνες το 2001, όχι όμως και οι περιπτώσεις, στις οποίες άρχισαν μεν οι έρευνες, δεν κατέστη όμως δυνατόν να περατωθούν,

Ε  . εκτιμώντας ότι, σύμφωνα με στοιχεία της Επιτροπής, στη μείωση του αριθμού των παρατυπιών που κοινοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη είναι δυνατόν να οδήγησαν και προβλήματα προσαρμογής σε νέες διαδικασίες κοινοποιήσεων,

ΣΤ  . εκτιμώντας περαιτέρω ότι το επίπεδο των παρατυπιών που διαπιστώθηκαν το 2001 –1,275 δισεκατομμύρια ευρώ–, παρά τη μείωση του αριθμού τους σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, βρισκόταν σαφώς πάνω από τον μέσο όρο προηγουμένων ετών,

Ζ  . εκτιμώντας ότι από τις διαθέσιμες πιστώσεις πληρωμών χρησιμοποιήθηκε στην πράξη το 2000 μόνον το 87,9 % (83,3 δισ. ευρώ από 94,8 δισ. ευρώ) και το 2001 μόνον το 82,3 % (80 δισ. ευρώ από 97,2 δισ. ευρώ)· εκτιμώντας ότι αυτό το χαμηλό ποσοστό χρησιμοποίησης καθιστά σχετική τη μείωση του αριθμού των παρατυπιών,

Επανείσπραξη των επιπλέον των κανονικών ή αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών

1.   λαμβάνει υπόψη ότι η εξέταση των κοινοποιήσεων που παρελήφθησαν το 2001 κατέδειξε ότι ο συνολικός αριθμός των παρατυπιών που κοινοποιήθηκαν μειώθηκε έναντι του έτους 2000 σε όλους τους τομείς· επισημαίνει σε αυτό το πλαίσιο το γεγονός ότι κατά τα έτη 2000 και 2001 επεστράφησαν στα κράτη μέλη περισσότερα από 26 δισ. ευρώ σε μη χρησιμοποιηθείσες πιστώσεις του προϋπολογισμού·

2.   διαπιστώνει ωστόσο ότι οι δημοσιονομικές επιπτώσεις των παρατυπιών στον προϋπολογισμό υποχώρησαν μόνο στον τομέα των ιδίων πόρων (από 1,143 εκατ. ευρώ σε 532,5 εκατ. ευρώ) και στον τομέα ΕΓΤΠΕ-Εγγυήσεις (από 576 εκατ. ευρώ σε 429 εκατ. ευρώ), ενώ οι επιπτώσεις αυξήθηκαν στον τομέα των διαρθρωτικών ταμείων από 139 εκατ. ευρώ σε 249,1 εκατ. ευρώ·

3.   υπενθυμίζει στην Επιτροπή ότι, σύμφωνα με το ψήφισμά του της 29ης Νοεμβρίου 2001(2), είχε κληθεί να υποβάλει, έως τις 15 Δεκεμβρίου 2001, κατάλογο όλων των παρατυπιών που κοινοποιήθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1681/94 της Επιτροπής, της 11ης Ιουλίου 1994, σχετικά με τις παρατυπίες και την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών στο πλαίσιο της χρηματοδότησης των διαρθρωτικών πολιτικών καθώς και την οργάνωση ενός συστήματος πληροφόρησης στον τομέα αυτό(3), από τον οποίο κατάλογο θα προκύπτει για κάθε περίπτωση το ύψος της εκάστοτε οικονομικής ζημίας και εάν και σε ποιο βαθμό κατέστη δυνατό να επανακτηθούν τα ποσά αυτά·

4.   διαπιστώνει ότι το ποσόν που ανακτήθηκε το 2001 (40.342.543 ευρώ) μειώθηκε κατά περισσότερο από το ήμισυ σε σύγκριση με το έτος 2000 (86.101.547 ευρώ), μείωση που αντιστοιχεί σε συνολικό ποσοστό είσπραξης της τάξεως του 15,7%·

5.   επικρίνει το γεγονός ότι τα προς ανάκτηση ποσά που συνδέονται με περιπτώσεις απάτης και παρατυπίες, που διαπιστώθηκαν από τα κράτη μέλη, την OLAF και την Επιτροπή, έχουν σωρευτεί κατά την πάροδο των ετών σε ύψος περίπου 3 δισ. ευρώ· θεωρεί την κατάσταση αυτή τελείως απαράδεκτη·

6.   διαπιστώνει ότι οι διαδικασίες ανάκτησης αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών προφανώς δεν λειτουργούν, πράγμα το οποίο προκαλεί σημαντική ζημία στα οικονομικά συμφέροντα της Κοινότητας· καλεί για τον λόγο αυτό την Επιτροπή να υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έως την 30ή Ιουνίου 2003, λεπτομερή ανάλυση των αιτίων αυτής της δυσλειτουργίας καθώς και προτάσεις εξάλειψής της·

7.   ζητεί για το λόγο αυτό από την Επιτροπή, έως ότου δημιουργηθεί αποτελεσματική διαδικασία ανάκτησης των ποσών, να αναστέλλει τις πληρωμές, ευθύς ως οι εκτιμήσεις της OLAF επιβεβαιώνουν αιτιολογημένη υπόνοια απάτης και η Υπηρεσία κινεί διαδικασία έρευνας·

8.   λαμβάνει υπόψη του το γεγονός ότι η Επιτροπή –αν και αρκετά αργά– υπέβαλε στις 3 Δεκεμβρίου 2002 ανακοίνωση για τα εν λόγω θέματα, με την οποία επιδιώκει να βελτιώσει τη διαδικασία είσπραξης, αμφιβάλλει, ωστόσο, για τη δυνατότητα επιτυχίας αυτού του σχεδίου, ενόσω παραμένουν αδιευκρίνιστες οι αρμοδιότητες μεταξύ της OLAF αφ' ενός και των αρμοδίων γενικών διευθύνσεων της Επιτροπής αφ' ετέρου· σημειώνει με έκπληξη το γεγονός ότι το Λουξεμβούργο δεν έχει κοινοποιήσει μέχρι σήμερα καμία περίπτωση παρατυπίας· επισημαίνει ότι δεν είναι δυνατόν να δοθεί σύμφωνη γνώμη για την επιδιωκόμενη από την Επιτροπή ειδική μεταχείριση της Ιταλίας έως το 2002, λαμβάνοντας υπόψη τα κοινοποιηθέντα εκκρεμή ποσά ύψους περίπου 1,4 δισεκατομμυρίων ευρώ και παρακαλεί να υποβληθεί άμεσα η αναγγελθείσα πρόταση τροπολογίας επί του άρθρου 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1258/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, σχετικά με τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής(4)·

Καταπολέμηση της απάτης στα διαρθρωτικά ταμεία

9.   εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι οι αριθμοί που παραθέτει η Επιτροπή στην ετήσια έκθεσή της δεν επιτρέπουν να διαπιστωθεί κατά πόσον επιτυγχάνεται αποτελεσματική και ισότιμη προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας σε όλα τα κράτη μέλη στο πλαίσιο των διαρθρωτικών ταμείων·

10.   ανησυχεί για το γεγονός ότι στο Ταμείο Συνοχής (συνολικός όγκος το 2001 περίπου 3 δισεκατομμύρια ευρώ) μόνο η Ελλάδα κοινοποίησε παρατυπίες (ύψους 2,5 εκατομμυρίων ευρώ περίπου), ενώ η Ισπανία, Ιρλανδία και Πορτογαλία ανακοίνωσαν στην Επιτροπή ότι δεν υπάρχουν παρατυπίες προς κοινοποίηση· λαμβάνει υπό σημείωση την ετήσια έκθεση του Ταμείου Συνοχής (CΟΜ(2002) 557), και ιδιαίτερα το σημείο 4.2· αναμένει από την Επιτροπή να λάβει θέση επί του θέματος αυτού στην επόμενη ετήσια έκθεσή της για την καταπολέμηση της απάτης, καθώς και να ανακοινώσει ποιες ενέργειες ανέλαβε αυτή στις περιπτώσεις στις οποίες συμβάσεις που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Συνοχής ανατέθηκαν κατά παράβαση των οδηγιών περί διαγωνισμών·

11.   διαπιστώνει ότι ο αριθμός των ύποπτων υποθέσεων που κοινοποιήθηκαν από τις Κάτω Χώρες το 2001 ήταν τέσσερις φορές και πλέον μεγαλύτερος από τον αριθμό των υποθέσεων οι οποίες κοινοποιήθηκαν από την Ισπανία ή την Ελλάδα και σχεδόν δύο φορές μεγαλύτερος από τον αριθμό των υποθέσεων που κοινοποιήθηκαν από τη Γερμανία· αυτό δημιουργεί την υπόνοια ότι μεταξύ των επιμέρους κρατών μελών υφίστανται μεγάλες διαφορές όσον αφορά τη σοβαρότητα των προσπαθειών για τον εντοπισμό και την κοινοποίηση παρατυπιών·

12.   καλεί εκ νέου με έμφαση την Επιτροπή να μην περιορίζεται στο μέλλον στην απλή και άνευ σχολιασμού παρουσίαση των αριθμών που κοινοποιούνται από τα κράτη μέλη, αλλά να τους αναλύει και να τους αξιολογεί συγκριτικά, να επισημαίνει ανοικτά αδυναμίες και κατ" αυτόν τον τρόπο να ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να εντείνουν τις προσπάθειές τους·

Εξέταση εσωτερικών περιπτώσεων απάτης

13.   τονίζει ότι η οικονομική σημασία των εξωτερικών περιπτώσεων απάτης υπερβαίνει κατά πολύ την οικονομική σημασία των εσωτερικών περιπτώσεων· επισημαίνει, ωστόσο, ότι οι εσωτερικές υποθέσεις απάτης βλάπτουν σημαντικά την εικόνα των ευρωπαϊκών οργάνων και ότι, για το λόγο αυτό, η Επιτροπή έχει αναγγείλει μια "πολιτική μηδενικής ανοχής'·

Eurostat

14.   επικρίνει τον τρόπο με τον οποίο η OLAF έχει διεξαγάγει μέχρι σήμερα τις έρευνες για τα θέματα αυτά: κατηγορίες οι οποίες είχαν ήδη γίνει γνωστές στα τέλη της δεκαετίας του '90 δεν ερευνήθηκαν με την δέουσα αυστηρότητα παρά τις πολύ ακριβείς πληροφορίες, έρευνες διεκόπησαν χωρίς αποτέλεσμα και εν συνεχεία άρχισαν και πάλι· ζητεί από την επιτροπή εποπτείας της OLAF να εξετάσει ενδελεχώς το έργο της OLAF σε σχέση με την Eurostat και να αναφέρει τα πορίσματά της στην επόμενη έκθεση δραστηριοτήτων·

15.   διαπιστώνει ότι η OLAF σε δύο υποθέσεις (EuroCost και Eurogramme) ζήτησε την παρέμβαση των αρχών ποινικής δίωξης του Λουξεμβούργου·

16.   καλεί την Επιτροπή να λάβει μέτρα, τα οποία θα της επιτρέψουν να ενημερώσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την OLAF για την περαιτέρω πορεία των ερευνών των αρχών ποινικής δίωξης του Λουξεμβούργου·

17.   διαπιστώνει ότι η εταιρεία Eurogramme κατέθεσε στην Επιτροπή εσφαλμένα στοιχεία όχι μόνον για την οικονομική της κατάσταση, αλλά και για τα προσόντα του απασχολούμενου από αυτήν προσωπικού·

18.   θεωρεί ακατανόητο το γεγονός, υπό αυτά τα δεδομένα, ότι η Επιτροπή, κατά το διάστημα από το 1996 έως το τέλος του 2001, συνήψε 70 συμβάσεις με την Eurogramme (η αξία των συμβάσεων μόνον από τα έτη 2000 και 2001 ανέρχεται σε περισσότερα από 2 εκατ. ευρώ) και μάλιστα τρεις περαιτέρω συμβάσεις το 2002·

19.   εκφράζει την ικανοποίησή του για τη νέα προσέγγιση της Επιτροπής όσον αφορά τη συμβατική σχέση με την Eurogramme όπως προκύπτει από την απάντηση της Επιτροπής, της 28ης Φεβρουαρίου 2003, σχετικά με τη διαδικασία απαλλαγής για το 2001, συμπεριλαμβανομένης της αναστολής όλων των πληρωμών στο πλαίσιο των τρεχουσών συμβάσεων και της εφαρμογής ρητρών ακύρωσης στις συμβάσεις, υπό τον όρο ότι δεν θα επιφέρει πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση του προϋπολογισμού της Ένωσης·

20.   ζητεί επίσης να διευκρινισθεί κατά πόσον "intra-muros" υπάλληλοι ιδιωτικών επιχειρήσεων εργάζονται στους χώρους της Eurostat από το 1999 και εάν αληθεύουν οι κατηγορίες, σύμφωνα με τις οποίες σε αυτούς τους υπαλλήλους ανατέθησαν καθήκοντα τα οποία μπορούσαν ή έπρεπε να έχουν εκτελεσθεί από μονίμους υπαλλήλους·

21.   σημειώνει ότι το σχέδιο Prodcom εκτελείται εν τω μεταξύ κατ' ευθείαν από την Eurostat·

22.   λαμβάνει περαιτέρω υπό σημείωση το γεγονός ότι η Eurostat και η Επιτροπή άρχισαν να εφαρμόζουν τις συστάσεις του εσωτερικού οικονομικού ελέγχου Prodcom καθώς και να βελτιώνουν τη διαχείριση του σχεδίου·

23.   διαπιστώνει ότι μόνον το 2001 προβλέφθηκαν από την Eurostat πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων για πληρωμές σε περισσότερες από εκατό διαφορετικές εταιρείες, ενώ κατεβλήθησαν περίπου 8 εκατ. ευρώ (απάντηση της Επιτροπής στη γραπτή ερώτηση E-1283/02)· αναμένει από την Επιτροπή να διαβεβαιώσει, πριν από τις 30 Απριλίου 2003, ότι θα ζητήσει από την υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου της να εξετάσει, έως το θέρος του 2003, τη νομιμότητα και κανονικότητα όλων των συμβάσεων που συνήψε η Eurostat από το 1999 και να περιλάβει στην εξέταση αυτή και τις συμβάσεις που συνήφθησαν από άλλες υπηρεσίες της Επιτροπής κατόπιν συστάσεως της Eurostat·

24.   διαπιστώνει ότι η εγκατεστημένη στο Λουξεμβούργο εταιρεία Asbl EuroCost κατηγορείται για σοβαρές παρατυπίες (νοθεύσεις ισολογισμού, διπλές και τριπλές χρηματοδοτήσεις σχεδίων, κλοπή εξοπλισμού πληροφορικής), από τις οποίες, σύμφωνα με στοιχεία της Επιτροπής (απάντηση στη γραπτή ερώτηση P-3742/02), έχει προκληθεί ζημία μεγαλύτερη του ενός εκατομμυρίου ευρώ για τον κοινοτικό προϋπολογισμό·

25.   απαιτεί περαιτέρω να διευκρινισθεί εάν οι παρατυπίες αυτές είχαν ήδη αποκαλυφθεί στις αρχές του 2000, στο πλαίσιο εξέτασης από υπαλλήλους της Γενικής Διεύθυνσης "Δημοσιονομικός Έλεγχος" της Επιτροπής, η υπόθεση, όμως, παραπέμφθηκε στις δικαστικές αρχές του Λουξεμβούργου μόλις το καλοκαίρι του 2002·

26.   θεωρεί ακατανόητο το γεγονός ότι δεν υπεβλήθη η σχετική έκθεση της Γενικής Διεύθυνσης " Δημοσιονομικός Έλεγχος" στην αρμόδια Eπίτροπο για το δημοσιονομικό έλεγχο και την καταπολέμηση της απάτης Επίτροπο·

27.   αναμένει να του διαβιβασθούν, έως τις 30 Απριλίου 2003, αντίγραφα όλων των εκθέσεων ελέγχου που έχουν εκπονηθεί από το 1999 και αφορούν την Eurostat·

28.   ζητεί να διευκρινισθεί κατά πόσον ανώτερος υπάλληλος της Eurostat ως ιδρυτικό μέλος και προσωρινός πρόεδρος της Asbl EuroCost συνέβαλε στην εισροή επιχορηγήσεων από τον κοινοτικό προϋπολογισμό στην EuroCost για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ετών·

29.   εκφράζει την έκπληξή του για το γεγονός ότι η Επιτροπή ενέκρινε προφανώς τις δραστηριότητες του ανωτέρου υπαλλήλου και ζητεί τα αντίγραφα των σχετικών αποφάσεων· σημειώνει με έκπληξη ότι, σύμφωνα με στοιχεία της Επιτροπής, ο ανώτερος υπάλληλος της Eurostat δραστηριοποιείτο μέχρι το 2000 και σε άλλες ενώσεις υπό την ιδιότητά του ως γενικού διευθυντή της Eurostat· ερωτά την Επιτροπή εάν εξακολουθεί να θεωρεί αποδεκτές τέτοιες δραστηριότητες ανωτέρων υπαλλήλων της σε οργανώσεις που λαμβάνουν επιχορηγήσεις από τον κοινοτικό προϋπολογισμό·

30.   ερωτά την Επιτροπή εάν θα απαιτήσει από τους εμπλεκόμενους ανωτέρους υπαλλήλους της Eurostat να αποκαταστήσουν τυχόν προκληθείσες ζημίες για τους φορολογουμένους·

31.   ερωτά την Επιτροπή εάν ανώτεροι υπάλληλοι της Eurostat συμμετείχαν και σε άλλες επιχειρήσεις ή ενώσεις, οι οποίες έλαβαν επιχορηγήσεις από τον κοινοτικό προϋπολογισμό και εάν ναι, σε ποιες·

32.   επιδοκιμάζει την απόφαση της Επιτροπής να αναστείλει τη συνεργασία με την Eurogramme· ζητεί από την Επιτροπή να εφαρμόσει με τη μεγαλύτερη αυστηρότητα τη διαδικασία ανάκτησης των ποσών εις βάρος της εταιρείας EuroCost που ευρίσκεται υπό εκκαθάριση·

Υπόνοιες απάτης και ευνοιοκρατίας στην Επιτροπή

33.   σημειώνει το γεγονός ότι οι υποθέσεις στις οποίες ενέχονται δύο πρώην Επίτροποι έτυχαν περαιτέρω παρακολούθησης από την OLAF και την Επιτροπή· καλεί την Επιτροπή και την OLAF να ενημερώσουν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για το αποτέλεσμα των διαδικασιών·

34.   επιδοκιμάζει το γεγονός ότι η Επιτροπή αποφάσισε να προετοιμάσει δήλωση, στην οποία θα αναφέρονται τα στοιχεία που αφορούν πιθανές παραβάσεις, εκ μέρους της κ. Cresson, των υποχρεώσεων των μελών της Επιτροπής, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 213 της Συνθήκης· επικροτεί περαιτέρω το γεγονός ότι η Επιτροπή αποφάσισε ταυτόχρονα να αποστείλει δήλωση στην κ. Cresson, στην οποία η τελευταία θα καλείται να υποβάλει στην Επιτροπή τυχόν παρατηρήσεις της εντός δύο μηνών· διαπιστώνει ότι η Επιτροπή ακολούθησε κατ" αυτόν τον τρόπο τη σύσταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου·

35.   καλεί την Επιτροπή να διαβιβάσει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο την έκθεση της OLAF και τις περιεχόμενες σε αυτήν συστάσεις σχετικά με την αποκαλούμενη "υπόθεση των υπηρεσιακών αυτοκινήτων'·

36.   λαμβάνει υπό σημείωση το γεγονός ότι βελγικό δικαστήριο καταδίκασε τους βασικούς κατηγορούμενους στην αποκαλούμενη "υπόθεση PerryLux" το Δεκέμβριο 2002 σε φυλάκιση τεσσάρων ετών και ενός έτους αντίστοιχα·

37.   καλεί το Λουξεμβούργο να ανταποκριθεί επιτέλους, μετά από πολλά έτη αναποφασιστικότητας, στις υποχρεώσεις του, σύμφωνα με το άρθρο 280 της Συνθήκης, και να διασφαλίσει ότι οι δικαστικές του αρχές θα προβούν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες, προκειμένου να διαφωτίσουν την υπόθεση "PerryLux" και τις κατηγορίες σε σχέση με την Eurostat και ενδεχομένως να κινήσουν ποινικές διαδικασίες·

38.   καλεί την Επιτροπή να ενημερώσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έως την 30ή Ιουνίου 2003, σχετικά με τη δράση που έχουν αναλάβει οι αρχές ποινικής δίωξης του Λουξεμβούργου για την εν λόγω υπόθεση καθώς και να ανακοινώσει πότε υπολογίζεται ότι θα περατωθούν οι έρευνες·

Γραφεία αντιπροσωπείας της Επιτροπής στη Στοκχόλμη και τη Βιέννη

39.   διαπιστώνει ότι η Επιτροπή δεν έχει ακόμη απαντήσει στο ερώτημα από πότε ήταν ενήμερη για την παράνομη πρακτική συμβάσεων έργου στο Γραφείο Αντιπροσωπείας της Βιέννης·

40.   λαμβάνει γνώση του γεγονότος -το οποίο αδυνατεί να κατανοήσει- ότι οι ανακρίσεις άρχισαν στις 7 Αυγούστου 2001 και έως το τέλος του έτους 2002 δεν κατέστη δυνατό να ολοκληρωθούν· καλεί την Επιτροπή να ενημερώσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον Μάρτιο του 2003 σχετικά με τα μέτρα παρακολούθησης που ελήφθησαν·

41.   διαπιστώνει ότι ελήφθησαν πειθαρχικά μέτρα εις βάρος δύο υπαλλήλων του Γραφείου Αντιπροσωπείας της Στοκχόλμης· μια τρίτη υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον των σουηδικών δικαστηρίων· καλεί την Επιτροπή να ενημερώσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με τον λόγο για τον οποίο η δικαστική διαδικασία θα αρχίσει μόλις το Μάρτιο του 2003, και απαιτεί επίσης να ενημερώνεται για την περαιτέρω πορεία της δικαστικής διαδικασίας·

42.   ζητεί να διευκρινισθεί υπό ποίους όρους συνταξιοδοτήθηκε ένας εκ των ενεχομένων υπαλλήλων·

Προστασία των οικονομικών συμφερόντων στο πλαίσιο της διεύρυνσης

43.   συμμερίζεται την άποψη της Επιτροπής ότι η κανονική χρήση, ο έλεγχος και η αξιολόγηση των προενταξιακών ενισχύσεων της Κοινότητας αποτελούν σημαντικό δείκτη για την ικανότητα των υποψηφίων χωρών να εφαρμόσουν τις κοινοτικές διατάξεις περί δημοσιονομικού ελέγχου· υπενθυμίζει σε αυτό το πλαίσιο ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κάλεσε, στο προαναφερθέν ψήφισμά του της 29ης Νοεμβρίου 2001, την OLAF να συστήσει παρατηρητήρια στις υποψήφιες χώρες,

44.   διευκρινίζει ότι τα παρατηρητήρια δεν αποτελούν αναγκαστικά ανεξάρτητα γραφεία· ωστόσο πρέπει να ευρίσκεται επιτόπου αντιπρόσωπος της OLAF·

45.   υπενθυμίζει επίσης το γεγονός ότι το προηγούμενο έτος κάλεσε το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, στο προαναφερθέν ψήφισμά του της 29ης Νοεμβρίου 2001, να του υποβάλει, το αργότερο έως τις αρχές του 2003, για κάθε υποψήφια προς ένταξη χώρα γνωμοδότηση, από την οποία θα προκύπτει εάν τα συστήματα δημοσιονομικού ελέγχου στις εν λόγω χώρες λειτουργούν κατά τρόπον ώστε να είναι δυνατή η συνδεόμενη με την ένταξη μετάβαση σε αποκεντρωμένη διαχείριση·

46.   ανησυχεί για το ποσοστό χρησιμοποίησης των πόρων SAPARD: μόνον το 0,1% ή 1 εκατ. ευρώ περιήλθαν στους τελικούς δικαιούχους (μόνο στη Βουλγαρία και την Εσθονία)· θεωρεί ότι η Επιτροπή υποτίμησε τις δαπάνες για τη συγκρότηση συστημάτων διοίκησης και ελέγχου στα υποψήφια κράτη·

47.   συμφωνεί, ωστόσο, με την άποψη της Επιτροπής ότι μόνον η δημιουργία αποτελεσματικού ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου αποτελεί εγγύηση για την αποτελεσματική χρησιμοποίηση των πόρων που δεν διατρέχει τον κίνδυνο να γίνει αντικείμενο απάτης·

48.   επιμένει, στο πλαίσιο αυτό, ότι για τα υποψήφια προς ένταξη κράτη δεν πρέπει να ισχύουν αυστηρότερα κριτήρια απ' ό τι ισχύουν για τα κράτη μέλη·

49.   θεωρεί ενδεδειγμένο να παραταθεί η προθεσμία εκτέλεσης πολυετών αναλήψεων υποχρεώσεων στο πλαίσιο των προενταξιακών ενισχύσεων·

50.   ανησυχεί για το γεγονός ότι με την απομόνωση της περιφέρειας Καλίνινγκραντ, στο πλαίσιο της προς ανατολάς διεύρυνσης, και με το εκπορευόμενο από αυτήν την περιοχή ενισχυμένο οικονομικό έγκλημα θα διακυβευτεί περισσότερο η προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας· καλεί την Επιτροπή, να λάβει μέτρα, προκειμένου να αποφευχθεί η απάτη στην κυκλοφορία εμπορευμάτων, υπηρεσιών και κεφαλαίων στην περιφέρεια του Καλίνινγκραντ· καλεί την OLAF να επιδιώξει ταχέως τη συνεργασία με τη ρωσική φορολογική αστυνομία αυτής της περιφέρειας, προκειμένου να διαμορφώσει μια εικόνα της κατάστασης όσον αφορά το πρόβλημα "οικονομικό έγκλημα Καλίνινγκραντ" που θα χρησιμοποιηθεί ως βάση για συγκεκριμένες συστάσεις και μέτρα·

Νομοθεσία για την καταπολέμηση της απάτης

51.   απαιτεί να προωθηθεί, βάσει της πρότασης της Επιτροπής του Μαΐου του 2000, η ανάπτυξη ενός συστήματος πληροφοριών, με στόχο να αποκλείονται από δημόσιους διαγωνισμούς υποψήφιοι που έχουν καταδικασθεί για απάτη· υπενθυμίζει περαιτέρω ότι το Κοινοβούλιο εξακολουθεί να αναμένει διευκρινίσεις, στο πλαίσιο της βελτίωσης της δημοσιονομικής παρακολούθησης και των κυρώσεων, όσον αφορά την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας στην επιβολή των προστίμων ήδη στο προαναφερθέν ψήφισμά του της 29ης Νοεμβρίου 2001,

52.   λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι το 2001 εγκρίθηκαν δύο κανονισμοί για την καλύτερη εποπτεία και τον οικονομικό έλεγχο των διαρθρωτικών ταμείων(5)·

53.   χαιρετίζει τους κανονισμούς που παρέχουν νομική βάση για τη συνεργασία της ΕΚΤ, της Europol και της Επιτροπής/OLAF, διότι με τον τρόπο αυτό προστατεύονται καλύτερα η γνησιότητα και η αξιοπιστία του κοινού νομίσματος·

54.   ζητεί να διευκρινισθεί ο λόγος για τον οποίο δεν επετεύχθη πρόοδος στις διαπραγματεύσεις με την Ελβετία κατά το προηγούμενο έτος για τη σύναψη συμφωνίας δικαστικής συνδρομής επί φορολογικών και τελωνειακών θεμάτων·

Διεύρυνση της συνεργασίας μεταξύ των αρμοδίων αρχών

55.   λαμβάνει γνώση του καταλόγου νέων εθνικών νομοθετικών διατάξεων για τη μεταφορά του άρθρου 280 της Συνθήκης, για την επισκόπηση όσον αφορά την κατάσταση των διαδικασιών επικύρωσης της σύμβασης για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας και των προσαρτώμενων σε αυτήν πρωτοκόλλων, καθώς και όσον αφορά την κατάσταση του συντονισμού των υπηρεσιών·

56.   τονίζει, ωστόσο, ότι τέτοιες καταγραφές, όπως αυτές στο προαναφερθέν ψήφισμά του της 29ης Νοεμβρίου 2001, έχουν μικρή μόνον αξία για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εφόσον δεν αναλύονται από την Επιτροπή, προκειμένου να αναδεικνύονται τυχόν αδύνατα σημεία στον τομέα της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας·

57.   επικρίνει το γεγονός ότι δεν έχει ακόμη επιτευχθεί η δημιουργία ενιαίου συστήματος για τη διαβίβαση δεδομένων, παρατυπιών και υποθέσεων απάτης από τα κράτη μέλη· για το λόγο αυτό καλεί την Επιτροπή να ενημερώνει τακτικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής·

58.   σημειώνει ότι το 2001 η OLAF άρχισε έρευνες για 381 περιπτώσεις, οι οποίες κατά μία πρώτη εκτίμηση είναι ποινικής φύσεως (ίδιοι πόροι 74 περιπτώσεις, γεωργία 105 περιπτώσεις, τομέας διαρθρωτικών ταμείων 66 περιπτώσεις, άμεσες δαπάνες 136 περιπτώσεις)· ζητεί να διευκρινισθεί ποιοι τομείς, παράλληλα με την αξίωση για δαπάνες που δεν είναι επιλέξιμες για ενίσχυση, διατρέχουν το μεγαλύτερο κίνδυνο απάτης·

Ενίσχυση της δικαστικής διάστασης στον ποινικό τομέα

59.   τονίζει ότι η προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων δεν είναι δυνατόν να παρασχεθεί μόνο από τα θεσμικά όργανα, αλλά πρέπει να θεωρηθούν τμήμα ενός συνεκτικού συστήματος·

60.   επιδοκιμάζει, σε αυτό το πλαίσιο, το γεγονός ότι η Επιτροπή υπέβαλε το Δεκέμβριο του 2001 Πράσινη Βίβλο για την ποινική προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και τη δημιουργία ευρωπαϊκής εισαγγελικής αρχής (COM (2001) 715

61.   αναμένει από την Επιτροπή να ενημερώσει αμέσως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με τυχόν δυσκολίες που θα ανακύψουν κατά την εξέταση της Πράσινης Βίβλου με τα κράτη μέλη·

62.   καλεί την Επιτροπή, να ενσωματώσει στους προβληματισμούς της και να υποβάλει στη Συνέλευση τις προτάσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 27ης Μαρτίου 2003 για το εν λόγω θέμα(6), ιδίως το σχέδιο ενός νέου άρθρου 280α της Συνθήκης·

63.   αναγνωρίζει τη σύσταση της Eurojust(7) ως σημαντική συμβολή στη δικαστική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών· διευκρινίζει, ωστόσο, σε αυτό το πλαίσιο ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ως το Όργανο που χορηγεί απαλλαγή για τον προϋπολογισμό, παραμένει ο θεματοφύλακας των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας και ότι η Eurojust οφείλει να λογοδοτεί σε αυτόν τον τομέα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο·

64.   ζητεί πληροφορίες σχετικά με την πορεία της προσφυγής που άσκησαν η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά μεγάλων καπνοβιομηχανιών στις Ηνωμένες Πολιτείες, προκειμένου να αποτρέψουν τον κίνδυνο του λαθρεμπορίου τσιγάρων και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες μέσω του οργανωμένου εγκλήματος στην ΕΕ·

65.   χαιρετίζει την απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Ιανουαρίου 2003, με την οποία απερρίφθη ως απαράδεκτη η απόπειρα των καπνοβιομηχανιών Philip Morris, Reynolds και Japan Tobaccο να εμποδίσουν την Κοινότητα να συνεχίσει τη δικαστική διαδικασία που κινήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες εις βάρος αυτών των ομίλων επιχειρήσεων για συμμετοχή στο λαθρεμπόριο τσιγάρων·

66.   λαμβάνει υπό σημείωση την πρόσφατη έκθεση της "Select Committee of Public Accounts" της βρετανικής Βουλής των Κοινοτήτων, που υπολογίζει την φοροδιαφυγή από το λαθρεμπόριο τσιγάρων κατά το έτος 2000/2001 για το Ηνωμένο Βασίλειο σε 3,5 δισεκατομμύρια λίρες· καλεί το Ηνωμένο Βασίλειο, υπό το φως αυτής της οικονομικής ζημίας, να συμμετάσχει στην προσφυγή που άσκησαν η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις Ηνωμένες Πολιτείες·

Υπηρεσία για την Καταπολέμηση της Απάτης (OLAF)

67.   υπογραμμίζει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα υποβάλει ιδία έκθεση σχετικά με τις μεθόδους εργασίας της Υπηρεσίας για την Καταπολέμηση της Απάτης, στην οποία θα περιληφθούν τα πορίσματα της ετήσιας έκθεσης της OLAF, τα συμπεράσματα της ετήσιας έκθεσης της Επιτροπής Εποπτείας της OLAF καθώς και οι συστάσεις της έκθεσης προόδου της Επιτροπής·

68.   θεωρεί απαράδεκτο το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν τήρησε τις διατάξεις του άρθρου 15 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με τις έρευνες της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για την Καταπολέμηση της Απάτης (OLAF)(8), και δεν υπέβαλε την έκθεση προόδου εμπρόθεσμα πριν από την εκπνοή της εντολής της επιτροπής εποπτείας της OLAF, στο τέλος Ιουνίου του 2002· διαπιστώνει ότι η Επιτροπή παραβιάζει το ισχύον δίκαιο· ζητεί να του υποβληθεί, έως την 30ή Απριλίου 2003, γραπτή εξήγηση σχετικά με τους λόγους για τους οποίους δεν υπεβλήθη έως τώρα η έκθεση·

69.   θεωρεί απολύτως απαράδεκτο το γεγονός ότι η ιταλική κυβέρνηση μπόρεσε να καθυστερήσει στο Συμβούλιο από το Σεπτέμβριο του 2002 τον εκκρεμούντα διορισμό των μελών της επιτροπής εποπτείας της OLAF· επιδοκιμάζει το γεγονός ότι η Ελληνική Προεδρία κατόρθωσε προφανώς να άρει αυτό το εμπόδιο·

70.   διαπιστώνει ότι η επιτροπή εποπτείας της OLAF, στο χρόνο θητείας της, συνέβαλε αποφασιστικά, παρά τις δυσχερείς συνθήκες, στην ανάπτυξη της OLAF και στη διασφάλιση της ανεξαρτησίας της· τάσσεται, για το λόγο αυτό, με έμφαση υπέρ του επαναδιορισμού των σημερινών μελών της επιτροπής εποπτείας·

o
o   o

71.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στο Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, στην Υπηρεσία για την Καταπολέμηση της Απάτης, καθώς και στα κοινοβούλια των κρατών μελών.

(1) ΕΕ C 295 της 28.11.2002.
(2) ΕΕ C 153 Ε της 27.6.2002, σ. 325.
(3) ΕΕ L 178 της 12.7.1994, σ. 43.
(4) ΕΕ L 160 της 26.6.1999, σ. 103.
(5) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 438/2001 της Επιτροπής, ΕΕ L 63 της 3.3.2001, σ. 21. Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 448/2001 της Επιτροπής, ΕΕ L 64 της 6.3.2001, σ. 13.
(6) (P5_TA(2003)0130).
(7) Απόφαση 2002/187/JI του Συμβουλίου (ΕΕ L 63 της 6.3.2002, σ. 1).
(8) ΕΕ L 136 της 31.5.1999, σ. 1.


Στρατηγική για την πολιτική υπέρ των καταναλωτών 2002-2006
PDF 406kWORD 87k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών όσον αφορά τη στρατηγική για την πολιτική υπέρ των καταναλωτών 2002-2006 (COM(2002) 208 - C5-0329/2002 - 2002/2173(COS))
P5_TA(2003)0100A5-0023/2003

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

-   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής (COM(2002) 208 – C5-0329/2002)(1),

-   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής σχετικά με το σχέδιο δράσης για την πολιτική υπέρ των καταναλωτών 1999-2001, καθώς και το γενικό πλαίσιο για τις κοινοτικές δραστηριότητες υπέρ των καταναλωτών 1999-2003 (COM (2001) 486),

-   έχοντας υπόψη τα άρθρα 95 και 153 της Συνθήκης ΕΚ,

-   έχοντας υπόψη το άρθρο 47, παράγραφος 1, του Κανονισμού του,

-   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Πολιτικής των Καταναλωτών και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Προϋπολογισμών, της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και Εσωτερικής Αγοράς, της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής και της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ίσων Ευκαιριών (A5-0023/2003),

Α  . θεωρώντας την προτεινόμενη στρατηγική για την πολιτική υπέρ των καταναλωτών ως μια σαφή διατύπωση τριών καίριων, γενικών και στρατηγικών στόχων, και εκφράζοντας παράλληλα απογοήτευση επειδή η εισαγωγή της καθυστέρησε σημαντικά σε σχέση με την πρακτική της Επιτροπής κατά τις προηγούμενες τριετίες,

Β  . επιδοκιμάζοντας το γεγονός ότι η εν λόγω στρατηγική δεν περιλαμβάνει θέματα για την ασφάλεια των τροφίμων, τα οποία βρίσκονται στη βάση μιας ξεχωριστής νομοθετικής στρατηγικής που συγκεκριμενοποιήθηκε με τη συμφωνηθείσα ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων με το δικό της Διοικητικό Συμβούλιο και εκτελεστικό διευθυντή, και εκφράζοντας λύπη διότι η έλλειψη μόνιμης έδρας προκάλεσε πρόσθετους δημοσιονομικούς περιορισμούς,

Γ  . επιδοκιμάζοντας το φάσμα των δράσεων που προτείνονται στο κυλιόμενο πρόγραμμα που περιλαμβάνεται στο Παράρτημα, αλλά υπενθυμίζοντας στην Επιτροπή τη φιλόδοξη φύση των προηγούμενων καταλόγων δράσεων με προθεσμίες, οι οποίες δεν τηρήθηκαν πάντοτε και, ως εκ τούτου, επισημαίνοντας τη σημασία της τακτικής ενημέρωσης και επανεξέτασης αυτών των προτεινόμενων δράσεων από την Επιτροπή, που θα πρέπει να διαβιβάζονται στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, βάσει του πνεύματος ενδελεχούς εξέτασης και εφαρμογής που τώρα εγκρίνει τόσο η Επιτροπή όσο και το Συμβούλιο,

Δ  . επαινώντας την Επιτροπή για τα συμπεράσματά της ότι η ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς αποτελεί προτεραιότητα, ότι εξακολουθούν να παραμένουν εμπόδια στην πραγμάτωση του πλήρους δυναμικού της και ότι οι επιλογές του καταναλωτή διευρύνονται χάρη στη δυνατότητα διαμεθοριακών αγορών,

Ε  . λαμβάνοντας υπόψη ότι η στρατηγική για την πολιτική των καταναλωτών θα πρέπει να λαμβάνει περισσότερο υπόψη τις κοινωνικές αλλαγές, όπως η νέα ηλικιακή διάρθρωση, ο μεγαλύτερος ρόλος των γυναικών και η ενσωμάτωση των εθνοτικών μειονοτήτων,

ΣΤ  . λαμβάνοντας υπόψη ότι η πολιτική των καταναλωτών στις υποψήφιες χώρες θα πρέπει να βελτιωθεί καθώς δεν δίδεται αρκετή προσοχή στις δυνατότητες των καταναλωτών να προστατεύουν τα συμφέροντά τους και να λειτουργούν ως αυτοτελείς παράγοντες στην αγορά,

Ζ  . λαμβάνοντας υπόψη ότι, αν και ο ρόλος των ομάδων συμφερόντων στη χάραξη της πολιτικής καταναλωτών είναι σημαντικός, η ισόρροπη συμμετοχή των γυναικών, των νέων, των ηλικιωμένων και των πολιτιστικών μειονοτήτων θα πρέπει να αποτελούν πραγματικά αναπόσπαστα στοιχεία της,

1.   επισημαίνει ότι η στρατηγική που προτείνει η Επιτροπή υπερβαίνει κατά τέσσερα έτη την περίοδο της ισχύουσας νομικής βάσης, η οποία εκπνέει στο τέλος του 2003, και ότι η Επιτροπή θα υποβάλει στη συνέχεια πρόταση που θα αφορά νέα νομική βάση και θα περιέχει τις οικονομικές και δημοσιονομικές διατάξεις για μετά το 2003·

2.   πιστεύει πως το γεγονός ότι το χρονικό πλαίσιο για την προτεινόμενη στρατηγική έχει διαφορετικό χρονοδιάγραμμα από τη νομική βάση δημιουργεί πρόβλημα και χαιρετίζει τη δήλωση της Επιτροπής ότι προτίθεται να επανορθώσει την κατάσταση αυτή· πιστεύει, ωστόσο, πως ο καλύτερος συντονισμός της στρατηγικής με τη νομική βάση δεν αρκεί, και καλεί την Επιτροπή να ευθυγραμμίσει τα δύο χρονοδιαγράμματα·

3.   τονίζει ότι οι σημερινές δημοσιονομικές προοπτικές, που ορίζουν ανώτατα όρια δαπανών για διάφορα κονδύλια του προϋπολογισμού, ισχύουν ως το 2006 και, συνεπώς, οι προβλεπόμενες στη στρατηγική καθώς και στην επικείμενη πρόταση για νέα νομική βάση δράσεις, θα πρέπει να προσαρμόζονται σ" αυτό το πλαίσιο χωρίς να περιορίζουν άλλες πολιτικές βάσει της κατηγορίας 3 (εσωτερικές πολιτικές) του προϋπολογισμού·

4.   υπενθυμίζει ότι, εάν οι προβλεπόμενες στη στρατηγική δράσεις, με τη μορφή και τη στιγμή που θα περιληφθούν στην πρόταση της νέας νομικής βάσης, πρέπει να εκτείνονται πέραν του έτους 2006, τα χρηματικά ποσά θα πρέπει να επιβεβαιωθούν είτε από μια συμφωνία για νέες δημοσιονομικές προοπτικές είτε από ετήσιες δημοσιονομικές αποφάσεις·

Στόχος 1 – Ένα υψηλό κοινό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών

5.   υπενθυμίζει στην Επιτροπή ότι η αρχή της ελάχιστης εναρμόνισης της πολιτικής για την προστασία των καταναλωτών κατοχυρώνεται στη Συνθήκη ΕΚ (άρθρο 153 (5)), αλλά ότι τα μέτρα αυτά πρέπει να προωθούν και να αναπτύσσουν υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών (άρθρο 153, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ)·

6.   ενστερνίζεται πλήρως την ανάγκη για κοινό υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών στην ΕΕ, αλλά εκφράζει ανησυχίες για την ομοιόμορφη πρόταση για προσαρμογή των υφιστάμενων οδηγιών της ΕΕ για τους καταναλωτές "από μέτρα ελάχιστης εναρμόνισης σε μέτρα πλήρους εναρμόνισης" και ως εκ τούτου, επισημαίνει στην Επιτροπή ότι η καταλληλότητα των ελάχιστων ή μέγιστων διατάξεων εναρμόνισης θα εκτιμηθεί κατάλληλα κατά την τροποποίηση της υφιστάμενης νομοθεσίας ή κατά την ανάπτυξη νέας νομοθεσίας, κατά περίπτωση·

7.   συνιστά στην Επιτροπή να διευκρινίσει και να εκτιμήσει ποια δοκιμασμένα εθνικά μέτρα θα εξέπιπταν, στο πλαίσιο οποιασδήποτε πρότασης που επιδιώκει την εναρμόνιση σε μέγιστο επίπεδο·

8.   η εναρμόνιση δεν θα πρέπει να εμποδίζει τη νομοθεσία των κρατών μελών να υπερβαίνει το κοινό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών στο βαθμό που τα μέτρα αυτά δεν θίγουν τις αρχές που ορίζονται στη Συνθήκη ΕΚ· ενόσω δεν διασφαλίζεται υψηλό επίπεδο εναρμόνισης όσον αφορά την προστασία των καταναλωτών, οι καταναλωτές πρέπει να απολαύουν της προστασίας που παρέχουν οι εθνικές νομοθεσίες τους·

9.   ζητεί από την Επιτροπή να αποφασίζει κατά περίπτωση κατά πόσον πρέπει να εφαρμόζεται κατά προτεραιότητα η νομική μορφή του κανονισμού στο πλαίσιο της νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών·

10.   ζητεί τη σοβαρή εξέταση κάθε περαιτέρω χρήσης των αρχών της αμοιβαίας αναγνώρισης και της χώρας καταγωγής, χωρίς την προηγούμενη πραγματική θέσπιση και εφαρμογή ενός υψηλού κοινού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών στην ΕΕ·

11.   ο κοινός εννοιολογικός προσδιορισμός βασικών νομικών όρων όπως καταναλωτής, καταναλωτική σύμβαση κλπ. μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία ενός συνεκτικού δικαίου για τους καταναλωτές·

12.   η νομοθεσία στο σύνολό της θα πρέπει να λαμβάνει ως αφετηρία τον ορισμό του καταναλωτή όπως αυτός έχει αναπτυχθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων·

13.   όλες οι νομοθετικές προτάσεις πρέπει να σέβονται τα θεμελιώδη κριτήρια που ορίζονται στη δέσμη εγγράφων της Επιτροπής για ένα καλύτερο κανονιστικό πλαίσιο, και ιδίως:

   - τις αρχές της επικουρικότητας, της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας·
   - την παροχή ουσιαστικών αποδείξεων όσον αφορά την ανάγκη κοινοτικής δράσης·
   - τον προσδιορισμό των υφιστάμενων φραγμών στην εσωτερική αγορά·
   - την παροχή επαρκών πληροφοριών όσον αφορά τον αντίκτυπο στο συναφές κοινοτικό κεκτημένο και τους κύριους εμπλεκόμενους παράγοντες (ήτοι επιχειρήσεις και καταναλωτές)·
   - την παροχή επαρκών αποδείξεων και εγγυήσεων όσον αφορά τη βιωσιμότητα και την αποτελεσματικότητα των μέτρων για την επίτευξη των επιδιωκόμενων στόχων·

14.   όλες οι νομοθετικές προτάσεις θα πρέπει να βασίζονται σε ενιαία πρότυπα· ύψιστη σημασία πρέπει να δίδεται στο νομοπαρασκευαστικό έργο· ως εκ τούτου, η Επιτροπή πρέπει να προβεί στον σαφή προσδιορισμό των προβλημάτων προς επίλυση πριν διασφαλίσει νομική πραγματογνωμοσύνη, κατάλληλη διαβούλευση με τους εμπλεκόμενους παράγοντες και αποτελεσματική επίδραση·

15.   ζητεί να θεσπίζεται η νομοθεσία έχοντας ως νομική βάση τα άρθρα 95 και 153 της Συνθήκης ΕΚ·

16.   σημειώνει ότι το άρθρο 153 της Συνθήκης χρησιμοποιήθηκε μόνο μια φορά ως νομική βάση για τη νομοθεσία για την προστασία των καταναλωτών και ζητεί από την Επιτροπή να συλλογισθεί τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να διασφαλίσει την ευρύτερη χρησιμοποίησή του·

17.   υποστηρίζει τις ειδικές δράσεις πολιτικής που προτείνονται στο πλαίσιο του στόχου 1 και αποδίδει ιδιαίτερη προτεραιότητα στα εξής μέτρα, είτε μεμονωμένα είτε ως επιδιωκόμενες συνέπειες των οδηγιών-πλαίσιο:

   - ανάπτυξη της νομοθεσίας για την ασφάλεια των υπηρεσιών,
   - αναθεώρηση της οδηγίας για τα παιχνίδια,
   - επανεξέταση της αποτελεσματικότητας του υφιστάμενου συστήματος σήμανσης CE, έτσι ώστε αυτό να διασφαλίζει αποτελεσματικότερα τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις ασφάλειας της ΕΕ,
   - πρόταση οδηγίας για την πυρασφάλεια στα ξενοδοχεία, όπως επανέλαβε το ΕΚ στο ψήφισμά του της 4ης Μαΐου 1994(2),
   - τροπολογία για βελτίωση της οδηγίας 94/47/ΕΚ σχετικά με τη χρονομεριστική ρύθμιση, προκειμένου να προστατευθούν οι καταναλωτές από τις νέες τάσεις της αγοράς οι οποίες καταστρατηγούν τις υφιστάμενες διατάξεις, όπως ζήτησε το Κοινοβούλιο στο ψήφισμά του της 4ης Ιουλίου 2002(3),
   - επέκταση των μέτρων προστασίας των καταναλωτών από τον τομέα των αερομεταφορών σε άλλα μέσα μεταφοράς, όπως ζήτησε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην θέση του της 24ης Οκτωβρίου 2002 σχετικά με τον κανονισμό για την αποζημίωση των επιβατών αεροσκαφών(4),
   - εγκαθίδρυση βέλτιστων διατάξεων υγείας και ασφάλειας κατά την τρέχουσα αξιολόγηση των χημικών ουσιών με παράλληλη εξασφάλιση της μέγιστης χρήσης των διαδικασιών δοκιμής in vitro,
   - τροποποίηση και επέκταση της οδηγίας περί οργανωμένων ταξιδιών,
   - προώθηση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών στο ηλεκτρονικό εμπόριο·

18.   ζητεί από την Επιτροπή να διασφαλίσει την καθολική και προσιτή από οικονομική άποψη πρόσβαση σε υψηλής ποιότητας υπηρεσίες γενικού ενδιαφέροντος·

19.   τονίζει τη σημασία του να αναπτυχθεί προς όφελος των καταναλωτών η ενιαία αγορά στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες λιανικής όπως είναι η ασφάλιση, οι επενδύσεις και οι τραπεζικές υπηρεσίες·

20.   ζητεί την εκπόνηση πρότασης πλαισίου για το δίκαιο εμπόριο, που θα συνεισφέρει σημαντικά στην περαιτέρω εναρμόνιση των δικαιωμάτων των καταναλωτών στην ΕΕ· καλεί την Επιτροπή να υποβάλει νομοθετική πρόταση για αυτή την οδηγία πλαίσιο το ταχύτερο δυνατό·

21.   παρωτρύνει την Επιτροπή να αναλάβει όλες τις κατάλληλες πρωτοβουλίες για μια κοινοτική δράση σχετικά με την προώθηση αειφόρων προτύπων για την παραγωγή και την κατανάλωση·

22.   καλεί την Επιτροπή να αυξήσει την προβολή των κοινοτικών οικολογικών σημάνσεων έτσι ώστε να δοθεί στους καταναλωτές η δυνατότητα να κάνουν τεκμηριωμένες επιλογές και να έχουν τη βεβαιότητα ότι μπορούν να καταναλώσουν σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση προϊόντα που να ανταποκρίνονται στα πλέον υψηλά ευρωπαϊκά περιβαλλοντικά πρότυπα·

23.   τονίζει ότι είναι αναγκαίο να εξασφαλιστεί πλήρης και αξιόπιστη πληροφόρηση των καταναλωτών σχετικά με τους ΓΤΟ, τα προϊόντα, τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές που παράγονται από αυτούς ούτως ώστε να μπορούν να επιλέγουν ένα προϊόν αφού προηγμένως ενημερωθούν αλλά και προκειμένου να αποκτήσουν εμπιστοσύνη στα προϊόντα και στην τεχνολογία των ΓΤΟ·

24.   επαναλαμβάνει το αίτημά του, το οποίο διατυπώνεται στο ψήφισμα του Κοινοβουλίου της 4ης Μαΐου 1999(5) σχετικά με το τελευταίο σχέδιο δράσης για την πολιτική υπέρ των καταναλωτών 1999-2001, προς την Επιτροπή να αναθεωρήσει και να τροποποιήσει την ισχύουσα οδηγία της ΕΕ για τα εμπορικά σήματα, έτσι ώστε να διασφαλιστεί ότι αυτή δεν εφαρμόζεται εις βάρος των τιμών και της δυνατότητας επιλογής των καταναλωτών·

25.   επαναλαμβάνει το αίτημά του, το οποίο διατυπώνεται στο ψήφισμά του της 4ης Μαΐου 1999, προς την Επιτροπή να προωθήσει την υιοθέτηση διεθνώς αναγνωρισμένων βασικών δικαιωμάτων των καταναλωτών εντός του modus operandi του ΠΟΕ, συνδυάζοντας κατ" αυτόν τον τρόπο τα συμφέροντα των καταναλωτών με την επιθυμία για οικονομική ανάπτυξη μέσω του ελεύθερου εμπορίου, και υπενθυμίζει στην Επιτροπή ότι αυτά τα βασικά δικαιώματα είναι: η ασφάλεια, η ενημέρωση, η επιλογή, η εκπροσώπηση, η αποκατάσταση, η εκπαίδευση, η ικανοποίηση και το καθαρό περιβάλλον·

26.   καλεί την Επιτροπή να προωθήσει τη χρήση της σήμανσης εντός του ΠΟΕ ως μηχανισμού για την εξασφάλιση της ενημέρωσης των καταναλωτών σχετικά με την προέλευση και τη μέθοδο παραγωγής του προϊόντος·

27.   υπογραμμίζει την ανάγκη για ενεργητική πολιτική εκ μέρους της Επιτροπής ώστε να εξασφαλίζεται η συνεκτίμηση των απόψεων της κοινωνίας των πολιτών στην επεξεργασία της συνεισφοράς της ΕΕ στα διεθνή βήματα συζήτησης της χάραξης πολιτικής·

28.   ενθαρρύνει την Επιτροπή να συνεχίσει να αναπτύσσει τις γνώσεις και την κατανόησή της για τη συμπεριφορά των καταναλωτών σε όλη την ΕΕ και προτείνει ότι αυτό θα μπορούσε να προσφέρει χρήσιμα στοιχεία στη διαμόρφωση των μελλοντικών πρωτοβουλιών πολιτικής·

29.   επισημαίνει ότι κύρια κατεύθυνση της πολιτικής καταναλωτών πρέπει να είναι η μεγιστοποίηση των επιλογών των καταναλωτών·

30.   τονίζει τη σημασία της διάστασης του φύλου ως αναπόσπαστου συστατικού στοιχείου της πολιτικής των καταναλωτών·

31.   ζητεί να ληφθούν περισσότερο υπόψη στη χάραξη της πολιτικής ομάδες στόχου όπως οι γυναίκες, οι νέοι, οι ηλικιωμένοι, οι εθνοτικές μειονότητες και ιδίως οι γυναίκες μετανάστριες·

Στόχος 2 – Αποτελεσματική εφαρμογή των κανόνων προστασίας των καταναλωτών

32.   χαιρετίζει την έμφαση που δίνει η ανακοίνωση της Επιτροπής στην αποτελεσματική εφαρμογή της νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών και ενθαρρύνει την Επιτροπή, πριν προτείνει συμπληρωματικούς κανόνες που ενδέχεται να επιφέρουν μεγαλύτερη νομική αβεβαιότητα αν εφαρμοστούν άνισα, να επικεντρώσει την προσοχή της στην προώθηση της ενιαίας εφαρμογής της υφιστάμενης νομοθεσίας·

33.   επισημαίνει ότι η άνιση εφαρμογή των κανόνων περί προστασίας των καταναλωτών από τις διάφορες εθνικές αρχές ενδέχεται να οδηγήσει σε σοβαρή στρέβλωση του ανταγωνισμού σε ορισμένους τομείς και καλεί την Επιτροπή να εντάξει στο πρόγραμμα δράσης της εμπεριστατωμένη έρευνα του θέματος αυτού·

34.   συνιστά στην Επιτροπή να υποβάλει κατά προτεραιότητα ένα νομοθετικό πλαίσιο για τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών στον τομέα της εφαρμογής και της παρακολούθησης των κανόνων προστασίας των καταναλωτών·

35.   ζητεί να υποβάλλεται ετησίως έκθεση σχετικά με την πρόοδο και την εφαρμογή της νομοθεσίας περί καταναλωτών σε ένα σαφέστερο και διαφανέστερο πλαίσιο·

36.   επιδοκιμάζει την πρόταση για την εγκαθίδρυση ολοκληρωμένων συστημάτων δεδομένων και πληροφοριών, βασισμένων στα συστήματα RAPEX και EHLASS, προκειμένου να διατίθενται ακριβείς και συγκρίσιμες πληροφορίες για τις υπηρεσίες και τα προϊόντα, καθώς και τις συνέπειές τους στους καταναλωτές· υπογραμμίζει ότι η διαχείριση των συστημάτων δεδομένων και πληροφοριών δεν πρέπει να είναι υπέρ το δέον περίπλοκη·

37.   επικροτεί τη μεγάλη προτεραιότητα που αποδίδεται στα Ευρωπαϊκά Κέντρα Καταναλωτών (ΕΚΚ), ζητεί κατά προτεραιότητα το άνοιγμα αυτών των κέντρων σε κάθε κράτος μέλος της ΕΕ και κάθε υποψήφια χώρα και ενθαρρύνει την απόδοση μεγαλύτερης δημοσιότητας στις υπηρεσίες που αυτά μπορούν να προσφέρουν στους καταναλωτές· τονίζει ότι τα κέντρα καταναλωτών πρέπει να χρηματοδοτούνται επαρκώς·

38.   προτείνει την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των ΕΚΚ και άλλων δικτύων, όπως είναι το δίκτυο EEJ και το FIN-NET·

39.   επιδοκιμάζει το γεγονός ότι όλες οι υποψήφιες χώρες για ένταξη στην ΕΕ το 2004 υιοθέτησαν τα μέρη του κεκτημένου που σχετίζονται με την προστασία των καταναλωτών και δεν ζήτησαν μεταβατικές περιόδους για την εφαρμογή τους, αλλά συνιστά ιδιαίτερα στην Επιτροπή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να βοηθήσει τις υποψήφιες χώρες να διασφαλίσουν την ακριβή και αποτελεσματική εφαρμογή του κεκτημένου με την προσεκτική επαλήθευση κάθε πραγματοποιηθείσας προόδου·

40.   επισημαίνει ότι η πολιτική υπέρ των καταναλωτών υπολείπεται άλλων πολιτικών στις υποψήφιες χώρες και ότι οι δυνατότητες των καταναλωτών να λειτουργούν ως πλήρεις και ισότιμοι παράγοντες της αγοράς δεν έχουν τύχει επαρκούς προσοχής·

41.   υποστηρίζει την πρόθεση της Επιτροπής να διοργανώσει με τη συμμετοχή των υποψήφιων χωρών ένα ειδικό σεμινάριο κατάρτισης για την εφαρμογή της πολιτικής υπέρ των καταναλωτών στον τομέα της γενικής ασφάλειας των προϊόντων και ζητεί από την Επιτροπή να συνεχίσει να αναλαμβάνει παρόμοιες πρωτοβουλίες για άλλες οδηγίες που σχετίζονται με την προστασία των καταναλωτών (για παράδειγμα εκείνες που σχετίζονται με τα οικονομικά και νομικά συμφέροντα των καταναλωτών)·

42.   εκφράζει ικανοποίησή για τις προτάσεις της Επιτροπής σχετικά με τις ενέργειες και τα χρονοδιαγράμματα στον τομέα της εναλλακτικής διευθέτησης διαφορών, όπως περιγράφεται στο Στόχο 2 – αποτελεσματική εφαρμογή των κανόνων προστασίας των καταναλωτών·

43.   η άσκηση των δικαιωμάτων των καταναλωτών οφείλει να λαμβάνει υπόψη τα διαφορετικά δικονομικά δίκαια των κρατών μελών· σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, πρέπει να προωθηθεί περαιτέρω η εξωδικαστική διευθέτηση των διαφορών μέσω της βελτίωσης της συνεργασίας μεταξύ των οργανώσεων των καταναλωτών και των κρατών μελών·

44.   κρίνει ότι, στο πλαίσιο της νομοθεσίας σχετικά με την προστασία των καταναλωτών, θα πρέπει απαραιτήτως να παρέχεται στους ανταγωνιστές μια θέση, αναγνωρισμένη από την έννομη τάξη, καθώς και ότι σε δικαστικές υποθέσεις σχετικά με αθέμιτες μεθόδους διάθεσης στην αγορά, θα πρέπει να διασφαλίζεται το δικαίωμα λόγου των ανταγωνιστών και η ύπαρξη αποτελεσματικών νομικών μέσων·

45.   ζητεί από την Επιτροπή να αναγνωρίσει τη σημασία της προστασίας των καταναλωτών από τους κινδύνους του παθητικού καπνίσματος και την προτρέπει να δώσει το παράδειγμα, εφαρμόζοντας περιορισμούς στο κάπνισμα μέσα στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και ενθαρρύνοντας την απαγόρευση του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους·

46.   προτείνει οι εκτιμήσεις ρυθμιστικών επιπτώσεων της προτεινόμενης νομοθεσίας να περιλαμβάνουν την εκτίμηση των επιπτώσεων στους καταναλωτές·

47.   επιμένει ότι οι χώρες που περιφρονούν τη νομοθεσία περί προστασίας των καταναλωτών της ΕΕ πρέπει να τιμωρούνται ταχύτερα και αποτελεσματικότερα·

48.   θεωρεί ότι οι μηχανισμοί της εσωτερικής αγοράς λειτουργούν αποτελεσματικά όταν η πολιτική περί προστασίας των καταναλωτών στηρίζεται σε κοινοτικούς κανόνες, η εφαρμογή των οποίων δύναται να ελεγχθεί και μέσω επιστημονικών και αναλυτικών μεθόδων που δεν επιτρέπουν την απάτη, την παραπλάνηση των καταναλωτών και τη στρέβλωση του ανταγωνισμού·

Στόχος 3 – Συμμετοχή των οργανώσεων των καταναλωτών στις πολιτικές της ΕΕ

49.   προτείνει, στο πλαίσιο της λευκής βίβλου της Επιτροπής για την ευρωπαϊκή διακυβέρνηση(6), να θεσπισθούν κατευθυντήριες γραμμές για τη διάκριση των αυθεντικών ομάδων καταναλωτών από εκείνες που ισχυρίζονται ότι είναι ομάδες καταναλωτών, ενώ στην πραγματικότητα χρηματοδοτούνται από βιομηχανικά συμφέροντα· συνεπώς πρέπει να θεσπισθούν βασικές απαιτήσεις για τις οργανώσεις των καταναλωτών, συμπεριλαμβανομένων των διασφαλίσεων για την εσωτερική τους διαφάνεια και δημοκρατία·

50.   πρέπει να εμπεδωθεί μια αποτελεσματικότερη συνεργασία μεταξύ των οργανώσεων των καταναλωτών και των συμφερόντων των επιχειρήσεων μέσω ενός οργανωμένου διαλόγου σε επίπεδο ΕΕ και κρατών μελών·

51.   η στρατηγική για την πολιτική υπέρ των καταναλωτών δικαιολογημένα αποδίδει μεγάλη σημασία στην ανάγκη πιο ολοκληρωμένων, συστηματικών και συνεχών προσπαθειών για την ανάπτυξη επαρκούς βάσης γνώσεων για τους καταναλωτές ως ουσιώδους εργαλείου για τους φορείς χάραξης πολιτικής, πράγμα που θα συμβάλει στο να διασφαλιστεί μεγαλύτερη συμμετοχή των οργανώσεων καταναλωτών στη νομοθετική διαδικασία.

52.   επαναλαμβάνει και ενισχύει το αίτημα που διατυπώθηκε, στο ψήφισμά του της 4ης Μαΐου 1999 για μια συστηματική συμμετοχή και εκπροσώπηση αντιπροσώπων των καταναλωτών στη χάραξη πολιτικής της ΕΕ·

53.   καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν και να βελτιώσουν την εκπροσώπηση των συμφερόντων των καταναλωτών στην τυποποίηση, σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο και ως προς το τελευταίο προτείνει να ληφθούν μέτρα για την ανάπτυξη της συστηματικής και άμεσης συμμετοχής των καταναλωτών στους διεθνείς οργανισμούς τυποποίησης, συμπληρώνοντας την εκπροσώπηση των καταναλωτών στο πλαίσιο εθνικών αντιπροσωπειών που δεσμεύονται από εθνικές θέσεις "συναίνεσης" που συχνά καθορίζονται από τη βιομηχανία·

54.   καλεί, στο πλαίσιο της προστασίας των καταναλωτών εντός των διεθνών οργανισμών, και ειδικότερα του ΠΟΕ, να τεθεί σε εφαρμογή διάλογος μακράς πνοής με τις οργανώσεις καταναλωτών έτσι ώστε να γίνει αποτελεσματική η συμμετοχή των καταναλωτών στη διεθνή τυποποίηση·

55.   ενθαρρύνει την Επιτροπή να διατηρήσει και να αναπτύξει τα υφιστάμενα φόρα, όπως είναι η Επιτροπή Καταναλωτών της ΕΕ, η ετήσια συνέλευση ενώσεων καταναλωτών και ο διατλαντικός διάλογος σε θέματα καταναλωτών·

56.   σημειώνει με ανησυχία τα αποτελέσματα του τελευταίου πίνακα αποτελεσμάτων της εσωτερικής αγοράς, τα οποία καταδεικνύουν ότι γενικά μόνο το 52% των καταναλωτών της ΕΕ έχουν ικανοποιητική γνώση των δικαιωμάτων τους βάσει της νομοθεσίας για την εσωτερική αγορά, και συνιστά στην Επιτροπή και στα κράτη μέλη να βελτιώσουν τους τρόπους ενημέρωσης των καταναλωτών ως προς τα δικαιώματα αυτά και, ως εκ τούτου, να βοηθήσουν τους καταναλωτές να ενισχύσουν περισσότερο τη θέση τους·

57.   ζητεί από την Επιτροπή να συνεχίσει να προωθεί τη χρήση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων της ΕΕ για να καταστεί δυνατόν να ενημερωθούν οι καταναλωτές για τα δικαιώματα και τις ευθύνες τους· υπογραμμίζει, για το σκοπό αυτό, τη σημασία της εφαρμογής σε λειτουργία αλληλεπιδραστικών εκπαιδευτικών εργαλείων στο διαδίκτυο, τα οποία θα είναι ευκόλως προσβάσιμα από όλους·

58.   ενθαρρύνει την ανάπτυξη εκστρατειών για την ενημέρωση των καταναλωτών σε όλα τα ενδεδειγμένα μέσα μαζικής ενημέρωσης και προτείνει να πραγματοποιείται μια επιμέρους αξιολόγηση μετά από κάθε εκστρατεία, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι καταναλωτές έχουν την ενημέρωση που χρειάζονται, όταν τη χρειάζονται·

59.   ζητεί να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή σε ενημερωτικές εκστρατείες για τους νέους όπου παράλληλα με την πρόληψη της κατανάλωσης καπνού η προσοχή θα εστιάζεται κυρίως και στα θέματα της χρήσης ναρκωτικών και της κατάχρησης οινοπνευματωδών ποτών·

60.   επισημαίνει την ανάγκη για συνεχή δράση στον τομέα της κατάρτισης του προσωπικού των οργανώσεων καταναλωτών μέσω των αρμόδιων υπηρεσιών στα κράτη μέλη, όπως για παράδειγμα στους τομείς της γενικής διοίκησης, των δημοσίων σχέσεων και του δικαίου των καταναλωτών, και για την επικέντρωση ιδιαίτερα της προσοχής σε ομάδες καταναλωτών από κράτη μέλη και από υποψήφιες χώρες που δεν διαθέτουν παραδοσιακά ισχυρή βάση ενεργού και ανεξάρτητης δράσης καταναλωτών·

61.   σημειώνει τα πορίσματα της έκθεσης της Επιτροπής του 2002 για την πρόοδο των υποψήφιων χωρών (COM(2002) 700), ότι χρειάζεται να δοθεί βοήθεια για την ανάπτυξη των οργανώσεων των καταναλωτών σε ορισμένες χώρες, βοήθεια η οποία πρέπει να περιλαμβάνει οικονομική ενίσχυση και να αποτελεί τμήμα του προϋπολογισμού του 2004, και προτείνει ιδιαίτερα την ενσωμάτωση των οργανώσεων καταναλωτών από τις υποψήφιες χώρες στην Επιτροπή Καταναλωτών της ΕΕ και τη συμμετοχή τους σε όλους τους κύκλους κατάρτισης για τις οργανώσεις καταναλωτών της ΕΕ, ως ορισμένες από τις δράσεις που θα μπορούσε να αναλάβει η Επιτροπή από την άποψη αυτή·

62.   ζητεί να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στο θέμα της κατάρτισης ειδικού προγράμματος με στόχο τους καταναλωτές, καθώς και στη σύσταση ανεξάρτητων οργανώσεων στις υποψήφιες προς ένταξη χώρες·

63.   ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει επειγόντως πρόταση για τη θέσπιση ενός νέου γενικού πλαισίου για τις κοινοτικές δραστηριότητες υπέρ των καταναλωτών·

Νέος στόχος 4 – Ενσωμάτωση των στόχων της προστασίας των καταναλωτών σε όλους τους σχετικούς τομείς πολιτικής της ΕΕ

64.   εκφράζει τη λύπη του για τον αναποτελεσματικό τρόπο με τον οποίο αυτός ο σημαντικός οριζόντιος στόχος προβάλλεται από την Επιτροπή στην προτεινόμενη ανακοίνωσή της για τις προτεραιότητες της πολιτικής υπέρ των καταναλωτών 2002-2006, και, λόγω της σημασίας που έχει η πολιτική υπέρ των καταναλωτών για την καθημερινή ζωή όλων των πολιτών της ΕΕ, ζητεί από την Επιτροπή να θέσει ως έναν από τους κεντρικούς στόχους της, στο ανώτατο πολιτικό επίπεδο, την ενσωμάτωση των συμφερόντων των καταναλωτών σε όλους τους τομείς πολιτικής της ΕΕ·

65.   ζητεί να διεξαχθεί συζήτηση στο πλαίσιο της Συνέλευσης αλλά και της προσεχούς ΔΚΔ για να αντιμετωπιστεί η ανάγκη ενίσχυσης του άρθρου 153 της Συνθήκης, με αίτημα τη συστηματική ενσωμάτωση της πολιτικής υπέρ των καταναλωτών εντός όλων των τομέων πολιτικής της ΕΕ με ιδιαίτερη αναφορά στις ανάγκες των μειονεκτούντων και ευάλωτων καταναλωτών·

66.   επισημαίνει τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζουν η πολιτική προστασίας των καταναλωτών και οι οργανώσεις καταναλωτών κατά την επεξεργασία της πολιτικής ώστε να εξασφαλίζεται η συνεκτίμηση περισσότερων πτυχών, αξιών και απόψεων· θεωρεί ότι είναι σημαντικό να ενισχυθεί η συμμετοχή γυναικών, ιδίως μεταναστριών, στις εν λόγω οργανώσεις καταναλωτών ώστε να η πολιτική των καταναλωτών να χαράσσεται με πιο ισορροπημένο τρόπο·

67.   προτρέπει την Επιτροπή να δημοσιεύει τακτικές εκθέσεις για την ενσωμάτωση της πολιτικής υπέρ των καταναλωτών σε άλλες πολιτικές της ΕΕ και την ενθαρρύνει να αναπτύξει τη διϋπηρεσιακή ομάδα για την πολιτική υπέρ των καταναλωτών σε ένα όργανο συστηματικής διαβούλευσης στο εσωτερικό της Επιτροπής·

68.   επισημαίνει την απογοήτευσή του για την απόφαση του Συμβουλίου να αναδιαρθρώσει το Συμβούλιο που ασχολείται με τις υποθέσεις των καταναλωτών, ενσωματώνοντάς το στην πολιτική απασχόλησης, κοινωνικών υποθέσεων και δημόσιας υγείας· εκφράζει λύπη για την απουσία κάθε διαβούλευσης σχετικά με αυτό, και σημειώνει με ανησυχία τις συνέπειες που έχει αυτό στην ενσωμάτωση των προβληματισμών των καταναλωτών στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς, όπου αναπόφευκτα θα υπόκεινται·

o
o   o

69.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή καθώς και στα κοινοβούλια των κρατών μελών.

(1) ΕΕ C 137 της 8.6.2002, σ. 2.
(2) ΕΕ C 205 της 25.7.1994, σ. 163.
(3) P5_TA(2002)0368.
(4) P5_TA(2002)0514.
(5) ΕΕ C 279 της 1.10.1999, σ. 84.
(6) ΕΕ C 287 της 12.10.2001, σ. 1.


Μέλλον της ευρωπαϊκής πολιτικής για τους καταναλωτές
PDF 294kWORD 54k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσον αφορά τις επιπτώσεις της Πράσινης Βίβλου σχετικά με την προστασία των καταναλωτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση στο μέλλον της ευρωπαϊκής πολιτικής για τους καταναλωτές (COM(2001) 531 - C5-0295/2002 - 2002/2151(COS))
P5_TA(2003)0101A5-0423/2002

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

-   έχοντας υπόψη την Πράσινη Βίβλο της Επιτροπής (COM(2001) 531 – C5-0295/2002),

-   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση σε συνέχεια της Πράσινης Βίβλου (COM(2002) 289),

-   έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Πράσινη Βίβλο (CES 344/2002), της 20ής και 21ης Μαρτίου 2002(1),

-   έχοντας υπόψη τα άρθρα 95 και 153 της Συνθήκης ΕΚ,

-   έχοντας υπόψη τη Σύμβαση της Ρώμης του 1980 για το ισχύον δίκαιο στις συμβατικές υποχρεώσεις,

-   έχοντας υπόψη το άρθρο 47, παράγραφος 1, του Κανονισμού του,

-   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Πολιτικής των Καταναλωτών (A5-0423/2002),

Α  . λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ανεπάρκειες του ευρωπαϊκού δικαίου για την προστασία των καταναλωτών, που οφείλονται κυρίως στον κατακερματισμό των εθνικών και κοινοτικών κανόνων, εμποδίζουν την εφαρμογή πραγματικής εσωτερικής αγοράς για τους καταναλωτές, εξαιτίας της έλλειψης εμπιστοσύνης των τελευταίων στη νομική ασφάλεια των διασυνοριακών εμπορικών συναλλαγών,

Β  . εκτιμώντας ότι οι θεμιτές συναλλακτικές πρακτικές εξυπηρετούν τόσο την προστασία των καταναλωτών όσο και την προστασία των ανταγωνιστών ιδιαίτερα προς το συμφέρον των μικρομεσαίων επιχειρήσεων,

Γ  . λαμβάνοντας υπόψη τη χρησιμότητα της διεξαγωγής έρευνας για την καλύτερη κατανόηση της συμπεριφοράς των επιχειρήσεων και των καταναλωτών όσον αφορά το διασυνοριακό εμπόριο, καθώς και για τον καλύτερο εντοπισμό των εμποδίων στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς,

Δ  . λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη επίτευξης υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για τη δημιουργία του αναγκαίου κλίματος εμπιστοσύνης για την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς,

Ε  . λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία παροχής στους καταναλωτές απλού, ομογενούς, αξιόπιστου και αποτελεσματικού νομικού πλαισίου, το οποίο να ισχύει ανεξάρτητα από την φύση της χρησιμοποιούμενης εμπορικής πρακτικής,

ΣΤ  . λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη προστασίας ιδίως των πλέον ευπαθών καταναλωτών, και κυρίως των ηλικιωμένων, των παιδιών και των ατόμων με ειδικές ανάγκες,

Ζ  . λαμβάνοντας υπόψη ότι η δυνατότητα των καταναλωτών να ασκούν τα δικαιώματά τους βασίζεται κυρίως στην ποιότητα, στην πληρότητα και στην αξιοπιστία των πληροφοριών που τους παρέχονται και ότι οι πληροφορίες αυτές πρέπει να δίδονται σε γλώσσα που γνωρίζουν οι καταναλωτές,

Η  . λαμβάνοντας υπόψη ότι οι παραγωγοί πρέπει να είναι σε θέση, όταν τους ζητείται, να παρέχουν αποδείξεις για όλες τις πληροφορίες που χορηγούν σχετικά με προϊόντα ή υπηρεσίες,

Θ  . λαμβάνοντας υπόψη τη χρησιμότητα της διαβούλευσης μεταξύ των εμπόρων και των καταναλωτών για τη θέσπιση ισόρροπων και προσαρμοσμένων κανόνων,

Ι  . λαμβάνοντας υπόψη ότι απόκειται κυρίως στις δημόσιες αρχές να καθορίζουν το κατάλληλο επίπεδο προστασίας των καταναλωτών και να διασφαλίζουν την εφαρμογή του,

ΙΑ  . λαμβάνοντας υπόψη ότι πρέπει να ενισχυθεί ο ρόλος των οργανώσεων καταναλωτών προκειμένου να διασφαλιστεί καλύτερα η εκπροσώπηση των συλλογικών συμφερόντων τους, κυρίως στον τομέα της ρύθμισης και στην ανάληψη νομικών ενεργειών που συνδέονται με την εφαρμογή του δικαίου περί προστασίας των καταναλωτών,

ΙΒ  . λαμβάνοντας υπόψη ότι θα πρέπει να διευκολυνθεί η προσφυγή των καταναλωτών σε εναλλακτικούς τρόπους διευθέτησης των διαφορών, οι οποίοι να είναι εύκολα προσιτοί σε όλους, δίκαιοι, ταχείς και φθηνοί, χωρίς να αποδυναμώνεται το δικαίωμά τους να προσφεύγουν ελεύθερα στη δικαιοσύνη,

ΙΓ  . λαμβάνοντας υπόψη τις δυσχέρειες που συνδέονται με την έλλειψη συντονισμού μεταξύ των εθνικών αρχών που είναι αρμόδιες για την εφαρμογή του δικαίου περί προστασίας των καταναλωτών,

ΙΔ  . λαμβάνοντας υπόψη ότι κρίνεται αναγκαία η διενέργεια συγκριτικής μελέτης των νομοθεσιών περί θεμιτών εμπορικών πρακτικών στα κράτη μέλη, με σκοπό τη διερεύνηση του κατά πόσον υφίστανται ήδη κοινές νομικές αρχές,

1.   θεωρεί ότι έχει προτεραιότητα η θέσπιση κοινών γενικών κανόνων που επιτρέπουν την επίτευξη υψηλού βαθμού προστασίας των καταναλωτών·

2.   υποστηρίζει το σκοπό της εναρμόνισης της νομοθεσίας περί εμπορικών πρακτικών, η οποία πρέπει να πραγματοποιηθεί συστηματικώς, με καθορισμό πρώτα του γενικού πλαισίου και τη θέσπιση κατόπιν, εφόσον απαιτείται, ειδικής νομοθεσίας για συγκεκριμένες πρακτικές, όπως η προώθηση πωλήσεων·

3.   επισημαίνει ότι η διαδικασία εναρμόνισης δεν πρέπει να οδηγήσει σε μείωση του επιπέδου προστασίας των καταναλωτών το οποίο επέτυχαν ορισμένες εθνικές ρυθμίσεις·

4.   υπογραμμίζει ότι η εφαρμογή των αρχών αμοιβαίας αναγνώρισης και ελέγχου εκ μέρους της χώρας προέλευσης είναι δυνατό να εξεταστεί μόνον εάν επιτευχθεί επαρκής εναρμόνιση, σε υψηλό επίπεδο, της προστασίας των καταναλωτών·

5.   επισημαίνει ότι η εναρμόνιση δεν πρέπει να οδηγήσει σε πτώση του επιπέδου προστασίας έναντι αθέμιτων εμπορικών πρακτικών σε σχέση με το σημείο στο οποίο έχει φθάσει με βάση την εθνική νομοθεσία των κρατών μελών·

6.   τάσσεται υπέρ της θέσπισης, στην οδηγία-πλαίσιο, γενικής ρήτρας πίστεως έναντι του καταναλωτή και υποστηρίζει την άποψη ότι η οδηγία πρέπει να αφορά κυρίως τις πρακτικές που ζημιώνουν τους καταναλωτές· θεωρεί ότι ο καταναλωτής δεν πρέπει να παραπλανάται όσον αφορά το περιεχόμενο και τις λειτουργίες των προϊόντων ή υπηρεσιών και, ως εκ τούτου, δεν πρέπει να παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τις ιδιότητες, τη λειτουργία ή άλλα στοιχεία των προϊόντων ή υπηρεσιών εκτός όσων μπορούν να αποδειχθούν εφόσον ζητηθεί·

7.   θεωρεί ότι η γενική ρήτρα πίστεως πρέπει να βασίζεται σε ακριβή και αντικειμενικά κριτήρια, προκειμένου να αποφευχθούν διαφορές ερμηνείας μεταξύ των νομοθεσιών και νομολογιών των κρατών μελών και προτείνει να θεωρείται η αθέμιτη εμπορική πρακτική αντίθετη προς τις απαιτήσεις της "καλής πίστης", κατά τις διατάξεις της οδηγίας 93/13/ΕOΚ σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές(2)·

8.   υπογραμμίζει την ανάγκη διευκόλυνσης του καταναλωτή να επιλέξει, αφού έχει προηγουμένως ενημερωθεί· τονίζει, ως εκ τούτου, την ανάγκη να συμπεριληφθεί μεταξύ των κριτηρίων πίστεως η υποχρέωση συστηματικής παροχής στους καταναλωτές, εκ των προτέρων, πληροφόρησης παρεχόμενης σε γλώσσα που γνωρίζουν και προσιτής σε όλους, συμπεριλαμβανομένων των ατόμων με αναπηρίες, όσον αφορά τουλάχιστον όλα τα βασικά στοιχεία που αφορούν την υγεία και την οικονομική τους ασφάλεια, ήτοι:

   - τη φύση των αγαθών και των παρεχομένων υπηρεσιών,
   - την παρουσία επικίνδυνων ουσιών στα καταναλωτικά αγαθά,
   - το ακριβές περιεχόμενο και προέλευση στην περίπτωση των τροφίμων,
   - την τιμή σε ευρώ, και στην τοπική νομισματική μονάδα προκειμένου για τη ζώνη εκτός ευρώ, συμπεριλαμβανομένων όλων των φόρων,
   - ενδεχόμενα έξοδα παράδοσης,
   - τις λεπτομέρειες παράδοσης ή εκτέλεσης,
   - τους όρους απόσυρσης, αλλαγής και επιστροφής των χρημάτων,
   - την ταυτότητα, τη διεύθυνση και τα πλήρη στοιχεία του προμηθευτή,
   - λεπτομερή στοιχεία για την εγγύηση του προϊόντος και τους όρους εξυπηρέτησης μετά την πώληση,
   - την ενδεχόμενη εγγραφή σε κώδικα συμπεριφοράς,
   - τους υφισταμένους τρόπους προσφυγής,
   - τη σαφή και ευκρινή παρουσίαση των πληροφοριών·

9.   θεωρεί εύλογο, προκειμένου να υπάρχει ενιαίο σώμα εναρμονισμένων γενικών κανόνων, να περιληφθούν στην οδηγία-πλαίσιο ορισμένες διατάξεις των υφιστάμενων οδηγιών, όπως, για παράδειγμα, οι διατάξεις για τα παραπλανητικά διαφημιστικά μηνύματα·

10.   θεωρεί ουσιώδη την ανάγκη ορισμού ως αθέμιτης κάθε εμπορικής συμπεριφοράς που αποσκοπεί στην εκμετάλλευση της σωματικής ή διανοητικής αδυναμίας, περιστασιακής ή μόνιμης, που οφείλεται κυρίως στην ηλικία, στην πνευματική κατάσταση ή στο χαμηλό μορφωτικό επίπεδο ενός καταναλωτή ή μιας ομάδας καταναλωτών·

11.   θεωρεί, επίσης, ότι πρέπει να κρίνεται παράνομη, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων που ισχύουν για τους ευπαθείς καταναλωτές, κάθε εμπορική συμπεριφορά που συνιστά φυσικό ή ψυχολογικό εξαναγκασμό, και κυρίως η παρενόχληση, ο εκφοβισμός, η απειλή ή η προσφυγή σε βία καθώς και η παρεμποδιστική συμπεριφορά (όπως η πρακτική του να καθίσταται δύσκολο στους καταναλωτές να αλλάξουν πάροχο υπηρεσιών)·

12.   προτείνει η οδηγία-πλαίσιο να περιλαμβάνει μη εξαντλητική "μαύρη λίστα" των πρακτικών που θεωρείται ότι θίγουν τα συμφέροντα των καταναλωτών, η οποία θα αναθεωρείται σε τακτά διαστήματα με τη βοήθεια ομάδων καταναλωτών στα κράτη μέλη, σε κατάλληλο επίπεδο·

13.   προτείνει η οδηγία-πλαίσιο να καθορίζει τις αρχές που εφαρμόζονται σε περίπτωση προσφυγής στη δικαιοσύνη, ιδίως σε ό,τι αφορά την εδαφική δικαιοδοσία και την εφαρμοστέα νομοθεσία όταν η επιχείρηση που κατηγορείται για αθέμιτη εμπορική πρακτική έχει την έδρα της σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος κατοικίας του φερομένου ως θιγέντος καταναλωτή·

14.   προτείνει η οδηγία-πλαίσιο, εκτός της γενικής ρήτρας, να περιλαμβάνει περιγραφή συγκεκριμένων αθεμίτων εμπορικών πρακτικών·

15.   τάσσεται υπέρ της συνέχισης των διαβουλεύσεων με τα κράτη μέλη και τα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με νέους τρόπους ρύθμισης και ειδικότερα την από κοινού ρύθμιση και την αυτορρύθμιση όταν επιλέγονται παρόμοιες νέες μορφές ως συμπλήρωμα των νομοθετικών μέτρων, εκφράζει προτίμηση υπέρ της συν-ρύθμισης, εφόσον έτσι θα μπορούν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να συμμετέχουν στην υιοθέτηση των στόχων και να εξασφαλίζονται ανοιχτές και διαφανείς διαδικασίες με διαβούλευση των επιχειρήσεων και των καταναλωτών·

16.   τονίζει την ανάγκη διασφάλισης της αντιπροσωπευτικότητας των ενδιαφερόμενων μερών στην προσπάθεια ρύθμισης·

17.   θεωρεί ότι η από κοινού ρύθμιση και η αυτορρύθμιση οφείλουν να παραμένουν επικουρικές σε σχέση με τους κοινοτικούς κανόνες, και ότι ο στόχος τους πρέπει να περιορίζεται στη θέσπιση συμπληρωματικών διατάξεων, καλύτερα προσαρμοσμένων στα συμφέροντα των καταναλωτών στους σχετικούς τομείς·

18.   συνιστά τη θέσπιση κωδίκων συμπεριφοράς σε κοινοτικό επίπεδο·

19.   θεωρεί ότι οι προτάσεις για τη ρύθμιση των κωδίκων συμπεριφοράς σε επίπεδο ΕΕ είναι ανεπαρκείς·

20.   πιστεύει ότι, προκειμένου να διασφαλιστεί η νομική ασφάλεια των εμπορικών σχέσεων μεταξύ των επιχειρήσεων και των καταναλωτών, η μη τήρηση της εθελοντικής δέσμευσης που προκύπτει από την εγγραφή σε έναν κώδικα συμπεριφοράς, τον οποίο επικύρωσαν δεόντως οι κοινοτικές αρχές, πρέπει να θεωρείται ως αθέμιτη πρακτική υπό την έννοια της οδηγίας-πλαισίου·

21.   θεωρεί ότι, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης για ασφάλεια δικαίου, είναι σκόπιμο να ευνοηθεί η εφαρμογή απλών μη δεσμευτικών συστάσεων·

22.   καλεί την Επιτροπή να αξιολογήσει την πείρα που αποκτήθηκε από την εθελοντική συνεργασία, μεταξύ άλλων στις σκανδιναβικές χώρες και στο πλαίσιο του ΟΟΣΑ, και να προβεί στη θέσπιση νομοθετικού πλαισίου για τη συνεργασία μεταξύ των αρχών των επιφορτισμένων με την εφαρμογή της νομοθεσίας στον τομέα των εμπορικών πρακτικών και στην καθιέρωση αποτελεσματικού ελέγχου· καλεί την Επιτροπή να εξετάσει ενδελεχώς τα στοιχεία τα οποία θα πρέπει να περιλαμβάνει η οδηγία-πλαίσιο και να συζητήσει για το περιεχόμενό της με τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένων των ενδιαφερόμενων οργανώσεων καταναλωτών και επαγγελματιών·

23.   ζητεί από την Επιτροπή τη συνέχιση της πραγματοποιούμενης διαβούλευσης όσον αφορά αυτό το ζήτημα με τα κράτη μέλη, με τα οποία θα πρέπει να συνεργάζονται τα ενδιαφερόμενα μέρη·

24.   καλεί την Επιτροπή να υποβάλει πρόταση για την καθιέρωση πλαισίων συνεργασίας για την εφαρμογή των ρυθμίσεων πριν τα μέσα του 2004·

25.   προτείνει τη δημιουργία βάσεων δεδομένων με σκοπό τη διευκόλυνση της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών·

26.   προτείνει τη δημιουργία εναρμονισμένου δικτύου προειδοποίησης που να δίνει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να αναλαμβάνουν συντονισμένες δράσεις, προκειμένου να επιβάλουν την τήρηση των κοινοτικών κανόνων·

27.   προτείνει να αξιοποιήσει η Επιτροπή τις υπάρχουσες πρακτικές, συγκαλώντας τακτές συνεδριάσεις με αρχές των κρατών μελών για να διαπιστωθεί πώς λειτουργούν στην πράξη οι γενικές και οι ειδικές οδηγίες·

28.   καλεί την Επιτροπή να υποβάλει σε σύντομο χρονικό διάστημα σχέδιο οδηγίας-πλαισίου, λαμβάνοντας υπόψη τις γνώμες των εθνικών εμπειρογνωμόνων και των ενδιαφερόμενων μερών·

29.   προτείνει να διοργανώνει η Επιτροπή τακτικές συνεδριάσεις, κατά τις οποίες τα κράτη μέλη θα ανταλλάσσουν απόψεις όσον αφορά τις βέλτιστες πρακτικές, προκειμένου να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική και συνεκτική μεταφορά της κοινοτικής νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών στο δίκαιο των κρατών μελών·

30.   καλεί την Επιτροπή να εκδώσει και να κυκλοφορήσει εύληπτο οδηγό για τους καταναλωτές, ώστε να ενημερώνονται αυτοί για τα δικαιώματά τους·

31.   καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι οι πρωτοβουλίες για τη συνέχεια που θα δοθεί στην Πράσινη Βίβλο θα εξετασθούν, όσο είναι δυνατόν, παράλληλα με την πρόταση κανονισμού σχετικά με την προώθηση των πωλήσεων·

32.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, καθώς και στα κοινοβούλια των κρατών μελών.

(1) ΕΕ C 125 της 27.5.2002, σ. 1.
(2) ΕΕ L 95 της 21.4.1993, σ. 29.


Προστασία των καταναλωτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση
PDF 301kWORD 55k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τις προοπτικές της νομικής προστασίας των καταναλωτών υπό το πρίσμα της Πράσινης Βίβλου για την προστασία των καταναλωτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση (COΜ(2001)531 - C5-0294/2002 - 2002/2150(COS))
P5_TA(2003)0102A5-0054/2003

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

-   έχοντας υπόψη την Πράσινη Βίβλο της Επιτροπής για την προστασία των Καταναλωτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση (CΟΜ(2001) 531),

-   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής σε συνέχεια της Πράσινης Βίβλου για την προστασία των Καταναλωτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση (CΟΜ(2002) 289),

-   έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την Πράσινη Βίβλο(1),

-   έχοντας υπόψη την πρόταση ψηφίσματος του Salvador Garriga Polledo σχετικά με το Ευρωπαϊκό Διαιτητικό Δικαστήριο για θέματα κατανάλωσης (Β5-0108/2002),

-   έχοντας υπόψη τα άρθρα 95 και 153 της Συνθήκης ΕΚ,

-   έχοντας υπόψη το άρθρο 47, παράγραφος 1 του Κανονισμού του,

-   έχοντας υπόψη την έκθεση της επιτροπής νομικών θεμάτων και εσωτερικής αγοράς (A5-0054/2003),

Α  . εκτιμώντας ότι, μετά την παρέλευση δεκαετίας, η εσωτερική αγορά είναι λειτουργική αλλά δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί το ρυθμιστικό έργο σε όλους τους τομείς,

Β  . εκτιμώντας ότι η εσωτερική αγορά συνιστά οικονομικό επίτευγμα, το οποίο όμως ο καταναλωτής δεν αξιοποιεί πλήρως,

Γ  . εκτιμώντας ότι οι διασυνοριακές σχέσεις στο δικαστικό τομέα θα συνεχίσουν να αυξάνονται λόγο της ραγδαίας αύξησης των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, της χρήσης του ευρώ και της διεύρυνσης της ΕΕ,

Δ  . εκτιμώντας ότι η Συνθήκη ΕΚ αποσκοπεί σε υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών,

Ε  . εκτιμώντας ότι δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της ολοκλήρωσης της εσωτερικής αγοράς και της επίτευξης υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών,

ΣΤ  . εκτιμώντας ότι η επιδίωξη αυτών των δύο στόχων μπορεί και πρέπει να πραγματοποιηθεί με τρόπο ώστε οι δύο στόχοι να αλληλοϋποστηρίζονται αποτελεσματικά,

Ζ  . εκτιμώντας ότι, εκτός των μέτρων που αφορούν την υποστήριξη, τη συμπλήρωση ή τον έλεγχο της πολιτικής των κρατών μελών, η προστασία των καταναλωτών στο επίπεδο της Κοινότητας βασίζεται στις νομικές διατάξεις της εσωτερικής αγοράς,

Η  . εκτιμώντας ότι η ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς συνίσταται, μεταξύ άλλων, στην κατάργηση των νομικών εμποδίων της ελεύθερης κυκλοφορίας, τόσο σε σχέση με την επιχειρηματική δράση και την οικονομική ζωή όσο και σε σχέση με την καθημερινή ζωή του πολίτη–καταναλωτή,

Θ  . εκτιμώντας ότι η παρέμβαση της ΕΕ σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας δικαιολογείται μόνον σε περίπτωση που έχει αποδειχθεί ότι υπάρχουν σοβαρά εμπόδια στις διασυνοριακές νομικές πράξεις,

Ι  . εκτιμώντας ότι η ευρωπαϊκή και η εθνική νομοθεσία, καθώς και η διασύνδεσή τους, πρέπει να εξασφαλίζουν για τον καταναλωτή, αφενός, εμπιστοσύνη στο νομικό καθεστώς και, αφετέρου, την νομική ασφάλεια των διασυνοριακών συναλλαγών,

ΙΑ  . εκτιμώντας ότι ο καταναλωτής θα πρέπει να μπορεί να έχει εμπιστοσύνη σε αποδοτικές και αντισταθμιστικές δυνατότητες διευθέτησης διαφορών όσον αφορά τις διασυνοριακές συναλλαγές,

ΙΒ  . εκτιμώντας ότι η προστασία των καταναλωτών και η προώθηση θεμιτών εμπορικών πρακτικών μεταξύ ανταγωνιστών αποτελούν συχνά δύο όψεις του ιδίου νομικού νομίσματος,

ΙΓ  . εκτιμώντας ότι πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις διστάζουν να επιδοθούν σε διασυνοριακές δραστηριότητες για τους ίδιους λόγους για τους οποίους περιορίζεται και η εμπιστοσύνη των καταναλωτών,

ΙΔ  . εκτιμώντας ότι η κοινοτική νομοθεσία πρέπει να είναι σαφής, απλή και αποτελεσματική, να προσφέρει ασφάλεια δικαίου, να διακρίνεται για την υψηλότερη δυνατή ποιότητα από νομοτεχνικής απόψεως και να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις της ταχέως μεταβαλλόμενης αγοράς και ότι πρέπει να προσαρμόζεται εύκολα στην έννομη τάξη των κρατών μελών, διότι άλλως οι καταναλωτές θα τη θεωρούσαν ξένο σώμα, γεγονός που δυσχεραίνει την αποδοχή του κοινοτικού δικαίου,

ΙΕ  . εκτιμώντας ότι παράλληλα με τα νομικά εμπόδια υπάρχουν και άλλα προσκόμματα τα οποία απωθούν τους καταναλωτές από του να προβαίνουν σε διασυνοριακές αγορές, μεταξύ των οποίων οι φραγμοί της γλώσσας, η γεωγραφική απόσταση, οι διαφορετικές συνήθειες των καταναλωτών και ο χρόνος ταξιδίου· αναγνωρίζοντας δε ότι εν προκειμένω πρόκειται για φυσικά όρια της ολοκλήρωσης της αγοράς, τα οποία η ευρωπαϊκή νομοθεσία δεν μπορεί ούτε έχει ως στόχο να αλλάξει, και ότι είναι ευκταίο, προτού ληφθούν νομοθετικά μέτρα, να εντοπισθούν τα πραγματικά κωλύματα και να υπολογισθούν αριθμητικώς οι επιπτώσεις τους στην διασυνοριακή κυκλοφορία·

1.   χαιρετίζει την Πράσινη Βίβλο, με την οποία καλούνται όλοι οι ενδιαφερόμενοι να προβληματιστούν και να λάβουν θέση για την μελλοντική εξέλιξη της προστασίας των καταναλωτών στο επίπεδο των εμπορικών πρακτικών και κυρίως για τις δυνατότητες να βελτιωθεί η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς επιχειρήσεων και καταναλωτών (οι λεγόμενες σχέσεις επιχειρήσεων - καταναλωτών)·

2.   έχει την πεποίθηση ότι είναι σκόπιμο το εύρος εφαρμογής των μέσων που η Επιτροπή προτίθεται να χρησιμοποιήσει και ο αντίκτυπος των σκοπουμένων μέτρων να μην περιορισθούν στις λεγόμενες σχέσεις επιχειρήσεων–καταναλωτών, διότι ο διαχωρισμός μεταξύ σχέσεων επιχειρήσεων–καταναλωτών, αφενός, και σχέσεων επιχειρήσεων–επιχειρήσεων, αφετέρου, δεν είναι αυτονόητος και, ίσως, δεν συμβιβάζεται επίσης με τους στόχους να διακρίνεται η νομοθεσία από απλότητα και συνέπεια, καθώς και να εξασφαλίζεται η ασφάλεια δικαίου·

3.   θεωρεί ότι η καθιέρωση εναρμονισμένης νομικής αντίληψης που να καλύπτει όλο το φάσμα των οικονομικών συναλλαγών που αναπτύσσονται στην εσωτερική αγορά, καθώς και η εδραίωση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών είναι ιδιαίτερα απαραίτητες για την πραγματοποίηση της ηλεκτρονικής Ευρώπης, ιδίως στις διασυνοριακές συναλλαγές·

4.   διαπιστώνει ότι σε κοινοτικό επίπεδο έχουν επιτευχθεί πολλά όσον αφορά την προστασία των καταναλωτών αλλά ότι, προκειμένου να χαίρει της εμπιστοσύνης των καταναλωτών, το εφαρμοζόμενο νομοθετικό πλαίσιο στον τομέα της εσωτερικής αγοράς δεν θα πρέπει να οδηγεί σε πλήρη νομοθετική εναρμόνιση, αλλά σε ελάχιστους κανόνες·

5.   επισημαίνει ότι οι πιθανές προτάσεις για νομοθετικά μέτρα τα οποία απορρέουν από τη συζήτηση σχετικά με την Πράσινη Βίβλο πρέπει να οδηγήσουν πράγματι σε απλούστερη, ευκολότερα κατανοητή, αποτελεσματική και καλύτερα επιβαλλόμενη νομοθεσία·

6.   αποδέχεται την άποψη ότι ο μέγιστος βαθμός εναρμόνισης μπορεί να αποτελέσει αποτελεσματικό μέσο για να εξαλειφθεί ο κατακερματισμός της ισχύουσας νομοθεσίας στην εσωτερική αγορά όσον αφορά εμπορικές πρακτικές και την προστασία των καταναλωτών και έτσι να καταστεί δυνατή η ομαλότερη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, ούτως ώστε να ενθαρρυνθεί η εμπιστοσύνη των καταναλωτών· καλεί την Επιτροπή να αξιολογήσει δεόντως και κατά περίπτωση τη σκοπιμότητα διατάξεων σχετικά με την ελάχιστη ή μέγιστη εναρμόνιση, τούτο δε όσον αφορά την τροποποίηση της ισχύουσας νομοθεσίας ή τη θέσπιση νέας νομοθεσίας·

7.   υπογραμμίζει ότι ο μέγιστος βαθμός εναρμόνισης πρέπει να αποσκοπεί σε υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών, γεγονός που αποτελεί έναν από τους στόχους της Συνθήκης, καθώς και προϋπόθεση για την προώθηση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών·

8.   είναι πεπεισμένο ότι η εφαρμογή των αρχών της αμοιβαίας αναγνώρισης και του δικαιώματος της χώρας προέλευσης μπορεί να καταστεί δυνατή μόνον όταν επέλθει ικανοποιητικός βαθμός εναρμόνισης και επιτευχθεί υψηλό επίπεδο προστασίας·

9.   υποστηρίζει την επεξεργασία συνεκτικού νομικού πλαισίου και εκφράζεται, με βάση τα δεδομένα τα οποία επί του παρόντος διαθέτει και υπό τους προαναφερθέντες όρους, υπέρ της λεγόμενης "μικτής προσέγγισης", αντί της συνέχισης της θέσπισης ειδικών οδηγιών, οι οποίες συχνά είναι άσχετες μεταξύ τους·

10.   αναγνωρίζει ότι η ενδεχόμενη οδηγία–πλαίσιο θα πρέπει οπωσδήποτε να συμπληρωθεί με ειδικές οδηγίες ή κανονισμούς, αλλά θεωρεί ότι θα πρέπει να καθορισθούν επακριβώς οι σχέσεις μεταξύ της οδηγίας–πλαίσιο και των ειδικών οδηγιών ή κανονισμών·

11.   θεωρεί ότι πρέπει να διευκρινιστεί η σχέση μεταξύ της οδηγίας–πλαισίου και του δικαίου των συμβάσεων·

12.   φρονεί ότι ο στόχος της συνοχής, της απλοποίησης και της δυνατότητας κατανόησης προϋποθέτει ότι η εξέταση των τροποποιήσεων στις υφιστάμενες ειδικές οδηγίες θα πραγματοποιηθεί συγχρόνως με την εξέταση της πρότασης για θέσπιση οδηγίας–πλαισίου, έτσι ώστε ο νομοθέτης να μπορέσει να αποκτήσει πλήρη εικόνα και να ενεργήσει έτσι ώστε η σχετική νομοθετική δέσμη να απλοποιήσει πράγματι την εσωτερική αγορά και να μην την καταστήσει πολυπλοκότερη·

13.   δεν αποκλείει τη θέση ότι θα ήταν ευκταία η πρόβλεψη γενικού όρου στην οδηγία–πλαίσιο, που θα βασίζεται στην αρχή της απαγόρευσης των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, αλλά υπογραμμίζει την ανάγκη σαφούς ορισμού των αθέμιτων πρακτικών με βάση απόψεις των ειδικών και εμμένει στην άποψη ότι η εφαρμογή τέτοιας οδηγίας–πλαισίου θα οδηγήσει σε απλούστερη και αποτελεσματικότερη νομοθεσία που θα διασφαλίζει νομική βεβαιότητα, τόσο για τους καταναλωτές, όσο και για τις επιχειρήσεις·

14.   προτείνει, για τη διευκόλυνση της ερμηνείας, να συνοδεύεται η οδηγία–πλαίσιο από μη εξαντλητικό, μαύρο πίνακα πρακτικών, που θεωρείται ότι βλάπτουν τα συμφέροντα των καταναλωτών

15.   θεωρεί δεδομένο ότι η οδηγία–πλαίσιο θα περιλαμβάνει τους ορισμούς των βασικών εννοιών του δικαίου των καταναλωτών·

16.   συμφωνεί με την ιδέα της Επιτροπής να δημιουργηθεί με την οδηγία–πλαίσιο η ενιαία νομική βάση στην οποία θα ενταχθούν οι ευρωπαϊκοί κώδικες δεοντολογίας·

17.   θεωρεί αναγκαίο, χάριν της ασφαλείας δικαίου και της δημοκρατικής νομιμότητας, να τηρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις κατά τη χρήση των ευρωπαϊκών κωδίκων δεοντολογίας σχετικά με την προστασία των καταναλωτών:

   α ) ο κώδικας δεοντολογίας μπορεί να έχει μόνο συμπληρωματικό χαρακτήρα και δεν είναι ποτέ δυνατόν να αντικαθιστά τη νομοθεσία·
   β ) πρέπει να καταρτίζεται σε προαιρετική βάση·
   γ ) ισχύει μόνο για τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που τον έχουν επιδοκιμάσει·
   δ ) η δυνατότητα επιβολής κώδικα δεοντολογίας πρέπει να διασφαλίζεται με τη θέσπιση νομοθετικής διάταξης η οποία θα θεωρεί την παραβίαση προαιρετικώς αποδεκτού κώδικα δεοντολογίας ισότιμη με αθέμιτη πρακτική και, κατ" αναλογίαν, θα προβλέπει την επιβολή σχετικών κυρώσεων από την αρμόδια αρχή (διαιτητικό ή τακτικό δικαστήριο)·

18.   θέτει βασικά νομικά ερωτήματα και ζητεί, κατά συνέπεια, περαιτέρω εμπεριστατωμένη έρευνα σχετικά με τον μηχανισμό έγκρισης που προτείνει η Επιτροπή, ο οποίος θα μπορούσε να οδηγήσει σε αναιρέσιμη υπόθεση όσον αφορά τον νόμιμο χαρακτήρα των κωδίκων δεοντολογίας, διότι:

   α ) δεν εξασφαλίζει πλήρη έλεγχο του δικαίου, έτσι ώστε να παρέχεται σ" αυτούς που συμμετέχουν στην αγορά εσφαλμένο αίσθημα ασφάλειας δικαίου·
   β ) προκαλεί σύγχυση στους καταναλωτές, οι οποίοι πρέπει να μπορούν να διακρίνουν μεταξύ εγκεκριμένων και μη εγκεκριμένων κωδίκων δεοντολογίας και οι οποίοι, επιπλέον, θα πρέπει να είναι σε θέση να αξιολογούν ορθώς τη σημασία τους·
   γ ) υπονομεύεται η ελαστικότητα του "κώδικα δεοντολογίας" ως μέσου·

19.   υποστηρίζει την επεξεργασία κανόνων για καλύτερη τήρηση του κοινοτικού δικαίου στις διασυνοριακές σχέσεις και συμφωνεί ότι η εσωτερική αγορά απαιτεί συντονισμένη επίβλεψη·

20.   υποστηρίζει, κατά συνέπεια, την ιδέα της διακυβερνητικής συνεργασίας των εθνικών αρχών που είναιο επιφορτισμένες με την εφαρμογή των σχετικών κανόνων, η οποία μπορεί να ευνοήσει την αμοιβαία ενημέρωση και την αμοιβαία βοήθεια σε συγκεκριμένες περιπτώσεις·

21.   καλεί την Επιτροπή να παράσχει σαφείς πληροφορίες σχετικά με τη φύση των προσκομμάτων που αντιμετωπίσθηκαν, να υπολογίσει αριθμητικώς τις επιπτώσεις στις διασυνοριακές αγορές, και, στη βάση αυτή να συνεχίσει τις διαβουλεύσεις με όλους τους εμπλεκομένους, δηλαδή τόσο με την πλευρά της παραγωγής και διανομής, όσο και με τους εκπροσώπους των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των οργανώσεων των καταναλωτών·

22.   επαναλαμβάνει τη θέση του ότι επιβάλλεται η συνεκτική προσέγγιση της οδηγίας–πλαισίου για την προστασία των καταναλωτών, καθώς και του κανονισμού σχετικά με την προώθηση των πωλήσεων, που πρέπει να συνδέονται τέλεια μεταξύ τους·

23.   καλεί την Επιτροπή να υλοποιήσει την πρόθεσή της να καλέσει εμπειρογνώμονες οι οποίοι θα προβούν σε προπαρασκευαστικές μελέτες και θα πραγματοποιήσουν την ενδελεχή μελέτη επιπτώσεων που προβλέπει το πρόγραμμα εργασίας της για την περίοδο 2002-2003, και τούτο πριν υποβληθούν οι σχετικές νομοθετικές προτάσεις·

24.   καλεί την Επιτροπή να πραγματοποιήσει ενδελεχή μελέτη επιπτώσεων σχετικά με τη σκοπιμότητα της προσέγγισης η οποία θα ευνοεί τη μέγιστη εναρμόνιση και, εν αναμονή της μελέτης αυτής, να υποδείξει κατά περίπτωση για κάθε πρόταση τους λόγους που επέβαλαν συγκεκριμένη επιλογή·

25.   καλεί με έμφαση την Επιτροπή να αναλάβει ευρεία διαβούλευση με σαφείς στόχους, προκειμένου να διασφαλισθεί η κατά το δυνατόν καλύτερη συμβολή των ενδιαφερομένων μερών·

26.   επιφυλάσσεται να εκφράσει την οριστική εκτίμησή του όταν θα έχει στη διάθεσή του τις αναγκαίες συμπληρωματικές πληροφορίες και όταν υπάρξουν συγκεκριμένες προτάσεις·

27.   αναθέτει στoν Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή καθώς και στα κοινοβούλια των κρατών μελών και των υποψήφιων κρατών μελών.

(1) EE C 125 της 27.5.2002, σ. 1


Ανθρώπινα Δικαιώματα: Η κατάσταση στην Καμπότζη στις παραμονές των γενικών εκλογών της
PDF 288kWORD 39k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την κατάσταση στην Καμπότζη στις παραμονές των γενικών εκλογών της 27ης Ιουλίου 2003
P5_TA(2003)0103RC-B5-0170/2003

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

-   έχοντας υπόψη τα προηγούμενα ψηφίσματά του για την Καμπότζη,

-   έχοντας υπόψη τη συμφωνία συνεργασίας ΕΚ-Καμπότζης, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Νοεμβρίου 1999(1),

-   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την παροχή βοηθείας και παρατηρητών της ΕΕ στις εκλογές (COM (2000)191),

-   έχοντας υπόψη το στρατηγικό έγγραφο ΕΚ-Καμπότζης 2000-2003,

-   έχοντας υπόψη τη δήλωση της 1ης Μαρτίου 2002 της Προεδρίας εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις Κοινές Εκλογές στην Καμπότζη,

-   έχοντας υπόψη τις παρατηρήσεις της αντιπροσωπείας μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μετά την επίσκεψη στην Καμπότζη από 11 έως 14 Σεπτεμβρίου 2002,

-   έχοντας υπόψη την έκθεση του Ειδικού Απεσταλμένου της Γενικής Γραμματείας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Καμπότζη των Ηνωμένων Εθνών,

A.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι γενικές εκλογές θα διεξαχθούν στις 27 Ιουλίου 2003 αποτελώντας ένα ακόμη σημαντικό βήμα στη διαδικασία εκδημοκρατισμού της χώρας,

B.   θορυβημένο για την άσκηση βίας σε βάρος πολιτικών ακτιβιστών, κυρίως εκ μέρους της αντιπολίτευσης,

Γ  . λαμβάνοντας υπόψη ότι η ελλιπής διαδικασίας καταγραφής ψήφων καταγγέλθηκε από το κύριο κόμμα της αντιπολίτευσης και ότι εξεφράσθησαν φόβοι εκφοβισμού,

Δ  . επισημαίνοντας ότι τα στοιχεία της Εθνικής Επιτροπής Εκλογών που δείχνουν ότι άνω του 90% του εκλογικού σώματος έχει εγγραφεί στους εκλογικούς καταλόγους, αμφισβητούνται σε μεγάλο βαθμό από την αντιπολίτευση η οποία τα θεωρεί υπερβολικά,

Ε  . εκφράζοντας την ανησυχία του για την απόφαση της κυβέρνησης τον Ιανουάριο του 2003 να απαγορεύσει στις χριστιανικές ομάδες τη δημόσια θρησκευτική προπαγάνδα και επισημαίνοντας τις δυσκολίες των βουδιστών μοναχών να εγγραφούν στους εκλογικούς καταλόγους,

ΣΤ  . λαμβάνοντας υπόψη ότι η κυβέρνηση της Καμπότζης αποφάσισε να κλείσει τα σύνορα της χώρας με την Ταϊλάνδη,

Ζ  . λαμβάνοντας υπόψη ότι η καταστροφή της πρεσβείας της Ταϊλάνδης και ταϊλανδικών επιχειρήσεων στην Πνομ Πενχ στις 29 Ιανουαρίου 2003 κατέδειξε την ασαφή κατάσταση όσον αφορά την ασφάλεια και ένα κλίμα ξενοφοβίας με συγκεκριμένους στόχους,

Η  . λαμβάνοντας υπόψη ότι η κυβέρνηση προσπάθησε να χειραγωγήσει τα γεγονότα αυτά κατά του ηγέτη της αντιπολίτευσης Sam Rainsy,

Θ  . ανησυχώντας για την έλλειψη πολιτικής βούλησης της κυβέρνησης να σταματήσει την παιδική πορνεία στη χώρα και την εμπορία ανθρωπίνων όντων προς, εντός και από την Καμπότζη για λόγους εξαναγκαστικής εργασίας, περιλαμβανομένης της πορνείας, της επαιτείας και της υιοθεσίας που παραμένει ένα σοβαρό πρόβλημα,

Ι  . εκφράζοντας τη βαθειά του ανησυχία για την ατιμωρησία εκείνων, κυρίως από την Ευρώπη, που προβαίνουν σε σεξουαλικές καταχρήσεις σε βάρος παιδιών,

ΙΑ  . λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αρχές της Καμπότζης εξακολουθούν να αρνούνται βασική προστασία σε πολλά μέλη της μειονότητας Montagnard στα Κεντρικά Υψίπεδα του Βιετνάμ που ζήτησαν άσυλο στη χώρα και συνεργούν με τις αντίστοιχες βιετναμικές αρχές προκειμένου τα άτομα αυτά να επιστρέψουν και πιθανώς να διωχθούν,

ΙΒ  . λαμβάνοντας υπόψη ότι η Καμπότζη έχει κυρώσει την Συνθήκη για την Ίδρυση του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου,

ΙΓ  . λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά το παρελθόν έτος οι υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δημοσιογράφοι της αντιπολίτευσης και ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης κατέστησαν σε αυξανόμενο βαθμό αντικείμενο εκφοβισμού, συλλήψεων και φόνων, οι δράστες των οποίων ουδέποτε προσήχθησαν στη δικαιοσύνη,

ΙΔ  . λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης παραμένουν υπό τον έλεγχο ατόμων και εταιριών που συνδέονται με το λαϊκό κόμμα Καμπότζης του πρωθυπουργού Hun Sen,

ΙΕ  . υπενθυμίζοντας ότι η Καμπότζη είναι ο μεγαλύτερος κατά κεφαλήν δέκτης ενισχύσεων,

1.   καταδικάζει τις πράξεις της βίας καθώς και τον εκφοβισμό που λαμβάνει χώρα κατά την προεκλογική περίοδο και καλεί την κυβέρνηση της Καμπότζης να λάβει άμεσα μέτρα κατά της διάσπαρτης ατιμωρησίας, μεταξύ άλλων εξασφαλίζοντας τη διερεύνηση αξιόπιστων υποθέσεων πολιτικής βίας·

2.   παροτρύνει την κυβέρνηση της Καμπότζης να εγγυηθεί ελεύθερες και τίμιες εκλογές χωρίς εκφοβισμούς και παρενοχλήσεις·

3.   ζητεί να μπορούν όλα τα κόμματα να επαληθεύουν τους εκλογικούς καταλόγους αρκετό καιρό πριν από την έναρξη της ψηφοφορίας·

4.   ζητεί από την κυβέρνηση της Καμπότζης να εξασφαλίσει μια ειρηνική προεκλογική εκστρατεία και την ειρηνική διεξαγωγή των εκλογών·

5.   καλεί την Επιτροπή να αποστείλει μέσω των δύο εκπροσώπων της στην περιοχή το σαφές μήνυμα ότι, προκειμένου να θεωρηθούν οι εκλογές ελεύθερες, τίμιες και δημοκρατικές, οι ζωές των ηγετών της αντιπολίτευσης πρέπει να διασφαλισθούν ειδάλλως η συμφωνία συνεργασίας με την ΕΕ θα ακυρωθεί·

6.   καλεί το Συμβούλιο και την Επιτροπή να αποστείλουν αποστολή παρατηρητών της ΕΕ προκειμένου να παρακολουθήσουν τις γενικές εκλογές και ζητεί να είναι η αποστολή αυτή να έχει αρκετά μέλη και να παρουσιασθεί έγκαιρα επιτόπου προκειμένου να εξασφαλίσει ότι η ψηφοφορία πραγματοποιείται σύμφωνα με τους κανόνες·

7.   καλεί την κυβέρνηση της Καμπότζης να σεβαστεί την ελευθερία έκφρασης και θρησκείας και να ακυρώσει την απόφασή της να απαγορεύσει στις χριστιανικές ομάδες τη δημόσια θρησκευτική προπαγάνδα·

8.   ζητεί όλοι οι πολιτικοί σχηματισμοί που παρουσιάζουν υποψηφίους, να έχουν πλήρη ελευθερία πολιτικής έκφρασης και ισότιμη πρόσβαση στα μέσα ενημέρωσης, ιδίως τα κρατικά·

9.   καταδικάζει τη μονομερή και αναπάντεχη απόφαση της κυβέρνησης της Πνομ Πενχ να κλείσει όλα τα χερσαία σύνορα με την Ταϊλάνδη και εκφράζει την ανησυχία του γιατί το κλείσιμο των συνόρων θα επηρεάσει τον τρόπο διαβίωσης δεκάδων χιλιάδων φτωχών πολιτών της Καμπότζης·

10.   καλεί όλους τους υπεύθυνους ηγέτες να ασκήσουν πίεση για την ακύρωση της απόφασης αυτής και την έναρξη σοβαρών διαπραγματεύσεων με την κυβέρνηση προκειμένου να εξομαλυνθούν οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών το συντομότερο δυνατόν·

11.   ζητεί από τις αρχές της Καμπότζης να λάβουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να τερματισθούν οι κακοποιήσεις παιδιών και η παιδική πορνεία και να προσαχθούν στη δικαιοσύνη οι υπεύθυνοι·

12.   καλεί την κυβέρνηση της Καμπότζης να συνεργαστεί πλήρως με τον Ύπατο Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες όσον αφορά την προστασία της μειονότητας Montagnard·

13.   ζητεί μια προορατική δέσμευση των εκπροσώπων της ΕΕ στην Πνομ Πενχ όσον αφορά τη βελτίωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων του πολίτη στην Καμπότζη, εξαρτώντας από το στοιχείο αυτό και την βοήθεια της ΕΕ·

14.   αναθέτει στoν Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, την Επιτροπή, τις κυβερνήσεις των κρατών μελών της ΑΣΕΑΝ και την κυβέρνηση και το κοινοβούλιο της Καμπότζης.

(1) ΕΕ L 269 της 19.10.1999, σ. 18.


Ανθρώπινα Δικαιώματα: Βιρμανία
PDF 302kWORD 49k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τη Βιρμανία
P5_TA(2003)0104RC-B5-0171/2003

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

-   έχοντας υπόψη τα προηγούμενα ψηφίσματά του για τη Βιρμανία και ιδιαίτερα εκείνο της 11ης Απριλίου 2002(1),

-   έχοντας υπόψη την κοινή θέση 96/635/KEΠΠΑ(2) για τη Βιρμανία/Μιανμάρ της 28ης Οκτωβρίου 1996 και την κοινή θέση 2002/831/KEΠΠΑ(3) της 21ης Οκτωβρίου 2002 και την επέκτασή της, καθώς και τη Δήλωση 6474/03 της 18ης Φεβρουαρίου 2003,

-   έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 552/97 του Συμβουλίου, της 24ης Μαρτίου 1997(4), που αναστέλλει τη συμμετοχή της Ένωσης του Μιανμάρ στο σύστημα γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων,

-   έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1081/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000 σχετικά με την απαγόρευση πώλησης, προμήθειας και εξαγωγής στη Βιρμανία/Μιανμάρ εξοπλισμού δυνάμενου να χρησιμοποιηθεί για εσωτερική καταστολή ή τρομοκρατία και τη δέσμευση των κεφαλαίων ορισμένων υψηλών δημοσίων αξιωματούχων στην εν λόγω χώρα(5),

-   έχοντας υπόψη την έκθεση της Τρόικα της ΕΕ μετά την επίσκεψή της στη Βιρμανία, στις 8 έως 10 Σεπτεμβρίου 2002,

A.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η Aung San Suu Kyi που άρχισε συνομιλίες με το κυβερνών Κρατικό Συμβούλιο Ειρήνης και Ανάπτυξης (SPDC) τον Οκτώβριο του 2000 για την επίλυση των πολιτικών προβλημάτων της χώρας, απηλλάγη από τον κατ' οίκον περιορισμό το Μάιο του 2002, υφίσταται όμως όλο και περισσότερες οχλήσεις και εκφοβισμό από τις αρχές της Βιρμανίας, όπως και όλοι όσοι επιθυμούν να τη δουν ή να την ακούσουν,

B.   λαμβάνοντας υπόψη ότι στις διάφορες φυλακές της Βιρμανίας εξακολουθούν να βρίσκονται περισσότεροι από 1200 πολιτικοί κρατούμενοι οι οποίοι υφίστανται διάφορες μορφές κακομεταχείρισης και βασανιστηρίων χωρίς να διαθέτουν τη δέουσα διατροφή και υγειονομική περίθαλψη,

Γ  . λαμβάνοντας υπόψη ότι οι πρόσφατες συλλήψεις στη χώρα είχαν σαφώς πολιτικά αίτια, ιδίως εκείνες του Γενικού Γραμματέα του Συνδέσμου των Εθνοτήτων Shan για τη Δημοκρατία και αρκετών μελών του Εθνικού Συνδέσμου για τη Δημοκρατία (NLD), κόμματος της Aung San Suu Kyi,

Δ  . λαμβάνοντας υπόψη ότι η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών το Νοέμβριο του 2002 ζήτησε επίμονα από το SPDC να διαβεβαιώσει ότι οι επαφές με την Aung San Suu Kyi και άλλους ηγέτες του Εθνικού Συνδέσμου για τη Δημοκρατία θα οδηγήσουν χωρίς καθυστέρηση σε ουσιαστικό και δομημένο διάλογο με στόχο τον εκδημοκρατισμό και την εθνική συμφιλίωση και καταδίκασε τις συνεχιζόμενες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ιδίως εκείνες εις βάρος ατόμων που ανήκουν σε εθνοτικές και θρησκευτικές μειονότητες και των γυναικών στη Βιρμανία, καθώς και την μη αναγνώριση της θρησκευτικής ελευθερίας,

Ε  . λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΔΟΕ μπόρεσε να ανοίξει, τον Οκτώβριο του 2002, γραφείο στη Ραγκούν,

ΣΤ  . λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υπήρξε καμία εξέλιξη αφότου ο Ειδικός Απεσταλμένος των Ηνωμένων Εθνών Tan Sri Razali Ishmael πληροφορήθηκε από το SPDC, τον Ιούλιο του 2002, ότι επίκειτο η έναρξη συνομιλιών με το ASSK,

Ζ  . λαμβάνοντας υπόψη ότι ο στρατός της Βιρμανίας εξακολουθεί να προβαίνει σε σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των αμάχων εθνοτικών μειονοτήτων, όπως οι Arakan, Chin, Kachin, Karen, Karenni, Shan, και των Mon, στις οποίες περιλαμβάνονται ξυλοδαρμοί, βιασμοί, καταστροφή εφοδίων τροφίμων, βίαιες εκτοπίσεις, καταναγκαστική εργασία, βασανιστήρια, συνοπτικές εκτελέσεις χωρίς δίκη και εξαφανίσεις,

Η  . λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ηγέτες των εθνοτικών μειονοτήτων προσφέρθηκαν και πάλι από κοινού στην Κοπεγχάγη, το Σεπτέμβριο του 2002, να κηρύξουν πανεθνική εκεχειρία και να διαπραγματευθούν μία ειρηνική πολιτική ρύθμιση με το NLD και το SPDC μέσω "Τριμερούς Διαλόγου" βασιζομένου στις αρχές της Συμφωνίας του Panglong του 1947 – ισότητα, εθελοντική συμμετοχή και δημοκρατία,

Θ  . λαμβάνοντας υπόψη ότι, στις 28 Ιανουαρίου 2003, η ΕΕ κάλεσε τον Υφυπουργό Εξωτερικών του SPDC, Khin Maung Win, να παραστεί στη σύνοδο Υπουργών ΕΕ – ASEAN στις Βρυξέλλες,

Ι  . λαμβάνοντας υπόψη ότι, στις 11 Φεβρουαρίου 2003, ο ταϊλανδός Πρωθυπουργός Thaksin Shinawatra ανήγγειλε, μετά από επίσκεψη στη Ραγκούν, ότι ο αρχιστράτηγος Than Shwe συμφώνησε με την προσφορά της Ταϊλάνδης να προσπαθήσει να πείσει τις εθνοτικές μειονότητες που είναι αντίπαλες της Ραγκούν να προσέλθουν στην τράπεζα των διαπραγματεύσεων,

ΙΑ  . λαμβάνοντας υπόψη ότι, στις 18 Φεβρουαρίου 2003, η Προεδρία της ΕΕ δήλωσε ότι η καταστολή, οι πολιτικές συλλήψεις και οι κρατήσεις στη Βιρμανία αυξήθηκαν παρά την παρουσία της ΔΟΕ, τις προσπάθειες των ειδικών απεσταλμένων των Ηνωμένων Εθνών να διευκολύνουν το διάλογο και την επίσκεψη της Διεθνούς Αμνηστίας,

ΙΒ  . λαμβάνοντας υπόψη ότι η Βιρμανία αντιμετωπίζει σήμερα τραπεζική κρίση λόγω των αδιαφανών τραπεζικών πρακτικών και του καπιταλισμού των "ημετέρων" και ότι οι ευρωπαϊκές επενδύσεις στη Βιρμανία είναι σημαντικές, ιδίως στη βιομηχανία πετρελαίου και αερίου,

ΙΓ  . λαμβάνοντας υπόψη ότι η πλειοψηφία των νέων ξένων επενδύσεων στη Βιρμανία πραγματοποιείται μέσω εταιριών που υποστηρίζονται από το στρατό και ότι η Διεθνής Συνομοσπονδία Χημικών Ενεργείας και Ορυκτών, καθώς και οι γενικές συνδικαλιστικές ενώσεις εργαζομένων ζήτησαν από τις εταιρίες πετρελαίου και αερίου "να σταματήσουν τις επενδύσεις στη Βιρμανία όσο εξακολουθεί να χρησιμοποιείται η καταναγκαστική εργασία",

ΙΔ  . λαμβάνοντας υπόψη ότι η Διεθνής Συνομοσπονδία Ελευθέρων Συνδικαλιστικών Ενώσεων (ICFTU) ζήτησε οικονομικές κυρώσεις κατά της Βιρμανίας και δημοσίευσε κατάλογο των εταιριών που επενδύουν στη χώρα αυτή,

ΙΕ  . λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες που είναι υπεύθυνη για την προστασία και την υποστήριξη των μουσουλμάνων προσφύγων Rohingya στο Μπαγκλαντές αποφάσισε να μειώσει σταδιακά τις δραστηριότητές της στο Μπαγκλαντές, αρχίζοντας από τον Ιούνιο του 2003, και ενδεχομένως να κλείσει το εκεί γραφείο της,

ΙΣΤ  . επαναλαμβάνοντας ότι καταδικάζει το μη σεβασμό των αποτελεσμάτων των εκλογών του Μαΐου 1990 και τη διατήρηση του στρατιωτικού νόμου και εκφράζοντας τη λύπη του γιατί δεν έχει ακόμη επιτραπεί να συνεδριάσει η Επιτροπή η οποία εκπροσωπεί το Λαϊκό Κοινοβούλιο που δημιουργήθηκε το 1998 και εκπροσωπεί το Κοινοβούλιο που εξελέγη το 1990,

1.   ζητεί επειγόντως από το SPDC να επαναλάβει τη διαδικασία διαλόγου με την Aung San Suu Kyi προκειμένου να επιλυθούν τα πολλά και κρίσιμα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η Βιρμανία, περιλαμβανομένης της τραπεζικής κρίσης·

2.   καλεί το SPDC να αποδείξει τη δέσμευσή του στη διαδικασία πολιτικού διαλόγου τερματίζοντας τις παρενοχλήσεις στην Ένωση για την Αλληλεγγύη και την Ανάπτυξη και τον εκφοβισμό της Aung San Suu Kyi, των ατόμων που επιθυμούν να τη δουν ή να την ακούσουν και του δημοκρατικού κινήματος της Βιρμανίας γενικά·

3.   ζητεί επειγόντως από το SPDC να αποδείξει με πειστικό τρόπο την πρόθεσή του να επιτύχει την εθνική συμφιλίωση υποστηρίζοντας πλήρως τις προσπάθειες του Πρωθυπουργού της Ταϊλάνδης Thaksin για μεσολάβηση μεταξύ του SPDC και των εθνοτικών μειονοτήτων·

4.   ζητεί επειγόντως από τη Βασιλική Κυβέρνηση της Ταϊλάνδης να διευκολύνει τις διαπραγματεύσεις επιτρέποντας τη σύνοδο των ηγετών των εθνικών μειονοτήτων στην Ταϊλάνδη προκειμένου να συζητήσουν για το μέλλον τους και να επεξεργασθούν απάντηση στη διαμεσολάβηση που προσέφερε ο ταϊλανδός Πρωθυπουργός·

5.   ζητεί επειγόντως από το SPDC να ανταποκριθεί στην προσφορά για πανεθνική εκεχειρία και να διαπραγματευθεί μία πολιτική ρύθμιση με τους ηγέτες των εθνικών μειονοτήτων βάσει των αρχών της συμφωνίας του Panglong του 1947·

6.   ζητεί επειγόντως από το SPDC να απελευθερώσει αμέσως και χωρίς όρους τον Sai Nyunt Lwin, Γενικό Γραμματέα του Συνδέσμου Εθνοτήτων Shan για τη Δημοκρατία που συνελήφθη στις 6 Φεβρουαρίου 2003 και να τερματίσει τον περιορισμό στην ελευθερία κινήσεων και του συνεταιρίζεσθαι των άλλων πολιτικών ηγετών, Βιρμανών ή άλλων εθνοτικών μειονοτήτων·

7.   ζητεί επειγόντως από τη στρατιωτική κυβέρνηση να απελευθερώσει τους υπόλοιπους πολιτικούς κρατουμένους χωρίς όρους, αρχίζοντας αμέσως με εκείνους που έχουν ήδη εκτίσει την ποινή τους·

8.   ζητεί επειγόντως από το SPDC να βελτιώσει τις απάνθρωπες συνθήκες στις φυλακές και τα στρατόπεδα εργασίας και να εξασφαλίσει ότι οι κρατούμενοι θα έχουν πρόσβαση στη δέουσα διατροφή και υγειονομική περίθαλψη·

9.   τονίζει την ανάγκη να εφαρμοσθεί αυστηρά ο νόμος του Οκτωβρίου 2000 που απαγορεύει τη χρήση καταναγκαστικής εργασίας και να εξασφαλισθεί ο τερματισμός της εκτεταμένης αυτής πρακτικής και ζητεί επειγόντως από το SPDC να επιτρέψει την άνευ περιορισμών πρόσβαση της ΔΟΕ σε περιοχές της χώρας όπου έχουν αναφερθεί περιπτώσεις καταναγκαστικής εργασίας·

10.   ζητεί επίμονα από το SPDC να σταματήσει τη συστηματική χρήση βιασμών σε βάρος γυναικών που ανήκουν σε εθνοτικές μειονότητες ως όπλο καταστολής και καλεί την Επιτροπή να φέρει τις υποθέσεις αυτές ενώπιον των Ηνωμένων Εθνών, ζητεί δε τη διεξαγωγή ανεξάρτητης διεθνούς έρευνας·

11.   καλεί την Επιτροπή να εξασφαλίσει ότι η υποστήριξη για ανθρωπιστική βοήθεια που παρέχεται στις περιοχές που έχουν περισσότερη ανάγκη θα πραγματοποιείται χωρίς πολιτικές παρεμβολές από τους στρατιωτικούς και με τη συμμετοχή διεθνών ΜΚΟ·

12.   καλεί επειγόντως το SPDC να τερματίσει αμέσως όλες τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διαπράττουν ο στρατός της Βιρμανίας, οι στρατιωτικές μυστικές υπηρεσίες, η αστυνομία και άλλες δυνάμεις ασφαλείας, περιλαμβανομένων των διαδεδομένων πρακτικών βασανιστηρίων, των βίαιων εκτοπίσεων, της καταναγκαστικής εργασίας και των συνοπτικών εκτελέσεων χωρίς δίκη, καθώς και να προσαγάγει τους υπεύθυνους στη δικαιοσύνη·

13.   τονίζει ότι το στρατιωτικό καθεστώς στην Ραγκούν πρέπει να αντιληφθεί ότι η ΕΕ δεν θεωρεί τις ελάχιστες παραχωρήσεις ως ένδειξη πραγματικής αλλαγής και επιμένει να ενισχυθεί η κοινή θέση της ΕΕ τον Απρίλιο του 2003 ώστε να συμπεριλάβει την απαγόρευση ξένων επενδύσεων και άλλα μέτρα·

14.   καλεί την Επιτροπή να φέρει την υπόθεση της συνεχιζόμενης ευρείας χρήσης της καταναγκαστικής εργασίας στη Βιρμανία ενώπιον του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, ο οποίος, το Δεκέμβριο του 1996, στην Υπουργική του Διακήρυξη της Σιγκαπούρης υποσχέθηκε: "ανανεώνουμε τη δέσμευσή μας στην τήρηση των διεθνώς αναγνωρισμένων βασικών κανόνων εργασίας. Η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας είναι ο αρμόδιος φορέας για τον καθορισμό και την εξέταση των κανόνων αυτών'·

15.   καλεί την Επιτροπή να εξασφαλίσει ότι δεν θα πραγματοποιηθεί ο βίαιος επαναπατρισμός των Μουσουλμάνων Rohingya στη Βιρμανία και ζητεί επειγόντως από το SPDC να τερματίσει αμέσως κάθε παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Πολιτεία Rakhine·

16.   αναθέτει στoν Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, την Επιτροπή, τα κράτη μέλη του ASEAN, τις κυβερνήσεις της Ινδίας, της Κίνας και της Ιαπωνίας, στο NLD και την Aung San Suu Kyi, το SPDC, τους ηγέτες των εθνοτικών μειονοτήτων στη Βιρμανία καθώς και στο Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ.

(1) P5_TA(2002)0186.
(2) EE L 287 της 8.11.1996, σ. 1.
(3) EE L 285 της 23.10.2002, σ. 7.
(4) ΕΕ L 85 της 27.3.1997, σ. 8.
(5) ΕΕ L 122 της 24.5.2000, σ. 29.


Ανθρώπινα Δικαιώματα: Νιγηρία - Αμίνα Λαβάλ
PDF 268kWORD 31k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την περίπτωση της Νιγηριανής Αμίνα Λαβάλ η οποία καταδικάστηκε σε θάνατο διά λιθοβολισμού στη Νιγηρία
P5_TA(2003)0105RC-B5-0172/2003

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

-   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 5ης Σεπτεμβρίου 2002(1) στο οποίο εξέφραζε την αντίθεσή του στην απόφαση που έλαβε, στις 22 Μαρτίου 2002, το Δικαστήριο της Σαρία της πόλης Μπακόρι στην πολιτεία Κάτσινα να καταδικάσει σε θάνατο διά λιθοβολισμού την κ. Αμίνα Λαβάλ, με την κατηγορία ότι απέκτησε παιδί εκτός γάμου,

Α  . έχοντας γνώση της έφεσης που έχει ασκηθεί κατά της θανατικής καταδίκης η οποία πρόκειται να εκδικαστεί στις 25 Μαρτίου 2003,

Β  . επαναλαμβάνοντας την άποψη που έχει ήδη εκφράσει στο προηγούμενο ψήφισμά του ότι η Νιγηρία παραμένει μία από τις ελάχιστες χώρες στις οποίες ένα άτομο μπορεί να καταδικαστεί σε θάνατο για σεξουαλική επαφή κατόπιν συναίνεσης,

Γ  . λαμβάνοντας υπόψη ότι η εκτέλεση της κ. Αμίνα Λαβάλ για τα αδικήματα με τα οποία κατηγορείται συνιστά παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όπως καθορίζονται, μεταξύ άλλων, στο Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών για τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου και στον Αφρικανικό Χάρτη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Λαών,

Δ  . λαμβάνοντας υπόψη ότι, αν καταδικαστεί, η κ. Αμίνα Λαβάλ θα έχει το δικαίωμα να εφεσιβάλει την απόφαση αυτή ενώπιον μη θρησκευτικού δικαστηρίου,

Ε  . λαμβάνοντας υπόψη ότι ο νέος ομοσπονδιακός υπουργός Δικαιοσύνης, Κανού Αγκάμπι, ανακοίνωσε ότι η κυβέρνηση προτίθεται να εφεσιβάλει την απόφαση του Δικαστηρίου της Σαρία και υπενθύμισε ότι οι μωαμεθανοί πρέπει να απολαύουν των ίδιων δικαιωμάτων και της ίδιας προστασίας με τους άλλους Νιγηριανούς σύμφωνα με το Σύνταγμα,

1.   εκφράζει την κατηγορηματική αντίθεσή του στη θανατική καταδίκη ανεξαρτήτως περιστάσεων, δεδομένου ότι αντιπροσωπεύει την υπέρτατη παραβίαση του δικαιώματος στη ζωή το οποίο κατοχυρώνεται από το διεθνές δίκαιο και ζητεί επιμόνως από τη νιγηριανή κυβέρνηση να λάβει όλα τα μέτρα προκειμένου να ανασταλούν όλες οι εκτελέσεις και να δοθεί τέλος στις θανατικές καταδίκες·

2.   καλεί το Ανώτατο Εφετείο της Σαρία της Κάτσινα να σεβαστεί τη δέσμευση που έχει αναλάβει η Νιγηρία σε όλες τις διεθνείς συμφωνίες τις οποίες έχει υπογράψει στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ζητεί, συνεπώς, να καταργηθούν όλες οι διατάξεις του νόμου της σαρία που αντιβαίνουν στο διεθνές δίκαιο·

3.   καλεί το νιγηριανό Ανώτατο Δικαστήριο να λάβει απόφαση για την ευθυγράμμιση της περιφερειακής νομοθεσίας με τις διεθνείς συμφωνίες τις οποίες έχει υπογράψει·

4.   καλεί τη νιγηριανή κυβέρνηση να διασφαλίσει ότι τα δικαστήρια λειτουργούν σύμφωνα με τη διεθνή νομοθεσία για τα δικαιώματα του ανθρώπου και τη διακήρυξη δικαιωμάτων του Συντάγματος της Νιγηρίας·

5.   επιβεβαιώνει ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων του ανθρώπου αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις ρήτρες όλων των συμφωνιών μεταξύ της ΕΕ και τρίτων χωρών·

6.   αναθέτει στoν Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, την Επιτροπή, την Αφρικανική Ένωση, τους Συμπροέδρους της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης Ίσης Εκπροσώπησης ΑΚΕ-ΕΕ, το Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, καθώς και στην κυβέρνηση και το κοινοβούλιο της Νιγηρίας.

(1) P5_TA(2002)0411.


Kλείσιμο επιχειρήσεων μετά τη χορήγηση χρηματοδοτικής ενίσχυσης από την Ευρωπαϊκή Ένωση
PDF 300kWORD 43k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με το κλείσιμο επιχειρήσεων μετά τη χορήγηση χρηματοδοτικής ενίσχυσης από την Ευρωπαϊκή Ένωση
P5_TA(2003)0106RC-B5-0160/2003

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

-   έχοντας υπόψη το Χάρτη των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων του 1989 και το σχετικό πρόγραμμα δράσης,

-   έχοντας υπόψη την οδηγία 98/59/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ης Ιουλίου 1998, για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις(1),

-   έχοντας υπόψη την οδηγία 94/45/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ης Σεπτεμβρίου 1994, για τη θέσπιση μιας ευρωπαϊκής επιτροπής επιχείρησης ή μιας διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους(2),

-   έχοντας υπόψη την οδηγία 2002/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2002, περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα(3),

-   έχοντας υπόψη τα προηγούμενα ψηφίσματά του για την αναδιάρθρωση, τη συγχώνευση, τη μετεγκατάσταση και το κλείσιμο επιχειρήσεων,

Α  . έχοντας υπόψη τις πρακτικές αθέμιτου ανταγωνισμού που χρησιμοποιούνται ενίοτε στον τομέα αυτό σε χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Β  . έχοντας υπόψη το πλήθος των διαμαρτυριών των θιγόμενων εργαζομένων, των συνδικαλιστικών οργανώσεών τους, των πληθυσμών, καθώς και της τοπικής αυτοδιοίκησης, για την προάσπιση των θέσεων εργασίας και της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων,

Γ  . έχοντας υπόψη ότι η παραδοσιακή βιομηχανία επεξεργασίας δερμάτων και βυρσοδεψίας βρίσκεται προς το παρόν σε περίοδο αναδιάρθρωσης,

Δ  . λαμβάνοντας υπόψη, ότι σε πολλές χώρες της Ευρώπης παρατηρείται σήμερα μαζική μετεγκατάσταση εργοστασίων με μοναδικό στόχο τη βραχυπρόθεσμη κερδοσκοπία, μετακίνηση που προκαλεί ανεργία και υπονομεύει την κοινωνική σταθερότητα των περιοχών στις οποίες είναι εγκατεστημένα τα εργοστάσια,

Ε  . λαμβάνοντας υπόψη ότι οι μετεγκαταστάσεις στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης δεν πλήττουν μόνο τις "παραδοσιακές" -δηλαδή έντασης εργασίας- βιομηχανίες όπως την κλωστοϋφαντουργία, την υποδηματοποιία ή τη βιομηχανία παιχνιδιών, αλλά και τις βιομηχανίες έντασης κεφαλαίου όπως τη χαλυβουργία, τη ναυπηγική, τις εργαλειομηχανές, την εξοπλισμό αεροσκαφών και τον ηλεκτρονικό εξοπλισμό, καθώς και σημαντικούς κλάδους του τομέα των υπηρεσιών, όπως την ανάπτυξη λογισμικού, το χρηματοπιστωτικό τομέα, την πληροφόρηση και τις υπηρεσίες διοικητικής υποστήριξης,

ΣΤ  . λαμβάνοντας υπόψη ότι η πραγματικότητα αυτή πλήττει εντονότερα τις χώρες με μικρότερη οικονομική ανάπτυξη, όπου παρατηρούνται και έχουν εξαγγελθεί οι μετεγκαταστάσεις διάφορων επιχειρήσεων ή κλάδων επιχειρήσεων (όπως C&J Clark, Gerry Weber, Bagir, Sasimac, Schuh-Union, Scottwool, Ecco'let, Bawo, Rohde, Philips, Yasaki Saltano, Efacec, Eres, Alcoa, Delphy, Alcatel και EFTEC) που θα μετατρέψουν χιλιάδες εργαζομένους σε ανέργους και θα υπονομεύσουν την υλοποίηση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής,

Ζ  . επισημαίνοντας ότι η C&J Clark υπέβαλε αίτηση για δημόσια χρηματοδότηση ύψους σχεδόν 1,7 εκ. ευρώ για το εργοστάσιό της στο Castelo de Paiva της περιοχής Αβέιρο (Πορτογαλία) και, ως αποτέλεσμα της αναδιοργάνωσής της, κατάργησε 1.056 θέσεις εργασίας την τελευταία διετία, στα δύο εργοστάσιά της στην Arouca και στο Castelo de Paiva της ίδιας περιοχής· ότι, επιπλέον, η εταιρεία αυτή είχε συμβατική συμφωνία με τις τοπικές αρχές να διατηρήσει την παραγωγή της στο εργοστάσιο του Castelo de Paiva τουλάχιστον έως το 2007,

1.   εκτιμά ότι η ενίσχυση από δημόσιους χρηματοδοτικούς πόρους πρέπει να συνδέεται με μακροπρόθεσμες συμφωνίες εκ μέρους της διεύθυνσης των εταιρειών για θέματα απασχόλησης και τοπικής ανάπτυξης·

2.   ζητεί, συνεπώς, από την Επιτροπή να αρνηθεί τη χορήγηση ενισχύσεων, μέσω κοινοτικών προγραμμάτων, σε επιχειρήσεις που δεν τηρούν τις δεσμεύσεις αυτές, που κάνουν κακή χρήση των επιδοτήσεων για επενδύσεις και που επιδοτούν, άμεσα ή έμμεσα, μετεγκαταστάσεις εντός της Ένωσης· ειδικότερα, ζητεί να μη χορηγούνται κοινοτικές ενισχύσεις σε επιχειρήσεις οι οποίες, αφού προηγουμένως έχουν λάβει ενίσχυση σε ένα κράτος μέλος, μεταφέρουν τις εγκαταστάσεις τους σε άλλη χώρα, χωρίς να έχουν τηρήσει στο ακέραιο τις συμβάσεις που έχουν υπογράψει με το πρώτο κράτος μέλος·

3.   ζητεί από την Επιτροπή να εκπονήσει κώδικα συμπεριφοράς, προκειμένου να αποφεύγεται η επιδότηση μετακινήσεων επιχειρήσεων με τις οποίες οι θέσεις εργασίας μετατοπίζονται από τη μία χώρα της ΕΕ στην άλλη, καθώς και η μετεγκατάσταση επιχειρήσεων από την ΕΕ προς τις υποψήφιες χώρες, με μοναδικό σκοπό την εξασφάλιση χρηματοδοτικής ενίσχυσης από την ΕΕ και τη χρησιμοποίηση φθηνότερου εργατικού δυναμικού στις χώρες αυτές·

4.   αναμένει από την Επιτροπή, όταν χορηγεί ενισχύσεις στο πλαίσιο των Διαρθρωτικών Ταμείων, να εξασφαλίζει τη συνάρτηση της βοήθειας με εγγυήσεις για μακροπρόθεσμη απασχόληση·

5.   ζητεί από την Επιτροπή να εκπονήσει και να τηρεί ενημερωμένη κατάσταση των ενεργειών που ζημιώνουν τον ανταγωνισμό και που συνιστούν παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων εκ μέρους των επιχειρήσεων που επωφελούνται άμεσα ή έμμεσα από δημόσιες παροχές, σε συνδυασμό με ενέργειες μεταφοράς κεφαλαίων εντός ή εκτός της Ένωσης, προκειμένου να αξιολογείται η συμβατότητά τους και να αποφασίζεται ενδεχομένως η επιβολή κυρώσεων·

6.   καλεί την Επιτροπή να ζητήσει από το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο Βιομηχανικών Αλλαγών (ΕΠΒΑ) να επιδείξει ιδιαίτερη προσοχή στη μελέτη της μετεγκατάστασης, ενόψει της διαμόρφωσης πολιτικών για την εξουδετέρωση των επιζήμιων συνεπειών της·

7.   επισημαίνει στην Επιτροπή την ανάγκη να υπάρξει σοβαρή παρακολούθηση των σημερινών διαδικασιών που σχετίζονται με το κλείσιμο και τη μετεγκατάσταση επιχειρήσεων, καθώς και να εγκριθούν επειγόντως συγκεκριμένα μέτρα στήριξης των εργαζομένων και οικονομικής ανάκαμψης των πληττόμενων περιοχών·

8.   καλεί την Επιτροπή, καθώς και τα κράτη μέλη, να αποσύρουν τις επιδοτήσεις από τα προγράμματα βοήθειας και να ζητήσουν την επιστροφή των επιδοτήσεων αυτών από τις επιχειρήσεις που δεν εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους·

9.   καλεί την Επιτροπή να διακριβώσει κατά πόσον οι επιχειρήσεις C&J Clark, Gerry Weber, Bagir, Sasimac, Schuh-Union, Scottwool, Ecco'let, Bawo, Rohde, Philips, Yasaki Saltano, Efacec, Eres, Alcoa, Delphy, Alcatel και Eftec τήρησαν τις διατάξεις των προαναφερθεισών οδηγιών 94/45/ΕΚ και 98/59/ΕΚ·

10.   υπενθυμίζει ότι, σε άλλες περιπτώσεις που η ομαδική απόλυση φαινόταν να αποτελεί τη μοναδική λύση για να ξεπεραστεί μια κατάσταση κρίσης της επιχείρησης, οι διαπραγματεύσεις με τους εργαζομένους συνέβαλαν στη διαμόρφωση εναλλακτικών σχεδίων για τη διατήρηση των θέσεων απασχόλησης·

11.   συνιστά, κατά συνέπεια, οι διοικήσεις των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων να αναζητήσουν, μαζί με τις αντιπροσωπευτικές οργανώσεις των εργαζομένων και τις τοπικές αρχές, λύσεις για τη διατήρηση των θέσεων απασχόλησης· ζητεί από την Επιτροπή, σε συνεργασία με τις οικείες τοπικές αρχές, να μελετήσει το θέμα μιας αποτελεσματικότερης και στοχοθετημένης χρήσης του ΕΚΤ για την επαγγελματική κατάρτιση και τον αναπροσανατολισμό των εν λόγω εργαζομένων·

12.   εκτιμά ότι οι επιχειρήσεις των κλάδων που απειλούνται από τον παγκόσμιο ανταγωνισμό πρέπει να συνεργάζονται μεταξύ τους, με τη βοήθεια των κρατών μελών και της Επιτροπής, για την ανάπτυξη τεχνολογιών που θα βασίζονται στην παγκόσμια βέλτιστη πρακτική και θα βελτιώνουν την αξία για τον καταναλωτή·

13.   τονίζει ότι οι επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη, με την αποδέσμευση πόρων της ΕΕ μέσω του 6ου προγράμματος-πλαισίου, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ανάπτυξη νέων υλικών, σχεδίων προϊόντων και διεργασιών που θα είναι σε θέση να αναμορφώσουν τους παραδοσιακούς βιομηχανικούς κλάδους·

14.   εκφράζει την αλληλεγγύη του προς όλους τους εργαζομένους που θίγονται άμεσα ή έμμεσα από το κλείσιμο και, ειδικότερα, τη μετεγκατάσταση επιχειρήσεων·

15.   ζητεί από την αρμόδια για τον τομέα αυτό επιτροπή του να αξιολογήσει προσεκτικά τη συνέχεια που θα δώσει η Επιτροπή στο παρόν ψήφισμα·

16.   αναθέτει στoν Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, την Επιτροπή, τις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών και στους κοινωνικούς εταίρους, κυρίως σε αυτούς που συνδέονται με τις επιχειρήσεις C&J Clarks, Gerry Weber, Bagir, Sasimac, Shuh-Union, Scottwool, Ecco'let, Bawo, Rohde, Philips, Yasaki Saltano, Efacec, Eres, Alcoa, Delphy, Alcatel και Eftec.

(1) ΕΕ L 225 της 12.8.1998, σ. 16.
(2)1 ΕΕ L 254 της 30.9.1994, σ. 64.
(3) ΕΕ L 80 της 23.3.2002, σ. 29.

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου