Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2006/2206(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A6-0349/2006

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A6-0349/2006

Συζήτηση :

PV 26/10/2006 - 3
CRE 26/10/2006 - 3

Ψηφοφορία :

PV 26/10/2006 - 6.15
CRE 26/10/2006 - 6.15
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P6_TA(2006)0464

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 375kWORD 84k
Πέμπτη 26 Οκτωβρίου 2006 - Στρασβούργο
Ετήσια έκθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (2005)
P6_TA(2006)0464A6-0349/2006

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την ετήσια έκθεση 2005 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (2006/2206(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την ετήσια έκθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για το 2005,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 113 της Συνθήκης ΕΚ,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 15 του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 2ας Απριλίου 1998 σχετικά με τον δημοκρατικό έλεγχο κατά το τρίτο στάδιο της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης(1),

–   έχοντας υπόψη την ψηφοφορία της 5ης Ιουλίου 2005 κατά την οποία απορρίφθηκε η πρόταση ψηφίσματος σχετικά με την ετήσια έκθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για το 2004(2),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 4ης Απριλίου 2006 σχετικά με την κατάσταση της ευρωπαϊκής οικονομίας: προπαρασκευαστική έκθεση σχετικά με τους γενικούς προσανατολισμούς της οικονομικής πολιτικής για το 2006(3),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 17ης Μαΐου 2006 σχετικά με τα δημόσια οικονομικά στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ)(4),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 12ης Ιουλίου 2006 σχετικά με την ετήσια δήλωση για την ευρωζώνη (COM(2006)0392),

–   έχοντας υπόψη τη θέση του της 13ης Μαρτίου 2003 σχετικά με τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για απόφαση του Συμβουλίου αναφορικά με την τροποποίηση του άρθρου 10.2 του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας(5),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 14ης Μαρτίου 2006 σχετικά με τη στρατηγική επανεξέταση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ)(6),

–   έχοντας υπόψη τις εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σχετικά με τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και σχετικά με τη χρηματοπιστωτική ενοποίηση στη ζώνη του ευρώ,

–   έχοντας υπόψη την από 5ης Μαΐου 2006 επιστολή της προέδρου της κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Ecofin σχετικά με τη διαδικασία διορισμού της εκτελεστικής επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας,

–   έχοντας υπόψη τις οικονομικές προβλέψεις του Ευρωσυστήματος του Ιουνίου 2006,

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 106 και 112, παράγραφος 1, του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων (A6-0349/2006),

A.   αναγνωρίζοντας την πλήρη ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ),

Β.   λαμβάνοντας υπόψη ότι ο κύριος στόχος της ΕΚΤ και του ΕΣΚΤ συνίσταται στη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών με ταυτόχρονη στήριξη των γενικών οικονομικών πολιτικών της Κοινότητας, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 της Συνθήκης ΕΚ· ότι το άρθρο 105 της Συνθήκης ΕΚ ορίζει πως η νομισματική πολιτική πρέπει να συμβάλλει, "με την επιφύλαξη του στόχου της σταθερότητας των τιμών", στην υλοποίηση των στόχων της Κοινότητας,

Γ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕγχΠ) της ζώνης του ευρώ αυξήθηκε κατά 1,4% το 2005, εμφανίζοντας μείωση σε σχέση με το 1,8% του 2004, ενώ ο πληθωρισμός της ζώνης του ευρώ ανήλθε σε 2,2%, ποσοστό που βρίσκεται κοντά στο 2,1% του 2004,

Δ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι τα κράτη μέλη δεν μπόρεσαν να επωφεληθούν στον ίδιο βαθμό από την ισχυρή παγκόσμια ανάπτυξη το 2005· ότι, μεταξύ άλλων λόγων, αυτό μπορεί να αποδοθεί στην αύξηση των τιμών του πετρελαίου και τη δυσμενή εξέλιξη των συναλλαγματικών ισοτιμιών, με το ευρώ να βρίσκεται σε επίπεδο υψηλότερο των 1,17 δολαρίων το Δεκέμβριο 2005 (έναντι μέγιστου επιπέδου –1,36 δολάρια– τον Δεκέμβριο 2004)· ότι οι προγνώσεις ανάπτυξης υποδεικνύουν ορισμένη οικονομική ανάκαμψη, με τις προβλέψεις της Επιτροπής να αναφέρουν ανάπτυξη 2,5% το 2006 και μεταξύ 1,3% και 2,3% το 2007, ενώ ο πληθωρισμός προβλέπεται ελαφρώς ανώτερος του 2%,

Ε.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ, αφού διατήρησε σταθερά τα βασικά επιτόκια επί δυόμισι έτη στο επίπεδο του 2%, προέβη στην διαδοχική αύξησή τους κατά 25 μονάδες βάσης την 1η Δεκεμβρίου 2005, στις 2 Μαρτίου, στις 8 Ιουνίου, στις 3 Αυγούστου και στις 5 Οκτωβρίου 2006, και ότι τόσο τα ονομαστικά όσο και τα πραγματικά επιτόκια παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα,

ΣΤ.   λαμβάνοντας υπόψη τον μεγάλο αριθμό των υφιστάμενων υποψηφιοτήτων για τον διορισμό σε υπεύθυνες θέσεις στο ΔΝΤ, στον ΠΟΕ και στον ΟΟΣΑ, εκτός από εκείνες στην Παγκόσμια Τράπεζα, χωρίς δυσμενείς επιπτώσεις στην εξέλιξη της σταδιοδρομίας των υποψηφίων,

Ζ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι αρκετές κεντρικές τράπεζες τρίτων χωρών ανακοίνωσαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών την πρόθεσή τους να αυξήσουν το ποσοστό των συναλλαγματικών διαθεσίμων τους που τηρούνται σε ευρώ,

Η.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι παγκόσμιες ανισορροπίες αυξήθηκαν το 2005, κυρίως λόγω της αύξησης του ελλείμματος του ισοζυγίου πληρωμών των Ηνωμένων Πολιτειών, που έφτασε στο 6,4% του ΑΕγχΠ,

Θ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ετήσιοι λογαριασμοί της ΕΚΤ για το 2005 αποκαλύπτουν μηδενικό καθαρό κέρδος, γεγονός το οποίο εξηγείται από τη διοχέτευση όλου του χρηματοοικονομικού αποτελέσματος σε προβλέψεις,

Ι.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΚΤ διαδραματίζει καίριο ρόλο στην εύρυθμη λειτουργία του ευρωπαϊκού μηχανισμού συναλλαγματικών ισοτιμιών (ΜΣΙ II) και στην καταπολέμηση του πληθωρισμού,

ΙΑ.   λαμβάνοντας υπόψη την πρόθεση του Κοινοβουλίου να συμβάλει στην ενίσχυση του ρόλου και του κύρους της ΕΚΤ στη διεθνή σκηνή,

Οικονομικές και νομισματικές εξελίξεις

1.   υπογραμμίζει ότι η οικονομική ανάκαμψη χαρακτηρίζεται από ετήσια αύξηση κατά 2,5% του πραγματικού ΑΕγχΠ και συμβολή της εσωτερικής ζήτησης κατά 2,1% στο δεύτερο τρίμηνο του 2006· επισημαίνει ότι η πρόσφατη οικονομική ανάπτυξη στηρίζεται από τις εθνικές μεταρρυθμίσεις και τα επενδυτικά προγράμματα στις αγορές εργασίας, χρηματοπιστωτικών προϊόντων και εμπορευμάτων· πιστεύει ότι τα επιτόκια θα μπορούσαν να αυξηθούν μόνον με την απαιτούμενη σύνεση για να μην διακυβευτεί η ανάπτυξη· εφιστά την προσοχή στους κινδύνους που συνδέονται με την αύξηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ και της τιμής του πετρελαίου, παράγοντες που συνέβαλαν στην ασθενική ανάπτυξη κατά το 2005· επικροτεί την πολιτική της ΕΚΤ να επικεντρώνεται στον κύριο στόχο της, δηλαδή στη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών· εκτιμά συνεπώς ότι η ΕΚΤ ανταποκρίθηκε με τον ενδεδειγμένο τρόπο στις οικονομικές και χρηματοπιστωτικές εξελίξεις του 2005 αυξάνοντας το επιτόκιό της, αφού η κορυφή της καμπύλης του πληθωρισμού ανήλθε έως το 2,6% τον Σεπτέμβριο 2005·

2.   υπογραμμίζει ότι η ΕΚΤ πρέπει, ωστόσο, να έχει επίγνωση των κινδύνων που εγκυμονούν για την ανάπτυξη οι συνεχείς αυξήσεις των επιτοκίων, στο πλαίσιο της πρόσφατης οικονομικής ανάκαμψης· επισημαίνει ότι, προκειμένου να στηρίξουν την οικονομική ανάκαμψη, τα κράτη μέλη οφείλουν να προβούν στις απαραίτητες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και επενδυτικές δραστηριότητες· θεωρεί ότι η πολιτική των επιτοκίων επηρεάζεται από την πρόοδο των μέτρων δημοσιονομικής εξυγίανσης των κρατών μελών·

3.   διαπιστώνει ότι, κατά τη διάρκεια της περιόδου 2003-2005, τα επιτόκια έπεσαν σε ιστορικά χαμηλό επίπεδο, δηλαδή στο 2%, προκειμένου να στηριχθεί η οικονομική ανάκαμψη· καλεί την ΕΚΤ να εξακολουθήσει να ανταποκρίνεται στην αποστολή της, με πολιτική η οποία συνίσταται στο να συγκρατεί σθεναρά τις μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες πληθωριστικές προσδοκίες σε επίπεδα συμβατά με τη σταθερότητα των τιμών· υπογραμμίζει ότι η ΕΚΤ πρέπει να παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς την εξέλιξη των τιμών του πετρελαίου και των ακινήτων, καθώς και την επίμονη ύπαρξη πλεονάζουσας ρευστότητας·

4.   παρατηρεί ότι η εξυγίανση που δρομολογήθηκε από τα κράτη μέλη πρέπει να συνεχιστεί, προκειμένου να τεθούν οι βάσεις για μακροπρόθεσμη ανάπτυξη, αν και ταυτόχρονα δεν μπορούν να παραμεληθούν οι επενδύσεις προς όφελος μιας κοινωνίας ικανής να αντιμετωπίσει το μέλλον· ότι οι παρούσες παγκόσμιες οικονομικές προοπτικές του ΔΝΤ επιβεβαιώνουν την εν λόγω διάγνωση· ότι οι περαιτέρω πρόοδοι όσον αφορά τη μεταρρύθμιση στα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ παραμένουν καθοριστικές για την εδραίωση των βάσεων της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης·

5.   παρατηρεί ότι, στα τέλη του 2001 και στις αρχές του 2003, υπήρχαν παρόμοιες ενδείξεις με αυτές που παρατηρούνται σήμερα όσον αφορά την οικονομική ανάκαμψη, οι οποίες όμως δεν μετουσιώθηκαν σε σταθερή ανάπτυξη· επισημαίνει ότι οι εκτιμήσεις της Επιτροπής και του Ευρωσυστήματος προβλέπουν μικρή ανάκαμψη για το 2006, η οποία θα ακολουθηθεί από επιβράδυνση το 2007· εκτιμά ότι η αύξηση του δυναμικού ανάπτυξης της ζώνης του ευρώ εξαρτάται από τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις καθώς και από προσεκτικά υλοποιημένες επενδυτικές δραστηριότητες στα κράτη μέλη· αναγνωρίζει ότι ο ανταγωνισμός στις αγορές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η υψηλή ποιότητα της απασχόλησης αποτελούν κινητήρια δύναμη οικονομικής ανάπτυξης και ότι ο αντίκτυπός τους στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και της καινοτομίας δεν πρέπει να παρεμποδιστεί· επισημαίνει την πρόσφατη οικονομική ανάκαμψη το 2006 και υπογραμμίζει ότι η εν λόγω θετική κατάσταση πρέπει να αξιοποιηθεί πληρέστερα από τα κράτη μέλη για μια σοβαρή δημοσιονομική εξυγίανση·

6.   εκτιμά ότι η αύξηση του δυναμικού ανάπτυξης της ζώνης του ευρώ εξαρτάται από τη συνέχιση μιας συνεπούς εφαρμογής του προγράμματος μεταρρυθμίσεων· ότι αυτό πρέπει οπωσδήποτε, λαμβανομένων υπόψη των δημογραφικών μεταβολών, να περιλαμβάνει συστήματα κοινωνικής ασφάλισης που να μπορούν να αντεπεξέλθουν στις μελλοντικές εξελίξεις· ότι, σε αυτό το πλαίσιο, οι ευρωπαϊκοί μακροοικονομικοί διάλογοι που αποσκοπούν στον καθορισμό σημείων αναφοράς για τα εθνικά προγράμματα μεταρρυθμίσεων και μιας ισορροπημένης μακροοικονομικής πολιτικής αποτελούν σημαντικό παράγοντα· ότι η ΕΚΤ πρέπει να διατηρήσει εν προκειμένω την ανεξαρτησία της·

7.   εκτιμά ότι οι αποκλίσεις εντός της ζώνης του ευρώ, όπου υπάρχουν διαφορές σε επίπεδο ανάπτυξης (έως 4,5 % το 2005) και σε επίπεδο πληθωρισμού (έως 2,7 % το 2005), συνιστούν, μακροπρόθεσμα, μείζονα κίνδυνο για τον ΜΣΙ·

8.   παρατηρεί την ύπαρξη αυξανόμενων κινδύνων προσαρμογής των τιμών των ακινήτων κατά τρόπο που θα αντανακλά την ταχεία και αδικαιολόγητη αύξηση των τιμών κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών· εύχεται την αποσαφήνιση της πολιτικής της ΕΚΤ όσον αφορά την εξέλιξη των τιμών των στοιχείων ενεργητικού, και δη των ακινήτων· εκτιμά ότι, μακροπρόθεσμα, μια σαφέστερη θέση θα συνέβαλλε ώστε να αποφευχθούν οι κερδοσκοπικές φούσκες·

9.   επικροτεί την προσχώρηση στον ΜΣΙ II της Κύπρου, της Λετονίας και της Μάλτας στις 29 Απριλίου 2005 και της Σλοβακίας στις 25 Νοεμβρίου 2005· τάσσεται υπέρ της υιοθέτησης του ευρώ από όλα τα κράτη μέλη· εκτιμά ότι, όσον αφορά τον σεβασμό των κριτηρίων σύγκλισης, πρέπει να δίδεται η δέουσα προσοχή στην ακρίβεια και την αξιοπιστία των στατιστικών των κρατών μελών· καλεί τα άλλα κράτη μέλη να λάβουν αμέσως μέτρα, προκειμένου να εκπληρώσουν εξίσου τα κριτήρια που διέπουν την προσχώρηση στη ζώνη του ευρώ·

10.   παρατηρεί ότι οι μηχανισμοί διάδοσης της νομισματικής πολιτικής διαφέρουν μεταξύ των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ, δεδομένου ιδίως ότι ορισμένες χώρες υφίστανται αμεσότερη επίδραση λόγω της επικράτησης του δανεισμού με μεταβλητά επιτόκια· ζητεί από την ΕΚΤ και την Επιτροπή να υποβάλουν σαφή ανάλυση αυτών των διαφορών και των ενδεχόμενων βελτιώσεων που πρέπει να γίνουν, ώστε να διευκολυνθεί η μετάδοση της νομισματικής πολιτικής· ότι οι προοπτικές αφύπνισης στην Ευρώπη μπορούν να ενισχυθούν μόνον εφόσον η κατευθυντήρια αρχή της "ενότητας στην ποικιλομορφία" γίνει αποδεκτή τόσο κοινωνικά όσο και οικονομικά·

11.   υπογραμμίζει τους κινδύνους των γρήγορων προσαρμογών στις παγκόσμιες ανισορροπίες, που είναι πιθανό να επιφέρουν ανατίμηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ έναντι του δολαρίου· καλεί την Ευρωομάδα, το Συμβούλιο και την ΕΚΤ να ασκήσουν πλήρως τις αντίστοιχες εξουσίες τους και να εντείνουν τον συντονισμό της δράσης τους σε θέματα συναλλαγματικής πολιτικής·

12.   παρατηρεί ότι η ΕΚΤ διάκειται ευνοϊκά έναντι της ενίσχυσης του προληπτικού σκέλους του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης (ΣΣΑ), αλλά επίσης έχει υιοθετήσει επανειλημμένως επικριτική στάση σε σχέση με ενδεχόμενη χαλάρωση του διορθωτικού σκέλους του εν λόγω συμφώνου, θέση που συνάδει με τις θέσεις όλων των υπόλοιπων κεντρικών τραπεζών της ζώνης του ευρώ, ορισμένες από τις οποίες έχουν εν προκειμένω διατυπώσει έντονη κριτική·

Νομισματική πολιτική

13.   εκτιμά ότι απαιτείται περισσότερη σαφήνεια και συνοχή στη νομισματική πολιτική που εφαρμόζεται από την ΕΚΤ, ιδίως όσον αφορά τον προσδιορισμό της συγκριτικής σπουδαιότητας και της σχέσης των δύο κύριων πυλώνων πολιτικής, δηλαδή της προσφοράς χρήματος (M3) και όλων των άλλων σχετικών πληροφοριών για τη μελλοντική εξέλιξη του πληθωρισμού· εκτιμά ότι οι σαφείς και διαφανείς κανόνες όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι δύο αυτοί πυλώνες επηρεάζουν τις επιχειρησιακές αποφάσεις σε θέματα νομισματικής πολιτικής θα καθιστούσαν τις πολιτικές της ΕΚΤ περισσότερο προβλέψιμες και αποτελεσματικές·

14.   καλεί την ΕΚΤ να αναλάβει δράση όσον αφορά την επίμονα αυξημένη προσφορά χρήματος M3 (8,8% τον Μάιο 2006 έναντι 7,4% τον Δεκέμβριο 2005) σε σχέση με το μακροπρόθεσμο ποσοστό αναφοράς 4,5%· εφιστά ιδίως την προσοχή στη σημαντική αύξηση της νομισματικής κυκλοφορίας και των καταθέσεων όψεως, και εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι μια τέτοια επέκταση δεν είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμη· καλεί την ΕΚΤ να μελετήσει προσεκτικά τις εξελίξεις στην αγορά ενυπόθηκων δανείων και στα δάνεια για συγχωνεύσεις και εξαγορές, και τις πιθανές επιπτώσεις τους από την άποψη του συστημικού κινδύνου, της εμπιστοσύνης των καταναλωτών και της εξέλιξης των επιτοκίων·

Χρηματοπιστωτική σταθερότητα και ενοποίηση

15.   χαιρετίζει τη δημοσίευση της πρώτης έκθεση της ΕΚΤ σχετικά με τη χρηματοπιστωτική ενοποίηση στη ζώνη του ευρώ, που απαιτείται τόσο για τη διάδοση των πληροφοριών που αφορούν τη νομισματική πολιτική όσο και για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα· σημειώνει ότι, για την ΕΚΤ, η χρηματοπιστωτική ενοποίηση απαιτεί την ενοποίηση των υποδομών της αγοράς, και ιδίως των συστημάτων διακανονισμού-παράδοσης· παρατηρεί ότι η ΕΚΤ έχει την πρόθεση να δημιουργήσει υποδομή διακανονισμού· διαπιστώνει ότι, έως την ενδεχόμενη καθιέρωση υποδομής, θα πρέπει να προβλεφθεί ένας μηχανισμός διαχείρισης της ΕΚΤ·

16.   καταδικάζει το γεγονός ότι η ΕΚΤ ήρθε σε επαφή με την ευρωπαϊκή επιτροπή ρυθμιστικών αρχών των αγορών κινητών αξιών όσον αφορά μέτρα του επιπέδου 2 προτού καν ενεργήσει ο νομοθέτης·

17.   συμμερίζεται τους φόβους που έχει εκφράσει η ΕΚΤ όσον αφορά τα αμοιβαία κεφάλαια υψηλού κινδύνου και καλεί, ως εκ τούτου, την ΕΚΤ να εκπονήσει περαιτέρω αναλύσεις στον τομέα αυτό·

18.   καλεί την Επιτροπή να δώσει μεγαλύτερη προσοχή στον αντίκτυπο που έχει η συμπεριφορά των χρηματοπιστωτικών αγορών στη μακροοικονομική κατάσταση της ζώνης του ευρώ·

19.   επισημαίνει τους κινδύνους που εγκυμονούν για τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών οι διασυνοριακές συγχωνεύσεις· ζητεί ως εκ τούτου από την ΕΚΤ να εκπονήσει σχετική ανάλυση, εστιαζόμενη ιδίως στο ζήτημα του δανειστή εσχάτης ανάγκης, και να υποβάλει αντίστοιχες αναλύσεις στο πλαίσιο του νομισματικού διαλόγου του 2007·

20.   αναμένει με ενδιαφέρον την εφαρμογή ολοκληρωμένου συστήματος TARGET II, το οποίο θα βελτιώσει τη διαχείριση των ρευστών διαθέσιμων στο πλαίσιο του ΕΣΚΤ και θα αποφέρει σημαντικά αυξημένη αποτελεσματικότητα· προτρέπει το ΕΣΚΤ να διαμορφώσει διεξοδικό, διαφανές και στέρεο νομικό πλαίσιο για τη μελλοντική λειτουργία του TARGET II·

21.   εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η ΕΚΤ, όπως και το Συμβούλιο, δεν έκρινε σκόπιμο να ενημερώσει το Κοινοβούλιο σχετικά με το Μνημόνιο συμφωνίας για τη διαχείριση των χρηματοπιστωτικών κρίσεων·

Εξωτερικός ρόλος του ευρώ

22.   επαναλαμβάνει το αίτημά του για ενέργειες με στόχο την ενοποίηση της εκπροσώπησης της ζώνης του ευρώ στο πλαίσιο των διεθνών χρηματοπιστωτικών οργανισμών, προκειμένου τα συμφέροντά της να προστατεύονται με ισχύ ανάλογη του οικονομικού βάρους της·

23.   παρατηρεί με ενδιαφέρον τις εξαγγελίες αρκετών κεντρικών τραπεζών ότι προτίθενται να αυξήσουν το ποσοστό των συναλλαγματικών διαθεσίμων τους που τηρούνται σε ευρώ· ζητεί από την ΕΚΤ να παρακολουθεί με προσοχή τις εν λόγω κινήσεις και, στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσής της σχετικά με τον διεθνή ρόλο του ευρώ, να προσδιορίσει ποσοτικά και να αναλύσει τις συνέπειές τους, ιδίως όσον αφορά τις συναλλαγματικές ισοτιμίες·

Τραπεζογραμμάτια

24.   παρατηρεί ότι η αξία των κυκλοφορούντων τραπεζογραμματίων σε ευρώ συνέχισε να αυξάνεται με ταχύ ρυθμό, εμφανίζοντας άνοδο 12,8% το 2005· επισημαίνει ότι αυτή η συνεχιζόμενη αύξηση οφείλεται κυρίως στα τραπεζογραμμάτια μεγάλης ονομαστικής αξίας, και ιδίως στα τραπεζογραμμάτια των 500 ευρώ, των οποίων η αύξηση σε αριθμό άγγιξε το 20,9%· ζητεί από την ΕΚΤ να διερευνήσει τους λόγους αυτής της αισθητής αύξησης και να αναλύσει το είδος των συναλλαγών που πραγματοποιήθηκαν με τα εν λόγω τραπεζογραμμάτια και την κατανομή ανά χώρα ζήτησης, προκειμένου να εντοπιστούν οι κίνδυνοι που μπορεί να συνδέονται με το εν λόγω γεγονός·

25.   εκτιμά ότι η πρώτη γενιά τραπεζογραμματίων, από τα οποία λείπουν όλες οι απεικονίσεις ζώντων οργανισμών, πραγματικών τοπίων ή μνημείων, συμβάλλει στη διαμόρφωση ψυχρής εικόνας της νομισματικής ολοκλήρωσης και συμβάλλει στην αποστασιοποίηση των Ευρωπαίων από το ευρώ· καλεί την ΕΚΤ να εισαγάγει στη δεύτερη γενιά τραπεζογραμματίων ζώντες οργανισμούς, τοπία, ευρωπαϊκά ανθρώπινα έργα ή ευρωπαϊκές προσωπικότητες που χαίρουν συναίνεσης· καλεί την ΕΚΤ να του υποβάλει τις σκέψεις της επί του θέματος·

Δημοκρατικός έλεγχος

26.   εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η ΕΚΤ τάσσεται σαφώς υπέρ της επικύρωσης του σχεδίου συντάγματος, που απαριθμεί τα απαραίτητα στοιχεία του πλαισίου πολιτικής για την ΟΝΕ εντός των ορίων τόσο του νομισματικού πυλώνα όσο και του οικονομικού και φορολογικού πυλώνα· υπογραμμίζει ότι η διαδικασία επικύρωσης δεν ασκεί ουδεμία επιρροή στη λειτουργία της νομισματικής ένωσης και δεν επηρεάζει τη σταθερότητα του ευρώ· καλεί την ΕΚΤ να συνεχίσει να εγγυάται την αξιοπιστία του ευρώ και να διασφαλίζει τη σταθερότητα των τιμών, που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση ενός μη πληθωριστικού μακροοικονομικού περιβάλλοντος που προάγει την οικονομική ανάπτυξη και τη δημιουργία απασχόλησης·

27.   εκτιμά ότι έχει αποδειχτεί η αξία της ανεξαρτησίας της ΕΚΤ, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας διορισμού των μελών της εκτελεστικής επιτροπής· υπογραμμίζει ότι στο άρθρο 112, παράγραφος 2, στοιχείο β), της Συνθήκης ορίζεται ότι τα μέλη της εκτελεστικής επιτροπής της ΕΚΤ επιλέγονται μεταξύ ατόμων των οποίων το κύρος και η επαγγελματική εμπειρία στον νομισματικό ή τραπεζικό τομέα χαίρουν αναγνώρισης, και τονίζει ότι η ιθαγένειά τους δεν θα μπορούσε να διαδραματίσει κανέναν ρόλο και ότι πρέπει να συνεχίσουν να κρίνονται με γνώμονα αυστηρά και μόνο τα κριτήρια της Συνθήκης, όπως για παράδειγμα το κριτήριο των προσόντων τους· θεωρεί ότι η εκ των προτέρων απόδοση λογαριασμού σε δημοκρατικά εκλεγμένο όργανο και η διαφάνεια θα βελτιώνονταν εάν το Συμβούλιο αξιολογούσε αρκετούς εν δυνάμει υποψήφιους και εάν ο υποψήφιος που προτείνεται από το Συμβούλιο υπόκειται σε ψήφο έγκρισης εκ μέρους του Κοινοβουλίου·

28.   καλεί το Συμβούλιο να παραμείνει πιστό στη διαδικασία διορισμού των μελών της εκτελεστικής επιτροπής· υπογραμμίζει ότι είναι πρόθυμο να δρομολογήσει μαζί με τα άλλα θεσμικά όργανα διερεύνηση των ενδεχόμενων βελτιώσεων πριν από την επόμενη ανανέωση της εκτελεστικής επιτροπής το 2010·

29.   θεωρεί ότι ο νομισματικός διάλογος μεταξύ του Κοινοβουλίου και της ΕΚΤ στέφθηκε με επιτυχία, η οποία θα πρέπει περαιτέρω να ενισχυθεί· υπογραμμίζει ότι η εκ των υστέρων ευθύνη της ΕΚΤ έχει ζωτική σημασία για την εμπιστοσύνη των χρηματοπιστωτικών αγορών και, συνεπώς, τη σταθερότητά τους· θεωρεί ότι η ενότητα της εκτελεστικής επιτροπής και του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ πρέπει να εξακολουθήσει να εξασφαλίζεται στη δημόσια παρουσία τους· υποστηρίζει μια στοχοθετημένη πολιτική ενημέρωσης από την ΕΚΤ έναντι του Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής· τονίζει ρητά ότι το αίτημα για βελτιώσεις στην πολιτική επικοινωνίας της ΕΚΤ πρέπει να γίνει αντιληπτό αυστηρά και μόνο στο πλαίσιο της ταυτόχρονης διατήρησης της ανεξαρτησίας της ΕΚΤ και των οργάνων της· υπενθυμίζει ωστόσο ότι ζήτησε να δημοσιεύεται ετησίως όχι μόνον επισκόπηση με ανάλυση ανά χώρα αλλά και περιφερειακή και διασυνοριακή επισκόπηση των σχετικών τάσεων, στα πρότυπα του "Beige Book" της Αμερικανικής Κεντρικής Τράπεζας, γεγονός το οποίο θα έδινε στην ΕΚΤ τη δυνατότητα να επηρεάσει τη συζήτηση για τις τάσεις της παραγωγικότητας και τις προοπτικές σχετικά με τις τιμές και τις αμοιβές· καλεί την ΕΚΤ να εξετάσει το ενδεχόμενο δημοσίευσης συνοπτικών πρακτικών·

30.   υπογραμμίζει ότι η αξιοπιστία της ΕΚΤ εξαρτάται επίσης από τον υψηλό βαθμό διαφάνειας των διαδικασιών λήψης αποφάσεων που ακολουθεί· επαναλαμβάνει το αίτημα του να δημοσιεύονται, λίγο μετά τις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ, συνοπτικά πρακτικά των εν λόγω συνεδριάσεων, τα οποία να παρουσιάζουν με σαφήνεια τα επιχειρήματα υπέρ και κατά των αποφάσεων που ελήφθησαν και τους λόγους για τους οποίους ελήφθησαν οι εν λόγω αποφάσεις και κατά πόσο αυτές οι αποφάσεις ελήφθησαν ομόφωνα ή όχι· υπογραμμίζει ότι αυτή η μορφή επικοινωνίας δεν μπορεί να αντικαταστήσει την ενημέρωση που παρέχεται από τον πρόεδρο της ΕΚΤ αμέσως μετά την έγκριση νομισματικών αποφάσεων, ενημέρωση που παρέχει πολύτιμες και έγκαιρες επισημάνσεις στους παρατηρητές και στους παράγοντες της αγοράς· θεωρεί σημαντική την εν λόγω διαφάνεια, διότι η αγορά μπορεί κατ' αυτό τον τρόπο να έχει σαφέστερη εικόνα για τη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ·

31.   υπενθυμίζει ότι απέρριψε ως υπερβολικά περίπλοκο το σύστημα των εκ περιτροπής δικαιωμάτων ψήφου για τις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ όπως εγκρίθηκε το 2003· εκτιμά ότι, εν όψει μελλοντικών διευρύνσεων της ζώνης του ευρώ, πρέπει να θεσπισθεί σύστημα που θα είναι ταυτόχρονα δίκαιο και αποτελεσματικό· υπενθυμίζει το ψήφισμά του για εννεαμελές συμβούλιο της ΕΚΤ το οποίο θα ήταν υπεύθυνο για τη νομισματική πολιτική, κατά τρόπο ώστε να αντικατασταθεί το παρόν δύσκαμπτο σύστημα και να αποφευχθεί η ακόμη περιπλοκότερη λύση που αποφασίστηκε για το μέλλον· ζητεί μετ' επιτάσεως να τροποποιηθεί αναλόγως η Συνθήκη·

32.   καλεί την ΕΚΤ, στο πλαίσιο της στρατηγικής της στον τομέα της επικοινωνίας, να δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στις ακροάσεις του προέδρου της από την επιτροπή του Κοινοβουλίου που είναι αρμόδια για τα οικονομικά και νομισματικά θέματα·

Διαχείριση της ΕΚΤ

33.   παρατηρεί ότι το προσωπικό της ΕΚΤ αυξάνεται σημαντικά και αδιάκοπα από το 1999, κατά 86% την εν λόγω περίοδο· παρατηρεί ότι η ΕΚΤ εμφανίζει προσωρινό πάγωμα του προσωπικού της κατά τη διάρκεια αρκετών μηνών του 2005, αλλά το προσωπικό της συνέχισε παρ" όλα αυτά να αυξάνεται κατά 3,5% το 2005· επισημαίνει ότι η ΕΚΤ έχει υπογραμμίσει τη βούλησή της να αυξήσει την εσωτερική της αποτελεσματικότητα· θεωρεί ότι ο στόχος αυτός είναι αξιέπαινος και ελπίζει να επιτευχθεί σε βιώσιμη βάση, ιδίως μέσω μακροπρόθεσμης σταθεροποίησης του προσωπικού·

34.   υπογραμμίζει τη σημασία που πρέπει να δοθεί από την ΕΚΤ και τις εθνικές κεντρικές τράπεζες στην ποιότητα του διαλόγου, στη διαφάνεια των πληροφοριών και στην αναγνώριση του συνδικαλιστικού παράγοντα κατά τις συνεδριάσεις της Επιτροπής Προσωπικού·

35.   εκτιμά ότι η συμμετοχή των υπαλλήλων και των συνδικαλιστικών οργανώσεών τους στη λήψη των αποφάσεων που τους αφορούν, καθώς και ένας κοινωνικός διάλογος υψηλού επιπέδου, θα συμβάλουν στην εμφάνιση κοινού πνεύματος στο πλαίσιο του Ευρωσυστήματος και του ΕΣΚΤ·

36.   παρατηρεί ότι ολόκληρο το πλεόνασμα της χρήσης 2005 της ΕΚΤ, ύψους 992 εκατομμυρίων ευρώ, έχει διοχετευθεί σε προβλέψεις για την κάλυψη του συναλλαγματικού κινδύνου, του επιτοκιακού κινδύνου και του κινδύνου διακυμάνσεων της τιμής του χρυσού, με αποτέλεσμα το καθαρό κέρδος να είναι μηδενικό· σημειώνει ότι το ύψος αυτών των προβλέψεων θα επανεξετάζεται κάθε χρόνο· διαπιστώνει παράλληλα ότι το κόστος κατασκευής της νέας έδρας της ΕΚΤ υπολογίζεται στα 850 εκατομμύρια ευρώ· ζητεί από την ΕΚΤ να αποσαφηνίσει τους στόχους της για το επίπεδο των ιδίων κεφαλαίων και των προβλέψεων, καθώς και να ασκήσει πολιτική προϋπολογισμού η οποία, ενώ θα καλύπτει τους κινδύνους στους οποίους εκτίθεται, θα της επιτρέπει να επιτυγχάνει ικανοποιητικά χρηματοοικονομικά αποτελέσματα·

o
o   o

37.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στον πρόεδρο της Ευρωομάδας, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

(1) ΕΕ C 138 της 4.5.1998, σ. 177.
(2) ΕΕ C 157 Ε της 6.7.2006, σ. 19.
(3) Κείμενα που εγκρίθηκαν στις 4.4.2006, P6_TA(2006)0124.
(4) Κείμενα που εγκρίθηκαν στις 17.5.2006, P6_TA(2006)0214.
(5) ΕΕ C 61 E της 10.3.2004, σ. 374.
(6) Κείμενα που εγκρίθηκαν στις 14.3.2006, P6_TA(2006)0076.

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου