Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2007/0013(COD)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A6-0497/2007

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A6-0497/2007

Συζήτηση :

PV 14/01/2008 - 17
CRE 14/01/2008 - 17

Ψηφοφορία :

PV 15/01/2008 - 8.4
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P6_TA(2008)0004

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 445kWORD 106k
Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2008 - Στρασβούργο
Αερολιμενικά τέλη ***I
P6_TA(2008)0004A6-0497/2007
Ψήφισμα
 Ενοποιημένο κείμενο

Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 15ης Ιανουαρίου 2008 σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα αερολιμενικά τέλη (COM(2006)0820 – C6-0056/2007 – 2007/0013(COD))

(Διαδικασία συναπόφασης: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2006)0820),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 251, παράγραφος 2, και το άρθρο 80 παράγραφος 2 της Συνθήκης ΕΚ, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C6-0056/2007),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 51 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Μεταφορών και Τουρισμού και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων και της Επιτροπής Περιφερειακής Ανάπτυξης (A6-0497/2007),

1.   εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής όπως τροποποιήθηκε·

2.   ζητεί από την Επιτροπή να του υποβάλει εκ νέου την πρόταση, αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή να την αντικαταστήσει με νέο κείμενο·

3.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.


Θέση του Ευρωπαϊκού Kοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 15 Ιανουαρίου 2008 εν όψει της έγκρισης οδηγίας 2008/…/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τα αερολιμενικά τέλη
P6_TC1-COD(2007)0013

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ιδίως το άρθρο 80 παράγραφος 2,

έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής║,

έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(1),

έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών(2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 251 της Συνθήκης(3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)  Κύρια αποστολή και εμπορική δραστηριότητα των αερολιμένων είναι να εξασφαλίζουν τον χειρισμό αεροσκαφών, από την προσγείωση έως την απογείωσή τους, και επιβατών και φορτίου, έτσι ώστε να επιτρέπουν στους αερομεταφορείς να παρέχουν υπηρεσίες μεταφοράς. Προς το σκοπό αυτό, οι αερολιμένες προσφέρουν ορισμένες διευκολύνσεις και υπηρεσίες σχετιζόμενες με την εκμετάλλευση αεροσκαφών και τη διακίνηση επιβατών και φορτίου, το κόστος των οποίων ανακτούν εν γένει μέσω των αερολιμενικών τελών. Οι διευκολύνσεις και οι υπηρεσίες για τις οποίες επιβάλλονται τέλη θα πρέπει να παρέχονται σε αποδοτική από απόψεως κόστους βάση.

(2)  Είναι αναγκαίο να διαμορφωθεί ένα κοινό πλαίσιο, το οποίο να διέπει τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά των αερολιμενικών τελών και τον τρόπο καθορισμού τους, διότι, χωρίς ένα τέτοιο πλαίσιο, ενδέχεται να μην τηρούνται βασικές απαιτήσεις στις σχέσεις μεταξύ φορέων διαχείρισης και χρηστών των αερολιμένων.

(3)  Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στους αερολιμένες, οι οποίοι βρίσκονται στο έδαφος της Κοινότητας και υπερβαίνουν ένα ελάχιστο μέγεθος, καθόσον η διαχείριση και η χρηματοδότηση των μικρών αερολιμένων απαιτούν την εφαρμογή κοινοτικού πλαισίου.

(4)  Η είσπραξη των τελών για την παροχή αεροναυτιλιακών υπηρεσιών και την επίγεια εξυπηρέτηση έχει ήδη αποτελέσει το αντικείμενο του κανονισμού (EΚ) αριθ. 1794/2006 της Επιτροπής(4) ║και της οδηγίας 96/67/EΚ του Συμβουλίου(5) ║, αντίστοιχα.

(5)  Τα αερολιμενικά τέλη δεν πρέπει να εισάγουν διακρίσεις. Πρέπει να καθιερωθεί υποχρεωτική διαδικασία τακτικής διαβούλευσης μεταξύ φορέων διαχείρισης των αερολιμένων και των χρηστών τους, η οποία θα δίνει και στις δύο πλευρές τη δυνατότητα να προσφεύγουν σε ανεξάρτητη ρυθμιστική αρχή όποτε τίθεται σε αμφισβήτηση από τους χρήστες του αερολιμένα μια απόφαση σχετικά με τα αερολιμενικά τέλη ή την τροποποίηση του συστήματος χρέωσης.

(6)  Σε κάθε κράτος μέλος πρέπει να οριστεί ή να συσταθεί ανεξάρτητη ρυθμιστική αρχή, ώστε να εξασφαλισθεί η αμεροληψία των αποφάσεών της και η αποτελεσματική εφαρμογή της οδηγίας. Η εν λόγω αρχή πρέπει να διαθέτει όλους τους απαραίτητους πόρους, όσον αφορά το προσωπικό, την εμπειρία και τα οικονομικά μέσα, για να φέρει σε πέρας τα καθήκοντά της, ούτως ώστε να διασφαλίζεται ότι οι αερολιμένες παρέχουν τις υπηρεσίες και τις διευκολύνσεις τους σε αποδοτική από απόψεως κόστους βάση.

(7)  Είναι ζωτικής σημασίας για τους χρήστες των αερολιμένων να ενημερώνονται από τον φορέα διαχείρισης των αερολιμένων, σε τακτική βάση, για τον τρόπο και τη βάση υπολογισμού των αερολιμενικών τελών. Η διαφάνεια θα παρέχει στους αερομεταφορείς εικόνα για το κόστος στο οποίο υποβάλλεται ο αερολιμένας και για την παραγωγικότητα των επενδύσεων του αερολιμένα. Για να μπορεί ο φορέας διαχείρισης ενός αερολιμένα να εκτιμά ορθά το ύψος των μελλοντικών του επενδύσεων, απαιτείται από τους χρήστες των αερολιμένων να διαβιβάζουν έγκαιρα στον φορέα διαχείρισης όλες τις επιχειρησιακές τους προβλέψεις, τα αναπτυξιακά τους έργα και τα ιδιαίτερα αιτήματα και επιθυμίες τους.

(8)  Οι αερολιμένες οφείλουν να πληροφορούν τους χρήστες των αερολιμένων για τα κύρια έργα υποδομών, διότι τα έργα αυτά έχουν σημαντικό αντίκτυπο στο ύψος των αερολιμενικών τελών. Η πληροφόρηση αυτή πραγματοποιείται κατά τρόπο που επιτρέπει την παρακολούθηση του κόστους της υποδομής, την παροχή κατάλληλων και αποτελεσματικών διευκολύνσεων στον αντίστοιχο αερολιμένα.

(9)  Δεδομένης της εμφάνισης αερομεταφορέων που εκτελούν αερομεταφορές με χαμηλό κόστος, οι εξυπηρετούμενοι αερολιμένες πρέπει να είναι σε θέση να εφαρμόζουν τέλη αντίστοιχα της υποδομής ή/και του επιπέδου εξυπηρέτησης, διότι οι αερομεταφορείς έχουν νόμιμο συμφέρον να απαιτούν από έναν αερολιμένα υπηρεσίες ανάλογες της σχέσης τιμής/ποιότητας. Ωστόσο, η χωρίς διακρίσεις πρόσβαση σε αυτό το διαφορετικό επίπεδο υποδομής ή υπηρεσιών πρέπει να επιτρέπεται σε όλους τους αερομεταφορείς που επιθυμούν να τις χρησιμοποιούν. Σε περίπτωση που η ζήτηση υπερβαίνει την προσφορά, η πρόσβαση πρέπει να καθορίζεται με βάση αντικειμενικά και ισότιμα κριτήρια που θα ορίσει ο φορέας διαχείρισης του αερολιμένα. Κάθε διαφοροποίηση ή/και αύξηση των τελών πρέπει να είναι διαφανής, αντικειμενική και να βασίζεται σε σαφή κριτήρια. Η διαφοροποίηση θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως κίνητρο για τη δημιουργία νέων γραμμών, προάγοντας με αυτόν τον τρόπο την περιφερειακή ανάπτυξη, σε περιφέρειες που παρουσιάζουν γεωγραφικά μειονεκτήματα και μειονεκτήματα που οφείλονται σε φυσικά φαινόμενα, συμπεριλαμβανομένων των άκρως απομακρυσμένων περιφερειών.

(10)  Επειδή οι μέθοδοι καθορισμού και είσπραξης των επιβαρύνσεων για την κάλυψη του κόστους ασφαλείας διαφέρουν στην Κοινότητα, χρειάζεται εναρμόνιση της βάσης χρέωσης του κόστους ασφαλείας στους κοινοτικούς αερολιμένες, η οποία να εξασφαλίζει ότι το κόστος ασφαλείας ενσωματώνεται στα αερολιμενικά τέλη. Στους αερολιμένες αυτούς, τα τέλη πρέπει να συνδέονται με το πραγματικό κόστος ασφαλείας, με ορθή διαχείριση τυχόν δημόσιας χρηματοδότησης και κρατικής ενίσχυσης για το κόστος ασφαλείας, η δε υπηρεσία θα πρέπει να παρέχεται σε τιμή κόστους και να μην αποκομίζεται κέρδος. Τα έσοδα που προέρχονται από αερολιμενικά τέλη που έχουν επιβληθεί για την κάλυψη του κόστους ασφαλείας, πρέπει να χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την εφαρμογή μέτρων ασφαλείας.

(11)  Οι χρήστες των αερολιμένων δικαιούνται καθορισμένο επίπεδο εξυπηρέτησης για τα τέλη που καταβάλλουν. Για να εξασφαλισθεί αυτό, το επίπεδο εξυπηρέτησης πρέπει να συμφωνείται, σε τακτική βάση, μεταξύ του φορέα διαχείρισης του αερολιμένα και της(των) ένωσης(εων) εκπροσώπησης των χρηστών του αερολιμένα.

(12)  Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης, και ιδίως των άρθρων 81 έως 89.

(13)  Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας δεν είναι δυνατόν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, διότι δεν είναι δυνατόν να καθιερωθούν στο επίπεδό τους συστήματα αερολιμενικών τελών με ενιαίο τρόπο σε όλη την Κοινότητα, και, επομένως, μπορούν να επιτευχθούν αποτελεσματικότερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη των συγκεκριμένων στόχων,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο

1.  Η παρούσα οδηγία θέτει κοινές αρχές για την είσπραξη των αερολιμενικών τελών στους κοινοτικούς αερολιμένες. Αυτό ισχύει με την επιφύλαξη της ελευθερίας που διαθέτουν οι υπηρεσίες διαχείρισης του αερολιμένα να επιλέγουν σύστημα ενιαίου ή διπλού ταμείου ή μικτό σύστημα.

2.  Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε κάθε αερολιμένα ο οποίος βρίσκεται σε έδαφος υποκείμενο στις διατάξεις της Συνθήκης και είναι ανοικτός στην εμπορική κίνηση, εφόσον έχει ετήσια κίνηση που υπερβαίνει τα πέντε εκατομμύρια διακινουμένων επιβατών, ή που αντιστοιχεί σε περισσότερο από το 15 % της επιβατικής κίνησης στο κράτος μέλος στο οποίο ευρίσκεται.

Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να εφαρμόσουν την παρούσα οδηγία και σε άλλους αερολιμένες εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο, αφού προηγηθεί ενδελεχής διερεύνηση από πλευράς της αρμόδιας για τον ανταγωνισμό εθνικής αρχής.

Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται επίσης στα αερολιμενικά δίκτυα και σε όλους τους αερολιμένες που είναι οργανωμένοι σε δίκτυα και ευρίσκονται σε έδαφος υποκείμενο στις διατάξεις της Συνθήκης.

Τα κράτη μέλη δημοσιεύουν κατάλογο των αερολιμένων που ευρίσκονται στο έδαφός τους και υπόκεινται στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας. Ο κατάλογος αυτός βασίζεται σε δεδομένα της EUROSTAT και ενημερώνεται ετησίως.

Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται για τα τέλη που εισπράττονται επ'αμοιβή των αεροναυτιλιακών υπηρεσιών κατά τη διαδρομή και των τερματικών αεροναυτιλιακών υπηρεσιών σύμφωνα με τον κανονισμό (EΚ) αριθ. 1794/2006 ║, ή για τα τέλη που εισπράττονται επ'αμοιβή της επίγειας εξυπηρέτησης, όπως αναφέρεται στο παράρτημα της οδηγίας 96/67/EΚ ║, ή για τα τέλη που επιβάλλονται για τη χρηματοδότηση της παροχής βοήθειας σε επιβάτες με ειδικές ανάγκες και επιβάτες με περιορισμένη κινητικότητα, που αναφέρονται στον κανονισμό (EΚ) αριθ. 1107/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006 , σχετικά με τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία και των ατόμων με μειωμένη κινητικότητα όταν ταξιδεύουν αεροπορικώς(6).

Η παρούσα οδηγία δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών να εφαρμόζουν πρόσθετα κανονιστικά μέτρα, τα οποία είναι συμβιβάσιμα με την παρούσα οδηγία, ή άλλες σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου σε ό,τι αφορά φορείς διαχείρισης αερολιμένων εγκατεστημένων στο έδαφός τους. Τα μέτρα είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν την έγκριση συστημάτων χρέωσης ή/και του ύψους των τελών με βάση το δίκαιο περί ανταγωνισμού.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Στην παρούσα οδηγία νοείται ως:

   α) "αερολιμένας", κάθε χώρος διαρρυθμισμένος ειδικά για την προσγείωση, την απογείωση και τους ελιγμούς αεροσκαφών, συμπεριλαμβανομένων των τυχών βοηθητικών εγκαταστάσεων για τις ανάγκες της κίνησης και της εξυπηρέτησης των αεροσκαφών, καθώς και των εγκαταστάσεων που υποβοηθούν τις εμπορικές αεροπορικές υπηρεσίες·
   β) "φορέας διαχείρισης του αερολιμένα", ο φορέας ο οποίος, σε συνδυασμό ή όχι με άλλες δραστηριότητες, αναλόγως της περίπτωσης, έχει ως αποστολή βάσει εθνικών νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων τη διοίκηση και τη διαχείριση των αερολιμενικών υποδομών ή των υποδομών αερολιμενικών δικτύων και το συντονισμό και τον έλεγχο των δραστηριοτήτων των διαφόρων αερομεταφορέων που εξυπηρετούν τους συγκεκριμένους αερολιμένες ή αερολιμενικά δίκτυα·
   γ) "χρήστης αερολιμένα", κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που μεταφέρει αεροπορικώς επιβάτες, ταχυδρομείο ή/και φορτίο, από ή προς το συγκεκριμένο αερολιμένα·
   δ) "αερολιμενικά τέλη", η εισφορά που εισπράττεται από τον φορέα διαχείρισης του αερολιμένα και καταβάλλεται από τους χρήστες του αερολιμένα ή/και τους επιβάτες τους για την χρήση των διευκολύνσεων και των υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται αποκλειστικά από τον φορέα διαχείρισης του αερολιμένα και αφορούν την προσγείωση, την απογείωση, το φωτισμό και τη στάθμευση αεροσκαφών και τη διακίνηση επιβατών και φορτίου·
   ε) "τέλη ασφαλείας", η εισφορά που έχει υπολογισθεί ειδικά για την κάλυψη όλου ή μέρους του κόστους των ελάχιστων μέτρων ασφαλείας που αποβλέπουν στην προστασία της πολιτικής αεροπορίας από έκνομες ενέργειες, οι οποίες ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2320/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση κοινών κανόνων στο πεδίο της ασφαλείας της πολιτικής αεροπορίας(7)·
   στ) "δίκτυο αερολιμένων", ο αριθμός αερολιμένων εντός κράτους μέλους, των οποίων η διαχείριση γίνεται από φορέα διαχείρισης αερολιμένα που έχει οριστεί από την αρμόδια εθνική αρχή.

Άρθρο 3

Απαγόρευση διακρίσεων

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα αερολιμενικά τέλη δεν εισάγουν διακρίσεις μεταξύ χρηστών των αερολιμένων ή επιβατών.

Η παρούσα διάταξη δεν παρεμποδίζει τη θέσπιση προσαρμογών των τελών για αντικειμενικούς και διαφανείς λόγους γενικού συμφέροντος.

Άρθρο 4

Αερολιμένες σε δίκτυο

Προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι υπάρχει πρόσβαση στους αερολιμένες ενός δικτύου αερολιμένων σε κόστος ανάλογο προς τον αριθμό των επιβατών, τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν στους φορείς διαχείρισης των δικτύων αερολιμένων την εισαγωγή ενιαίου και διαφανούς συστήματος αερολιμενικών τελών σε όλους τους αερολιμένες που ανήκουν στο δίκτυο. Η άδεια δίδεται μόνον υπό τον όρο ότι δεν θα παραμορφωθεί ο ανταγωνισμός μεταξύ των αερολιμένων των διαφόρων κρατών μελών, για παράδειγμα από απόψεως τουρισμού. Σε περίπτωση αντιδικίας, ο ενάγων δύναται να απευθύνεται στην Επιτροπή δυνάμει των σχετικών κανόνων περί ανταγωνισμού.

Άρθρο 5

Διαβουλεύσεις και επανόρθωση

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι σε κάθε αερολιμένα για τον οποίο ισχύει η παρούσα οδηγία καθιερώνεται υποχρεωτική διαδικασία διαβούλευσης μεταξύ του φορέα διαχείρισης του αερολιμένα και των χρηστών του αερολιμένα ή των εκπροσώπων τους για τη λειτουργία της δομής των αερολιμενικών τελών και το ύψος τους, συμπεριλαμβανομένου του επιπέδου της ποιότητας των υπηρεσιών που θα προσφέρει ο φορέας διαχείρισης του αερολιμένα σε αντάλλαγμα για τα αερολιμενικά τέλη. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η διαβούλευση αυτή πραγματοποιείται πριν φορείς διαχείρισης ή χρήστες αερολιμένων υποβάλουν ή επιφέρουν σημαντική αλλαγή της δομής ή του ύψους των αερολιμενικών τελών. Όπου υπάρχει πολυετής συμφωνία μεταξύ του φορέα διαχείρισης του αερολιμένα και των χρηστών του ή των εκπροσώπων τους, η διαβούλευση διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις της συμφωνίας αυτής.

2.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, όποτε είναι δυνατόν, οι αλλαγές του συστήματος αερολιμενικών τελών ή του ύψους τους πραγματοποιούνται σε συμφωνία του φορέα διαχείρισης του αερολιμένα με τους χρήστες του αερολιμένα. Προς το σκοπό αυτό, ο φορέας διαχείρισης του αερολιμένα υποβάλλει τυχόν πρόταση τροποποίησης του συστήματος αερολιμενικών τελών ή του ύψους τους στους χρήστες του αερολιμένα το αργότερο εντός έξι μηνών πριν την έναρξη ισχύος των τελών, καθώς και την αιτιολόγηση των προτεινόμενων αλλαγών. Κατ'αίτηση ενός χρήστη του αερολιμένα, ο φορέας διαχείρισης του αερολιμένα πραγματοποιεί με τους χρήστες του αερολιμένα διαβουλεύσεις για τις αλλαγές που προτείνει και λαμβάνει υπόψη του τις απόψεις τους πριν λάβει τελική απόφαση. Ο φορέας διαχείρισης του αερολιμένα δημοσιεύει την τελική του απόφαση εντός ευλόγου προθεσμίας πριν την έναρξη ισχύος της. Ο φορέας διαχείρισης του αερολιμένα αιτιολογεί την απόφασή του σε σχέση με τις απόψεις των χρηστών του αερολιμένα σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία για τις προτεινόμενες αλλαγές μεταξύ του φορέα διαχείρισης του αερολιμένα και των χρηστών του αερολιμένα.

3.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση οριστικής διαφωνίας επί απόφασης σχετικά με αερολιμενικά τέλη, ο φορέας διαχείρισης του αερολιμένα ή οι χρήστες του, εφόσον εκπροσωπούν τουλάχιστον δύο ανεξάρτητες μεταξύ τους αεροπορικές εταιρίες ή τουλάχιστον το 10% των ετήσιων κινήσεων αεροσκαφών ή του ετήσιου αριθμού επιβατών στο σχετικό αερολιμένα, μπορούν να ζητήσουν την παρέμβαση ανεξάρτητης ρυθμιστικής αρχής, η οποία θα εξετάσει το αιτιολογικό της τροποποίησης του συστήματος αερολιμενικών τελών ή του ύψους αυτών.

Η ανεξάρτητη ρυθμιστική αρχή που ορίζεται ή συγκροτείται δυνάμει του άρθρου 12:

   α) θεσπίζει διαδικασία επίλυσης των διαφωνιών μεταξύ του φορέα διαχείρισης και των χρηστών του αερολιμένα ή των εκπροσώπων τους όσον αφορά τις αλλαγές του ύψους ή της δομής των αερολιμενικών τελών, συμπεριλαμβανομένων τελών που αφορούν την ποιότητα των υπηρεσιών·
   β) προσδιορίζει τους όρους υπό τους οποίους μπορεί μια διαφωνία να προσαχθεί ενώπιόν της προς επίλυση·
   γ) προσδιορίζει τα κριτήρια, βάσει των οποίων θα αξιολογούνται οι διαφορές.

Αυτοί οι όροι και τα κριτήρια δεν εισάγουν διακρίσεις και είναι διαφανείς και σύμφωνα με τις κοινοτικές αρχές περί ανταγωνισμού και της παρούσας οδηγίας.

Η εξέταση μιας αλλαγής του συστήματος αερολιμενικών τελών ή του ύψους αυτών δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.

4.  Ο χρήστης του αερολιμένα πρέπει να υποβάλλει εκ πρώτης όψεως αποδείξεις ότι ο εν λόγω αερολιμένας έλαβε μέτρα κατά παράβαση της κοινοτικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού.

5.  Τούτο δεν θίγει καμία υπάρχουσα διαδικασία επίλυσης διαφορών ή νόμιμης προσφυγής.

Άρθρο 6

Διαφάνεια

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ο φορέας διαχείρισης του αερολιμένα πληροφορεί κάθε χρήστη αερολιμένα, ή τους εκπροσώπους ή τις ενώσεις χρηστών του αερολιμένα, μια φορά ανά έτος για τις συνιστώσες που χρησιμεύουν ως βάση για τον καθορισμό του ύψους όλων των εισπραττόμενων τελών στον αερολιμένα. Η πληροφόρηση περιλαμβάνει τουλάχιστον:

   α) κατάλογο των διαφόρων υπηρεσιών και υποδομών που παρέχονται έναντι του εισπραττόμενου τέλους·
   β) τη μεθοδολογία που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των τελών με αναφορά εάν εφαρμόστηκε ενιαίο ή διπλό ταμείο ή μικτό σύστημα·
   γ) τη γενική διάρθρωση του κόστους του αερολιμένα, σε σχέση με τις καλυπτόμενες εγκαταστάσεις και υπηρεσίες, στο βαθμό που αυτό είναι σημαντικό για τον υπολογισμό των αερολιμενικών τελών και πρέπει να παρουσιάζεται στις ετήσιες εκθέσεις πεπραγμένων·
   δ) τα έσοδα και το κόστος κάθε κατηγορίας τελών αεροδρομίου που εισπράττονται στον αερολιμένα·
   ε) τα έσοδα του αερολιμένα από κρατικές ενισχύσεις, επιδοτήσεις και άλλου είδους νομισματική στήριξη σε σχέση με τα έσοδα από τα τέλη·
   στ) τις κρατικές και περιφερειακές επιδοτήσεις που χορηγούνται στον αερολιμένα και το ποσό των πόρων που προέρχονται από δημόσια χρηματοδότηση σε συνδυασμό με τις υποχρεώσεις παροχής υπηρεσιών·
   ζ) το συνολικό αριθμό απασχολουμένων στις υπηρεσίες για τις οποίες εισπράττονται τα τέλη·
   η) τις προβλέψεις σχετικά με την κατάσταση του αεροδρομίου όσον αφορά ▌την αύξηση της κίνησης και τις τυχόν προτεινόμενες σημαντικές επενδύσεις·
   θ) την τρέχουσα χρήση της υποδομής και του εξοπλισμού του αερολιμένα για μια συγκεκριμένη περίοδο·
   ι) την προβλεπόμενη απόδοση οιωνδήποτε προτεινόμενων μείζονων επενδύσεων ως προς τα αποτελέσματά τους στην χωρητικότητα του αερολιμένα και τις παρεχόμενες υπηρεσίες.

2.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι χρήστες του αερολιμένα πληροφορούν ▌τον φορέα διαχείρισης, πριν από οποιεσδήποτε αναμενόμενες τροποποιήσεις του επιπέδου των αερολιμενικών τελών ή του συστήματος αερολιμενικών τελών ή πριν από τη θέσπιση νέων τελών, ιδίως σχετικά με:

   α) τις προβλέψεις κίνησής τους·
   β) τις προβλέψεις τους όσον αφορά τη σύνθεση και την επικείμενη χρήση του στόλου τους·
   γ) τα αναπτυξιακά τους σχέδια στον συγκεκριμένο αερολιμένα·
   δ) τις απαιτήσεις τους στον συγκεκριμένο αερολιμένα.

3.  Οι πληροφορίες που παρέχονται στον φορέα διαχείρισης του αερολιμένα βάσει των παραγράφων 1 και 2 θεωρούνται εμπιστευτικές και τυγχάνουν ανάλογης μεταχείρισης. Διέπονται από την εθνική νομοθεσία για τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των δεδομένων. Στην περίπτωση αερολιμένων εισηγμένων στο χρηματιστήριο πρέπει να τηρούνται ιδιαίτερα οι διατάξεις του χρηματιστηριακού δικαίου.

4.  Εντός ενός πλαισίου κατάλληλων διατάξεων σχετικά με την εμπιστευτικότητα, η ανεξάρτητη ρυθμιστική αρχή έχει πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες που απαιτεί σε σχέση με τις δραστηριότητές της.

Άρθρο 7

Νέες υποδομές

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ο φορέας διαχείρισης του αερολιμένα συμβουλεύεται τους χρήστες του αερολιμένα πριν οριστικοποιηθούν τα σχέδια νέων έργων υποδομών. Το αργότερο εντός πέντε ετών πριν η επένδυση τεθεί σε λειτουργία, ο φορέας διαχείρισης του αερολιμένα μπορεί να προβάλει τα συμφέροντά του μέσω προχρηματοδότησης όταν θεσπίζονται αερολιμενικά τέλη.

Ο φορέας διαχείρισης του αερολιμένα μπορεί να προχρηματοδοτήσει νέα σχέδια υποδομών με αντίστοιχη αύξηση των αερολιμενικών τελών, υπό την προϋπόθεση ότι:

   α) παρέχονται στους χρήστες του αερολιμένα διαφανείς πληροφορίες σχετικά με την έκταση και τη διάρκεια των αυξήσεων των αεροπορικών τελών·
   β) όλα τα πρόσθετα έσοδα θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για την κατασκευή της προτεινόμενης υποδομής·
   γ) διατίθενται όλες οι υπηρεσιακές άδειες.

Άρθρο 8

Πρότυπα ποιότητας

1.  Για να εξασφαλισθεί ομαλή και αποτελεσματική λειτουργία ενός αερολιμένα, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ο φορέας διαχείρισης του αερολιμένα και η ένωση ή οι ενώσεις εκπροσώπησης των χρηστών του αερολιμένα έρχονται σε διαπραγματεύσεις με σκοπό τη σύναψη συμφωνιών για τα εκάστοτε επίπεδα των υπηρεσιών σύμφωνα με τις διατάξεις για διαφοροποίηση των τελών που περιλαμβάνονται στο άρθρο 9 ως προς την ποιότητα εξυπηρέτησης στον τερματικό ή στους τερματικούς σταθμούς του αερολιμένα, καθώς και για την ακριβή και έγκαιρη πληροφόρηση από πλευράς των χρηστών του αερολιμένα για τις σχεδιαζόμενες δραστηριότητές τους, όπως αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 2, έτσι ώστε να είναι σε θέση ο αερολιμένας να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του. Η εν λόγω συμφωνία συνάπτεται τουλάχιστον μια φορά ανά διετία και κοινοποιείται στην ανεξάρτητη ρυθμιστική αρχή κάθε κράτους μέλους.

2.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία για τα επίπεδα εξυπηρέτησης, οιαδήποτε πλευρά μπορεί να ζητήσει την παρέμβαση της ανεξάρτητης ρυθμιστικής αρχής.

Άρθρο 9

Διαφορές στα τέλη

1.  Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να επιτρέψουν στον φορέα διαχείρισης του αερολιμένα να διαφοροποιεί την ποιότητα και το πεδίο συγκεκριμένων αερολιμενικών υπηρεσιών, τερματικών ή μέρους των τερματικών σταθμών, προκειμένου να παρέχει εξατομικευμένες υπηρεσίες ή εξειδικευμένο τερματικό σταθμό ή μέρος αυτού. Το ύψος των αερολιμενικών τελών είναι δυνατόν να διαφοροποιείται ανάλογα με την ποιότητα και το πεδίο εξυπηρέτησης, αλλά και ανάλογα με τις περιβαλλοντικές επιδόσεις, την ηχορρύπανση ή άλλα δημόσια συμφέροντα, υπό την προϋπόθεση ότι καθορίζεται με βάση συναφή, αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν επίσης ότι οι αερολιμένες επιβάλλουν το ίδιο τέλος για την ίδια υπηρεσία. Ο φορέας διαχείρισης του αερολιμένα μπορεί να παρέχει στους χρήστες του αερολιμένα διευκολύνσεις όσον αφορά τα τέλη, με βάση την ποιότητα μιας παρεχόμενης υπηρεσίας, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω υπηρεσία διατίθεται σε όλους τους χρήστες του αερολιμένα με δημοσιοποιημένους, διαφανείς και αντικειμενικούς όρους. Μπορεί να παρέχει διευκόλυνση σε χρήστες που προσφέρουν νέες διαδρομές, υπό την προϋπόθεση ότι η διευκόλυνση παρέχεται επίσης με δημόσιο και αμερόληπτο τρόπο και διατίθεται σε όλους τους χρήστες του αερολιμένα με τον ίδιο τρόπο, σύμφωνα με τη κοινοτική νομοθεσία για τον ανταγωνισμό.

2.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οιοσδήποτε χρήστης αερολιμένα επιθυμεί να χρησιμοποιεί τις εξατομικευμένες υπηρεσίες ή εξειδικευμένο τερματικό σταθμό ή μέρος αυτού έχει την αντίστοιχη πρόσβαση.

Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η πρόσβαση σε εξατομικευμένες υπηρεσίες ή εξειδικευμένο τερματικό σταθμό ή μέρος αυτού από περισσότερους χρήστες που το επιθυμούν εξαιτίας της περιορισμένης χωρητικότητας, η πρόσβαση καθορίζεται με βάση συναφή, αντικειμενικά, διαφανή κριτήρια που δεν εισάγουν διακρίσεις.

Άρθρο 10

Τέλη ασφαλείας

Τα τέλη ασφαλείας χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την κάλυψη του κόστους ασφαλείας και δεν υπερβαίνουν το κόστος αυτό. Δεν επιτρέπεται η άντληση κέρδους από τα τέλη ασφαλείας. Το κόστος καθορίζεται σύμφωνα με τις αρχές της οικονομικής και λειτουργικής αποτελεσματικότητας καθώς και με τις λογιστικές αρχές και την αξιολόγηση που εν γένει αναγνωρίζεται σε κάθε κράτος μέλος. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το κόστος κατανέμεται δίκαια μεταξύ των διαφόρων ομάδων χρηστών σε κάθε αερολιμένα. Ωστόσο, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι λαμβάνονται ιδίως υπόψη:

   το κόστος χρηματοδότησης των διευκολύνσεων και των εγκαταστάσεων που αφορούν την ασφάλεια, συμπεριλαμβανομένης της θεμιτής απόσβεσης της αξίας αυτών των διευκολύνσεων και εγκαταστάσεων·
   οι δαπάνες του προσωπικού και των δραστηριοτήτων ασφαλείας με εξαίρεση το κόστος βραχυπρόθεσμων μέτρων αυξημένης ασφαλείας που επιβάλλονται στο πλαίσιο της εθνικής νομοθεσίας βάσει ειδικής αξιολόγησης του κινδύνου και συνεπάγονται πρόσθετες δαπάνες δεν υπόκεινται στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας·
   οι επιχορηγήσεις ή επιδοτήσεις που χορηγούνται από τις αρμόδιες αρχές για την ασφάλεια.

Τα έσοδα από τα τέλη ασφαλείας που εισπράττονται σε συγκεκριμένο αερολιμένα επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται μόνο για την κάλυψη των δαπανών ασφαλείας του αερολιμένα, οι οποίες ανέκυψαν στον τόπο στον οποίο εισπράχθηκαν τα τέλη. Στην περίπτωση δικτύων αερολιμένων, τα έσοδα από τα τέλη ασφαλείας επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται μόνο για την κάλυψη των δαπανών ασφαλείας που προκύπτουν σε αερολιμένες που ανήκουν στο δίκτυο.

Άρθρο 11

Αυστηρότερα μέτρα ασφαλείας

Το κόστος της εφαρμογής μέτρων ασφαλείας αυστηρότερων από τα ελάχιστα μέτρα ασφαλείας που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2320/2002 καλύπτεται από τα κράτη μέλη.

Άρθρο 12

Ανεξάρτητη ρυθμιστική αρχή

1.  Τα κράτη μέλη ορίζουν ή συστήνουν ανεξάρτητη εθνική ρυθμιστική αρχή η οποία εξασφαλίζει την ορθή εφαρμογή των μέτρων συμμόρφωσης προς την παρούσα οδηγία και μεριμνά για τη διεκπεραίωση των καθηκόντων που αναλαμβάνει βάσει των άρθρων 5 και 8. Αυτός ο φορέας μπορεί να είναι εκείνος, στον οποίο το κράτος μέλος έχει αναθέσει την εφαρμογή των πρόσθετων κανονιστικών μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, καθώς και την έγκριση του συστήματος χρέωσης ή/και του ύψους των τελών, με την προϋπόθεση ότι πληροί τις απαιτήσεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου.

2.  Η ανεξάρτητη εθνική ρυθμιστική αρχή μπορεί, υπό την εποπτεία της, να εκχωρήσει τη διεκπεραίωση των διατάξεων ή μέρους των διατάξεων, της παρούσας οδηγίας σε περιφερειακές ανεξάρτητες ρυθμιστικές αρχές, υπό την προϋπόθεση ότι η διεκπεραίωση πραγματοποιείται σύμφωνα με τα ίδια πρότυπα. Στην ανεξάρτητη εθνική ρυθμιστική αρχή απόκειται περαιτέρω η ευθύνη για τη διασφάλιση της σύννομης εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας οδηγίας. Οι διατάξεις της παραγράφου 3 της παρούσας οδηγίας εφαρμόζονται και σε περιφερειακές ανεξάρτητες ρυθμιστικές αρχές.

3.  Τα κράτη μέλη εγγυώνται την ανεξαρτησία της εν λόγω αρχής μεριμνώντας για τον νομικό διαχωρισμό και την ανεξάρτητη λειτουργία της από οιοδήποτε φορέα διαχείρισης αερολιμένα ή αερομεταφορέα. Στα κράτη μέλη που διατηρούν την κυριότητα ή τον έλεγχο των αερολιμένων, οι φορείς διαχείρισης των αερολιμένων ή οι αερομεταφορείς εξασφαλίζουν πραγματικό διαρθρωτικό διαχωρισμό της ρυθμιστικής λειτουργίας από δραστηριότητες συνδεόμενες με την κυριότητα ή τον έλεγχο. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η ανεξάρτητη ρυθμιστική αρχή ασκεί τις αρμοδιότητές της με αμεροληψία και διαφάνεια.

4.  Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τα ονόματα και τις διευθύνσεις των ανεξάρτητων ρυθμιστικών αρχών τους, τα καθήκοντα και τις δραστηριότητες που έχουν αναλάβει, καθώς και τα μέτρα που έχουν λάβει για να εξασφαλισθεί η συμμόρφωση προς την παράγραφο 3.

5.  Όταν διερευνά τα αίτια της τροποποίησης της διάρθρωσης ή του επιπέδου των αερολιμενικών τελών, όπως ορίζονται στο άρθρο 5, η ανεξάρτητη ρυθμιστική αρχή είναι σε θέση να ζητεί τις αναγκαίες πληροφορίες από τις εμπλεκόμενες πλευρές και είναι υποχρεωμένη να συμβουλεύεται τις εμπλεκόμενες πλευρές και οποιαδήποτε άλλα ενδιαφερόμενα μέρη, προκειμένου να λάβει την απόφασή της. Λαμβάνει την απόφασή της το συντομότερο δυνατό εντός τριών μηνών από την παραλαβή της καταγγελίας και είναι υποχρεωμένη να δημοσιεύσει την απόφαση και να την αιτιολογήσει. Η απόφαση είναι δεσμευτική.

6.  Η ανεξάρτητη ρυθμιστική αρχή δημοσιεύει ετήσια έκθεση των δραστηριοτήτων της.

Άρθρο 13

Έκθεση και αναθεώρηση

1.  Η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, στην οποία αξιολογείται η πρόοδος που έχει σημειωθεί όσον αφορά την επίτευξη των στόχων της παρούσας οδηγίας, το αργότερο έως ...(8), καθώς και τυχόν ενδεδειγμένη πρόταση, εφόσον χρειάζεται.

2.  Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή συνεργάζονται στην εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, ιδίως σε ό, τι αφορά τη συλλογή των πληροφοριών που είναι αναγκαίες για τη σύνταξη της έκθεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 14

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.  Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθούν στην παρούσα οδηγία το αργότερο έως ...(9)*. Ενημερώνουν δε αμέσως την Επιτροπή σχετικά.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι διατάξεις που θεσπίζουν σχετικά να περιέχουν ή να συνοδεύονται κατά την επίσημη δημοσίευσή τους από παραπομπή στην παρούσα οδηγία.

2.  Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου που θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 15

Έναρξη ισχύος και αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Έγινε στ ...,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος

(1) ΕΕ C 10, ║15.1.2008, σ. 35.
(2) ΕΕ C 305, ║15.12.2007, σ. 11.
(3) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 15ης Ιανουαρίου 2008.
(4) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1794/2006 της Επιτροπής, της 6ης Δεκεμβρίου 2006, για τον καθορισμό κοινού συστήματος χρέωσης των αεροναυτιλιακών υπηρεσιών (ΕΕ L 341, 7.12.2006, σ. 3).
(5) Οδηγία 96/67/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1996, σχετικά με την πρόσβαση στην αγορά υπηρεσιών εδάφους στους αερολιμένες της Κοινότητας (ΕΕ L 272, 25.10.1996, σ. 36). Οδηγία όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 284, 31.10.2003, σ. 1).
(6) ΕΕ L 204, 26.7.2006, σ 1.
(7) ΕΕ L 355, 30.12.2002, σ. 1. Kανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕK) αριθ. 849/2004 (ΕΕ L 158, 30.4.2004, σ. 1. Διορθωμένη έκδοση στην ΕΕ L 229, 29.6.2004, σ. 3).
(8)* 4 έτη από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας.
(9)** 18 μήνες από τη δημοσίευση της παρούσας οδηγίας στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου