Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2006/2038(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A6-0308/2006

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A6-0308/2006

Συζήτηση :

PV 25/10/2006 - 18
CRE 25/10/2006 - 18

Ψηφοφορία :

PV 26/10/2006 - 6.14
CRE 26/10/2006 - 6.14
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P6_TA(2006)0463

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 484kWORD 98k
Πέμπτη 26 Οκτωβρίου 2006 - Στρασβούργο
Απόσπαση εργαζομένων
P6_TA(2006)0463A6-0308/2006

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 96/71/ΕΚ όσον αφορά την απόσπαση εργαζομένων (2006/2038(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 96/71/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 1996 σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών(1) (στο εξής: οδηγία περί αποσπάσεως εργαζομένων),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής για την εφαρμογή της οδηγίας 96/71/EΚ στα κράτη μέλη (COM(2003)0458),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο: Κατευθύνσεις για την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών (COM(2006)0159) (στο εξής: κατευθύνσεις),

–   έχοντας υπόψη την έκθεση των υπηρεσιών της Επιτροπής για την εφαρμογή της οδηγίας 96/71/EΚ (SEC(2006)0439) (στο εξής: έκθεση των υπηρεσιών της Επιτροπής),

–   έχοντας υπόψη το από 15 Ιανουαρίου 2004 ψήφισμά του σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 96/71/EΚ στα κράτη μέλη(2),

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 27 και 34 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–   έχοντας υπόψη τη σύμβαση για τους διακινούμενους εργαζόμενους (συμπληρωματικές διατάξεις) αριθ. 143 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας,

–   έχοντας υπόψη την απόφαση-πλαίσιο 2005/214/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 24ης Φεβρουαρίου 2005, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης επί χρηματικών ποινών(3),

–   έχοντας υπόψη τις αποφάσεις του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) της 9ης Αυγούστου 1994 στην υπόθεση C-43/93, Vander Elst(4), της 23ης Νοεμβρίου 1999 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-369/96 και 376/96, Arblade(5), της 25ης Οκτωβρίου 2001 στις υνεκδικασθείσες υποθέσεις C-49/98, C-50/98, C-52/98, C-54/98, C-68/98 και C-71/98, Finalarte(6), της 7ης Φεβρουαρίου 2002 στην υπόθεση C-279/00, Επιτροπή κατά Ιταλίας(7), της 12ης Οκτωβρίου 2004 στην υπόθεση C-60/03, Wolff & Müller GmbH(8), της 21ης Οκτωβρίου 2004 στην υπόθεση C-445/03, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου(9), και της 19ης Ιανουαρίου 2006 στην υπόθεση C-244/04, Επιτροπή κατά Γερμανίας(10),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία του Συμβουλίου 91/533/ΕΟΚ της 14ης Οκτωβρίου 1991 σχετικά με την υποχρέωση του εργοδότη να ενημερώνει τους εργαζομένους για τους όρους που διέπουν τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας(11),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων καθώς και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών (A6-0308/2006),

A.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η οδηγία περί αποσπάσεως εργαζομένων έχει δύο εξίσου σημαντικούς στόχους, οι οποίοι είναι η εγγύηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων και των υπηρεσιών και η παράλληλη διασφάλιση του ότι οι αποσπασμένοι εργαζόμενοι υπόκεινται στους όρους και στις προϋποθέσεις που αφορούν τις ελάχιστες αμοιβές, τις συνθήκες εργασίας και την υγεία και την ασφάλεια των κρατών μελών υποδοχής, σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας περί αποσπάσεως εργαζομένων και ότι τούτο συνιστά σημαντικό μέσο για τη διασφάλιση της δίκαιης μεταχείρισης,

Β.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι όροι και οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 της οδηγίας περί αποσπάσεως εργαζομένων πρέπει να θεωρούνται ελάχιστοι μόνον κανόνες· λαμβάνοντας δε υπόψη ότι το άρθρο 3, παράγραφος 7, της οδηγίας περί αποσπάσεως εργαζομένων ορίζει ότι οι όροι του άρθρου 3, παράγραφοι 1 έως 6, δεν παρεμποδίζουν την εφαρμογή των όρων και των προϋποθέσεων που είναι ευνοϊκότερες για τους εργαζομένους,

Γ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας περί αποσπάσεως εργαζομένων, απόκειται στη χώρα υποδοχής να ορίσει την έννοια του εργαζομένου· λαμβάνοντας επιπλέον υπόψη ότι η προαναφερθείσα έκθεση των υπηρεσιών της Επιτροπής επιβεβαιώνει ότι η εκ των πραγμάτων εργασιακή κατάσταση στη χώρα υποδοχής παίζει καθοριστικό ρόλο στο πλαίσιο αυτό,

Δ.   υπενθυμίζοντας ότι, με τη θέση της 16ης Φεβρουαρίου 2006, το Κοινοβούλιο, διέγραψε τα άρθρα 24 και 25 της προταθείσας οδηγίας για τις υπηρεσίες στην ενιαία αγορά(12),

Ε.   λαμβάνοντας υπόψη ότι στην υπόθεση Wolff & Müller, το Δικαστήριο των ΕΚ απεφάνθη ότι τα μέτρα της χώρας υποδοχής για τον περιορισμό του αθέμιτου ανταγωνισμού θεωρούνται δικαιολογημένα, που διασφαλίζουν ότι οι αποσπασμένοι εργαζόμενοι επωφελούνται από τους ελάχιστους κανόνες που ορίζονται στο άρθρο 3 της οδηγίας περί αποσπάσεως εργαζομένων, και ότι τέτοιου είδους μέτρα προστασίας με σαφείς στόχους συνιστούν δικαιολογημένο περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών,

ΣΤ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι στην υπόθεση Wolff & Müller το Δικαστήριο απεφάνθη ότι δεν υπάρχει αναγκαστικά ανακολουθία μεταξύ της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και της τήρησης θεμιτού ανταγωνισμού, αφενός, κει της διασφάλισης της προστασίας των εργαζομένων, αφετέρου,

Ζ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η αρχή της ίσης μεταχείρισης της οδηγίας περί αποσπάσεως εργαζομένων έχει διπλή λειτουργία· διασφαλίζει, αφενός, την ίση μεταχείριση των επιχειρήσεων στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και, αφετέρου, σύμφωνα με το άρθρο 3, την ίση μεταχείριση των αποσπασμένων μισθωτών όσον αφορά τους ελάχιστους κανόνες των όρων εργασίας και απασχόλησης που ισχύουν σε συγκεκριμένο τόπο,

Η.   λαμβάνοντας υπόψη ότι με τις κατευθύνσεις της Επιτροπής ζητούνται μέτρα τα οποία θα αποτρέψουν το ενδεχόμενο να καταστρατηγηθούν οι ελάχιστοι κανόνες και τα δικαιώματα προστασίας εις βάρος των αποσπασμένων εργαζομένων,

Θ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι ο πολύ μικρός αριθμός καταγγελιών που δέχτηκε η Επιτροπή όσον αφορά την εφαρμογή της οδηγίας περί αποσπάσεως εργαζομένων και ο περιορισμένος αριθμός διαδικασιών λόγω παραβάσεως που κίνησε η Επιτροπή υπογραμμίζουν το γεγονός ότι οι άνθρωποι αγνοούν τα δικαιώματά τους δυνάμει της οδηγίας και ως εκ τούτου δεν επιτυγχάνονται οι στόχοι της,

Ι.   λαμβάνοντας υπόψη ότι τα συμβαλλόμενα μέρη με συλλογικές συμβάσεις εργασίας μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην επιτυχή εφαρμογή της οδηγίας περί αποσπάσεως εργαζομένων και ότι η μεγάλη ενίσχυση του ρόλου των κοινωνικών εταίρων και της διασυνοριακής συνεργασίας θα συνέβαλε καθοριστικά στην επιδιωχθείσα αρχή της ίσης μεταχείρισης· αναγνωρίζοντας, ωστόσο, ότι σε πολλές χώρες, η πλειονότητα των εργαζομένων δεν είναι μέλη συνδικαλιστικών οργανώσεων και ότι συνήθως οι εν λόγω εργαζόμενοι λαμβάνουν τις λιγότερες πληροφορίες όσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους,

ΙΑ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι κοινωνικοί εταίροι στα κράτη μέλη εντός των οποίων η οδηγία εφαρμόζεται διά συλλογικών συμβάσεων πρέπει να αποκτήσουν άμεση πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τις εταιρείες που αποσπούν εργαζομένους, ούτως ώστε να είναι σε θέση να ασκούν την εποπτεία η οποία στα υπόλοιπα κράτη μέλη υπόκειται στις αρχές που διαθέτουν αντίστοιχη πρόσβαση σε εταιρικές πληροφορίες,

ΙΒ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι διμερείς και οι τριμερείς συμβάσεις μεταξύ των κρατών μελών και μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών αναγνωρίζουν αμοιβαία τους εκάστοτε εθνικούς κανόνες για την ασφάλεια στην εργασία και όρους εργασίας, προλαμβάνεται επιτυχώς η καταστρατήγηση των εθνικών προτύπων, και ότι η κατάσταση αυτή έχει βελτιωθεί και στη συνεργασία των γραφείων συνδέσμων ή την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των συνδικάτων,

ΙΓ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η οδηγία περί αποσπάσεως εργαζομένων εξακολουθεί να είναι απαραίτητη προκειμένου να παρασχεθεί ασφάλεια δικαίου στους αποσπασμένους εργαζομένους και τις επιχειρήσεις που εμπλέκονται, καθώς και ότι η Επιτροπή πρέπει να λάβει ενεργό θέση προκειμένου να καταστήσει τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών, των γραφείων συνδέσμου τους και των επιθεωρήσεων εργασίας περισσότερο αποτελεσματική και αποδοτική, ιδιαίτερα για την εξουδετέρωση του αθέμιτου ανταγωνισμού και του κοινωνικού ντάμπινγκ,

ΙΔ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι τα κράτη μέλη της ΕΕ των 15 δεσμεύτηκαν με προτιμησιακή ρήτρα στη συνθήκη προσχώρησης στο πλαίσιο των ελευθεριών της εσωτερικής αγοράς να μην προβαίνουν σε δυσμενή μεταχείριση των υπηκόων των δέκα νέων κρατών μελών σε σχέση με τους υπηκόους τρίτων χωρών· λαμβάνοντας, επιπλέον, υπόψη ότι αυτό είναι εφικτό μόνον αν είναι γνωστός ο τόπος παραμονής των υπηκόων των τρίτων χωρών στις αρμόδιες αρχές, και ότι τα κράτη μέλη υποδοχής ενδέχεται να επιβάλλουν πρόσθετους όρους σε αποσπασμένους εργαζόμενους τρίτων χωρών εάν έχουν προσληφθεί νομίμως από πάροχο υπηρεσιών εγκατεστημένο σε κράτος μέλος,

1.   διαπιστώνει ότι η Επιτροπή, με τις κατευθύνσεις της, αναγνωρίζει τόσο τον κοινωνικό στόχο της οδηγίας περί αποσπάσεως εργαζομένων όσο και την πλήρη ευθύνη που φέρει η χώρα υποδοχής για την υλοποίηση αυτού του στόχου, διασφαλίζοντας την προστασία και τα δικαιώματα όλων των εργαζομένων που έχουν αποσπασθεί προσωρινά στο εξωτερικό· θεωρεί ότι η Επιτροπή πρέπει να ζητήσεις από κράτη μέλη να αναλάβουν αυτήν την ευθύνη διασφαλίζοντας παράλληλα τα δικαιώματα των εταιρειών για την παροχή διασυνοριακών υπηρεσιών δυνάμει του άρθρου 49 της Συνθήκης·

2.   επισημαίνει ότι οι δυσκολίες που ανακύπτουν από την εφαρμογή της οδηγίας περί αποσπάσεως εργαζομένων σχετίζονται εν μέρει με το γεγονός ότι δεν έχει μεταφερθεί στην εθνική νομοθεσία από όλα τα κράτη μέλη, και καλεί την Επιτροπή να κρατά ενήμερο το Κοινοβούλιο για την πρόοδο των διαδικασιών λόγω παραβάσεως κατά των υπαίτιων κρατών μελών· εφιστά επίσης την προσοχή στις δυσκολίες εφαρμογής της που προκύπτουν από τις διαφορές ερμηνείας όσον αφορά ορισμένες βασικές έννοιες, όπως εργαζόμενος, ελάχιστος μισθός και υπεργολαβία, στη δυσκολία τόσο των εργαζομένων όσο και των μικρών επιχειρήσεων να αποκτήσουν πληροφορίες και στη δυσκολία παρακολούθησης της συμμόρφωσης με την οδηγία·

3.   διαπιστώνει ότι οι κατευθύνσεις της Επιτροπής επιδιώκουν να περιορίσουν τα υφιστάμενα εμπόδια στα κράτη μέλη που παρακωλύουν σοβαρά την αποτελεσματική απόσπαση εργαζομένων· επισημαίνει, ωστόσο ότι, με τη νομική της ερμηνεία, η Επιτροπή υπερβαίνει σε ορισμένες περιπτώσεις την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου των ΕΚ· επισημαίνει ότι η Επιτροπή, με τα συμπεράσματα των κατευθύνσεων της αναγνωρίζει την ανάγκη σαφέστερου καθορισμού των μέτρων ελέγχου και καλύτερης πρόσβασης σε πληροφορίες, αναμένει, ωστόσο να θεσπιστούν μέτρα υποχρεωτικού χαρακτήρα για την επιβολή της οδηγίας·

4.   καλεί την Επιτροπή να υποβάλει πρόταση οδηγίας σχετικά με τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για τα πληρώματα πλοίων που παρέχουν υπηρεσίες τακτικών επιβατικών και εμπορευματικών μεταφορών μεταξύ των κρατών μελών·

5.   διαπιστώνει ότι μια από τις βασικές πρακτικές δυσκολίες για την επιτυχή εφαρμογή της οδηγίας περί αποσπάσεως εργαζομένων είναι το θέμα της διπλής απόσπασης και ότι απαιτείται καλύτερος συντονισμός μεταξύ των κρατών μελών και ενίσχυση των διαδικασιών γνωστοποίησης μεταξύ των κρατών μελών προκειμένου να αντιμετωπιστεί το ζήτημα αυτό·

6.   επισημαίνει την παρατήρηση στις κατευθύνσεις της Επιτροπής ότι η οδηγία περί αποσπάσεως εργαζομένων δεν έχει εφαρμοστεί έμπρακτα σε ορισμένα κράτη μέλη, και καλεί την Επιτροπή να λάβει ενδεδειγμένα μέτρα προς την κατεύθυνση αυτή·

Εργασιακές σχέσεις και ορισμός του "εργαζόμενου"

7.   υποστηρίζει την ανάλυση των κατευθύνσεων της Επιτροπής σύμφωνα με την οποία η οδηγία περί αποσπάσεως εργαζομένων δεν αποτελεί το ενδεδειγμένο πλαίσιο για την αντιμετώπιση προβλημάτων όσον αφορά το νομικό καθεστώς των αυτοαπασχολουμένων· συμπεραίνει από εκθέσεις που βασίζονται στη σημερινή πρακτική ότι η ψευδοαυταπασχόληση συνιστά συνήθη πρακτική για την παράκαμψη των ελάχιστων όρων του άρθρου 3 της οδηγίας περί αποσπάσεως εργαζομένων·

8.   καλεί τα κράτη μέλη, όσον αφορά τη μελέτη Perulli για την οικονομικά εξαρτημένη/σχεδόν βοηθητική (εξαρτημένη απασχόληση: νομικές, κοινωνικές και οικονομικές πλευρές), να προσαρμόσουν τον ορισμό των "απασχολουμένων", ώστε να γίνει σαφής διάκριση μεταξύ του καθεστώτος των "επιχειρηματιών", που αποτελούν οικονομικά ανεξάρτητες επιχειρήσεις, αφενός, και των "εργαζομένων" που εργάζονται στο πλαίσιο οργανωτικής και οικονομικής εξάρτησης υπό εποπτεία και κατόπιν αμοιβής, αφετέρου·

9.   επισημαίνει ότι το Δικαστήριο έχει διατυπώσει, σε αρκετές περιπτώσεις, λεπτομερή κριτήρια τα οποία καθιστούν δυνατή τη διάκριση μεταξύ "εργαζομένων" και "αυτοαπασχολούμενων'· εκτιμά ότι, λαμβάνοντας υπόψη την αρμοδιότητα των κρατών μελών να καθορίζουν το καθεστώς σε σχέση με το εργατοϋπαλληλικό δίκαιο , η Επιτροπή μεριμνά ώστε η διάκριση να γίνεται σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που ορίζει το Δικαστήριο· καλεί την Επιτροπή να ξεκινήσει επειγόντως διαπραγματεύσεις με τα κράτη μέλη, με στόχο τη θέσπιση διαφανών και συνεκτικών κριτηρίων για τον καθορισμό του καθεστώτος των "εργαζομένων" και των "αυτοαπασχολούμενων ατόμων" σε σχέση με το εργατοϋπαλληλικό δίκαιο·

10.   επισημαίνει ότι η απόδειξη πως οι ψευδοαυτοαπασχολούμενοι αποτελούν εκ των πραγμάτων μισθωτούς συνιστά επί του παρόντος δύσκολη και χρονοβόρα διαδικασία και σημειώνει ότι ο εργαζόμενος θα έχει προφανώς ολοκληρώσει την εργασία και θα έχει επιστρέψει στην πατρίδα του έως ότου συγκεντρωθούν τα απαιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία·

11.   ζητεί να ενθαρρυνθούν οι ανταλλαγές μεταξύ των υπηρεσιών επιθεώρησης εργασίας των κρατών μελών, προκειμένου να καταστεί δυνατή η κοινή εκστρατεία για την καταπολέμηση της ψευδοαυτοαπασχόλησης, ιδίως με ανταλλαγή πληροφοριών·

12.   διαπιστώνει ότι η ισχύουσα νομολογία αναγνωρίζει το δικαίωμα των κρατών μελών υποδοχής να ζητούν έγγραφα για την πιστοποίηση της συμμόρφωσης με τους όρους απασχόλησης που προβλέπει η οδηγία περί αποσπάσεως εργαζομένων· υποστηρίζει την άποψη ότι τα αιτήματα αυτά δεν θα πρέπει να περιορίζονται απλώς σε δελτία ή σε έγγραφα για τους όρους ασφάλεια και υγεία στον τόπο εργασίας, υπό την προϋπόθεση ότι τα αιτήματα είναι αναλογικά· τονίζει ότι το κράτος μέλος στο οποίο λειτουργεί η εταιρία (το κράτος απόσπασης) πρέπει να παράσχει στο κράτος υποδοχής το έντυπο Ε101 που αποδεικνύει ότι ο αποσπασμένος εργαζόμενος είναι εγγεγραμμένος στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης του κράτους απόσπασης·

13.   διαπιστώνει ότι μπορεί να προκύπτουν διαφορές σε κράτη μέλη στα οποία δεν έχουν θεσπιστεί διατάξεις σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 9, της οδηγίας για να διασφαλιστεί ότι οι αποσπασμένοι εργαζόμενοι από υπηρεσία προσωρινής απασχόλησης απολαύουν των ίδιων όρων με τους εκτάκτους απασχολουμένους στο κράτος μέλος στο οποίο εκτελείται η εργασία· καλεί τα εν λόγω κράτη μέλη να λάβουν μέτρα για να παύσουν οι διακρίσεις αυτές·

Διασφάλιση των όρων εργασίας και απασχόλησης σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας περί αποσπάσεως εργαζομένων

14.   επαναλαμβάνει ότι η οδηγία περί αποσπάσεως εργαζομένων θεσπίζει τους ελάχιστους αναγκαίους κανόνες για την προστασία των εργαζομένων και της απασχόλησης που ισχύουν για τους αποσπασμένους εργαζόμενους στο έδαφός τους και δεν αποτρέπει τα κράτη μέλη από την επιβολή άλλων όρων για την εργασία και την απασχόληση που προβλέπονται σε συλλογικές συμβάσεις που έχουν χαρακτηριστεί γενικής εφαρμογής, ούτε από την επιβολή άλλων όρων εργασίας και απασχόλησης όπου αυτοί συνιστούν "διατάξεις δημόσιας τάξης'· αντιτίθεται στην περιοριστική ερμηνεία της έννοιας "διατάξεις δημόσιας τάξης" της Επιτροπής, ιδίως με τη μετατροπή των διατάξεων της Σύμβασης για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές της 19ης Ιουνίου 1980, (COM(2005)0650

15.   διαπιστώνει ότι σε πολλά κράτη μέλη τα συνδικάτα διαδραματίζουν ρόλο ως συμβαλλόμενα μέρη σε συλλογικές διαπραγματεύσεις και ότι η Επιτροπή έχει δηλώσει σε δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων(13) ότι η ιδιαίτερη μορφή ορισμένων σκανδιναβικών συλλογικών συμβάσεων εναρμονίζεται με τη Συνθήκη ΕΚ και την οδηγία περί αποσπάσεως εργαζομένων·

16.   πιστεύει ότι για τη διασφάλιση της κατάλληλης εφαρμογής της οδηγίας περί αποσπάσεως εργαζομένων είναι απαραίτητο να διατίθεται άτομο που θα εκπροσωπεί την εταιρεία απόσπασης, προκειμένου να είναι δυνατή στις περιπτώσεις αυτές η εφαρμογή των διατάξεων και των όρων της οδηγίας περί αποσπάσεων·

17.   διαπιστώνει ότι όπου δεν υπάρχουν ειδικές συλλογικές συμβάσεις όπως ορίζονται στο άρθρο 3, παράγραφος 8 της οδηγίας για την απόσπαση εργαζομένων, ισχύουν οι όροι εργασίας και απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης καταβολής κατώτατου μισθού, που καθορίζονται από τις εθνικές νομοθετικές διατάξεις·

18.   διαπιστώνει ότι όλα τα μέτρα, που ενημερώνουν τους εργαζομένους για τα δικαιώματά τους και τα διαφυλάσσουν, συμβάλλουν στην επιτυχή εφαρμογή της οδηγίας περί αποσπάσεως εργαζομένων· πιστεύει ότι θα πρέπει να βελτιωθεί για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη η ενημέρωση και η συνειδητοποίηση των δικαιωμάτων που παρέχει η οδηγία· καλεί την Επιτροπή να υποστηρίξει ενεργά τα μέτρα αυτά· επιδοκιμάζει, συνεπώς την πρωτοβουλία της Επιτροπής για δημιουργηθεί ιστότοπος για την απόσπαση εργαζομένων με άμεσες συνδέσεις στη σχετική εθνική νομοθεσία· τονίζει ότι οι πληροφορίες θα πρέπει να παρέχονται στην κατάλληλη γλώσσα·

19.   πιστεύει ότι η αποτελεσματική εφαρμογή της οδηγίας περί αποσπάσεως εργαζομένων δεν επιτυγχάνεται με τεράστια γραφειοκρατία αλλά, αντίθετα, με αύξηση της πληροφόρησης και με απλές διαδικασίες που δίνουν τη δυνατότητα στους ανθρώπους να ενημερώνονται για τα δικαιώματά τους· καλεί, ως εκ τούτου, το Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας (EUROFOUND) στο Δουβλίνο να αναπτύξει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις βέλτιστες πρακτικές για την προετοιμασία της πληροφόρησης για τους εργαζόμενους και τους εργοδότες·

20.   υπογραμμίζει τη σημασία της διατήρησης του δικαιώματος των κρατών μελών υποδοχής να καθορίζουν τον ελάχιστο μισθό, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας περί αποσπάσεως εργαζομένων, καλεί όμως τα κράτη μέλη που καθορίζουν τους ελάχιστους μισθούς με συλλογικές συμβάσεις να διευκολύνουν την πρόσβαση των επιχειρήσεων που προτίθενται να αποκτήσουν έδρα σε άλλο κράτος μέλος σε πληροφορίες σχετικά με τα επίπεδα ελάχιστου μισθού·

21.   αποδοκιμάζει την έλλειψη συνεργασίας μεταξύ των διαφόρων αρχών, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο, με τους τομεακούς κοινωνικούς εταίρους που διαδραματίζουν πολύ σημαντικό ρόλο και αναμένει από την Επιτροπή να τονώσει τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών γραφείων συνδέσμου και των εμπλεκόμενων τομεακών κοινωνικών εταίρων· εκτιμά ότι υπάρχει επείγουσα ανάγκη συνεργασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο μεταξύ των τμημάτων της Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένης της ομάδας εμπειρογνωμόνων και των τομεακών κοινωνικών εταίρων, όσον αφορά το ζήτημα περιεχομένου·

22.   ζητεί τη λήψη αποτελεσματικών μέτρων για την προστασία των εργαζομένων που καταγγέλλουν παραβιάσεις των δικαιωμάτων στον χώρο εργασίας·

23.   διαπιστώνει ότι η συμμετοχή στα ταμεία αδείας σύμφωνα με τις γενικές δεσμευτικές συλλογικές συμβάσεις συνεπάγεται μεγαλύτερη προστασία των αποσπασμένων εργαζομένων σε ορισμένα κράτη μέλη και ότι είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο στόχο η άμεση πληρωμή στους εργαζομένους, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου των ΕΚ στην υπόθεση Finalarte, γεγονός που σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις τις οποίες αφορούν οι αποσπάσεις μπορούν να έχουν την υποχρέωση να καταβάλλουν εισφορές σε ταμεία αδείας, τα οποία πρέπει να είναι επίσης ανοιχτά για τους αποσπασμένους εργαζομένους, προκειμένου να επωφελούνται και εκείνοι· θεωρεί αναγκαία τη λεπτομερή ενημέρωση των αποσπασμένων εργαζομένων σχετικά με τις διατάξεις που διέπουν τα εν λόγω ταμεία αδείας·

24.   διαπιστώνει την ανάπτυξη μέσων πληροφόρησης με εξηγήσεις των όρων που ισχύουν στους αποσπασμένους εργαζομένους από τους κοινωνικούς εταίρους σε ορισμένους τομείς· καλεί τα κράτη μέλη να προωθήσουν τη συγκέντρωση των εν λόγω πληροφοριών και σε άλλους τομείς οικονομικής δραστηριότητας σε μια προσπάθεια να διευκολυνθεί η πρόσβαση των εργαζομένων και των απασχολούμενων ομοίως σε αυτές τις πληροφορίες ζωτικής σημασίας και να βελτιωθεί η συμμόρφωση με την οδηγία περί αποσπάσεως εργαζομένων·

25.   υπογραμμίζει το γεγονός ότι τα ενημερωτικά δελτία της εκάστοτε χώρας, τα οποία θα εμπλουτίσουν το περιεχόμενο των κατευθύνσεων της Επιτροπής, εκπονούνται επί του παρόντος από εμπειρογνώμονες· συνιστά οι κατευθύνσεις της Επιτροπής να λάβουν πλήρως υπόψη αντίστοιχες συνεισφορές προκειμένου να γεφυρωθεί το κενό πληροφόρησης·

26.   διαπιστώνει ότι οι δημόσιες αρχές φέρουν σαφή ευθύνη και μπορούν να συμβάλουν σε σημαντικό βαθμό στον περιορισμό του αθέμιτου ανταγωνισμού, αναθέτοντας συμβάσεις μόνο σε εταιρείες που τηρούν όλες τις διατάξεις που ισχύουν στη χώρα υποδοχής όσον αφορά το άρθρο 3 της οδηγίας περί αποσπάσεως εργαζομένων· παραπέμπει, εν προκειμένω, στο άρθρο 55 της οδηγίας περί σύναψης δημόσιων συμβάσεων(14), σύμφωνα με την οποία ο φορέας ανάθεσης επιτρέπεται να ζητήσει να ενημερωθεί σχετικά με την προστασία των εργαζομένων και τους όρους απασχόλησης, όταν οι προσφορές είναι ασυνήθιστα χαμηλές σε σχέση με τις παροχές·

27.   θεωρεί ότι οι εταιρείες που αποσπούν εργαζομένους, καθώς και οι μητρικές τους επιχειρήσεις, στην περίπτωση συμβάσεων σε θυγατρικές, πρέπει να θεωρούνται από κοινού υπεύθυνες για τις συνθήκες διαβίωσης των αποσπασμένων εργαζομένων στη χώρα υποδοχής και να διασφαλίζουν την ύπαρξη αξιοπρεπών συνθηκών·

28.   επικαλείται την απόφαση στην υπόθεση Wolff & Müller, με την οποία το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων απεφάνθη ότι το νομικό σύστημα της γενικής ευθύνης των αναδόχων συμβάλλει στη διασφάλιση της προστασίας των εργαζομένων και, ως εκ τούτου, αποτελεί επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος· καλεί τα κράτη μέλη που δεν διαθέτουν ακόμη τέτοια εθνική νομοθεσία να καλύψουν γρήγορα το κενό· καλεί την Επιτροπή να ρυθμίσει ζητήματα κοινής και άλλης ευθύνης, για κεντρικές και κύριες επιχειρήσεις για την αντιμετώπιση καταχρήσεων κατά την υπεργολαβία και εξωτερική ανάθεση έργου σε μεθοριακούς εργαζομένους και να δημιουργήσει μια διαφανή και ανταγωνιστική εσωτερική αγορά για όλες τις εταιρίες·

Διασφάλιση ενός αποτελεσματικού ελέγχου

29.   διαπιστώνει ότι, σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, οι εθνικές αρχές μπορούν να λαμβάνουν ενδεδειγμένα μέτρα για να διασφαλίζουν την τήρηση των ελάχιστων απαιτήσεων του άρθρου 3 της οδηγίας περί αποσπάσεως εργαζομένων· υποστηρίζει το συμπέρασμα της Επιτροπής ως προς το ότι το κράτος μέλος υποδοχής θα πρέπει να ζητεί από τον πάροχο υπηρεσιών να πραγματοποιεί προηγουμένως δήλωση, ώστε να μπορεί να πιστοποιεί τη συμμόρφωση προς τους όρους απασχόλησης·

30.   θεωρεί ότι η κοινή δράση για την εποπτεία της συμμόρφωσης με τους κανόνες έχει σημαντικά διοικητικά πλεονεκτήματα επί των διμερών σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών· καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή να συντονίσει τη δράση των κρατών μελών για την εποπτεία της συμμόρφωσης με την οδηγία από τις επιχειρήσεις της χώρας υποδοχής·

31.   διαπιστώνει ότι τα μέτρα κατά το άρθρο 5 της οδηγίας περί αποσπάσεως εργαζομένων είναι αποτελεσματικά μόνον αν επιβληθούν κυρώσεις· επισημαίνει ότι αυτό προϋποθέτει τη δυνατότητα κοινοποίησης πράξεων επιβολής προστίμου στον αντιπρόσωπο της επιχείρησης κατά το εθνικό δίκαιο, διότι, στο πλαίσιο της αμοιβαίας αναγνώρισης ποινών, τα πρόστιμα μπορούν να επιβληθούν μόνον αν η ποινική διαδικασία έχει κινηθεί νόμιμα στη χώρα υποδοχής·

32.   επισημαίνει την παρατήρηση της Επιτροπής όσον αφορά την αναποτελεσματικότητα των εθνικών γραφείων συνδέσμου· επισημαίνει επίσης ότι ο στόχος να καταστούν λειτουργικά τα γραφεία συνδέσμου αποτελεί μία από τις βασικές προτεραιότητες της Επιτροπής και των κρατών μελών και ότι η λειτουργία των εθνικών γραφείων συνδέσμου συνιστά κοινή αρμοδιότητα της Επιτροπής και των κρατών μελών·

33.   υποστηρίζει έντονα το αίτημα της Επιτροπής προς τα κράτη μέλη να παράσχουν στα γραφεία συνδέσμου και τις αρχές επιθεώρησης τον απαραίτητο εξοπλισμό και πόρους που θα τους επιτρέψουν να ανταποκριθούν αποτελεσματικά στα αιτήματα για την παροχή πληροφοριών και τη συνεργασία· καλεί τα κράτη μέλη να εδραιώσουν τη διασυνοριακή συνεργασία μεταξύ των αρχών επιθεώρησης και ζητεί από την Επιτροπή να υποστηρίξει ενεργά αυτήν τη συνεργασία βελτιώνοντας τις διαθέσιμες πληροφορίες στον ιστότοπό της και δημιουργώντας υποχρεωτικό σημείο επαφής των αποσπασμένων εργαζομένων με τους κοινωνικούς εταίρους της χώρας υποδοχής και, στη συνέχεια, μόνιμη ευρωπαϊκή δομή διασυνοριακής συνεργασίας·

34.   επισημαίνει ότι η Επιτροπή θα εγκρίνει, εντός 12 μηνών από την έγκριση των προαναφερόμενων κατευθύνσεων της, έκθεση η οποία θα περιγράφει την κατάσταση σε όλα τα κράτη μέλη σε σχέση με όλες τις πτυχές που μνημονεύουν οι κατευθύνσεις, προκειμένου να αξιολογήσει τη σημειωθείσα πρόοδο στους εν λόγω τομείς· επιμένει ότι η έκθεση πρέπει να καλύψει επίσης τις καταβληθείσες προσπάθειες για την επίλυση των νομικών θεμάτων που αναφέρονται στην έκθεση των υπηρεσιών της Επιτροπής όσον αφορά την εφαρμογή της οδηγίας περί αποσπάσεως εργαζομένων· ζητεί να συμμετάσχει δεόντως το Κοινοβούλιο στη διαβούλευση σχετικά με την εν λόγω έκθεση προκειμένου να αποφασιστεί εάν απαιτείται αναθεώρηση της οδηγίας·

35.   καλεί την Επιτροπή να υποβάλλει ανά διετία στο Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο συγκεκριμένα δεδομένα για τη μεταφορά σε εθνικό επίπεδο της οδηγίας περί αποσπάσεως εργαζομένων, εστιάζοντας στις περιπτώσεις παραβίασης της οδηγίας·

o
o   o

36.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, καθώς και στις κυβερνήσεις των κρατών μελών και στην Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή.

(1) ΕΕ L 18 της 21.1.1997, σ. 1.
(2) ΕΕ C 92 E της 16.4.2004, σ. 404.
(3) ΕΕ L 76 της 22.3.2005, σ. 16.
(4) Συλλογή 1994, σ. I-3803.
(5) Συλλογή 1999, σ. I-8453.
(6) Συλλογή 2001, σ. I-7831.
(7) Συλλογή 2002, σ. I-1425.
(8) Συλλογή 2004, σ. I-9553.
(9) Συλλογή 2004, σ. I-10191.
(10) Συλλογή 2006, σ. I-885.
(11) ΕΕ L 288 της 18.10.1991, σ. 32.
(12) Κείμενα που εγκρίθηκαν P6_TA(2006)0061.
(13) Υπόθεση C-341/05, Laval, η διαδικασία εκκρεμεί.
(14) Οδηγία 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (ΕΕ L 134 της 30.4.2004, σ. 114).

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου