Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2005/2209(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A6-0065/2006

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A6-0065/2006

Συζήτηση :

PV 03/04/2006 - 11
CRE 03/04/2006 - 11

Ψηφοφορία :

PV 04/04/2006 - 8.5
CRE 04/04/2006 - 8.5
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P6_TA(2006)0120

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 297kWORD 67k
Τρίτη 4 Απριλίου 2006 - Στρασβούργο
Πολιτική ανταγωνισμού το 2004
P6_TA(2006)0120A6-0065/2006

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την έκθεση της Επιτροπής για την πολιτική ανταγωνισμού 2004 (2005/2209(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής επί της πολιτικής ανταγωνισμού 2004 (SEC(2005)0805),

–   έχοντας υπόψη τις προτάσεις της Προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Λισαβόνας της 23ης και 24ης Μαρτίου 2000, του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Γκέτεμποργκ της 15ης και 16ης Ιουνίου 2001, του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Λάκεν της 14ης και 15ης Δεκεμβρίου 2001, του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Βαρκελώνης της 15ης και 16ης Μαρτίου 2002, καθώς και των Ευρωπαϊκών Συμβουλίων των Βρυξελλών της 20ής και 21ης Μαρτίου 2003, της 25ης και 26ης Μαρτίου 2004 και της 22ας και 23ης Μαρτίου 2005,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση του Νοεμβρίου 2004 με τίτλο "Ανταπόκριση στην πρόκληση - H στρατηγική της Λισαβόνας για την ανάπτυξη και την απασχόληση" από την ομάδα υψηλού επιπέδου για τη στρατηγική της Λισαβόνας υπό την προεδρία του κ. Wim Kok,

–   έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης(1) και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 773/2004 της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη διεξαγωγή από την Επιτροπή των διαδικασιών δυνάμει των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης ΕΚ(2),

–   έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 2004, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων(3),

–   έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 794/2004 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ(4), τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 364/2004 της Επιτροπής, της 25ης Φεβρουαρίου 2004, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 70/2001 όσον αφορά την επέκταση του πεδίου εφαρμογής του ώστε να συμπεριλάβει τις ενισχύσεις για έρευνα και ανάπτυξη(5) και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 363/2004 της Επιτροπής, της 25ης Φεβρουαρίου 2004, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 68/2001 σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης στις ενισχύσεις για επαγγελματική εκπαίδευση(6),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο "Κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων"(7),

–   έχοντας υπόψη τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με τις υπηρεσίες κοινής ωφελείας και ειδικότερα την απόφαση στην υπόθεση Altmark(8),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 45 και το άρθρο 112, παράγραφος 2, του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων (A6-0065/2006),

1.   εκφράζει την ικανοποίησή του διότι, μετά την 1η Μαΐου 2004, η κοινοτική πολιτική ανταγωνισμού επεκτάθηκε σε δέκα νέα κράτη μέλη, οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού των οποίων έχουν προσχωρήσει στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ανταγωνισμού με σκοπό την ενσωμάτωσή τους στην ΕΕ·

2.   επισημαίνει ότι η πολιτική ανταγωνισμού είναι απαραίτητο μέσο συμβολής στην επιτυχία της στρατηγικής της Λισαβόνας, προκειμένου να καταστεί η Ευρώπη η πιο δυναμική οικονομία γνώσης, και να επιτευχθούν οι στόχοι της διασφαλίζοντας το επίπεδο και τη διαφανή λειτουργία της ενιαίας αγοράς, διατηρώντας ανοικτές τις αγορές και τονώνοντας την ανάπτυξη, την αποτελεσματικότητα και την καινοτομία, ούτως ώστε να δημιουργηθεί περισσότερη αειφόρος αξία και να παρέχονται ολοένα βελτιούμενες υπηρεσίες, ιδίως στους καταναλωτές·

3.   εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι όσο ο ρόλος του Κοινοβουλίου στη διαμόρφωση της πολιτικής ανταγωνισμού θα γίνεται ενεργότερος και θα εντείνεται, είναι λογικό να αυξάνεται η διαφάνεια και η νομιμότητα και εκφράζει εκ νέου τη φιλοδοξία του Κοινοβουλίου σε σχέση με την επέκταση της διαδικασίας συναπόφασης·

4.   υποστηρίζει την πολιτική ανταγωνισμού την οποία ακολουθεί η ΕΕ εν γένει και εκφράζει την εκτίμησή του για το εγχείρημα εκσυγχρονισμού το οποίο έχει επιτελέσει η Επιτροπή στον τομέα του ανταγωνισμού·

5.   εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η έκθεση της Επιτροπής για το 2004 εξακολουθεί να μην περιλαμβάνει αξιολόγηση των βασικών αποφάσεων της Επιτροπής για τις αντίστοιχες αγορές, ιδίως σε περιπτώσεις συγχωνεύσεων και κρατικών ενισχύσεων·

6.   ζητεί κατεπειγόντως την ταχεία ολοκλήρωση της τελικής φάσης του εκσυγχρονισμού της πολιτικής ανταγωνισμού, δηλαδή σε σχέση με την εφαρμογή της απαγόρευσης της κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης κατά το άρθρο 82 της Συνθήκης ΕΚ· τονίζει ότι πρέπει να ληφθεί εν προκειμένω υπόψη η δυναμική των όλο και περισσότερο παγκοσμιοποιουμένων αγορών·

7.   εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι οι αποφάσεις του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αμφισβητούν τώρα λιγότερο συχνά τις αποφάσεις της Επιτροπής σε θέματα ανταγωνισμού· δεν κρύβει εντούτοις τη δυσαρέσκειά του διότι εξακολουθούν να υπάρχουν μεγάλες διαφορές όσον αφορά την ερμηνεία που αποδίδει στην πράξη η Επιτροπή στα κριτήρια Altmark· καλεί την Επιτροπή να συντάξει σαφή και ακριβή ερμηνευτική ανακοίνωση σχετικά με το τέταρτο κριτήριο που ορίζει η απόφαση Altmark·

8.   εκφράζει τη δυσαρέσκειά του διότι στην έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού 2004 δεν αφιερώνεται πλέον χωριστό κεφάλαιο στη συζήτηση για τις υπηρεσίες γενικού συμφέροντος, όπως συνέβαινε με τις εκθέσεις επί της πολιτικής ανταγωνισμού από το 2001 έως το 2004, συνιστά δε στην Επιτροπή να ακολουθήσει και πάλι την προσέγγιση αυτή στις μελλοντικές της εκθέσεις·

9.   εκφράζει την ικανοποίησή του για το πακέτο εκσυγχρονισμού της Επιτροπής, το νέο του σχήμα για τη γενική εξαίρεση των συμφωνιών μεταφοράς τεχνολογίας και την πρόοδο που σημειώθηκε στη διάκριση μεταξύ προσβάσιμων και μη προσβάσιμων εγγράφων και στον ορισμό των προτύπων για τη διαχείριση των εμπιστευτικών πληροφοριών στο πλαίσιο των διαδικασιών διαπιστώσεως παραβιάσεων του δικαίου του ανταγωνισμού·

10.   επισημαίνει το σημαντικό γεγονός ότι η Επιτροπή ερεύνησε ορισμένους τομείς μεγάλης σημασίας κατά τη διάρκεια του 2004, όπως τις ευρυζωνικές υπηρεσίες Διαδικτύου, την περιαγωγή διεθνών κλήσεων κινητής τηλεφωνίας και τον τομέα των τηλεπικοινωνιών εν γένει, και την προτρέπει να συνεχίσει την αυστηρή επιτήρηση της ανάπτυξης αυτών των τομέων ώστε να ενθαρρύνει τον ανταγωνισμό σε έναν τομέα τόσο σημαντικό για την ανάπτυξη της κοινωνίας της πληροφορίας·

11.   καλεί την Επιτροπή να μελετήσει και να αναλύσει λεπτομερώς τα προβλήματα που συνδέονται με τις συλλογικές διαπραγματεύσεις σε ευαίσθητους οικονομικούς τομείς, όπως η γεωργία, ιδίως όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ μικρομεσαίων παραγωγών ή των ενώσεων παραγωγών, αφενός, και μεγάλων εταιρειών μεταποίησης ή εμπορίας, αφετέρου·

12.   συγχαίρει την Επιτροπή για τη σταθερή και επαγγελματική της προσέγγιση στην καταπολέμηση των καταχρήσεων της δεσπόζουσας θέσης και εκφράζει την ικανοποίησή του για τη διαβούλευση της Επιτροπής σχετικά με την αποτελεσματικότερη εφαρμογή του άρθρου 82 της Συνθήκης·

13.   προτρέπει την Επιτροπή να λάβει μέτρα για τη βελτιστοποίηση της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των εθνικών αρχών ανταγωνισμού στο ευρωπαϊκό δίκτυο ανταγωνισμού και να ενισχύσει την ποιότητα των πληροφοριών αυτών, με σκοπό την εγγύηση της ενιαίας εφαρμογής της ευρωπαϊκής πολιτικής ανταγωνισμού·

14.   συνιστά στην Επιτροπή να καταβάλει προσπάθεια για την προώθηση της ορθής εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού σε όλα τα κράτη μέλη και να παρεμβαίνει την κατάλληλη στιγμή όταν οι κανόνες ανταγωνισμού εφαρμόζονται μη ικανοποιητικά ή με μεροληπτικό τρόπο·

15.   επισημαίνει ότι, προκειμένου η πολιτική ανταγωνισμού να αποβεί αποτελεσματική, πρέπει να λαμβάνει διαρκώς υπόψη τα συμφέροντα του καταναλωτή και δεν πρέπει να συνιστά μέσο για τη διατάραξη της αγοράς·

16.   ενθαρρύνει την Επιτροπή να αποσαφηνίσει τις ενίοτε σκοτεινές σχέσεις μεταξύ των εθνικών αρχών ανταγωνισμού και των "εθνικών πρωταθλητών", ώστε να αρθεί κάθε υποψία διαπλοκής και να περιφρουρηθούν τα συμφέροντα των καταναλωτών (για παράδειγμα, τα μέσα ενημέρωσης αποκάλυψαν στις αρχές του 2005 κρυφές συμφωνίες ανάμεσα στις τρεις κυριότερες εταιρείες κινητής τηλεφωνίας της Γαλλίας)· παραδέχεται ότι, μέχρι σήμερα, δεν υπήρξε επαρκής χρόνος για να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα των μεταρρυθμίσεων που αποσκοπούν στην επιβολή της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού στις εθνικές αρχές ανταγωνισμού· επισημαίνει ότι το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ανταγωνισμού, το οποίο απαρτίζεται από την Επιτροπή και τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού, συνιστά μέσο συνεργασίας και φορέα απαραίτητο για την ενίσχυση της συνοχής και της αποτελεσματικότητας στην εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού, και προτρέπει τα μέλη του να διαδραματίσουν ενεργό ρόλο στους κόλπους του και να παράσχουν ώθηση στο τεράστιο δυναμικό του, δεδομένου του στρατηγικού ρόλου που αποδίδεται στην πολιτική ανταγωνισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση·

17.   συγχαίρει την Επιτροπή για την επαγρύπνησή της στη ρύθμιση υποθέσεων συγχώνευσης και εξαγοράς που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ενίσχυση της δεσπόζουσας θέσης εταιριών·

18.   εκφράζει την ανησυχία του για τη συνεχιζόμενη αδυναμία επίτευξης πλήρους ελευθέρωσης στις αγορές φυσικού αερίου και ηλεκτρισμού της ΕΕ και επικροτεί την τομεακή έρευνα που ξεκίνησε η Επιτροπή για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς φυσικού αερίου και ηλεκτρισμού·

19.   εκφράζει την ικανοποίησή του για τις τομεακές έρευνες που ξεκίνησε η Επιτροπή σε σχέση με τα τραπεζικά συστήματα πληρωμών και τον ασφαλιστικό τομέα, συνιστά όμως η διαδικασία έρευνας να αναλαμβάνεται με τρόπο ο οποίος να παρέχει επαρκή χρόνο για πλήρεις και διεξοδικές απαντήσεις στην Επιτροπή·

20.   υποδεικνύει ότι, στην περίπτωση των μεγάλων δικτύων δημοσίων υπηρεσιών, ο ανταγωνισμός πρέπει να διέπεται από ισχυρές υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας, ούτως ώστε να διασφαλίζονται οι αναγκαίες επενδύσεις και να προλαμβάνεται η εμφάνιση νέων μονοπωλίων·

21.   αναγνωρίζει τη σημαντική συμβολή της αποτελεσματικής πολιτικής ανταγωνισμού στην υλοποίηση της στρατηγικής της Λισαβόνας·

22.   επικροτεί τα φιλοπεριβαλλοντικά κριτήρια της Επιτροπής που εφαρμόστηκαν σε αρκετά συστήματα περιβαλλοντικών ενισχύσεων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τις σιδηροδρομικές μεταφορές, και συνιστά στην Επιτροπή να αναπτύξει περαιτέρω τους όρους διαφάνειας των εν λόγω συστημάτων, ούτως ώστε να χρησιμεύσουν ως προηγούμενο για άλλες περιφέρειες και κράτη μέλη·

23.   καλεί την Επιτροπή να προασπιστεί τη θεωρία της για την καταπολέμηση των μονοπωλίων και των παράνομων συμφωνιών και την ορθή δικαιολόγηση των κρατικών ενισχύσεων στις μελλοντικές διαπραγματεύσεις σχετικά με την οργάνωση του διεθνούς εμπορίου· συνιστά επίσης στην Επιτροπή να προωθήσει τη διεθνή συνεργασία σε θέματα ανταγωνισμού με τη βοήθεια μέσων πολυμερούς και διμερούς χαρακτήρα και να ενθαρρύνει τις αναδυόμενες και τις αναπτυσσόμενες χώρες να συμμετέχουν όλο και περισσότερο σε αυτήν τη συνεργασία·

24.   υπογραμμίζει ότι είναι σημαντικό να ενθαρρύνεται η ενημέρωση των καταναλωτών, εφιστά την προσοχή στον θεμελιώδη ρόλο της ενημέρωσης των καταναλωτών προκειμένου να διασφαλίζεται η ύπαρξη αυθεντικής καλής πρακτικής ανταγωνισμού και επισημαίνει την ανάγκη να εξετασθεί σε κοινοτικό επίπεδο η ιδιωτική αποζημίωση σε περιπτώσεις επιζήμιας για τον ανταγωνισμό συμπεριφοράς·

25.   επανεπιβεβαιώνει την υποστήριξή του στη μεγαλύτερη ενεργοποίηση του ρόλου του Κοινοβουλίου για την ανάπτυξη της πολιτικής ανταγωνισμού, με την ενίσχυση των εξουσιών συναπόφασης του Κοινοβουλίου·

26.   συνιστά στην Επιτροπή να συνεχίσει την αναθεώρηση της λειτουργίας του δικαστικού συστήματος σε σχέση με τις υποθέσεις ανταγωνισμού, ώστε να εξετάσει το ενδεχόμενο βελτιώσεων στην ταχύτητα της πρόσβασης στη δικαιοσύνη και να αυξηθούν στο μέγιστο η εμπειρία και οι ικανότητες του δικαστικού σώματος που χειρίζεται τις υποθέσεις ανταγωνισμού·

27.   προτρέπει την Επιτροπή να προωθήσει τον διορισμό αξιωματούχου ως συνδέσμου με τους καταναλωτές, προκειμένου να αναπτύξει στενότερο διάλογο και εγγύτερη συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των καταναλωτών·

28.   πιστεύει ότι η αποτελεσματική εφαρμογή της πολιτικής ανταγωνισμού είναι απαραίτητο εργαλείο ώστε να αποβεί αποτελεσματική η δομή της αγοράς και να λειτουργεί προς όφελος των καταναλωτών και να έχει θετικό και σημαντικό αντίκτυπο στην καθημερινή τους ζωή· επιθυμεί να τονίσει ότι η συνεχώς και μεγαλύτερη ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς καθιστά ενίοτε φυσικότερη την ανάλυση της κατάστασης ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά ως σύνολο, απ" ό,τι σε διάφορες επί μέρους αγορές· καλεί την Επιτροπή να καταρτίσει σαφέστερες κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τον ορισμό που δίνει στην έννοια "αγορά" σε τέτοιες περιπτώσεις·

29.   επικροτεί τη θετική ανταπόκριση της Επιτροπής στις συστάσεις του Κοινοβουλίου που αφορούν την περαιτέρω ανάπτυξη των Ευρωπαϊκών Ημερών Ανταγωνισμού, περιλαμβανομένης της συμμετοχής των οργανώσεων καταναλωτών και των εθνικών μέσων ενημέρωσης στη διαδικασία σχεδιασμού των Ευρωπαϊκών Ημερών Ανταγωνισμού·

30.   ενθαρρύνει την Επιτροπή, σύμφωνα με τις νέες κατευθυντήριες γραμμές, να επικεντρωθεί σε σχετικά ζητήματα, κυρίως όσον αφορά τους στόχους της Ένωσης και τις επιπτώσεις στις συνθήκες διαβίωσης των πολιτών, δεσμευόμενη όχι μόνον να ανταποκρίνεται στην αλλαγή, αλλά επίσης να την προβλέπει και να την ενθαρρύνει όταν είναι απαραίτητο·

31.   επικροτεί τη διαρκή δέσμευση της Επιτροπής στο Διεθνές Δίκτυο Ανταγωνισμού, ιδίως όσον αφορά τις ενέργειες που αναλήφθηκαν για την παροχή βοήθειας στην Κίνα κατά την κατάρτιση της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας της·

32.   εκφράζει την ικανοποίησή του για τη διαρκή πρόοδο την οποία σημειώνουν τα δέκα νέα κράτη μέλη κατά την ταχεία προσαρμογή στους κανόνες ανταγωνισμού, στον κοινοτικό έλεγχο των συγχωνεύσεων και, ιδίως, στη ρύθμιση για τις κρατικές ενισχύσεις και συνιστά στην Επιτροπή να ακολουθήσει τη διαδικασία τεχνικής βοήθειας και συνεργασίας·

33.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

(1) ΕΕ L 1 της 4.1.2003, σ. 1.
(2) EE L 123 της 27.4.2004, σ. 18
(3) ΕΕ L 24 της 29.1.2004, σ. 1.
(4) EE L 140 της 30.4.2004, σ. 1.
(5) ΕΕ L 63 της 28.2.2004, σ. 22.
(6) ΕΕ L 63 της 28.2.2004, σ. 20
(7) ΕΕ C 244 της 1.10.2004, σ. 2.
(8) Υπόθεση C-280/00, Altmark Trans και Regierungspräsidium Magdeburg κατά Nahverkehrsgesellschaft Altmark, Συλλογή 2003, σ. I-7747.

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου