Επιστροφή στη διαδικτυακή πύλη Europarl

Choisissez la langue de votre document :

 Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2003/2087(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A5-0041/2004

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A5-0041/2004

Συζήτηση :

PV 11/02/2004 - 13

Ψηφοφορία :

PV 12/02/2004 - 7.8

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P5_TA(2004)0097

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 385kWORD 57k
Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2004 - Στρασβούργο
Προσέγγιση των διατάξεων αστικού δικονομικού δικαίου
P5_TA(2004)0097A5-0041/2004

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τις προοπτικές προσέγγισης του αστικού δικονομικού δικαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση (COM(2002) 654 + COM(2002) 746 - C5-0201/2003 - 2003/2087(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

-   έχοντας υπόψη το Πράσινο Βιβλίο σχετικά με τη μετατροπή σε κοινοτική πράξη και τον εκσυγχρονισμό της σύμβασης της Ρώμης του 1980 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (COM(2002) 654),

-   έχοντας υπόψη το Πράσινο Βιβλίο για τη διαδικασία έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής και τα μέτρα απλούστευσης και επιτάχυνσης της εκδίκασης των μικροδιαφορών (COM(2002) 746),

-   έχοντας υπόψη το άρθρο 61, στοιχείο γ), και το άρθρο 65 της Συνθήκης ΕΚ,

-   έχοντας υπόψη το Πρόγραμμα δράσης της Βιέννης του Συμβουλίου και της Επιτροπής, όσον αφορά την άριστη δυνατή εφαρμογή των διατάξεων της συνθήκης του Άμστερνταμ για τη δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης το οποίο εγκρίθηκε από το Συμβούλιο "Δικαιοσύνη και εσωτερικές υποθέσεις" της 3ης Δεκεμβρίου 1998(1), και ειδικότερα τα σημεία 39 και 40,

-   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα της Προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Τάμπερε της 16ης Οκτωβρίου 1999, και ειδικότερα τα σημεία 38-39,

-   έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 743/2002 του Συμβουλίου της 25ης Απριλίου 2002(2) για τη θέσπιση γενικού κοινοτικού πλαισίου δραστηριοτήτων προς διευκόλυνση της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις,

-   έχοντας υπόψη τα άρθρα 47, παράγραφος 2, και 163 του Κανονισμού του,

-   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και Εσωτερικής Αγοράς (A5-0041/2004),

A.   εκτιμώντας ότι η αύξηση των συναλλαγών και των μετακινήσεων στην εσωτερική αγορά συνεπάγεται τον πολλαπλασιασμό των διαφορών διασυνοριακού χαρακτήρα, οι οποίες, λόγω του κόστους και των δυσκολιών που απορρέουν από το διεθνή χαρακτήρα τους, συνιστούν για τους ευρωπαίους πολίτες και τις ΜΜΕ σοβαρό εμπόδιο στην ελεύθερη διακίνηση εμπορευμάτων, προσώπων, αγαθών και κεφαλαίων,

B.   εκτιμώντας ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Τάμπερε εξέφρασε την επιθυμία για μια "νέα δικονομική νομοθεσία σε ό,τι αφορά ζητήματα διασυνοριακού χαρακτήρα, και ειδικότερα σε ό,τι αφορά τα στοιχεία εκείνα που συμβάλλουν στην ομαλή δικαστική συνεργασία και στην καλύτερη πρόσβαση στη νομοθεσία, για παράδειγμα λήψη προσωρινών μέτρων, τη διεξαγωγή αποδείξεων, τις διαταγές πληρωμής και τον καθορισμό προθεσμιών",

Γ  . λαμβάνοντας υπόψη ότι, στις διαφορές διασυνοριακού χαρακτήρα, οι κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου πρέπει να επιτρέπουν να μπορεί να προσδιορισθούν με επαρκή σαφήνεια η αρμόδια εθνική δικαιοδοτική αρχή και το εφαρμοστέο δίκαιο και να εγγυώνται την αναγνώριση και/ή την αμοιβαία εκτέλεση των αποφάσεων που απαγγέλλουν οι διάφοροι εθνικοί δικαστές,

Δ  . εκτιμώντας ότι η Σύμβαση των Βρυξελλών του 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις(3) θέσπισε μια σειρά κανόνων για τον καθορισμό της αρμόδιας εθνικής δικαιοδοτικής αρχής σε περιπτώσεις διεθνών διαφορών, και ότι με τη Σύμβαση της Ρώμης του 1980(4) εναρμονίστηκαν οι κανόνες διεθνούς ιδιωτικού δικαίου των κρατών μελών σε θέματα συμβατικών ενοχών, αναβάλλοντας τη ρύθμιση των εξωσυμβατικών ενοχών(5) σε μια μελλοντική πράξη,

Ε  . εκτιμώντας ότι ο Κανονισμός ΕΚ αριθ. 44/2001 "Βρυξέλλες I", η Σύμβαση της Ρώμης, στο βαθμό που μετατράπηκε σε κοινοτική πράξη και εκσυγχρονίστηκε εν μέρει, και η μελλοντική πράξη "Ρώμη II" θα αποτελέσουν, χάρη στη συμπληρωματικότητά τους, ένα σημαντικό βήμα προόδου για την κατοχύρωση της ασφάλειας δικαίου στις διασυνοριακές υποθέσεις,

ΣΤ  . εκτιμώντας ότι η "κοινοτικοποίηση" της Σύμβασης της Ρώμης θα διασφάλιζε την ομοιόμορφη ερμηνεία από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ότι, ενόψει της διεύρυνσης της Ένωσης, θα αποφευγόταν τυχόν καθυστέρηση, λόγω διαδικασιών κύρωσης, της έναρξης ισχύος κανόνων για τη σύγκρουση νομοθεσιών στις υποψήφιες προς ένταξη χώρες,

Ζ  . εκτιμώντας ότι σε ορισμένους τομείς της πολιτικής δικονομίας η εναρμόνιση της νομοθεσίας θα επέτρεπε την καλύτερη και πιο ομοιόμορφη πρόσβαση στη δικαιοσύνη, καθιστώντας περιττά τα ενδιάμεσα μέτρα (exequatur) που απαιτούνται σήμερα,

Η  . εκτιμώντας ότι η ταχεία είσπραξη οφειλών και ο συμβιβασμός των μικροδιαφορών συνιστούν απόλυτη ανάγκη για τις οικονομικές και εμπορικές συναλλαγές εν γένει και αντιπροσωπεύουν μόνιμο μέλημα όλων των οικονομικών κύκλων που ενδιαφέρονται για την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς,

Θ  . λαμβάνοντας υπόψη ότι, κατ'εφαρμογή των συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Τάμπερε, το πρόγραμμα μέτρων για την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης των αποφάσεων στον αστικό και εμπορικό τομέα προτείνει τη θέσπιση κοινών ευρωπαϊκών κανόνων που θα επιτρέπουν την ταχεία και αποτελεσματική ικανοποίηση των μη αμφισβητούμενων αξιώσεων και θα απλουστεύουν και θα επισπεύδουν την εκδίκαση των διασυνοριακών μικροδιαφορών,

Ι  . εκτιμώντας ότι στο πλαίσιο της προσέγγισης του αστικού δικονομικού δικαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να μην ληφθεί υπόψη η ομοιομορφία του συστήματος επιδόσεως και κοινοποιήσεως δικαστικών και εξωδίκων πράξεων στα κράτη μέλη,

Όσον αφορά το Πράσινο Βιβλίο σχετικά με τη μετατροπή σε κοινοτική πράξη και τον εκσυγχρονισμό της σύμβασης της Ρώμης του 1980 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (COM(2002) 654)

1.   χαιρετίζει την πρωτοβουλία της Επιτροπής·

2.   ζητεί από την Επιτροπή να δώσει λύση στην υπερβολική διασπορά μεταξύ των οριζοντίων και τομεακών μέσων των κανόνων που έχουν αντίκτυπο στο εφαρμοστέο δίκαιο περί συμβατικών ενοχών, ενσωματώνοντας τους όλους σε ένα ενιαίο κανονιστικό κείμενο·

3.   ζητεί από την Επιτροπή να εξετάσει τη σκοπιμότητα μελλοντικής κωδικοποίησης όλων των κοινοτικών μέσων που καθορίζουν τους κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου: τον κανονισμό "Βρυξέλλες I", τη Σύμβαση της Ρώμης και τη μελλοντική πράξη "Ρώμη II'·

4.   καλεί την Επιτροπή να λάβει υπόψη τα ακόλουθα σημεία:

   α ) να προτείνει τη θέσπιση κανονισμού,
   β ) σε περίπτωση επιλογής, από τα συμβαλλόμενα μέρη, της νομοθεσίας ενός τρίτου κράτους, πρέπει να διασφαλίζεται η εφαρμογή των διατάξεων αναγκαστικού δικαίου της κοινοτικής νομοθεσίας, εφόσον όλα τα δεδομένα μιας σύμβασης, ή τουλάχιστον εκείνα που έχουν ιδιαίτερη σημασία, βρίσκονται στο έδαφος της Ένωσης,
   γ ) πρέπει να διασφαλίζεται η εφαρμογή των διεθνών συμβάσεων στις οποίες ένα κράτος μέλος είναι ή θα είναι συμβαλλόμενο μέρος,
   δ ) ο κανονισμός εφαρμόζεται επίσης στις συμβάσεις ασφάλισης για την κάλυψη κινδύνων που εντοπίζονται στην επικράτεια των κρατών μελών,
   ε ) στην περίπτωση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 4 της Σύμβασης, η σύμβαση υπόκειται στη νομοθεσία της χώρας συνήθους διαμονής ή - στις περιπτώσεις οργανισμών ή νομικών προσώπων -της χώρας όπου βρίσκεται η έδρα κεντρικής διοίκησης του συμβαλλόμενου μέρους που οφείλει να εκπληρώσει την χαρακτηριστική παροχή· εναλλακτικά, σε περίπτωση που είναι ανέφικτος ο καθορισμός της χαρακτηριστικής παροχής, η σύμβαση διέπεται από τη νομοθεσία της χώρας με την οποία υπάρχει στενότερος σύνδεσμος·
   στ ) στην περίπτωση σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ καταναλωτών, ισχύουν τα κριτήρια που ορίζονται από τα άρθρα 3 και 4 της Σύμβασης, χωρίς να θίγεται επ'ουδενί η προστασία που εξασφαλίζουν για τον καταναλωτή οι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου της νομοθεσίας της χώρας συνήθους διαμονής τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης, υπό την προϋπόθεση ότι το έτερο συμβαλλόμενο μέρος δεν αγνοεί, λόγω υπαιτιότητας του καταναλωτή, ποια είναι η άλλη χώρα,
   ζ ) θεωρεί σκόπιμο τον προσδιορισμό, στο πλαίσιο της νέας κοινοτικής πράξης, του περιεχομένου της έννοιας "διατάξεις αναγκαστικού δικαίου" υπό το πρίσμα της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου,
   η ) στις ατομικές συμβάσεις εργασίας απαιτείται συντονισμός της Σύμβασης της Ρώμης (άρθρο 6) με την οδηγία 96/71/ΕΚ(6) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών, με απώτερο στόχο τη διασφάλιση της εφαρμογής των διατάξεων αναγκαστικού δικαίου της νομοθεσίας της χώρας προς την οποία πραγματοποιείται η απόσπαση. Η απόσπαση του εργαζόμενου σε μια άλλη χώρα πρέπει να πραγματοποιείται για περιορισμένη χρονική περίοδο σε σχέση τόσο με το απαιτούμενο για την συγκεκριμένη υπηρεσία διάστημα όσο και με το αντικείμενό της· η διατήρηση της απόσπασης δεν μπορεί να αποκλεισθεί σε περίπτωση νέας σύμβασης εργασίας που έχει συναφθεί στη χώρα υποδοχής με εργοδότη (π.χ. εταιρία) που ανήκει στον ίδιο όμιλο στον οποίο συμμετείχε ο προηγούμενος εργοδότης,
   θ ) σε ό,τι αφορά το εφαρμοστέο δίκαιο σχετικά με τον τύπο της σύμβασης σε περιπτώσεις ηλεκτρονικού εμπορίου, εάν δεν είναι εφικτός ο προσδιορισμός του τόπου δήλωσης της βουλήσεως των συμβαλλόμενων μερών, η σύμβαση υπόκειται στη νομοθεσία του τόπου συνήθους διαμονής του αγοραστή ή του δικαιούχου της παροχής,
   ι ) όσον αφορά το νόμο που πρέπει να εφαρμόζεται στη δυνατότητα επίκλησης της εκχώρησης της χρηματικής αξίωσης, θα πρέπει να γίνεται αναφορά στο νόμο του τόπου διαμονής του εκχωρητή,
   ια ) σε θέματα νόμιμης αποζημίωσης, εφαρμόζεται ο νόμος που διέπει την αξίωση στην οποία αντιστοιχεί η αποζημίωση.

Όσον αφορά το Πράσινο Βιβλίο για τη διαδικασία εκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής και τα μέτρα απλούστευσης και επιτάχυνσης της εκδίκασης των μικροδιαφορών (COM(2002) 746)

5.   χαιρετίζει την πρωτοβουλία της Επιτροπής·

6.   καλεί την Επιτροπή να λάβει υπόψη τα ακόλουθα σημεία:

   α ) να προτείνει τη θέσπιση κανονισμού η εφαρμογή του οποίου θα περιορίζεται στις διασυνοριακές διαφορές,
   β ) τα μέρη μπορούν να χρησιμοποιούν την εφαρμογή των ειδικών ευρωπαϊκών διαδικασιών στη δική τους έννομη τάξη, σωρευτικά ή εναλλακτικά προς τις υφιστάμενες συνήθεις διαδικασίες των κρατών μελών,
   γ ) η έκδοση διαταγής πληρωμής θα πρέπει να περιορίζεται στις χρηματικές ενοχές, συμβατικές ή εξωσυμβατικές, χωρίς να προβλέπεται ανώτατο όριο,
   δ ) η κίνηση διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής μπορεί να πραγματοποιείται σε ένα και μόνο στάδιο, το οποίο συνίσταται στη συνοπτική εξέταση, από δικαστή, του βάσιμου της αξίωσης βάσει έγγραφων αποδείξεων· τα κράτη μέλη στα οποία προβλέπεται διαδικασία σε δύο στάδια, μπορούν να τη διατηρήσουν,
   ε ) ο οφειλέτης πρέπει να ενημερώνεται για το δικαίωμα άσκησης ανακοπής εντός αποκλειστικής προθεσμίας, μετά τη λήξη της οποίας η απόφαση καθίσταται τελεσίδικη και εκτελεστή,
   στ ) η έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής είναι άμεσα εκτελεστή σε άλλο κράτος μέλος χωρίς προσφυγή στη διαδικασία κήρυξης εκτελεστότητας (exequatur), υπό την αίρεση της προσκόμισης βεβαίωσης του κράτους μέλους προέλευσης σχετικά με την αυθεντικότητα και την εκτελεστότητά της, όπως προβλέπεται σήμερα για τον ευρωπαϊκό εκτελεστό τίτλο για τις μη αμφισβητούμενες αξιώσεις,
   ζ ) για τη διασφάλιση της εκτελεστότητας της διαταγής πληρωμής στο έδαφος της Ένωσης μπορούν να θεσπιστούν κοινές ρυθμίσεις σχετικά με την επίδοση της διαταγής πληρωμής, οι οποίες θα ρυθμίζουν, ειδικότερα, τις περιπτώσεις και τα όρια των εναλλακτικών τρόπων επίδοσης σε περίπτωση μη ιδιόχειρης επίδοσης στον οφειλέτη,
   η ) η αρμόδια δικαιοδοτική αρχή, η αναγνώριση και η εκτέλεση αποφάσεων επί αστικών και εμπορικών υποθέσεων καθορίζονται βάσει του Κανονισμού αριθ. 44/2001 ΕΚ "Βρυξέλλες I", ο οποίος δεν φαίνεται να πληροί τις προϋποθέσεις πραγματικής εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων,
   θ ) η επίδοση πρέπει να πραγματοποιείται από ειδικευμένο προσωπικό που διαθέτει νομική παιδεία και είναι σε θέση να παράσχει στον οφειλέτη οιαδήποτε εξήγηση όσον αφορά την εν εξελίξει διαδικασία,
   ι ) μπορεί η διαδικασία μικροδιαφορών να μην εφαρμόζεται μόνο στις αξιώσεις καταβολής ενός χρηματικού ποσού, υπό τον όρο ότι έχει προηγουμένως καθοριστεί ανώτατο όριο της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς, εντούτοις πρέπει να προβλεφθεί η επέκτασή της στο σύνολο των διαφορών που αφορούν τις οικονομικές σχέσεις, στον τομέα των ενοχών,
   ια ) κατά την κίνηση της διαδικασίας μικροδιαφορών εφαρμόζονται εναλλακτικοί τρόποι επίλυσης διαφορών, απλοποιείται η διεξαγωγή αποδείξεων και περιορίζεται η δυνατότητα άσκησης ενδίκων μέσων,

o
o   o

7.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και την Επιτροπή.

(1) ΕΕ C 19 της 23.1.1999, σ. 1.
(2) EE L 115 της 1.5.2002, σ. 1.
(3) ΕΕ C 27 της 26.1.1998, σ. 1 (ενοποιημένη έκδοση). Αντικαταστάθηκε από τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22.12.2000, για τη δικαιοδοτική αρμοδιότητα, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 12 της 16.1.2001, σ. 1), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την 1η Μαρτίου 2002. Εντούτοις, η Σύμβαση των Βρυξελλών του 1968 παραμένει σε ισχύ σε ότι αφορά τις σχέσεις μεταξύ της Δανίας και των λοιπών κρατών μελών.
(4) ΕΕ C 27 της 26.1.1998, σ. 34 (ενοποιημένη έκδοση).
(5) Η πράξη "Roma II", η οποία επί του παρόντος έχει διατυπωθεί στην πρόταση κανονισμού για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές ("Ρώμη II").
(6) ΕΕ L 18 της 21.1.1997, σ. 1.

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου