Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την τροποποίηση του άρθρου 81 του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Εκτελεστικές εξουσίες (2006/2211(REG))
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,
– έχοντας υπόψη την από 6 Ιουλίου 2006 θέση του σχετικά με το σχέδιο απόφασης του Συμβουλίου για την τροποποίηση της απόφασης 1999/468/ΕΚ περί καθορισμού των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή και ιδίως την παράγραφο 2(1),
– έχοντας υπόψη την απόφαση του Συμβουλίου 2006/512/ΕΚ, της 17ης Ιουλίου 2006, για την τροποποίηση της απόφασης 1999/468/ΕΚ περί καθορισμού των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή(2),
– έχοντας υπόψη την από 20 Ιουλίου 2006 επιστολή του Προέδρου του,
– έχοντας υπόψη τα άρθρα 201 και 202 του Κανονισμού του,
– έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων (A6-0415/2006),
εκτιμώντας τα εξής:
Α. οι διαπραγματεύσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής κατέληξαν στη σύναψη διοργανικής συμφωνίας υπό μορφή κοινής δήλωσης, η οποία χαιρέτιζε το σχέδιο περί νέας διαδικασίας που θα εισαγόταν στην απόφαση του 1999/468/ΕΚ,
Β. η νέα διαδικασία, γνωστή ως "κανονιστική διαδικασία με έλεγχο", επιτρέπει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο να ελέγχουν κατά τρόπο ισότιμο "οιονεί νομοθετικά" μέτρα κατ" εφαρμογή νομοθετικού κειμένου που εγκρίθηκε με συναπόφαση, και να τα απορρίπτουν,
Γ. η απόφαση 2006/512/ΕΚ συνοδεύεται από την κοινή αυτή δήλωση, από δήλωση της Επιτροπής που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά του Συμβουλίου και από δηλώσεις της Επιτροπής όσον αφορά την υλοποίηση και εφαρμογή της νέας διαδικασίας,
Δ. επιβάλλεται η τροποποίηση του άρθρου 81 του Κανονισμού, ούτως ώστε να μπορεί το Κοινοβούλιο να κάνει χρήση των δικαιωμάτων δυνάμει της νέας διαδικασίας υπό τις βέλτιστες δυνατές προϋποθέσεις,
1. αποφασίζει να επιφέρει στον Κανονισμό του την κατωτέρω τροποποίηση·
2. αποφασίζει ότι η εν λόγω τροποποίηση τίθεται σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2007·
3. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διασφαλίσει μέσω διακανονισμών με τα άλλα θεσμικά όργανα σε διοικητικό επίπεδο ότι τα σχέδια μέτρων δεν θα διαβιβάζονται στο Κοινοβούλιο όταν επίκεινται οι διακοπές του Κοινοβουλίου·
4. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει την παρούσα απόφαση, προς ενημέρωση, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.
Ισχύον κείμενο
Τροπολογίες
Τροπολογίες 1 και 2 Άρθρο 81
Εκτελεστικές εξουσίες
Εκτελεστικά μέτρα
1. Όταν η Επιτροπή διαβιβάζει στο Κοινοβούλιο σχέδιο εκτελεστικού μέτρου, ο Πρόεδρος διαβιβάζει το εν λόγω έγγραφο στην επιτροπή την αρμόδια για την πράξη από την οποία απορρέουν οι εκτελεστικές διατάξεις.
1. Όταν η Επιτροπή διαβιβάζει στο Κοινοβούλιο σχέδιο εκτελεστικών μέτρων, ο Πρόεδρος διαβιβάζει το σχέδιο μέτρων στην επιτροπή που είναι αρμόδια για την πράξη από την οποία απορρέουν τα εκτελεστικά μέτρα. Όταν έχει προηγηθεί ενισχυμένη συνεργασία μεταξύ επιτροπών με θέμα τη βασική πράξη, η αρμόδια επί της ουσίας επιτροπή καλεί τις λοιπές επιτροπές να ανακοινώσουν τις απόψεις τους προφορικώς ή διά επιστολής.
2. Μετά από πρόταση της αρμόδιας επιτροπής, το Κοινοβούλιο μπορεί, εντός ενός μηνός ‐ή τριών μηνών για μέτρα χρηματοοικονομικών υπηρεσιών‐ από την ημερομηνία παραλαβής του σχεδίου εκτελεστικού μέτρου, να εγκρίνει ψήφισμα που να αντιτίθεται στο μέτρο, ιδίως αν αυτό υπερβαίνει τις εκτελεστικές εξουσίες που έχουν προβλεφθεί στη βασική πράξη. Εάν δεν υπάρχει περίοδος συνόδου πριν από την εκπνοή της προθεσμίας, ή εφόσον απαιτούνται επείγουσες ενέργειες, το δικαίωμα αντίδρασης θεωρείται ότι έχει μεταβιβασθεί στην αρμόδια επιτροπή. Τούτο λαμβάνει τη μορφή επιστολής του προέδρου της κοινοβουλευτικής επιτροπής προς τον αρμόδιο Επίτροπο και γνωστοποιείται σε όλους τους βουλευτές του Κοινοβουλίου. Εάν το Κοινοβούλιο αντιτεθεί στο εν λόγω μέτρο, ο Πρόεδρος ζητεί από την Επιτροπή να αποσύρει ή να τροποποιήσει το μέτρο αυτό ή να υποβάλει πρόταση με βάση την ενδεδειγμένη νομοθετική διαδικασία.
2. Ο πρόεδρος της αρμόδιας επιτροπής ορίζει προθεσμία εντός της οποίας οι βουλευτές δύνανται να προτείνουν να αντιταχθεί η επιτροπή στο σχέδιο μέτρων. Εφόσον η επιτροπή το κρίνει σκόπιμο, δύναται να αποφασίσει τον ορισμό εισηγητή από τα μέλη της ή τους μόνιμους αναπληρωτές τους. Εάν η επιτροπή αντιταχθεί στο σχέδιο μέτρων, ο πρόεδρος υποβάλλει εξ ονόματος της επιτροπής πρόταση ψηφίσματος που αντιτίθεται στην έγκριση του σχεδίου μέτρων· η πρόταση αυτή μπορεί επίσης να περιλαμβάνει τις αλλαγές που θα πρέπει να επέλθουν στο σχέδιο μέτρων. Εάν, εντός της προθεσμίας που ισχύει από την ημέρα παραλαβής του σχεδίου μέτρων, το Κοινοβούλιο εγκρίνει τέτοιο ψήφισμα, ο Πρόεδρος ζητεί από την Επιτροπή να αποσύρει ή να τροποποιήσει το σχέδιο μέτρων ή να υποβάλει πρόταση κατά την ενδεδειγμένη νομοθετική διαδικασία.
3.Εάν δεν μεσολαβεί περίοδος συνόδου πριν παρέλθει η προθεσμία, τεκμαίρεται ότι το δικαίωμα απάντησης έχει μεταβιβασθεί στην αρμόδια επιτροπή. Η απάντηση αυτή λαμβάνει τη μορφή επιστολής του προέδρου της κοινοβουλευτικής επιτροπής προς τον αρμόδιο Επίτροπο και κοινοποιείται σε όλους τους βουλευτές του Κοινοβουλίου.
4.Εάν τα εκτελεστικά μέτρα που προβλέπει η Επιτροπή εμπίπτουν στο πλαίσιο της κανονιστικής διαδικασίας με έλεγχο, δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 3, ενώ οι παράγραφοι 1 και 2 συμπληρώνονται ως εξής:
α) η προθεσμία για τον έλεγχο εκκινεί από τη στιγμή της υποβολής του σχεδίου μέτρων στο Κοινοβούλιο σε όλες τις επίσημες γλώσσες·
β) το Κοινοβούλιο δύναται να αντιταχθεί στην έγκριση του σχεδίου μέτρων αιτιολογώντας την αντίθεσή του με την επισήμανση ότι το σχέδιο μέτρων υπερβαίνει τις εκτελεστικές εξουσίες που προβλέπει η βασική πράξη, δεν συνάδει προς το σκοπό ή το περιεχόμενο της βασικής πράξης ή δεν σέβεται τις αρχές της επικουρικότητας ή της αναλογικότητας·
γ) το Κοινοβούλιο δύναται να αντιταχθεί στην έγκριση του σχεδίου μέτρων με την πλειοψηφία των μελών του.
δ) εάν το σχέδιο μέτρων βασίζεται στην παράγραφο 5 ή 6 του άρθρου 5α της απόφασης 1999/468/ΕΚ, η οποία προβλέπει συγκεκομμένα χρονικά όρια για την έκφραση αντίθεσης από το Κοινοβούλιο, πρόταση ψηφίσματος που αντιτίθεται στην έγκριση του σχεδίου μέτρων δύναται να κατατεθεί από τον πρόεδρο της αρμόδιας επιτροπής εάν η επιτροπή δεν κατέστη δυνατό να συνεδριάσει στον διαθέσιμο χρόνο.