Ευρετήριο 
Κείμενα που εγκρίθηκαν
Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2008 - Βρυξέλλες
Κοινοτικές στατιστικές του εξωτερικού εμπορίου με τις τρίτες χώρες ***I
 Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 338/97 όσον αφορά τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που ανατίθενται στην Επιτροπή ***I
 Στατιστικές καταγραφές των οδικών μεταφορών εμπορευμάτων ***I
 Ευρωπαϊκό Έτος Δημιουργικότητας και Καινοτομίας (2009) ***I
 Καθορισμός των κατηγοριών των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στους οποίους εφαρμόζονται οι διατάξεις του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Κοινοτήτων *
 Σχέδιο διορθωτικού προϋπολογισμού αριθ. 6/2008
 Συνέχεια της Διάσκεψης του Μοντερέι του 2002 για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης
 Πίνακας αποτελεσμάτων της εσωτερικής αγοράς
 Βελτίωση της ποιότητας της κατάρτισης των εκπαιδευτικών
 Η διαδικασία της Μπολόνια και η κινητικότητα των φοιτητών
 Προσαρμογή των νομοθετικών πράξεων στη νέα απόφαση για την επιτροπολογία
 Αμοιβαία κεφάλαια κινδύνου και κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών
 Διαφάνεια των θεσμικών επενδυτών
 Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 999/2001 όσον αφορά τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που ανατίθενται στην Επιτροπή ***I
 Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2150/2002 όσον αφορά τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που ανατίθενται στην Επιτροπή ***I
 Προσαρμογή ορισμένων πράξεων στην απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2006/512/ΕΚ - Προσαρμογή στην κανονιστική διαδικασία με έλεγχο (Μέρος δεύτερο) ***I
 Εκμετάλλευση και θέση στο εμπόριο των φυσικών μεταλλικών νερών (αναδιατύπωση) ***I
 Χρωστικές ουσίες για φάρμακα (αναδιατύπωση) ***I
 Τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή (αναδιατύπωση) ***I
 Τεχνικός έλεγχος των μηχανοκίνητων οχημάτων και των ρυμουλκουμένων τους (αναδιατύπωση) ***I
 Διαλύτες εκχύλισης οι οποίοι χρησιμοποιούνται στην παρασκευή των τροφίμων και των συστατικών τους (αναδιατύπωση) ***I
 Καταπολέμηση της τρομοκρατίας *
 Προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα *
 Αποφάσεις της Επιτροπής Αναφορών κατά το 2007
 Η κατάσταση και οι προοπτικές της γεωργίας στις ορεινές περιοχές
 Ευρωπαϊκή Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Σταλινισμού και του Ναζισμού

Κοινοτικές στατιστικές του εξωτερικού εμπορίου με τις τρίτες χώρες ***I
PDF 445kWORD 117k
Ψήφισμα
Ενοποιημένο κείμενο
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2008 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά τις κοινοτικές στατιστικές του εξωτερικού εμπορίου με τις τρίτες χώρες και για την κατάργηση του κανονισμού (EΚ) αριθ. 1172/95 του Συμβουλίου (COM(2007)0653 – C6-0395/2007 – 2007/0233(COD))
P6_TA(2008)0414A6-0267/2008

(Διαδικασία συναπόφασης: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2007)0653),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 251, παράγραφος 2, και το άρθρο 285, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C6-0395/2007),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 51 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου (A6-0267/2008),

1.   εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής όπως τροποποιήθηκε·

2.   ζητεί από την Επιτροπή να του υποβάλει εκ νέου την πρόταση, αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή να την αντικαταστήσει με νέο κείμενο·

3.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 23 Σεπτεμβρίου 2008 εν όψει της έγκρισης κανονισμού (ΕΚ) αριθ. …/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις κοινοτικές στατιστικές του εξωτερικού εμπορίου με τις τρίτες χώρες και για την κατάργηση του κανονισμού (EΚ) αριθ. 1172/95 του Συμβουλίου

P6_TC1-COD(2007)0233


(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕOX)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 285 παράγραφος 1,

έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής,

αφού ζητήθηκε η γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής,

έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας(1),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης(2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)  Οι στατιστικές πληροφορίες σχετικά με τις εμπορικές ροές των κρατών μελών με τις τρίτες χώρες έχουν ουσιαστική σημασία για τις ευρωπαϊκές οικονομικές και εμπορικές πολιτικές και για την ανάλυση των εξελίξεων της αγοράς ως προς μεμονωμένα αγαθά. Η διαφάνεια του στατιστικού συστήματος πρέπει να βελτιωθεί ώστε το σύστημα να ανταποκρίνεται στο μεταβαλλόμενο διοικητικό περιβάλλον και να ικανοποιεί τις νέες απαιτήσεις των χρηστών. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1172/95 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 1995, σχετικά με τις στατιστικές για τις ανταλλαγές αγαθών της Κοινότητας και των κρατών μελών της με τις τρίτες χώρες(3) πρέπει, επομένως, να αντικατασταθεί από νέο κανονισμό σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 285, παράγραφος 2, της Συνθήκης.

(2)  Οι στατιστικές του εξωτερικού εμπορίου βασίζονται σε δεδομένα που προέρχονται από τελωνειακές δηλώσεις, όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα(4) (στο εξής ο "τελωνειακός κώδικας"). Η πρόοδος της ευρωπαϊκής ενοποίησης και οι αλλαγές που συνεπάγεται ως προς τον εκτελωνισμό, συμπεριλαμβανομένων των ενιαίων αδειών για τη χρήση της απλουστευμένης διασάφησης ή της διαδικασίας εκτελωνισμού στον προσδιοριζόμενο από τον εισαγωγέα τόπο, καθώς και για τον κεντρικό εκτελωνισμό, που θα προκύψουν από την τρέχουσα διαδικασία εκσυγχρονισμού του τελωνειακού κώδικα, καθιστούν αναγκαία την προσαρμογή του τρόπου κατάρτισης των στατιστικών του εξωτερικού εμπορίου, την επανεξέταση της έννοιας του κράτους μέλους εισαγωγής ή εξαγωγής και τον ακριβέστερο καθορισμό της πηγής δεδομένων για την κατάρτιση των κοινοτικών στατιστικών.

(3)  Για να καταγράφεται η πραγματική εμπορική ροή των αγαθών μεταξύ των κρατών μελών και των τρίτων χωρών και για να εξασφαλίζεται ότι στο σχετικό κράτος μέλος είναι διαθέσιμα τα δεδομένα για τις εισαγωγές και τις εξαγωγές, οι ρυθμίσεις μεταξύ των τελωνείων και των στατιστικών υπηρεσιών είναι αναγκαίες και πρέπει να καθοριστούν. Στις ρυθμίσεις αυτές περιλαμβάνονται κανόνες για την ανταλλαγή των δεδομένων μεταξύ των διοικήσεων των κρατών μελών.

(4)  Για την κατανομή των εξαγωγών και των εισαγωγών της ΕΕ ανά κράτος μέλος, είναι αναγκαίο να συγκεντρώνονται δεδομένα για το "κράτος μέλος τελικού προορισμού", για τις εισαγωγές, και για το "κράτος μέλος πραγματικής εξαγωγής", για τις εξαγωγές. Μεσοπρόθεσμα, για τους σκοπούς των στατιστικών του εξωτερικού εμπορίου, αυτά τα κράτη μέλη πρέπει να ονομάζονται κράτος μέλος εισαγωγής και κράτος μέλος εξαγωγής.

(5)  Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, τα αγαθά που προορίζονται για το εξωτερικό εμπόριο πρέπει να ταξινομούνται σύμφωνα με τη "συνδυασμένη ονοματολογία" που ορίζεται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, σχετικά με τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο(5) (στο εξής η "συνδυασμένη ονοματολογία").

(6)  Για να ικανοποιηθούν οι ανάγκες ενημέρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Επιτροπής σχετικά με το μερίδιο του ευρώ στις διεθνείς εμπορικές συναλλαγές, η λογιστική μονάδα για τις εξαγωγές και τις εισαγωγές πρέπει να αναφέρεται σε συγκεντρωτικό επίπεδο.

(7)  Για τους σκοπούς των εμπορικών διαπραγματεύσεων και της διαχείρισης της εσωτερικής αγοράς, η Επιτροπή πρέπει να λαμβάνει αναλυτικές πληροφορίες σχετικά με τη δασμολογική μεταχείριση των εμπορευμάτων που εισάγονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών για τις ποσοστώσεις.

(8)  Οι στατιστικές του εξωτερικού εμπορίου παρέχουν δεδομένα για την κατάρτιση των ισοζυγίων πληρωμών και των εθνικών λογαριασμών. Τα χαρακτηριστικά βάσει των οποίων είναι δυνατή η προσαρμογή τους για τους σκοπούς των ισοζυγίων πληρωμών πρέπει να αποτελέσουν τμήμα του υποχρεωτικού και τυποποιημένου συνόλου δεδομένων.

(9)  Οι στατιστικές των κρατών μελών σχετικά με τις αποθήκες τελωνειακής αποταμίευσης και τις ελεύθερες ζώνες δεν υπόκεινται σε εναρμονισμένες διατάξεις. Ωστόσο, η κατάρτιση αυτών των στατιστικών για εθνικούς σκοπούς παραμένει προαιρετική.

(10)  Τα κράτη μέλη πρέπει να παρέχουν στη Eurostat ετήσια ομαδοποιημένα δεδομένα για το εμπόριο, ταξινομημένα κατά επιχειρηματικά χαρακτηριστικά, που μεταξύ άλλων θα διευκολύνουν την ανάλυση του τρόπου λειτουργίας των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης. Ο σύνδεσμος μεταξύ των επιχειρήσεων και των στατιστικών των εμπορικών συναλλαγών δημιουργείται συνδυάζοντας τα δεδομένα για τον εισαγωγέα και τον εξαγωγέα που είναι διαθέσιμα στην τελωνειακή διασάφηση με τα δεδομένα που ζητούνται βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 177/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Φεβρουαρίου 2008, για τη θέσπιση κοινού πλαισίου όσον αφορά τα μητρώα επιχειρήσεων για στατιστικούς σκοπούς(6), (στο εξής η "νομοθεσία για τα μητρώα επιχειρήσεων").

(11)  Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 322/97 του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 1997║, σχετικά με τις κοινοτικές στατιστικές(7) παρέχει πλαίσιο αναφοράς για τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού. Ωστόσο, για να είναι χρήσιμες οι στατιστικές, το ιδιαίτερα λεπτομερές επίπεδο των πληροφοριών για τις εμπορικές συναλλαγές απαιτεί την εφαρμογή ειδικών κανόνων απορρήτου.

(12)  Η διαβίβαση δεδομένων που υπόκεινται στο στατιστικό απόρρητο διέπεται από τους κανόνες που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 322/97 και στον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΟΚ) αριθ. 1588/90 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τη διαβίβαση στη Στατιστική Υπηρεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πληροφοριών που καλύπτονται από το στατιστικό απόρρητο(8). Τα μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με αυτούς τους κανονισμούς διασφαλίζουν την πραγματική και λογική προστασία των εμπιστευτικών δεδομένων και αποτρέπουν την παράνομη γνωστοποίηση ή χρήση για μη στατιστικούς λόγους προϊόντων κοινοτικών στατιστικών κατά την παραγωγή και διάδοσή τους.

(13)  Για την παραγωγή και τη διάδοση κοινοτικών στατιστικών στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, οι εθνικές στατιστικές υπηρεσίες και η στατιστική υπηρεσία της Κοινότητας θα λάβουν υπόψη τις αρχές που καθορίζονται στον κώδικα ορθής πρακτικής για τις ευρωπαϊκές στατιστικές, ο οποίος εγκρίθηκε από την Επιτροπή Στατιστικού Προγράμματος στις 24 Φεβρουαρίου 2005 και προσαρτήθηκε στη σύσταση της Επιτροπής της 25ης Μαΐου 2005 σχετικά με την ανεξαρτησία, την ακεραιότητα και την υπευθυνότητα των εθνικών και κοινοτικών στατιστικών αρχών.

(14)  Πρέπει να προβλεφθούν ειδικές διατάξεις έως ότου οι αλλαγές της τελωνειακής νομοθεσίας αποδώσουν πρόσθετα δεδομένα στην τελωνειακή διασάφηση και έως ότου η κοινοτική νομοθεσία επιβάλει την ηλεκτρονική ανταλλαγή των τελωνειακών δεδομένων.

(15)  Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού είναι αδύνατο να επιτευχθεί από τα κράτη μέλη και δύναται συνεπώς να επιτευχθεί καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει αυτό που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού.

(16)  Τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού πρέπει να θεσπιστούν σύμφωνα με την απόφαση ║ 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή(9).

(17)  Ειδικότερα, η Επιτροπή πρέπει να εξουσιοδοτηθεί για την προσαρμογή του καταλόγου των τελωνειακών διαδικασιών, ή της εγκεκριμένης μεταχείρισης και χρήσης από τα τελωνεία, που καθορίζουν μια εξαγωγή ή μια εισαγωγή για τις στατιστικές του εξωτερικού εμπορίου, για τη θέσπιση διαφορετικών ή ειδικών κανόνων για τα εμπορεύματα ή τις μετακινήσεις για τα οποία, για μεθοδολογικούς λόγους, απαιτούνται ειδικές διατάξεις, για την προσαρμογή του καταλόγου εμπορευμάτων και μετακινήσεων που αποκλείονται από τις στατιστικές εξωτερικού εμπορίου, για την διευκρίνιση των πηγών δεδομένων εκτός της τελωνειακής διασάφησης για μητρώα εισαγωγών και εξαγωγών για συγκεκριμένα εμπορεύματα ή μετακινήσεις, για τον προσδιορισμό των στατιστικών δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων των κωδίκων που πρέπει να χρησιμοποιηθούν, για τον καθορισμό των απαιτήσεων για τα δεδομένα που έχουν σχέση με συγκεκριμένα εμπορεύματα ή μετακινήσεις, για τον καθορισμό των απαιτήσεων σχετικά με την κατάρτιση στατιστικών, για τη διευκρίνιση των χαρακτηριστικών δειγμάτων, για τον καθορισμό της περιόδου αναφοράς και του επιπέδου ομαδοποίησης για τις χώρες-εταίρους, τα εμπορεύματα και τα εθνικά νομίσματα, καθώς και για την προσαρμογή της προθεσμίας για τη διαβίβαση των στατιστικών, του περιεχομένου, των συνθηκών κάλυψης και αναθεώρησης για τις στατιστικές που έχουν ήδη διαβιβασθεί και για τη θέσπιση της προθεσμίας για τη διαβίβαση στατιστικών για την ανάλυση των εμπορικών συναλλαγών κατά επιχειρηματικά χαρακτηριστικά και στατιστικές για την ταξινόμησή τους κατά λογιστική μονάδα, καθώς και για τη θέσπιση ειδικών κανόνων για τη διάδοση. Δεδομένου ότι τα μέτρα αυτά είναι γενικής εμβέλειας και αποσκοπούν στην τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, μεταξύ άλλων με τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με νέα, μη ουσιώδη στοιχεία, αυτά τα μέτρα ║ πρέπει να λαμβάνονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο του άρθρου 5α της απόφασης 1999/468/ΕΚ,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει ένα κοινό πλαίσιο για τη συστηματική παραγωγή κοινοτικών στατιστικών σχετικά με τις εμπορικές συναλλαγές με τρίτες χώρες (στατιστικές του εξωτερικού εμπορίου).

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

   α) "εμπορεύματα" είναι κάθε κινητή περιουσία, συμπεριλαμβανομένης της ηλεκτρικής ενέργειας·
   β) "στατιστικό έδαφος της Κοινότητας" είναι το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, όπως ορίζεται στον τελωνειακό κώδικα, με την προσθήκη της νήσου Ελιγολάνδης στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας·
   γ) "εθνικές στατιστικές αρχές" είναι τα εθνικά στατιστικά ιδρύματα και τα άλλα όργανα τα οποία είναι αρμόδια σε κάθε κράτος μέλος για την παραγωγή κοινοτικών στατιστικών του εξωτερικού εμπορίου·
   δ) "τελωνειακές αρχές" είναι οι "τελωνειακές αρχές" όπως ορίζονται στον τελωνειακό κώδικα·
   ε) "τελωνειακή διασάφηση" είναι η "τελωνειακή διασάφηση" όπως ορίζεται στον τελωνειακό κώδικα·
   στ) "απόφαση των τελωνειακών αρχών" είναι κάθε επίσημη πράξη των τελωνειακών αρχών που συνδέεται με αποδεκτές τελωνειακές διασαφήσεις και έχει νομική ισχύ σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα.

Άρθρο 3

Πεδίο εφαρμογής

1.  Στις στατιστικές του εξωτερικού εμπορίου καταγράφονται οι εισαγωγές και οι εξαγωγές εμπορευμάτων.

Μια εξαγωγή καταγράφεται από τα κράτη μέλη όταν τα εμπορεύματα εξέρχονται από το στατιστικό έδαφος της Κοινότητας σύμφωνα με μία από τις ακόλουθες τελωνειακές διαδικασίες ή αποδεκτό τελωνειακό προορισμό, όπως ορίζονται στον τελωνειακό κώδικα:

   α) εξαγωγή·
   β) τελειοποίηση προς επανεισαγωγή·
   γ) επανεξαγωγή ύστερα από τελειοποίηση προς επανεξαγωγή ή μεταποίηση υπό τελωνειακό έλεγχο.

Μια εισαγωγή καταγράφεται από τα κράτη μέλη όταν τα εμπορεύματα εισέρχονται στο στατιστικό έδαφος της Κοινότητας σύμφωνα με μία από τις ακόλουθες τελωνειακές διαδικασίες, όπως ορίζονται στον τελωνειακό κώδικα:

   α) θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία·
   β) τελειοποίηση προς επανεξαγωγή·
   γ) μεταποίηση υπό τελωνειακό έλεγχο.

2.  Τα μέτρα που προορίζονται για την τροποποίηση των μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού σχετικά με την προσαρμογή του καταλόγου των τελωνειακών διαδικασιών ή της εγκεκριμένης μεταχείρισης και χρήσης από τα τελωνεία που αναφέρεται στην παράγραφο 1προκειμένου να συνεκτιμώνται οι αλλαγές του τελωνειακού κώδικα ή οι διατάξεις που απορρέουν από διεθνείς συνθήκες. ▌Εγκρίνεται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 11, παράγραφος 3.

3.  Για ▌ μεθοδολογικούς λόγους, για ορισμένα εμπορεύματα ή για ορισμένες μετακινήσεις, απαιτούνται ειδικές διατάξεις ("ειδικά εμπορεύματα ή μετακινήσεις"). Αυτό αφορά τις βιομηχανικές μονάδες, τα πλοία και αεροσκάφη, τα προϊόντα θαλάσσης, τις προμήθειες πλοίων και αεροσκαφών, τις τμηματικές αποστολές, τα στρατιωτικά είδη, τα αγαθά προς ή από εγκαταστάσεις ανοικτής θάλασσας, τα διαστημικά οχήματα, τα προϊόντα ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου και τα απόβλητα.

Τα μέτρα που αποσκοπούν στην τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, μεταξύ άλλων με τη συμπλήρωσή του, σε σχέση με ειδικά εμπορεύματα ή μετακινήσεις και τις διάφορες ειδικές διατάξεις που ισχύουν για αυτά, εγκρίνεται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 11, παράγραφος 3.

4.  Για λόγους μεθοδολογίας, ορισμένα εμπορεύματα ή μετακινήσεις αποκλείονται από τις στατιστικές του εξωτερικού εμπορίου. Αυτό αφορά τον νομισματικό χρυσό και μέσα πληρωμής που αποτελούν το επίσημο νόμισμα, εμπορεύματα λόγω του διπλωματικού ή παρεμφερούς χαρακτήρα της προβλεπόμενης χρήσης τους, μετακινήσεις εμπορευμάτων μεταξύ του κράτους μέλους εισαγωγής και εξαγωγής και των εθνικών ενόπλων δυνάμεών του που ευρίσκονται στο εξωτερικό καθώς και ορισμένα εμπορεύματα που έχουν αγοράσει και διαχειρίζονται ξένες ένοπλες δυνάμεις, ειδικά εμπορεύματα που δεν αποτελούν αντικείμενο εμπορικής συναλλαγής, μετακινήσεις δορυφορικών εκτοξευτών πριν από την εκτόξευσή τους, εμπορεύματα προς και μετά την επισκευή, εμπορεύματα για και μετά την προσωρινή χρήση, εμπορεύματα που χρησιμοποιούνται ως φορείς εξατομικευμένων και μεταφορτωμένων πληροφοριών, εμπορεύματα που δηλώθηκαν προφορικά στα τελωνεία τα οποία είτε έχουν εμπορικό χαρακτήρα υπό την προϋπόθεση ότι η αξία τους δεν υπερβαίνει το στατιστικό όριο των 1 000 ευρώ ή των 1 000 χιλιόγραμμων ή εμπορεύματα μη εμπορικού χαρακτήρα. Τα μέτρα που αποσκοπούν στην τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, μεταξύ άλλων με τη συμπλήρωσή του, σε σχέση με τον αποκλεισμό εμπορευμάτων ή μετακινήσεων από τις στατιστικές του εξωτερικού εμπορίου, εγκρίνεται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 11, παράγραφος 3.

Άρθρο 4

Πηγή των δεδομένων

1.  Η πηγή δεδομένων για τα μητρώα εισαγωγών και εξαγωγών των εμπορευμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, είναι η τελωνειακή διασάφηση, συμπεριλαμβανομένων ενδεχόμενων τροποποιήσεων ή αλλαγών των στατιστικών δεδομένων που απορρέουν από σχετικές με αυτά αποφάσεις των τελωνειακών αρχών.

Όταν χρησιμοποιείται η απλοποιημένη διαδικασία που ορίζεται στον τελωνειακό κώδικα και παρέχεται συμπληρωματική διασάφηση, η εν λόγω συμπληρωματική διασάφηση είναι η πηγή δεδομένων για τα μητρώα.

2.  Για τα ειδικά εμπορεύματα ή μετακινήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, μπορούν να χρησιμοποιηθούν άλλες πηγές δεδομένων αντί της τελωνειακής διασάφησης.

Τα μέτρα που αποσκοπούν στην τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, μεταξύ άλλων με τη συμπλήρωσή του, σε σχέση με τις προδιαγραφές αυτών των άλλων πηγών δεδομένων, εγκρίνεται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 11, παράγραφος 3.

3.  Τα κράτη μέλη μπορούν να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν άλλες πηγές δεδομένων για την κατάρτιση των εθνικών στατιστικών εκτός εκείνων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 έως ότου εφαρμοσθεί ο μηχανισμός αμοιβαίας ηλεκτρονικής ανταλλαγής των σχετικών δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 7, παράγραφος 3. Ωστόσο, η κατάρτιση των στατιστικών του κοινοτικού εξωτερικού εμπορίου βάσει του άρθρου 6 δεν πρέπει να βασίζεται σε εκείνες τις άλλες πηγές δεδομένων.

Άρθρο 5

Στατιστικά δεδομένα

1.  Τα κράτη μέλη λαμβάνουν το ακόλουθο σύνολο δεδομένων από τα μητρώα εισαγωγών και εξαγωγών που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1.

   α) ροή των εμπορικών συναλλαγών (εισαγωγές, εξαγωγές)·
   β) μηνιαία περίοδος αναφοράς·
   γ) στατιστική αξία των εμπορευμάτων στα εθνικά σύνορα του κράτους μέλους εισαγωγής ή εξαγωγής·
   δ) ποσότητα, εκφρασμένη σε καθαρή μάζα, και σε μια πρόσθετη μονάδα όταν αναφέρεται στην τελωνειακή διασάφηση·
   ε) εμπορευόμενος, δηλ. ο εισαγωγέας/παραλήπτης για τις εισαγωγές και ο εξαγωγέας/αποστολέας για τις εξαγωγές·
  στ) τα κράτη μέλη εισαγωγής ή εξαγωγής, δηλαδή το κράτος μέλος στο οποίο κατατίθεται η τελωνειακή διασάφηση και, όταν αναφέρεται στην τελωνειακή διασάφηση:
   i) για τις εισαγωγές, τα κράτη μέλη τελικού προορισμού·
   ii) για τις εξαγωγές, τα κράτη μέλη πραγματικής εξαγωγής·
   ζ) οι χώρες-εταίροι, δηλαδή για τις εισαγωγές, η χώρα καταγωγής και η χώρα αποστολής/εξαγωγής, ενώ για τις εξαγωγές, η χώρα προορισμού·
  η) το εμπόρευμα, σύμφωνα με τη συνδυασμένη ονοματολογία, δηλαδή:
   i) για τις εισαγωγές, ο κωδικός των εμπορευμάτων της διάκρισης Taric·
   ii) για τις εξαγωγές, ο κωδικός των εμπορευμάτων της διάκρισης της συνδυασμένης ονοματολογίας·
   θ) οι κωδικοί της τελωνειακής διαδικασίας που χρησιμοποιούνται για τη στατιστική διαδικασία·
   ι) η φύση της συναλλαγής, όπου αναφέρεται στην τελωνειακή διασάφηση·
   ια) αν υπάρχει, η δασμολογική μεταχείριση κατά την εισαγωγή, την οποία διαθέτουν οι τελωνειακές αρχές, δηλαδή τον προτιμησιακό κωδικό ▌·
   ιβ) η λογιστική μονάδα, όπου αναφέρεται στην τελωνειακή διασάφηση·
  ιγ) ο τρόπος μεταφοράς, με λεπτομερή αναφορά:
   i) του τρόπου μεταφοράς στα σύνορα·
   ii) του τρόπου μεταφοράς εντός του κοινοτικού εδάφους·
   iii) του εμπορευματοκιβωτίου.

2.  Τα μέτρα που αποσκοπούν στην τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, ▌ με τη συμπλήρωσή του, σε σχέση με τις περαιτέρω προδιαγραφές των δεδομένων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, συμπεριλαμβανομένων των κωδίκων που πρέπει να χρησιμοποιούνται, εγκρίνεται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 11, παράγραφος 3.

3.  Εκτός αν ορίζεται διαφορετικά και με την επιφύλαξη της τελωνειακής νομοθεσίας, τα δεδομένα περιλαμβάνονται στην τελωνειακή διασάφηση.

4.  Στην περίπτωση "ειδικών εμπορευμάτων ή μετακινήσεων", όπως αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, μπορεί να απαιτηθεί περιορισμένο σύνολο δεδομένων.

Το μέτρο που αποσκοπεί στην τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, ▌με τη συμπλήρωσή του, σε σχέση με αυτό το περιορισμένο σύνολο δεδομένων, εγκρίνεται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 11, παράγραφος 3.

Άρθρο 6

Κατάρτιση των στατιστικών του εξωτερικού εμπορίου

1.  Τα κράτη μέλη καταρτίζουν, για κάθε μηνιαία περίοδο αναφοράς, στατιστικές για τις εισαγωγές και τις εξαγωγές εμπορευμάτων, εκφραζόμενες σε αξία και ποσότητα, ανά:

   α) εμπόρευμα·

β)   κράτη μέλη εισαγωγής/εξαγωγής·

   γ) χώρες-εταίρους·
   δ) στατιστική διαδικασία·
   ε) φύση της συναλλαγής·
   στ) δασμολογική μεταχείριση, για τις εισαγωγές·
   ζ) τρόπο μεταφοράς.

Οι διατάξεις εφαρμογής για την κατάρτιση των στατιστικών μπορούν να θεσπίζονται από την Επιτροπή με την κανονιστική διαδικασία του άρθρου 11, παράγραφος 2.

2.  Τα κράτη μέλη καταρτίζουν ετήσιες στατιστικές των εμπορικών συναλλαγών κατά επιχειρηματικά χαρακτηριστικά, και συγκεκριμένα την οικονομική δραστηριότητα που ασκεί η επιχείρηση σύμφωνα με τον τίτλο ή το διψήφιο επίπεδο της κοινής στατιστικής ονοματολογίας των οικονομικών δραστηριοτήτων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (NACE) και ανά κατηγορία μεγέθους ανάλογα με τον αριθμό των υπαλλήλων.

Οι στατιστικές καταρτίζονται με σύνδεση των δεδομένων για τα επιχειρηματικά χαρακτηριστικά που έχουν καταγραφεί σύμφωνα με τη νομοθεσία για τα μητρώα επιχειρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, για τις εισαγωγές και τις εξαγωγές. Προς το σκοπό αυτό, οι εθνικές τελωνειακές υπηρεσίες προσκομίζουν τον αριθμό ταυτότητας του αντίστοιχου εμπόρου στις εθνικές στατιστικές αρχές.

Τα μέτρα που αποσκοπούν στην τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, ▌με τη συμπλήρωσή του, σε σχέση με την σύνδεση των δεδομένων και αυτών των στατιστικών που πρέπει να καταρτισθούν, εγκρίνεται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 11, παράγραφος 3.

3.  Κάθε δύο έτη, τα κράτη μέλη καταρτίζουν στατιστικές των εμπορικών συναλλαγών ταξινομώντας τα δεδομένα κατά λογιστική μονάδα.

Τα κράτη μέλη καταρτίζουν τις στατιστικές με βάση αντιπροσωπευτικό δείγμα μητρώων για τις εισαγωγές και τις εξαγωγές από τις τελωνειακές διασαφήσεις που περιλαμβάνουν τα δεδομένα για τη λογιστική μονάδα. Αν η λογιστική μονάδα για τις εξαγωγές δεν αναφέρεται στην τελωνειακή διασάφηση, πραγματοποιείται έρευνα για τη συγκέντρωση των απαιτούμενων δεδομένων.

Τα μέτρα που αποσκοπούν στην τροποποίηση των μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, μεταξύ άλλων με τη συμπλήρωσή του, όσον αφορά τα χαρακτηριστικά του δείγματος, την περίοδο αναφοράς ▌ και το επίπεδο ομαδοποίησης για τις χώρες-εταίρους, τα εμπορεύματα και τα εθνικά νομίσματα, εγκρίνονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 11, παράγραφος 3.

4.  Η κατάρτιση από τα κράτη μέλη πρόσθετων στατιστικών για ▌ εθνικούς σκοπούς μπορεί να καθορίζεται όταν τα δεδομένα αναφέρονται στην τελωνειακή διασάφηση.

5.  Τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να καταρτίζουν και να διαβιβάζουν στην Επιτροπή (Eurostat) στατιστικές του εξωτερικού εμπορίου για στατιστικά δεδομένα τα οποία, δυνάμει του τελωνειακού κώδικα ή εθνικών οδηγιών, δεν έχουν καταγραφεί προς το παρόν ούτε μπορούν να συναχθούν ευθέως από άλλα δεδομένα στην τελωνειακή διασάφηση που έχει κατατεθεί στις τελωνειακές τους υπηρεσίες. Η διαβίβαση αυτών των δεδομένων είναι προαιρετική για τα κράτη μέλη. Πρόκειται για τα εξής δεδομένα:

   α) για τις εισαγωγές, το κράτος μέλος τελικού προορισμού·
   β) για τις εξαγωγές, το κράτος μέλος πραγματικής εξαγωγής·
   γ) τη φύση της συναλλαγής.

Άρθρο 7

Ανταλλαγή δεδομένων

1.  Το συντομότερο δυνατόν και, το αργότερο, εντός του μήνα που ακολουθεί εκείνον κατά τον οποίο οι τελωνειακές διασαφήσεις έγιναν δεκτές ή αποτέλεσαν το αντικείμενο τελωνειακών αποφάσεων, οι εθνικές στατιστικές υπηρεσίες λαμβάνουν από την αντίστοιχη εθνική τελωνειακή υπηρεσία τα μητρώα εισαγωγών και εξαγωγών, με βάση τις διασαφήσεις που έχουν κατατεθεί ή παρασχεθεί στην εν λόγω υπηρεσία.

Τα μητρώα περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα στατιστικά δεδομένα που αναφέρονται στο άρθρο 5 τα οποία, σύμφωνα με τον τελωνειακό κώδικα ή τις εθνικές οδηγίες, περιλαμβάνονται στην τελωνειακή διασάφηση.

2.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα μητρώα εισαγωγών και εξαγωγών που βασίζονται σε τελωνειακή διασάφηση η οποία έχει κατατεθεί στην εθνική τους τελωνειακή υπηρεσία διαβιβάζονται πάραυτα από την εν λόγω τελωνειακή υπηρεσία στην τελωνειακή υπηρεσία του κράτους μέλους που αναφέρεται στο μητρώο ως:

   α) για τις εισαγωγές, το κράτος μέλος τελικού προορισμού·
   β) για τις εξαγωγές, το κράτος μέλος πραγματικής εξαγωγής.

Εντός του κράτους μέλους, τα στοιχεία που παρελήφθησαν από την εθνική τελωνειακή υπηρεσία διαβιβάζονται στην εθνική στατιστική υπηρεσία όπως προβλέπεται στην παράγραφο 1.

3.  Βάσει της παραγράφου 2, τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να διαβιβάζουν τα μητρώα εισαγωγών και εξαγωγών σε άλλα κράτη μέλη έως ότου οι τελωνειακές αρχές των εν λόγω κρατών μελών θέσουν σε λειτουργία ένα μηχανισμό αμοιβαίας ηλεκτρονικής ανταλλαγής των σχετικών δεδομένων.

4.  Οι διατάξεις εφαρμογής για τον καθορισμό αυτής της διαβίβασης μπορούν να θεσπίζονται από την Επιτροπή με την κανονιστική διαδικασία του άρθρου 11, παράγραφος 2.

5.  Εάν η εθνική τελωνειακή υπηρεσία δεν μπορεί να παράσχει όλα τα απαραίτητα δεδομένα που αναφέρονται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στην εθνική στατιστική υπηρεσία λόγω διαφόρων απλοποιημένων διαδικασιών στα πλαίσια του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 450/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (εκσυγχρονισμένος τελωνειακός κώδικας)(10) και της απόφασης αριθ. 70/2008/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιανουαρίου 2008, για ένα περιβάλλον χωρίς χαρτί για τα τελωνεία και τις εμπορικές επιχειρήσεις(11), η εθνική στατιστική υπηρεσία δεν υποχρεούται να παράσχει δεδομένα που δεν μπορούν να συλλεχθούν από την εθνική τελωνειακή υπηρεσία στην Επιτροπή (Eurostat).

Άρθρο 8

Διαβίβαση των στατιστικών του εξωτερικού εμπορίου στην Επιτροπή (Eurostat)

1.  Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή (Eurostat) τις στατιστικές που αναφέρονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, το αργότερο 40 ημέρες μετά τη λήξη κάθε μηνιαίας περιόδου αναφοράς.

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι στατιστικές περιλαμβάνουν πληροφορίες για το σύνολο των εισαγωγών και τις εξαγωγών κατά τη συγκεκριμένη περίοδο αναφοράς, πραγματοποιώντας προσαρμογές όταν δεν υπάρχουν διαθέσιμα μητρώα.

Όταν οι στατιστικές που έχουν ήδη διαβιβαστεί αναθεωρούνται, τα κράτη μέλη διαβιβάζουν επικαιροποιημένες στατιστικές.

Στα αποτελέσματα που διαβιβάζουν στην Επιτροπή (Eurostat), τα κράτη μέλη περιλαμβάνουν και τυχόν απόρρητες στατιστικές πληροφορίες.

Τα μέτρα που αποσκοπούν στην τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, μεταξύ άλλων με τη συμπλήρωσή του, σχετικά με την προσαρμογή της προθεσμίας, του περιεχομένου, της κάλυψης και των αναθεωρήσεων, εγκρίνεται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 11, παράγραφος 3.

2.  Τα μέτρα που αποσκοπούν στην τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, ▌με τη συμπλήρωσή του, σχετικά με την προθεσμία διαβίβασης των στατιστικών των εμπορικών συναλλαγών ταξινομημένων κατά επιχειρηματικά χαρακτηριστικά όπως αναφέρεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, και των στατιστικών των εμπορικών συναλλαγών ταξινομημένων κατά λογιστική μονάδα που αναφέρονται στο άρθρο 6, παράγραφος 3, εγκρίνεται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 11, παράγραφος 3.

3.  Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν τις στατιστικές σε ηλεκτρονική μορφή, σύμφωνα με ένα πρότυπο ανταλλαγής. Οι πρακτικές ρυθμίσεις για τη διαβίβαση των αποτελεσμάτων μπορούν να καθορίζονται με την κανονιστική διαδικασία του άρθρου 11, παράγραφος 2.

Άρθρο 9

Αξιολόγηση της ποιότητας

1.  Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθες παράμετροι ποιοτικής αξιολόγησης για τα διαβιβαζόμενα στοιχεία:

   "χρησιμότητα": αφορά τον βαθμό στον οποίο οι στατιστικές ικανοποιούν τις παρούσες και πιθανές ανάγκες των χρηστών·
   ║'ακρίβεια": αφορά την εγγύτητα των εκτιμήσεων προς τις άγνωστες αληθινές τιμές·
   ║'επικαιρότητα" και "χρονική ακρίβεια": αφορούν το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της διαθεσιμότητας των αποτελεσμάτων και του περιγραφόμενου γεγονότος ή φαινομένου ║·
   ║'προσβασιμότητα" και ║'σαφήνεια": αφορούν τις συνθήκες και μεθόδους υπό τις οποίες οι χρήστες μπορούν να αποκτούν, να χρησιμοποιούν και να ερμηνεύουν τα στοιχεία·
   ║ "συγκρισιμότητα": αφορά τη μέτρηση της επίπτωσης των διαφορών όσον αφορά τις εφαρμοσμένες στατιστικές έννοιες και τα μέσα και διαδικασίες μέτρησης κατά τη σύγκριση των στατιστικών στοιχείων μεταξύ γεωγραφικών περιοχών, θεματικών τομέων ή χρονικών σημείων·
   ║ "συνοχή": αφορά την καταλληλότητα των στοιχείων να συνδυάζονται αξιόπιστα κατά διαφορετικούς τρόπους και για διαφορετικές χρήσεις.

2.  Τα κράτη μέλη αποστέλλουν ετησίως στην Επιτροπή (Eurostat) έκθεση για την ποιότητα των δεδομένων που διαβιβάζονται.

3.  Κατά την εφαρμογή των ποιοτικών διαστάσεων, που αναφέρονται στην παράγραφο 1, τα δεδομένα που καλύπτει ο παρών κανονισμός, οι διατυπώσεις και η δομή ▌των εκθέσεων ποιότητας καθορίζονται με την κανονιστική διαδικασία του άρθρου 11, παράγραφος 2.

Η Επιτροπή (Eurostat) αξιολογεί την ποιότητα των διαβιβαζόμενων δεδομένων.

Άρθρο 10

Διάδοση των στατιστικών του εξωτερικού εμπορίου

1.  Σε επίπεδο Κοινότητας, οι στατιστικές του εξωτερικού εμπορίου που καταρτίζονται σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, και διαβιβάζονται από τα κράτη μέλη, διαδίδονται από την Επιτροπή (Eurostat) ταξινομημένες τουλάχιστον κατά διάκριση της συνδυασμένης ονοματολογίας.

Μόνον κατόπιν αιτήματος ενός εισαγωγέα ή εξαγωγέα, οι εθνικές αρχές ενός κράτους μέλους αποφασίζουν αν αυτές οι στατιστικές του συγκεκριμένου κράτους που ενδέχεται να επιτρέπουν την αναγνώριση του προαναφερόμενου εισαγωγέα ή εξαγωγέα θα διαδοθούν ή θα τροποποιηθούν κατά τρόπο ώστε με τη διάδοσή τους να μη θίγεται το στατιστικό απόρρητο.

2.  Με επιφύλαξη της διάδοσης δεδομένων σε εθνικό επίπεδο οι λεπτομερείς στατιστικές της διάκρισης Taric, οι προτιμήσεις και οι ποσοστώσεις δεν διαδίδονται από την Επιτροπή (Eurostat) εάν η αποκάλυψή τους παραβλάπτει την προστασία του δημοσίου συμφέροντος όσον αφορά την εμπορική και αγροτική πολιτική της Κοινότητας.

Άρθρο 11

Διαδικασία επιτροπής

1.  Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή στατιστικών του εξωτερικού εμπορίου.

2.  Όποτε γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζονται τα άρθρα 5 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της εν λόγω απόφασης. Η περίοδος που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 6, της απόφασης 1999/468/ΕΚ είναι τρεις μήνες.

3.  Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζονται το άρθρο 5α, παράγραφοι 1 έως 4, και το άρθρο 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της εν λόγω απόφασης.

Άρθρο 12

Κατάργηση

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1172/95 καταργείται από 1ης Ιανουαρίου 2010.

Εξακολουθεί να ισχύει για τα δεδομένα που υπάγονται σε περιόδους αναφοράς προγενέστερες της 1ης Ιανουαρίου 2010.

Άρθρο 13

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2010.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

║, […]

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος

(1) ΕΕ C 70, 15.3.2008, σ. 1.
(2) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2008.
(3) ΕΕ L 118, ║25.5.1995, σ. 10. ║
(4) ΕΕ L 302, ║19.10.1992, σ. 1. ║
(5) ΕΕ L 256, ║7.9.1987, σ. 1. ║
(6) ΕΕ L 61, 5.3.2008, σ. 6.
(7) ΕΕ L 52, ║22.2.1997, σ. 1. ║
(8) ΕΕ L 151, 15.6.1990, σ. 1.
(9) ΕΕ L 184, ║17.7.1999, σ. 23. ║
(10) ΕΕ L 145, 4.6.2008, σ. 1.
(11) ΕΕ L 23, 26.1.2008, σ. 21.


Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 338/97 όσον αφορά τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που ανατίθενται στην Επιτροπή ***I
PDF 254kWORD 33k
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2008 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 338/97 για την προστασία των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας με τον έλεγχο του εμπορίου τους όσον αφορά τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που ανατίθενται στην Επιτροπή (COM(2008)0104 – C6-0087/2008 – 2008/0042(COD))
P6_TA(2008)0415A6-0314/2008

(Διαδικασία συναπόφασης: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2008)0104),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 251, παράγραφος 2 και το άρθρο 175, παράγραφος 1 της Συνθήκης ΕΚ, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C6-0087/2008),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 51 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων (A6-0314/2008),

1.   εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής·

2.   ζητεί από την Επιτροπή να του υποβάλει εκ νέου την πρόταση, αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή να την αντικαταστήσει με νέο κείμενο·

3.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και την Επιτροπή.


Στατιστικές καταγραφές των οδικών μεταφορών εμπορευμάτων ***I
PDF 264kWORD 34k
Ψήφισμα
Κείμενο
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2008 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1172/98 του Συμβουλίου σχετικά με τις στατιστικές καταγραφές των οδικών μεταφορών εμπορευμάτων, όσον αφορά τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που ανατίθενται στην Επιτροπή (COM(2007)0778 – C6-0451/2007 – 2007/0269(COD))
P6_TA(2008)0416A6-0258/2008

(Διαδικασία συναπόφασης: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2007)0778),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 251, παράγραφος 2, και το άρθρο 285, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C6-0451/2007),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 51 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Μεταφορών και Τουρισμού (A6-0258/2008),

1.   εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής όπως τροποποιήθηκε·

2.   ζητεί από την Επιτροπή να του υποβάλει εκ νέου την πρόταση, αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή να την αντικαταστήσει με νέο κείμενο·

3.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 23 Σεπτεμβρίου 2008 εν όψει της έγκρισης κανονισμού (ΕΚ) αριθ. …/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1172/98 του Συμβουλίου σχετικά με τις στατιστικές καταγραφές των οδικών μεταφορών εμπορευμάτων, όσον αφορά τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που ανατίθενται στην Επιτροπή

P6_TC1-COD(2007)0269


(Καθώς έχει επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η θέση του Κοινοβουλίου σε πρώτη ανάγνωση αντιστοιχεί στην τελική νομοθετική πράξη, κανονισμός (ΕΚ) αριθ. .../2009.)


Ευρωπαϊκό Έτος Δημιουργικότητας και Καινοτομίας (2009) ***I
PDF 267kWORD 30k
Ψήφισμα
Κείμενο
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2008 σχετικά με την πρόταση απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά το Ευρωπαϊκό Έτος Δημιουργικότητας και Καινοτομίας (2009) (COM(2008)0159 – C6-0151/2008 – 2008/0064(COD))
P6_TA(2008)0417A6-0319/2008

(Διαδικασία συναπόφασης: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2008)0159),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 251, παράγραφος 2, και τα άρθρα 149 και 150 της Συνθήκης ΕΚ, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C6-0151/2008),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 51 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Πολιτισμού και Παιδείας (A6-0319/2008),

1.   εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής όπως τροποποιήθηκε·

2.   ζητεί από την Επιτροπή να του υποβάλει εκ νέου την πρόταση, αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή να την αντικαταστήσει με νέο κείμενο·

3.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 23 Σεπτεμβρίου 2008 εν όψει της έγκρισης απόφασης (ΕΚ) αριθ. …/2008/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το Ευρωπαϊκό Έτος Δημιουργικότητας και Καινοτομίας (2009)

P6_TC1-COD(2008)0064


(Καθώς έχει επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η θέση του Κοινοβουλίου σε πρώτη ανάγνωση αντιστοιχεί στην τελική νομοθετική πράξη, απόφαση αριθ. 1350/2008/ΕΚ.)


Καθορισμός των κατηγοριών των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στους οποίους εφαρμόζονται οι διατάξεις του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Κοινοτήτων *
PDF 256kWORD 34k
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2008 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου που τροποποιεί τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) αριθ. 549/69 περί καθορισμού των κατηγοριών των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στους οποίους εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 12, 13 δεύτερη παράγραφος και 14 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Κοινοτήτων (COM(2008)0305 – C6-0214/2008 – 2008/0102(CNS))
P6_TA(2008)0418A6-0339/2008

(Διαδικασία διαβούλευσης)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο (COM(2008)0305),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 291 της Συνθήκης ΕΚ,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 16 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σύμφωνα με το οποίο κλήθηκε από το Συμβούλιο να γνωμοδοτήσει (C6-0214/2008),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 51 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (A6-0339/2008),

1.   εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής·

2.   καλεί το Συμβούλιο, στην περίπτωση που προτίθεται να απομακρυνθεί από το κείμενο που ενέκρινε το Κοινοβούλιο, να το ενημερώσει σχετικά·

3.   ζητεί να κληθεί εκ νέου να γνωμοδοτήσει σε περίπτωση που το Συμβούλιο προτίθεται να επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις στην πρόταση της Επιτροπής·

4.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.


Σχέδιο διορθωτικού προϋπολογισμού αριθ. 6/2008
PDF 267kWORD 38k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2008 σχετικά με το σχέδιο διορθωτικού προϋπολογισμού αριθ. 6/2008 της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οικονομικό έτος 2008, Τμήμα ΙΙΙ - Επιτροπή (12984/2008 – C6-0317/2008 – 2008/2166(BUD))
P6_TA(2008)0419A6-0353/2008

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 272 της Συνθήκης ΕΚ και το άρθρο 177 της Συνθήκης Ευρατόμ,

–   έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, σχετικά με τον δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων(1), (στο εξής "δημοσιονομικός κανονισμός") συγκεκριμένα δε τα άρθρα του 37 και 38,

–   έχοντας υπόψη τον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οικονομικό έτος 2008, όπως εγκρίθηκε οριστικά στις 13 Δεκεμβρίου 2007(2),

–   έχοντας υπόψη τη διοργανική συμφωνία της 17ης Μαΐου 2006 μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση(3),

–   έχοντας υπόψη το προσχέδιο διορθωτικού προϋπολογισμού αριθ. 6/2008 της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οικονομικό έτος 2008, το οποίο υπέβαλε η Επιτροπή την 1η Ιουλίου 2008 (COM(2008)0429),

–   έχοντας υπόψη το σχέδιο διορθωτικού προϋπολογισμού που κατάρτισε το Συμβούλιο στις 15 Σεπτεμβρίου 2008 (12984/2008 - C6-0317/2008),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 69 και το Παράρτημα IV του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Προϋπολογισμών (A6-0353/2008),

A.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το σχέδιο διορθωτικού προϋπολογισμού αριθ. 6/2008 στον γενικό προϋπολογισμό 2008 καλύπτει τα εξής:

   απαιτούμενες δημοσιονομικές προσαρμογές (οργανόγραμμα) λόγω της διεύρυνσης της εντολής των τριών εκτελεστικών οργανισμών: Εκτελεστικός Οργανισμός για την Εκπαίδευση, τα Οπτικοακουστικά Μέσα και τον Πολιτισμό (EACEA), Εκτελεστικός Οργανισμός για το Πρόγραμμα Δημόσιας Υγείας (PHEA), και Εκτελεστικός Οργανισμός Διευρωπαϊκού Δικτύου Μεταφορών (TEN-T EA),
   δημιουργία της κατάλληλης δημοσιονομικής διάρθρωσης για την Κοινή Επιχείρηση Υδρογόνου και Κυψελών καυσίμου (FCH JU), και τη διάθεση πιστώσεων για την κάλυψη των σχετικών δημοσιονομικών αναγκών,
   αύξηση των πιστώσεων ανάληψης υποχρεώσεων κατά 2 200 000 EUR, για την κάλυψη του κόστους νέου κτιρίου της EUROJUST,
   αύξηση των πιστώσεων ανάληψης υποχρεώσεων κατά 3 900 000 EUR για το Πρόγραμμα Ανταγωνιστικότητας και Καινοτομίας (CIP) – Επιχειρηματικότητα και Καινοτομία,

Β.   λαμβάνοντας υπόψη ότι σκοπός του σχεδίου διορθωτικού προϋπολογισμού αριθ. 6/2008 είναι να εγγράψει επισήμως αυτές τις δημοσιονομικές προσαρμογές στον προϋπολογισμό του 2008,

1.   υπενθυμίζει ότι οι πιστώσεις που προορίζονται για κοινές επιχειρήσεις χρηματοδοτούνται από τον επιχειρησιακό προϋπολογισμό του σχετικού προγράμματος·

2.   επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 179, παράγραφος 3, του δημοσιονομικού κανονισμού, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ως σκέλος της αρμόδιας για τον προϋπολογισμού αρχής, θα έπρεπε να έχει πληροφορηθεί σχετικά με το ενοίκιο του νέου κτιρίου για την EUROJUST, που έχει σημαντική δημοσιονομική επίπτωση στον προϋπολογισμό·

3.   αναμένει ότι στο μέλλον η Επιτροπή θα του υποβάλει τις σχετικές πληροφορίες, αν προκύψουν περαιτέρω ανάγκες για κτίρια, προκειμένου η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή να μπορέσει να γνωμοδοτήσει με βάση το άρθρο 179, παράγραφος 3, του δημοσιονομικού κανονισμού·

4.   εγκρίνει το σχέδιο διορθωτικού προϋπολογισμού αριθ. 6/2008 χωρίς τροποποίηση·

5.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και την Επιτροπή.

(1) EE L 248, 16.9.2002, σ. 1.
(2) ΕΕ L 71, 14.3.2008, σ. 1.
(3) EE C 139, 14.6.2006, σ. 1.


Συνέχεια της Διάσκεψης του Μοντερέι του 2002 για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης
PDF 401kWORD 95k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2008 σχετικά με τη συνέχεια της Διάσκεψης του Μοντερέι του 2002 για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης (2008/2050(INI))
P6_TA(2008)0420A6-0310/2008

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη τη συναίνεση του Μοντερέι, που εγκρίθηκε από τη Διεθνή διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών (ΗΕ) για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης (ΧτΑ) στο Μοντερέι του Μεξικού, στις 18-22 Μαρτίου 2002 (Διάσκεψη του Μοντερέι),

–   έχοντας υπόψη τις δεσμεύσεις που ανέλαβαν τα κράτη μέλη στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Βαρκελώνης στις 14 Μαρτίου 2002 (δεσμεύσεις της Βαρκελώνης),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 25ης Απριλίου 2002 για τη χρηματοδότηση της αναπτυξιακής βοήθειας(1),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 7ης Φεβρουαρίου 2002 για τη χρηματοδότηση της αναπτυξιακής βοήθειας(2),

–   έχοντας υπόψη την κοινή δήλωση του Συμβουλίου και της συνεδρίασης των εκπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών στο πλαίσιο του Συμβουλίου, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής, σχετικά με την αναπτυξιακή πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης: "Η Ευρωπαϊκή Συναίνεση"(3), που υπεγράφη στις 20 Δεκεμβρίου 2005,

-   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 9ης Απριλίου με τίτλο "Η ΕΕ παγκόσμιος εταίρος για την ανάπτυξη - επιτάχυνση της προόδου για την επίτευξη των αναπτυξιακών στόχων της χιλιετίας" (COM(2008)0177),

-   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 4ης Απριλίου 2007 με τίτλο "Τηρώντας τις υποσχέσεις μας όσον αφορά τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης" (COM(2007)0164),

-   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 2 Μαρτίου 2006 με τίτλο "Χρηματοδότηση της ανάπτυξης και αποτελεσματικότητα της βοήθειας - Οι προκλήσεις για την κλιμάκωση της βοήθειας της ΕΕ 2006-2010" (COM(2006)0085),

-   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 12ης Απριλίου 2005 με τίτλο "Επιτάχυνση της προόδου που σημειώνεται όσον αφορά την επίτευξη των αναπτυξιακών στόχων της χιλιετίας - Χρηματοδότηση της ανάπτυξης και αποτελεσματικότητα της βοήθειας" (COM(2005)0133),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 5ης Μαρτίου 2004 µε τίτλο "Εφαρμογή της Συναίνεσης του Μοντερέι στην πράξη: η συμβολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης" (COM(2004)0150 ),

–   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 14ης Μαρτίου 2002 σχετικά με τη διεθνή διάσκεψη για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης (Μοντερέι, Μεξικό, 18-22 Μαρτίου 2002),

–   έχοντας υπόψη τους αναπτυξιακούς στόχους της χιλιετηρίδας (ΑΣΧ), που ενέκρινε η Διάσκεψη Κορυφής των Ηνωμένων Εθνών για τη χιλιετηρίδα στη Νέα Υόρκη στις 6-8 Σεπτεμβρίου 2000, και επαναβεβαίωσαν οι κατοπινές διασκέψεις του ΟΗΕ, ιδίως η Διάσκεψη του Μοντερέι για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης,

–   έχοντας υπόψη τη δέσμευση που αναλήφθηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Γκέτεμποργκ στις 15-16 Ιουνίου 2001 να επιτύχουν τα κράτη μέλη τον στόχο του ΟΗΕ να αντιπροσωπεύει η επίσημη αναπτυξιακή βοήθεια (ΕΑΒ) το 0,7% του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος (ΑΕΕ),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 2ας Μαρτίου 2006 με τίτλο "Βοήθεια της ΕΕ: Περισσότερη, αποτελεσματικότερη και ταχύτερη" (COM(2006)0087),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 22ας Μαΐου 2008 σχετικά με την παρακολούθηση της Δήλωσης του Παρισιού του 2005 για την αποτελεσματικότητα της βοήθειας(4),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Ανάπτυξης και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Προϋπολογισμών (A6-0310/2008),

A.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, για δεύτερη φορά στην ιστορία του, ο ΟΗΕ διοργανώνει παγκόσμια διάσκεψη κορυφής για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης, η οποία θα διεξαχθεί στη Ντάχα από 29 Νοεμβρίου έως 2 Δεκεμβρίου 2008, με στόχο να συνευρεθούν οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων και όχι μόνο οι υπουργοί Ανάπτυξης αλλά και Οικονομικών, καθώς και εκπρόσωποι των διεθνών πιστωτικών οργανισμών, του ιδιωτικού τραπεζικού και επιχειρηματικού τομέα και της κοινωνίας των πολιτών, προκειμένου να εξετάσουν την πρόοδο που σημειώθηκε από την πρώτη Διάσκεψη του Μοντερέι,

B.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, για να επιτευχθούν οι ΑΣΧ, απαιτείται μεγάλη αύξηση της χρηματοδότησης,

Γ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η χρηματοδότηση της ανάπτυξης πρέπει να οριστεί ως ο πλέον αποδοτικός από οικονομική σκοπιά τρόπος για να ανταποκριθούμε στις αναπτυξιακές ανάγκες του πλανήτη και στις παγκόσμιες αβεβαιότητες,

Δ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανάγκη για επαρκείς, προβλέψιμους και βιώσιμους χρηματοδοτικούς πόρους είναι πιο επιτακτική από ποτέ, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη την πρόκληση της αλλαγής του κλίματος και τις συνεπαγωγές της, μεταξύ άλλων, τις φυσικές καταστροφές και τον ιδιαίτερα ευάλωτο χαρακτήρα των αναπτυσσόμενων χωρών,

E.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΕ είναι ο μεγαλύτερος χορηγός βοήθειας παγκοσμίως, μείζων μέτοχος στα διεθνή πιστωτικά ιδρύματα και ο πλέον σημαντικός εμπορικός εταίρος των αναπτυσσόμενων χωρών,

ΣΤ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΕ δεσμεύτηκε στο πλαίσιο ενός σαφούς και υποχρεωτικού χρονοδιαγράμματος για την επίτευξη του στόχου του 0,56% του ΑΕΕ μέχρι το 2010 και του στόχου του 0,7% του ΑΕΕ μέχρι το 2015,

Ζ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, αν συνεχιστούν οι τρέχουσες τάσεις όσον αφορά τα επίπεδα της ΕΑΒ των κρατών μελών, ορισμένα κράτη μέλη δεν θα επιτύχουν τους στόχους για τους οποίους έχουν δεσμευτεί, του 0,51% (για την ΕΕ των 15, δηλαδή των κρατών μελών της ΕΕ πριν από τη διεύρυνση του 2004) και του 0,17% (για την ΕΕ των 12, δηλαδή των κρατών μελών που εντάχθηκαν στην ΕΕ την 1η Μαΐου 2004 και την 1η Ιανουαρίου 2007) του ΑΕΕ μέχρι το 2010,

H.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η προγραμματιζόμενη βοήθεια στην Αφρική αυξάνεται παρά τη γενική μείωση της ΕΑΒ το 2007,

Θ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι εμφανίστηκαν προσφάτως σημαντικές νέες αναπτυξιακές προκλήσεις, μεταξύ άλλων, η αλλαγή του κλίματος, οι διαρθρωτικές αλλαγές στις αγορές βασικών προϊόντων και ιδίως στις αγορές τροφίμων και πετρελαίου και σημαντικές νέες τάσεις στη συνεργασία Νότου-Νότου, περιλαμβανομένης της στήριξης της Κίνας για υποδομές στην Αφρική και των δανειοδοτήσεων της Τράπεζας Ανάπτυξης της Βραζιλίας BNDES στη Λατινική Αμερική,

Ι.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες δεν έχουν αναπτυχθεί επαρκώς ως αποτέλεσμα πολλών παραγόντων, συμπεριλαμβανομένων των περιορισμών στην παροχή υπηρεσιών, της έλλειψης ασφάλειας δικαίου και δικαιωμάτων ιδιοκτησίας,

1.   επαναβεβαιώνει τη δέσμευσή του για την εξάλειψη της φτώχειας, την αειφόρο ανάπτυξη και την επίτευξη των ΑΣΧ, καθώς αυτός είναι ο μόνος τρόπος για την επίτευξη κοινωνικής δικαιοσύνης και βελτιωμένης ποιότητας ζωής για το κατά προσέγγιση ένα δισ. ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο, που ζουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, η οποία ορίζεται ως ημερήσιο εισόδημα χαμηλότερο του ενός δολαρίου ΗΠΑ·

2.   καλεί τα κράτη μέλη να προβούν σε σαφή διάκριση μεταξύ των αναπτυξιακών δαπανών και των δαπανών για συμφέροντα εξωτερικής πολιτικής και, από αυτή την άποψη, η ΕΑΒ θα πρέπει να συνάδει με τα κριτήρια της ΕΑΒ που έχουν θεσπιστεί από την Επιτροπή Αναπτυξιακής Βοήθειας του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ/ΕΑΒ) και με τις συστάσεις του ΟΟΣΑ/ΕΑΒ σχετικά με την αποδέσμευση της ΕΑΒ·

3.   υπογραμμίζει την απόλυτη ανάγκη επιδίωξης από την ΕΕ του υψηλότερου επιπέδου συντονισμού για λόγους διασφάλισης συνοχής με άλλες κοινοτικές πολιτικές (περιβάλλον, μετανάστευση, ανθρώπινα δικαιώματα, γεωργία κ.λπ.) και αποφυγής της αλληλεπικάλυψης των εργασιών και της ασυνέπειας μεταξύ των δραστηριοτήτων·

4.   υπενθυμίζει ότι τα άμεσα και αναγκαία μέτρα που πρέπει να λάβει η ΕΕ για να αντιμετωπίσει τις συγκλονιστικές συνέπειες της εκτίναξης των τιμών των τροφίμων στα ύψη στις αναπτυσσόμενες χώρες, δεν θα πρέπει να θεωρούνται και να υλοποιούνται ως μέρος των οικονομικών προσπαθειών που απαιτούνται από τη συναίνεση του Μοντερέι· επομένως, προσβλέπει σε μια συγκεκριμένη πρόταση εκ μέρους της Επιτροπής για τη χρησιμοποίηση των κονδυλίων έκτακτης ανάγκης·

5.   τονίζει ότι ο υπερβολικός και δυσανάλογος διοικητικός φόρτος σε ορισμένες από τις χώρες εταίρους φθείρει την αποτελεσματικότητα της αναπτυξιακής βοήθειας· φοβάται ότι ο φόρτος αυτός μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την επίτευξη των ΑΣΧ·

6.   σημειώνει ότι η ΕΕ δεν έχει ακόμη πετύχει την κατάλληλη ισορροπία μεταξύ δύο αντικρουόμενων προσεγγίσεων της αναπτυξιακής βοήθειας: αφενός, να εμπιστεύεται τις χώρες εταίρους για την κατάλληλη κατανομή των κονδυλίων και να βοηθά τις διοικήσεις τους να αναπτύξουν τα ενδεδειγμένα μέσα για τη αξιοποίηση των κονδυλίων· αφετέρου, να καθορίζει εξαρχής τον προορισμό της οικονομικής βοήθειας, προκειμένου να αποτραπεί η κατάχρηση ή η αναποτελεσματική διάθεση της βοήθειας·

Όγκοι της ΕΑΒ

7.   επισημαίνει ότι η ΕΕ είναι ο μεγαλύτερος χορηγός ΕΑΒ παγκοσμίως, αντιπροσωπεύοντας περίπου 60% της επίσημης παγκόσμιας αναπτυξιακής βοήθειας, και επικροτεί το γεγονός ότι η συμβολή της ΕΕ στην παγκόσμια ΕΑΒ αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου· εντούτοις, ζητεί από την Επιτροπή να παρουσιάσει σαφή και διαφανή στοιχεία σχετικά με το μερίδιο του προϋπολογισμού της ΕΕ που διατίθεται στην αναπτυξιακή βοήθεια της ΕΕ, για να εκτιμηθεί η συνέχεια της συναίνεσης του Μοντερέι από όλους τους ευρωπαίους χορηγούς· εκφράζει επίσης τη λύπη του για την έλλειψη προβολής όσον αφορά το επίπεδο των χρηματοοικονομικών εισφορών της ΕΕ προς τις αναπτυσσόμενες χώρες, και καλεί την Επιτροπή να αναπτύξει κατάλληλα και στοχοθετημένα μέσα επικοινωνίας και πληροφόρησης για να αυξηθεί η προβολή της αναπτυξιακής βοήθειας της ΕΕ·

8.   χαιρετίζει το γεγονός ότι η ΕΕ εκπλήρωσε τον δεσμευτικό στόχο της αναφορικά με την ΕΑΒ για τον μέσο όρο της ΕΕ του 0,39% του ΑΕΕ μέχρι το 2006, σημειώνει όμως την ανησυχητική μείωση της βοήθειας της ΕΕ το 2007 από 47,7 δισ. ευρώ το 2006 (0,41% του συνολικού ΑΕΕ της ΕΕ) σε 46,1 δισ. ευρώ το 2007 (0,38% του συνολικού ΑΕΕ της ΕΕ) και καλεί τα κράτη μέλη να αυξήσουν τους όγκους της ΕΑΒ για την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου τους του 0,56% του ΑΕΕ το 2010·

9.   επιμένει ότι δεν πρέπει να σημειωθούν εκ νέου μειώσεις στις δεδηλωμένες ΕΑΒ των κρατών μελών· επισημαίνει ότι, εάν συνεχιστεί η τρέχουσα τάση, η ΕΕ θα έχει δώσει 75 δισεκατομμύρια ευρώ λιγότερα από όσα υποσχέθηκε για την περίοδο 2005-2010·

10.   εκφράζει σοβαρή ανησυχία για το γεγονός ότι η πλειονότητα των κρατών μελών (18 από τα 27, ιδίως η Λετονία, η Ιταλία, η Πορτογαλία, η Ελλάδα και η Τσεχική Δημοκρατία) δεν ήταν σε θέση να αυξήσουν το επίπεδο της ΕΑΒ μεταξύ του 2006 και του 2007 και ότι υπήρξε ακόμη και μία δραματική μείωση άνω του 10% σε αρκετές χώρες όπως το Βέλγιο, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο· καλεί τα κράτη μέλη να εκπληρώσουν τους όγκους της ΕΑΒ, για τους οποίους έχουν δεσμευτεί· σημειώνει με ικανοποίηση ότι ορισμένα κράτη μέλη (η Δανία, η Ιρλανδία, το Λουξεμβούργο, η Ισπανία, η Σουηδία και η Ολλανδία) είναι βέβαιο ότι θα επιτύχουν τους στόχους τους όσον αφορά την ΕΑΒ για το 2010, και είναι πεπεισμένο ότι αυτά τα κράτη μέλη θα διατηρήσουν τα υψηλά τους επίπεδα ΕΑΒ·

11.   επικροτεί την αυστηρή στάση της Επιτροπής στις προσπάθειες να επικεντρωθεί τόσο στην ποσότητα όσο και στην ποιότητα της αναπτυξιακής βοήθειας από τα κράτη μέλη, και στηρίζει θερμά την προειδοποίησή της για τις πιθανές ιδιαίτερα αρνητικές συνέπειες της παράλειψης των κρατών μελών να εκπληρώσουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις· καλεί την Επιτροπή να αξιοποιήσει την εμπειρογνωμοσύνη και την εξουσία της για να πείσει άλλους κρατικούς και ιδιωτικούς χορηγούς να τιμήσουν τις οικονομικές τους υποσχέσεις·

12.   είναι εξαιρετικά προβληματισμένο με το γεγονός ότι ορισμένα κράτη μέλη υπαναχωρούν από αυξήσεις της ΕΑΒ, επιφέροντας στις αναπτυσσόμενες χώρες περισσότερα από 17 δισ. ευρώ καθαρή απώλεια·

13.   χαιρετίζει την προσέγγιση ορισμένων κρατών μελών να αναπτύξουν πολυετή δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα για την αύξηση των επιπέδων της ΕΑΒ, προκειμένου να εκπληρώσουν τον στόχο του 0,7% του ΟΗΕ μέχρι το 2015· ζητεί από τα κράτη μέλη που δεν το έχουν πράξει ακόμη να γνωστοποιήσουν τα πολυετή χρονοδιαγράμματά τους το ταχύτερο δυνατόν· υπογραμμίζει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να τα εγκρίνουν πριν από την προαναφερθείσα διεθνή διάσκεψη για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης η οποία θα διεξαχθεί στη Ντόχα και να εκπληρώσουν τις δεσμεύσεις τους·

14.   παρατηρεί ότι οι μειώσεις στα δηλωθέντα επίπεδα βοήθειας το 2007 οφείλονται, σε ορισμένες περιπτώσεις, στην τεχνητή αύξηση των αριθμητικών στοιχείων το 2006 μέσω της ελάφρυνσης του χρέους· καλεί τα κράτη μέλη να αυξήσουν τα επίπεδα της ΕΑΒ σε βιώσιμη βάση, επικεντρώνοντας τις προσπάθειές τους στα αριθμητικά στοιχεία, αφαιρώντας όμως το σκέλος της ελάφρυνσης του χρέους·

15.   θεωρεί εντελώς απαράδεκτη την αναντιστοιχία μεταξύ των συχνών υποσχέσεων για αύξηση της χρηματοδοτικής βοήθειας και των σημαντικά χαμηλότερων ποσών που εκταμιεύονται στην πράξη και εκφράζει την ανησυχία του ότι ορισμένα κράτη μέλη παρουσιάζουν "κόπωση των χορηγών βοήθειας'·

16.   υπογραμμίζει το γεγονός ότι η διαβούλευση με τις κυβερνήσεις των εταίρων, τα εθνικά κοινοβούλια και τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών είναι ζωτικής σημασίας για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τον όγκο και τους προορισμούς της ΕΑΒ·

Ταχύτητα, ευελιξία, προβλεψιμότητα και σταθερότητα χρηματοδοτικών ροών

17.   υπογραμμίζει ότι η βοήθεια πρέπει να χορηγείται εγκαίρως και εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι στις διαδικασίες χορήγησης συχνά σημειώνονται αδικαιολόγητες καθυστερήσεις·

18.   υπογραμμίζει την ανάγκη εξισορρόπησης της ευελιξίας στη χορήγηση κεφαλαίων συνεργασίας, προκειμένου να δίνεται απάντηση στις μεταβαλλόμενες συνθήκες, όπως είναι η άνοδος της τιμής των τροφίμων, με την επιτακτική ανάγκη για προβλέψιμη χρηματοδότηση, ώστε να παρέχεται στις χώρες εταίρους η δυνατότητα να σχεδιάζουν για την αειφόρο ανάπτυξη καθώς και για την προσαρμογή στην αλλαγή του κλίματος και την άμβλυνση των επιπτώσεών της·

19.   ζητεί μετ' επιτάσεως τη σαφή τήρηση των αρχών της υπεύθυνης δανειοδότησης και χρηματοδότησης προκειμένου οι δανειοδοτήσεις και χρηματοδοτήσεις να καταστούν βιώσιμες από τη σκοπιά της οικονομικής και περιβαλλοντικής ανάπτυξης, παράλληλα και σύμφωνα με τις αρχές του Ισημερινού· καλεί την Επιτροπή να συμμετάσχει στη θέσπιση ανάλογων αρχών και να πιέσει στα διεθνή φόρουμ για δεσμευτικά μέτρα, προκειμένου να τεθούν σε εφαρμογή κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η κάλυψή τους να επεκτείνεται σε νέους παράγοντες της ανάπτυξης προερχόμενους από τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα·

Χρέος και φυγή κεφαλαίων

20.   υποστηρίζει ανεπιφύλακτα τις προσπάθειες των αναπτυσσόμενων χωρών να διαφυλάξουν τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους και να υλοποιήσουν την Πρωτοβουλία για τις υπερχρεωμένες φτωχές χώρες (ΥΦΧ), που είναι καίριας σημασίας για την εκπλήρωση των ΑΣΧ· εκφράζει, ωστόσο, τη λύπη του για το γεγονός ότι τα σχέδια για την ελάφρυνση του χρέους αποκλείουν έναν μεγάλο αριθμό χωρών στις οποίες το χρέος παραμένει εμπόδιο για την εκπλήρωση των ΑΣΧ· επιμένει ότι επείγει η διεξαγωγή μιας διεθνούς συζήτησης σχετικά με τη διεθνή επέκταση της μείωσης των μέτρων σε διάφορες χρεωμένες χώρες, που σήμερα αποκλείονται από την πρωτοβουλία για τις ΥΦΧ·

21.   καλεί την Επιτροπή να επιληφθεί του θέματος σχετικά με τα επαχθή και παράνομα χρέη, δηλαδή τα χρέη που έχουν ανακύψει από ανεύθυνο, ιδιοτελή, απερίσκεπτο ή αθέμιτο δανεισμό και τις αρχές της υπεύθυνης χρηματοδότησης στο πλαίσιο διμερών και πολυμερών διαπραγματεύσεων για την ελάφρυνση του χρέους· επικροτεί την έκκληση της Επιτροπής για δράση προκειμένου να περιοριστούν τα δικαιώματα των εμπορικών πιστωτών και να επιστραφούν τα κεφάλαια που επενδύονται σε επισφαλές επιχειρηματικό περιβάλλον (vulture funds), σε περίπτωση δικαστικών διαδικασιών·

22.   καλεί όλα τα κράτη μέλη να τηρήσουν το πλαίσιο της βιωσιμότητας του χρέους και να ασκήσουν πιέσεις προκειμένου η ανάπτυξή του να λαμβάνει υπόψη της το εσωτερικό χρέος και τις χρηματοδοτικές απαιτήσεις μίας χώρας· καλεί τα κράτη μέλη να αναγνωρίσουν ότι η ευθύνη του δανειστή δεν περιλαμβάνει απλώς τη συμμόρφωση προς το πλαίσιο βιωσιμότητας, αλλά συνεπάγεται επίσης:

   τη συνεκτίμηση της ευπάθειας των δανειζόμενων χωρών σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς, προνοώντας σε τέτοιες περιπτώσεις για τη δυνατότητα αναστολής ή διευκόλυνσης της αποπληρωμής·
   την ενσωμάτωση απαιτήσεων διαφάνειας, για αμφότερα τα μέρη, στις δανειακές συμβάσεις·
   την ενίσχυση της επαγρύπνησης προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ο δανεισμός δεν συντελεί σε παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή αύξηση της διαφθοράς·

23.   παροτρύνει την ΕΕ να προωθήσει διεθνείς προσπάθειες που αποσκοπούν στη θέσπιση κάποιας μορφής διεθνών διαδικασιών αφερεγγυότητας ή μίας διαδικασίας δίκαιης και διαφανούς διαιτησίας για την αποτελεσματική και δίκαιη αντιμετώπιση οποιασδήποτε μελλοντικής κρίσης χρέους·

24.   εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν δίνει περισσότερη έμφαση στην κινητοποίηση εσωτερικών πόρων για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης, καθώς αυτοί αποτελούν πηγή μεγαλύτερης αυτονομίας για τις αναπτυσσόμενες χώρες· ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να συμμετάσχουν πλήρως στην πρωτοβουλία διαφάνειας των εξορυκτικών βιομηχανιών και ζητεί την ενίσχυσή της· καλεί την Επιτροπή να ζητήσει από το Συμβούλιο Διεθνών Λογιστικών Προτύπων (IASB) να συμπεριλάβουν μεταξύ αυτών των διεθνών λογιστικών προτύπων μία απαίτηση υποβολής εκθέσεων ανά χώρα σχετικά με τις δραστηριότητες των πολυεθνικών εταιρειών σε όλους τους τομείς·

25.   εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η δέσμη ανακοινώσεων της Επιτροπής για την αποτελεσματικότητα της βοήθειας (COM(2008)0177) δεν αναφέρει τη φυγή κεφαλαίων ως παράγοντα κινδύνου για τις οικονομίες των αναπτυσσόμενων χωρών· επισημαίνει ότι η φυγή κεφαλαίων προκαλεί σοβαρή ζημία στην ανάπτυξη βιώσιμων οικονομικών συστημάτων στις αναπτυσσόμενες χώρες και ότι κάθε χρόνο η φοροδιαφυγή κοστίζει στις αναπτυσσόμενες χώρες περισσότερο από όσο λαμβάνουν υπό τη μορφή ΕΑΒ· καλεί την Επιτροπή να συμπεριλάβει στις πολιτικές της μέτρα για την πρόληψη της φυγής κεφαλαίων, όπως επιτάσσει η συναίνεση του Μοντερέι, συμπεριλαμβανομένης μιας ειλικρινούς ανάλυσης των αιτίων της φυγής κεφαλαίων με στόχο το κλείσιμο των φορολογικών παραδείσων, ορισμένοι εκ των οποίων βρίσκονται στο έδαφος της ΕΕ ή λειτουργούν σε στενή σχέση με κράτη μέλη·

26.   σημειώνει, ειδικότερα, ότι σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα το παράνομο στοιχείο αυτής της φυγής κεφαλαίων ανέρχεται σε 1 000 έως 1 600 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ ετησίως, τα μισά εκ των οποίων προέρχονται από αναπτυσσόμενες χώρες· στηρίζει τις διεθνείς προσπάθειες για τη δέσμευση και την ανάκτηση των κλαπέντων στοιχείων του ενεργητικού και ζητεί από τα κράτη μέλη που δεν το έχουν πράξει ακόμη να επικυρώσουν τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της διαφθοράς· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι δεν καταβάλλονται ανάλογες προσπάθειες για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και ζητεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να προωθήσουν την παγκόσμια επέκταση της αρχής της αυτόματης ανταλλαγής φορολογικών πληροφοριών, να ζητήσουν την προσάρτηση στη δήλωση της Ντόχα του Κώδικα Συμπεριφοράς για τη φοροδιαφυγή που εκπονείται στο Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο (ECOSOC) του ΟΗΕ, και να στηρίξουν τη μετατροπή της Επιτροπής Ειδικών των Ηνωμένων Εθνών για Διεθνή Συνεργασία σε Φορολογικά Θέματα σε έναν πραγματικό διακυβερνητικό φορέα εξοπλισμένο με πρόσθετους πόρους για τη διεθνή καταπολέμηση της φοροδιαφυγής σε συνεργασία με τον ΟΟΣΑ·

Καινοτόμοι χρηματοδοτικοί μηχανισμοί

27.   χαιρετίζει τις προτάσεις για καινοτόμους χρηματοδοτικούς μηχανισμούς τις οποίες παρουσίασαν τα κράτη μέλη, και καλεί την Επιτροπή να τις εξετάσει με σημεία αναφοράς την ευκολία πρακτικής εφαρμογής, τη βιωσιμότητα, την προσθετικότητα, το κόστος των συναλλαγών και την αποτελεσματικότητα· ζητεί τη θέσπιση χρηματοδοτικών μηχανισμών και μέσων που θα παρέχουν νέα χρηματοδότηση και δεν θα θέτουν σε κίνδυνο τις μελλοντικές χρηματοδοτικές ροές·

28.   ζητεί να θεσπιστούν χρηματοδοτικοί μηχανισμοί και μέσα που θα παρέχουν μέτρα για να υπάρχει δυνατότητα άσκησης επιρροής σε ό,τι αφορά τα ιδιωτικά κεφάλαια, όπως αναφέρεται στη συναίνεση του Μοντερέι, και να αναπτυχθούν εγγυήσεις πιστώσεων·

29.   ζητεί από την Επιτροπή να ενισχύσει σημαντικά τη χρηματοδότηση μέτρων προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή και μετριασμού των επιπτώσεων της στις αναπτυσσόμενες χώρες, ιδίως της παγκόσμιας συμμαχίας κατά της κλιματικής αλλαγής· υπογραμμίζει την έντονη ανάγκη χρηματοδότησης πέραν των τρεχουσών ροών ΕΑΒ καθώς μόνο η ΕΑΒ δεν μπορεί να παράσχει μια κατάλληλη απάντηση στα μέτρα προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή και μετριασμού των επιπτώσεων της στις αναπτυσσόμενες χώρες· υπογραμμίζει ότι θα πρέπει να αναπτυχθούν επειγόντως για αυτόν τον σκοπό καινοτόμοι μηχανισμοί χρηματοδότησης, όπως οι φόροι επί των αερομεταφορών και της εμπορίας πετρελαίου, δεσμεύοντας για το σκοπό αυτό και έσοδα από πλειστηριασμούς στο πλαίσιο του συστήματος εμπορίας εκπομπών της ΕΕ (EU ETS)·

30.   επικροτεί την πρόταση της Επιτροπής σχετικά με τη θέσπιση ενός χρηματοδοτικού μηχανισμού για την καταπολέμηση της αλλαγής του κλίματος του πλανήτη, ο οποίος θα βασίζεται στην αρχή της προκαταβολής της βοήθειας για τη χρηματοδότηση των μέτρων προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή και μετριασμού των επιπτώσεων της στις αναπτυσσόμενες χώρες· καλεί τα κράτη μέλη και την Επιτροπή να αναλάβουν σημαντικές χρηματοδοτικές υποχρεώσεις προκειμένου να εφαρμοστεί επειγόντως η πρόταση·

31.   καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να δεσμεύσουν τουλάχιστον το 25% των μελλοντικών εσόδων από τον πλειστηριασμό στο πλαίσιο του EU ETS για τη χρηματοδότηση των μέτρων προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή και μετριασμού των επιπτώσεων της στις αναπτυσσόμενες χώρες·

32.   ζητεί από την Επιτροπή να αναπτύξει την πρόσβαση στη χρηματοδότηση των μικροεπιχειρηματιών και μικροκαλλιεργητών, ως μέσο για την αύξηση της παραγωγής τροφίμων και την παροχή βιώσιμης λύσης στην επισιτιστική κρίση·

33.   καλεί την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) να διερευνήσει τις δυνατότητες άμεσης θέσπισης ενός ταμείου εγγυήσεων προς στήριξη των συστημάτων μικροπιστώσεων και αντιστάθμισης κινδύνων που θα ανταποκρίνονται πλήρως στις ανάγκες των τοπικών παραγωγών τροφίμων στις φτωχότερες αναπτυσσόμενες χώρες·

34.   επικροτεί την πρόταση θέσπισης ενός πολυμερούς ταμείου για την ισότητα των φύλων που παρουσιάστηκε στον ΟΗΕ και το οποίο θα διευθύνεται από το Ταμείο Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών για τη Γυναίκα (UNIFEM), με στόχο την προώθηση και τη χρηματοδότηση πολιτικών ισότητας των φύλων στις αναπτυσσόμενες χώρες· καλεί το Συμβούλιο και την Επιτροπή να εξετάσουν και να εγκρίνουν αυτή τη διεθνή πρωτοβουλία·

35.   ζητεί να ενταθούν οι προσπάθειες προκειμένου να ενθαρρυνθεί η ανάπτυξη των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, δεδομένου ότι ο τραπεζικός τομέας έχει τις δυνατότητες να αποδεσμεύσει την τοπική χρηματοδότηση της ανάπτυξης και ότι επίσης ένας σταθερός τομέας χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών αποτελεί τον καλύτερο τρόπο για την καταπολέμηση της φυγής κεφαλαίων·

36.   καλεί όλους τους ενδιαφερόμενους να εκτιμήσουν πλήρως τις τεράστιες δυνατότητες εσόδων από φυσικούς πόρους· θεωρεί ζωτικής σημασίας εν προκειμένω οι βιομηχανίες πόρων να είναι διαφανείς· θεωρεί ότι, ενώ η πρωτοβουλία διαφάνειας των εξορυκτικών βιομηχανιών (EITI) και η διαδικασία Kimberley κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, πρέπει να γίνουν πολλά περισσότερα προκειμένου να ενθαρρυνθεί η διαφανής διαχείριση των βιομηχανιών πόρων και των εσόδων τους·

Μεταρρύθμιση των διεθνών συστημάτων

37.   ζητεί από το Συμβούλιο και την Επιτροπή να συμπεριλάβουν το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης στον προϋπολογισμό της ΕΕ στην ενδιάμεση αναθεώρηση 2008/2009, προκειμένου να ενισχυθεί η δημοκρατική νομιμότητα ενός σημαντικού σκέλους της αναπτυξιακής πολιτικής της ΕΕ και του προϋπολογισμού της·

38.   επισημαίνει το πρώτο βήμα που σημειώθηκε τον Απρίλιο του 2008 προς την καλύτερη εκπροσώπηση των αναπτυσσόμενων χωρών στο πλαίσιο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ)· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η κατανομή των δικαιωμάτων ψήφου στο ΔΝΤ εξακολουθεί να διέπεται από μια στάθμιση που βασίζεται στον πλούτο· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους για τη λήψη αποφάσεων βάσει διπλής πλειοψηφίας (ενδιαφερόμενοι/κράτη) εντός του ΔΝΤ, το οποίο είναι ο οργανισμός ο αρμόδιος για τη διεθνή χρηματοοικονομική σταθερότητα·

39.   ζητεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να χρησιμοποιήσουν την προαναφερθείσα συνέχεια της διεθνούς διάσκεψης για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης, που θα διεξαχθεί στην Ντόχα, ως ευκαιρία για να παρουσιάσουν μια κοινή θέση της ΕΕ για την ανάπτυξη με στόχο την επίτευξη των ΑΣΧ μέσω μιας βιώσιμης προσέγγισης·

40.   καλεί τα κράτη μέλη να αναλάβουν μία ταχεία και φιλόδοξη μεταρρύθμιση της Παγκόσμιας Τράπεζας ούτως ώστε οι αμεσότερα εμπλεκόμενοι στα προγράμματά της να εκπροσωπούνται καλύτερα·

o
o   o

41.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ και στους επικεφαλής του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, του Ομίλου της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου του ΟΗΕ.

(1) ΕΕ C 131 E, 5.6.2003, σ. 164.
(2) ΕΕ C 284 E, 21.11.2002, σ. 315.
(3) ΕΕ C 46, 24.2.2006, σ. 1.
(4) Κείμενα που εγκρίθηκαν, Ρ6_ΤΑ(2008)0237.


Πίνακας αποτελεσμάτων της εσωτερικής αγοράς
PDF 361kWORD 77k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2008 σχετικά με τον πίνακα αποτελεσμάτων της εσωτερικής αγοράς (2008/2056(INI))
P6_TA(2008)0421A6-0272/2008

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη τον πίνακα αποτελεσμάτων της εσωτερικής αγοράς αριθ. 16α της 14ης Φεβρουαρίου 2008 (SEC(2008)0076),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 4ης Σεπτεμβρίου 2007 σχετικά με την επανεξέταση της ενιαίας αγοράς: εξάλειψη των εμποδίων και της αναποτελεσματικότητας με τη βελτίωση της υλοποίησης και της εφαρμογής(1),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 20ής Νοεμβρίου 2007 με τίτλο "Ενιαία αγορά για την Ευρώπη του 21ου αιώνα" (COM(2007)0724),

–   έχοντας υπόψη τη διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση της νομοθεσίας(2),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 30ής Ιανουαρίου 2008 με τίτλο "Δεύτερη στρατηγική επισκόπηση για τη βελτίωση της νομοθεσίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση" (COM(2008)0032),

–   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα της Προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 8 και 9 Μαρτίου 2007 στις Βρυξέλλες, που ενέκρινε το πρόγραμμα δράσης για τη μείωση του διοικητικού φόρτου, καθόρισε τον στόχο μείωσης των διοικητικών επιβαρύνσεων κατά 25% και κάλεσε τα κράτη μέλη να καθορίσουν αντίστοιχους στόχους σε εθνικό επίπεδο,

–   έχοντας υπόψη το έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής της 20ής Νοεμβρίου 2007 με τίτλο "Εφαρμογή της νέας μεθοδολογίας για την παρακολούθηση της αγοράς προϊόντων και του τομέα: αποτελέσματα της πρώτης αξιολόγησης του τομέα - Έγγραφο που συνοδεύει την ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών - Ενιαία αγορά για την Ευρώπη του 21ου αιώνα" (SEC(2007)1517),

–   έχοντας υπόψη το έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής της 20ής Νοεμβρίου 2007 με τίτλο "Μέσα για μια εκσυγχρονισμένη πολιτική για την ενιαία αγορά - Έγγραφο που συνοδεύει την ανακοίνωση της Επιτροπής - Ενιαία αγορά για την Ευρώπη του 21ου αιώνα" (SEC(2007)1518),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 29ης Ιανουαρίου 2008 με τίτλο "Παρακολούθηση των αποτελεσμάτων για τους καταναλωτές στην ενιαία αγορά: πίνακας αποτελεσμάτων για τους καταναλωτές" (COM(2008)0031),

–   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου (Ανταγωνιστικότητα - Εσωτερική Αγορά, Βιομηχανία και Έρευνα) της 25ης Φεβρουαρίου 2008 σχετικά με μια ενιαία αγορά για την Ευρώπη του 21ου αιώνα,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών (A6-0272/2008),

A.   λαμβάνοντας υπόψη ότι επικροτεί τη δημοσίευση του πίνακα αποτελεσμάτων της εσωτερικής αγοράς, που συμβάλλει στη μείωση του ελλείμματος μεταφοράς της κοινοτικής νομοθεσίας στο εσωτερικό δίκαιο,

Β.   λαμβάνοντας υπόψη ότι όλα τα κράτη μέλη υποχρεούνται νομικά να μεταφέρουν όλες τις οδηγίες που αφορούν την εσωτερική αγορά στην εθνική νομοθεσία εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών,

Γ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι ο πίνακας αποτελεσμάτων στοχεύει πρωτίστως στο να παρακινήσει τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν την έγκαιρη μεταφορά,

Δ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το τρέχον έλλειμμα του 1,2% υπολείπεται του μελλοντικού στόχου του 1,0% επί του οποίου συμφώνησαν οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων το 2007,

Ε.   λαμβάνοντας υπόψη ότι ο παράγοντας κατακερματισμού είναι 8%, που σημαίνει ότι 124 οδηγίες δεν έχουν μεταφερθεί σε τουλάχιστον ένα κράτος μέλος,

ΣΤ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχουν διαφορές μεταξύ των επιπέδων μεταφοράς που καταγράφονται στα διάφορα κράτη μέλη,

Ζ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι μια οδηγία μπορεί να μην είναι πλήρως αποτελεσματική, παρόλο που έχει μεταφερθεί ταχέως και με ορθό τρόπο, ιδίως όταν η εφαρμογή της δημιουργεί καταστάσεις νομικής αβεβαιότητας που οδηγεί σε διαδικασίες ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και εμποδίζουν την αποτελεσματική λειτουργία της εσωτερικής αγοράς,

Η.   λαμβάνοντας υπόψη ότι ο αριθμός των διαδικασιών επί παραβάσει που εκκρεμούν εξακολουθεί να είναι πολύ μεγάλος και ότι πολλές από τις παραβάσεις αυτές σχετίζονται με τη μη μεταφορά ή την εσφαλμένη μεταφορά,

Θ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι μπορεί να αποκτηθεί αθέμιτο πλεονέκτημα με την παράκαμψη ορισμένων οδηγιών και με τη μη μεταφορά ή την εσφαλμένη μεταφορά,

Ι.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η εφαρμογή των οδηγιών που αφορούν την εσωτερική αγορά είναι ζωτικής σημασίας για την επίτευξη της ατζέντας της Λισαβόνας και της ατζέντας του Γκέτεμποργκ για την αειφόρο ανάπτυξη,

ΙΑ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι ο χρόνος που απαιτείται κατά μέσο όρο για την παραπομπή μιας διαδικασίας επί παραβάσει στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υπερβαίνει τους 20 μήνες,

ΙΒ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι ορισμένα κράτη μέλη δεν σέβονται τις αποφάσεις του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με τις υποθέσεις επί παραβάσει, πράγμα που ζημιώνει περαιτέρω τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς,

ΙΓ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι τα διοικητικά βάρη είναι υπερβολικά επαχθή στα κράτη μέλη, πράγμα που απορρέει τόσο από την εθνική όσο και από την κοινοτική νομοθεσία,

Εφαρμογή – η βάση της εσωτερικής αγοράς

1.   τονίζει ότι η έγκαιρη θέση σε ισχύ, η ορθή μεταφορά και η ορθή εφαρμογή των οδηγιών που αφορούν την εσωτερική αγορά αποτελούν προϋπόθεση για την αποτελεσματική λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, και έχουν επίσης επιπτώσεις στον ανταγωνισμό και στην οικονομική και κοινωνική ισορροπία στο εσωτερικό της ΕΕ·

2.   υπογραμμίζει τη σημασία της ενεργού δέσμευσης υπέρ της εσωτερικής αγοράς σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο· υπογραμμίζει τον ρόλο της Επιτροπής όσον αφορά τη δημιουργία εταιρικών σχέσεων στη σχετική διαδικασία χάραξης πολιτικής για τον σκοπό αυτόν·

3.   υπενθυμίζει ότι από το 2009 ο στόχος του ελλείμματος μεταφοράς ορίζεται στο 1,0%· προτρέπει τα κράτη μέλη να αναλάβουν δράση προκειμένου να επιτύχουν αυτόν τον στόχο·

4.   προτρέπει τα κράτη μέλη με ιδιαίτερα υψηλό έλλειμμα να αναλάβουν άμεση δράση και την Επιτροπή να συνεργαστεί στενά μαζί τους με σκοπό τη βελτίωση της κατάστασης· σημειώνει ότι ορισμένα κράτη μέλη έχουν αποδείξει ότι είναι δυνατόν να μειώσουν σημαντικά και ταχέως το έλλειμμα·

5.   υπενθυμίζει ότι ο υψηλός παράγοντας κατακερματισμού πρέπει να αντιμετωπιστεί επειγόντως από τα κράτη μέλη καθώς και από την Επιτροπή·

6.   εκφράζει τη λύπη του ως προς το ότι τα κράτη μέλη ορισμένες φορές προσθέτουν επιπλέον απαιτήσεις όταν μεταφέρουν τις οδηγίες στο εθνικό δίκαιο· είναι της άποψης ότι η αποκαλούμενη "επιχρύσωση" παρακωλύει την αποτελεσματική λειτουργία της εσωτερικής αγοράς·

7.   είναι της γνώμης ότι μια ισχυρή, ανοικτή και ανταγωνιστική εσωτερική αγορά δρα ως ένα ουσιαστικό μέρος της απάντησης της Ευρώπης στις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης προωθώντας την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, ενισχύει τα κίνητρα για ξένες επενδύσεις και διασφαλίζει τα δικαιώματα των καταναλωτών στην Ευρώπη· η εξωτερική διάσταση πρέπει συνεπώς να λαμβάνεται υπόψη από την Επιτροπή όταν αναλαμβάνει νέες πρωτοβουλίες σχετικά με την εσωτερική αγορά·

8.   υπενθυμίζει ότι σε μια ανοικτή και ανταγωνιστική εσωτερική αγορά απαιτούνται καλύτερα στοχοθετημένα και αυστηρότερα εργαλεία προκειμένου να βελτιωθεί η καταπολέμηση της παραποίησης και της πειρατείας·

9.   καλεί τα κράτη μέλη να επιληφθούν επειγόντως της ορθής μεταφοράς και εφαρμογής των οδηγιών που αφορούν την εσωτερική αγορά αξιοποιώντας τις υφιστάμενες κατευθυντήριες γραμμές και βέλτιστες πρακτικές· ζητεί την ανάπτυξη μέσων μεγαλύτερης ακρίβειας για να αντιμετωπιστεί το έλλειμμα·

10.   καλεί την Επιτροπή να επιταχύνει τη διαδικασία επίλυσης διαφορών σε αρχικό στάδιο και να δώσει έμφαση στις διαδικασίες επί παραβάσει με τις πιο σοβαρές συνέπειες για τους ευρωπαίους πολίτες· επίσης ενθαρρύνει την Επιτροπή να συγκεντρώσει τις διαδικασίες επί παραβάσει ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προκειμένου να παράσχει λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με την εν λόγω παράβαση·

11.   καλεί τα κράτη μέλη να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων·

Ανάπτυξη του πίνακα αποτελεσμάτων ως μέσου για τη χάραξη πολιτικής

12.   είναι της γνώμης ότι μολονότι ο πίνακας αποτελεσμάτων πρέπει να χρησιμεύει κυρίως για να ενθαρρύνει την έγκαιρη και ορθή μεταφορά, θα μπορούσε να αναπτυχθεί περαιτέρω ως μέσο το οποίο θα βοηθά τους αρμόδιους για τη χάραξη πολιτικής να αναγνωρίζουν τα εμπόδια και τους φραγμούς και να εντοπίζουν πού απαιτούνται νέες πρωτοβουλίες· καλεί την Επιτροπή να διευρύνει και να εμβαθύνει το φάσμα των πληροφοριών και των δεικτών που περιλαμβάνονται στον πίνακα αποτελεσμάτων, μεταξύ άλλων, της ποιότητας, των κοινωνικών συνθηκών των εργαζομένων και των επιπτώσεων στο περιβάλλον και στην αλλαγή του κλίματος·

13.   καλεί την Επιτροπή να συμπεριλάβει μια εύκολα κατανοητή σύνοψη στους μελλοντικούς πίνακες αποτελεσμάτων, προκειμένου να αυξηθεί η προσβασιμότητά της για τους πολίτες και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη· ενθαρρύνει τους σχετικούς εθνικούς και κοινοτικούς φορείς να δημοσιεύουν τον πίνακα αποτελεσμάτων στους ιστοτόπους τους και να εντείνουν τις προσπάθειες γα την προώθηση του πίνακα αποτελεσμάτων στα μέσα ενημέρωσης·

14.   εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι ο πίνακας αποτελεσμάτων δεν παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις οδηγίες που δεν έχουν μεταφερθεί· είναι της γνώμης ότι ορισμένες οδηγίες, για παράδειγμα η οδηγία 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά(3), είναι πιο σημαντικές για την αποτελεσματική λειτουργία της εσωτερικής αγοράς σε σύγκριση με άλλες· καλεί την Επιτροπή να εξετάσει δείκτες που αντικατοπτρίζουν καλύτερα τη σχετική σημασία των οδηγιών για τη βιομηχανία και τους πολίτες σε διάφορους τομείς· πιστεύει ότι οι εκτιμήσεις των επιπτώσεων που πραγματοποιούνται από την Επιτροπή μπορεί να είναι χρήσιμες για τον σκοπό αυτόν·

15.   υπενθυμίζει ότι η ποιότητα της κοινοτικής νομοθεσίας και η εφαρμογή της είναι καθοριστικής σπουδαιότητας για την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και ότι οι υποθέσεις που παραπέμφθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων οι οποίες σχετίζονται με σαφείς διατάξεις και την εσφαλμένη εφαρμογή του παραγώγου δικαίου δείχνουν ότι είναι ανάγκη να διατυπώνεται ακριβέστερα η κοινοτική νομοθεσία· καλεί, συνεπώς, την Επιτροπή να συμπεριλάβει δείκτες στον πίνακα αποτελεσμάτων σχετικά με τον αριθμό των διαδικασιών ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που σχετίζονται τόσο με την ποιότητα του παραγώγου δικαίου όσο και την εσφαλμένη εφαρμογή του·

16.   επικροτεί την πρόθεση της Επιτροπής να θεσπίσει μια πιο συστηματική προσέγγιση για την παρακολούθηση της λειτουργίας των αγορών βασικών προϊόντων και υπηρεσιών προκειμένου να αποκαλύψει τις ελλείψεις της αγοράς και να προωθήσει πιο αποτελεσματικά μέσα άσκησης πολιτικής· ως εκ τούτου, ζητεί να συμπεριλαμβάνονται περισσότερες πληροφορίες για συγκεκριμένους τομείς και συγκεκριμένα κράτη μέλη στον πίνακα αποτελεσμάτων και να συμπεριλαμβάνονται ακριβείς πληροφορίες· ζητεί να συμπεριλαμβάνονται επίσης δείκτες σχετικά με τις διασυνοριακές πτυχές των δημόσιων συμβάσεων·

17.   καλεί την Επιτροπή να εξασφαλίσει, σύμφωνα με την παράγραφο 34 της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας, ότι όλες οι προτάσεις οδηγιών της περιλαμβάνουν ειδική διάταξη που θα απαιτεί την κατάρτιση από τα κράτη μέλη πινάκων που θα δείχνουν την αντιστοιχία μεταξύ της εν λόγω πράξης και των μέτρων μεταφοράς και την κοινοποίηση αυτών των πινάκων στην Επιτροπή· εκφράζει εν προκειμένω τη λύπη του διότι τα κράτη μέλη, με το να εκφράζουν την αντίθεσή τους στη ρήτρα ή με το να την καθιστούν μη δεσμευτική αιτιολογική σκέψη, αποδυναμώνουν τις προσπάθειες της Επιτροπής και του Κοινοβουλίου όσον αφορά στη διαφάνεια·

18.   θεωρεί ότι η επίτευξη της ατζέντας της Λισαβόνας και της ατζέντας του Γκέτεμποργκ για την αειφόρο ανάπτυξη αποτελεί πολιτική προτεραιότητα, και επισημαίνει ειδικότερα την σπουδαιότητα της εφαρμογής των οδηγιών που είναι απαραίτητες για την επίτευξή της· καλεί το Συμβούλιο να δώσει στα θέματα σχετικά με την εσωτερική αγορά πρωταγωνιστικό ρόλο στο πλαίσιο της αναθεωρημένης στρατηγικής μετά το 2010·

19.   επικροτεί την πρόθεση της Επιτροπής να αναπτύξει μέσα για να βελτιώσει την πολιτική για την εσωτερική αγορά και μηχανισμούς καθιστώντας την πολιτική για την ενιαία αγορά περισσότερο βασισμένη σε στοιχεία, στοχοθετημένη, αποκεντρωμένη και προσβάσιμη, καθώς και περισσότερο γνωστή·

20.   καλεί την Επιτροπή, μέσω τομεακών ερευνών, ερευνών συγκυρίας στις επιχειρήσεις και σε καταναλωτές ή άλλων μέσων, να αξιολογεί την ποιότητα και τη συνέπεια της εφαρμογής στα κράτη μέλη προκειμένου να διασφαλίσει την ορθή λειτουργία της νομοθεσίας·

21.   υπογραμμίζει το γεγονός ότι η καθυστερημένη και εσφαλμένη εφαρμογή στερεί από τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις τα δικαιώματά τους, ζημιώνει την ευρωπαϊκή οικονομία και υπονομεύει την εμπιστοσύνη στην εσωτερική αγορά· καλεί την Επιτροπή να αναπτύξει δείκτες μέτρησης του κόστους με το οποίο επιβαρύνονται οι πολίτες και η βιομηχανία ως αποτέλεσμα της καθυστερημένης και εσφαλμένης μεταφοράς και καλεί την Επιτροπή να χαράξει επίσης δείκτες που αντικατοπτρίζουν τη σχέση μεταξύ της αποδοτικότητας της μεταφοράς και των διαδικασιών επί παραβάσει που κινούνται κατά των κρατών μελών·

22.   επικροτεί την πρόθεση της Επιτροπής να αναλάβει περαιτέρω πρωτοβουλίες για καλύτερη ρύθμιση, προκειμένου ειδικότερα να βελτιώσει τις εκτιμήσεις των επιπτώσεων και να μειώσει τις διοικητικές επιβαρύνσεις, δεδομένου ότι αυτό θα συμβάλει στην αποτελεσματικότερη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς· είναι της γνώμης ότι οι εργασίες σχετικά με τα ζητήματα αυτά αλληλοσυνδέονται και πρέπει να προσεγγίζονται με συνεκτικό τρόπο·

23.   επικροτεί τον στόχο να μειωθούν τα διοικητικά βάρη στην ΕΕ κατά 25% έως το 2012· καλεί τα κράτη μέλη να αναλάβουν δράση για την επίτευξη αυτού του στόχου· είναι της γνώμης ότι ο πίνακας αποτελεσμάτων πρέπει να μετρά τις προσπάθειες και την πρόοδο σε εθνικό και σε κοινοτικό επίπεδο στο πλαίσιο αυτό· συνεπώς, καλεί την Επιτροπή να εξετάσει τη συμπερίληψη ενός κεφαλαίου στον πίνακα αποτελεσμάτων σχετικά με το θέμα αυτό·

24.   εκφράζει τη λύπη του για το ότι οι πολίτες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν πολλά εμπόδια όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία εντός της εσωτερικής αγοράς· σημειώνει στο πλαίσιο αυτό ότι το 15% των υποθέσεων που χειρίστηκε το SOLVIT το 2007 σχετιζόταν με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και την ιθαγένεια της ΕΕ· καλεί συνεπώς τα κράτη μέλη και την Επιτροπή να εντείνουν τις προσπάθειές τους προκειμένου να διασφαλίσουν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων· καλεί συγκεκριμένα τα κράτη μέλη να ιδρύσουν μονοαπευθυντικές αρχές που μπορούν να βοηθούν τους ανθρώπους σχετικά με κάθε νομικό και πρακτικό ζήτημα όταν κυκλοφορούν εντός της εσωτερικής αγοράς· επίσης καλεί την Επιτροπή να αναπτύξει δείκτες που θα συμπεριληφθούν στον πίνακα αποτελεσμάτων οι οποίοι θα μετρούν τα εμπόδια που παρεμβάλλονται στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων·

25.   επαναλαμβάνει τον στόχο της βελτίωσης της λειτουργίας της νομοθεσίας για την εσωτερική αγορά· είναι της γνώμης ότι η βελτιωμένη εφαρμογή εξαρτάται επίσης από την ανάπτυξη πρακτικής συνεργασίας και εταιρικής σχέσης μεταξύ των διοικήσεων· καλεί τα κράτη μέλη και την Επιτροπή να αναπτύξουν περαιτέρω συστήματα ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών· υπογραμμίζει ότι, λόγω του αριθμού των αρχών σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, απαιτείται η ενεργητική προώθηση και η στήριξη της διοικητικής συνεργασίας και της απλοποίησης· επισημαίνει ότι το σύστημα πληροφόρησης της εσωτερικής αγοράς έχει τη δυνατότητα να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο για τον σκοπό αυτό·

26.   καλεί τα κράτη μέλη να ιδρύσουν εθνικά κέντρα εσωτερικής αγοράς προκειμένου να προωθήσουν τον συντονισμό, την απλοποίηση και την πολιτική προβολή των προσπαθειών τους για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς· υπογραμμίζει ότι τα εν λόγω κέντρα πρέπει να ενταχθούν στο πλαίσιο των υφιστάμενων φορέων, για παράδειγμα στα εθνικά Ενιαία Σημεία Επαφής· προτρέπει τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν τη βελτίωση της πρακτικής γνώσης σχετικά με το δίκαιο της ΕΕ σε όλα τα επίπεδα εθνικής διοίκησης προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι οι πολίτες και οι επιχειρήσεις δεν θα αντιμετωπίζουν περιττά βάρη και εμπόδια λόγω της έλλειψης κατανόησης των κανόνων·

27.   επικροτεί την εργασία της Επιτροπής να καθιερώσει εταιρικές σχέσεις με τα κράτη μέλη στη διαδικασία εφαρμογής μέσω ομάδων εργασίας, δικτύων σε συγκεκριμένους τομείς, συναντήσεων με εθνικούς εμπειρογνώμονες και κατευθυντήριων γραμμών για την εφαρμογή· πιστεύει ότι το έργο της Επιτροπής που αφορά την εφαρμογή της οδηγίας 2006/123/ΕΚ θα στεφθεί από επιτυχία που θα επαναληφθεί στο μέλλον· υπογραμμίζει ότι το Κοινοβούλιο πρέπει να ενημερώνεται συνεχώς σχετικά με τις διαδικασίες εφαρμογής·

28.   επισημαίνει ότι τα προβλήματα εφαρμογής συχνά εντοπίζονται μέσω του δικτύου SOLVIT· σημειώνει με ανησυχία ότι τα κέντρα SOLVIT συχνά αντιμετωπίζουν έλλειψη προσωπικού και ότι ο χρόνος που απαιτείται κατά μέσο όρο για τον χειρισμό μιας υπόθεσης υπερβαίνει τις 10 εβδομάδες· καλεί τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι τα κέντρα SOLVIT διαθέτουν επαρκές προσωπικό, και καλεί τα κράτη μέλη και την Επιτροπή να βελτιώσουν τη διοικητική αποδοτικότητα προκειμένου να μειωθεί αισθητά ο χρόνος χειρισμού· καλεί επιπλέον τα κράτη μέλη να καταβάλλουν μεγαλύτερη προσπάθεια για την προώθηση των υπηρεσιών του δικτύου SOLVIT μέσω των κατάλληλων διαύλων πληροφόρησης προκειμένου να αυξηθεί η εξοικείωση των πολιτών και των επιχειρήσεων με το SOLVIT·

29.   επικροτεί την πρόθεση της Επιτροπής να βελτιώσει τον έλεγχο των ερωτημάτων και των καταγγελιών που υποβάλλουν οι επιχειρήσεις και οι πολίτες μέσω του SOLVIT και άλλων υπηρεσιών υποστήριξης της ενιαίας αγοράς προκειμένου να διασφαλίσουν ότι παραπέμπονται αμέσως στο κατάλληλο διοικητικό όργανο ανεξάρτητα από το δίκτυο από το οποίο προήλθαν αρχικά· υπογραμμίζει ότι οι εμπειρίες από το SOLVIT πρέπει να ενσωματώνονται στην εθνική χάραξη πολιτικής, καθώς και στη χάραξη πολιτικής της ΕΕ, πράγμα που θα έχει ως αποτέλεσμα διαρθρωτικές ή κανονιστικές αλλαγές όπου κρίνεται απαραίτητο·

30.   καλεί την Επιτροπή, σε συνεργασία με το Κοινοβούλιο και την προεδρία του Συμβουλίου, να διεξαγάγουν ένα ετήσιο φόρουμ για την εσωτερική αγορά με τη συμμετοχή των κρατών μελών και άλλων ενδιαφερόμενων μερών προκειμένου να θεσπίσουν σαφέστερη δέσμευση για την ορθή και έγκαιρη εφαρμογή και να παράσχουν ένα πεδίο για τη συγκριτική αξιολόγηση και την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών·

31.   καλεί το Συμβούλιο να δώσει μεγαλύτερη προτεραιότητα στα θέματα που αφορούν την εσωτερική αγορά είτε με τη σύσταση νέου τμήματος του Συμβουλίου που θα ασχολείται με αυτά τα ζητήματα είτε με τη συμπερίληψή τους ως θεμάτων ύψιστης προτεραιότητας στην ημερήσια διάταξη του υφιστάμενου Συμβουλίου Ανταγωνισμού·

32.   υπενθυμίζει το προαναφερθέν ψήφισμά του σχετικά με την επανεξέταση της ενιαίας αγοράς, στο οποίο κάλεσε την Επιτροπή να θεσπίσει Δοκιμασία της Εσωτερικής Αγοράς· καλεί την Επιτροπή να αναλάβει δράση προκειμένου να καθιερώσει την εν λόγω δοκιμασία·

Ο πίνακας αποτελεσμάτων της εσωτερικής αγοράς και ο πίνακας αποτελεσμάτων για τους καταναλωτές

33.   είναι της γνώμης ότι τόσο ο πίνακας αποτελεσμάτων της εσωτερικής αγοράς όσο και ο πίνακας αποτελεσμάτων για τους καταναλωτές χρησιμεύουν στην προώθηση μιας βελτιωμένης εσωτερικής αγοράς προς όφελος των πολιτών και των καταναλωτών·

34.   επικροτεί την πρόθεση της Επιτροπής να διασφαλίσει καλύτερη ενημέρωση σχετικά με την εσωτερική αγορά, και είναι της γνώμης ότι οι δύο πίνακες αποτελεσμάτων αποτελούν σημαντικά βήματα προς την κατεύθυνση αυτή·

35.   υπογραμμίζει ότι, ενώ οι δύο πίνακες αποτελεσμάτων αλληλοσυνδέονται και είναι σημαντικό να προωθηθεί η συνεκτική ανάπτυξή τους, στοχεύουν ωστόσο σε διαφορετικούς αποδέκτες και ως εκ τούτου πρέπει να διαχωρίζονται με διαφορετικές ομάδες δεικτών·

36.   είναι της γνώμης ότι πρέπει να πραγματοποιείται τακτικά αναθεώρηση των δεικτών που χρησιμοποιούνται καθώς και της σχέσης μεταξύ των δύο πινάκων αποτελεσμάτων προκειμένου να προσαρμόζονται στην ανάπτυξη στην εσωτερική αγορά·

o
o   o

37.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, καθώς και στις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών.

(1) ΕΕ C 187 Ε, 24.7.2008, σ. 80.
(2) ΕΕ C 321, 31.12.2003, σ. 1.
(3) ΕΕ L 376, 27.12.2006, σ. 36.


Βελτίωση της ποιότητας της κατάρτισης των εκπαιδευτικών
PDF 320kWORD 77k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2008 σχετικά με τη βελτίωση της ποιότητας της κατάρτισης των εκπαιδευτικών (2008/2068(INI))
P6_TA(2008)0422A6-0304/2008

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 3, παράγραφος 1, στοιχείο(π), 149 και 150 της Συνθήκης ΕΚ,

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπή με τίτλο "Βελτίωση της ποιότητας της κατάρτισης των εκπαιδευτικών" (COM(2007)0392) και τα σχετικά έγγραφα εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής (SEC(2007)0931 και SEC (2007)0933),

–   έχοντας υπόψη την απόφαση αριθ. 1720/2006/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Νοεμβρίου 2006, για τη θέσπιση προγράμματος δράσης στον τομέα της διά βίου μάθησης(1), που περιλαμβάνει τον συγκεκριμένο στόχο της ενίσχυσης της ποιότητας και της ευρωπαϊκής διάστασης της εκπαίδευσης των δασκάλων (άρθρο 17, παράγραφος 2, στοιχείο ε),

–   έχοντας υπόψη τις οκτώ βασικές δεξιότητες που ορίζονται στη σύσταση 2006/962/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, με τίτλο "Βασικές ικανότητες για τη διά βίου μάθηση - ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο αναφοράς"(2),

–   έχοντας υπόψη το δεκαετές πρόγραμμα εργασίας "Εκπαίδευση και κατάρτιση 2010" και συγκεκριμένα τον στόχο 1.1 "Βελτίωση της εκπαίδευσης και της κατάρτισης εκπαιδευτικών και εκπαιδευτών"(3), καθώς και τις μεταγενέστερες κοινές ενδιάμεσες εκθέσεις προόδου,

–   έχοντας υπόψη την πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την πολυγλωσσία και την έκθεση της ομάδας υψηλού επιπέδου της Επιτροπής για την πολυγλωσσία (2007),

–   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα της Προεδρίας του ειδικού Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Λισαβόνας στις 23-24 Μαρτίου 2000,

–   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα της Προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Βαρκελώνης του Μαρτίου 2002, που ενέκρινε συγκεκριμένους στόχους για τη βελτίωση, μεταξύ άλλων, της εκπαίδευσης και της κατάρτισης εκπαιδευτικών και εκπαιδευτών,

–   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 5ης Μαΐου 2003 σχετικά με τα επίπεδα αναφοράς μέσων ευρωπαϊκών επιδόσεων στην εκπαίδευση και την κατάρτιση (Benchmarks)(4),

–   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα που ενέκρινε το Συμβούλιο Παιδείας, Νεολαίας και Πολιτισμού κατά τη συνεδρίασή του της 15-16 Νοεμβρίου 2007 και ιδίως τα συμπεράσματα για την κατάρτιση των εκπαιδευτικών(5),

–   έχοντας υπόψη τις τριετείς έρευνες του προγράμματος PISA (πρόγραμμα για τη διεθνή αξιολόγηση των μαθητών) του ΟΟΣΑ, καθώς και την έκθεσή του με τίτλο "Teachers Matter: Attracting, Developing and Retaining Effective Teachers" (2005),

–   έχοντας υπόψη την έκθεση με τίτλο "How the world's best performing school systems come out on top" (McKinsey & Co, Σεπτέμβριος 2007),

−   έχοντας υπόψη τη μελέτη που εξέδωσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον Φεβρουάριο 2007 με τίτλο "Τρέχουσα κατάσταση και προοπτικές για τη φυσική αγωγή στην Ευρωπαϊκή Ένωση",

−   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 13ης Νοεμβρίου 2007 σχετικά με τον ρόλο του αθλητισμού στην παιδεία(6),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Πολιτισμού και Παιδείας (A6-0304/2008),

A.   έχοντας υπόψη ότι η υψηλής ποιότητας παιδεία και εκπαίδευση παρουσιάζουν πολύπλευρα οφέλη που υπερβαίνουν τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την προώθηση της ανταγωνιστικότητας, και ότι αποτελούν σημαντικά στοιχεία της διά βίου μάθησης,

Β.   έχοντας υπόψη την ανάγκη εκπαίδευσης ατόμων που να είναι αυτάρκη, ενημερωμένα και αφοσιωμένα στην κοινωνική συνοχή, και λαμβάνοντας υπόψη ότι η ποιότητα της διδασκαλίας αποτελεί βασικό παράγοντα για την κοινωνική και οικονομική συνοχή καθώς και για τη δημιουργία θέσεων εργασίας, την ανταγωνιστικότητα και την οικονομική ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε έναν παγκοσμιοποιούμενο κόσμο,

Γ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της εκπαίδευσης και της κατάρτισης, συνεισφέροντας στην καλύτερη κατάρτιση των εκπαιδευτικών,

Δ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η ποιότητα της κατάρτισης των εκπαιδευτικών αντανακλάται στην εκπαιδευτική πράξη και έχει άμεση απήχηση όχι μόνο στο γνωστικό επίπεδο των μαθητών αλλά και στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς τους, ιδίως κατά τα πρώτα χρόνια της σχολικής εμπειρίας τους,

Ε.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το επάγγελμα του εκπαιδευτικού αυξάνονται διαρκώς, καθώς τα εκπαιδευτικά περιβάλλοντα γίνονται ολοένα πιο πολύπλοκα και ετερογενή· λαμβάνοντας υπόψη ότι στις προκλήσεις αυτές περιλαμβάνονται οι εξελίξεις στις τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνιών (ΤΠΕ), οι αλλαγές στις κοινωνικές και οικογενειακές δομές, και η ολοένα πιο ανομοιογενής σύνθεση του μαθητικού πληθυσμού σε πολλά σχολεία, ως αποτέλεσμα της αυξημένης μετανάστευσης και της ανάδυσης πολυπολιτισμικών κοινωνιών, η αύξηση της αυτονομίας των σχολείων η οποία συνεπάγεται αύξηση των καθηκόντων των εκπαιδευτικών, και η ανάγκη για μεγαλύτερη προσοχή στις ατομικές μαθησιακές ανάγκες,

ΣΤ.   λαμβάνοντας υπόψη τη σαφή και θετική σχέση μεταξύ της υψηλής ποιότητας κατάρτισης των εκπαιδευτικών και των υψηλών ποσοστών επιτυχίας των μαθητών,

Ζ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι υπό το πρίσμα της αυξανόμενης προσφοράς πληροφοριών σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη ψηφιοποίηση, πρέπει να αναπτυχθεί η ικανότητα της αποτελεσματικής χρήσης των μέσων ενημέρωσης και του περιεχομένου τους σύμφωνα με τους στόχους και τις ανάγκες των ατόμων, και λαμβάνοντας υπόψη ότι η εκπαίδευση σχετικά με τα μέσα ενημέρωσης αποτελεί μορφή παιδαγωγικής προσέγγισης έναντι των μέσων ενημέρωσης η οποία πρέπει να βοηθήσει τους χρήστες να αναπτύξουν κριτική και σκεπτόμενη προσέγγιση κατά τη χρήση όλων των μέσων ενημέρωσης,

Η.   λαμβάνοντας υπόψη ότι ποσοστό μεγαλύτερο του 80% των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και από το 97% των εκπαιδευτικών προσχολικής αγωγής στην ΕΕ είναι γυναίκες, ενώ στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση το αντίστοιχο ποσοστό είναι μόνο 60%,

Θ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η ποιότητα της κατάρτισης των εκπαιδευτικών μπορεί να επηρεάσει τα επίπεδα πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου και τις δεξιότητες ανάγνωσης των μεγαλύτερων μαθητών,

Ι.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η προσχολική και η πρωτοβάθμια εκπαίδευση έχουν ιδιαίτερα σημαντικό αντίκτυπο στις μελλοντικές ακαδημαϊκές επιδόσεις των παιδιών,

ΙΑ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι με περισσότερα από 27 διαφορετικά συστήματα κατάρτισης εκπαιδευτικών ανά την Ένωση, οι προκλήσεις με τις οποίες είναι αντιμέτωπος ο κλάδος των εκπαιδευτικών είναι, επί της ουσίας, κοινές για όλα τα κράτη μέλη,

ΙΒ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η διδασκαλία αποτελεί επάγγελμα στο οποίο τα υψηλά επίπεδα ικανοποίησης από την εργασία είναι σημαντικά για τη διατήρηση του ικανού προσωπικού,

ΙΓ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι θα ήταν άδικο να θεωρείται το διδακτικό προσωπικό μόνο υπεύθυνο για την εκπαιδευτική του δραστηριότητα· λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να υπογραμμιστεί ότι η ικανότητα των εκπαιδευτικών να προσφέρουν κατάλληλη εκπαίδευση σε όλους τους μαθητές τους, να δημιουργούν κλίμα στο οποίο όλοι μπορούν να συμβιώνουν και να μειώνουν τη βίαιη συμπεριφορά, συνδέεται στενά με τις συνθήκες υπό τις οποίες διδάσκουν, τα διαθέσιμα μέσα στήριξης, τον αριθμό των μαθητών με μαθησιακές δυσκολίες σε κάθε τάξη, το κοινωνικό και πολιτιστικό περιβάλλον στα σχολεία, τη συνεργασία των οικογενειών, και τη λαμβανόμενη κοινωνική στήριξη· λαμβάνοντας υπόψη ότι το επίπεδο δέσμευσης των εκπαιδευτικών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη δέσμευση της κοινωνίας έναντι της εκπαίδευσης, και οι δύο παράγοντες αλληλεπιδρούν προς όφελος της βελτίωσης της εκπαίδευσης,

ΙΔ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι πρέπει να καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να διασφαλιστεί ότι όλοι οι εκπαιδευτικοί αισθάνονται πως ανήκουν σε ένα αξιοσέβαστο και εκτιμώμενο επάγγελμα, δεδομένου ότι μεγάλο μέρος της επαγγελματικής ταυτότητας εξαρτάται από την άποψη της κοινωνίας,

ΙΕ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η προσέλκυση ατόμων με κορυφαίες επιδόσεις στο επάγγελμα του εκπαιδευτικού απαιτεί αντίστοιχα επίπεδα κοινωνικής αναγνώρισης, θέσης και αμοιβών,

P.  ΙΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εκπαιδευτικοί διαδραματίζουν σημαντικό κοινωνικό και αναπτυξιακό ρόλο που υπερβαίνει τα παραδοσιακά όρια της εκπαίδευσης, και μπορούν να επιτελέσουν σημαντική λειτουργία ως πρότυπα,

ΙΖ.   έχοντας υπόψη ότι ο στόχος των "ίσων ευκαιριών για όλους" εκφράζεται στη Συνθήκη ΕΚ, ιδίως στο άρθρο 13, για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω φύλου, φυλετικής ή εθνικής καταγωγής, θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού,

ΙΗ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η ποιότητα των σχολείων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον βαθμό αυτονομίας των σχεδίων και της διαχείρισής τους,

ΙΘ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι τα κατάλληλα επαγγελματικά προσόντα των εκπαιδευτικών φυσικής αγωγής διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη σωματική και νοητική ανάπτυξη των παιδιών και τα ενθαρρύνουν να υιοθετήσουν έναν υγιεινό τρόπο ζωής,

1.   υποστηρίζει σθεναρά τη θέση ότι η βελτίωση της ποιότητας της κατάρτισης των εκπαιδευτικών οδηγεί σε σημαντική βελτίωση των μαθητικών επιδόσεων·

2.   θεωρεί ότι η παροχή περισσότερης και καλύτερης ποιότητας κατάρτισης εκπαιδευτικών σε συνδυασμό με πολιτικές που αποσκοπούν στην πρόσληψη των καλύτερων υποψηφίων στο επάγγελμα του εκπαιδευτικού πρέπει να αποτελούν προτεραιότητες όλων των υπουργείων Παιδείας·

3.   πιστεύει ότι η αύξηση των δαπανών για την παιδεία πρέπει να κατευθυνθεί στους τομείς που οδηγούν στις μεγαλύτερες βελτιώσεις των μαθητικών επιδόσεων·

4.   υπογραμμίζει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να αποδώσουν μεγαλύτερη σημασία και να διαθέσουν περισσότερους πόρους στην κατάρτιση των εκπαιδευτικών, προκειμένου να επιτευχθεί σημαντική πρόοδος προς την κατεύθυνση της επίτευξης των στόχων της στρατηγικής της Λισαβόνας "Εκπαίδευση και Κατάρτιση 2010", να προαχθεί η ποιότητα της εκπαίδευσης και να ενισχυθεί η διά βίου μάθηση σε ολόκληρη την Ένωση·

5.   ενθαρρύνει την προαγωγή της συνεχούς και συνεκτικής επαγγελματικής ανάπτυξης των εκπαιδευτικών καθ' όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους· συνιστά να παρέχονται σε όλους τους εκπαιδευτικούς τακτικά ευκαιρίες, ακαδημαϊκές και οικονομικές, όπως κρατικές υποτροφίες, με στόχο να βελτιώνουν και να αναβαθμίζουν τις δεξιότητες και τα προσόντα τους, καθώς και τις παιδαγωγικές γνώσεις τους· θεωρεί ότι αυτές οι ευκαιρίες κατάρτισης πρέπει να δομηθούν με τέτοιο τρόπο ώστε οι τίτλοι να αναγνωρίζονται σε όλα τα κράτη μέλη·

6.   υπογραμμίζει την ανάγκη αυξημένου διεθνικού διαλόγου και ανταλλαγής εμπειριών, ιδίως όσον αφορά την παροχή και την αποτελεσματικότητα της συνεχιζόμενης επαγγελματικής ανέλιξης στον τομέα της κατάρτισης των εκπαιδευτικών προσχολικής, πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης·

7.   προτρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην αρχική κατάρτιση των νέων εκπαιδευτικών· ενθαρρύνει την ανάπτυξη δικτύων στήριξης και προγραμμάτων καθοδήγησης, μέσω των οποίων αποδεδειγμένης εμπειρίας και ικανότητας εκπαιδευτικοί θα μπορούν να συμβάλλουν καίρια στην κατάρτιση νέων συναδέλφων, μεταφέροντας τις γνώσεις που απέκτησαν στη διάρκεια της επιτυχημένης σταδιοδρομίας τους, προωθώντας την ομαδική μάθηση και συμβάλλοντας στην καταπολέμηση των υψηλών ποσοστών αποχώρησης των νεοπροσλαμβανόμενων από το επάγγελμα· πιστεύει ότι με την από κοινού εργασία και μάθηση οι εκπαιδευτικοί μπορούν να συμβάλλουν στη βελτίωση των επιδόσεων ενός σχολείου και του συνολικού μαθησιακού περιβάλλοντος·

8.   καλεί τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι η σύνθεση του εκπαιδευτικού προσωπικού σε όλα τα επίπεδα της σχολικής εκπαίδευσης αντικατοπτρίζει την κοινωνική και πολιτισμική πολυμορφία της κοινωνίας, με παράλληλη διατήρηση της έμφασης στην πρόσληψη και τη διατήρηση των καλύτερων εκπαιδευτικών, κυρίως καθιστώντας το επάγγελμα επαρκώς ελκυστικό·

9.   υπογραμμίζει τη στενή σχέση μεταξύ της διασφάλισης της ελκυστικότητας της διδασκαλίας ως ικανοποιητικού επαγγέλματος με καλές προοπτικές εξέλιξης, και της προσέλκυσης φιλόδοξων αποφοίτων και επαγγελματιών με υψηλές επιδόσεις· προτρέπει τα κράτη μέλη να λάβουν περαιτέρω μέτρα για την προαγωγή του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού ως επιλογής σταδιοδρομίας για άτομα με υψηλές επιδόσεις·

10.   τονίζει ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό να προωθείται πολιτική ισότητας των φύλων και να διασφαλίζεται η υψηλή ποιότητα των εκπαιδευτικών στην προσχολική και πρωτοβάθμια εκπαίδευση, καθώς και ότι τυγχάνουν της αναγκαίας κοινωνικής και επαγγελματικής στήριξης που απαιτούν τα καθήκοντά τους·

11.   αναγνωρίζει τη σημασία της συνεχιζόμενης συμμετοχής των εκπαιδευτικών σε ομάδες εργασίας και συζήτησης σχετικά με την εκπαιδευτική τους δραστηριότητα· αυτό το έργο θα πρέπει να στηρίζεται από συμβούλους και εκπαιδευτικές αρχές· θεωρεί ότι η συμμετοχή σε δραστηριότητες κριτικής σκέψης σχετικά με τη διδακτική διαδικασία πρέπει να δημιουργεί περισσότερο ενδιαφέρον εκ μέρους των εκπαιδευτικών για τη δουλειά τους και συνεπώς να βελτιώνει την απόδοσή τους·

12.   επιμένει στο σημαντικό ρόλο του σχολείου από την άποψη τόσο του κοινωνικού και του μαθησιακού βίου των παιδιών όσο και από την άποψη της παροχής σε αυτά των γνώσεων και των δεξιοτήτων, προκειμένου να συμμετέχουν στη δημοκρατική κοινωνία· υπογραμμίζει τη σημασία συμμετοχής ειδικευμένων, ικανών και έμπειρων δασκάλων στη σύλληψη αποτελεσματικών παιδαγωγικών μεθόδων κατάρτισης για εκπαιδευτικούς·

13.   καλεί τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι μόνο κατάλληλα ειδικευμένοι εκπαιδευτικοί φυσικής αγωγής θα μπορούν να παραδίδουν μαθήματα φυσικής αγωγής στο δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης·

14.   υπογραμμίζει τις μεγάλες διαφορές μεταξύ των μέσων αποδοχών των εκπαιδευτικών, όχι μόνον μεταξύ διαφορετικών κρατών μελών, αλλά και σε σχέση με τα μέσα εθνικά εισοδήματα και το κατά κεφαλήν ΑΕγχΠ· ζητεί τα πακέτα αποδοχών των εκπαιδευτικών να αντικατοπτρίζουν τη σημασία τους για την κοινωνία, και να αναληφθεί δράση ώστε να αποτρέπεται η "διαρροή εγκεφάλων" κορυφαίων εκπαιδευτικών προς καλύτερα αμειβόμενες θέσεις του ιδιωτικού τομέα, ιδίως στους κλάδους των επιστημών και της τεχνολογίας·

15.   τονίζει ότι οι εκπαιδευτικοί πρέπει να διαθέτουν τα κατάλληλα εφόδια για να αντιμετωπίζουν τις νέες απαιτήσεις· αναγνωρίζει ότι οι εξελίξεις στις ΤΠΕ δημιουργούν προκλήσεις αλλά και ευκαιρίες· ενθαρρύνει την απόδοση προτεραιότητας στην κατάρτιση στις ΤΠΕ κατά τη διάρκεια της αρχικής και της μετέπειτα κατάρτισης, προκειμένου να εξασφαλισθεί η ενημέρωση για τις πρόσφατες τεχνολογικές εξελίξεις και τις διδακτικές εφαρμογές τους, καθώς και το ότι οι εκπαιδευτικοί διαθέτουν τις αναγκαίες δεξιότητες για να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες που προσφέρει η τεχνολογία στην τάξη·

16.   πιστεύει ότι η κατάρτιση θα πρέπει να έχει ως στόχο, μεταξύ άλλων, την παροχή στους εκπαιδευτικούς του καινοτόμου πλαισίου που χρειάζονται προκειμένου να εντάξουν την προοπτική του περιβάλλοντος στις δραστηριότητές τους και στα νέα θεματικά πεδία: ευνοεί τοπικά σεμινάρια που αποσκοπούν στην κάλυψη των αναγκών που εντοπίζονται σε συγκεκριμένα πλαίσια και μαθήματα που απευθύνονται στο προσωπικό ενός δεδομένου ιδρύματος με στόχο την εφαρμογή συγκεκριμένων σχεδίων·

17.   υπογραμμίζει ότι η κινητικότητα των εκπαιδευτικών, μέσω καλύτερης συνεργασίας και ομαδικής δουλειάς, θα μπορούσε να ενισχύσει τη δημιουργικότητα και την καινοτομία των μεθόδων διδασκαλίας επί τη βάσει βέλτιστων πρακτικών·

18.   καλεί την Επιτροπή να αυξήσει τους χρηματοδοτικούς πόρους που είναι διαθέσιμοι για τη στήριξη της κατάρτισης των εκπαιδευτικών μέσω του προγράμματος διά βίου μάθησης, και ιδίως των ανταλλαγών εκπαιδευτικών μεταξύ σχολείων γειτονικών χωρών και περιφερειών· υπογραμμίζει ότι η κινητικότητα διευκολύνει τη διάδοση ιδεών και βέλτιστων πρακτικών διδασκαλίας, και προάγει τη βελτίωση των γνώσεων ξένων γλωσσών καθώς και τη γνωριμία με άλλους πολιτισμούς· τονίζει ότι οι εκπαιδευτικοί πρέπει να επωφελούνται μεγαλύτερων δυνατοτήτων εκμάθησης γλωσσών στη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους, κάτι που μεταξύ άλλων θα μεγιστοποιήσει τις δυνατότητες που παρέχουν τα προγράμματα κινητικότητας της Ένωσης·

19.   ζητεί να δοθεί προτεραιότητα στην κατάρτιση των εκπαιδευτικών και οι ήδη υφιστάμενες ενότητες σπουδών για τα μέσα ενημέρωσης να αποτελέσουν βασικό στοιχείο στη βασική κατάρτιση των εκπαιδευτικών·

20.   υπογραμμίζει τον ζωτικό ρόλο των προγραμμάτων εταιρικής σχέσης σχολείων Comenius και Comenius-Regio στο πλαίσιο της κινητικότητας των εκπαιδευτικών·

21.   υποστηρίζει σθεναρά την εκμάθηση ξένων γλωσσών από πολύ νεαρή ηλικία και τη συμπερίληψη μαθημάτων ξένων γλωσσών σε όλα τα προγράμματα πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης· τονίζει ότι η επαρκής επένδυση στις προσλήψεις και την κατάρτιση καθηγητών ξένων γλωσσών έχει μεγάλη σημασία για την επίτευξη του στόχου αυτού·

22.   υπογραμμίζει ότι κάθε εκπαιδευτικός θα πρέπει να αποτελεί πρότυπο όσον αφορά τον χειρισμό της γλώσσας του, καθώς τούτη αποτελεί βασικό εργαλείο για την ορθή μετάδοση και διευκολύνει τους μαθητές να μαθαίνουν τα υπόλοιπα αντικείμενα αναπτύσσοντας την ικανότητά τους να επικοινωνούν, ένας παράγοντας με ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε πολυάριθμες επαγγελματικές δραστηριότητες·

23.   υπογραμμίζει την ανάγκη οι δάσκαλοι όλων των κρατών μελών να διαθέτουν πιστοποιημένη επάρκεια γνώσης μίας τουλάχιστον ξένης γλώσσας·

24.   ζητεί να προωθηθεί η γνώση σε σχέση με τα μέσα ενημέρωσης στη σχολική, μετασχολική και εξωσχολική κατάρτιση των εκπαιδευτικών στο πλαίσιο των σπουδών σχετικά με τα μέσα ενημέρωσης και της διά βίου μάθησης μέσω της συνεργασίας μεταξύ των δημόσιων αρχών και του ιδιωτικού τομέα·

25.   υπογραμμίζει ότι ο χρόνος που περνούν οι εκπαιδευτικοί στην τάξη με τους μαθητές είναι αναντικατάστατος και εκφράζει την ανησυχία ότι ο αυξανόμενος διοικητικός και γραφειοκρατικός φόρτος μπορεί να αποβεί σε βάρος του χρόνου αυτού, καθώς και του χρόνου προετοιμασίας του μαθήματος·

26.   ζητεί η πολιτική αγωγή να αποτελέσει υποχρεωτικό μάθημα τόσο στην κατάρτιση των εκπαιδευτικών όσο και στα σχολεία, ούτως ώστε οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές να έχουν τις απαραίτητες γνώσεις για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του πολίτη και της Ένωσης, και να μπορούν να αναλύσουν και να αξιολογήσουν κριτικά τοπικές πολιτικές και κοινωνικές καταστάσεις και διαδικασίες·

27.   θεωρεί ότι κάθε σχολείο έχει μοναδική σχέση με την τοπική κοινότητα, και ότι οι επικεφαλής των σχολείων πρέπει να έχουν μεγαλύτερες αρμοδιότητες λήψης αποφάσεων προκειμένου να έχουν τη δυνατότητα να ανταποκρίνονται στις ιδιαίτερες εκπαιδευτικές προκλήσεις και τις διδακτικές απαιτήσεις του περιβάλλοντός τους, σε συνεργασία με γονείς και άλλους ενδιαφερόμενους φορείς της τοπικής κοινότητας· υπογραμμίζει ότι, με την άφιξη ενός εξαιρετικά ποικίλου μεταναστευτικού πληθυσμού, οι εκπαιδευτικοί πρέπει να διαθέτουν ειδική ενημέρωση σχετικά με τα διαπολιτισμικά θέματα και διαδικασίες, όχι μόνο στο πλαίσιο των σχολείων αλλά επίσης σε σχέση με τις οικογένειες και το άμεσο τοπικό περιβάλλον τους, όπου ανθεί η ποικιλομορφία·

28.   υπογραμμίζει τις εξαιρετικά επωφελείς επιπτώσεις του προγράμματος Comenius στους εκπαιδευτικούς και τη σπουδαιότητά του για τις μικρές κοινότητες, ιδίως σε κοινωνικά και οικονομικά στερημένες περιοχές, προωθώντας την ένταξη και τη μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση όσον αφορά την ευρωπαϊκή διάσταση στην εκπαίδευση·

29.   επιδοκιμάζει τη συμφωνία των κρατών μελών να εργαστούν μαζί προκειμένου να ενισχύσουν τον συντονισμό των πολιτικών κατάρτισης των εκπαιδευτικών, συγκεκριμένα μέσω της ανοικτής μεθόδου συντονισμού· προτρέπει τα κράτη μέλη να αξιοποιήσουν πλήρως την εν λόγω ευκαιρία να ανταλλάξουν εμπειρίες και ζητεί να ληφθεί η γνώμη του Κοινοβουλίου σχετικά με το χρονοδιάγραμμα και τις εξελίξεις στον τομέα αυτόν·

30.   υπογραμμίζει την ανάγκη για καλύτερα στατιστικά στοιχεία σχετικά με την κατάρτιση των εκπαιδευτικών σε ολόκληρη την Ένωση, ώστε να ενθαρρυνθεί η ανταλλαγή πληροφοριών, η μεγαλύτερη συνεργασία και η ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών· προτείνει τα κράτη μέλη, σε συνεργασία με την Επιτροπή, να θεσπίσουν συστήματα που θα διασφαλίζουν τη διαθεσιμότητα συγκριτικών δεδομένων σχετικά με την κατάρτιση των εκπαιδευτικών στην προσχολική, την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση·

31.   θεωρεί ότι, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η βία στα σχολεία, είναι ζωτικής σημασίας να επιτευχθεί στενότερη συνεργασία μεταξύ των διευθυντών των σχολείων και των γονέων και να δημιουργηθούν τα εργαλεία και οι διαδικασίες για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του φαινομένου·

32.   υπογραμμίζει τη σημασία της ευαισθητοποιημένης ως προς τη διάσταση του φύλου διδασκαλίας και της πτυχής του φύλου στην κατάρτιση των εκπαιδευτικών·

33.   καλεί την Επιτροπή να διαδώσει μοντέλα βέλτιστης πρακτικής από τα κράτη μέλη που βελτιώνουν τις γενικές δεξιότητες καθημερινότητας μέσω σχολικών προγραμμάτων, π.χ. υγιεινή διατροφή και αθλητισμός, οικιακή οικονομία και ιδιωτικός οικονομικός προγραμματισμός·

34.   καλεί τα κράτη μέλη να συμπεριλάβουν στην κατάρτιση των εκπαιδευτικών προγράμματα επίλυσης διαφορών, ούτως ώστε οι εκπαιδευτικοί να μαθαίνουν νέες στρατηγικές για την επίλυση όλων των ειδών των διαφορών μέσα στην τάξη και για την αντιμετώπιση της βίας και της επιθετικότητας·

35.   καλεί τα κράτη μέλη να συμπεριλάβουν στην κατάρτιση των εκπαιδευτικών βασικές γνώσεις σχετικά με την Ευρωπαϊκή Ένωση, τα θεσμικά της όργανα και τον τρόπο λειτουργίας τους και να προγραμματίσει επιτόπου επισκέψεις καταρτιζόμενων εκπαιδευτικών στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα·

36.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, στις κυβερνήσεις και στα κοινοβούλια των κρατών μελών, στον ΟΟΣΑ, την Unesco και το Συμβούλιο της Ευρώπης.

(1) ΕΕ L 327, 24.11.2006, σ 45.
(2) ΕΕ L 394, 30.12.2006, σ. 10.
(3) ΕΕ C 142, 14.6.2002, σ. 7.
(4) ΕΕ C 134, 7.6.2003, σ. 3.
(5) ΕΕ C 300, 12.12.2007, σ. 6.
(6) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P6_TA(2007)0503.


Η διαδικασία της Μπολόνια και η κινητικότητα των φοιτητών
PDF 381kWORD 64k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2008 σχετικά με τη διαδικασία της Μπολόνια και την κινητικότητα των φοιτητών (2008/2070(INI))
P6_TA(2008)0423A6-0302/2008

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 149 και 150 της Συνθήκης ΕΚ,

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο "Επίτευξη της ατζέντας εκσυγχρονισμού για τα πανεπιστήμια: Εκπαίδευση, έρευνα και καινοτομία", (COM(2006)0208),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο "Κινητοποίηση του πνευματικού δυναμικού της Ευρώπης: ενδυνάμωση των πανεπιστημίων ώστε να εξασφαλισθεί η πλήρης συμβολή τους στη στρατηγική της Λισαβόνας" (COM(2005)0152),

–   έχοντας υπόψη την έκθεση με τίτλο "Εστίαση στη δομή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ευρώπη: Εθνικές τάσεις στη διαδικασία της Μπολόνια" (Focus on the structure of higher education in Europe National trends in the Bologna Process)- 2006/07, Eurydice, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2007,

–   έχοντας υπόψη την έρευνα του Ευρωβαρόμετρου του Μαρτίου 2007 σχετικά με τις "Αντιλήψεις για τις μεταρρυθμίσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση" (Perceptions of Higher Education Reforms),

–   έχοντας υπόψη τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση, της 25ης Σεπτεμβρίου 2007, σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά την παραγωγή και την ανάπτυξη στατιστικών για την εκπαίδευση και τη διά βίου μάθηση(1),

−   έχοντας υπόψη το ψήφισμα του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 2007, για τον εκσυγχρονισμό των πανεπιστημίων χάριν της ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης σε μια παγκόσμια οικονομία γνώσης,

−   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα της Προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 13ης και 14ης Μαρτίου 2008,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Πολιτισμού και Παιδείας και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Προϋπολογισμών (A6-0302/2008),

A.   λαμβάνοντας υπόψη ότι στόχοι της διαδικασίας της Μπολόνια είναι η δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Χώρου Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης έως το 2010, συμπεριλαμβανομένων μεταρρυθμίσεων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, της εξάλειψης των εναπομενόντων εμποδίων στην κινητικότητα φοιτητών και εκπαιδευτικών, και της βελτίωσης της ποιότητας, της ελκυστικότητας και της ανταγωνιστικότητας της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ευρώπη,

B.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η κινητικότητα των φοιτητών και η ποιότητα της εκπαίδευσης πρέπει να παραμείνουν μεταξύ των βασικών στοιχείων της διαδικασίας της Μπολόνια,

Γ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η κινητικότητα των φοιτητών δημιουργεί πολιτιστικές, κοινωνικές και ακαδημαϊκές αξίες και δημιουργεί ευκαιρίες για προσωπική ανάπτυξη και βελτιούμενα ακαδημαϊκά πρότυπα και απασχολησιμότητα σε εθνικό και διεθνές επίπεδο,

Δ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η κινητικότητα των φοιτητών δεν είναι ακόμη προσιτή για πολλούς φοιτητές, ερευνητές και άλλου είδους προσωπικό, ιδίως στα νεότερα κράτη μέλη, κυρίως λόγω ανεπαρκών επιχορηγήσεων, ενώ τα εμπόδια είναι γνωστά και έχουν επισημανθεί επανειλημμένως από πολλούς ενδιαφερόμενους που συμμετέχουν στη συζήτηση,

Ε.   λαμβάνοντας υπόψη ότι πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην κατάλληλη χρηματοδότηση της μάθησης, των δαπανών διαβίωσης και της κινητικότητας των φοιτητών,

ΣΤ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καθιστούσε πάντοτε την κινητικότητα των φοιτητών δημοσιονομική προτεραιότητα και κατέβαλλε προσπάθειες ώστε να διασφαλίσει επαρκές επίπεδο χρηματοδότησης για τα κοινοτικά προγράμματα στον τομέα της εκπαίδευσης· λαμβάνοντας υπόψη ότι η σθεναρή του θέση στο θέμα αυτό οδήγησε, παρά τις περικοπές που επέφερε το Συμβούλιο στην πρόταση της Επιτροπής, σε αύξηση των πιστώσεων για τα προγράμματα "Διά βίου μάθηση" και "Erasmus Mundus", τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου 2007-2013 και σε πρόσφατες διαδικασίες του προϋπολογισμού,

Ζ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι απαιτούνται αξιόπιστα στατιστικά στοιχεία σχετικά με την κινητικότητα των φοιτητών προκειμένου να διαπιστωθούν, να συγκριθούν και να αξιολογηθούν, καθώς και να αναπτυχθούν κατάλληλες πολιτικές και μέτρα,

Η.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η αναγνώριση της άτυπης και της μη τυπικής εκπαίδευσης αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο μιας στρατηγικής για τη διά βίου μάθηση και ότι, συνεπώς, η εκπαίδευση ενηλίκων είναι σημαντική σε αυτήν τη διαδικασία,

Θ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η επιλογή να μεταβαίνει κανείς στο εξωτερικό δεν πρέπει να παρεμποδίζεται από κανένα διοικητικό, οικονομικό ή γλωσσικό εμπόδιο,

Ι.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η κινητικότητα ενθαρρύνει την εκμάθηση ξένων γλωσσών και τη βελτίωση των συνολικών επικοινωνιακών δεξιοτήτων,

ΙΑ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι απαιτείται επειγόντως μεταρρύθμιση και εκσυγχρονισμός των πανεπιστημίων από άποψη ποιότητας, διάρθρωσης των σπουδών, καινοτομίας και ευελιξίας,

ΙΒ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η ποιότητα της διδασκαλίας είναι εξίσου σημαντική με την ποιότητα της έρευνας και ότι πρέπει να μεταρρυθμιστεί και να εκσυγχρονιστεί σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση και ότι οι δύο αυτές διαστάσεις συνδέονται στενά,

ΙΓ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι διαφορετικά εθνικά συστήματα αναγνώρισης συνιστούν σημαντικό εμπόδιο για την ισότιμη μεταχείριση των φοιτητών και την πρόοδο στον ευρωπαϊκό χώρο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και στην ευρωπαϊκή αγορά εργασίας,

ΙΔ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι τόσο η αδυναμία πλήρους και δέουσας αναγνώρισης των μαθημάτων που παρακολουθήθηκαν και η έλλειψη ισοτιμίας των αποκτηθέντων βαθμών μπορούν να αποτελέσουν εμπόδιο για την κινητικότητα,

ΙΕ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι επείγον να εφαρμοστεί, να συντονιστεί και να προαχθεί συνεκτική προσέγγιση μεταξύ όλων των χωρών που υπέγραψαν τη διαδικασία της Μπολόνια,

P.  ΙΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαδικασία της Μπολόνια πρέπει να δημιουργήσει ένα νέο προοδευτικό μοντέλο εκπαίδευσης το οποίο θα εγγυάται πρόσβαση στην κατάρτιση για όλους, με κύριο στόχο τη μετάδοση γνώσης και αξιών, δημιουργώντας μια βιώσιμη κοινωνία για το μέλλον, η οποία θα γνωρίζει την κατάστασή της και θα είναι απαλλαγμένη από κοινωνικές ανισότητες,

1.   θεωρεί ότι η αύξηση της κινητικότητας των φοιτητών και η ποιότητα των διαφορετικών εκπαιδευτικών συστημάτων πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα στο πλαίσιο του ανακαθορισμού των μειζόνων στόχων της διαδικασίας της Μπολόνια μετά το 2010∙

2.   τονίζει ότι, προκειμένου να επιτευχθεί η κινητικότητα των φοιτητών, πρέπει να αναληφθούν οριζόντιες δράσεις σε διάφορους τομείς πολιτικής· διάφορες πτυχές της κινητικότητας ξεπερνούν το πεδίο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και εμπίπτουν στο πεδίο των κοινωνικών υποθέσεων, των οικονομικών, της μετανάστευσης και των πολιτικών θεώρησης διαβατηρίων·

3.   σημειώνει ότι, λαμβάνοντας υπόψη τις περιορισμένες δυνατότητες για ελιγμούς λόγω των στενών περιθωρίων που απομένουν στον τίτλο 1α του δημοσιονομικού πλαισίου, είναι ιδιαίτερα ευπρόσδεκτες οι προσπάθειες που κατέβαλαν τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της διακυβερνητικής συνεργασίας για τη βελτίωση της ποιότητας και της ανταγωνιστικότητας της εκπαίδευσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω, ιδίως, της προώθησης της κινητικότητας, της εξασφάλισης της αναγνώρισης των προσόντων και της διασφάλισης της ποιότητας·

4.   είναι πεπεισμένο ότι πρέπει να συνεχιστεί η μέθοδος διαβούλευσης που ακολούθησαν όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη που συμμετείχαν στη διαδικασία: ιδρύματα και εκπρόσωποι των φοιτητών πρέπει να συνεργαστούν στενά προκειμένου να αντιμετωπίσουν τα εναπομένοντα εμπόδια στην κινητικότητα και τα προβλήματα που σχετίζονται με την ποιότητα και την εφαρμογή της διαδικασίας της Μπολόνια∙

5.   επισημαίνει ότι, κατά την εφαρμογή της διαδικασίας της Μπολόνια, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στη στενή και εντατική συνεργασία και στο συντονισμό εντός του Ευρωπαϊκού Χώρου Έρευνας·

Κινητικότητα φοιτητών: Ποιότητα και αποτελεσματικότητα

6.   επιμένει ότι είναι επείγουσα η ανάγκη για συγκρίσιμες και αξιόπιστες στατιστικές σχετικά με την κινητικότητα των φοιτητών και το κοινωνικοοικονομικό προφίλ των φοιτητών, όπως κοινοί δείκτες, κριτήρια και σημεία αναφοράς, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η παρούσα έλλειψη δεδομένων και να προωθηθεί η ανταλλαγή καλών πρακτικών·

7.   καλεί τα πανεπιστήμια να βελτιώσουν και να απλουστεύσουν τις παρεχόμενες επιγραμμικές ή μη πληροφορίες τόσο για τους φοιτητές από το εξωτερικό όσο και για τους φοιτητές που μεταβαίνουν στο εξωτερικό· τα πανεπιστήμια και οι εθνικές υπηρεσίες Erasmus πρέπει να συνεργάζονται με φοιτητικές οργανώσεις προκειμένου να καθιστούν διαθέσιμες τις απαραίτητες πληροφορίες εγκαίρως· τα πανεπιστήμια πρέπει να στηρίζουν τα φοιτητικά δικαιώματα, σύμφωνα με τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει βάσει του Πανεπιστημιακού Χάρτη Erasmus·

8.   υπογραμμίζει ότι, προκειμένου η διαδικασία της Μπολόνια να εκπληρώσει τους στόχους της, είναι απαραίτητη η αμοιβαιότητα από την άποψη της ροής φοιτητών και μελετητών· υπογραμμίζει τη δυσαναλογία στις τρέχουσες τάσεις και ιδίως την ανεπαρκή κινητικότητα προς τα κράτη μέλη που προσχώρησαν στην Ένωση το 2004 και το 2007·

9.   επισημαίνει τη σημασία της παροχής συμβουλών για την κοινωνική, πολιτιστική και γλωσσική ένταξη των φοιτητών από το εξωτερικό·

10.   υπογραμμίζει ότι η βελτιωμένη γνώση γλωσσών αποτελεί σημαντικό εφόδιο και έναν από τους λόγους για την κινητικότητα των φοιτητών, ότι είναι σημαντική η προσφορά εντατικών μαθημάτων γλώσσας σε φοιτητές από το εξωτερικό πριν ή/και κατά τη διάρκεια περιόδων σπουδών στο πλαίσιο του Erasmus∙

Μεταρρύθμιση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και εκσυγχρονισμός των πανεπιστημίων: ποιότητα, καινοτομία και ευελιξία

11.   καλεί τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια να προβούν σε καινοτόμο, φιλόδοξη και μεθοδική μεταρρύθμιση του προγράμματος σπουδών· το φιλόδοξο και υψηλής ποιότητας περιεχόμενο και η αναδιάρθρωση της οργάνωσης είναι βασικά στοιχεία για την κινητικότητα των φοιτητών και τη μεγαλύτερη ευελιξία· ζητεί να εισαχθεί "περίοδος κινητικότητας σε συνδυασμό με σπουδές" σε όλα τα προγράμματα πτυχίων ώστε να ενθαρρύνονται οι φοιτητές να μεταβαίνουν στο εξωτερικό·

12.   ζητεί να δοθεί έμφαση στην ανάγκη θέσπισης κοινών ευρωπαϊκών διδακτορικών προγραμμάτων τα οποία θα προωθούν την κινητικότητα των διδακτορικών φοιτητών και τη δημιουργία ενός πλαισίου για ευρωπαϊκό διδακτορικό·

13.   τονίζει τον ουσιώδη ρόλο της ποιότητας και της αριστείας της διδασκαλίας, δεδομένου ότι η εξέλιξη και η συνεχής κατάρτιση των εκπαιδευτικών με προσόντα σε όλους τους τομείς είναι βασικοί παράγοντες για την ελκυστικότητα και την αποτελεσματικότητά τους και για την επίτευξη των στόχων της διαδικασίας της Μπολόνια·

14.   επαναλαμβάνει την ανάγκη για περισσότερο διεθνικό διάλογο και ανταλλαγή πληροφοριών και εμπειριών προκειμένου να διευκολυνθεί η σύγκλιση της κατάρτισης των εκπαιδευτικών, συμπεριλαμβανομένης της κατάρτισης των πρωτοβάθμιων εκπαιδευτικών και της αποτελεσματικότητας της συνέχισης της επαγγελματικής ανέλιξης·

Χρηματοδότηση και επένδυση στην κινητικότητα των φοιτητών και κοινωνική διάσταση

15.   ζητεί να παρέχεται ειδική αρωγή στους φοιτητές από μειονεκτούσες κοινωνικές ομάδες, προτείνοντας, για παράδειγμα, οικονομικά προσιτή και αξιοπρεπή στέγη· επιπλέον στήριξη μετά την άφιξη είναι συχνά απαραίτητη·

16.   προτείνει την εισαγωγή ενιαίας Ευρωπαϊκής Φοιτητικής Ταυτότητας, προκειμένου να διευκολυνθεί η κινητικότητα και να δοθεί η δυνατότητα στους φοιτητές να εξασφαλίσουν εκπτώσεις για τη στέγαση και τα μέσα διαβίωσης·

17.   καλεί τα κράτη μέλη και τις αρμόδιες αρχές να εγγυηθούν ισότιμη και καθολική πρόσβαση στην κινητικότητα μέσω απλών, ευέλικτων και διαφανών διαδικασιών χορήγησης υποτροφιών και μέσω επιπρόσθετης οικονομικής στήριξης για προορισμούς με υψηλό κόστος και για τους φοιτητές που την χρειάζονται· θεωρεί απαραίτητο να λαμβάνουν οι φοιτητές αυτήν τη στήριξη πριν από την αναχώρησή τους, προκειμένου να αποφευχθεί η υπερβολική οικονομική επιβάρυνσή τους·

18.   επικροτεί το γεγονός ότι στο πλαίσιο της ενδιάμεσης αναθεώρησης του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου που προβλέπεται στη δήλωση που είναι προσαρτημένη στη διοργανική συμφωνία σχετικά με τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση, της 17ης Μαΐου 2006, πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο ενίσχυσης του χρηματοδοτικού κονδυλίου που προβλέπεται για τα προγράμματα στον τομέα της εκπαίδευσης και κυρίως για τις υποτροφίες Erasmus, με την επιφύλαξη των αποτελεσμάτων της παρακολούθησης και της αξιολόγησης του κάθε προγράμματος·

19.   επισημαίνει ότι πρέπει να εισαχθούν και να προωθηθούν νέα μέσα χρηματοδότησης της κινητικότητας των φοιτητών όπως τα άτοκα δάνεια ή/και τα μεταβιβάσιμα δάνεια·

20.   καλεί τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια να συνεργαστούν με τον ιδιωτικό τομέα (π.χ. οικονομικές ή επιχειρηματικές οργανώσεις όπως εμπορικά επιμελητήρια), προκειμένου να ανευρεθούν νέοι αποτελεσματικοί μηχανισμοί συγχρηματοδότησης της κινητικότητας των φοιτητών σε κάθε στάδιο (πτυχίο - μάστερ - διδακτορικό), βελτιώνοντας κατ" αυτόν τον τρόπο την ποιότητα των εκπαιδευτικών συστημάτων·

21.   συνιστά εποικοδομητικό διάλογο και αμφίδρομες ανταλλαγές μεταξύ εταιρειών και πανεπιστημίων προκειμένου να δημιουργηθούν καινοτόμες εταιρικές σχέσεις και να διερευνηθούν νέοι τρόποι συνεργασίας·

Ποιότητα και πλήρης αναγνώριση των διπλωμάτων

22.   καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να προχωρήσουν στην εφαρμογή ευρωπαϊκών πλαισίων αναφοράς (πλαίσιο επαγγελματικών προσόντων της Μπολόνια, ευρωπαϊκό πλαίσιο επαγγελματικών προσόντων για τη διά βίου μάθηση, ευρωπαϊκά πρότυπα και κατευθυντήριες γραμμές για τη διασφάλιση ποιότητας και τη Σύμβαση αναγνώρισης της Λισαβόνας) ώστε να εδραιωθεί ο Ευρωπαϊκός Χώρος Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης·

23.   τονίζει, συνεπώς, τον επείγοντα χαρακτήρα της εφαρμογής του συνολικού, ενιαίου και αποτελεσματικού συστήματος μεταφοράς ακαδημαϊκών μονάδων ECTS: τα προσόντα φοιτητών και ακαδημαϊκών πρέπει να είναι δυνατόν να μεταφέρονται εύκολα σε όλη την Ευρώπη χάρη σε ένα ενιαίο κοινό πλαίσιο·

24.   υπογραμμίζει ότι το σύστημα πτυχίων τριών σταδίων (πτυχίο - μάστερ - διδακτορικό) θα μπορούσε να καταστεί περισσότερο ευέλικτο ιδίως χρησιμοποιώντας το σύστημα "4+1" αντί του "3+2" για το πρώτο και το δεύτερο στάδιο· τονίζει ότι αυτό θα μπορούσε να είναι πιο κατάλληλο προκειμένου να επιτευχθεί μεγαλύτερη κινητικότητα και απασχολησιμότητα των πτυχιούχων·

25.   ζητεί οι πρακτικές ασκήσεις και άλλες άτυπες και μη τυπικές εμπειρίες κινητικότητας εγκεκριμένες από πανεπιστήμια να λάβουν μονάδες ECTS και να αναγνωριστούν ως αναπόσπαστο τμήμα του προγράμματος σπουδών·

Υλοποίηση της διαδικασίας της Μπολόνια σε όλες τις σχετικές χώρες

26.   ζητεί από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια να ενθαρρύνουν και να προωθήσουν την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και τις πρωτοβουλίες για αύξηση της ενημέρωσης·

27.   προτρέπει τα κράτη μέλη να διευκολύνουν τις διαδικασίες θεώρησης και να μειώσουν το κόστος τους για τους φοιτητές που συμμετέχουν σε προγράμματα κινητικότητας, ιδίως όσον αφορά κράτη της Ανατολικής Ευρώπης και υποψήφιες χώρες σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές οδηγίες για τη θεώρηση διαβατηρίων·

o
o   o

28.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, καθώς και στις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών.

(1) ΕΕ C 219 Ε, 20.8.2008, σ. 68.


Προσαρμογή των νομοθετικών πράξεων στη νέα απόφαση για την επιτροπολογία
PDF 302kWORD 75k
Ψήφισμα
Παράρτημα
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2008 με συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με την προσαρμογή των νομοθετικών πράξεων στη νέα απόφαση για την επιτροπολογία (2008/2096(INI))
P6_TA(2008)0424A6-0345/2008

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή(1), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2006/512/ΕΚ του Συμβουλίου(2) (εφεξής "απόφαση για την επιτροπολογία"),

–   έχοντας υπόψη τη δήλωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής σχετικά με την απόφαση του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 2006, για την τροποποίηση της απόφασης 1999/468/ΕΚ περί καθορισμού των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (2006/512/ΕΚ)(3),

–   έχοντας υπόψη τη συμφωνία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής όσον αφορά τις λεπτομέρειες εφαρμογής της απόφασης 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2006/512/ΕΚ(4),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 192, παράγραφος 2, και το άρθρο 202 της Συνθήκης ΕΚ,

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 290 και 291 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–   έχοντας υπόψη την απόφασή του της 8ης Μαΐου 2008 σχετικά με τη σύναψη διοργανικής συμφωνίας μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής της απόφασης 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2006/512/ΕΚ(5),

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 39 και 45 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (A6-0345/2008),

A.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, για λόγους ποιότητας της νομοθεσίας, καθίσταται ολοένα και πιο αναγκαία η ανάθεση στην Επιτροπή της ανάπτυξης των μη ουσιωδών και πιο τεχνικών πτυχών της νομοθεσίας, καθώς και η έγκαιρη προσαρμογή της, ώστε να λαμβάνει υπόψη την τεχνολογική πρόοδο και τις οικονομικές αλλαγές· λαμβάνοντας υπόψη ότι η εν λόγω ανάθεση αρμοδιοτήτων πρέπει να διευκολυνθεί με την παροχή προς τον νομοθέτη των θεσμικών μέσων για τον έλεγχο της άσκησης αυτών των αρμοδιοτήτων,

Β.   λαμβάνοντας υπόψη ότι μέχρι τούδε ο νομοθέτης της Ένωσης δεν είχε άλλη επιλογή από τη χρήση του άρθρου 202 της Συνθήκης ΕΚ για την εν λόγω ανάθεση· λαμβάνοντας υπόψη ότι η προσφυγή σε αυτήν τη διάταξη δεν υπήρξε ικανοποιητική, καθώς αναφέρεται στις εκτελεστικές εξουσίες της Επιτροπής και στις διαδικασίες ελέγχου στις οποίες υπόκεινται αυτές οι εξουσίες, διαδικασίες που αποφασίζονται από το Συμβούλιο με ομοφωνία μετά από απλή διαβούλευση με το Κοινοβούλιο· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εν λόγω διαδικασίες ελέγχου βασίζονται ουσιαστικά στη δράση των επιτροπών που απαρτίζονται από δημόσιους υπαλλήλους των κρατών μελών, και ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποκλείστηκε από όλες τις διαδικασίες αυτές έως την έγκριση της απόφασης του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2006/512/ΕΚ,

Γ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, της απόφασης για την επιτροπολογία εισάγει μέτρα στο πλαίσιο των οποίων ένα βασικό νομοθετικό μέσο εγκριθέν με συναπόφαση προβλέπει μέτρα γενικής εμβέλειας που αποσκοπούν στην τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του εν λόγω μέσου, μεταξύ άλλων με τη διαγραφή ορισμένων εξ αυτών των στοιχείων ή με τη συμπλήρωση του μέσου με την προσθήκη νέων μη ουσιωδών στοιχείων· λαμβάνοντας υπόψη ότι εναπόκειται στον νομοθέτη της Ένωσης να καθορίσει, κατά περίπτωση, τα ουσιώδη στοιχεία κάθε νομοθετικής πράξης που μπορούν να τροποποιηθούν μόνο μέσω νομοθετικής διαδικασίας,

Δ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η απόφαση για την επιτροπολογία θέτει τα αποκαλούμενα "οιονεί νομοθετικά" μέτρα σε κανονιστική διαδικασία με έλεγχο, στο πλαίσιο της οποίας το Κοινοβούλιο συμμετέχει πλήρως στον έλεγχο αυτών των μέτρων και μπορεί να αντιτίθεται σε σχέδια μέτρων που προτείνονται από την Επιτροπή και τα οποία υπερβαίνουν τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που προβλέπονται στο βασικό μέσο ή σε σχέδιο πράξης που δεν είναι συμβατό με τον σκοπό ή το περιεχόμενο του βασικού μέσου ή που δεν σέβεται τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας,

Ε.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η νέα διαδικασία εγγυάται τον δημοκρατικό έλεγχο των εκτελεστικών μέτρων όταν είναι οιονεί νομοθετικής φύσεως, θέτοντας αμφότερους τους συν-νομοθέτες, Κοινοβούλιο και Συμβούλιο, σε ισότιμη βάση και κατά συνέπεια θέτει τέλος σε μία από τις πιο σοβαρές πτυχές του δημοκρατικού ελλείμματος στην Ένωση· λαμβάνοντας υπόψη ότι η απόφαση για την επιτροπολογία θα επιτρέψει την ανάθεση των πιο τεχνικών πτυχών της νομοθεσίας και της προσαρμογής αυτής στην Επιτροπή, διασφαλίζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τη συγκέντρωση του νομοθέτη στις ουσιώδεις πτυχές και στη βελτίωση της ποιότητας του κοινοτικού δικαίου,

ΣΤ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η νέα κανονιστική διαδικασία με έλεγχο δεν είναι προαιρετική αλλά υποχρεωτική όταν τα εκτελεστικά μέτρα διαθέτουν τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2 της απόφασης για την επιτροπολογία,

Ζ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η τρέχουσα προσαρμογή του κεκτημένου με τη νέα απόφαση για την επιτροπολογία δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν νομοθετικά μέσα που προβλέπουν εκτελεστικά μέτρα επί των οποίων θα πρέπει να εφαρμοστεί η νέα κανονιστική διαδικασία,

Η.   λαμβάνοντας υπόψη ότι τις προϋποθέσεις του άρθρου 2, παράγραφος 2, της απόφασης για την επιτροπολογία ενδέχεται να πληρούν όχι μόνο τα εκτελεστικά μέτρα που μέχρι τούδε υπόκειντο στην κανονιστική διαδικασία, αλλά και ορισμένα από τα μέτρα που υπόκεινται στις διαδικασίες διαχείρισης ή διαβούλευσης,

Θ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας εισάγει ιεράρχηση κανόνων και θεσπίζει την "κατ' εξουσιοδότηση πράξη", όπου "με νομοθετική πράξη […] ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης μη νομοθετικών πράξεων γενικής ισχύος που συμπληρώνουν ή τροποποιούν ορισμένα μη ουσιώδη στοιχεία της νομοθετικής πράξης'· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας αντιμετωπίζει επίσης τις εκτελεστικές πράξεις κατά νέο τρόπο και προβλέπει ειδικότερα τη συναπόφαση μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ως τη διαδικασία έγκρισης του κανονισμού που θεσπίζει τους μηχανισμούς ελέγχου των εκτελεστικών πράξεων εκ μέρους των κρατών μελών,

Ι.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η εφαρμογή των συναφών διατάξεων της Συνθήκης της Λισαβόνας θα απαιτήσει εντατική και περίπλοκη διαδικασία διοργανικών διαπραγματεύσεων και λαμβάνοντας υπόψη ότι η τρέχουσα διαδικασία προσαρμογής θα πρέπει συνεπώς να συμπληρωθεί το συντομότερο δυνατόν και οπωσδήποτε πριν τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας,

ΙΑ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι σε περίπτωση που τεθεί σε ισχύ η Συνθήκη της Λισαβόνας, θα χρειαστεί η μετάβαση προς μια νέα –πιο σύνθετη– προσαρμογή του κεκτημένου με τις διατάξεις του άρθρου 290 της Συνθήκης σχετικά με τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τη μεταβίβαση νομοθετικών αρμοδιοτήτων· λαμβάνοντας υπόψη ότι μολονότι ο ορισμός της κατ' εξουσιοδότηση πράξης στη Συνθήκη της Λισαβόνας είναι παρόμοιος με την έννοια του "οιονεί νομοθετικού" μέτρου περιλαμβάνεται στην απόφαση για την επιτροπολογία, οι δύο έννοιες δεν είναι ταυτόσημες και οι δύο διαδικασίες που προβλέπουν τα μέσα αυτά είναι εντελώς διαφορετικές· συνεπώς, η τρέχουσα προσαρμογή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά επακριβές προηγούμενο για το μέλλον,

ΙΒ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, για τον ίδιο λόγο, τα αποτελέσματα της τρέχουσας προσαρμογής σε σχέση με κάθε επιμέρους νομικό μέσο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστούν προηγούμενο για το μέλλον,

ΙΓ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι φαίνεται σκόπιμο να συμφωνήσουν τα θεσμικά όργανα μεταξύ τους επί ενός κειμένου πρότυπο για τις κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, το οποίο η Επιτροπή θα ενσωματώνει στο σχέδιο νομοθετικής πράξης, μολονότι οι νομοθέτες θα έχουν τη δυνατότητα τροποποίησής του· λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι απαραίτητο να εγκριθεί με συναπόφαση ο κανονισμός που θεσπίζει τους μηχανισμούς για έλεγχο εκ μέρους των κρατών μελών των εκτελεστικών πράξεων, σύμφωνα με το άρθρο 291 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

1.   ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει στο Κοινοβούλιο, βάσει των συναφών άρθρων της Συνθήκης ΕΚ, νομοθετικές προτάσεις που θα ολοκληρώνουν την προσαρμογή στις διατάξεις της επιτροπολογίας· ζητεί οι εν λόγω προτάσεις να καταρτισθούν υπό το φως των διοργανικών συζητήσεων και να αφορούν συγκεκριμένα τον κατάλογο νομοθετικών πράξεων που παρατίθενται στο Παράρτημα·

2.   ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει σχετικές νομοθετικές προτάσεις για την προσαρμογή των εναπομεινουσών νομοθετικών πράξεων με την απόφαση για την επιτροπολογία, και ιδιαίτερα αυτών που περιλαμβάνονται στο παράρτημα·

3.   ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει, σε περίπτωση που οι τρέχουσες διαδικασίες προσαρμογής δεν ολοκληρωθούν πριν από τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας, τις απαραίτητες νομοθετικές προτάσεις για προσαρμογή των νομικών πράξεων που δεν έχουν ακόμη ευθυγραμμιστεί, στο νέο καθεστώς που προβλέπεται από το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

4.   ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει, εν πάση περιπτώσει, μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας, τις απαιτούμενες νομοθετικές προτάσεις για την προσαρμογή του συνόλου του κοινοτικού κεκτημένου στο νέο αυτό καθεστώς·

5.   ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει το συντομότερο δυνατόν το σχέδιο νομοθετικής πρότασης για τον κανονισμό που θεσπίζει εκ των προτέρων τους κανόνες και τις γενικές αρχές που αφορούν τον μηχανισμό ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών εξουσιών από την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 291, παράγραφος 3, της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

6.   ζητεί τη χορήγηση πρόσθετων πόρων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για όλες τις διαδικασίες επιτροπολογίας, όχι μόνο κατά τη διάρκεια της τρέχουσας μεταβατικής περιόδου, αλλά και κατά την προετοιμασία για το ενδεχόμενο της έναρξης ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι κάθε διαδικασία επιτροπολογίας μεταξύ των τριών θεσμικών οργάνων λειτουργεί ικανοποιητικά·

7.   διαπιστώνει ότι οι συστάσεις αυτές σέβονται την αρχή της επικουρικότητας και τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών·

8.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα καθώς και τις επισυναπτόμενες λεπτομερείς συστάσεις στην Επιτροπή, στο Συμβούλιο, καθώς και στις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ TOY ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ:

ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΜΕΝΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

Το Κοινοβούλιο ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει τις δέουσες νομοθετικές προτάσεις για την προσαρμογή των εναπομεινουσών νομοθετικών πράξεων προς την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2006/512/ΕΚ, και συγκεκριμένα:

-   της οδηγίας 2000/15/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Απριλίου 2000, για την τροποποίηση της οδηγίας 64/432/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί προβλημάτων υγειονομικού ελέγχου στον τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών βοοειδών και χοιροειδών(6)·

-   της οδηγίας 2000/25/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000, σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν κατά των εκπομπών ρυπογόνων αερίων και σωματιδίων από κινητήρες προοριζόμενους για την πρόωση γεωργικών ή δασικών ελκυστήρων, και για την τροποποίηση της οδηγίας 74/150/ΕΟΚ(7) του Συμβουλίου·

-   του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1760/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 2000, για τη θέσπιση συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των βοοειδών και την επισήμανση του βοείου κρέατος και των προϊόντων με βάση το βόειο κρέας καθώς και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 820/97 του Συμβουλίου(8)·

-   της οδηγίας 2001/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2001, για τροποποίηση της οδηγίας 92/23/ΕΟΚ σχετικά με τα ελαστικά των οχημάτων με κινητήρα και των ρυμουλκουμένων τους και με την εγκατάστασή τους σε αυτά(9)·

-   της οδηγίας 2001/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2001, για την τροποποίηση της οδηγίας 95/53/ΕΚ για τον καθορισμό των αρχών οργάνωσης των επίσημων ελέγχων στον τομέα της διατροφής και των ζώων καθώς και των οδηγιών 70/524/ΕΟΚ, 96/25/ΕΚ και 1999/29/ΕΚ σχετικά με τη διατροφή των ζώων(10)·

-   της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με ένα κανονιστικό πλαίσιο για την πολιτική του ραδιοφάσματος στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (απόφαση ραδιοφάσματος)(11)·

-   της οδηγίας 2002/33/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2002, για την τροποποίηση των οδηγιών 90/425/ΕΟΚ και 92/118/ΕΟΚ του Συμβουλίου όσον αφορά τις υγειονομικές απαιτήσεις για τα ζωικά υποπροϊόντα(12)·

-   της οδηγίας 2004/3/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Φεβρουαρίου 2004, για την τροποποίηση των οδηγιών 70/156/ΕΟΚ και 80/1268/ΕΟΚ του Συμβουλίου όσον αφορά τη μέτρηση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και της κατανάλωσης καυσίμων των οχημάτων της κατηγορίας N1(13)·

-   της οδηγίας 2004/41/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για την κατάργηση ορισμένων οδηγιών σχετικών με την υγιεινή των τροφίμων και τους υγειονομικούς όρους για την παραγωγή και διάθεση στην αγορά ορισμένων προϊόντων ζωικής προέλευσης που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση και για την τροποποίηση των οδηγιών 89/662/ΕΟΚ και 92/118/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της απόφασης 95/408/ΕΚ του Συμβουλίου(14)·

-   της οδηγίας 2005/33/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουλίου 2005, για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/32/ΕΚ σχετικά με την περιεκτικότητα των καυσίμων πλοίων σε θείο(15)·

-   της οδηγίας 2005/64/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2005, σχετικά με την έγκριση τύπου οχημάτων με κινητήρα όσον αφορά τη δυνατότητα επαναχρησιμοποίησης, ανακύκλωσης και ανάκτησής τους, καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 70/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου(16)·

-   της οδηγίας 2006/40/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2006, για τις εκπομπές των συστημάτων κλιματισμού των μηχανοκίνητων οχημάτων και για την τροποποίηση της οδηγίας 70/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου(17)·

-   του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2006, περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και το Ταμείο Συνοχής και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1260/1999(18)·

-   του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1905/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση μηχανισμού χρηματοδότησης της αναπτυξιακής συνεργασίας(19).

(1) EE L 184, 17.7.1999, σ. 23.
(2) ΕΕ L 200, 22.7.2006, σ. 11.
(3) ΕΕ C 255, 21.10.2006, σ. 1.
(4) ΕΕ C 143, 10.6.2008, σ. 1.
(5) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P6_TA(2008)0189.
(6) ΕΕ L 105, 3.5.2000, σ. 34.
(7) ΕΕ L 173, 12.7.2000, σ. 1.
(8) ΕΕ L 204, 11.8.2000, σ. 1.
(9) ΕΕ L 211, 4.8.2001, σ. 25.
(10) ΕΕ L 234, 1.9.2001, σ. 55.
(11) ΕΕ L 108, 24.4.2002, σ. 1.
(12) ΕΕ L 315, 19.11.2002, σ. 14.
(13) ΕΕ L 49, 19.2.2004, σ. 36.
(14) ΕΕ L 157, 30.4.2004, σ. 33.
(15) ΕΕ L 191, 22.7.2005, σ. 59.
(16) ΕΕ L 310, 25.11.2005, σ. 10.
(17) ΕΕ L 161, 14.6.2006, σ. 12
(18) ΕΕ L 210, 31.7.2006, σ. 25.
(19) ΕΕ L 378, 27.12.2006, σ. 41.


Αμοιβαία κεφάλαια κινδύνου και κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών
PDF 425kWORD 112k
Ψήφισμα
Παράρτημα
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2008 που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με τα αμοιβαία κεφάλαια κινδύνου (hedge funds) και τα κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών (private equity) (2007/2238(INI))
P6_TA(2008)0425A6-0338/2008

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη τη δεύτερη οδηγία 77/91/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιρειών, κατά την έννοια του άρθρου 58 δεύτερη παράγραφος της συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων, με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες όσον αφορά τη σύσταση της ανωνύμου εταιρείας και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου της(1),

–   έχοντας υπόψη την τέταρτη οδηγία 78/660/EOK του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί των ετησίων λογαριασμών εταιρειών ορισμένων μορφών(2),

–   έχοντας υπόψη την έβδομη οδηγία 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1983, για τους ενοποιημένους λογαριασμούς(3),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 86/635/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1986, για τους ετήσιους και ενοποιημένους λογαριασμούς των τραπεζών και λοιπών άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων(4),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων(5),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2001/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 2001, για την τροποποίηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ, 83/349/ΕΟΚ και 86/635/ΕΟΚ όσον αφορά τους κανόνες αποτίμησης για τους ετήσιους και ενοποιημένους λογαριασμούς εταιρειών ορισμένων μορφών καθώς και τραπεζών και άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων(6),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2001/107/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Ιανουαρίου 2002, για την τροποποίηση της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ του Συμβουλίου για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) όσον αφορά τη ρύθμιση των εταιρειών διαχείρισης και τα απλοποιημένα ενημερωτικά δελτία(7),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2001/108/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Ιανουαρίου 2002, για την τροποποίηση της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ του Συμβουλίου για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ), όσον αφορά τις επενδύσεις των ΟΣΕΚΑ(8),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002, σχετικά με την εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών προς τους καταναλωτές(9),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2003, για τις πράξεις προσώπων που κατέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες και τις πράξεις χειραγώγησης της αγοράς (κατάχρηση αγοράς)(10),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2003/41/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών(11) (οδηγία για τα συνταξιοδοτικά ταμεία),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2003/51/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2003, για την τροποποίηση των οδηγιών του Συμβουλίου 78/660/EΟΚ, 83/349/EΟΚ, 86/635/ΕΟΚ και 91/674/EΟΚ σχετικά με τους ετήσιους και τους ενοποιημένους λογαριασμούς εταιρειών ορισμένων μορφών, τραπεζών και άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και ασφαλιστικών επιχειρήσεων(12),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2003/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή την εισαγωγή τους προς διαπραγμάτευση(13),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2004/25/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τις δημόσιες προσφορές εξαγοράς(14),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων(15),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2006/73/ΕΚ της Επιτροπής, της 10ης Αυγούστου 2006, για την εφαρμογή της οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όσον αφορά τις οργανωτικές απαιτήσεις και τους όρους λειτουργίας των επιχειρήσεων επενδύσεων, καθώς και τους ορισμούς που ισχύουν για τους σκοπούς της εν λόγω οδηγίας(16) (οδηγία για την εφαρμογή της οδηγίας για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 2004, για την εναρμόνιση των προϋποθέσεων διαφάνειας αναφορικά με την πληροφόρηση σχετικά με εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά(17),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2005/1/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2005, με σκοπό τη θέσπιση νέας οργανωτικής διάρθρωσης των αρμόδιων επιτροπών στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών(18),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2005, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας(19),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2006/48/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων (αναδιατύπωση)(20) (οδηγία για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2006/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων (αναδιατύπωση)(21) (οδηγία για την κεφαλαιακή επάρκεια),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2007/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, σχετικά με την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων από μετόχους εισηγμένων εταιρειών(22),

–   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής για οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2008, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (COM(2008)0119) (πρόταση "Φερεγγυότητα II"),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 21ης Δεκεμβρίου 2007, σχετικά με την άρση των φραγμών στις διασυνοριακές επενδύσεις από τα ταμεία επιχειρηματικών κεφαλαίων (COM(2007)0853),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 15ης Ιανουαρίου 2004 σχετικά με το μέλλον των αμοιβαίων κεφαλαίων κινδύνου και των παράγωγων προϊόντων(23),

–   έχοντας υπόψη τα ψηφίσματά του της 27ης Απριλίου 2006(24), σχετικά με τη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων και της 13ης Δεκεμβρίου 2007 σχετικά με τη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων II(25),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 11ης Ιουλίου 2007 σχετικά με την πολιτική για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες (2005-2010) – Λευκή Βίβλος(26), και ιδίως την παράγραφο 19,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 20ής Φεβρουαρίου 2008 σχετικά με τις Ολοκληρωμένες Κατευθυντήριες Γραμμές για την Ανάπτυξη και την Απασχόληση (Τμήμα: ευρείες κατευθυντήριες γραμμές για τις οικονομικές πολιτικές των κρατών μελών και της Κοινότητας): Εγκαινίαση του νέου κύκλου (2008–2010)(27),

–   έχοντας υπόψη το έγγραφο της Διεθνούς Οργάνωσης Επιτροπών Κινητών Αξιών (IOSCO) "Στόχοι και αρχές της ρύθμισης στον τομέα των κινητών αξιών" του Μαΐου 2003, όπου διατυπώνονται, μεταξύ άλλων, αρχές για την εμπορία σχημάτων συλλογικών επενδύσεων, συμπεριλαμβανομένων των αμοιβαίων κεφαλαίων κινδύνου,

–   έχοντας υπόψη τη μελέτη του Θεματικού Τμήματος Οικονομικής και Επιστημονικής Πολιτικής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Δεκεμβρίου 2007, σχετικά με τα αμοιβαία κεφάλαια κινδύνου, τη διαφάνεια και τη σύγκρουση συμφερόντων,

–   έχοντας υπόψη τους κανόνες βέλτιστης πρακτικής της ομάδας εργασίας για τα αμοιβαία κεφάλαια κινδύνου, της 22ας Ιανουαρίου 2008, και την επακόλουθη ίδρυση ενός συμβουλίου για τους κανόνες των αμοιβαίων κεφαλαίων κινδύνου με αποστολή να ενεργήσει ως θεματοφύλακας των κανόνων αυτών,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 192, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ,

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 39 και 45 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων (A6-0338/2008),

Α.   λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχει σήμερα εθνικό και κοινοτικό ρυθμιστικό πλαίσιο για τις χρηματοπιστωτικές αγορές το οποίο, άμεσα ή έμμεσα αν και όχι αποκλειστικά, είναι εφαρμοστέο στα αμοιβαία κεφάλαια κινδύνου και στα κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών,

Β.   εκτιμώντας ότι τα κράτη μέλη και η Επιτροπή πρέπει να εξασφαλίζουν τη συνεπή υλοποίηση και εφαρμογή αυτού του ρυθμιστικού πλαισίου· ότι κάθε περαιτέρω προσαρμογή της υπάρχουσας νομοθεσίας πρέπει να υπόκειται σε κατάλληλη ανάλυση κόστους/ ωφελείας και να μην εισάγει διακρίσεις,

Γ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή δεν αποκρίθηκε θετικά σε όλες τις πτυχές των προηγούμενων αιτημάτων του Κοινοβουλίου, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που διατυπώθηκαν στα προαναφερθέντα ψηφίσματά του της 15ης Ιανουαρίου 2004, της 27ης Απριλίου 2006, της 11ης Ιουλίου 2007 και της 13ης Δεκεμβρίου 2007,

Δ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι τα αμοιβαία κεφάλαια κινδύνου και τα κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών έχουν πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά και κανένα τους δεν διαθέτει σαφή ορισμό, αλλά είναι και τα δύο επενδυτικά σχήματα που χρησιμοποιούνται από πεπειραμένους καταναλωτές και όχι από καταναλωτές λιανικής· ότι δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ικανοποιητικά ως ενιαία κατηγορία για τους σκοπούς μιας ειδικής ανά προϊόν κανονιστικής ρύθμισης,

Ε.   λαμβάνοντας υπόψη ότι τα αμοιβαία κεφάλαια κινδύνου και τα κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών αποτελούν εναλλακτικά επενδυτικά σχήματα, τα οποία όχι μόνο διαθέτουν σημαντικό και αυξανόμενο μερίδιο στο παγκόσμιο υπό διαχείριση ενεργητικό, αλλά και βελτιώνουν την αποτελεσματικότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών δημιουργώντας νέες επενδυτικές ευκαιρίες,

ΣΤ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι αρκετά παγκόσμια, ευρωπαϊκά και εθνικά ιδρύματα είχαν εκφράσει, πολύ καιρό πριν από τη σημερινή χρηματοπιστωτική κρίση, τις ανησυχίες τους όσον αφορά τα αμοιβαία κεφάλαια κινδύνου και τα κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών σε σχέση με τη χρηματοοικονομική σταθερότητα, τους κανόνες διαχείρισης του κινδύνου, τον υπερβολικό δανεισμό (μόχλευση) και την αποτίμηση των μη ρευστοποιήσιμων και σύνθετων χρηματοπιστωτικών μέσων,

Ζ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι μια ανάλυση που πραγματοποιήθηκε από το Φόρουμ για τη Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα το 2007 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η καλύτερη αντιμετώπιση των ζητημάτων χρηματοπιστωτικής σταθερότητας επιτυγχάνεται με την ενίσχυση της εποπτείας όλων των εμπλεκομένων,

Η.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, στην έκθεσή του για την παγκόσμια χρηματοπιστωτική σταθερότητα, τον Απρίλιο του 2008, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι διαπιστώνεται "συλλογική αποτυχία να εκτιμηθεί η έκταση της μόχλευσης στην οποία καταφεύγει ευρύ φάσμα ιδρυμάτων –τράπεζες, ασφαλιστές ομολογιακών εκδόσεων (monoline insurers), οργανισμοί στηριζόμενοι από το δημόσιο, αμοιβαία κεφάλαια κινδύνου– και οι συναφείς κίνδυνοι αναστάτωσης κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων",

Θ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η επίτευξη της ατζέντας της Λισσαβώνας απαιτεί μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην ανάπτυξη και τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης,

Ι.   λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτού του είδους οι μακροπρόθεσμες επενδύσεις απαιτούν εύρυθμες και σταθερές χρηματοπιστωτικές αγορές σε επίπεδο ΕΕ και διεθνώς, κάτι που μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την εξασφάλιση της ύπαρξης ενός ανταγωνιστικού και καινοτόμου χρηματοπιστωτικού κλάδου,

K.  ΙΑ λαμβάνοντας υπόψη ότι τα αμοιβαία κεφάλαια κινδύνου και τα κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών σε πολλές περιπτώσεις παρέχουν ρευστότητα, προωθούν τη διαφοροποίηση και αποτελεσματικότητα της αγοράς δημιουργώντας ζήτηση για καινοτόμα προϊόντα και βοηθούν στον καθορισμό τιμών,

ΙΒ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η χρηματοπιστωτική σταθερότητα απαιτεί επίσης καλύτερη συνεργασία ως προς την εποπτεία, μεταξύ άλλων σε παγκόσμιο επίπεδο, κάτι που λογικά απαιτεί να συνεχιστεί η βελτίωση των σημερινών ρυθμίσεων της ΕΕ περί εποπτείας, με τακτικές ανταλλαγές πληροφοριών και αυξημένη διαφάνεια των θεσμικών επενδυτών,

ΙΓ.   εκτιμώντας ότι η Επιτροπή πρέπει να εξετάσει τη δυνατότητα παγκόσμιας ρύθμισης για τους εξωχώριους παράγοντες της αγοράς,

ΙΔ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ενισχυμένα κατάλληλα επίπεδα διαφάνειας προς τους επενδυτές και τις εποπτεύουσες αρχές είναι ζωτικής σημασίας για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας και της σταθερότητας των χρηματοπιστωτικών αγορών καθώς και για την προώθηση του ανταγωνισμού μεταξύ παραγόντων της αγοράς και μεταξύ προϊόντων,

ΙΕ.   εκτιμώντας ότι η Επιτροπή πρέπει να παρακολουθήσει και να αναλύσει τον αντίκτυπο της λειτουργίας των αμοιβαίων κεφαλαίων κινδύνου και των κεφαλαίων ιδιωτικών συμμετοχών και να εξετάσει το ενδεχόμενο εκπόνησης οδηγίας για τις ελάχιστες προϋποθέσεις διαφάνειας όσον αφορά τον τρόπο χρηματοδότησης των επενδύσεων στο μέλλον, τη διαχείριση κινδύνων, τις μεθόδους αποτίμησης, τα προσόντα των διαχειριστών και τις ενδεχόμενες συγκρούσεις συμφερόντων, καθώς επίσης την αποκάλυψη των δομών ιδιοκτησίας και την καταχώριση των αμοιβαίων κεφαλαίων κινδύνου,

P.  ΙΣΤ. πιστεύοντας ότι, προκειμένου να εκπληρωθεί η ανάγκη παρακολούθησης της δραστηριότητας της αγοράς για λόγους εποπτείας, όλες οι απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τα ανοίγματα και τον δανεισμό των αμοιβαίων κεφαλαίων κινδύνου πρέπει να τίθενται στη διάθεση των αρμόδιων εποπτικών αρχών χωρίς υπερβολικό διοικητικό φόρτο,

ΙΖ.   αναμένοντας από τον κλάδο των επενδυτικών κεφαλαίων, για περισσότερη διαφάνεια, την περαιτέρω ανάπτυξη δεσμευτικών μέτρων για την εταιρική διακυβέρνηση τα οποία να δημοσιοποιηθούν· απευθύνοντας έκκληση για μια βελτίωση των μηχανισμών ελέγχου,

ΙΗ.   εκτιμώντας ότι τα κράτη μέλη πρέπει να αξιοποιήσουν τη βέλτιστη πρακτική για να εξασφαλίσουν ότι οι συντάξεις των εργαζομένων στο πλαίσιο επαγγελματικών συνταξιοδοτικών καθεστώτων θα προστατεύονται έναντι χρεωκοπιών,

ΙΘ.   εκτιμώντας ότι η Επιτροπή πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο να συμπεριλάβει στον ορισμό της αρχής του "συνετού επενδυτή", όπου η αρχή αυτή είναι ενσωματωμένη στην υφιστάμενη κοινοτική νομοθεσία, την απαίτηση οι επενδυτές να επαληθεύουν ότι τα εναλλακτικά επενδυτικά κεφάλαια στα οποία επενδύουν τηρούν τη δέουσα νομοθεσία και πληρούν τα πρότυπα βέλτιστης πρακτικής του κλάδου,

Κ.   εκτιμώντας ότι οι υφιστάμενες διαφορές στους ορισμούς για την ιδιωτική τοποθέτηση στα κράτη μέλη αποτελούν εμπόδιο για την εσωτερική αγορά και δημιουργούν κίνητρο για τη διαρροή προϊόντων υψηλού κινδύνου στη λιανική αγορά,

ΚΑ.   εκτιμώντας ότι πρέπει να δημιουργηθεί ένας ενιαίος ιστότοπος για κώδικες συμπεριφοράς, ο οποίος θα περιλαμβάνει ένα μητρώο όσων συμμορφώνονται προς αυτούς, τη δημοσιοποίηση των στοιχείων τους και τις αιτιολογίες μη συμμόρφωσης· ότι οι λόγοι μη συμμόρφωσης μπορούν να αποτελέσουν επίσης μέσο μάθησης· ότι ο ιστότοπος αυτός θα πρέπει να γίνει για την ΕΕ και να προωθηθεί διεθνώς,

ΚΒ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, στην έκθεσή του για την παγκόσμια χρηματοπιστωτική σταθερότητα, τον Απρίλιο του 2008, το ΔΝΤ προειδοποίησε ότι "η αγορά εταιρικού χρέους παρουσιάζει ευπάθεια καθώς τα ποσοστά αδυναμίας πληρωμής αναμένεται να αυξηθούν, εξαιτίας τόσο μακροοικονομικών όσο και διαρθρωτικών παραγόντων",

ΚΓ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η πρόσφατη αύξηση στις συναλλαγές των κεφαλαίων ιδιωτικών συμμετοχών έχει αυξήσει σε σημαντικό βαθμό τον αριθμό των εργαζομένων, οι θέσεις απασχόλησης των οποίων ελέγχονται τελικά από κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών, και ότι συνεπώς πρέπει να δίνεται η δέουσα προσοχή στις εθνικές νομοθεσίες περί απασχόλησης καθώς και στην κοινοτική νομοθεσία περί απασχόλησης (ιδίως οδηγία 2001/23/ΕΚ), η οποία διαμορφώθηκε όταν δεν ίσχυε αυτό· ότι η εθνική και η κοινοτική νομοθεσία περί απασχόλησης πρέπει να εφαρμόζεται χωρίς διακρίσεις, κάτι που περιλαμβάνει τη δίκαιη και πρόσφορη μεταχείριση όλων των οικονομικών παραγόντων που έχουν παρόμοιες ευθύνες έναντι των εργαζομένων,

ΚΔ.   επισημαίνει ότι, στην έννομη τάξη πολλών χωρών, τα αμοιβαία κεφάλαια κινδύνου και τα κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών που κατέχουν και ελέγχουν επιχειρήσεις δεν θεωρούνται εργοδότες και ως εκ τούτου απαλλάσσονται από τις νόμιμες υποχρεώσεις των εργοδοτών,

ΚΕ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι σε περίπτωση υπερβολικού δανεισμού, οι εταιρείες παρουσιάζουν προφίλ υψηλότερου κινδύνου,

Z.  ΚΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι, όπως συμβαίνει και με άλλες οντότητες, ενδέχεται να προκύπτουν συγκρούσεις συμφερόντων, είτε από το επιχειρηματικό μοντέλο των αμοιβαίων κεφαλαίων κινδύνου και των κεφαλαίων ιδιωτικών συμμετοχών είτε από τις σχέσεις μεταξύ των σχημάτων αυτών και άλλων παραγόντων των χρηματοπιστωτικών αγορών· ότι οι προσπάθειες για βελτίωση της υπάρχουσας κοινοτικής νομοθεσίας δεν πρέπει να περιορίζονται στα αμοιβαία κεφάλαια κινδύνου και τα κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών και πρέπει να συνάδουν προς τα παγκόσμια πρότυπα, όπως είναι οι αρχές της IOSCO για τη διαχείριση της σύγκρουσης συμφερόντων από συστήματα συλλογικών επενδύσεων και μεσάζοντες της αγοράς,

ΚΖ.   εκτιμώντας ότι τα συστήματα αμοιβής για τους διαχειριστές των αμοιβαίων κεφαλαίων κινδύνου και των κεφαλαίων ιδιωτικών συμμετοχών μπορούν να αποτελέσουν απαρχή ακατάλληλων κινήτρων με αποτέλεσμα την ανεύθυνη ανάληψη κινδύνων,

ΚΗ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι τα αμοιβαία κεφάλαια κινδύνου περιλαμβάνονταν μεταξύ των επενδυτών στα σύνθετα δομημένα προϊόντα που επλήγησαν από την πιστωτική κρίση, και συνεπώς υπέστησαν ζημίες όπως και άλλοι επενδυτές,

ΚΘ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου μελλοντικών χρηματοπιστωτικών κρίσεων και δεδομένης της έντονης αλληλεπίδρασης μεταξύ των αγορών και μεταξύ των συμμετεχόντων σε αυτές, αλλά και δεδομένου του στόχου της επίτευξης ίσων όρων ανταγωνισμού σε διασυνοριακό επίπεδο και μεταξύ των συμμετεχόντων στην αγορά που υπόκεινται ή δεν υπόκεινται σε ρυθμιστικό πλαίσιο, βρίσκονται σε εξέλιξη διάφορες πρωτοβουλίες σε επίπεδο ΕΕ και παγκόσμιο, όπως η αναθεώρηση των οδηγιών για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις και την κεφαλαιακή επάρκεια και μια πρόταση οδηγίας για τους οργανισμούς αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας, προκειμένου να εξασφαλιστεί ένα περισσότερο συνεκτικό και εναρμονισμένο ρυθμιστικό πλαίσιο σε όλες τις περιπτώσεις,

Λ.   εκτιμώντας ότι οι κανονιστικές ρυθμίσεις που βασίζονται σε αρχές αποτελούν κατάλληλη προσέγγιση για τη ρύθμιση των χρηματοπιστωτικών αγορών, διότι μπορούν να συμβαδίσουν καλύτερα με τις εξελίξεις στην αγορά,

ΛΑ.   εκτιμώντας ότι χρειάζεται να αναληφθεί δράση σε επίπεδο ΕΕ με βάση τις ακόλουθες επτά αρχές όσον αφορά τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τις χρηματοπιστωτικές αγορές:

   - ρυθμιστική κάλυψη: η υπάρχουσα κοινοτική νομοθεσία πρέπει να επανεξετασθεί ώστε να εντοπισθούν τα ρυθμιστικά κενά· οι εθνικές διαφοροποιήσεις πρέπει να μελετηθούν και να προωθηθεί η εναρμόνιση, όπως μέσω επιτροπών των εποπτικών αρχών ή με άλλους τρόπους· χρειάζεται να επιδιωχθεί η διεθνής ισοδυναμία και συνεργασία·
   - κεφάλαιο: οι κεφαλαιακές απαιτήσεις πρέπει να είναι υποχρεωτικές για όλα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και να αντανακλούν τους κινδύνους από το είδος της επιχειρηματικής δράσης, τα ανοίγματα και τον έλεγχο των κινδύνων· πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη οι αυξημένοι χρονικοί ορίζοντες ρευστοποίησης·
   - δημιουργία και διανομή δανείων: για να επιτευχθεί καλύτερη ευθυγράμμιση συμφερόντων ανάμεσα στους επενδυτές και τις μεταβιβάζουσες οντότητες, οι τελευταίες πρέπει κατά κανόνα να διατηρούν μια έκθεση στον κίνδυνο των τιτλοποιημένων προϊόντων τους διακρατώντας μια αντιπροσωπευτική συμμετοχή σε αυτά· το επίπεδο των συμμετοχών που διατηρούνται από τις μεταβιβάζουσες οντότητες στα δανειακά προϊόντα πρέπει να γνωστοποιείται· εναλλακτικά προς τη διακράτηση, πρέπει να εξετασθούν και άλλα μέτρα για την ευθυγράμμιση συμφερόντων ανάμεσα στους επενδυτές και τις μεταβιβάζουσες οντότητες·
   - λογιστική καταγραφή: πρέπει να εξετασθεί μια εξομαλυντική τεχνική που να αντισταθμίζει τη φιλοκυκλική επίδραση της λογιστικής βάσει εύλογης αξίας·
   - αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας: για να αυξηθεί η διαφάνεια και η κατανόηση στην αγορά της αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, οι οργανισμοί αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας πρέπει να υιοθετήσουν κώδικες συμπεριφοράς σχετικά με την ευκρίνεια των παραδοχών, τη συνθετότητα των προϊόντων και τις επιχειρηματικές πρακτικές· η σύγκρουση συμφερόντων πρέπει να τεθεί υπό έλεγχο· η αυτόκλητη αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας πρέπει να κατηγοριοποιείται ανεξάρτητα και όχι να χρησιμοποιείται ως μέσο πίεσης για να κλείνονται επιχειρηματικές συμφωνίες·
   - συναλλαγές σε παράγωγα: πρέπει να προωθηθεί η δημοσιότητα και η διαφάνεια των συναλλαγών σε παράγωγα, τόσο στις χρηματιστηριακές όσο και στις άλλες αγορές·
   - μακροχρόνιος ορίζοντας: τα πακέτα αμοιβών πρέπει να ευθυγραμμίζονται με περισσότερο μακροπρόθεσμα αποτελέσματα, αντανακλώντας τόσο τις ζημίες όσο και τα κέρδη,

ΛΒ.   εκτιμώντας ότι μια τέτοια δράση θα παρείχε μια καθολική και εξαντλητική νομική βάση, συμπεριλαμβάνοντας όλα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα πέραν ενός ορισμένου μεγέθους και λαμβάνοντας υπόψη τις διεθνείς εποπτικές και ρυθμιστικές πρακτικές,

1.   ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει στο Κοινοβούλιο έως το τέλος του 2008, με βάση το άρθρο 44, το άρθρο 47 παράγραφος 2 ή το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΚ, νομοθετική πρόταση ή προτάσεις που να καλύπτει όλους τους εμπλεκόμενους παράγοντες και συμμετέχοντες στη χρηματοπιστωτική αγορά, συμπεριλαμβανομένων των αμοιβαίων κεφαλαίων κινδύνου και των κεφαλαίων ιδιωτικών συμμετοχών, να ανταποκρίνεται στις επτά αρχές που εκτέθηκαν στην αιτιολογική σκέψη ΛΑ και να ακολουθεί τις επισυναπτόμενες λεπτομερείς συστάσεις·

2.   διαπιστώνει ότι οι συστάσεις αυτές σέβονται την αρχή της επικουρικότητας και τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών·

3.   εκτιμά ότι οι δημοσιονομικές επιπτώσεις από τη ζητούμενη πρόταση πρέπει να καλυφθούν από κονδύλια του προϋπολογισμού της ΕΕ·

4.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα και τις επισυναπτόμενες λεπτομερείς συστάσεις στην Επιτροπή, στο Συμβούλιο, καθώς και στις κυβερνήσεις και στα κοινοβούλια των κρατών μελών.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΤΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ: ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ (Ή ΤΩΝ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ)

Σύσταση 1 σχετικά με τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, το κεφάλαιο και την καθολική ρυθμιστική κάλυψη

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εκτιμά ότι η νομοθετική πράξη που θα εγκριθεί πρέπει να στοχεύει στη ρύθμιση των εξής:

Κεφαλαιακές απαιτήσεις – Οι επιχειρήσεις επενδύσεων, συμπεριλαμβανομένων των ομόρρυθμων και ετερόρρυθμων εταιρειών, οι ασφαλιστικές εταιρείες, τα πιστωτικά ιδρύματα και τα συμβατικά ταμεία (όπως οι ΟΣΕΚΑ και τα συνταξιοδοτικά ταμεία) πρέπει να συμμορφώνονται με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις. Η Επιτροπή πρέπει να εξασφαλίσει ότι οι σχετικές κεφαλαιακές απαιτήσεις για όλα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θα βασίζονται στον κίνδυνο και όχι στην οντότητα. Οι εποπτικές αρχές μπορούν να λαμβάνουν υπόψη την τήρηση κωδίκων συμπεριφοράς. Οι εν λόγω κεφαλαιακές απαιτήσεις δεν πρέπει πάντως να προστίθενται στις ήδη υπάρχουσες και σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να θεωρούνται εγγύηση σε περίπτωση χρεωκοπίας.

Μεταβιβάζουσες οντότητες και τιτλοποίηση – Η πρόταση (ή προτάσεις) της Επιτροπής για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις πρέπει να απαιτούν από τις μεταβιβάζουσες οντότητες να διατηρούν τμήματα των τιτλοποιημένων δανείων στον ισολογισμό τους, ή να τους επιβάλλουν κεφαλαιακές απαιτήσεις βασισμένες στην παραδοχή ότι διατηρούν τέτοια τμήματα, ή να παράσχουν άλλα μέσα για την ευθυγράμμιση συμφερόντων ανάμεσα στους επενδυτές και τις μεταβιβάζουσες οντότητες.

Εποπτεία της ΕΕ στους οργανισμούς αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας – Η Επιτροπή πρέπει να δημιουργήσει έναν μηχανισμό για την εκ μέρους της ΕΕ παρακολούθηση των οργανισμών αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας, των διαδικασιών και της συμμόρφωσης, με ανάθεση καθηκόντων σε υπάρχοντες οργανισμούς όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ρυθμιστικών Αρχών των Αγορών Κινητών Αξιών (CESR), μεταξύ άλλων προκειμένου να προαγάγει τον ανταγωνισμό και να καταστήσει δυνατή την πρόσβαση στην αγορά στον τομέα της αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας.

Αποτίμηση – Η Επιτροπή πρέπει να εγκρίνει νομοθετικά μέτρα βάσει αρχών σχετικά με την αποτίμηση των χρηματοπιστωτικών μέσων που δεν διαθέτουν ρευστότητα, συμβαδίζοντας με το έργο των αρμόδιων διεθνών οργανισμών με στόχο τη βελτιωμένη προστασία των επενδυτών και της σταθερότητας των χρηματοπιστωτικών αγορών, λαμβάνοντας υπόψη τις διάφορες πρωτοβουλίες που βρίσκονται σε εξέλιξη στην ΕΕ και διεθνώς σχετικά με την αποτίμηση και εξετάζοντας ποιοι είναι οι καλύτεροι τρόποι για την προώθηση της αποτίμησης αυτής.

Βασικοί διαμεσολαβητές – Οι απαιτήσεις διαφάνειας για κάθε ίδρυμα που παρέχει υπηρεσίες βασικής διαμεσολάβησης πρέπει να αυξάνονται ανάλογα με τον βαθμό συνθετότητας και αδιαφάνειας της δομής ή της φύσης των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, στα οποία το εκθέτουν οι συναλλαγές του σε όλα τα προϊόντα και με όλους τους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων των αμοιβαίων κεφαλαίων κινδύνου και των κεφαλαίων ιδιωτικών συμμετοχών.

Κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών και τομέας των ΜΜΕ – Η Επιτροπή πρέπει να προτείνει νομοθεσία που θα παράσχει ένα εναρμονισμένο πλαίσιο σε επίπεδο ΕΕ για τα κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών και τα κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών, ιδίως προκειμένου να διασφαλίσει έτσι τη διασυνοριακή πρόσβαση του τομέα των ΜΜΕ σε τέτοιου είδους κεφάλαια σύμφωνα με το πρόγραμμα της Λισσαβώνας. Για τον σκοπό αυτό η Επιτροπή πρέπει να υλοποιήσει δίχως χρονοτριβή τις προτάσεις πολιτικής που διατυπώνονται στην ανακοίνωσή της σχετικά με την άρση των φραγμών στις διασυνοριακές επενδύσεις από τα κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών. Η πρόταση πρέπει να συνάδει προς τις αρχές της βελτίωσης της νομοθεσίας και να αποφεύγει πρόσθετες νομικές, φορολογικές και διοικητικές περιπλοκότητες σε επίπεδο ΕΕ.

Σύσταση 2 σχετικά με τα μέτρα διαφάνειας

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εκτιμά ότι η νομοθετική πράξη που θα εγκριθεί πρέπει να στοχεύει στη ρύθμιση των εξής:

Καθεστώς ιδιωτικών τοποθετήσεων – Η Επιτροπή πρέπει να προτείνει μια νομοθετική πρόταση για τη δημιουργία ευρωπαϊκού καθεστώτος ιδιωτικών τοποθετήσεων που να επιτρέπει τη διασυνοριακή διανομή επενδυτικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των εναλλακτικών επενδυτικών σχημάτων, προς επιλέξιμες ομάδες πεπειραμένων επενδυτών. Μια τέτοια πρόταση θα πρέπει να θεσπίζει, όποτε κρίνεται πρόσφορο, τη γνωστοποίηση των ακόλουθων στοιχείων προς τους επενδυτές και τις αρμόδιες δημόσιες αρχές:

   - γενική επενδυτική στρατηγική και πολιτική όσον αφορά τις χρεώσεις,
   - έκθεση σε μόχλευση/δανεισμό, σύστημα διαχείρισης κινδύνων και μέθοδοι αποτίμησης χαρτοφυλακίου,
   - πηγή και ύψος των χρηματικών πόρων που συγκεντρώνονται, μεταξύ άλλων στο εσωτερικό του σχήματος,
   - κανόνες που καθιερώνουν πλήρη διαφάνεια για τα συστήματα αμοιβών των εκτελεστικών ιθυνόντων και των ανώτερων στελεχών, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων προαίρεσης σε μετοχές,
   - καταχώριση και προσδιορισμός των μετόχων πέραν ενός ορισμένου ποσοστού.

Επενδυτές – Η Επιτροπή, σε συνεργασία με τις εποπτικές αρχές, πρέπει να επινοήσει κανόνες με στόχο να εξασφαλίζεται σαφής αποκάλυψη και διαβίβαση προς τους επενδυτές των βασικών και σημαντικών γι" αυτούς πληροφοριών.

Κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών και προστασία των εργαζομένων – Η Επιτροπή πρέπει να εξασφαλίσει ότι η οδηγία 2001/23/ΕΚ θα παρέχει πάντα τα ίδια δικαιώματα στους εργαζομένους, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ενημέρωσης και διαβούλευσης, όποτε ο έλεγχος μιας επιχείρησης μεταβιβάζεται από οιουσδήποτε επενδυτές, συμπεριλαμβανομένων των κεφαλαίων ιδιωτικών συμμετοχών και των αμοιβαίων κεφαλαίων κινδύνου.

Συνταξιοδοτικά συστήματα – Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 ολοένα περισσότερα συνταξιοδοτικά ταμεία και ασφαλιστικές εταιρείες συμμετείχαν σε αμοιβαία κεφάλαια κινδύνου και κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών, και κάθε αποτυχία θα επιδρούσε δυσμενώς στα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των μελών των συνταξιοδοτικών συστημάτων. Κατά την επανεξέταση της οδηγίας 2003/41/ΕΚ, η Επιτροπή πρέπει να εξασφαλίσει ότι οι εργαζόμενοι ή οι εκπρόσωποί τους θα ενημερώνονται απευθείας ή μέσω εντεταλμένου προσώπου για τον τρόπο επένδυσης των συντάξεών τους και τους συναφείς κινδύνους.

Σύσταση 3 σχετικά με τα μέτρα που αφορούν τον υπερβολικό δανεισμό

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εκτιμά ότι η νομοθετική πράξη που θα εγκριθεί πρέπει να στοχεύει στη ρύθμιση των εξής:

Μόχλευση των κεφαλαίων ιδιωτικών συμμετοχών – Η Επιτροπή πρέπει, κατά την επανεξέταση της οδηγίας 77/91/ΕΟΚ περί κεφαλαίου, να μεριμνήσει ώστε κάθε τροποποίηση να υπακούει στις ακόλουθες θεμελιώδεις αρχές: ότι θα διατηρείται κεφάλαιο αναλόγως των κινδύνων· ότι θα υπάρχει εύλογη προσδοκία πως ο βαθμός μόχλευσης είναι βιώσιμος τόσο για τα κεφάλαια (ή εταιρείες) ιδιωτικών συμμετοχών όσο και για την εταιρεία-στόχο· και ότι δεν θα υπάρχουν διακρίσεις εναντίον επιμέρους ιδιωτικών επενδυτών ούτε ανάμεσα σε διάφορα επενδυτικά κεφάλαια ή σχήματα που χρησιμοποιούν παρόμοια στρατηγική.

Μείωση του κεφαλαίου – Η Επιτροπή πρέπει να προτείνει εναρμονισμένα συμπληρωματικά μέτρα σε επίπεδο ΕΕ, όποτε αυτό καθίσταται αναγκαίο, με βάση την επανεξέταση των υπαρχουσών εθνικών και κοινοτικών νομοθετικών δυνατοτήτων, ώστε να αποφεύγεται η αδικαιολόγητη εκποίηση περιουσιακών στοιχείων των εταιρειών-στόχων.

Σύσταση 4 σχετικά με τα μέτρα για τις συγκρούσεις συμφερόντων

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εκτιμά ότι η νομοθετική πράξη που θα εγκριθεί πρέπει να στοχεύει στη ρύθμιση των εξής:

Η Επιτροπή πρέπει να εισαγάγει κανόνες με στόχο να εξασφαλισθεί αποτελεσματικός διαχωρισμός μεταξύ των υπηρεσιών που παρέχουν στους πελάτες τους οι επιχειρήσεις επενδύσεων. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα επιθυμούσε να επαναλάβει ότι κάθε προσαρμογή θα πρέπει να εφαρμόζεται σε όλα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και συνεπώς να μην εισάγει διακρίσεις. Όπως συνιστά η IOSCO, όσα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα παρέχουν ευρύ φάσμα χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών πρέπει να διαθέτουν σε επίπεδο επιχείρησης ή ομίλου πολιτικές και διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένης της αρμόζουσας γνωστοποίησης, που να επιτρέπουν τον εντοπισμό, την εκτίμηση και την ανάπτυξη κατάλληλων μέσων για την αντιμετώπιση συγκρούσεων ή δυνητικών συγκρούσεων συμφερόντων.

Οργανισμοί αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας – Χρειάζεται να απαιτηθεί από τους οργανισμούς αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας να αυξήσουν την πληροφόρηση, να εξαλείψουν ή να αμβλύνουν την ασύμμετρη πληροφόρηση και την αβεβαιότητα και να γνωστοποιούν τις συγκρούσεις συμφερόντων που ενυπάρχουν στη λειτουργία τους, χωρίς να καταστρέψουν το προσανατολισμένο στις συναλλαγές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ειδικότερα, χρειάζεται να απαιτηθεί από τους οργανισμούς αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας να διαχωρίσουν το έργο της αξιολόγησης από οιεσδήποτε άλλες υπηρεσίες (όπως παροχή συμβουλών για τη δόμηση των συναλλαγών) τις οποίες παρέχουν σε σχέση με οιαδήποτε ομόλογα ή οντότητες που αξιολογούνται από αυτούς.

Πρόσβαση στις αγορές και συγκέντρωση των αγορών: Η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Επιτροπής πρέπει να δρομολογήσει μια γενική διερεύνηση των αποτελεσμάτων της συγκέντρωσης της αγοράς και της δεσπόζουσας θέσης ορισμένων παραγόντων στον κλάδο των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών υπό το πρίσμα της διεθνούς κατάστασης, συμπεριλαμβάνοντας τα αμοιβαία κεφάλαια κινδύνου και τα κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών. Θα χρειαστεί να αξιολογήσει κατά πόσον οι κοινοτικοί κανόνες ανταγωνισμού εφαρμόζονται σε όλους τους παράγοντες της αγοράς, κατά πόσον υπάρχει έκνομη συγκέντρωση της αγοράς ή οιαδήποτε ανάγκη άρσης των φραγμών για τους νεοεισερχομένους, καθώς και την ανάγκη να καταργηθεί νομοθεσία που ευνοεί τους εγκαθιδρυμένους παράγοντες και τις υπάρχουσες δομές της αγοράς όποτε ο ανταγωνισμός είναι περιορισμένος.

Σύσταση 5 σχετικά με την υπάρχουσα νομοθεσία για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εκτιμά ότι η νομοθετική πράξη που θα εγκριθεί πρέπει να στοχεύει στη ρύθμιση των εξής:

Η Επιτροπή πρέπει να εξετάσει όλη την υπάρχουσα κοινοτική νομοθεσία που αφορά τις χρηματοπιστωτικές αγορές για να εντοπίσει οιαδήποτε κενά της κανονιστικής ρύθμισης των αμοιβαίων κεφαλαίων κινδύνου και των κεφαλαίων ιδιωτικών συμμετοχών και, βάσει των αποτελεσμάτων της εξέτασης αυτής, να υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο νομοθετική πρόταση ή προτάσεις τροποποίησης των υπαρχουσών οδηγιών όποτε απαιτείται, με στόχο τη βελτίωση της κανονιστικής ρύθμισης των αμοιβαίων κεφαλαίων κινδύνου, των κεφαλαίων ιδιωτικών συμμετοχών και άλλων συναφών παραγόντων. Η εν λόγω νομοθετική πρόταση θα πρέπει να είναι στοχοθετημένη.

(1) ΕΕ L 26, 31.1.1977, σ. 1.
(2) ΕΕ L 222, 14.8.1978, σ. 11.
(3) ΕΕ L 193, 18.7.1983, σ. 1.
(4) ΕΕ L 372, 31.12.1986, σ. 1.
(5) ΕΕ L 82, 22.3.2001, σ. 16.
(6) ΕΕ L 283, 27.10.2001, σ. 28.
(7) ΕΕ L 41, 13.2.2002, σ. 20.
(8) ΕΕ L 41, 13.2.2002, σ. 35.
(9) ΕΕ L 271, 9.10.2002, σ. 16.
(10) ΕΕ L 96, 12.4.2003, σ. 16.
(11) ΕΕ L 235, 23.9.2003, σ. 10.
(12) ΕΕ L 178, 17.7.2003, σ. 16.
(13) ΕΕ L 345, 31.12.2003, σ. 64.
(14) ΕΕ L 142, 30.4.2004, σ. 12.
(15) ΕΕ L 145, 30.4.2004, σ. 1.
(16) ΕΕ L 241, 2.9.2006, σ. 26.
(17) ΕΕ L 390, 31.12.2004, σ. 38.
(18) ΕΕ L 79, 24.3.2005, σ. 9.
(19) ΕΕ L 309, 25.11.2005, σ. 15.
(20) ΕΕ L 177, 30.6.2006, σ. 1.
(21) ΕΕ L 177, 30.6.2006, σ. 201.
(22) ΕΕ L 184, 14.7.2007, σ. 17.
(23) ΕΕ C 92 E, 16.4.2004, σ. 407.
(24) ΕΕ C 296 E, 6.12.2006, σ. 257.
(25) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P6_TA(2007)0627.
(26) ΕΕ C 175 Ε, 10.7.2008, σ. 392.
(27) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P6_TA(2008)0058.


Διαφάνεια των θεσμικών επενδυτών
PDF 463kWORD 99k
Ψήφισμα
Παράρτημα
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2008 που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με τη διαφάνεια των θεσμικών επενδυτών (2007/2239(INI))
P6_TA(2008)0426A6-0296/2008

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη τη δεύτερη οδηγία 77/91/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 1976 περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιρειών, κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερη παράγραφος της Συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες όσον αφορά τη σύσταση της ανωνύμου εταιρείας και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου της(1),

–   έχοντας υπόψη την τέταρτη οδηγία 78/660/EOK του Συμβουλίου της 25ης Ιουλίου 1978 περί των ετησίων λογαριασμών εταιρειών ορισμένων μορφών(2),

–   έχοντας υπόψη την έβδομη οδηγία 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 1983 για τους ενοποιημένους λογαριασμούς(3),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 86/635/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 8ης Δεκεμβρίου 1986 για τους ετήσιους και ενοποιημένους λογαριασμούς των τραπεζών και άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων(4),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 8ης Ιουνίου 2000 για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά ("οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο")(5),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2001/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Σεπτεμβρίου 2001 για την τροποποίηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ, 83/349/ΕΟΚ και 86/635/ΕΟΚ όσον αφορά τους κανόνες αποτίμησης για τους ετήσιους και ενοποιημένους λογαριασμούς εταιρειών ορισμένων μορφών καθώς και τραπεζών και άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων(6),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2001/107/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Ιανουαρίου 2002 για την τροποποίηση της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ του Συμβουλίου για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) όσον αφορά τη ρύθμιση των εταιρειών διαχείρισης και τα απλοποιημένα ενημερωτικά δελτία(7),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2001/108/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Ιανουαρίου 2002 για την τροποποίηση της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ του Συμβουλίου για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ), όσον αφορά τις επενδύσεις των ΟΣΕΚΑ(8),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2002 σχετικά με την εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών προς τους καταναλωτές(9),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 28ης Ιανουαρίου 2003 για τις πράξεις προσώπων που κατέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες και τις πράξεις χειραγώγησης της αγοράς (κατάχρηση αγοράς)(10),

   έχοντας υπόψη την οδηγία 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου της 3ης Ιουνίου 2003 για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις(11),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2003/51/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Ιουνίου 2003 για την τροποποίηση των οδηγιών του Συμβουλίου 78/660/EΟΚ, 83/349/EΟΚ, 86/635/ΕΟΚ και 91/674/EΟΚ σχετικά με τους ετήσιους και τους ενοποιημένους λογαριασμούς εταιρειών ορισμένων μορφών, τραπεζών και άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και ασφαλιστικών επιχειρήσεων(12),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2003/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Νοεμβρίου 2003 σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή την εισαγωγή τους προς διαπραγμάτευση(13),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2004/25/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 2004 σχετικά με τις δημόσιες προσφορές εξαγοράς(14),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 2004 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων(15),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Δεκεμβρίου 2004 για την εναρμόνιση των προϋποθέσεων διαφάνειας αναφορικά με την πληροφόρηση σχετικά με εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά(16) (οδηγία για τη διαφάνεια),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2005/1/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9ης Μαρτίου 2005 για τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ, 85/611/ΕΟΚ, 91/675/ΕΟΚ, 92/49/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου καθώς επίσης των οδηγιών 94/19/ΕΚ, 98/78/ΕΚ, 2000/12/ΕΚ, 2001/34/ΕΚ, 2002/83/ΕΚ και 2002/87/ΕΚ με σκοπό τη θέσπιση νέας οργανωτικής διάρθρωσης των αρμόδιων επιτροπών στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών(17),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Οκτωβρίου 2005 σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας(18),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2006/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 2006 σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων(19),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2006/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 2006 για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων(20),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2006/73/ΕΚ της Επιτροπής της 10ης Αυγούστου 2006 για την εφαρμογή της οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις οργανωτικές απαιτήσεις και τους όρους λειτουργίας των επιχειρήσεων επενδύσεων, καθώς και τους ορισμούς που ισχύουν για τους σκοπούς της εν λόγω οδηγίας(21) (οδηγία για την εφαρμογή της MiFID),

   έχοντας υπόψη την οδηγία 2007/16/ΕΚ της Επιτροπής, της 19ης Μαρτίου 2007, για την εφαρμογή της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ του Συμβουλίου για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) όσον αφορά τη διευκρίνιση ορισμένων ορισμών(22),

–   έχοντας υπόψη την οδηγία 2007/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Ιουλίου 2007 σχετικά με την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων από μετόχους εισηγμένων εταιρειών(23),

–   έχοντας υπόψη τη θέση του της 25ης Σεπτεμβρίου 2003 σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά τις επενδυτικές υπηρεσίες και τις ρυθμιζόμενες αγορές(24),

   έχοντας υπόψη τη μελέτη "Αμοιβαία κεφάλαια υψηλού κινδύνου: Διαφάνεια και σύγκρουση συμφερόντων" που εκπονήθηκε κατά παραγγελίαν της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων(25),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 192, δεύτερη παράγραφος της Συνθήκης ΕΚ,

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 39 και 45 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων (A6-0296/2008),

Α.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, κατά γενική ομολογία, τα εναλλακτικά επενδυτικά μέσα, όπως τα αμοιβαία κεφάλαια υψηλού κινδύνου (hedge funds) και τα κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών (private equity), μπορούν να προσφέρουν νέα οφέλη διαφοροποίησης στους διαχειριστές χαρτοφυλακίων, να αυξήσουν τη ρευστότητα της αγοράς και τις προοπτικές υψηλών αποδόσεων για τους επενδυτές, να συνεισφέρουν στη διαδικασία διαμόρφωσης των τιμών, τη διαφοροποίηση των κινδύνων και τη χρηματοπιστωτική ολοκλήρωση, και να βελτιώσουν την αποδοτικότητα της αγοράς,

Β.   λαμβάνοντας υπόψη ότι τα αμοιβαία κεφάλαια υψηλού κινδύνου και τα κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών είναι διαφορετικά επενδυτικά μέσα τα οποία διαφέρουν όσον αφορά τον χαρακτήρα των επενδύσεων και την επενδυτική στρατηγική,

Γ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι τα αμοιβαία κεφάλαια υψηλού κινδύνου και τα κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών που έχουν την έδρα τους στην ΕΕ χρειάζονται ένα κανονιστικό περιβάλλον που σέβεται τις καινοτόμες στρατηγικές τους, προκειμένου να παραμείνουν διεθνώς ανταγωνιστικά, περιορίζοντας ταυτοχρόνως τις επιπτώσεις ενδεχόμενων δυσμενών δυναμικών της αγοράς· λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχει κίνδυνος η ειδική νομοθεσία για προϊόντα να είναι άκαμπτη και να πνίγει την καινοτομία,

Δ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων υψηλού κινδύνου και κεφαλαίων ιδιωτικών συμμετοχών που έχουν την έδρα τους στην ΕΕ πρέπει να συμμορφώνονται με την υφιστάμενη και τη μελλοντική κοινοτική νομοθεσία· λαμβάνοντας υπόψη ότι οντότητες με έδρα εκτός της ΕΕ πρέπει επίσης να συμμορφώνονται με την εν λόγω νομοθεσία στο πλαίσιο συγκεκριμένης δραστηριότητας,

Ε.   λαμβάνοντας υπόψη ότι τα onshore αμοιβαία κεφάλαια υψηλού κινδύνου της ΕΕ, οι διαχειριστές αμοιβαίων κεφαλαίων υψηλού κινδύνου και οι εταιρείες κεφαλαίων ιδιωτικών συμμετοχών υπόκεινται στην υφιστάμενη νομοθεσία, κυρίως εκείνη που αφορά την κατάχρηση της αγοράς, και ότι υπόκεινται σε έμμεση ρύθμιση μέσω αντισυμβαλλόμενων και όταν πωλούνται σχετικές επενδύσεις σε ρυθμιζόμενα προϊόντα,

ΣΤ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι σε ορισμένα κράτη μέλη τα αμοιβαία κεφάλαια υψηλού κινδύνου και οι εταιρείες κεφαλαίων ιδιωτικών συμμετοχών υπόκεινται σε εθνικά ρυθμιστικά καθεστώτα και μη ομοιόμορφη εφαρμογή των υφιστάμενων κοινοτικών οδηγιών· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτοί οι αποκλίνοντες εθνικοί κανόνες προκαλούν κίνδυνο ρυθμιστικού κατακερματισμού στην εσωτερική αγορά, ο οποίος θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια την παρεμπόδιση της διασυνοριακής ανάπτυξης αυτής της επιχειρηματικής δραστηριότητας στην Ευρώπη,

Ζ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι οδηγίες φαίνεται πως αποτελούν τα κατάλληλα νομικά μέσα για να επιληφθεί κανείς οιωνδήποτε θεμάτων χρειάζεται να αντιμετωπισθούν σε σχέση με τα αμοιβαία κεφάλαια υψηλού κινδύνου και τα κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών· λαμβάνοντας υπόψη ότι οιασδήποτε οδηγίας με θέμα τη διαφάνεια των αμοιβαίων κεφαλαίου υψηλού κινδύνου και των κεφαλαίων ιδιωτικών συμμετοχών πρέπει να προηγηθεί ανάλυση και αποτίμηση του αντικτύπου που έχει στον εν λόγω τομέα η ήδη εν ισχύι νομοθεσία στα κράτη μέλη και την ΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτή η νομοθεσία πρέπει να αποτελέσει το σημείο εκκίνησης για εναρμόνιση· λαμβάνοντας επίσης υπόψη ότι οι υφιστάμενες διατάξεις μπορεί να χρήζουν προσαρμογής αλλά πρέπει να αποφεύγουν αλλαγές οι οποίες θα εισήγαγαν αδικαιολόγητες αποκλίσεις,

Η.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, κατά γενική παραδοχή, ένα από τα βασικά ζητήματα είναι η ανάγκη για διαφάνεια και η ανάλυση της διαφάνειας και των περιπτώσεων όπου μπορεί να τονωθεί· λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφάνεια έχει ποικίλες πτυχές, όπως η διαφάνεια των αμοιβαίων κεφαλαίων υψηλού κινδύνου και – κατά περίπτωση – των κεφαλαίων ιδιωτικών συμμετοχών έναντι των εταιρειών τις μετοχές των οποίων αγοράζουν ή κατέχουν, καθώς και έναντι των κύριων μεσιτών-διαχειριστών (prime brokers), των θεσμικών επενδυτών, όπως είναι τα συνταξιοδοτικά ταμεία ή οι τράπεζες, των μικροεπενδυτών, των επιχειρηματικών εταίρων, των ρυθμιστικών φορέων και των αρχών· λαμβάνοντας υπόψη ότι ένα από τα κύρια προβλήματα διαφάνειας έγκειται στη σχέση ανάμεσα αφενός σε ένα αμοιβαίο κεφάλαιο υψηλού κινδύνου και – κατά περίπτωση – κεφάλαιο ιδιωτικών συμμετοχών και αφετέρου στις εταιρείες τις μετοχές των οποίων αποκτά ή κατέχει,

Θ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η εμπειρία των Ηνωμένων Πολιτειών, όπου η νομοθεσία περί ελευθερίας της πληροφόρησης έχει χρησιμοποιηθεί από ανταγωνιστές προκειμένου να αποσπάσουν λεπτομέρειες για επενδύσεις κεφαλαίων που προορίζονται για επενδυτές, είναι ότι τούτο έχει θέσει σε κίνδυνο τόσο τους επενδυτές όσο και τα κεφάλαια,

Ι.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανομοιογενής εφαρμογή της οδηγίας για τη διαφάνεια έχει οδηγήσει σε αποκλίνοντα επίπεδα διαφάνειας στην ΕΕ και σε υψηλό κόστος για τους επενδυτές,

ΙΑ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφάνεια αποτελεί βασική προϋπόθεση προκειμένου οι επενδυτές να εμπιστευτούν και να κατανοήσουν σύνθετα χρηματοπιστωτικά προϊόντα και ότι, ως εκ τούτου, συμβάλλει στη βέλτιστη λειτουργία και σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών· λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφάνεια αποτελεί στήριξη και όχι υποκατάστατο της δέουσας επιμέλειας,

ΙΒ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η παρούσα κρίση των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων υψηλού κινδύνου δεν μπορεί κατά κύριον λόγο να αποδοθεί σε έναν μόνο τομέα – έχοντας κατά νου ότι θα απαιτηθεί χρόνος για να γίνουν εξ ολοκλήρου κατανοητές οι πλήρεις αιτίες και συνέπειες αυτής της κρίσης και λαμβάνοντας υπόψη ότι στους πολλαπλούς λόγους για την κρίση συγκαταλέγονται μεταξύ άλλων:

   οι οργανισμοί αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας, ειδικότερα οι συγκρούσεις συμφερόντων των οργανισμών αξιολόγησης και η παρανόηση της έννοιας των αξιολογήσεων,
   οι αμελείς πρακτικές δανεισμού στην αγορά ακινήτων των ΗΠΑ,
   η ταχεία καινοτομία στον χώρο των σύνθετων δομημένων προϊόντων,
   το μοντέλο "originate-to-distribute" (δημιουργίας και διανομής δανείων) και η μακρά αλυσίδα μεσαζόντων,
   η απληστία των επενδυτών για ολοένα υψηλότερες αποδόσεις και η κοντόφθαλμη διάρθρωση των κινήτρων όσον αφορά τις αμοιβές,
   η μη τήρηση της διεργασίας δέουσας επιμέλειας,
   η διεργασία τιτλοποίησης και αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας στο πλαίσιο σύνθετων δομημένων προϊόντων, η οποία οδήγησε στην υπερτιμολόγηση των εν λόγω προϊόντων σε σχέση με τα υποκείμενα στοιχεία ενεργητικού,
   οι συγκρούσεις συμφερόντων εντός των αμερικανικών τραπεζών επενδύσεων και η έλλειψη ρυθμιστικών διατάξεων για αυτές τις τράπεζες,

ΙΓ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η κοινοτική νομοθεσία προβλέπει μηχανισμούς, όπως είναι η επιτροπολογία ή οι διαδικασίες Lamfalussy, που επιτρέπουν ευελιξία αντίδρασης στο μεταβαλλόμενο επιχειρηματικό περιβάλλον μέσω εκτελεστικών μέτρων· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτό το σύστημα θα βελτιωθεί με το μέσο των κατ' εξουσιοδότηση πράξεων δυνάμει της Συνθήκης της Λισσαβώνας,

ΙΔ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι πολλά αμοιβαία κεφάλαια υψηλού κινδύνου και πρωτοβουλίες ιδιωτικών συμμετοχών και οργανώσεις όπως η Διεθνής Οργάνωση Επιτροπών Εποπτείας Χρηματιστηρίων, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης και φορείς του κλάδου, περιλαμβανομένων όσων ασχολούνται με τα αμοιβαία κεφάλαια υψηλού κινδύνου και τα κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών, έχουν θεσπίσει αρχές και κώδικες βέλτιστων πρακτικών που μπορεί να συμπληρώνουν και να αποτελούν πρότυπο για νομοθεσία στο επίπεδο της ΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι, πέρα από τη συμμόρφωση προς την κοινοτική νομοθεσία, οι εταιρείες και οι επιχειρηματικές ενώσεις πρέπει να ενθαρρύνονται να υιοθετούν αυτούς τους κώδικες βάσει της αρχής "συμμόρφωση ή αιτιολόγηση", οι δε πληροφορίες σχετικά με αυτή τη συμμόρφωση και τις αιτιολογήσεις πρέπει να καθίστανται διαθέσιμες στο κοινό και να τυγχάνουν της δέουσας αποτίμησης,

ΙΕ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι κάποια εξωχρηματιστηριακά προϊόντα (OTC) θα μπορούσαν να διατίθενται στο εμπόριο μέσω περισσότερο ανοικτών και ορατών συστημάτων εμπορίας για να αυξηθεί η αποτίμηση της τρέχουσας αξίας τους, όπου είναι τούτο δυνατό, και να υποδεικνύονται οι δυνάμει αλλαγές ιδιοκτησίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι ένα πιο γενικευμένο σύστημα συμψηφισμού των OTC θα παρείχε τη διαφάνεια και τον έλεγχο που απαιτούνται ούτως ώστε οι επόπτες να αξιολογούν αυτούς τους κινδύνους, αλλά και ότι, προκειμένου να διασφαλιστούν ίσοι όροι ανταγωνισμού σε παγκόσμιο επίπεδο, οιοδήποτε νέο σύστημα πρέπει να θεσπίζεται σε διεθνή βάση,

P.  ΙΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι η παρακολούθηση και η υποβολή εκθέσεων σε επίπεδο κλάδου διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση ανησυχιών του κοινού και για να γίνει αντιληπτός ο οικονομικός αντίκτυπος των κεφαλαίων ιδιωτικών συμμετοχών, καθώς και ότι ήδη στις ιδιωτικές και δημόσιες εταιρείες επιβάλλεται η υποχρέωση να διαβουλεύονται με τους υπαλλήλους τους για θέματα που επηρεάζουν τα συμφέροντά τους· λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν πρέπει να προκληθεί ανισορροπία μεταξύ των δημοσιοποιήσεων εμπορικού χαρακτήρα που απαιτούνται από τις εταιρείες χαρτοφυλακίου ιδιωτικών μετοχικών κεφαλαίων και των δημοσιοποιήσεων που απαιτούνται από τις άλλες ιδιωτικές εταιρείες,

ΙΖ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι μια νομοθεσία σχετικά με τα προϊόντα δεν φαίνεται να αποτελεί το κατάλληλο είδος ρύθμισης για τον χειρισμό αυτού του καινοτόμου τομέα,

ΙΗ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι ένας μονοαπευθυντικός ιστότοπος για κώδικες συμπεριφοράς θα βοηθούσε και ότι πρέπει να θεσπισθεί για την Ευρωπαϊκή Ένωση και να προωθηθεί διεθνώς· λαμβάνοντας υπόψη ότι ο συγκεκριμένος ιστότοπος πρέπει να περιλαμβάνει μητρώο με τους παράγοντες της αγοράς που συμμορφώνονται προς τους κώδικες συμπεριφοράς, τα στοιχεία που γνωστοποιούν και αιτιολογήσεις για τη μη συμμόρφωση· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι λόγοι μη συμμόρφωσης μπορούν να αποτελέσουν επίσης εκπαιδευτικό μέσο,

ΙΘ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι εφιστάται προσοχή στην ανάγκη να ξεπεραστούν τα εμπόδια στη διασυνοριακή κατανομή εναλλακτικών επενδύσεων μέσω της θέσπισης ευρωπαϊκού καθεστώτος ιδιωτικών τοποθετήσεων για τους θεσμικούς επενδυτές·

Κ.   λαμβάνοντας υπόψη, στο πλαίσιο των κεφαλαίων ιδιωτικών συμμετοχών, ότι το κόστος τυχόν πρόσθετων υποχρεώσεων υποβολής εκθέσεων, ιδιαίτερα όταν η συχνότητα είναι μεγάλη, πρέπει να αιτιολογείται και να είναι ανάλογο προς τα οφέλη που αποκομίζονται· λαμβάνοντας υπόψη ότι σε κάθε περίπτωση απαιτείται καλύτερη σύνδεση μεταξύ των πακέτων αποδοχών και της σε μακροπρόθεσμη κλίμακα επίδοσης,

ΚΑ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν προετοιμάζεται ουδεμία πρόταση στον εν λόγω τομέα,

1.   ζητεί από την Επιτροπή να του υποβάλει, με βάση τα άρθρα 44, 47, παράγραφος 2 ή 95 της Συνθήκης ΕΚ, ανάλογα με το θέμα, νομοθετική πρόταση ή προτάσεις σχετικά με τη διαφάνεια των αμοιβαίων κεφαλαίων υψηλού κινδύνου και των κεφαλαίων ιδιωτικών συμμετοχών· ζητεί η κατάρτιση της εν λόγω πρότασης (ή προτάσεων) να γίνει υπό το πρίσμα συζητήσεων μεταξύ των θεσμικών οργάνων και σύμφωνα με τις κατωτέρω λεπτομερείς συστάσεις·

2.   επιβεβαιώνει ότι οι συστάσεις αυτές σέβονται την αρχή της επικουρικότητας και τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών·

3.   εκτιμά ότι οι ζητούμενες προτάσεις δεν έχουν δημοσιονομικές επιπτώσεις·

4.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα καθώς και τις επισυναπτόμενες λεπτομερείς συστάσεις στην Επιτροπή και το Συμβούλιο, καθώς και στα κοινοβούλια και τις κυβερνήσεις των κρατών μελών.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΤΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ: ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΣ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΩΝ ΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητεί από την Επιτροπή να προτείνει μία ή περισσότερες οδηγίες που θα διασφαλίζουν ένα κοινό πρότυπο διαφάνειας και να ασχοληθεί με τα ζητήματα που αναφέρονται κατωτέρω και καλύπτουν τα αμοιβαία κεφάλαια υψηλού κινδύνου και τα κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών, με βάση το σκεπτικό ότι η οδηγία ή οι οδηγίες θα πρέπει να παρέχουν στα κράτη μέλη, όπου απαιτείται, επαρκή ευελιξία προκειμένου να μεταφέρουν τους κανόνες της ΕΕ στα υφιστάμενα συστήματα του εταιρικού δικαίου τους· παράλληλα ζητεί από την Επιτροπή να ενθαρρύνει βελτιώσεις όσον αφορά τη διαφάνεια στηρίζοντας και παρακολουθώντας την εξέλιξη της αυτορρύθμισης που έχει ήδη καθιερωθεί από τους διαχειριστές αμοιβαίων κεφαλαίων υψηλού κινδύνου και κεφαλαίων ιδιωτικών συμμετοχών και τους αντισυμβαλλομένους τους, και να ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να στηρίζουν αυτές τις προσπάθειες μέσω διαλόγου και ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υπάρχει ενιαία δημοσιοποίηση στο κοινό των κρατικών επενδυτικών ταμείων (SWF), το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επικροτεί την πρωτοβουλία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για τη συγκρότηση ομάδας εργασίας με σκοπό την εκπόνηση διεθνούς κώδικα συμπεριφοράς για κρατικά επενδυτικά ταμεία, πιστεύει δε ότι αυτός ο κώδικας συμπεριφοράς θα συνέβαλλε σημαντικά στο να γίνουν κατανοητές οι δραστηριότητες των SWF· καλεί την Επιτροπή να συμμετάσχει σε αυτήν τη διεργασία.

Για τα αμοιβαία κεφάλαια υψηλού κινδύνου και τα κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει τις κατάλληλες νομοθετικές προτάσεις, μέσω μιας ανασκόπησης του υφιστάμενου κοινοτικού κεκτημένου που αφορά τα διάφορα είδη επενδυτών και αντισυμβαλλομένων από κοινού με μία αποτίμηση αντικτύπου και με τη σύμπραξη των σχετικών τομέων, να διερευνήσει τη δυνατότητα διαφοροποίησης μεταξύ επενδυτών αμοιβαίων κεφαλαίων υψηλού κινδύνου, επενδυτών κεφαλαίων ιδιωτικών συμμετοχών και άλλων επενδυτών και να προσαρμόσει ή να θεσπίσει κανόνες που θα προβλέπουν τη σαφή κοινοποίηση και έγκαιρη διαβίβαση συναφών και ουσιαστικών πληροφοριών ώστε να διευκολυνθεί η υψηλής ποιότητας λήψη αποφάσεων και η διεπόμενη από διαφάνεια επικοινωνία μεταξύ των επενδυτών και των διευθύνσεων των εταιρειών, καθώς και μεταξύ των επενδυτών και άλλων αντισυμβαλλομένων· όπου έχουν γίνει ήδη προτάσεις, πρέπει να εφαρμοστούν αναλόγως· καλεί την Επιτροπή να διερευνήσει τρόπους για την ενίσχυση της προβολής και της κατανόησης του κινδύνου, σε αντιδιαστολή προς την πιστοληπτική ικανότητα· πρέπει να δοθεί προσοχή στο εάν οι υφιστάμενες και μελλοντικές οδηγίες και τα μέτρα περί διαφανείας δεν υπονομεύονται από υπέρμετρες αποποιήσεις ευθυνών στις συμβάσεις.

Η νέα νομοθεσία πρέπει να ορίζει ότι οι μέτοχοι οφείλουν να γνωστοποιούν στους εκδότες το ποσοστό των δικαιωμάτων ψήφου τους που απορρέει από την απόκτηση ή τη διάθεση μετοχών, όταν το ποσοστό αυτό αγγίζει, υπερβαίνει ή υποχωρεί κάτω από τα καθορισμένα κατώφλια αρχίζοντας από 3% αντί του 5%, όπως αναφέρεται στην οδηγία 2004/109/ΕΚ· πρέπει επίσης να υποχρεώνει τα αμοιβαία κεφάλαια υψηλού κινδύνου και τα κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών, στον βαθμό όπου αυτές οι κατηγορίες επενδυτών μπορούν να διαφοροποιηθούν από άλλες, να γνωστοποιούν και να εξηγούν – στις εταιρείες τις μετοχές των οποίων αγοράζουν ή κατέχουν, στους μικροεπενδυτές και στους θεσμικούς επενδυτές, στους κύριους μεσίτες-διαχειριστές και στις εποπτικές αρχές – τη γενική επενδυτική πολιτική τους και τους συναφείς κινδύνους.

Οι προτάσεις αυτές πρέπει να βασίζονται σε εξέταση της υφιστάμενης κοινοτικής νομοθεσίας που διενεργείται με σκοπό να διαπιστωθεί σε ποιον βαθμό οι υφιστάμενοι κανόνες για τη διαφάνεια μπορούν να εφαρμοστούν στην ειδική περίπτωση των αμοιβαίων κεφαλαίων υψηλού κινδύνου και των κεφαλαίων ιδιωτικών συμμετοχών.

Για τις προαναφερθείσες νομοθετικές προτάσεις η Επιτροπή πρέπει ειδικότερα:

   να διερευνήσει τη δυνατότητα θέσπισης συμβατικών όρων που θα ισχύουν στις εναλλακτικές επενδύσεις και θα προβλέπουν σαφή γνωστοποίηση και διαχείριση του κινδύνου, μέτρα προς λήψη σε περίπτωση υπέρβασης των κατωφλίων, επαρκή κοινοποίηση, σαφή περιγραφή των περιόδων διακράτησης και ρητούς όρους που θα διέπουν την ακύρωση και τη λύση της σύμβασης·
   να διερευνήσει το ζήτημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στο πλαίσιο των αμοιβαίων κεφαλαίων υψηλού κινδύνου και των κεφαλαίων ιδιωτικών συμμετοχών·
   να διερευνήσει τις δυνατότητες εναρμόνισης κανόνων και συστάσεων για να εγγράφουν σε μητρώο και να γνωστοποιούν την ταυτότητα μετόχων πέρα από ένα συγκεκριμένο ποσοστό τα αμοιβαία κεφάλαια υψηλού κινδύνου και – κατά περίπτωση – τα κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών, καθώς και για να γνωστοποιούν τις στρατηγικές και τις προθέσεις τους – έχοντας κατά νου ότι πρέπει να αποφεύγεται ο κατακλυσμός από πληροφορίες·
   να διερευνήσει πόσο αναγκαίο είναι και με ποίους τρόπους θα επιτυγχάνεται το να υποχρεώνονται οι μεσάζοντες να δίνουν στους αρχικούς μετόχους τη δυνατότητα να συμμετέχουν ενεργά στις ψηφοφορίες στις γενικές συνελεύσεις μετόχων και να εξασφαλίζεται ότι οι οδηγίες των μετόχων σχετικά με την ψηφοφορία γίνονται σεβαστές από τους πληρεξούσιους, καθώς και να εξασφαλίζεται ότι οι πολιτικές ψήφου των εγγεγραμμένων μετόχων γνωστοποιούνται·
   να θεσπίσει, από κοινού με τον κλάδο κώδικα βέλτιστων πρακτικών σχετικά με το πώς θα αποκατασταθεί η ισορροπία της παρούσας διάρθρωσης εταιρικής διακυβέρνησης με σκοπό να ενισχυθεί ο μακροπρόθεσμος προσανατολισμός και να αποδυναμωθούν τα οικονομικά και λοιπά κίνητρα για τη βραχυπρόθεσμη ανάληψη υπερβολικά μεγάλων κινδύνων και την ανεύθυνη συμπεριφορά·
   να θεσπίσει κανόνες που να προβλέπουν πλήρη διαφάνεια των συστημάτων αμοιβών των διαχειριστών, περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων προαίρεσης αγοράς μετοχών (stock options), μέσω της επίσημης έγκρισης από τη γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας.

Ειδικά για τα αμοιβαία κεφάλαια υψηλού κινδύνου

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητεί από την Επιτροπή να θεσπίσει κανόνες που να ενισχύουν τη διαφάνεια των πολιτικών ψήφου των αμοιβαίων κεφαλαίων υψηλού κινδύνου, με βάση το σκεπτικό ότι οι κοινοτικοί κανόνες θα πρέπει να απευθύνονται στους διαχειριστές των εν λόγω κεφαλαίων· οι κανόνες αυτοί θα μπορούσαν επίσης να περιλαμβάνουν ένα σύστημα πανευρωπαϊκής εξακρίβωσης των στοιχείων των μετόχων· όπου έχουν γίνει ήδη προτάσεις, πρέπει να εφαρμοστούν αναλόγως.

Με σκοπό την ως άνω νομοθετική πρόταση ή νομοθετικές προτάσεις η Επιτροπή πρέπει ειδικότερα:

   να διερευνήσει τις συνέπειες από τη δανειοδοσία τίτλων και την ψήφο με δανεισμένες μετοχές, έχοντας υπόψη τις αρχές της βελτίωσης του ρυθμιστικού πλαισίου·
   να εξετάσει εάν οι απαιτήσεις γνωστοποίησης θα έπρεπε επίσης να ισχύουν για τις συμφωνίες συνεργασίας μεταξύ διαφόρων μετόχων και για τις έμμεσες αποκτήσεις δικαιωμάτων ψήφου μέσω συμφωνιών δικαιωμάτων προαίρεσης.

Ειδικά για τα κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητεί από την Επιτροπή να προτείνει κανόνες που θα απαγορεύουν στους επενδυτές να "λεηλατούν" εταιρείες (το αποκαλούμενο "asset stripping" – εκποίηση ενεργητικού) και έτσι να καταχρώνται της οικονομικής τους ισχύος κατά τρόπο που απλώς θέτει μακροπροθέσμως σε δυσμενή θέση την εξαγοραζόμενη εταιρεία, χωρίς να έχει κανέναν θετικό αντίτυπο στο μέλλον της εταιρείας και το συμφέρον των υπαλλήλων, των πιστωτών και των επιχειρηματικών εταίρων της· πέραν τούτου η Επιτροπή πρέπει να διερευνήσει κοινούς κανόνες για να διασφαλίζεται η διατήρηση κεφαλαίου των εταιρειών· παράλληλα το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητεί επίσης από την Επιτροπή να εξετάσει εάν τα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει μέτρα για την καταπολέμηση της εκποίησης ενεργητικού (asset stripping).

Για την προαναφερθείσα νομοθετική πρόταση ή προτάσεις, η Επιτροπή πρέπει να εξετάσει τρόπους αντιμετώπισης των ζητημάτων που ανακύπτουν όταν οι τράπεζες δανείζουν τεράστια χρηματικά ποσά σε αγοραστές, περιλαμβανομένων και των κεφαλαίων ιδιωτικών συμμετοχών και στη συνέχεια αποποιούνται οιανδήποτε ευθύνη όσον αφορά τον σκοπό για τον οποίο χρησιμοποιούνται τα χρήματα αυτά ή την προέλευση των χρημάτων που χρησιμοποιούνται για την αποπληρωμή του δανείου, έχοντας κατά νου ότι αυτά τα σημεία τελικώς παραμένουν ευθύνη του οφειλέτη και ότι οι απαιτήσεις επάρκειας κεφαλαίου για συγκρίσιμους κινδύνους πρέπει να είναι οι ίδιες απ' άκρου εις άκρο του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητεί επίσης από την Επιτροπή να εξετάσει εάν η οδηγία περί μεταβιβάσεων επιχειρήσεων(26) χρήζει προσαρμογής στην ειδική κατάσταση όπου γίνεται χρήση δανειακών κεφαλαίων για εξαγορές.

(1) ΕΕ L 26, 31.1.1977, σ. 1.
(2) ΕΕ L 222, 14.8.1978, σ. 11.
(3) ΕΕ L 193, 18.7.1983, σ. 1.
(4) ΕΕ L 372, 31.12.1986, σ. 1.
(5) ΕΕ L 178, 17.7.2000, σ. 1.
(6) ΕΕ L 283, 27.10.2001, σ. 28.
(7) ΕΕ L 41, 13.2.2002, σ. 20.
(8) ΕΕ L 41, 13.2.2002, σ. 35.
(9) ΕΕ L 271, 9.10.2002, σ. 16.
(10) ΕΕ L 96, 12. 4.2003, σ. 16.
(11) ΕΕ L 157, 26.6.2003, σ. 38.
(12) ΕΕ L 178, 17.7.2003, σ. 16.
(13) ΕΕ L 345, 31.12.2003, σ. 64.
(14) ΕΕ L 142, 30.4.2004, σ. 12.
(15) ΕΕ L 145, 30.4.2004, σ. 1.
(16) ΕΕ L 390, 31.12.2004, σ. 38.
(17) ΕΕ L 79, 24.3.2005, σ. 9.
(18) ΕΕ L 309, 25.11.2005, σ. 15.
(19) ΕΕ L 177, 30.6.2006, σ. 1.
(20) ΕΕ L 177, 30.6.2006, σ. 201.
(21) ΕΕ L 241, 2.9.2006, σ. 26.
(22) ΕΕ L 79, 20.3.2007, σ. 11.
(23) ΕΕ L 184, 14.7.2007, σ. 17.
(24) ΕΕ C 77 E, 26.3.2004, σ. 329.
(25) IP/A/ECON/IC/2007-24.
(26) Οδηγία 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου της 12ης Μαρτίου 2001 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων (ΕΕ L 82, 22.3.2001, σ. 16).


Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 999/2001 όσον αφορά τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που ανατίθενται στην Επιτροπή ***I
PDF 267kWORD 33k
Ψήφισμα
Κείμενο
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2008 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 999/2001 όσον αφορά τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που ανατίθενται στην Επιτροπή (COM(2008)0053 – C6-0054/2008 – 2008/0030(COD))
P6_TA(2008)0427A6-0279/2008

(Διαδικασία συναπόφασης: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2008)0053),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 251, παράγραφος 2, και το άρθρο 154, παράγραφος 4 β) της Συνθήκης ΕΚ, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C6-0054/2008),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 51 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων (A6-0279/2008),

1.   εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής όπως τροποποιήθηκε·

2.   ζητεί από την Επιτροπή να του υποβάλει εκ νέου την πρόταση, αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή να την αντικαταστήσει με νέο κείμενο·

3.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 23 Σεπτεμβρίου 2008 εν όψει της έγκρισης κανονισμού (ΕΚ) αριθ. …/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 999/2001 για τη θέσπιση κανόνων πρόληψης, καταπολέμησης και εξάλειψης ορισμένων μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών, όσον αφορά τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που ανατίθενται στην Επιτροπή

P6_TC1-COD(2008)0030


(Καθώς έχει επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η θέση του Κοινοβουλίου σε πρώτη ανάγνωση αντιστοιχεί στην τελική νομοθετική πράξη, κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 220/2009.)


Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2150/2002 όσον αφορά τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που ανατίθενται στην Επιτροπή ***I
PDF 267kWORD 31k
Ψήφισμα
Κείμενο
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2008 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2150/2002 σχετικά με τις στατιστικές των αποβλήτων, όσον αφορά τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που ανατίθενται στην Επιτροπή (COM(2007)0777 – C6-0456/2007 – 2007/0271(COD))
P6_TA(2008)0428A6-0282/2008

(Διαδικασία συναπόφασης: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2007)0777),

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 251, παράγραφος 2 και 285, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C6-0456/2007),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 51 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων (A6-0282/2008),

1.   εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής όπως τροποποιήθηκε·

2.   ζητεί από την Επιτροπή να του υποβάλει εκ νέου την πρόταση, αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή να την αντικαταστήσει με νέο κείμενο·

3.   καλεί την Επιτροπή να δημοσιεύσει την έκθεση η οποία αναφέρεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2150/2002, το συντομότερο δυνατό·

4.   καλεί την Επιτροπή να υποβάλει την πρόταση η οποία αναφέρεται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2150/2002 το συντομότερο δυνατό, προκειμένου να καταργηθούν επικαλυπτόμενες υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων·

5.   καλεί την Επιτροπή να υποβάλει περαιτέρω εκθέσεις και προτάσεις μετά από εκείνες που δημοσιεύθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2150/2002, σχετικά με την πρόοδο των πιλοτικών μελετών που αναφέρονται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, και στο άρθρο 5, παράγραφος 1 αυτού, το συντομότερο δυνατό.

6.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 23 Σεπτεμβρίου 2008 εν όψει της έγκρισης κανονισμού (ΕΚ) αριθ. …/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2150/2002 σχετικά με τις στατιστικές των αποβλήτων, όσον αφορά τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που ανατίθενται στην Επιτροπή

P6_TC1-COD(2007)0271


(Καθώς έχει επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η θέση του Κοινοβουλίου σε πρώτη ανάγνωση αντιστοιχεί στην τελική νομοθετική πράξη, κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 221/2009.)


Προσαρμογή ορισμένων πράξεων στην απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2006/512/ΕΚ - Προσαρμογή στην κανονιστική διαδικασία με έλεγχο (Μέρος δεύτερο) ***I
PDF 272kWORD 54k
Ψήφισμα
Κείμενο
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2008 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προσαρμογή στην απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2006/512/ΕΚ, ορισμένων πράξεων που υπόκεινται στη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης, όσον αφορά την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο – Μέρος δεύτερο (COM(2007)0824 – C6-0476/2007 – 2007/0293(COD))
P6_TA(2008)0429A6-0100/2008

(Διαδικασία συναπόφασης: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2007)0824),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 251, παράγραφος 2, και τα άρθρα 37, 44, παράγραφος 1, 71, 80, παράγραφος 2, 95, 152, παράγραφος 4, στοιχείο β), 175, παράγραφος 1, 179 και 285 της Συνθήκης ΕΚ, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C6-0476/2007),

–   έχοντας υπόψη τις δεσμεύσεις που ανέλαβε ο εκπρόσωπος του Συμβουλίου με επιστολή της 17ης Σεπτεμβρίου 2008, για την έγκριση της πρότασης όπως τροποποιήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 251, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, της Συνθήκης ΕΚ,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 51 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Ανάπτυξης, της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων, της Επιτροπής Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας, της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών, της Επιτροπής Μεταφορών και Τουρισμού, της Επιτροπής Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου και της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (A6-0100/2008),

1.   εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής όπως τροποποιήθηκε·

2.   ζητεί από την Επιτροπή να του υποβάλει εκ νέου την πρόταση, αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή να την αντικαταστήσει με νέο κείμενο·

3.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 23 Σεπτεμβρίου 2008 εν όψει της έγκρισης κανονισμού (ΕΚ) αριθ. …/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προσαρμογή στην απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, ορισμένων πράξεων που υπόκεινται στη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης, όσον αφορά την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο - Προσαρμογή στην κανονιστική διαδικασία με έλεγχο - Μέρος Δεύτερο

P6_TC1-COD(2007)0293


(Καθώς έχει επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η θέση του Κοινοβουλίου σε πρώτη ανάγνωση αντιστοιχεί στην τελική νομοθετική πράξη, κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 219/2009.)


Εκμετάλλευση και θέση στο εμπόριο των φυσικών μεταλλικών νερών (αναδιατύπωση) ***I
PDF 268kWORD 35k
Ψήφισμα
Κείμενο
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2008 σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά την εκμετάλλευση και τη θέση στο εμπόριο των φυσικών μεταλλικών νερών (αναδιατύπωση) (COM(2007)0858 – C6-0005/2008 – 2007/0292(COD))
P6_TA(2008)0430A6-0298/2008

(Διαδικασία συναπόφασης – αναδιατύπωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2007)0858),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 251, παράγραφος 2, και το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΚ, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C6-0005/2008),

–   έχοντας υπόψη τις δεσμεύσεις που ανέλαβε ο εκπρόσωπος του Συμβουλίου με επιστολή της 17ης Σεπτεμβρίου 2008 για την έγκριση της πρότασης όπως τροποποιήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 251, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, της Συνθήκης ΕΚ,

–   έχοντας υπόψη τη διοργανική συμφωνία της 28ης Νοεμβρίου 2001 σχετικά με μία πιο διαρθρωμένη προσφυγή στην τεχνική της αναδιατύπωσης των νομικών πράξεων(1),

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 80 και 51 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων (A6-0298/2008),

A.   εκτιμώντας ότι, σύμφωνα με την συμβουλευτική ομάδα των νομικών υπηρεσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, η εν λόγω πρόταση δεν περιέχει καμία ουσιαστική τροποποίηση πλην εκείνων που προσδιορίζονται ως τοιαύτες στην ως άνω πρόταση και ότι, όσον αφορά την κωδικοποίηση των αμετάβλητων διατάξεων των προηγούμενων πράξεων μαζί με τις τροποποιήσεις αυτές, η πρόταση περιορίζεται απλώς και μόνο σε κωδικοποίηση των υφισταμένων πράξεων, χωρίς τροποποίηση της ουσίας τους,

1.   εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής όπως έχει προσαρμοστεί με βάση τις συστάσεις της συμβουλευτικής ομάδας των νομικών υπηρεσιών του Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής και όπως τροποποιείται κατωτέρω·

2.   ζητεί από την Επιτροπή να του υποβάλει εκ νέου την πρόταση, αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή να την αντικαταστήσει με νέο κείμενο·

3.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 23 Σεπτεμβρίου 2008 εν όψει της έγκρισης οδηγίας 2008/…/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την εκμετάλλευση και τη θέση στο εμπόριο των φυσικών μεταλλικών νερών (αναδιατύπωση)

P6_TC1-COD(2007)0292


(Καθώς έχει επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η θέση του Κοινοβουλίου σε πρώτη ανάγνωση αντιστοιχεί στην τελική νομοθετική πράξη, οδηγία .../.../ΕΚ.)

(1) ΕΕ C 77, 28.3.2002, σ. 1.


Χρωστικές ουσίες για φάρμακα (αναδιατύπωση) ***I
PDF 256kWORD 33k
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2008 σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά τις ουσίες που μπορούν να προστεθούν στο φάρμακα για το χρωματισμό (αναδιατύπωση) (COM(2008)0001 – C6-0026/2008 – 2008/0001(COD))
P6_TA(2008)0431A6-0280/2008

(Διαδικασία συναπόφασης: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2008)0001),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 251, παράγραφος 2, και το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΚ, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C6-0026/2008),

–   έχοντας υπόψη τις δεσμεύσεις που ανέλαβε ο εκπρόσωπος του Συμβουλίου για την έγκριση της πρότασης σύμφωνα με το άρθρο 251, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ και σύμφωνα με τις συστάσεις της συμβουλευτικής ομάδας των νομικών υπηρεσιών του Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής,

–   έχοντας υπόψη τη Διοργανική Συμφωνία της 28ης Νοεμβρίου 2001 σχετικά με μία πιο διαρθρωμένη προσφυγή στην τεχνική της αναδιατύπωσης των νομικών πράξεων(1),

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 80α και 51 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων (A6-0280/2008),

Α.   εκτιμώντας ότι, σύμφωνα με την συμβουλευτική ομάδα των νομικών υπηρεσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, η εν λόγω πρόταση δεν περιέχει καμία ουσιαστική τροποποίηση πλην εκείνων που προσδιορίζονται ως τοιαύτες στην ως άνω πρόταση και ότι, όσον αφορά τις διατάξεις που παραμένουν αμετάβλητες στα υπάρχοντα κείμενα, η πρόταση περιορίζεται απλώς και μόνο σε κωδικοποίηση των διατάξεων αυτών, χωρίς τροποποίηση της ουσίας τους,

1.   εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής όπως έχει προσαρμοστεί με βάση τις συστάσεις της συμβουλευτικής ομάδας των νομικών υπηρεσιών του Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής·

2.   ζητεί από την Επιτροπή να του υποβάλει εκ νέου την πρόταση, αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή να την αντικαταστήσει με νέο κείμενο·

3.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

(1) ΕΕ C 77, 28.3.2002, σ. 1.


Τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή (αναδιατύπωση) ***I
PDF 270kWORD 35k
Ψήφισμα
Κείμενο
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2008 σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή (αναδιατύπωση) (COM(2008)0003 – C6-0030/2008 – 2008/0003(COD))
P6_TA(2008)0432A6-0295/2008

(Διαδικασία συναπόφασης – αναδιατύπωση )

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2008)0003),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 251, παράγραφος 2, και το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΚ, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C6-0030/2008),

–   έχοντας υπόψη τις δεσμεύσεις που ανέλαβε ο εκπρόσωπος του Συμβουλίου με την επιστολή της 17ης Σεπτεμβρίου 2008 για την έγκριση της πρότασης όπως τροποποιήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 251, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, της Συνθήκης ΕΚ,

–   έχοντας υπόψη τη Διοργανική Συμφωνία της 28ης Νοεμβρίου 2001 για μια πλέον συστηματοποιημένη χρήση της τεχνικής της αναδιατύπωσης των νομικών πράξεων(1),

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 80α και 51 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων (A6-0295/2008),

Α.   εκτιμώντας ότι, σύμφωνα με την συμβουλευτική ομάδα των νομικών υπηρεσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, η εν λόγω πρόταση δεν περιέχει καμία ουσιαστική τροποποίηση πλην εκείνων που προσδιορίζονται ως τοιαύτες στην ως άνω πρόταση και εκτιμώντας ότι, όσον αφορά την κωδικοποίηση των αμετάβλητων διατάξεων των προηγούμενων πράξεων μαζί με αυτές τις τροποποιήσεις, η πρόταση περιέχει απλώς και μόνο κωδικοποίηση των υπαρχόντων κειμένων, χωρίς τροποποίηση της ουσίας τους·

1.   εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής όπως προσαρμόστηκε σύμφωνα με τις συστάσεις της συμβουλευτικής ομάδας των νομικών υπηρεσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής και όπως τροποποιείται κατωτέρω·

2.   ζητεί από την Επιτροπή να του υποβάλει εκ νέου την πρόταση, αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή να την αντικαταστήσει με νέο κείμενο·

3.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 23 Σεπτεμβρίου 2008 εν όψει της έγκρισης οδηγίας 2008/…/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή (αναδιατύπωση)

P6_TC1-COD(2008)0003


(Καθώς έχει επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η θέση του Κοινοβουλίου σε πρώτη ανάγνωση αντιστοιχεί στην τελική νομοθετική πράξη, οδηγία 2009/39/ΕΚ.)

(1) ΕΕ C 77, 28.3.2002, σ 1.


Τεχνικός έλεγχος των μηχανοκίνητων οχημάτων και των ρυμουλκουμένων τους (αναδιατύπωση) ***I
PDF 269kWORD 34k
Ψήφισμα
Κείμενο
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2008 σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά τον τεχνικό έλεγχο των μηχανοκίνητων οχημάτων και των ρυμουλκουμένων τους (αναδιατύπωση) (COM(2008)0100 – C6-0094/2008 – 2008/0044(COD))
P6_TA(2008)0433A6-0299/2008

(Διαδικασία συναπόφασης: αναδιατύπωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2008)0100),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 251, παράγραφος 2, και το άρθρο 71 της Συνθήκης ΕΚ, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C6-0094/2008),

–   έχοντας υπόψη τις δεσμεύσεις που ανέλαβε ο εκπρόσωπος του Συμβουλίου με επιστολή της 3ης Σεπτεμβρίου 2008 για την έγκριση της πρότασης όπως τροποποιήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 251, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, της Συνθήκης ΕΚ,

–   έχοντας υπόψη τη διοργανική συμφωνία της 28ης Νοεμβρίου 2001 για μία πλέον συστηματοποιημένη χρήση της τεχνικής της αναδιατύπωσης των νομικών πράξεων(1),

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 80α και 51 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και της γνωμοδότηση της Επιτροπής Μεταφορών και Τουρισμού (A6-0299/2008),

Α.   εκτιμώντας ότι, σύμφωνα με την συμβουλευτική ομάδα των νομικών υπηρεσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, η εν λόγω πρόταση δεν περιέχει καμία ουσιαστική τροποποίηση πλην όσων προσδιορίζονται ούτως στην ως άνω πρόταση και ότι, όσον αφορά την κωδικοποίηση των αμετάβλητων διατάξεων των προηγούμενων πράξεων μαζί με τις τροποποιήσεις αυτές, η πρόταση περιορίζεται απλώς και μόνο σε κωδικοποίηση των υφισταμένων πράξεων, χωρίς τροποποίηση της ουσίας τους,

1.   εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής όπως προσαρμόστηκε σύμφωνα με τις συστάσεις της συμβουλευτικής ομάδας των νομικών υπηρεσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής·

2.   ζητεί από την Επιτροπή να του υποβάλει εκ νέου την πρόταση, αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή να την αντικαταστήσει με νέο κείμενο·

3.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 23 Σεπτεμβρίου 2008 εν όψει της έγκρισης οδηγίας 2008/…/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τον τεχνικό έλεγχο των μηχανοκίνητων οχημάτων και των ρυμουλκουμένων τους (αναδιατύπωση)

P6_TC1-COD(2008)0044


(Καθώς έχει επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η θέση του Κοινοβουλίου σε πρώτη ανάγνωση αντιστοιχεί στην τελική νομοθετική πράξη, οδηγία 2009/40/ΕΚ.)

(1) ΕΕ C 77, 28.3.2002, σ. 1.


Διαλύτες εκχύλισης οι οποίοι χρησιμοποιούνται στην παρασκευή των τροφίμων και των συστατικών τους (αναδιατύπωση) ***I
PDF 268kWORD 34k
Ψήφισμα
Κείμενο
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2008 σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τους διαλύτες εκχύλισης οι οποίοι χρησιμοποιούνται στην παρασκευή των τροφίμων και των συστατικών τους (αναδιατύπωση) (COM(2008)0154 – C6-0150/2008 – 2008/0060(COD))
P6_TA(2008)0434A6-0284/2008

(Διαδικασία συναπόφασης: αναδιατύπωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2008)0154),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 251, παράγραφος 2, και το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΚ, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C6-0150/2008),

–   έχοντας υπόψη τις δεσμεύσεις που ανέλαβε ο εκπρόσωπος του Συμβουλίου με επιστολή της 17ης Σεπτεμβρίου 2008, για την έγκριση της πρότασης όπως τροποποιήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 251, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, της Συνθήκης ΕΚ,

–   έχοντας υπόψη τη διοργανική συμφωνία της 28ης Νοεμβρίου 2001 σχετικά με μία πιο διαρθρωμένη προσφυγή στην τεχνική της αναδιατύπωσης των νομικών πράξεων(1),

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 80α και 51 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (A6-0284/2008),

Α.   εκτιμώντας ότι, σύμφωνα με την συμβουλευτική ομάδα των νομικών υπηρεσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, η εν λόγω πρόταση δεν περιέχει καμία ουσιαστική τροποποίηση πλην εκείνων που προσδιορίζονται ως τοιαύτες στην ως άνω πρόταση και ότι, όσον αφορά τις διατάξεις που παραμένουν αμετάβλητες στα υπάρχοντα κείμενα, η πρόταση περιορίζεται απλώς και μόνο σε κωδικοποίηση των διατάξεων αυτών, χωρίς τροποποίηση της ουσίας τους,

1.   εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής όπως έχει προσαρμοστεί με βάση τις συστάσεις της συμβουλευτικής ομάδας των νομικών υπηρεσιών του Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής και όπως τροποποιείται κατωτέρω·

2.   ζητεί από την Επιτροπή να του υποβάλει εκ νέου την πρόταση, αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή να την αντικαταστήσει με νέο κείμενο·

3.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 23 Σεπτεμβρίου 2008 εν όψει της έγκρισης οδηγίας 2008/…/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τους διαλύτες εκχύλισης οι οποίοι χρησιμοποιούνται στην παρασκευή των τροφίμων και των συστατικών τους (αναδιατύπωση)

P6_TC1-COD(2008)0060


(Καθώς έχει επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η θέση του Κοινοβουλίου σε πρώτη ανάγνωση αντιστοιχεί στην τελική νομοθετική πράξη, οδηγία 2009/32/ΕΚ.)

(1) ΕΕ C 77, 28.3.2002, σ. 1.


Καταπολέμηση της τρομοκρατίας *
PDF 400kWORD 111k
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2008 σχετικά με την πρόταση απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου που αφορά την τροποποίηση της απόφασης-πλαισίου 2002/475/ΔΕΥ για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας (COM(2007)0650 – C6-0466/2007 – 2007/0236(CNS))
P6_TA(2008)0435A6-0323/2008

(Διαδικασία διαβούλευσης)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο (COM(2007)0650),

–   έχοντας υπόψη τον από 18 Απριλίου 2008 Προσανατολισμό του Συμβουλίου (8707/2008),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 29, το άρθρο 31,παράγραφος 1, στοιχείο ε), και το άρθρο 34, παράγραφος 2, στοιχείο β), της Συνθήκης ΕΕ,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 39, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΕ, σύμφωνα με το οποίο κλήθηκε από το Συμβούλιο να γνωμοδοτήσει (C6-0466/2007),

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 93 και 51 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (A6-0323/2008),

1.   εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής όπως τροποποιήθηκε·

2.   καλεί την Επιτροπή να τροποποιήσει αναλόγως την πρότασή της, σύμφωνα με το άρθρο 250, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ·

3.   καλεί το Συμβούλιο, σε περίπτωση που προτίθεται να απομακρυνθεί από το κείμενο που ενέκρινε το Κοινοβούλιο, να το ενημερώσει σχετικά·

4.   ζητεί να κληθεί εκ νέου να γνωμοδοτήσει σε περίπτωση που το Συμβούλιο προτίθεται να επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις στην πρόταση της Επιτροπής·

5.   καλεί το Συμβούλιο και την Επιτροπή, μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας, να διεκπεραιώσουν κατά προτεραιότητα κάθε μεταγενέστερη πρόταση αποβλέπουσα στην τροποποίηση του παρόντος κειμένου δυνάμει του άρθρου 10 του Πρωτοκόλλου περί των μεταβατικών διατάξεων οι οποίες προσαρτώνται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στη Συνθήκη ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας και δυνάμει της σχετικής με τα ανωτέρω άρθρο 10 Δήλωσης αριθ. 50·

6.   δηλώνει ήδη από τώρα έτοιμο, μόλις τεθεί σε ισχύ η Συνθήκη της Λισαβόνας, να εξετάσει την εν λόγω πρόταση, εάν χρειαστεί, στο πλαίσιο της κατεπείγουσας διαδικασίας, σε στενή συνεργασία με τα εθνικά κοινοβούλια· σε περίπτωση που η νέα πρόταση απηχεί το περιεχόμενο της παρούσας γνωμοδότησης, μπορεί να εφαρμοσθεί η διαδικασία που προβλέπεται στη διοργανική συμφωνία επί θεμάτων κωδικοποίησης·

7.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή   Τροπολογία
Τροπολογία 1
Πρόταση απόφασης-πλαισίου – τροποποιητική πράξη
Αιτιολογική σκέψη 6α (νέα)
(6α) Η δράση της ΕΕ για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας θα πρέπει να αναλαμβάνεται σε στενή συνεργασία με τις τοπικές και περιφερειακές αρχές, που έχουν βασικό ρόλο να διαδραματίσουν, ιδίως σε θέματα πρόληψης, δεδομένου ότι οι δράστες και οι ηθικοί αυτουργοί των τρομοκρατικών πράξεων ζουν μέσα στις τοπικές κοινωνίες, έρχονται σε επαφή με τον πληθυσμό των κοινωνιών αυτών και χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες και τους δημοκρατικούς μηχανισμούς τους.
Τροπολογία 2
Πρόταση απόφασης-πλαισίου – τροποποιητική πράξη
Αιτιολογική σκέψη 7
(7)  Η παρούσα πρόταση προβλέπει την ποινικοποίηση των εγκλημάτων που συνδέονται με την τρομοκρατία ώστε να συμβάλει στον γενικότερο πολιτικό στόχο που αποτελεί η πρόληψη της τρομοκρατίας μέσω της μείωσης της διάδοσης εγγράφων που δύνανται να υποκινήσουν άτομα σε τέλεση τρομοκρατικών επιθέσεων.
(7)  Η παρούσα πρόταση προβλέπει την ποινικοποίηση των εγκλημάτων που συνδέονται με την τρομοκρατία ώστε να συμβάλει στον γενικότερο πολιτικό στόχο που αποτελεί η πρόληψη της τρομοκρατίας μέσω της μείωσης της διάδοσης εγγράφων με την πρόθεση και την πιθανότητα να υποκινήσουν άτομα σε τέλεση τρομοκρατικών επιθέσεων.
Τροπολογία 3
Πρόταση απόφασης-πλαισίου – τροποποιητική πράξη
Αιτιολογική σκέψη 10
(10)  Οι ορισμοί των τρομοκρατικών εγκλημάτων, περιλαμβανομένων εκείνων που συνδέονται με τρομοκρατικές δραστηριότητες, θα πρέπει να προσεγγίσουν περισσότερο σε όλα τα κράτη μέλη, κατά τρόπο ώστε να καλύπτεται η δημόσια πρόκληση για τέλεση τρομοκρατικού εγκλήματος καθώς και η στρατολόγηση και εκπαίδευση τρομοκρατών, όταν διαπράττονται εκ προθέσεως.
(10)  Οι ορισμοί των τρομοκρατικών εγκλημάτων, περιλαμβανομένων εκείνων που συνδέονται με τρομοκρατικές δραστηριότητες, θα πρέπει να προσεγγίσουν περισσότερο σε όλα τα κράτη μέλη, κατά τρόπο ώστε να καλύπτεται η δημόσια υποκίνηση για τέλεση τρομοκρατικού εγκλήματος καθώς και η στρατολόγηση και εκπαίδευση τρομοκρατών, όταν διαπράττονται εκ προθέσεως.
(Η τροπολογία αυτή αφορά ολόκληρο το υπό εξέταση νομοθετικό κείμενο πλην της αιτιολογικής σκέψης 9.)
Τροπολογία 4
Πρόταση απόφασης-πλαισίου – τροποποιητική πράξη
Αιτιολογική σκέψη 11
(11)  Πρέπει να προβλεφθούν ποινές και κυρώσεις κατά των φυσικών και νομικών προσώπων που κρίνονται ένοχοι ή υπεύθυνοι δημόσιας πρόκλησης για τέλεση τρομοκρατικών εγκλημάτων, στρατολόγησης και εκπαίδευσης τρομοκρατών, όταν διαπράττονται εκ προθέσεως. Οι συμπεριφορές αυτές θα πρέπει να επισύρουν τις ίδιες ποινές σε όλα τα κράτη μέλη, είτε διαπράττονται μέσω του Διαδικτύου είτε όχι.
(11)  Πρέπει να προβλεφθούν ποινές και κυρώσεις κατά των φυσικών και νομικών προσώπων που κρίνονται ένοχοι δημόσιας υποκίνησης για τέλεση τρομοκρατικών εγκλημάτων, στρατολόγησης και εκπαίδευσης τρομοκρατών, όταν διαπράττονται εκ προθέσεως. Οι συμπεριφορές αυτές θα πρέπει να επισύρουν τις ίδιες ποινές σε όλα τα κράτη μέλη, είτε διαπράττονται μέσω του Διαδικτύου είτε όχι.
Τροπολογία 5
Πρόταση απόφασης-πλαισίου – τροποποιητική πράξη
Αιτιολογική σκέψη 11α (νέα)
(11α) Το γεγονός ότι το Συμβούλιο δεν συμφώνησε σχετικά με τα δικονομικά δικαιώματα σε περίπτωση ποινικής δίωξης παρεμποδίζει την ευρωπαϊκή συνεργασία στο δικαστικό τομέα· αυτό το αδιέξοδο πρέπει να αρθεί επειγόντως·
Τροπολογία 6
Πρόταση απόφασης-πλαισίου – τροποποιητική πράξη
Αιτιολογική σκέψη 12
(12)  Πρέπει να θεσπιστούν συμπληρωματικοί κανόνες περί δικαιοδοσίας, ώστε να υπάρξουν εγγυήσεις ότι η δημόσια πρόκληση για τέλεση τρομοκρατικού εγκλήματος, καθώς και στη στρατολόγηση και εκπαίδευση τρομοκρατών, μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αποτελεσματικών διώξεων, όταν στοχεύουν ή έχουν ως αποτέλεσμα την τέλεση τρομοκρατικού εγκλήματος που εμπίπτει στη δικαιοδοσία ενός κράτους μέλους.
Διαγράφεται
Τροπολογία 7
Πρόταση απόφασης-πλαισίου – τροποποιητική πράξη
Αιτιολογική σκέψη 12α (νέα)
(12α) Αυτή η απόφαση-πλαίσιο είναι συμπληρωματική της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη της τρομοκρατίας, της 16ης Μαΐου 2005, και, ως εκ τούτου, παράλληλα με την έναρξη ισχύος της παρούσας απόφασης-πλαισίου, είναι απαραίτητο όλα τα κράτη μέλη να κυρώσουν το συντομότερο τη Σύμβαση αυτή.
Τροπολογία 8
Πρόταση απόφασης-πλαισίου – τροποποιητική πράξη
Αιτιολογική σκέψη 14
(14)  Η Ένωση σέβεται τις αρχές που αναγνωρίζονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και συμπεριλαμβάνονται στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως τα κεφάλαια ΙΙ και VI. Τίποτα στην παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως προοριζόμενο να μειώσει ή να εμποδίσει θεμελιώδη δικαιώματα ή ελευθερίες, όπως η ελευθερία έκφρασης, του συνέρχεσθαι, του συνεταιρίζεσθαι, καθώς και το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, περιλαμβανομένου του δικαιώματος της εμπιστευτικότητας της αλληλογραφίας.
(14)  Η Ένωση σέβεται τις αρχές που αναγνωρίζονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και συμπεριλαμβάνονται στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως τα κεφάλαια ΙΙ και VI. Τίποτα στην παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως προοριζόμενο να μειώσει ή να εμποδίσει θεμελιώδη δικαιώματα ή ελευθερίες, όπως η ελευθερία έκφρασης, του συνέρχεσθαι, του συνεταιρίζεσθαι, η ελευθερία του Τύπου και η ελευθερία έκφρασης των άλλων μέσων ενημέρωσης καθώς και το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, περιλαμβανομένου του δικαιώματος της εμπιστευτικότητας της αλληλογραφίας, που καλύπτει επίσης και το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και άλλων μορφών ηλεκτρονικής επικοινωνίας.
Τροπολογία 9
Πρόταση απόφασης-πλαισίου – τροποποιητική πράξη
Αιτιολογική σκέψη 15
(15)  Η δημόσια πρόκληση για τέλεση τρομοκρατικών εγκλημάτων, τη στρατολόγηση και την εκπαίδευση τρομοκρατών είναι εγκλήματα εκ προθέσεως. Κατά συνέπεια, τίποτα στην παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως προοριζόμενο να μειώσει ή να εμποδίσει τη διάδοση δεδομένων για λόγους επιστημονικούς, ακαδημαϊκούς ή ενημέρωσης. Η έκφραση ριζοσπαστικών, πολεμικών ή αμφιλεγόμενων απόψεων στο πλαίσιο δημόσιας συζήτησης σε σχέση με ευαίσθητα πολιτικά θέματα, περιλαμβανομένης της τρομοκρατίας, δεν εμπίπτει στο πεδίο της παρούσας απόφασης-πλαισίου και ιδίως στον ορισμό της δημόσιας πρόκλησης σε τέλεση τρομοκρατικών εγκλημάτων,
(15)  Η δημόσια υποκίνηση για τέλεση τρομοκρατικών εγκλημάτων, τη στρατολόγηση και την εκπαίδευση τρομοκρατών είναι εγκλήματα εκ προθέσεως. Κατά συνέπεια, τίποτα στην παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως προοριζόμενο να μειώσει ή να εμποδίσει τη διάδοση δεδομένων για λόγους επιστημονικούς, ακαδημαϊκούς, καλλιτεχνικούς ή ενημέρωσης. Η έκφραση ριζοσπαστικών, πολεμικών ή αμφιλεγόμενων απόψεων στο πλαίσιο δημόσιας συζήτησης σε σχέση με ευαίσθητα πολιτικά θέματα, περιλαμβανομένης της τρομοκρατίας, δεν εμπίπτει στο πεδίο της παρούσας απόφασης-πλαισίου και ιδίως στον ορισμό της δημόσιας υποκίνησης σε τέλεση τρομοκρατικών εγκλημάτων,
Τροπολογία 10
Πρόταση απόφασης-πλαισίου – τροποποιητική πράξη
Αιτιολογική σκέψη 15α (νέα)
(15α) Η ποινικοποίηση των πράξεων που απαριθμούνται στην παρούσα απόφαση-πλαίσιο πρέπει να εφαρμόζεται έτσι που να είναι ανάλογη προς τους επιδιωκόμενους νόμιμους σκοπούς, να είναι αναγκαία και ενδεδειγμένη σε μια δημοκρατική κοινωνία και να μην εισάγει διακρίσεις συγκεκριμένα, θα πρέπει να είναι συμβατή με τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών.
Τροπολογία 11
Πρόταση απόφασης-πλαισίου – τροποποιητική πράξη
Άρθρο 1 - σημείο -1 (νέο)
Απόφαση -πλαίσιο 2002/475/ΔΕΥ
Άρθρο 1 - παράγραφος 2
-1)  Το άρθρο 1, παράγραφος 2, τροποποιείται ως εξής:
"2. Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν έχει ως αποτέλεσμα να τροποποιηθεί η υποχρέωση σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως κατοχυρώνονται στο άρθρο 6 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών."
Τροπολογία 12
Πρόταση απόφασης-πλαισίου – τροποποιητική πράξη
Άρθρο 1 - σημείο 1
Απόφαση -πλαίσιο 2002/475/ΔΕΥ
Άρθρο 3 - παράγραφος 1 - στοιχείο α
(α) "δημόσια πρόκληση για τέλεση τρομοκρατικού εγκλήματος", η διάδοση ή η με οποιονδήποτε τρόπο διάθεση ενός μηνύματος προς το κοινό, με πρόθεση την υποκίνηση σε τέλεση μιας από τις πράξεις που απαριθμούνται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως η), όταν μια τέτοια συμπεριφορά, είτε υποστηρίζει άμεσα είτε όχι τα τρομοκρατικά εγκλήματα, προκαλεί κίνδυνο τέλεσης ενός ή περισσότερων τέτοιων εγκλημάτων.
(α) "δημόσια υποκίνηση για τέλεση τρομοκρατικού εγκλήματος", η διάδοση ή η με οποιονδήποτε τρόπο διάθεση ενός μηνύματος προς το κοινό, που να προτείνει σαφώς και εκ προθέσεως την τέλεση ενός από τα εγκλήματα που απαριθμούνται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως η), όταν μια τέτοια συμπεριφορά προκαλεί καταφανώς κίνδυνο τέλεσης ενός ή περισσότερων τέτοιων εγκλημάτων.
Τροπολογία 13
Πρόταση απόφασης-πλαισίου – τροποποιητική πράξη
Άρθρο 1 - σημείο 1
Απόφαση -πλαίσιο 2002/475/ΔΕΥ
Άρθρο 3 - παράγραφος 1 - στοιχείο β
(β) "στρατολόγηση τρομοκρατών", η υποκίνηση άλλου προσώπου σε τέλεση μιας από τις πράξεις που απαριθμούνται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 ή στο άρθρο 2, παράγραφος 2.
(β) "στρατολόγηση τρομοκρατών", η εκ προθέσεως υποκίνηση άλλου προσώπου σε τέλεση ενός από τα εγκλήματα που απαριθμούνται στο άρθρο 1 παράγραφος 1, στοιχεία α) έως η), ή στο άρθρο 2, παράγραφος 2.
Τροπολογία 14
Πρόταση απόφασης-πλαισίου – τροποποιητική πράξη
Άρθρο 1 - σημείο 1
Απόφαση -πλαίσιο 2002/475/ΔΕΥ
Άρθρο 3 - παράγραφος 1 - στοιχείο γ
(γ) "εκπαίδευση τρομοκρατών", η παροχή οδηγιών σχετικά με την κατασκευή ή τη χρήση εκρηκτικών, πυροβόλων όπλων, λοιπών όπλων ή επιβλαβών ή επικίνδυνων ουσιών ή άλλων ειδικών μεθόδων ή τεχνικών, ενόψει της διάπραξης μιας από τις πράξεις που απαριθμούνται στο άρθρο 1 παράγραφος 1, έχοντας επίγνωση ότι η διαβιβασθείσα τεχνογνωσία πρέπει να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό αυτό.
(γ) "εκπαίδευση τρομοκρατών", η παροχή οδηγιών σχετικά με την κατασκευή ή τη χρήση εκρηκτικών, πυροβόλων όπλων, λοιπών όπλων ή επιβλαβών ή επικίνδυνων ουσιών ή άλλων ειδικών μεθόδων ή τεχνικών, ενόψει της διάπραξης ενός από τα εγκλήματα που απαριθμούνται στο άρθρο 1 παράγραφος 1, στοιχεία α) έως η), έχοντας επίγνωση ότι η διαβιβασθείσα τεχνογνωσία πρέπει να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό αυτό.
Τροπολογία 15
Πρόταση απόφασης-πλαισίου – τροποποιητική πράξη
Άρθρο 1 - σημείο 1
Απόφαση -πλαίσιο 2002/475/ΔΕΥ
Άρθρο 3 - παράγραφος 2 - στοιχείο δ
(δ) η διακεκριμένη κλοπή που διαπράττεται με σκοπό την τέλεση μιας από τις πράξεις που απαριθμούνται στο άρθρο 1 παράγραφος 1·
(δ) η διακεκριμένη κλοπή που διαπράττεται με σκοπό την τέλεση ενός από τα εγκλήματα που απαριθμούνται στο άρθρο 1 παράγραφος 1·
Τροπολογία 16
Πρόταση απόφασης-πλαισίου – τροποποιητική πράξη
Άρθρο 1 - σημείο 1
Απόφαση -πλαίσιο 2002/475/ΔΕΥ
Άρθρο 3 - παράγραφος 2 - στοιχείο ε
(ε) η εκβίαση με σκοπό την τέλεση μιας από τις πράξεις που απαριθμούνται στο άρθρο 1 παράγραφος 1·
(ε) η εκβίαση με σκοπό την τέλεση ενός από τα εγκλήματα που απαριθμούνται στο άρθρο 1 παράγραφος 1·
Τροπολογία 17
Πρόταση απόφασης-πλαισίου – τροποποιητική πράξη
Άρθρο 1 - σημείο 1
Απόφαση -πλαίσιο 2002/475/ΔΕΥ
Άρθρο 3 - παράγραφος 2 - στοιχείο στ
(στ) η πλαστογραφία διοικητικών εγγράφων με σκοπό την τέλεση μιας από τις πράξεις που απαριθμούνται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως η) καθώς και στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο β).
(στ) η πλαστογραφία διοικητικών εγγράφων με σκοπό την τέλεση ενός από τα εγκλήματα που απαριθμούνται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως η) καθώς και στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο β).
Τροπολογία 18
Πρόταση απόφασης-πλαισίου – τροποποιητική πράξη
Άρθρο 1 - σημείο 1
Απόφαση -πλαίσιο 2002/475/ΔΕΥ
Άρθρο 3 - παράγραφος 3α (νέα)
3α. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η ποινικοποίηση των πράξεων που ορίζονται στην παράγραφο 2, στοιχεία α) έως γ) του παρόντος άρθρου, να γίνει με σεβασμό των ανειλημμένων υποχρεώσεών τους σχετικά με την ελευθερία της έκφρασης και την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, και ειδικότερα των υποχρεώσεων που έχουν σχετικά με την ελευθερία του Τύπου και την ελευθερία της έκφρασης σε άλλα μέσα ενημέρωσης και με τον δέοντα σεβασμό για την εμπιστευτικότητα της αλληλογραφίας που καλύπτει επίσης και το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και άλλων μορφών ηλεκτρονικής επικοινωνίας. Η ποινικοποίηση των πράξεων που ορίζονται στην παράγραφο 2, στοιχεία α) έως γ) δεν έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση ή τον περιορισμό της διάδοσης πληροφοριών για επιστημονικούς, ακαδημαϊκούς ή ενημερωτικούς σκοπούς, της έκφρασης ριζοσπαστικών, επικριτικών ή αντιφατικών απόψεων στη δημόσια συζήτηση για ευαίσθητα πολιτικά θέματα, συμπεριλαμβανομένης της τρομοκρατίας.
Τροπολογία 19
Πρόταση απόφασης-πλαισίου – τροποποιητική πράξη
Άρθρο 1 - σημείο 1
Απόφαση -πλαίσιο 2002/475/ΔΕΥ
Άρθρο 3 - παράγραφος 3β (νέα)
3β. Τα κράτη μέλη μεριμνούν επίσης ώστε η ποινικοποίηση των πράξεων που ορίζονται στην παράγραφο 2, στοιχεία α) έως γ) του παρόντος άρθρου να εφαρμόζεται με τρόπο ανάλογο προς τη φύση και της περιστάσεις του εγκλήματος, λαμβανομένων υπόψη των νόμιμων στόχων που επιδιώκονται και της αναγκαιότητάς τους σε μια δημοκρατική κοινωνία, και έτσι ώστε να αποκλείεται κάθε μορφή αυθαιρεσίας και άνισης ή ρατσιστικής μεταχείρισης.
Τροπολογία 20
Πρόταση απόφασης-πλαισίου – τροποποιητική πράξη
Άρθρο 1 - σημείο 3
Απόφαση -πλαίσιο 2002/475/ΔΕΥ
Άρθρο 9 - παράγραφος 1α
1α. Κάθε κράτος μέλος μπορεί επίσης να θεμελιώσει τη δικαιοδοσία του για τα εγκλήματα που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως γ) όταν το έγκλημα στοχεύει ή έχει ως αποτέλεσμα την τέλεση ενός από τα εγκλήματα που αναφέρονται στο άρθρο 1 και όταν το εν λόγω έγκλημα εμπίπτει στη δικαιοδοσία του κράτους μέλους βάσει ενός από τα κριτήρια που προβλέπονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) έως ε) του παρόντος άρθρου.
1α. Ένα κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει να μην εφαρμόσει, ή να εφαρμόσει μόνο σε ειδικές περιπτώσεις ή περιστάσεις, τις διατάξεις περί δικαιοδοσίας που ορίζονται στην παράγραφο 1, στοιχεία δ) και ε), για τα εγκλήματα που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως γ) και στο άρθρο 4, στο μέτρο που συνδέονται με τα εγκλήματα που ορίζονται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχεία α) έως γ).

Προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα *
PDF 454kWORD 185k
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2008 σχετικά με το σχέδιο απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τυγχάνουν επεξεργασίας στο πλαίσιο της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις (16069/2007 – C6-0010/2008 – 2005/0202(CNS))
P6_TA(2008)0436A6-0322/2008

(Διαδικασία διαβούλευσης - επαναλαμβανόμενη διαβούλευση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη το σχέδιο του Συμβουλίου (16069/2007),

–   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής (COM(2005)0475),

–   έχοντας υπόψη τη θέση του της 27ης Σεπτεμβρίου 2006(1)

–   έχοντας υπόψη τη θέση του της 7ης Ιουνίου 2007(2),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 34, παράγραφος 2, στοιχείο β), της Συνθήκης ΕΕ,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 39, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΕ, σύμφωνα με το οποίο κλήθηκε από το Συμβούλιο να γνωμοδοτήσει (C6-0010/2008),

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 93, 51 και 55, παράγραφος 3, του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (A6-0322/2008),

1.   εγκρίνει το σχέδιο του Συμβουλίου όπως τροποποιήθηκε·

2.   καλεί την Επιτροπή να τροποποιήσει αναλόγως την πρότασή της, σύμφωνα με το άρθρο 250, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ·

3.   καλεί το Συμβούλιο, σε περίπτωση που προτίθεται να απομακρυνθεί από το κείμενο που ενέκρινε το Κοινοβούλιο, να το ενημερώσει σχετικά·

4.   ζητεί να κληθεί εκ νέου να γνωμοδοτήσει σε περίπτωση που το Συμβούλιο προτίθεται να επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις στο σχέδιο ή να το αντικαταστήσει με άλλο κείμενο·

5.   καλεί το Συμβούλιο και την Επιτροπή, μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας, να διεκπεραιώσουν κατά προτεραιότητα κάθε μεταγενέστερη πρόταση αποβλέπουσα στην τροποποίηση του παρόντος κειμένου δυνάμει του άρθρου 10 του Πρωτοκόλλου περί των μεταβατικών διατάξεων οι οποίες προσαρτώνται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στη Συνθήκη ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας και δυνάμει της σχετικής με τα ανωτέρω άρθρο 10 Δήλωσης αριθ. 50, ιδίως όσον αφορά τη δικαιοδοσία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου·

6.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, καθώς και στις κυβερνήσεις των κρατών μελών.

Κείμενο που προτείνει το Συμβούλιο   Τροπολογία
Τροπολογία 1
Σχέδιο απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου
Αιτιολογική σκέψη 4α (νέα)
(4α) Το εισαχθέν με τη Συνθήκη της Λισαβόνας άρθρο 16 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα καταστήσει δυνατή την ενίσχυση των διατάξεων περί προστασίας των δεδομένων για τους σκοπούς της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις.
Τροπολογία 2
Σχέδιο απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου
Αιτιολογική σκέψη 5
(5)  Η ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις, ιδίως βάσει της αρχής της διαθεσιμότητας των πληροφοριών δυνάμει του προγράμματος της Χάγης, πρέπει να υποστηριχθεί από σαφείς (…) κανόνες που θα ενισχύουν την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των αρμοδίων αρχών και θα κατοχυρώνουν ότι οι σχετικές πληροφορίες προστατεύονται κατά τρόπο που αποκλείει οποιαδήποτε διάκριση έναντι της συνεργασίας αυτή μεταξύ των κρατών μελών, ενώ συγχρόνως σέβεται στο ακέραιο τα θεμελιώδη δικαιώματα των ατόμων. Οι ισχύουσες πράξεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν επαρκούν. Η οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών δεν εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα η οποία πραγματοποιείται στο πλαίσιο δραστηριοτήτων που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, όπως οι δραστηριότητες που προβλέπονται στις διατάξεις του τίτλου VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και, εν πάση περιπτώσει, στην επεξεργασία δεδομένων που αφορά τη δημόσια ασφάλεια, την εθνική άμυνα, την ασφάλεια του κράτους και τις δραστηριότητες του κράτους σε τομείς του ποινικού δικαίου.
(5)  Η ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις, ιδίως βάσει της αρχής της διαθεσιμότητας των πληροφοριών δυνάμει του προγράμματος της Χάγης, πρέπει να υποστηριχθεί από σαφείς (…) κανόνες που θα ενισχύουν την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των αρμοδίων αρχών και θα κατοχυρώνουν ότι οι σχετικές πληροφορίες προστατεύονται με πλήρη σεβασμό στα θεμελιώδη δικαιώματα των ατόμων.
Τροπολογία 3
Σχέδιο απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου
Αιτιολογική σκέψη 5α (νέα)
(5α) Η απόφαση-πλαίσιο εφαρμόζεται μόνον στα δεδομένα που έχουν συγκεντρωθεί ή τύχει επεξεργασίας από τις αρμόδιες αρχές για το σκοπό της πρόληψης, της διερεύνησης, της διαπίστωσης ή της δίωξης αξιόποινων πράξεων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων. Η απόφαση-πλαίσιο αφήνει τα κράτη μέλη να καθορίσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια σε εθνικό επίπεδο ποιοι άλλοι σκοποί πρέπει να θεωρηθούν ασυμβίβαστοι με το σκοπό για τον οποίον συγκεντρώθηκαν αρχικά τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Σε γενικές γραμμές η περαιτέρω επεξεργασία για ιστορικούς, στατιστικούς ή επιστημονικούς σκοπούς δεν είναι ασυμβίβαστη με τον αρχικό σκοπό της επεξεργασίας.
(5α) Η απόφαση-πλαίσιο εφαρμόζεται μόνον στα δεδομένα που έχουν συγκεντρωθεί ή τύχει επεξεργασίας από τις αρμόδιες αρχές για το σκοπό της πρόληψης, της διερεύνησης, της διαπίστωσης ή της δίωξης αξιόποινων πράξεων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων. Σε γενικές γραμμές η περαιτέρω επεξεργασία για ιστορικούς, στατιστικούς ή επιστημονικούς σκοπούς δεν είναι ασυμβίβαστη με τον αρχικό σκοπό της επεξεργασίας.
Τροπολογία 4
Σχέδιο απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου
Αιτιολογική σκέψη 6β
(6β) Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν ισχύει για προσωπικά δεδομένα που αποκτά κράτος μέλος στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής της παρούσας απόφασης-πλαισίου και τα οποία προέρχονται από αυτό το κράτος μέλος.
Διαγράφεται
Τροπολογία 5
Σχέδιο απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου
Αιτιολογική σκέψη 7
(7)  Η προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών δεν πρέπει να οδηγήσει στην αποδυνάμωση της προστασίας των δεδομένων την οποία παρέχουν, αλλά αντίθετα πρέπει να στοχεύει στην κατοχύρωση υψηλού επιπέδου προστασίας εντός της Ένωσης.
(7)  Η προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών δεν πρέπει να οδηγήσει στην αποδυνάμωση της προστασίας των δεδομένων την οποία παρέχουν, αλλά αντίθετα πρέπει να στοχεύει στην κατοχύρωση υψηλού επιπέδου προστασίας εντός της Ένωσης σύμφωνα με τη σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των ατόμων στο πλαίσιο της αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (εφεξής καλούμενη "Σύμβαση 108").
Τροπολογία 6
Σχέδιο απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου
Αιτιολογική σκέψη 8β
(8β) Η αρχειοθέτηση σε ξεχωριστή συλλογή δεδομένων επιτρέπεται, μόνον εφόσον τα δεδομένα έχουν πλέον πάψει να ζητούνται και να χρησιμοποιούνται για την πρόληψη, τη διερεύνηση, τη διαπίστωση ή τη δίωξη αξιόποινων πράξεων ή για την εκτέλεση ποινικών κυρώσεων. Η αρχειοθέτηση σε ξεχωριστή συλλογή δεδομένων επιτρέπεται επίσης εφόσον τα αρχειοθετημένα δεδομένα έχουν αποθηκευθεί σε τράπεζα δεδομένων μαζί με άλλα δεδομένα κατά τρόπον ώστε να μην μπορούν να χρησιμοποιηθούν πλέον για την πρόληψη, τη διερεύνηση, τη διαπίστωση ή τη δίωξη αξιόποινων πράξεων ή για την εκτέλεση ποινικών κυρώσεων. Η καταλληλότητα της περιόδου αρχειοθέτησης εξαρτάται από τους στόχους της αρχειοθέτησης και τα έννομα συμφέροντα των υποκειμένων των δεδομένων. Στην περίπτωση αρχειοθέτησης για ιστορικούς σκοπούς μπορεί επίσης να προβλεφθεί πολύ μακρά περίοδος.
(8β) Η αρχειοθέτηση σε ξεχωριστή συλλογή δεδομένων επιτρέπεται, μόνον εφόσον τα δεδομένα έχουν πλέον πάψει να ζητούνται και να χρησιμοποιούνται για την πρόληψη, τη διερεύνηση, τη διαπίστωση ή τη δίωξη αξιόποινων πράξεων ή για την εκτέλεση ποινικών κυρώσεων. Η αρχειοθέτηση σε ξεχωριστή συλλογή δεδομένων επιτρέπεται επίσης εφόσον τα αρχειοθετημένα δεδομένα έχουν αποθηκευθεί σε τράπεζα δεδομένων μαζί με άλλα δεδομένα κατά τρόπον ώστε να μην μπορούν να χρησιμοποιηθούν πλέον για την πρόληψη, τη διερεύνηση, τη διαπίστωση ή τη δίωξη αξιόποινων πράξεων ή για την εκτέλεση ποινικών κυρώσεων. Η καταλληλότητα της περιόδου αρχειοθέτησης εξαρτάται από τους στόχους της αρχειοθέτησης και τα έννομα συμφέροντα των υποκειμένων των δεδομένων.
Τροπολογία 7
Σχέδιο απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου
Αιτιολογική σκέψη 11α
(11α) Σε περίπτωση που η περαιτέρω επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι δυνατή κατόπιν προηγούμενης συναινέσεως του κράτους μέλους από το οποίο παρελήφθησαν τα δεδομένα, κάθε κράτος μέλος μπορεί να καθορίζει τις λεπτομέρειες αυτής της συναίνεσης, μεταξύ άλλων, λ.χ. με γενική συναίνεση για κατηγορίες πληροφοριών ή κατηγορίες περαιτέρω επεξεργασίας.
(11α) Σε περίπτωση που η περαιτέρω επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι δυνατή κατόπιν προηγούμενης συναινέσεως του κράτους μέλους από το οποίο παρελήφθησαν τα δεδομένα, κάθε κράτος μέλος μπορεί να καθορίζει τις λεπτομέρειες αυτής της συναίνεσης.
Τροπολογία 8
Σχέδιο απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου
Αιτιολογική σκέψη 13α
(13α) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν την ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων για την πραγματική ή ενδεχόμενη συλλογή, επεξεργασία ή διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε άλλο κράτος μέλος για σκοπούς πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης και δίωξης αξιόποινων πράξεων ή εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων. Οι λεπτομέρειες όσον αφορά το δικαίωμα ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων και οι σχετικές εξαιρέσεις ορίζονται από το εθνικό δίκαιο. Αυτή η υποχρέωση μπορεί να λάβει γενική μορφή, φερ' ειπείν μέσω του νόμου ή με τη δημοσίευση καταλόγου των πράξεων επεξεργασίας.
(13α) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν την ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων για την πραγματική ή ενδεχόμενη συλλογή, επεξεργασία ή διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε άλλο κράτος μέλος, σε τρίτη χώρα ή σε ιδιωτικό φορέα για σκοπούς πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης και δίωξης αξιόποινων πράξεων ή εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων. Οι λεπτομέρειες όσον αφορά το δικαίωμα ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων και οι σχετικές εξαιρέσεις ορίζονται από το εθνικό δίκαιο. Αυτή η υποχρέωση μπορεί να λάβει γενική μορφή, φερ' ειπείν μέσω του νόμου ή με τη δημοσίευση καταλόγου των πράξεων επεξεργασίας.
Τροπολογία 9
Σχέδιο απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου
Άρθρο 1 - παράγραφος 2 - στοιχείο γα) (νέο)
γα) τυγχάνουν επεξεργασίας σε εθνικό επίπεδο·
Τροπολογία 10
Σχέδιο απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου
Άρθρο 1, παράγραφος 4
4.  Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν θίγει τα ζωτικά συμφέροντα εθνικής ασφάλειας και τις ειδικές δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών στον τομέα της εθνικής ασφάλειας.
Διαγράφεται
Τροπολογία 11
Σχέδιο απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου
Άρθρο 2, σημείο 1
1) "ανωνυμοποίηση", η αλλοίωση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά τρόπον ώστε τα μεμονωμένα δεδομένα για προσωπικές ή αντικειμενικές καταστάσεις να μην μπορούν πλέον να αποδοθούν σε συγκεκριμένο ή σε δυνάμενο να αναγνωρισθεί φυσικό πρόσωπο, παρά μόνο με δυσανάλογα μεγάλη δαπάνη χρόνου, χρήματος και εργατικού δυναμικού.
1) "ανωνυμοποίηση", η αλλοίωση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά τρόπον ώστε τα μεμονωμένα δεδομένα για προσωπικές ή αντικειμενικές καταστάσεις να μην μπορούν πλέον να αποδοθούν σε συγκεκριμένο ή σε δυνάμενο να αναγνωρισθεί φυσικό πρόσωπο.
Τροπολογία 12
Σχέδιο απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου
Άρθρο 7
Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αποκαλύπτουν τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τα πολιτικά φρονήματα, τις φιλοσοφικές ή θρησκευτικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, καθώς και η επεξεργασία δεδομένων που αναφέρονται στην υγεία και τη σεξουαλική ζωή επιτρέπεται μόνο εφόσον αυτό είναι αυστηρά απαραίτητο και εφόσον η εσωτερική νομοθεσία προβλέπει τις δέουσες διασφαλίσεις.
1.  Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αποκαλύπτουν τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τα πολιτικά φρονήματα, τις φιλοσοφικές ή θρησκευτικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, καθώς και η επεξεργασία δεδομένων που αναφέρονται στην υγεία και τη σεξουαλική ζωή απαγορεύεται.
2.   Κατ' εξαίρεση, τα δεδομένα αυτά μπορούν να υποστούν επεξεργασία εάν:
- αυτό προβλέπεται από το νόμο, μετά από προηγούμενη για κάθε μεμονωμένη περίπτωση έγκριση από αρμόδια δικαστική αρχή, και είναι απολύτως απαραίτητο για την πρόληψη, την εξακρίβωση, τη διερεύνηση ή τη δίωξη τρομοκρατικών και άλλων σοβαρών ποινικών αδικημάτων,
- τα κράτη μέλη παρέχουν κατάλληλες συγκεκριμένες διασφαλίσεις, για παράδειγμα δυνατότητα πρόσβασης στα σχετικά δεδομένα μόνο σε άτομα που είναι υπεύθυνα για την εκπλήρωση νόμιμων καθηκόντων που δικαιολογούν την επεξεργασία.
Οι ειδικές αυτές κατηγορίες δεδομένων δεν μπορούν να υποστούν αυτόματη επεξεργασία, εκτός εάν το εσωτερικό δίκαιο προβλέπει επαρκείς εγγυήσεις. Η ίδια προϋπόθεση ισχύει για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν ποινικές καταδίκες.
Τροπολογία 13
Σχέδιο απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου
Άρθρο 11, παράγραφος 1
1.  Κάθε διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καταχωρείται ή τεκμηριώνεται για τους σκοπούς της εξακρίβωσης της νομιμότητας της επεξεργασίας δεδομένων, της αυτοπαρακολούθησης και της εξασφάλισης της ακεραιότητας και ασφάλειας των δεδομένων.
1.  Κάθε διαβίβαση και επακόλουθη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και κάθε πρόσβαση σε αυτά καταχωρείται ή τεκμηριώνεται για τους σκοπούς της εξακρίβωσης της νομιμότητας της επεξεργασίας δεδομένων, της αυτοπαρακολούθησης και της εξασφάλισης της ακεραιότητας και ασφάλειας των δεδομένων.
Τροπολογία 14
Σχέδιο απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου
Άρθρο 12, παράγραφος 1
1.  Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάζονται ή διατίθενται από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους επιτρέπεται, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 παράγραφος 2, να υφίστανται περαιτέρω επεξεργασία μόνο για τους εξής άλλους σκοπούς από εκείνους για τους οποίους διαβιβάσθηκαν ή διατέθηκαν:
1.  Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάζονται ή διατίθενται από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους επιτρέπεται, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 παράγραφος 2, να υφίστανται περαιτέρω επεξεργασία μόνο εφόσον είναι απαραίτητο για τους εξής άλλους σκοπούς από εκείνους για τους οποίους διαβιβάσθηκαν ή διατέθηκαν:
Τροπολογία 15
Σχέδιο απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου
Άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο δ)
δ) για κάθε άλλον σκοπό και μόνο με την προηγούμενη συναίνεση του διαβιβάζοντος κράτους μέλους ή με τη συναίνεση του υποκειμένου των δεδομένων, η οποία δίνεται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.
δ) για κάθε άλλον ειδικό σκοπό, υπό την προϋπόθεση ότι αυτός προβλέπεται από το νόμο και είναι απαραίτητος σε μια δημοκρατική κοινωνία για την προστασία ενός εκ των συμφερόντων που ορίζει το άρθρο 9 της Σύμβασης 108, αλλά μόνο με την προηγούμενη συναίνεση του διαβιβάζοντος κράτους μέλους ή με τη συναίνεση του υποκειμένου των δεδομένων, η οποία δίνεται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.
Τροπολογία 16
Σχέδιο απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου
Άρθρο 14 - παράγραφος 1
1.  Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάσθηκαν ή διατέθηκαν από αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους μπορούν να διαβιβάζονται σε τρίτα κράτη ή σε διεθνείς οργανισμούς ή σε οργανισμούς που έχουν συσταθεί δυνάμει διεθνών συμφωνιών ή δηλωθεί ως διεθνείς φορείς, μόνον αν
1.  Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάσθηκαν ή διατέθηκαν για συγκεκριμένη υπόθεση από αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους μπορούν να διαβιβάζονται σε τρίτα κράτη ή σε διεθνείς οργανισμούς ή σε οργανισμούς που έχουν συσταθεί δυνάμει διεθνών συμφωνιών ή δηλωθεί ως διεθνείς φορείς, μόνον αν
Τροπολογία 17
Σχέδιο απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου
Άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο δ)
δ) το συγκεκριμένο τρίτο κράτος ή ο συγκεκριμένος διεθνής οργανισμός εξασφαλίζει κατάλληλο επίπεδο προστασίας για την επιδιωκόμενη επεξεργασία των δεδομένων.
δ) το συγκεκριμένο τρίτο κράτος ή ο συγκεκριμένος διεθνής οργανισμός εξασφαλίζει κατάλληλο επίπεδο προστασίας για την επιδιωκόμενη επεξεργασία των δεδομένων, ισοδύναμο προς το επίπεδο προστασίας που παρέχεται από το άρθρο 2 του συμπληρωματικού πρωτόκολλου στη Σύμβαση 108 και από την αντίστοιχη νομολογία σύμφωνα με το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών.
Τροπολογία 18
Σχέδιο απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου
Άρθρο 14, παράγραφος 2
2.  Η διαβίβαση χωρίς την προηγούμενη συναίνεση που προβλέπεται από την παράγραφο 1 στοιχείο γ) είναι θεμιτή, μόνον εφόσον η διαβίβαση των δεδομένων είναι ουσιώδους σημασίας για την πρόληψη άμεσης και σοβαρής απειλής κατά της δημόσιας ασφάλειας ενός κράτους μέλους ή μιας τρίτης χώρας ή κατά ουσιαστικών συμφερόντων κράτους μέλους, και η προηγούμενη συναίνεση δεν μπορεί να δοθεί εγκαίρως. Η αρμόδια αρχή για τη διατύπωση της συναίνεσης ενημερώνεται αμελλητί.
2.  Η διαβίβαση χωρίς την προηγούμενη συναίνεση που προβλέπεται από την παράγραφο 1 στοιχείο γ) είναι θεμιτή, μόνον εφόσον η διαβίβαση των δεδομένων είναι ουσιώδους σημασίας για την πρόληψη άμεσης και σοβαρής απειλής κατά της δημόσιας ασφάλειας ενός κράτους μέλους ή μιας τρίτης χώρας ή κατά ουσιαστικών συμφερόντων κράτους μέλους, και η προηγούμενη συναίνεση δεν μπορεί να δοθεί εγκαίρως. Στην περίπτωση αυτή τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να υποστούν επεξεργασία από τον αποδέκτη μόνον εφόσον αυτό είναι απολύτως απαραίτητο για το συγκεκριμένο σκοπό για τον οποίο τα δεδομένα διαβιβάστηκαν. Η αρμόδια αρχή για τη διατύπωση της συναίνεσης ενημερώνεται αμελλητί. Οι εν λόγω διαβιβάσεις δεδομένων κοινοποιούνται στην αρμόδια αρχή ελέγχου.
Τροπολογία 19
Σχέδιο απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου
Άρθρο 14 − παράγραφος 3
3.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 στοιχείο δ), τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να διαβιβάζονται εφόσον :
3.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 στοιχείο δ), τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να διαβιβάζονται εφόσον :
α) αυτό προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους που διαβιβάζει τα δεδομένα
α) αυτό προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους που διαβιβάζει τα δεδομένα
i) λόγω ειδικών εννόμων συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων, ή
i) λόγω ειδικών εννόμων συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων, ή
ii) όταν προέχουν έννομα συμφέροντα, ιδίως σημαντικά δημόσια συμφέροντα, ή
ii) όταν προέχουν έννομα συμφέροντα, ιδίως στην περίπτωση επιτακτικών και ουσιωδών συμφερόντων κράτους μέλους ή προς αποσόβηση επικείμενων σοβαρών απειλών κατά της δημόσιας ασφάλειας, και
β) το τρίτο κράτος ή ο παραλαμβάνων διεθνής φορέας ή οργανισμός παρέχει διασφαλίσεις οι οποίες κρίνονται επαρκείς από το συγκεκριμένο κράτος μέλος σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία.
β) το τρίτο κράτος ή ο παραλαμβάνων διεθνής φορέας ή οργανισμός παρέχει διασφαλίσεις, την επάρκεια των οποίων εξασφαλίζει το συγκεκριμένο κράτος μέλος σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία.
βα) Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι διαβιβάσεις αυτές να καταγράφονται και τα σχετικά στοιχεία να διατίθενται, σε πρώτη ζήτηση, στις εθνικές αρχές προστασίας δεδομένων.
Τροπολογία 20
Σχέδιο απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου
Άρθρο 14, παράγραφος 4
4.  Η επάρκεια του βαθμού προστασίας που προβλέπεται από την παράγραφο 1 στοιχείο δ) αξιολογείται με γνώμονα το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την πράξη διαβίβασης δεδομένων ή μια σειρά πράξεων διαβίβασης δεδομένων. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στη φύση των δεδομένων, στον σκοπό και τη διάρκεια της προτεινόμενης πράξης ή των πράξεων επεξεργασίας, στο ποιο είναι το κράτος καταγωγής και το κράτος ή ο διεθνής οργανισμός που αποτελεί τον τελικό προορισμό των δεδομένων, στους κανόνες δικαίου, τόσο γενικούς όσο και τομεακούς, οι οποίοι ισχύουν στην οικεία τρίτη χώρα ή στο πλαίσιο του οικείου διεθνούς οργανισμού και στους κανόνες δεοντολογίας και τα μέτρα ασφαλείας που τηρούνται στη συγκεκριμένη τρίτη χώρα ή στο πλαίσιο του συγκεκριμένου διεθνούς οργανισμού.
4.  Η επάρκεια του βαθμού προστασίας που προβλέπεται από την παράγραφο 1 στοιχείο δ) αξιολογείται από ανεξάρτητη αρχή με γνώμονα το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την πράξη διαβίβασης δεδομένων ή μια σειρά πράξεων διαβίβασης δεδομένων. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στη φύση των δεδομένων, στον σκοπό και τη διάρκεια της προτεινόμενης πράξης ή των πράξεων επεξεργασίας, στο ποιο είναι το κράτος καταγωγής και το κράτος ή ο διεθνής οργανισμός που αποτελεί τον τελικό προορισμό των δεδομένων, στους κανόνες δικαίου, τόσο γενικούς όσο και τομεακούς, οι οποίοι ισχύουν στην οικεία τρίτη χώρα ή στο πλαίσιο του οικείου διεθνούς οργανισμού και στους κανόνες δεοντολογίας και τα μέτρα ασφαλείας που τηρούνται στη συγκεκριμένη τρίτη χώρα ή στο πλαίσιο του συγκεκριμένου διεθνούς οργανισμού.
Τροπολογία 21
Σχέδιο απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου
Άρθρο 14α, τίτλος
Άρθρο 14α
Άρθρο 14α
Διαβίβαση σε ιδιώτες σε κράτη μέλη
Διαβίβαση σε ιδιώτες και πρόσβαση σε δεδομένα που παραλαμβάνονται από ιδιώτες σε κράτη μέλη
Τροπολογία 22
Σχέδιο απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου
Άρθρο 14α - παράγραφος 1 - εισαγωγική πρόταση
1.  Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που έχουν παραληφθεί ή διατεθεί από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους μπορούν να διαβιβάζονται σε ιδιώτες μόνον εφόσον :
1.  Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που έχουν παραληφθεί ή διατεθεί για συγκεκριμένη υπόθεση από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους μπορούν να διαβιβάζονται σε ιδιώτες μόνον εφόσον :
Τροπολογία 23
Σχέδιο απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου
Άρθρο 14α, παράγραφος 2α (νέα)
2α. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι αντίστοιχες αρμόδιες αρχές τους δύνανται να έχουν πρόσβαση και να επεξεργάζονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που διαχειρίζονται ιδιώτες μόνο σε μεμονωμένες περιπτώσεις, σε ειδικές καταστάσεις, για καθορισμένους σκοπούς και υπό δικαστικό έλεγχο στα κράτη μέλη.
Τροπολογία 24
Σχέδιο απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου
Άρθρο 14α, παράγραφος 2β (νέα)
2β. Η εθνική νομοθεσία των κρατών μελών προβλέπει ότι οι ιδιώτες που παραλαμβάνουν και επεξεργάζονται δεδομένα στο πλαίσιο της άσκησης δημόσιας υπηρεσίας υπέχουν υποχρεώσεις που είναι τουλάχιστον αντίστοιχες ή αυστηρότερες εκείνων που επιβάλλονται στις αρμόδιες αρχές.
Τροπολογία 25
Σχέδιο απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου
Άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο α)
α) τουλάχιστον την επιβεβαίωση από τον υπεύθυνο της επεξεργασίας ή από την εθνική αρχή ελέγχου ότι έχουν ή όχι διαβιβασθεί ή διατεθεί δεδομένα που το αφορούν καθώς και πληροφορίες σχετικά με τους παραλήπτες ή τις κατηγορίες των παραληπτών στις οποίες έχουν γνωστοποιηθεί τα δεδομένα αυτά, και την κοινοποίηση των υπό επεξεργασία δεδομένων, ή
α) τουλάχιστον την επιβεβαίωση από τον υπεύθυνο της επεξεργασίας ή από την εθνική αρχή ελέγχου ότι έχουν ή όχι υποστεί επεξεργασία δεδομένα που το αφορούν καθώς και πληροφορίες σχετικά με τους σκοπούς της επεξεργασίας, τους παραλήπτες ή τις κατηγορίες των παραληπτών στις οποίες έχουν γνωστοποιηθεί τα δεδομένα αυτά, και την κοινοποίηση των υπό επεξεργασία δεδομένων, καθώς και γνώση των λόγων για τυχόν αυτοματοποιημένες αποφάσεις.
Τροπολογία 26
Σχέδιο απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου
Άρθρο 22 - παράγραφος 2 - στοιχείο η)
η) την αποτροπή της άνευ αδείας ανάγνωσης, αντιγραφής, τροποποίησης ή διαγραφής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή κατά τη μεταφορά υποθεμάτων δεδομένων (έλεγχος μεταφοράς),
η) την αποτροπή της άνευ αδείας ανάγνωσης, αντιγραφής, τροποποίησης ή διαγραφής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή κατά τη μεταφορά υποθεμάτων δεδομένων, μεταξύ άλλων μέσω κατάλληλων τεχνικών κρυπτογράφησης (έλεγχος μεταφοράς),
Τροπολογία 27
Σχέδιο απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου
Άρθρο 22 - παράγραφος 2 - στοιχείο ια) (νέο)
ια) τον έλεγχο της αποτελεσματικότητας των μέτρων ασφαλείας που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο και τη λήψη των απαραίτητων οργανωτικών μέτρων σχετικά με τον εσωτερικό έλεγχο προκειμένου να διασφαλίζεται η συμμόρφωση με την παρούσα απόφαση-πλαίσιο (αυτοέλεγχος)·
Τροπολογία 28
Σχέδιο απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου
Άρθρο 24
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της πλήρους εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας απόφασης-πλαισίου και θεσπίζουν ιδίως αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις για την περίπτωση παραβίασης των διατάξεων που θεσπίζονται δυνάμει της παρούσας απόφασης-πλαισίου.
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της πλήρους εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας απόφασης-πλαισίου και θεσπίζουν ιδίως αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις, συμπεριλαμβανομένων διοικητικών ή/και ποινικών κυρώσεων σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, για την περίπτωση παραβίασης των διατάξεων που θεσπίζονται δυνάμει της παρούσας απόφασης-πλαισίου.
Τροπολογία 29
Σχέδιο απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου
Άρθρο 25, παράγραφος 1α (νέα)
1α. Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει ότι ζητείται η γνώμη των αρχών ελέγχου κατά την εκπόνηση κανονιστικών ή διοικητικών μέτρων σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για λόγους πρόληψης, εξακρίβωσης, διερεύνησης και δίωξης αξιόποινων πράξεων ή εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων.
Τροπολογία 30
Σχέδιο απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου
Άρθρο 25α (νέο)
Άρθρο 25α
Ομάδα εργασίας για την προστασία των προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για λόγους πρόληψης, εξακρίβωσης, διερεύνησης και δίωξης αξιόποινων πράξεων
1.  Ιδρύεται ομάδα εργασίας για την προστασία των προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για λόγους πρόληψης, εξακρίβωσης, διερεύνησης και δίωξης αξιόποινων πράξεων στον τομέα αυτό (εφεξής "ομάδα εργασίας"). Η ομάδα εργασίας έχει συμβουλευτικό χαρακτήρα και ενεργεί με ανεξαρτησία.
2.  Η ομάδα εργασίας απαρτίζεται από έναν αντιπρόσωπο της αρχής ή των αρχών ελέγχου που ορίστηκαν από κάθε κράτος μέλος, έναν αντιπρόσωπο του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων και έναν αντιπρόσωπο της Επιτροπής.
Κάθε μέλος της ομάδας εργασίας διορίζεται από το θεσμικό όργανο, την αρχή ή τις αρχές που εκπροσωπεί. Όταν ένα κράτος μέλος ορίζει πλείονες αρχές ελέγχου, αυτές επιλέγουν κοινό αντιπρόσωπο.
Οι πρόεδροι των κοινών αρχών ελέγχου που συστάθηκαν κατ" εφαρμογή του τίτλου VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση εξουσιοδοτούνται να συμμετέχουν ή να εκπροσωπούνται στις συνεδριάσεις της ομάδας εργασίας. Η αρχή ή οι αρχές ελέγχου που ορίζονται από την Ισλανδία, τη Νορβηγία και την Ελβετία εξουσιοδοτούνται να εκπροσωπούνται στις συνεδριάσεις της ομάδας εργασίας για θέματα που συνδέονται με το κεκτημένο του Σένγκεν.
3.  Η ομάδα εργασίας λαμβάνει τις αποφάσεις της με απλή πλειοψηφία των αντιπροσώπων των αρχών ελέγχου.
4.  Η ομάδα εργασίας εκλέγει τον πρόεδρό της. Η διάρκεια της εντολής του προέδρου είναι διετής. Η εντολή είναι ανανεώσιμη.
5.  Τη γραμματεία της ομάδας εργασίας αναλαμβάνει η Επιτροπή.
6.  Η ομάδα εργασίας θεσπίζει τον εσωτερικό κανονισμό της.
7.  Η ομάδα εργασίας εξετάζει τα θέματα που εγγράφονται στην ημερήσια διάταξη από τον πρόεδρό της, είτε κατόπιν πρωτοβουλίας του είτε κατόπιν αιτήσεως αντιπροσώπου των αρχών ελέγχου, της Επιτροπής, του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων ή των προέδρων των κοινών αρχών ελέγχου.
Τροπολογία 31
Σχέδιο απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου
Άρθρο 25β (νέο)
Άρθρο 25β
Καθήκοντα
1.  Η ομάδα εργασίας:
α) παρέχει, ενδεχομένως, τη γνώμη της σχετικά με τα εθνικά μέτρα, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το πρότυπο προστασίας δεδομένων κατά την επεξεργασία δεδομένων σε εθνικό επίπεδο είναι ισοδύναμο προς εκείνο που προβλέπεται στην παρούσα απόφαση-πλαίσιο,
β) γνωμοδοτεί για το επίπεδο προστασίας ανάμεσα στα κράτη μέλη και τις τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς, ιδίως για να διασφαλιστεί ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διαβιβάζονται σύμφωνα με το άρθρο 14 της παρούσας απόφασης-πλαισίου στις τρίτες χώρες και τους διεθνείς οργανισμούς που εξασφαλίζουν κατάλληλο επίπεδο προστασίας των δεδομένων,
γ) συμβουλεύει την Επιτροπή και τα κράτη μέλη για οποιοδήποτε σχέδιο τροποποίησης της παρούσας απόφασης-πλαισίου, οποιοδήποτε σχέδιο πρόσθετων ή ειδικών μέτρων που πρέπει να ληφθούν για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων και ελευθεριών των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για λόγους πρόληψης, διερεύνησης, διαπίστωσης και δίωξης αξιόποινων πράξεων στον τομέα αυτό, καθώς και για οποιοδήποτε άλλο σχέδιο μέτρων έχει επιπτώσεις στα εν λόγω δικαιώματα και ελευθερίες.
2.  Εάν η ομάδα εργασίας διαπιστώσει ότι μεταξύ των νομοθεσιών και των πρακτικών των κρατών μελών υφίστανται διαφορές που δύνανται να θίξουν την ισοδυναμία της προστασίας των προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενημερώνει σχετικά το Συμβούλιο και την Επιτροπή.
3.  Η ομάδα εργασίας, ιδία πρωτοβουλία ή κατόπιν πρωτοβουλίας της Επιτροπής ή του Συμβουλίου, μπορεί να διατυπώσει συστάσεις για οιοδήποτε θέμα αφορά την προστασία των προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση για λόγους πρόληψης, εξακρίβωσης, διερεύνησης και δίωξης αξιόποινων πράξεων στον τομέα αυτόν.
4.  Οι γνώμες και οι συστάσεις της ομάδας εργασίας διαβιβάζονται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.
5.  Η Επιτροπή, βάσει των πληροφοριών που ανακοινώνονται από τα κράτη μέλη, συντάσσει έκθεση προς την ομάδα εργασίας σχετικά με τη συνέχεια που δόθηκε στις γνώμες και συστάσεις της. Η έκθεση αυτή δημοσιεύεται και διαβιβάζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την ομάδα εργασίας για οιοδήποτε μέτρο λαμβάνουν κατ" εφαρμογή της παραγράφου 1.
6.  Η ομάδα εργασίας εκπονεί ετήσια έκθεση σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για λόγους πρόληψης, εξακρίβωσης, διερεύνησης και δίωξης αξιόποινων πράξεων στον τομέα αυτόν στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σε τρίτες χώρες. Η έκθεση αυτή δημοσιεύεται και διαβιβάζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.
Τροπολογία 32
Σχέδιο απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου
Άρθρο 27α − παράγραφος 1
1.  Τρία έτη μετά τη λήξη της προθεσμίας του άρθρου 28 παράγραφος 1 τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με το ποια εθνικά μέτρα θέσπισαν για να εξασφαλισθεί πλήρης συμμόρφωση με την παρούσα απόφαση-πλαίσιο, ειδικότερα δε όσον αφορά εκείνες τις διατάξεις οι οποίες θα έπρεπε να εφαρμόζονται ήδη κατά τη συλλογή δεδομένων. Η Επιτροπή εξετάζει ειδικότερα τις επιπτώσεις του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 1 παράγραφος 2.
1.  Τρία έτη μετά τη λήξη της προθεσμίας του άρθρου 28 παράγραφος 1 τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με το ποια εθνικά μέτρα θέσπισαν για να εξασφαλισθεί πλήρης συμμόρφωση με την παρούσα απόφαση-πλαίσιο, ειδικότερα δε όσον αφορά εκείνες τις διατάξεις οι οποίες θα έπρεπε να εφαρμόζονται ήδη κατά τη συλλογή δεδομένων. Η Επιτροπή εξετάζει ειδικότερα την εφαρμογή του άρθρου 1 παράγραφος 2.
Τροπολογία 33
Σχέδιο απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου
Άρθρο 27, παράγραφος 2α (νέα)
2α. Προς το σκοπό αυτόν, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις παρατηρήσεις που έχουν υποβληθεί από τα κοινοβούλια και τις κυβερνήσεις των κρατών μελών, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την ομάδα εργασίας του άρθρου 29 που έχει συσταθεί με την οδηγία 95/46/ΕΚ, τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων και την ομάδα εργασίας που προβλέπει το άρθρο 25α της παρούσας απόφασης-πλαισίου.

(1) ΕΕ C 306E, 15.12.2006, σ. 263.
(2) ΕΕ C 125E, 22.5.2008, σ. 154.


Αποφάσεις της Επιτροπής Αναφορών κατά το 2007
PDF 331kWORD 107k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2008 σχετικά με τις διαβουλεύσεις της Επιτροπής Αναφορών κατά το 2007 (2008/2028(INI))
P6_TA(2008)0437A6-0336/2008

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη τα προηγούμενα ψηφίσματά του σχετικά με τις εργασίες της Επιτροπής Αναφορών, και συγκεκριμένα το ψήφισμά του της 21ης Ιουνίου 2007 για τα αποτελέσματα της διερευνητικής αποστολής στις περιφέρειες της Ανδαλουσίας, της Βαλένθια και της Μαδρίτης που διεξήχθη εξ ονόματος της Επιτροπής Αναφορών(1),

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 21 και 194 της Συνθήκης ΕΚ,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 45 και το άρθρο 192, παράγραφος 6, του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Αναφορών (A6-0336/2008),

Α.   αναγνωρίζοντας τη μοναδική σημασία της διαδικασίας των αναφορών, η οποία παρέχει σε μεμονωμένους πολίτες τη δυνατότητα να εφιστούν την προσοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε συγκεκριμένα ζητήματα που τους αφορούν άμεσα και που καλύπτουν τομείς δραστηριότητας της Ένωσης,

B.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή Αναφορών πρέπει να καταβάλλει συνεχώς προσπάθειες για να βελτιώσει την αποτελεσματικότητά της προκειμένου να εξυπηρετήσει καλύτερα τους πολίτες της ΕΕ και να ανταποκριθεί στις προσδοκίες τους,

Γ.   γνωρίζοντας ότι, παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει σημειώσει η ανάπτυξη των δομών και των πολιτικών της Ένωσης κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι πολίτες εξακολουθούν να εντοπίζουν πολλές αδυναμίες κατά την εφαρμογή των πολιτικών και των προγραμμάτων της Ένωσης καθώς τους επηρεάζουν άμεσα,

Δ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τη Συνθήκη ΕΚ, οι πολίτες της ΕΕ έχουν όχι μόνο το δικαίωμα αναφοράς προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αλλά μπορούν επίσης να υποβάλλουν τις καταγγελίες τους και σε άλλα θεσμικά όργανα ή φορείς της ΕΕ, κυρίως στην Επιτροπή,

Ε.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι δράσεις προώθησης και πληροφόρησης όσον αφορά το δικαίωμα αναφοράς των πολιτών προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι πάντα απαραίτητες σε εθνικό επίπεδο για την αφύπνιση του ενδιαφέροντος του κοινού και, κυρίως, την αποφυγή της σύγχυσης μεταξύ των διαφόρων διαδικασιών υποβολής καταγγελιών,

ΣΤ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι ευθύνη των κρατών μελών να εφαρμόζουν τους κοινοτικούς κανονισμούς και τις κοινοτικές οδηγίες και ότι την ευθύνη αυτή μπορούν να την εκχωρούν σε περιφερειακές ή τοπικές πολιτικές αρχές αναλόγως των συνταγματικών τους ρυθμίσεων,

Ζ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το Κοινοβούλιο νομιμοποιείται να ασκεί δημοκρατικό έλεγχο και εποπτεία στις πολιτικές της Ένωσης, έχοντας υπόψη τη σημαντική αρχή της επικουρικότητας, προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι νόμοι της Ένωσης γίνονται ορθώς κατανοητοί και εφαρμόζονται σωστά καθώς και ότι πληρούν τον σκοπό για τον οποίο σχεδιάστηκαν, συζητήθηκαν και εγκρίθηκαν από τα αρμόδια θεσμικά όργανα της Ένωσης,

Η.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι πολίτες της ΕΕ και οι κάτοικοι της Ένωσης μπορούν να συμμετέχουν ενεργά στην εν λόγω δραστηριότητα ασκώντας το δικαίωμα αναφοράς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο γνωρίζοντας ότι οι ανησυχίες τους θα εξεταστούν και θα διερευνηθούν από την αρμόδια επιτροπή και ότι θα τους δοθεί προσήκουσα απάντηση,

Θ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ισχύουσες Συνθήκες περιέχουν ήδη δεσμεύσεις περί σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της ισότητας και των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, των βασικών δηλαδή αξιών της ευρωπαϊκής κοινωνίας, και λαμβάνοντας υπόψη ότι οι νέες Συνθήκες για την Ευρωπαϊκή Ένωση και για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εάν επικυρωθούν και από τα 27 κράτη μέλη, θα ενισχύσουν περαιτέρω τον σεβασμό αυτόν μέσω της ενσωμάτωσης του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων που προβλέπει την προσχώρηση της Ένωσης στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και θεσπίζει νομική βάση για τις νομοθετικές πρωτοβουλίες των πολιτών, καθώς και κατάλληλο σύστημα διοικητικού δικαίου για τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα,

Ι.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση θεσπίζει διαδικασίες με τις οποίες η Ένωση μπορεί να αναλάβει δράση για την αντιμετώπιση σοβαρών και επίμονων παραβιάσεων των θεμελιωδών αρχών της Ένωσης από κάποιο κράτος μέλος, όπως αυτές προβλέπονται στο άρθρο 6 της εν λόγω Συνθήκης,

ΙΑ.   υπενθυμίζοντας συναφώς ότι οι πολίτες της ΕΕ υποβάλλουν συχνά αναφορές στο Κοινοβούλιο ζητώντας αποκατάσταση όταν αισθάνονται ότι παραβιάζονται τα αναγνωρισμένα από τις Συνθήκες δικαιώματά τους και όταν θεωρούν ότι τα ένδικα μέσα είναι ακατάλληλα, μη πρακτικά, υπερβολικά χρονοβόρα ή, πράγμα που συμβαίνει συχνά, δαπανηρά,

ΙΒ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή Αναφορών, ως αρμόδια επιτροπή, έχει καθήκον όχι μόνο να απαντά σε ατομικές αναφορές αλλά και να προσπαθεί να επιλύει ικανοποιητικά τα προβλήματα που θίγουν οι αναφέροντες εντός κατάλληλου χρονικού πλαισίου, και λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτό αποτελεί τον βασικό σκοπό του έργου της,

ΙΓ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι λύσεις των προβλημάτων που θίγουν οι αναφέροντες προκύπτουν συνήθως μέσα από την εμπιστευτική συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής Αναφορών αφενός και της Επιτροπής, των κρατών μελών και των περιφερειακών και τοπικών αρχών τους αφετέρου, που από κοινού παρέχουν εξωδικαστικές λύσεις,

ΙΔ.   λαμβάνοντας υπόψη, ωστόσο, ότι τα κράτη μέλη και οι περιφερειακές ή τοπικές αρχές δεν έχουν πάντοτε σαφή βούληση όσον αφορά την εξεύρεση πρακτικών λύσεων στα προβλήματα που θίγουν οι αναφέροντες,

ΙΕ.   λαμβάνοντας επίσης υπόψη ότι οι αναφέροντες, παρότι οι ισχυρισμοί τους δεν είναι πάντοτε βάσιμοι, δικαιούνται να λαμβάνουν εξηγήσεις και απαντήσεις από την αρμόδια επιτροπή,

P.  ΙΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ενισχυμένος διοργανικός συντονισμός πρέπει να καταστήσει περισσότερο αποτελεσματική την αναπομπή των μη παραδεκτών αναφορών στις εθνικές αρχές,

ΙΖ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αναφορές είναι δυνατό να χαρακτηριστούν μη παραδεκτές εάν δεν εμπίπτουν στους τομείς δραστηριότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαδικασία υποβολής αναφορών δεν συνιστά μέθοδο που πρέπει να χρησιμοποιείται από τους πολίτες ως μέσο προσφυγής κατά αποφάσεων των αρμόδιων εθνικών νομικών ή πολιτικών αρχών με τις οποίες ενδεχομένως διαφωνούν,

ΙΗ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι σημαντικό να εξοπλιστεί το Κοινοβούλιο με τα αναγκαία μέσα σε επίπεδο αρμοδιοτήτων, κανόνων, διαδικασιών και πόρων ώστε να ανταποκρίνεται αποτελεσματικά και έγκαιρα στις αναφορές που λαμβάνει,

ΙΘ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαδικασία υποβολής αναφορών μπορεί να συμβάλει εποικοδομητικά στη βελτίωση της νομοθεσίας, κυρίως μέσω του εντοπισμού τομέων, τους οποίους επισημαίνουν οι αναφέροντες, όπου το ισχύον κοινοτικό δίκαιο παρουσιάζει αδυναμίες ή είναι αναποτελεσματικό σε σχέση με τους στόχους της συναφούς νομοθετικής πράξης, και λαμβάνοντας υπόψη ότι με τη συνεργασία και υπό τον έλεγχο της αρμόδιας νομοθετικής επιτροπής τέτοιου είδους καταστάσεις είναι δυνατό να αντιμετωπισθούν μέσω της αναθεώρησης των συναφών νομοθετικών πράξεων,

Κ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαδικασία υποβολής αναφορών συμβάλλει επίσης σημαντικά στον εντοπισμό περιπτώσεων στις οποίες τα κράτη μέλη δεν εφαρμόζουν σωστά την κοινοτική νομοθεσία, γεγονός το οποίο σε αρκετές περιπτώσεις οδηγεί την Επιτροπή να κινήσει διαδικασίες επί παραβάσει δυνάμει του άρθρου 226 της Συνθήκης ΕΚ,

ΚΑ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διαδικασίες επί παραβάσει αποσκοπούν να υποχρεώσουν τα κράτη μέλη να συμμορφωθούν με το ισχύον κοινοτικό δίκαιο και ότι, επιπλέον, η σχετική απόφαση εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής χωρίς να υπάρχει καμία πρόβλεψη για άμεση συμμετοχή του Κοινοβουλίου στην εν λόγω διαδικασία· επισημαίνοντας, ωστόσο, ότι περίπου το ένα τρίτο των διαδικασιών επί παραβάσει σχετίζονται με ζητήματα που υποβλήθηκαν από αναφέροντες στο Κοινοβούλιο,

ΚΒ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διαδικασίες επί παραβάσει, ακόμη και αν έχουν επιτυχή έκβαση, μπορεί να μην παρέχουν άμεσα αποκατάσταση στους μεμονωμένους αναφέροντες για τα συγκεκριμένα ζητήματα που έθιξαν, και λαμβάνοντας υπόψη ότι το γεγονός αυτό αμβλύνει την εμπιστοσύνη των πολιτών στην ικανότητα των θεσμικών οργάνων της ΕΕ να ανταποκρίνονται στις προσδοκίες τους,

ΚΓ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2007, που ο αριθμός των μελών της Επιτροπής Αναφορών αυξήθηκε από 25 σε 40, το Κοινοβούλιο έλαβε 1 506 αναφορές, (αύξηση 50% σε σχέση με το 2006) εκ των οποίων οι 1 089 κρίθηκαν παραδεκτές,

ΚΔ.   επισημαίνοντας ότι το 2007, στις συνεδριάσεις της Επιτροπής Αναφορών συμμετείχαν συνολικά 159 αναφέροντες, χωρίς να συμπεριλαμβάνονται πολλοί άλλοι που ήταν παρόντες στις διαδικασίες ως παρατηρητές,

ΚΕ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά το 2007 οργανώθηκαν έξι διερευνητικές επισκέψεις στη Γερμανία, στην Ισπανία, στην Ιρλανδία, στην Πολωνία, στη Γαλλία και στην Κύπρο, βάσει των οποίων συντάχθηκαν στη συνέχεια εκθέσεις και διατυπώθηκαν συστάσεις που εστάλησαν κατόπιν σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη και ειδικά στους αναφέροντες,

Z.  ΚΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι πραγματοποιήθηκαν εννέα συνεδριάσεις της ολομέλειας της επιτροπής στις οποίες συζητήθηκαν πάνω από 500 διαφορετικές αναφορές, με την πολύτιμη συνδρομή εκπροσώπων της Επιτροπής, και ότι όλοι οι αναφέροντες ενημερώθηκαν για το αποτέλεσμα,

ΚΖ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανησυχία των πολιτών της ΕΕ, όπως προκύπτει από τη διαδικασία υποβολής αναφορών, εστιάζεται κυρίως στους ακόλουθους τομείς: στο περιβάλλον και στην προστασία του, συμπεριλαμβανομένων των αδυναμιών της οδηγίας για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΕΠΕ), της οδηγίας πλαισίου για τα ύδατα, της οδηγίας για το πόσιμο νερό, των οδηγιών για τα απόβλητα, της οδηγίας για τους οικοτόπους, της οδηγίας για τα πτηνά, της οδηγίας σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, και άλλων, και, μεταξύ άλλων, σε γενικούς φόβους για τη ρύπανση και την αλλαγή του κλίματος, τα ατομικά δικαιώματα και τα δικαιώματα ατομικής ιδιοκτησίας, τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, την ελεύθερη κυκλοφορία και τα δικαιώματα των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και άλλων διατάξεων κοινωνικής ασφάλισης, της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της φορολογίας, της αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων, της ελευθερίας εγκατάστασης, και καταγγελιών για διακρίσεις λόγω ιθαγένειας, φύλου ή συμμετοχής σε μειονότητα,

ΚΗ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αναφορές και η διαδικασία εξέτασής τους το 2007 αφορούσαν μείζονα σύγχρονα προβλήματα όπως η κλιματική αλλαγή, η υποβάθμιση της βιοποικιλότητας, η λειψυδρία, ο κανονισμός περί χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και ο ενεργειακός εφοδιασμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

ΚΘ.   έχοντας υπόψη τις σταθερές και εποικοδομητικές σχέσεις που έχουν καθιερωθεί μεταξύ του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, ο οποίος είναι αρμόδιος για τη διερεύνηση των καταγγελιών των πολιτών για κρούσματα κακοδιοίκησης στα θεσμικά όργανα της ΕΕ, και της Επιτροπής Αναφορών, η οποία υποβάλλει τακτικά εκθέσεις στο Κοινοβούλιο σχετικά με την ετήσια έκθεση του Διαμεσολαβητή ή τις ειδικές εκθέσεις –που αποτελούν το έσχατο μέσο δράσης που έχει στη διάθεσή του ο Διαμεσολαβητής όταν δεν εισακούγονται οι συστάσεις του– όπως αυτή που εκπονήθηκε το 2007,

Λ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι με απόφαση της Διάσκεψης των Προέδρων στις 15 Νοεμβρίου 2007 απορρίφθηκε αίτημα της αρμόδιας επιτροπής, υποβληθέν τον Ιούνιο του 2005, να της δοθεί άδεια να συντάξει έκθεση με αντικείμενο ειδική έκθεση του Διαμεσολαβητή προς το Κοινοβούλιο για κρούσμα κακοδιοίκησης στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης,

ΛΑ.   έχοντας υπόψη τις μελλοντικές εξελίξεις που θα επιφέρουν ακόμη μεγαλύτερη αύξηση της συμμετοχής των πολιτών της ΕΕ στη δραστηριότητα και το έργο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως μέσω της θέσπισης της "πρωτοβουλίας πολιτών" που προβλέπεται στη Συνθήκη της Λισαβόνας, εάν επικυρωθεί και από τα 27 κράτη μέλη, η οποία θα δώσει τη δυνατότητα σε ένα τουλάχιστον εκατομμύριο πολίτες από διάφορα κράτη μέλη να υποβάλουν πρόταση για νέα νομοθετική πράξη, και για την οποία θα πρέπει να θεσπιστούν ειδικές διαδικασίες στις οποίες θα συμμετέχει η Επιτροπή, προς την οποία θα πρέπει να απευθύνονται αρχικά οι εν λόγω πρωτοβουλίες, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο,

ΛΒ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι εάν οι ενέργειες της Επιτροπής Αναφορών είναι αποτελεσματικές και αποδοτικές θα σταλεί ένα σαφές μήνυμα στους πολίτες ότι οι θεμιτές τους ανησυχίες τυγχάνουν της δέουσας αντιμετώπισης, γεγονός που θα εδραιώσει μια πραγματική σχέση μεταξύ των πολιτών και της ΕΕ· επισημαίνει εντούτοις ότι εάν υπάρξουν απαράδεκτες καθυστερήσεις και απροθυμία εκ μέρους των κρατών μελών να εφαρμόσουν τις απαιτούμενες συστάσεις, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, τότε αυτό θα χρησιμεύσει απλώς για την απομάκρυνση της ΕΕ από τους πολίτες και σε πολλές περιπτώσεις θα επιβεβαιώσει την άποψή τους ότι υπάρχει δημοκρατικό έλλειμμα,

ΛΓ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά τη διάρκεια του 2007 τα μέλη της Επιτροπής Αναφορών είχαν στη διάθεσή τους τη σημαντικά βελτιωμένη βάση δεδομένων και το εργαλείο διαχείρισης ηλεκτρονικών αναφορών που σχεδίασε η γραμματεία της σε συνεργασία με την αρμόδια για τις τεχνολογίες των πληροφοριών υπηρεσία, που παρέχουν σε όλα τα μέλη της επιτροπής και στις πολιτικές ομάδες άμεση πρόσβαση σε όλες τις αναφορές και στη συναφή τεκμηρίωση, βελτιώνοντας έτσι την ικανότητά τους να εξυπηρετούν αποτελεσματικά τους αναφέροντες,

ΛΔ.   επισημαίνοντας, ωστόσο, ότι το Κοινοβούλιο δεν μπόρεσε να παράσχει τους πόρους που ζητήθηκαν στο ψήφισμα του περασμένου έτους σχετικά με το έργο της Επιτροπής Αναφορών και που είναι απαραίτητοι για τη βελτίωση των δυνατοτήτων της ηλεκτρονικής διαδικασίας υποβολής αναφορών και για την εφαρμογή του άρθρου 192, παράγραφος 2 του Κανονισμού του Κοινοβουλίου, σύμφωνα με το οποίο "δημιουργείται ηλεκτρονικός κατάλογος στον οποίο οι πολίτες μπορούν να υποστηρίξουν τον αναφέροντα, προσυπογράφοντας ηλεκτρονικά αναφορές που έχουν κηρυχθεί παραδεκτές και έχουν εγγραφεί στο γενικό δημόσιο πρωτόκολλο",

ΛΕ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι σημαντικό οι πολίτες της ΕΕ να ενημερώνονται σωστά για το έργο της Επιτροπής Αναφορών ενόψει της εκλογής των νέων μελών του Κοινοβουλίου κατά τις προσεχείς εκλογές της ΕΕ οι οποίες έχουν προγραμματιστεί για τον Ιούνιο του 2009,

1.   επιδοκιμάζει τη στενή συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής Αναφορών και του Διαμεσολαβητή και των υπηρεσιών της Επιτροπής καθώς και το κλίμα συνεργασίας που επικρατεί μεταξύ των δύο θεσμικών οργάνων που αμφότερα επιδιώκουν να ανταποκρίνονται στις ανησυχίες που εκφράζουν οι πολίτες της ΕΕ· πιστεύει ακράδαντα, πάντως, ότι πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην περαιτέρω ενίσχυση των ανεξάρτητων ερευνητικών δυνατοτήτων της Επιτροπής Αναφορών, ιδίως μέσω της ενίσχυσης της γραμματείας της και των νομικών της υπηρεσιών· δεσμεύεται να εκσυγχρονίσει περαιτέρω τις εσωτερικές διαδικασίες της Επιτροπής Αναφορών προκειμένου να διευκολύνει περαιτέρω τη διαδικασία αναφορών, κυρίως με σεβασμό προς το χρονοδιάγραμμα εντός του οποίου εξετάζονται οι αναφορές, το παραδεκτό τους, την έρευνα και την παρακολούθηση, την οργάνωση των συνεδριάσεων της επιτροπής, τη συνεργασία με τις άλλες κοινοβουλευτικές επιτροπές που μπορεί να έχουν ενδιαφέρον ή αρμοδιότητα σε σχέση με ορισμένες αναφορές, και τις πρωτοβουλίες της επιτροπής όπως οι διερευνητικές αποστολές·

2.   υπογραμμίζει ότι η κανονιστική σημασία του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων θα αναγνωριστεί, εάν επικυρωθεί πλήρως η Συνθήκη της Λισαβόνας, γεγονός που θα κατοχυρώσει επισήμως τον αυτόνομο δεσμευτικό χαρακτήρα του, και υπενθυμίζει την αναγκαιότητα της λήψης απτών μέτρων προκειμένου να προσδιοριστεί ο αντίκτυπός του στα δικαιώματα των πολιτών και, κατά συνέπεια, στο έργο και τις αρμοδιότητες της Επιτροπής Αναφορών·

3.   διατυπώνει εκ νέου προς τον Γενικό Γραμματέα του τα αιτήματά του περί επείγουσας αναθεώρησης της "διαδικτυακής πύλης των πολιτών" στον ιστότοπο του Κοινοβουλίου με στόχο την ενίσχυση της προβολής του δικαιώματος αναφοράς μέσω της διαδικτυακής πύλης, και περί διασφάλισης της δυνατότητας των πολιτών να προσυπογράφουν ηλεκτρονικά αναφορές τις οποίες επιθυμούν να υποστηρίξουν, όπως προβλέπει το άρθρο 192, παράγραφος 2 του Κανονισμού· τονίζει ότι η διαδικτυακή πύλη πρέπει να διασφαλίζει διαλειτουργικότητα του λογισμικού για τη φυλλομέτρηση προκειμένου οι πολίτες να έχουν ίσα δικαιώματα πρόσβασης·

4.   εκτιμά ότι η ισχύουσα διαδικασία καταχώρισης αναφορών καθυστερεί υπερβολικά την εξέτασή τους και ανησυχεί διότι αυτό μπορεί να εκληφθεί ως έλλειψη ευαισθησίας προς τους αναφέροντες· καλεί επομένως επειγόντως τον Γενικό Γραμματέα του να λάβει τα απαραίτητα μέτρα ώστε η καταχώριση των αναφορών να γίνεται πλέον στη γραμματεία της αρμόδιας επιτροπής και όχι στη Γενική Διεύθυνση της Προεδρίας·

5.   ζητεί την έναρξη διαπραγματεύσεων μεταξύ Κοινοβουλίου και Επιτροπής με στόχο τον καλύτερο συντονισμό των εργασιών τους επί των καταγγελιών κατά τρόπο ο οποίος θα διευκολύνει, θα απλοποιεί και θα εκσυγχρονίζει τις διαδικασίες καταγγελίας και θα τις καθιστά περισσότερο διαφανείς και ταχείες· ζητεί από τον Γενικό Γραμματέα να ενημερώσει την Επιτροπή Αναφορών εντός έξι μηνών·

6.   υποστηρίζει την τυποποίηση μιας διαδικασίας μέσω της οποίας θα διαβιβάζονται στο δίκτυο SOLVIT οι αναφορές που άπτονται της εσωτερικής αγοράς, με στόχο τη σημαντική επίσπευση της διαδικασίας αναφοράς σε θέματα της εσωτερικής αγοράς όπως οι φόροι αυτοκινήτων, η αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, οι άδειες διαμονής, οι συνοριακοί έλεγχοι και η πρόσβαση στην παιδεία, ενώ ταυτόχρονα το Κοινοβούλιο θα διατηρεί το δικαίωμά του να εξετάζει το ζήτημα σε περίπτωση μη εξεύρεσης ικανοποιητικής λύσης μέσω του SOLVIT·

7.   επαναλαμβάνει την ανάγκη μεγαλύτερης συμμετοχής εκ μέρους του Συμβουλίου και των Μόνιμων Αντιπροσωπειών των κρατών μελών στις δραστηριότητες της Επιτροπής Αναφορών και τους ζητεί να αυξήσουν την παρουσία και τη συμμετοχή τους προς όφελος των πολιτών·

8.   θεωρεί ότι, στο πλαίσιο της ενίσχυσης της γραμματείας της Επιτροπής Αναφορών και της ανάπτυξης του συστήματος ηλεκτρονικών αναφορών, η δημιουργία μιας μονάδας τεχνολογίας πληροφοριών και επικοινωνιών για επιγραμμική παρακολούθηση, η οποία θα απευθύνεται στους αναφέροντες θα συμβάλει στη δημιουργία μιας περισσότερο διαφανούς και αποτελεσματικής διαδικασίας μέσω, μεταξύ άλλων, τακτικών απολογισμών και αιτήσεων για συμπληρωματικές πληροφορίες· σημειώνει ότι ένα τέτοιο μέτρο θα ανταποκρινόταν καλύτερα στις προσδοκίες των πολιτών της ΕΕ βελτιώνοντας παράλληλα την άσκηση των θεσμικών αρμοδιοτήτων που κατέχει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η οικεία του Επιτροπή Αναφορών·

9.   ζητεί από την Επιτροπή να λαμβάνει πλήρως υπόψη της τις συστάσεις της Επιτροπής Αναφορών όταν αποφασίζει να κινήσει διαδικασίες επί παραβάσει κατά κρατών μελών και επαναλαμβάνει το αίτημά του περί άμεσης και επίσημης ενημέρωσης της Επιτροπής Αναφορών από την Επιτροπή σε περίπτωση έναρξης διαδικασίας επί παραβάσει που σχετίζεται με αναφορά η οποία εξετάζεται από την επιτροπή·

10.   υπογραμμίζει εν προκειμένω εκ νέου τον αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα της Επιτροπής Αναφορών καθώς και τον θεσμικό ρόλο και το καθήκον που επιτελεί έναντι των πολιτών και κατοίκων της ΕΕ·

11.   εκφράζει ανησυχία για τον υπερβολικό χρόνο που απαιτείται για την ολοκλήρωση των διαδικασιών επί παραβάσει από τις υπηρεσίες της Επιτροπής και το Δικαστήριο, εάν και όταν αυτό εμπλέκεται, και –αναγνωρίζοντας ότι η κατάσταση αυτή οφείλεται συχνά στις μεγάλες και συχνά σκόπιμες καθυστερήσεις των διοικητικών αρχών των κρατών μελών – απευθύνει έκκληση για θέσπιση αυστηρότερων χρονοδιαγραμμάτων· εκφράζει τις αμφιβολίες του για την αποτελεσματικότητα των αποκαλούμενων "οριζόντιων διαδικασιών επί παραβάσει" των οποίων η ολοκλήρωση είναι ακόμη πιο χρονοβόρα· ζητεί την αναθεώρηση της διαδικασίας επί παραβάσει ώστε να διασφαλιστεί περισσότερος σεβασμός στην εφαρμογή των κοινοτικών νομοθετικών πράξεων·

12.   καλεί τα ενδιαφερόμενα θεσμικά όργανα να αξιοποιήσουν με καλύτερο τρόπο τη διαδικασία αυτή προκειμένου να διασφαλίσουν την πλήρη τήρηση της κοινοτικής νομοθεσίας και εκφράζει τη βαθειά του λύπη για το γεγονός ότι πολύ συχνά η βραδύτητα των διαδικασιών που ακολουθούνται, και η σύγχυση που δημιουργείται συχνά ως προς το τι διακυβεύεται, οδηγεί σε εκ των πραγμάτων παραβιάσεις της κοινοτικής νομοθεσίας από τα κράτη μέλη, τα οποία ενεργούν στις περιπτώσεις αυτές υπό καθεστώς ατιμωρησίας, εις βάρος των συμφερόντων των άμεσα θιγόμενων τοπικών κοινοτήτων που έχουν υποβάλει αναφορά στο Κοινοβούλιο·

13.   θεωρεί προβληματικό το γεγονός ότι το ισχύον σύστημα παρακολούθησης του κοινοτικού δικαίου επιτρέπει στα κράτη μέλη να συμμορφώνονται την τελευταία στιγμή, λίγο πριν από την επιβολή της χρηματικής ποινής, και να μην αναλαμβάνουν ευθύνη για παρελθούσες σκόπιμες παραβιάσεις, όπως και το γεγονός ότι οι πολίτες δεν έχουν συχνά κατά τα φαινόμενα επαρκή πρόσβαση στη δικαιοσύνη και σε ένδικα μέσα σε εθνικό επίπεδο ακόμη και όταν το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι κάποιο κράτος μέλος δεν έχει σεβαστεί τα δικαιώματα των πολιτών που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο·

14.   συνιστά να δοθεί προτεραιότητα στη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας της Επιτροπής Αναφορών σε όλες τις πτυχές της λειτουργίας της από την αρχή έως το τέλος, καθώς αυτό αποτελεί πραγματική και απτή δέσμευση έναντι των πολιτών της, αποδεικνύοντας ότι η ΕΕ έχει τη βούληση και την ικανότητα να ανταποκριθεί στις θεμιτές ανησυχίες τους·

15.   εκφράζει την ανησυχία και τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι οι αναφέροντες καταγγέλλουν ότι, ακόμη και όταν η Επιτροπή Αναφορών στηρίξει επί της ουσίας τις αναφορές τους, πάρα πολύ συχνά αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες να τύχουν αποζημίωσης από τις αρμόδιες αρχές και τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια· φρονεί ότι αυτές οι συστημικές αδυναμίες πρέπει να διερευνηθούν περαιτέρω, ιδίως όταν εντοπίζονται στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, όπως προέκυψε από τα πορίσματα της εξεταστικής επιτροπής σχετικά με την κατάρρευση της Equitable Life που βασίστηκαν σε αναφορές τις οποίες έλαβε το Κοινοβούλιο και για τα οποία συντάχθηκε έκθεση το 2007·

16.   επιδοκιμάζει την ταχεία αντίδραση της Επιτροπής και του Δικαστηρίου το 2007, μεταξύ άλλων, μέσω της λήψης ασφαλιστικών μέτρων, προκειμένου να αποτρέψουν την επικείμενη καταστροφή μιας προστατευόμενης δυνάμει της κοινοτικής οδηγίας για τους οικοτόπους περιοχής στην κοιλάδα του ποταμού Rospuda λόγω της κατασκευής του οδικού άξονα Via Baltica, θέμα για το οποίο η Επιτροπή Αναφορών είχε εκπονήσει τη δική της ανεξάρτητη έρευνα και είχε πραγματοποιήσει τη δική της διερευνητική αποστολή και είχε διατυπώσει συγκεκριμένες συστάσεις· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι δεν υπήρξαν και άλλες τέτοιες περιπτώσεις·

17.   παροτρύνει την Επιτροπή, όταν εξετάζει αναφορές και καταγγελίες σχετικά με την περιβαλλοντική πολιτική – ένα από τα θέματα που πρωτίστως απασχολούν τους αναφέροντες στην ΕΕ – να βρίσκεται σε μεγαλύτερη ετοιμότητα προκειμένου να αποτρέψει παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου· επισημαίνει ότι η "αρχή της προφύλαξης" έχει ανεπαρκή νομική ισχύ στην πράξη και ότι πολύ συχνά αγνοείται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών που παρόλα αυτά είναι υποχρεωμένα να εφαρμόζουν τη Συνθήκη ΕΚ·

18.   εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν υποστηρίζει την Επιτροπή Αναφορών όταν, από τις διερευνητικές επισκέψεις κυρίως, συλλέγονται αδιάσειστα στοιχεία περί έλλειψης σεβασμού των κατοχυρωμένων στη Συνθήκη δικαιωμάτων των πολιτών, ή περί μη εφαρμογής της νομοθεσίας και απευθύνει έκκληση για τη θέσπιση νέων διαδικασιών που θα παρέχουν στο Κοινοβούλιο τη δυνατότητα να παραπέμπει απευθείας τις υποθέσεις αυτές στο Δικαστήριο·

19.   αναγνωρίζει πλήρως ότι η διαδικασία υποβολής αναφορών, όπως προβλέπει η Συνθήκη, αποσκοπεί, ωστόσο, πρωταρχικά στην εξεύρεση εξωδικαστικών τρόπων επίλυσης και διευθέτησης των προβλημάτων που θίγουν οι πολίτες της ΕΕ μέσω της πολιτικής διαδικασίας, και, στο πλαίσιο αυτό, επιδοκιμάζει το γεγονός ότι σε πολλές περιπτώσεις επιτυγχάνονται ικανοποιητικά αποτελέσματα·

20.   αναγνωρίζει επίσης ότι σε πολλές περιπτώσεις δεν μπορούν να δοθούν ικανοποιητικές λύσεις στους αναφέροντες λόγω των αδυναμιών που υφίστανται στην εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας·

21.   καλεί τις αρμόδιες νομοθετικές επιτροπές να λαμβάνουν περισσότερο υπόψη τους, κατά την επεξεργασία και τη διαπραγμάτευση νέων ή αναθεωρημένων νομοθετικών πράξεων, τα προβλήματα που εκτίθενται μέσω της διαδικασίας υποβολής αναφορών·

22.   καλεί την Επιτροπή να μεριμνήσει περισσότερο για την αξιοποίηση των Ταμείων Συνοχής σε περιοχές της ΕΕ όπου τα μεγάλα έργα κατασκευής υποδομών έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και καλεί τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν τη διάθεση των κοινοτικών κονδυλίων υπέρ της αειφόρου ανάπτυξης προς όφελος των τοπικών κοινοτήτων, εκ των οποίων όλο και περισσότερες υποβάλλουν αναφορές στο Κοινοβούλιο διαμαρτυρόμενες για την ενίοτε μη τήρηση των προτεραιοτήτων αυτών εκ μέρους των περιφερειακών και τοπικών αρχών· επιδοκιμάζει το έργο που η Επιτροπή Ελέγχου των Προϋπολογισμών και το Ελεγκτικό Συνέδριο επιτελούν στο θέμα αυτό·

23.   επισημαίνει ότι όλο και περισσότερες υποβαλλόμενες αναφορές, ιδίως από πολίτες των νέων κρατών μελών, αφορούν το ζήτημα της επιστροφής περιουσιακών στοιχείων, παρότι το θέμα αυτό εξακολουθεί να εμπίπτει κατά βάση στη δικαιοδοσία των κρατών μελών· καλεί τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη να μεριμνήσουν ώστε η νομοθεσία τους που αφορά ιδιοκτησιακά δικαιώματα λόγω αλλαγής καθεστώτος να είναι πλήρως συμβατή με τις απαιτήσεις της Συνθήκης και τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, όπως προβλέπεται και στο άρθρο 6 της Συνθήκης ΕΕ, όπως αυτή τροποποιήθηκε από τη Συνθήκη της Λισαβόνας· τονίζει ότι οι αναφορές που έχουν ληφθεί για το θέμα αυτό δεν αφορούν το ιδιοκτησιακό καθεστώς αλλά το δικαίωμα στη νομίμως αποκτηθείσα ιδιοκτησία· καλεί στο πλαίσιο αυτό την Επιτροπή να επαγρυπνεί όχι μόνο κατά τη συνεργασία της με τα σημερινά κράτη μέλη αλλά και κατά τις διαπραγματεύσεις της με τις υποψήφιες χώρες·

24.   επαναλαμβάνει τη δέσμευσή του να στηρίξει την αναγνώριση των δικαιωμάτων των πολιτών της ΕΕ σε ατομικά περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκτηθεί νόμιμα και καταδικάζει όλες τις προσπάθειες αφαίρεσης περιουσιακών στοιχείων από οικογένειες χωρίς να ακολουθηθεί η νόμιμη διαδικασία, να δοθεί εύλογη αποζημίωση ή να γίνει σεβαστή η προσωπική τους αξιοπρέπεια· υπογραμμίζει την αύξηση του αριθμού των αναφορών που υποβλήθηκαν για το θέμα αυτό το 2007, ιδίως όσον αφορά την Ισπανία, και επισημαίνει ακόμη την έκθεση και τις συστάσεις της διερευνητικής επίσκεψης που πραγματοποίησε η Επιτροπή Αναφορών για τη διερεύνηση του προβλήματος για τρίτη κατά σειρά φορά· υπογραμμίζει ότι, όσον αφορά τις οδηγίες για τις δημόσιες συμβάσεις, οι εκκρεμούσες διαδικασίες επί παραβάσει είναι ακόμη σε εξέλιξη·

25.   επισημαίνει ακόμη τις επικρίσεις που διατύπωσε η Επιτροπή Αναφορών μετά τη διερευνητική της επίσκεψη στο Loiret στη Γαλλία, το 2007 και συγκεκριμένα καλεί τις γαλλικές αρχές να αναλάβουν αποφασιστική δράση προκειμένου να διασφαλίσουν τη συμμόρφωση με τις οδηγίες της ΕΕ, οι οποίες ενδέχεται να παραβιαστούν εάν συνεχιστούν τα προβλεπόμενα έργα κατασκευής γεφυρών στον ποταμό Λίγηρα, έχοντας υπόψη ότι η κοιλάδα του Λίγηρα δεν προστατεύεται μόνο από την οδηγία για τους οικοτόπους και από την οδηγία για τα πτηνά, αλλά και ότι αποτελεί περιοχή παγκόσμιας κληρονομιάς υπό την προστασία της Unesco και ένα από τα τελευταία εναπομείναντα συστήματα ορμητικών υδάτων στην Ευρώπη·

26.   εκφράζει τη συνεχή ανησυχία του για την αδυναμία εφαρμογής των διατάξεων της οδηγίας για το πόσιμο νερό στην Ιρλανδία, για τη μη διενέργεια εκτίμησης πριν την απόφαση του 2007 για την απομάκρυνση εθνικού μνημείου που βρισκόταν στο Lismullin στη σχεδιαζόμενη διαδρομή του αυτοκινητοδρόμου M3 κοντά στην Tara στην κομητεία Meath που είχε ως αποτέλεσμα την απόφαση της Επιτροπής να προσφύγει κατά της Ιρλανδίας στο Δικαστήριο, επειδή η γενικότερη στάση της χώρας αυτής όσον αφορά την απομάκρυνση των εθνικών μνημείων σε περιπτώσεις, όπως αυτή στο Lismullin, δεν συνάδει πλήρως με τις απαιτήσεις της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ(2), για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι τοπικές κοινότητες στο Limerick, και για άλλα ζητήματα που αναφέρονται στην έκθεση της διερευνητικής επίσκεψης στην Ιρλανδία την οποία πραγματοποίησε η Επιτροπή Αναφορών το 2007· επισημαίνει ότι ορισμένα από τα θέματα αυτά αποτελούν επί του παρόντος αντικείμενο διαδικασιών επί παραβάσει·

27.   επισημαίνει την έκθεση της διερευνητικής επίσκεψης στην Πολωνία, η οποία περιέχει συστάσεις για την προστασία της κοιλάδας του ποταμού Rospuda και του τελευταίου παρθένου δάσους της Ευρώπης· καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει να συνεργάζεται με τις πολωνικές αρχές προς την κατεύθυνση της εξεύρεσης εναλλακτικών διαδρομών για το οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο Via Baltica όπως συνιστά η έκθεση της Επιτροπής Αναφορών· ενθαρρύνει ακόμη την Επιτροπή να εξασφαλίσει τα απαιτούμενα κονδύλια ώστε να αποσυμφορηθεί το οδικό δίκτυο του Augustow με τρόπο που να προστατεύεται ο τοπικός πληθυσμός καθώς και το περιβάλλον στην περιοχή αυτή·

28.   σημειώνει τη διερευνητική επίσκεψη που πραγματοποίησε ο πρόεδρος και τα μέλη της Επιτροπής Αναφορών στην Κύπρο τον Νοέμβριο του 2007· καλεί τις ενδιαφερόμενες πλευρές να συνεχίσουν τις προσπάθειές τους προκειμένου να ανευρεθεί λύση μέσα από τις διαπραγματεύσεις για τα εκκρεμή ζητήματα που απασχολούν τους αναφέροντες, ιδίως όσον αφορά τη ζώνη αποκλεισμού της Αμμοχώστου, η οποία πρέπει να επιστραφεί στους νόμιμους ιδιοκτήτες της και χαιρετίζει το γεγονός ότι οι δύο πλευρές συνεχίζουν σε νέο πλαίσιο το διάλογο για την επίλυση του θέματος των περιουσιών· τονίζει επιπλέον τη σημασία της άμεσης εφαρμογής του ψηφίσματος 550 του Συμβουλίου Ασφαλείας των ΗΕ (1984), το οποίο θεσπίζει την υποχρέωση επιστροφής της πόλης της Αμμοχώστου στους νόμιμους κατοίκους της·

29.   επισημαίνει τον αυξανόμενο αριθμό αναφορών και επιστολών που λαμβάνει η Επιτροπή Αναφορών σχετικά με το ιδιαίτερα ευαίσθητο θέμα της επιμέλειας των παιδιών για το οποίο είναι πολύ δύσκολο να ληφθούν μέτρα, όπως επί παραδείγματι στην περίπτωση αναφορών σχετικά με τη γερμανική Jugendamt, λόγω της εμπλοκής των δικαστηρίων σε πολλές περιπτώσεις, και λόγω του γεγονότος ότι –εκτός από τις περιπτώσεις γονέων που προέρχονται από διαφορετικές χώρες μέλη της ΕΕ– δύσκολα στοιχειοθετείται αρμοδιότητα της ΕΕ·

30.   αναφέρει ότι το 2007 πολλοί βρετανοί αναφέροντες οι περιουσίες των οποίων κατασχέθηκαν από τις βρετανικές τελωνειακές και φορολογικές αρχές δεν είχαν ακόμη λάβει αποζημίωση παρότι η Επιτροπή σταμάτησε τη διαδικασία επί παραβάσει κατά του Ηνωμένου Βασιλείου λόγω μη τήρησης της υποχρέωσης εκ της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων· καλεί τις βρετανικές αρχές να βρουν δίκαιη λύση που θα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την καταβολή χαριστικών πληρωμών σε αναφέροντες που υπέστησαν σοβαρή οικονομική ζημία προτού οι αρχές αναθεωρήσουν την πρακτική τους και αρχίσουν, σύμφωνα με την Επιτροπή, να ενεργούν σύμφωνα με τις σχετικές οδηγίες·

31.   αναφέρει επίσης το γεγονός ότι, στην Ελλάδα, οι τελωνειακές αρχές εξακολουθούν να κατάσχουν, ως έκτακτο μέτρο μόνον, τα αυτοκίνητα των ελλήνων υπηκόων που διαμένουν προσωρινά στο εξωτερικό και επιστρέφουν στην Ελλάδα με ξένες πινακίδες κυκλοφορίας, πολλοί από τους οποίους μάλιστα έχουν κατηγορηθεί για λαθρεμπόριο χωρίς να εφαρμοστεί στην περίπτωσή τους η νόμιμη διαδικασία, θέμα για το οποίο η Επιτροπή Αναφορών έχει υποβάλει παλαιότερα έκθεση στο Κοινοβούλιο· καλεί τις ελληνικές αρχές να καταβάλουν αποζημίωση στους αναφέροντες που υπήρξαν θύματα αυτής της πρακτικής· σημειώνει την απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων C-156/04 (7 Ιουνίου 2007) η οποία θεωρεί ικανοποιητικές τις περισσότερες από τις εξηγήσεις που παρέσχον οι ελληνικές αρχές στην υπόθεση αυτή· χαιρετίζει την εφαρμογή της νέας νομοθεσίας που ενέκριναν οι ανωτέρω αρχές με σκοπό την αντιμετώπιση των ελλείψεων τις οποίες επεσήμανε η προαναφερθείσα απόφαση·

32.   εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι μεταξύ των παλαιότερων εκκρεμών αναφορών οι οποίες εξετάζονται ακόμη, η υπόθεση των "Lettori", των καθηγητών ξένων γλωσσών στην Ιταλία, παραμένει χωρίς λύση παρά τις δύο αποφάσεις του Δικαστηρίου και τη στήριξη που παρέχουν η Επιτροπή και η Επιτροπή Αναφορών στις αξιώσεις και τις προσφυγές των ενδιαφερομένων· καλεί τις ιταλικές αρχές και τα αναμεμειγμένα πανεπιστήμια, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των πανεπιστημίων της Γένοβα, της Πάντοβα και της Νάπολης, να μεριμνήσουν για τη δίκαιη επίλυση των εν λόγω σύννομων αξιώσεων·

33.   υπενθυμίζει ότι μεταξύ των αναφορών που εξέτασε η Επιτροπή Αναφορών το 2007 συγκαταλέγεται – παρότι υποβλήθηκε για πρώτη φορά το 2006– η λεγόμενη αναφορά της "μίας έδρας", η οποία υποστηρίχθηκε από 1 250 000 πολίτες της ΕΕ και η οποία ζητά να έχει το Κοινοβούλιο μία μοναδική έδρα στις Βρυξέλλες· επισημαίνει ότι τον Οκτώβριο του 2007 ο Πρόεδρος ανέπεμψε την αναφορά στην Επιτροπή Αναφορών, η οποία κάλεσε στη συνέχεια το Κοινοβούλιο να γνωμοδοτήσει για το θέμα, έχοντας υπόψη ότι ο καθορισμός της έδρας του θεσμικού οργάνου διέπεται από τις διατάξεις της Συνθήκης και ότι αρμόδια για τη λήψη της σχετικής απόφασης είναι τα κράτη μέλη·

34.   αποφασίζει να επανεξετάσει κατά την επόμενη κοινοβουλευτική περίοδο την απόδοση της ονομασίας της Επιτροπής Αναφορών σε όλες τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ προκειμένου να διασφαλίσει ότι η ονομασία αποδίδει τη φύση της Επιτροπής Αναφορών με κατανοητό τρόπο, πράγμα που φαίνεται ότι δεν ισχύει σήμερα σε ορισμένες γλώσσες και προκειμένου επίσης να τονίσει το στοιχείο της συμμετοχικής δημοκρατίας στο δικαίωμα αναφοράς· προτείνει τον όρο "Επιτροπή Αναφορών των Πολιτών" καθώς αυτός ενδέχεται να είναι περισσότερο κατανοητός·

35.   εκφράζει ανησυχία για τον αριθμό των αναφορών που του υποβλήθηκαν σχετικά με τα προβλήματα εγγραφής στους εκλογικούς καταλόγους που αντιμετωπίζουν οι πολίτες της ΕΕ, οι οποίοι είναι εκπατρισμένοι ή ανήκουν σε κάποια μειονότητα σε κράτος μέλος· καλεί όλα τα κράτη μέλη να σεβαστούν τις ρυθμίσεις υπέρ όλων των πολιτών και των νομίμων κατοίκων της ΕΕ προκειμένου να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη συμμετοχή τους στις προσεχείς εκλογές της ΕΕ·

36.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα καθώς και την έκθεση της Επιτροπής Αναφορών στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, καθώς και στις κυβερνήσεις και στα κοινοβούλια των κρατών μελών, στις επιτροπές αναφορών τους και στους εθνικούς τους διαμεσολαβητές ή παρεμφερείς αρμόδιους φορείς.

(1) ΕΕ C 146 E, 12.6.2008, σ. 340.
(2) Οδηγία του Συμβουλίου 85/337/ΕΟΚ της 27ης Ιουνίου 1985 σχετικά με την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων δημόσιων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ L 175, 5.7.1985, σ. 40).


Η κατάσταση και οι προοπτικές της γεωργίας στις ορεινές περιοχές
PDF 319kWORD 110k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2008 σχετικά με την κατάσταση και τις προοπτικές της γεωργίας στις ορεινές περιοχές (2008/2066(INI))
P6_TA(2008)0438A6-0327/2008

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 6ης Σεπτεμβρίου 2001 σχετικά με τα 25 χρόνια εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας για τη γεωργία στις ορεινές περιοχές(1),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 16ης Φεβρουαρίου 2006 σχετικά με την εφαρμογή μιας δασικής στρατηγικής για την Ευρωπαϊκή Ένωση(2),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 12ης Μαρτίου 2008 σχετικά με τον "έλεγχο της υγείας" της ΚΑΠ(3),

–   έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση πρωτοβουλίας της Επιτροπής των Περιφερειών με τίτλο "Για μια Πράσινη Βίβλο - Προς μια πολιτική της ΕΕ για τα όρη: ένα ευρωπαϊκό όραμα για τους ορεινούς όγκους"(4),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Περιφερειακής Ανάπτυξης (A6-0327/2008),

A.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ορεινές περιοχές αποτελούν το 40% του εδάφους της Ευρώπης και είναι πατρίδα του 19% των πολιτών της Ευρώπης,

Β.   λαμβάνοντας υπόψη ότι σε ορισμένα κράτη μέλη όπως η Ελλάδα, η Ισπανία, η Ιταλία, η Αυστρία και η Πορτογαλία οι ορεινές περιοχές καλύπτουν τμήμα μεγαλύτερο από το 50% της επικράτειας τους και ότι στις εν λόγω περιοχές ο αγροτικός πληθυσμός παραμένει σημαντική συνιστώσα,

Γ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ορεινές περιοχές (ιδιαίτερα τα υψηλά όρη και τα υψίπεδα) είναι τοπία πολιτιστικού ενδιαφέροντος που αντικατοπτρίζουν την αρμονική αλληλεπίδραση ανθρώπου και βιοσυστημάτων και ανήκουν στη φυσική κληρονομιά,

Δ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ορεινές περιοχές υφίστανται έντονα τις επιπτώσεις των κλιματικών αλλαγών και των ακραίων καιρικών φαινομένων όπως ξηρασία, πυρκαγιές κλπ.,

Ε.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το τοπίο των ορεινών περιοχών δεν είναι ενιαίο αλλά αποτελείται από διάφορα είδη ορεινών όγκων με διαφορετικό υψόμετρο (υψηλά όρη, υψίπεδα, παγετώνες, αντιπαραγωγικές περιοχές),

ΣΤ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ορεινές περιοχές διακρίνονται εξαιτίας ειδικών παραγόντων (πλαγιές, υψομετρικές διαφορές, αδυναμία πρόσβασης, ανάπτυξη, συντομότερες φυσικές περίοδοι ανάπτυξης, χαμηλή ποιότητα εδάφους, καιρικές και ειδικές κλιματικές συνθήκες) από άλλα φυσικά τοπία στην Ευρωπαϊκή Ένωση και πάσχουν από μόνιμα φυσικά μειονεκτήματα με αποτέλεσμα την σταδιακή απερήμωσή τους και τη μείωση της γεωργικής παραγωγής στις εν λόγω περιοχές,

Ζ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ορεινές περιοχές (ιδιαίτερα τα υψηλά όρη και τα υψίπεδα) διαθέτουν δυναμικό ή αποτελούν πρότυπα για υψηλής αξίας προϊόντα, υπηρεσίες και περιοχές αναψυχής, που μπορεί να ενεργοποιηθεί μόνιμα μόνο με μια ολοκληρωμένη χρησιμοποίηση των πόρων και παραδόσεων με μακρόπνοο χαρακτήρα,

Η.   λαμβάνοντας υπόψη ότι στις ορεινές περιοχές παράγονται κτηνοτροφικά προϊόντα ιδιαίτερων ποιοτικών χαρακτηριστικών και ότι στην παραγωγική τους διαδικασία πραγματοποιείται ολοκληρωμένη και αειφόρα αξιοποίηση των φυσικών πόρων, των βοσκοτόπων και των ειδικών προσαρμοσμένων ποικιλιών νομευτικών φυτών, αλλά και αξιοποίηση της παραδοσιακής τεχνολογίας,

Θ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι τα βουνά (ιδιαίτερα τα υψηλά όρη και τα υψίπεδα) είναι "πολυλειτουργικοί" οικότοποι όπου η οικονομία και η γεωργία είναι στενά συνδεδεμένες με κοινωνικούς, πολιτισμικούς και οικολογικούς παράγοντες και ότι ως εκ τούτου είναι αναγκαίο να υποστηριχθούν οικονομικά οι περιοχές αυτές με τη διάθεση των κατάλληλων πόρων,

Ι.   λαμβάνοντας υπόψη ότι εξαιτίας μόνιμων διαρθρωτικών ελλειμμάτων, η οικονομία των ορεινών περιοχών είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη στις μεταβολές της οικονομικής συγκυρίας και εξαρτάται μακροπρόθεσμα από τη διαφοροποίηση και εξειδίκευση των διαδικασιών παραγωγής,

ΙΑ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχουν ήδη ευρωπαϊκές συμβάσεις για την προστασία ορισμένων ορεινών περιοχών, όπως η Σύμβαση για την προστασία των Άλπεων της 7ης Νοεμβρίου 1991 (Σύμβαση των Άλπεων) και η Σύμβαση πλαίσιο για την προστασία και τη βιώσιμη ανάπτυξη των Καρπαθίων της 22ας Μαΐου 2003 (Σύμβαση των Καρπαθίων), που αποτελούν σημαντικά μέσα μιας ολοκληρωμένης πολιτικής για τις ορεινές περιοχές, η οποία παρουσιάζει ωστόσο έλλειμμα ως προς την επικύρωση και την εφαρμογή της,

ΙΒ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η γεωργία, η δασοκομία και η διαχείριση βοσκοτόπων που συχνά ασκούνται συνδυαστικά στις ορεινές περιοχές αποτελούν παράδειγμα οικολογικής ισορροπίας που δεν πρέπει να αγνοηθεί,

ΙΓ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η πλειονότητα των γεωργικών εκμεταλλεύσεων των ορεινών περιοχών είναι οικογενειακές επιχειρήσεις με αυξημένο οικονομικό κίνδυνο,

1.   επισημαίνει τις τεράστιες διαφορές στις προσπάθειες που καταβάλλουν τα κράτη μέλη για τις ορεινές περιοχές (ιδιαίτερα τα υψηλά όρη και τα υψίπεδα) οι οποίες βασίζονται σε μια καθαρά τομεακή και όχι σφαιρική ανάπτυξη, καθώς και το γεγονός ότι δεν υπάρχει συναφώς ολοκληρωμένο κοινοτικό πλαίσιο (όπως για παράδειγμα για τις θαλάσσιες περιοχές: COM(2007)0574

2.   τονίζει ότι το άρθρο 158 της Συνθήκης ΕΚ, σχετικά με τη συνοχή, όπως τροποποιήθηκε από τη Συνθήκη της Λισαβόνας, χαρακτηρίζει τις ορεινές περιοχές πάσχουσες από σοβαρά και μόνιμα μειονεκτήματα, ενώ αναγνωρίζει την πολυμορφία τους και θεωρεί αναγκαίο να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις περιοχές αυτές· εκφράζει, ωστόσο, τη λύπη του για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν έχει καταφέρει ακόμη να εκπονήσει ολοκληρωμένη στρατηγική για την αποτελεσματική στήριξη των ορεινών περιοχών και των άλλων περιοχών που παρουσιάζουν μόνιμα φυσικά μειονεκτήματα, παρά τα πολυάριθμα σχετικά αιτήματα του Κοινοβουλίου·

3.   τονίζει την ανάγκη για καλό συντονισμό στο πλαίσιο των διαφόρων κοινοτικών πολιτικών που στοχεύουν στη διασφάλιση αρμονικής ανάπτυξης, ιδιαίτερα σε περιοχές, όπως οι ορεινές περιοχές, που παρουσιάζουν από μόνιμα φυσικά μειονεκτήματα· εκφράζει την ανησυχία του, εν προκειμένω, για τη χρησιμότητα του διαχωρισμού της κοινοτικής πολιτικής συνοχής από την ανάπτυξη της υπαίθρου κατά την τρέχουσα περίοδο προγραμματισμού 2007-2013 (που προκύπτει από την ενσωμάτωση του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης στην Κοινή Γεωργική Πολιτική (ΚΓΠ)· θεωρεί ότι η νέα αυτή προσέγγιση πρέπει να παρακολουθείται στενά προκειμένου να αξιολογηθεί ο αντίκτυπός της στην περιφερειακή ανάπτυξη·

4.   επισημαίνει ότι οι ορεινές περιοχές παρουσιάζουν μειονεκτήματα τα οποία δυσχεραίνουν την προσαρμογή της γεωργίας στις ανταγωνιστικές συνθήκες και συνεπάγονται πρόσθετο κόστος με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η παραγωγή πολύ ανταγωνιστικών προϊόντων σε χαμηλές τιμές·

5.   προτείνει, ενόψει της Πράσινης Βίβλου για την εδαφική συνοχή, που πρόκειται να εγκριθεί το φθινόπωρο του 2008, και σύμφωνα με τους στόχους της εδαφικής ατζέντας και της Ευρωπαϊκής Προοπτικής για τη Χωροταξική Ανάπτυξη, η Επιτροπή, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, να υιοθετήσει μια εδαφική προσέγγιση προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα διαφόρων τύπων ορεινών περιοχών και να προβλέψει τέτοια μέτρα στο πλαίσιο της επόμενης νομοθετικής δέσμης για τα διαρθρωτικά ταμεία·

6.   επιθυμεί να αναπτύξει η Επιτροπή μια πραγματική ολοκληρωμένη στρατηγική για τις ορεινές περιοχές σε επίπεδο ΕΕ και θεωρεί ότι μια σχετική με το θέμα αυτό Πράσινη Βίβλος θα αποτελέσει το πρώτο σημαντικό βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση· ζητεί από την Επιτροπή να δρομολογήσει ευρεία δημόσια διαβούλευση με τη συμμετοχή περιφερειακών και τοπικών αρχών, κοινωνικο-οικονομικών και περιβαλλοντικών φορέων, καθώς και εθνικών και ευρωπαϊκών ενώσεων που εκπροσωπούν περιφερειακές αρχές ορεινών περιοχών, προκειμένου να εκτιμηθεί καλύτερα η κατάσταση σε αυτές τις περιοχές·

7.   επιδοκιμάζει την Πράσινη Βίβλο για την εδαφική συνοχή ως προσέγγιση για τις διάφορες κατηγορίες περιοχών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και απευθύνει σε αυτό το πλαίσιο έκκληση για μια κοινή γεωργική πολιτική (ΚΓΠ) με τη μορφή πρώτου και δεύτερου πυλώνα, προκειμένου να καταστεί δυνατόν οι γενικές οικονομικές συνθήκες, ενόψει των διεθνών προκλήσεων, να επηρεασθούν αποτελεσματικά στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προς όφελος μιας λειτουργικής και πολυλειτουργικής ορεινής γεωργίας· τονίζει ότι για τον σκοπό αυτόν απαιτούνται και μέσα που αφορούν την παραγωγική λειτουργία, συμπεριλαμβανομένων και των μεταφορών γάλακτος·

8.   καλεί ταυτόχρονα την Επιτροπή να εκπονήσει, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της, μια ολοκληρωμένη στρατηγική για την αειφόρο ανάπτυξη και τη χρησιμοποίηση των πόρων των ορεινών περιοχών (στρατηγική της ΕΕ για τις ορεινές περιοχές) εντός έξι μηνών από την έγκριση του παρόντος ψηφίσματος· ζητεί, επίσης, να εκπονηθούν σε αυτήν τη βάση, εθνικά προγράμματα δράσης με συγκεκριμένα μέτρα εφαρμογής, μετά από συνεννόηση με τις τοπικές αρχές και με εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών που γνωρίζουν και προασπίζουν τα τοπικά συμφέροντα και ανάγκες επί τόπου (π.χ. τις διάφορες μορφές ορεινών όγκων), λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τις υφιστάμενες περιφερειακές πρωτοβουλίες·

9.   υπογραμμίζει τη σημασία της οριοθέτησης των ορεινών περιοχών ως προϋπόθεσης για στοχοθετημένα μέτρα, κυρίως για την ορεινή γεωργία, και την ανάγκη κατάλληλης διαφοροποίησης αυτών των περιοχών ανάλογα με το μέτρο των φυσικών μειονεκτημάτων, που πρέπει να ελέγχεται από τα κράτη μέλη βάσει της σημερινής εικόνας των περιοχών·

10.   ζητεί από την Επιτροπή για λόγους μεταφοράς γνώσης και προαγωγής της καινοτομίας μια επισκόπηση των προγραμμάτων και έργων που χρηματοδοτήθηκαν και αφορούν θέματα σημαντικά για τις ορεινές περιοχές·

11.   ζητεί από την Επιτροπή, στο πλαίσιο του προγράμματος εργασίας του δικτύου παρατήρησης ευρωπαϊκού χωρικού σχεδιασμού, να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στην κατάσταση των περιοχών που παρουσιάζουν από μόνιμα φυσικά μειονεκτήματα, όπως είναι οι ορεινές περιοχές· θεωρεί ότι η εμπεριστατωμένη και ενδελεχής γνώση της κατάστασης, όσον αφορά τις ορεινές περιοχές, είναι απαραίτητη προκειμένου να καταστεί δυνατή η ανάπτυξη διαφοροποιημένων μέτρων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων των εν λόγω περιοχών·

12.   δίνει έμφαση στον ρόλο της ορεινής γεωργίας για την παραγωγή, τη γενική διατήρηση και χρησιμοποίηση του φυσικού τοπίου, καθώς και ως πολυλειτουργικής βάσης για άλλους κλάδους της οικονομίας και ως χαρακτηριστικού στοιχείου παραδοσιακών πολιτιστικών τοπίων και κοινωνικών ιστών·

13.   θεωρεί ότι πολλές ορεινές περιοχές πρέπει να αντιμετωπίσουν τις πιέσεις της αστικοποίησης επειδή είναι ελκυστικές για τον τουρισμό και ταυτόχρονα να προστατεύσουν το παραδοσιακό τοπίο, το οποίο χάνει τον αγροτικό του χαρακτήρα, την ομορφιά και την αξία του που είναι σημαντικά για το οικοσύστημα·

14.   σημειώνει ότι η γεωργία σε ορεινές περιοχές (ιδιαίτερα τα υψηλά όρη και τα υψίπεδα) απαιτεί μεγαλύτερες προσπάθειες (μεταξύ άλλων μεγάλη ένταση εργασίας και ανάγκη για χειρωνακτική εργασία) και υψηλότερο κόστος (π.χ. ειδικά μηχανήματα και υψηλότερο κόστος μεταφοράς) εξαιτίας φυσικών δεδομένων και κινδύνων·

15.   ζητεί να ληφθεί περισσότερο υπόψη ιδίως η πολυλειτουργικότητα της ορεινής γεωργίας στις μελλοντικές μεταρρυθμίσεις της ΚΓΠ, με την προσαρμογή των οδηγιών πλαίσιο για την ανάπτυξη της υπαίθρου και των εθνικών προγραμμάτων στον ρόλο των αγροτών των ορεινών περιοχών όχι μόνο ως παραγωγών, αλλά και ως εκείνων που προετοιμάζουν οικονομικά τον δρόμο για άλλους τομείς, και να δοθούν δυνατότητες συνεργειακής συνεργασίας (μεταξύ άλλων χρηματοδότηση έργων οικολογικού τουρισμού και διάθεση ποιοτικών προϊόντων στην αγορά κ.λπ.)· επισημαίνει ιδίως την ανάγκη της οικονομικής αντιστάθμισης της προσφοράς της ορεινής γεωργίας στο περιβάλλον·

16.   εκφράζει την εκτίμησή του για την εργασία των αγροτών των ορεινών περιοχών· παρατηρεί ότι οι σχετικές συνθήκες της γεωργίας στις ορεινές περιοχές (πρωτίστως η απόκτηση συμπληρωματικού εισοδήματος, η ισορροπία ιδιωτικής και επαγγελματικής ζωής και η δυνατότητα δημιουργίας οικογένειας) δεν πρέπει να γίνονται πιο δύσκολες εξαιτίας της γραφειοκρατίας, αλλά πρέπει να βελτιωθούν με τη συνέργεια τομεακών πολιτικών· καλεί την Επιτροπή και τις αρμόδιες επιτροπές (επιτροπολογίας) να επανεξετάσουν τις υφιστάμενες και μελλοντικές διατάξεις (ιδίως αναφορικά με την υποχρέωση τήρησης μητρώων) σύμφωνα με το πνεύμα της πρωτοβουλίας για βελτίωση της νομοθεσίας και να τις κάνουν λιγότερο αυστηρές με στόχο την ευρεία απλούστευση των διοικητικών διαδικασιών·

17.   υπογραμμίζει ότι οι αντισταθμιστικές πληρωμές για τις ορεινές περιοχές (ιδιαίτερα τα υψηλά όρη και τα υψίπεδα) θα πρέπει να συνεχισθούν, και να προσανατολίζονται στο μέλλον αποκλειστικά προς την αντιστάθμιση της διαρκούς μειονεκτικής κατάστασης και των πρόσθετων δαπανών εξαιτίας των δυσκολιών διαχείρισης, ότι οι πληρωμές αυτές δικαιολογούνται μακροπρόθεσμα λόγω της έλλειψης εναλλακτικής παραγωγής και ότι η πλήρης αποδέσμευση θα οδηγούσε σε συστηματική μείωση των δραστηριοτήτων σε όλους τους τομείς· τονίζει ότι οι ανάγκες των ορεινών περιοχών δεν μπορούν να καλυφθούν μόνο μέσω της χρηματοδότησης για την ανάπτυξη της υπαίθρου·

18.   ζητεί μεγαλύτερη ενίσχυση των νέων αγροτών και ισότητα ευκαιριών για γυναίκες και άνδρες (ιδίως με μέτρα φιλικά για την οικογένεια, τη ρύθμιση της πλήρους και μερικής απασχόλησης, τα συνδυαστικά πρότυπα αμοιβών, τα πρότυπα δευτερεύουσας απασχόλησης, την ισορροπία οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής και την δυνατότητα δημιουργίας οικογένειας) διότι είναι καθοριστικοί παράγοντες για τη ζωή τους· καλεί την Επιτροπή να επεξεργαστεί με τη συμμετοχή των ενδιαφερομένων προσεγγίσεις στο πλαίσιο των προβληματισμών και των σχεδίων που αφορούν την ευελιξία με ασφάλεια·

19.   ζητεί να διατηρηθεί η δημογραφική ισορροπία στις περιοχές αυτές που αντιμετωπίζουν συχνά προβλήματα εξαιτίας της αστυφιλίας που εκδηλώνει ο πληθυσμός·

20.   είναι πεπεισμένο ότι θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στη διατήρηση επαρκούς πληθυσμιακής πυκνότητας στις ορεινές περιοχές, καθώς και ότι είναι αναγκαίο να ληφθούν μέτρα κατά της απερήμωσης και για την προσέλκυση νέων πληθυσμών·

21.   τονίζει την σημασία διασφάλισης υψηλού επιπέδου υπηρεσιών γενικού οικονομικού ενδιαφέροντος, βελτίωσης της προσβασιμότητας, της διασύνδεσης των ορεινών περιοχών και της παροχής των απαραίτητων υποδομών, ιδιαίτερα στους τομείς της εκπαίδευσης, της οικονομίας με βάση τη γνώση, των δικτύων επικοινωνιών και των μεταφορών επιβατών και εμπορευμάτων (συμπεριλαμβανομένης της ευρυζωνικής πρόσβασης), προκειμένου να διευκολυνθεί η σύνδεση των αγορών των ορεινών και των αστικών περιοχών· καλεί τις αρμόδιες αρχές να προωθήσουν εταιρικές σχέσεις μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα για αυτούς τους σκοπούς·

22.   υπογραμμίζει ότι οι ενώσεις παραγωγών και οι αγροτικοί συνεταιρισμοί , οι συλλογικές πρωτοβουλίες διάθεσης προϊόντων των αγροτών και οι διατομεακές εταιρικές σχέσεις, που δημιουργούν προστιθέμενη αξία στην περιοχή μέσω μιας ολοκληρωμένης προσέγγισης ανάπτυξης (π.χ. ομάδες Leader), συνεισφέρουν στη σταθερότητα και τη θέση που καταλαμβάνει η γεωργική παραγωγή στις αγορές όσον αφορά το εισόδημα και ως εκ τούτου πρέπει να ενισχυθούν περισσότερο βάσει σχεδίων αειφόρου διαχείρισης·

23.   ζητεί χωριστή οικονομική ενίσχυση για τη γαλακτοκομία, (μονάδες παραγωγής και μονάδες επεξεργασίας γάλακτος) η οποία διαδραματίζει κεντρικό ρόλο για τις ορεινές περιοχές (ιδιαίτερα τα υψηλά όρη και τα υψίπεδα), ελλείψει άλλων δυνατοτήτων παραγωγής· ζητεί να εκπονηθεί μια στρατηγική "ομαλής προσγείωσης" για τις ορεινές περιοχές κατά την αναθεώρηση των γαλακτοκομικών ποσοστώσεων, και να ληφθούν συνοδευτικά μέτρα (ειδικές πληρωμές) για τον περιορισμό των αρνητικών επιπτώσεων, η οποία θα αφήνει το απαραίτητο περιθώριο για την εφαρμογή των διαδικασιών προσαρμογής και διατηρεί τις βάσεις της γεωργίας· ζητεί να διατεθούν πρόσθετοι πόροι από τον πρώτο πυλώνα, κυρίως υπό μορφή πριμοδότησης για τις αγελάδες γαλακτοπαραγωγής·

24.   καλεί τα κράτη μέλη να θεσπίσουν, δίδοντας έμφαση στη στήριξη μιας βιώσιμης και προσαρμοσμένης στις ορεινές περιοχές γεωργίας, πρόσθετες πληρωμές ανά εκτάριο για τη βιολογική γεωργία και την εκτατική διαχείριση βοσκοτόπων, καθώς και ενίσχυση των επενδύσεων σε εγκαταστάσεις εκτροφής ζώων με συνθήκες σύμφωνες με το είδος τους·

25.   υπενθυμίζει ότι οι επιχειρήσεις παράγουν ποιοτικά προϊόντα στις ορεινές περιοχές χάρη στη σύγχρονη χρησιμοποίηση παραδοσιακών γνώσεων και μεθόδων παραγωγής, ότι είναι καίριος παράγων για τις θέσεις εργασίας και ότι ως εκ τούτου πρέπει να ληφθούν υπόψη στα συστήματα ενίσχυσης της ΕΕ·

26.   ζητεί να ληφθούν ιδιαίτερα μέτρα στήριξης, εξαιτίας του μεγάλου κόστους και εργασίας, ιδίως όσον αφορά τη μεταφορά και παράδοση γάλακτος και γαλακτοκομικών από και προς τις πεδινές περιοχές· επαναλαμβάνει το αίτημά του να συσταθεί πριμοδότηση για γαλακτοφόρες αγελάδες στις ορεινές περιοχές·

27.   υπογραμμίζει τη διατομεακή σημασία των χαρακτηριστικών περιφερειακών και παραδοσιακών (ποιοτικών) προϊόντων· ζητεί να συμπεριληφθούν στην στρατηγική της ΕΕ για τις ορεινές περιοχές μέτρα για την προστασία και την προώθηση αυτών των προϊόντων ή των διαδικασιών παραγωγής τους και την πιστοποίησή τους (π.χ. όπως προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 509/2006 του Συμβουλίου της 20ής Μαρτίου 2006, για τα γεωργικά προϊόντα και τα τρόφιμα που χαρακτηρίζονται ως εγγυημένα παραδοσιακά ιδιότυπα προϊόντα(5) και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 510/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2006, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων(6) καθώς και τη διαφύλαξή τους από απομιμήσεις· ζητεί να προβλεφθεί στα κοινοτικά προγράμματα στήριξης ειδική διάταξη για τα τρόφιμα υψηλής ποιότητας (π.χ. εκείνα που προέρχονται από ορεινά λιβάδια, προϊόντα τυροκομείων καθώς και υψηλής ποιότητας κρέας)·

28.   καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να υποστηρίξουν ομάδες παραγωγών και τοπικές κοινότητες στην καθιέρωση περιφερειακών σημάτων ποιότητας σύμφωνα με την παράγραφο 27· προτείνει η υποστήριξη να υλοποιηθεί με τη βελτίωση της ενημέρωσης και την κατάλληλη εκπαίδευση των αγροτών και των τοπικών μονάδων μεταποίησης τροφίμων, καθώς και μέσω οικονομικής ενίσχυσης για τη δημιουργία τοπικών μονάδων μεταποίησης τροφίμων και για εκστρατείες προαγωγής της διάθεσης των προϊόντων·

29.   ζητεί ένα ταμείο για τις μειονεκτούσες περιοχές στις οποίες θα συμπεριλαμβάνονται οι ορεινές περιοχές (μεταξύ άλλων με πόρους από τον δεύτερο πυλώνα που δεν χρησιμοποιούνται εξαιτίας έλλειψης εθνικής συγχρηματοδότησης)·

30.   ζητεί να εξασφαλιστούν μέσω του άρθρου 69 του κανονισμού (EΚ) αριθ. 1782/2003 του Συμβουλίου της 29ης Σεπτεμβρίου 2003 για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς(7), η στοχοθετημένη ειδική οικονομική ενίσχυση των ορεινών περιοχών, η συγκεκριμένη και μη γραφειοκρατική πρόσβαση σε αυτήν, καθώς επίσης να αυξηθεί στο 20% το ανώτατο όριο των πόρων του άρθρου 69·

31.   τονίζει ότι οι ορεινές περιοχές μπορούν να προσφέρουν την παραγωγή υψηλής ποιότητας αγροτικών προϊόντων και να συμβάλλουν στην διοχέτευση μεγαλύτερης ποικιλίας αγροτικών προϊόντων στην ευρωπαϊκή αγορά, στη διατήρηση ορισμένων ειδών ζώων και φυτών, στην τήρηση των παραδόσεων, στην προώθηση των βιομηχανικών και τουριστικών δραστηριοτήτων καθώς και στην αντιμετώπιση της αλλαγής του κλίματος προστατεύοντας τη βιοποικιλότητα και δεσμεύοντας το CO2 μέσω μόνιμων βοσκότοπων και δασών και ότι η βιώσιμη εκμετάλλευση των δασών θα καταστήσει δυνατή την παραγωγή ενέργειας μέσω της χρήσης υπολειμμάτων ξύλου·

32.   ζητεί τα συμφέροντα των κτηνοτρόφων και εκτροφέων ζώων (ιδίως αυτοχθόνων ειδών) των ορεινών περιοχών, ενόψει των κινδύνων που αντιμετωπίζουν και τις πιέσεις που υφίστανται, να ληφθούν υπόψη στις διατάξεις για την υγεία και την προστασία των ζώων και για την ενίσχυση της εκτροφής (π.χ. προγράμματα εκτροφής, τήρηση μητρώου κοπαδιών, έλεγχος απόδοσης)·

33.   υπογραμμίζει κατηγορηματικά ότι η Επιτροπή συμβάλλει με τις ενέργειές της στο πλαίσιο της πολιτικής του ανταγωνισμού και του διεθνούς εμπορίου στην ανάπτυξη των ορεινών περιοχών· καλεί σε αυτό το πλαίσιο την Επιτροπή να ανταποκριθεί περισσότερο και περισσότερο στοχοθετημένα στις ανάγκες αυτών των περιοχών σε μελλοντικές προσαρμογές, ιδίως κατά τις διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο του ΠΟΕ, ως προς την ευελιξία όσον αφορά τις ρυθμίσεις για τις κρατικές ενισχύσεις και τη συμπερίληψη των δημόσιων υπηρεσιών κοινής ωφελείας στο δίκαιο του ανταγωνισμού·

34.   ζητεί να ληφθεί ειδική μέριμνα για τους κτηνοτρόφους των πυρόπληκτων ορεινών περιοχών, δεδομένου ότι για την επόμενη πενταετία οι συγκεκριμένοι βοσκότοποι απαιτούν περιορισμένη και προσεκτική χρήση·

35.   ζητεί να ληφθούν υπόψη στη "στρατηγική" τα είδη του τοπίου στις ορεινές περιοχές (ορεινά λιβάδια, δάση προστασίας, υψηλά όρη, υψίπεδα, λειμώνες, τοπία υψηλής αισθητικής) και να προβλεφθούν για τα ορεινά λιβάδια, τους βοσκότοπους, τα δάση και άλλες μειονεκτούσες και ευαίσθητες περιοχές σχέδια και κίνητρα προστασίας και αειφόρου χρησιμοποίησης προκειμένου να επιτευχθεί η αναβάθμιση, η αναχλόαση, η αντιδιαβρωτική προστασία, η ορθολογική διαχείριση υδάτων και να αποφευχθούν ανεπιθύμητα φαινόμενα όπως η παύση χρησιμοποίησης βοσκοτόπων που έχει ως αποτέλεσμα να περιέλθουν σε άγρια κατάσταση ή σε κατάσταση υπερβόσκησης·

36.   υπογραμμίζει ότι για τη διατήρηση της ποικιλίας των ειδών είναι αναγκαίο να συσταθούν βάσεις δεδομένων για τη φύλαξη γενετικού υλικού αυτοχθόνων ειδών φυτών και ζώων, ιδίως των εγχώριων ζώων εκμετάλλευσης και της χλωρίδας των υψηλών βουνών· καλεί την Επιτροπή να εξετάσει εάν και πώς μπορεί να δρομολογηθεί πρωτοβουλία για διεθνές σχέδιο δράσης·

37.   υπογραμμίζει ότι σε ορισμένες ορεινές περιοχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως στα νέα κράτη μέλη, εντείνεται ο κίνδυνος απερήμωσης και περιορισμού των κοινωνικών δραστηριοτήτων του τοπικού πληθυσμού και ότι επιπροσθέτως στις περιφέρειες αυτές επαπειλείται μείωση ή και παύση της γεωργικής δραστηριότητας, το οποίο είναι πιθανόν να επιφέρει αλλαγές στο τοπίο και το οικοσύστημα·

38.   υπογραμμίζει ότι η πριμοδότηση χορτολιβαδικών εκτάσεων έχει μεγάλη σημασία για τη διατήρηση των αγροτικών δραστηριοτήτων στις ορεινές περιοχές και πρέπει ως εκ τούτου να συνεχιστεί·

39.   υπογραμμίζει τη σημασία μιας μακροπρόθεσμης δασικής στρατηγικής που θα λαμβάνει υπόψη τις επιπτώσεις των κλιματικών αλλαγών, τον φυσικό κύκλο και τη φυσική σύνθεση των συνδυασμών δασών και θα δημιουργήσει μηχανισμούς αποτροπής, αντιμετώπισης και αντιστάθμισης σε καταστάσεις κρίσεων (π.χ. καταιγίδες και δασικές πυρκαγιές) και κίνητρα για μια ολοκληρωμένη διαχείριση των δασών· εφιστά την προσοχή στις δυνατότητες βιώσιμου μετασχηματισμού και αναβάθμισης της ξυλείας και των προϊόντων ξυλείας των ορεινών περιοχών σε τοπικό επίπεδο (ως ποιοτικά προϊόντα με μικρό κόστος μεταφοράς και συνακόλουθη εξοικονόμηση CO2, κατασκευαστικό υλικό και βιοκαύσιμα δεύτερης γενιάς)·

40.   τονίζει τη σημασία του θέματος της διαχείρισης των υδάτων στις ορεινές περιοχές και καλεί την Επιτροπή να ενθαρρύνει τοπικές και περιφερειακές αρχές στο να αναπτύξουν την αλληλεγγύη σε όλα τα επίπεδα, συμπεριλαμβανομένης της κατάλληλης χρηματοδότησης για να στηρίξει την αειφόρο χρήση των υδάτινων πόρων στις εν λόγω περιοχές·

41.   τονίζει ότι οι ορεινές περιοχές είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένες στις επιπτώσεις των κλιματικών αλλαγών και καλεί την Επιτροπή, τα κράτη μέλη, τους αρμόδιους περιφερειακούς και τους τοπικούς φορείς να προωθήσουν την άμεση υλοποίηση μέτρων πρόληψης από φυσικές καταστροφές και ιδιαίτερα τις δασικές πυρκαγιές στις περιοχές αυτές·

42.   επισημαίνει ότι οι ορεινές περιοχές χρειάζονται νέα μέσα προστασίας του εδάφους τους από πλημμύρες (με έμφαση στην πρόληψη των πλημμυρών), ενώ οι αγρότες και οι δασοκαλλιεργητές μπορούν να στηρίξουν τα προληπτικά αντιπλημμυρικά μέτρα μέσω άμεσων πληρωμών βάσει της έκτασης, τις οποίες λαμβάνουν στο πλαίσιο της ΚΓΠ·

43.   επισημαίνει ότι πρέπει να προβλέπεται ως επιμέρους τμήμα της γεωργικής και δασοκομικής πρακτικής η πλήρης και ολοκληρωμένη αντιδιαβρωτική προστασία του εδάφους και των κτιρίων καθώς και η διατήρηση του υδροφόρου ορίζοντα προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος πλημμύρας και διάβρωσης του εδάφους και να αποφευχθούν η ξηρασία και οι πυρκαγιές στα δάση, καθώς και προκειμένου να αυξηθεί η παροχή επιφανειακών και υπόγειων υδάτων στην ύπαιθρο·

44.   υπογραμμίζει ότι τα δάση φυλλοβόλων και κωνοφόρων απαιτούν ιδιαίτερη φροντίδα ως οικονομικός κλάδος, ως περιοχή αναψυχής κοντά σε αστικά κέντρα και ως βιότοπος, και ότι η μη αειφόρος χρησιμοποίηση των δασών συνεπάγεται περιβαλλοντικούς κινδύνους και προβλήματα ασφαλείας (όπως κατολισθήσεις και χείμαρροι λάσπης) που πρέπει να αντιμετωπιστούν με κατάλληλα μέτρα·

45.   υπενθυμίζει το σημείο 15 του ψηφίσματος της 16ης Φεβρουαρίου 2006, ότι πρέπει να επιδιωχθεί ο χωρισμός δασών και βοσκοτόπων στις ορεινές περιοχές και να θεσπιστεί η υποχρεωτική χάραξη μονοπατιών (για λόγους ασφαλείας γενικότερα)·

46.   υπενθυμίζει ότι τα βουνά συνιστούν φυσικούς και συχνά εθνικούς φραγμούς και έτσι καθίσταται ουσιαστική η διασυνοριακή, διεθνής και διαπεριφερειακή συνεργασία και η προαγωγή της όσον αφορά τα κοινά τους προβλήματα (π.χ. κλιματική αλλαγή, επιζωοτίες, εξαφάνιση βιοποικιλότητας)·

47.   επικροτεί τις προσπάθειες για την προαγωγή ενός αειφόρου τουρισμού και για την αποτελεσματική αξιοποίηση της φύσης ως "οικονομικού πλεονεκτήματος" μέσω νέων βιώσιμων και ταυτόχρονα παραδοσιακών σχεδίων για τον ελεύθερο χρόνο και τον αθλητισμό που θα λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες αυτών των περιοχών· υπογραμμίζει τον ρόλο εκείνων που αξιοποιούν τη φύση, διότι με το σεβασμό στη φύση συνεισφέρουν στη δική τους υγεία·

48.   προτρέπει τον καλύτερο συντονισμό της ανάπτυξης της υπαίθρου και της διαρθρωτικής στήριξης καθώς και την ανάπτυξη κοινών προγραμμάτων·

49.   συνιστά να συνδυαστεί η ανάπτυξη της υπαίθρου με τη διαρθρωτική ενίσχυση και να δημιουργηθούν ενιαία προγράμματα·

50.   τονίζει τη σημασία της εκπόνησης μιας ολοκληρωμένης προσέγγισης στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και στις διοικητικές διαδικασίες όπως είναι η χωροταξία, η αδειοδότηση κατασκευαστικών έργων και η ανακαίνιση κατοικιών μέσω πρακτικών που έχουν ως γνώμονα τη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς, την προστασία του περιβάλλοντος και πολεοδομικές μελέτες, προκειμένου να διασφαλιστεί η αειφόρος ανάπτυξη στις ορεινές περιοχές· προτείνει την εκμετάλλευση των δυνατοτήτων των ορεινών περιοχών ούτως ώστε να προαχθεί η ολοκληρωμένη τουριστική ανάπτυξη και η χρήση καινοτομιών στην κτηματική ανάπτυξη, και με αυτό το στόχο ενθαρρύνει τις τοπικές πρωτοβουλίες και τις πρωτοβουλίες αποκέντρωσης, καθώς και τη συνεργασία μεταξύ των διαφόρων ορεινών περιοχών·

51.   υπογραμμίζει ότι οι εκτάσεις που είναι ακατάλληλες για καλλιέργεια και παραγωγή πρέπει να χρησιμοποιηθούν, μεταξύ άλλων, για τη διατήρηση των δασών, της αειφόρου θήρας, της αλιείας και για την προαγωγή αυτών των δραστηριοτήτων, προκειμένου να μην καταλήξουν σε άγρια κατάσταση και να προληφθούν οι πυρκαγιές, η διάβρωση και η μείωση της βιοποικιλότητας·

52.   υπογραμμίζει τη σημασία των ορεινών περιοχών (ιδιαίτερα τα υψηλά όρη και τα υψίπεδα) όσον αφορά την προστασία της φύσης, τη βιοποικιλότητα και τη φροντίδα για τους βιοτόπους· τονίζει ωστόσο ιδιαίτερα ότι είναι ανάγκη να διατηρηθεί η γεωργική και δασική διαχείριση σε περιοχές του προγράμματος Natura 2000 και τα φυσικά πάρκα και ζητεί μεγαλύτερη σύνδεση αυτών των περιοχών μέσω της καθιέρωσης μιας ελάχιστης προδιαγραφής για τις εκτάσεις περιβαλλοντικής αντιστάθμισης σε αγροτικές περιοχές (ενδεχομένως 5%)·

53.   καλεί την Επιτροπή να υποστηρίξει κατά το δυνατόν τη συμπερίληψη ορεινών περιοχών στην παγκόσμια κληρονομιά και να αξιοποιήσει τις διεθνείς δυνατότητές της για την προστασία των ορεινών περιοχών·

54.   επισημαίνει την ύπαρξη μοναδικών υδάτων και πηγών στις ορεινές περιοχές που μπορούν να χρησιμοποιηθούν με βιώσιμο τρόπο ως φυσικά συστήματα άρδευσης, πόσιμο νερό και πηγές ενέργειας καθώς και για ιαματικό τουρισμό· υπογραμμίζει ότι απαιτείται αλληλεγγύη σε όλα τα επίπεδα όσον αφορά τη διαχείριση αυτών των υδάτων· υπογραμμίζει συναφώς και με σκοπό την πρόληψη ενδεχομένων συγκρούσεων, την ανάγκη να βρεθούν, μέσω συνεργασίας, λύσεις για τη χρησιμοποίηση των αποθεμάτων ύδατος στις οικείες περιοχές·

55.   καλεί την Επιτροπή να προωθήσει την εφαρμογή του πρωτοκόλλου της Σύμβασης των Άλπεων για την ορεινή γεωργία, σε στενή συνεργασία με τα θεσμικά όργανα της Σύμβασης των Άλπεων, να υποστηρίξει όσο καλύτερα γίνεται τη δικτύωση της γεωργίας στις ορεινές περιοχές με άλλους τομείς της πολιτικής και, στο πλαίσιο αυτό, να προβεί στη λήψη των αναγκαίων σχετικών μέτρων προκειμένου να ολοκληρωθεί η επικύρωση όσων πρωτοκόλλων της Σύμβασης των Άλπεων δεν συγκαταλέγονται ακόμα στο κοινοτικό κεκτημένο και να προσχωρήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση ως συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση των Καρπαθίων·

56.   υπογραμμίζει τη σημασία του εθελοντισμού (ιδίως ομάδων διάσωσης ορειβατών, της πολιτικής προστασίας και φιλανθρωπικών οργανώσεων) για την παροχή υπηρεσιών και για την πολιτιστική και φυσική κληρονομιά στα βουνά·

57.   εκφράζει την εκτίμησή του για το έργο των οργανώσεων και ερευνητικών ινστιτούτων που ασχολούνται με τις ορεινές περιοχές και υπογραμμίζει ότι πρέπει να γίνει χρήση της εμπειρογνωμοσύνης τους και να αξιοποιηθεί ο ζήλος τους για την επεξεργασία της στρατηγικής της ΕΕ για τις ορεινές περιοχές και παρόμοιων μέτρων·

58.   υπογραμμίζει τον ρόλο της ενίσχυσης της επαγγελματικής και εξωεπαγγελματικής κατάρτισης, αρχικής και συνεχούς, καθώς και των πρωτοβουλιών και προγραμμάτων για τη "διά βίου μάθηση", και με σκοπό τη διαφοροποίηση επαγγελματικών ικανοτήτων και δυνατοτήτων·

59.   θεωρεί ότι είναι απαραίτητο να γίνουν επενδύσεις σε προηγμένα τοπικά κέντρα κατάρτισης στον τομέα της γεωργικής οικονομίας των ορεινών περιοχών, ούτως ώστε να καταρτιστούν επαγγελματίες στη διαχείριση δραστηριοτήτων σε ορεινό περιβάλλον, στην προστασία της γης και στην ανάπτυξη της γεωργίας·

60.   ζητεί να ληφθεί ειδική μέριμνα για την διαφύλαξη των τοπίων καθώς και για την ενίσχυση και τον εκσυγχρονισμό των υποδομών σε δυσπρόσιτες ορεινές περιοχές καθώς επίσης να γεφυρωθεί το ψηφιακό χάσμα και να δοθεί πρόσβαση στα αποτελέσματα των προγραμμάτων πλαισίων για την έρευνα (π.χ. για την ηλεκτρονική διακυβέρνηση)·

61.   υπογραμμίζει ότι για τη διατήρηση του πληθυσμού και της ανταγωνιστικότητας απαιτούνται αποτελεσματικές υπηρεσίες σε τοπικό επίπεδο· ζητεί να υποστηριχθούν στοχοθετημένα οι αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης στον τομέα των υπηρεσιών κοινής ωφελείας·

62.   υπογραμμίζει ότι είναι αναγκαίο να βασιστούμε σε βιώσιμες λύσεις ως προς την κινητικότητα και σε μια ολοκληρωμένη προσέγγιση μεταξύ διεθνών (διέλευση, διάδρομοι συνδυαστικών μεταφορών) και τοπικών απαιτήσεων (όπως πρόσβαση σε περιοχές με διάφορα υψόμετρα και αστική κινητικότητα)·

63.   ζητεί να ενισχυθούν οι ορεινές περιοχές όσον αφορά τη διαχείριση των μεταφορών, την προστασία από τον θόρυβο και τη διατήρηση του τοπίου, με μέτρα για τον περιορισμό των οδικών μεταφορών (π.χ. ενίσχυση των "ευαίσθητων ζωνών" στην οδηγία για το κόστος υποδομών(8)), δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό τη βάση για καλύτερη ποιότητα ζωής και αειφόρο τουρισμό·

64.   υπογραμμίζει τη σημασία των "μεταβατικών εκτάσεων" μεταξύ των πεδινών και ορεινών περιοχών για τη δημιουργία υψηλής αξίας ιδιωτικών και δημοσίων φορέων υποδομής και παροχής υπηρεσιών (π.χ. πανεπιστήμια, αερολιμένες, νοσοκομεία)· ζητεί ενισχύσεις για τη βελτίωση των επιμέρους δυνατοτήτων πρόσβασης σε αυτούς τους φορείς, ιδίως στον τομέα των δημόσιων μέσων μεταφοράς·

65.   υπογραμμίζει ότι χάρη στην έξυπνη χρησιμοποίηση πολλών διαφορετικών πηγών ενέργειας, οι ορεινές περιοχές αποτελούν πρότυπα ως προς τη διαφοροποιημένη σύνθεση ενεργειακού μίγματος, τις κατασκευαστικές λύσεις με καλή ενεργειακή απόδοση και τα βιοκαύσιμα δεύτερης γενιάς και ότι πρέπει να υποστηριχθούν οι ερευνητικές προσπάθειες με τέτοια κατεύθυνση· υπογραμμίζει ωστόσο ότι η ανάπτυξη βιοκαυσίμων δεύτερης γενιάς δεν πρέπει να οδηγήσει σε ανταγωνισμό μεταξύ των εκτάσεων που προορίζονται για την παραγωγή πρώτων υλών για τα βιοκαύσιμα (αγρανάπαυση, αμειψισπορά) και των βοσκοτόπων·

66.   συνιστά στα κράτη μέλη να βελτιώσουν τη διάρθρωση και τις διαδικασίες παροχής οικονομικής ενίσχυσης προοριζόμενης να στηρίξει την ανάπτυξη των ορεινών περιοχών και παράλληλα να απλοποιήσουν τις διοικητικές διαδικασίες και την πρόσβαση σε πόρους που προορίζονται για τη στήριξη της προστασίας και της αειφόρου χρήσης των πλεονεκτημάτων μιας περιοχής: της πολιτιστικής κληρονομιάς και των φυσικών και ανθρώπινων πόρων·

67.   θεωρεί ότι η αειφόρος, εκσυγχρονισμένη και πολυλειτουργική γεωργία είναι απαραίτητη στις ορεινές περιοχές για την ανάπτυξη άλλων δραστηριοτήτων, όπως την ανάπτυξη των βιοκαυσίμων και του αγροτουρισμού και για την αύξηση του εισοδήματος των εκεί πληθυσμών και καλεί την Επιτροπή και το Συμβούλιο να λάβουν ιδιαίτερα υπόψη τις ανάγκες των ορεινών περιοχών στα πλαίσια της ΚΓΠ και της περιφερειακής πολιτικής: την έλευση νέων αγροτών, την αποζημίωση για τις πρόσθετες δαπάνες εξαιτίας του προβλήματος της μη προσβασιμότητας, για παράδειγμα όσον αφορά τη συλλογή γάλακτος, τη συντήρηση των υπηρεσιών στις αγροτικές περιοχές και την ανάπτυξη της υποδομής των μεταφορών·

68.   υπογραμμίζει τον ευάλωτο χαρακτήρα των βουνών και των παγετώνων έναντι της κλιματικής αλλαγής λόγω των τοπογραφικών τους χαρακτηριστικών και των διαρθρωτικών τους μειονεκτημάτων, αλλά επισημαίνει και το δυναμικό τους ως "εργαστηρίων ελέγχου" για καινοτόμες τεχνολογίες μίμησης της φύσης με σκοπό την προστασία του κλίματος· καλεί την Επιτροπή να επεξεργαστεί μια διαφοροποιημένη κλιματική πολιτική σχετικά με τις ορεινές περιοχές χρησιμοποιώντας και τις ήδη υφιστάμενες γνώσεις όπως της Σύμβασης των Άλπεων και της Σύμβασης των Καρπαθίων· ζητεί να αναληφθούν ερευνητικές δραστηριότητες και να εγκριθούν μεταβατικά μέτρα στον τομέα αυτόν·

69.   ζητεί ο συντονισμός για τις ορεινές περιοχές και τις μειονεκτούσες περιοχές να γίνεται σε λειτουργική συνάρτηση με την ΚΓΠ και τον δεύτερο πυλώνα (την αγροτική ανάπτυξη)·

70.   υπογραμμίζει ότι η βιώσιμη γεωργία και η ανάπτυξη των ορεινών περιοχών δεν είναι σημαντικές μόνο για τον πληθυσμό των εν λόγω περιοχών, αλλά και για τους πληθυσμούς των όμορων περιοχών (π.χ. των πεδινών περιοχών), και ως εκ τούτου η στρατηγική της ΕΕ για τις ορεινές περιοχές θα επηρεάσει και την αειφορία αυτών των όμορων περιοχών όσον αφορά την υδροδότηση, τη σταθερότητα του περιβάλλοντος, τη βιοποικιλότητα, την ισόρροπη κατανομή του πληθυσμού και την πολιτισμική ποικιλομορφία· καλεί την Επιτροπή να εξετάσει, κατά τη διαμόρφωση της στρατηγικής της ΕΕ, το πώς μπορούν να συμπεριληφθούν επωφελώς στη στρατηγική οι υφιστάμενες πρωτοβουλίες για την ενσωμάτωση των ορεινών περιοχών και των ομόρων περιοχών·

71.   αναθέτει στην Επιτροπή Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου να παρακολουθήσει την πορεία του παρόντος ψηφίσματος στο Συμβούλιο και την Επιτροπή·

72.   αναθέτει στoν Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, καθώς και στις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών.

(1) ΕΕ C 72 E, 21.3.2002, σ. 354.
(2) ΕΕ C 290 Ε, 29.11.2006, σ. 413.
(3) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P6_TA(2008)0093.
(4) Επιτροπή Περιφερειών, 23-2008.
(5) ΕΕ L 93, 31.3.2006, σ. 1.
(6) ΕΕ L 93, 31.3.2006, σ. 12.
(7) ΕΕ L 270, 21.10.2003, σ. 1.
(8) Οδηγία 2006/38/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 2006 για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/62/ΕΚ περί επιβολής τελών στα βαρέα φορτηγά οχήματα που χρησιμοποιούν ορισμένα έργα υποδομής (ΕΕ L 157, 9.6.2006, σ. 8).


Ευρωπαϊκή Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Σταλινισμού και του Ναζισμού
PDF 312kWORD 66k
Δήλωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την ανακήρυξη της 23ης Αυγούστου ως Ευρωπαϊκής Ημέρας Μνήμης για τα Θύματα του Σταλινισμού και του Ναζισμού
P6_TA(2008)0439P6_DCL(2008)0044

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το απαράγραφο των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και των εγκλημάτων πολέμου,

–   έχοντας υπόψη τα ακόλουθα άρθρα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών: Άρθρο 1: την υποχρέωση σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου, Άρθρο 2: το δικαίωμα στη ζωή, Άρθρο 3: την απαγόρευση των βασανιστηρίων και Άρθρο 4: την απαγόρευση της δουλείας και της αναγκαστικής εργασίας,

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμα 1481 (2006) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με την καταδίκη των εγκλημάτων των κομμουνιστικών καθεστώτων,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 116 του Κανονισμού του,

A.   εκτιμώντας ότι το Σύμφωνο Molotov-Ribbentrop της 23ης Αυγούστου 1939 μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και της Γερμανίας χώρισε την Ευρώπη σε δύο σφαίρες επιρροής με μυστικά πρόσθετα πρωτόκολλα,

Β.   εκτιμώντας ότι οι μαζικές εκτοπίσεις, οι δολοφονίες και οι υποδουλώσεις που διαπράχθηκαν στο πλαίσιο των επιθέσεων του σταλινισμού και του ναζισμού εμπίπτουν στην κατηγορία των εγκλημάτων πολέμου και των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας,

Γ.   εκτιμώντας ότι, βάσει του διεθνούς δικαίου, οι νόμιμες παραγραφές δεν ισχύουν για τα εγκλήματα πολέμου και τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας,

Δ.   εκτιμώντας ότι η επιρροή και η σημασία του σοβιετικού καθεστώτος και της σοβιετικής κατοχής για τους πολίτες των μετακομμουνιστικών κρατών παραμένουν ελάχιστα γνωστά στην Ευρώπη,

Ε.   εκτιμώντας ότι το άρθρο 3 της απόφασης αριθ. 1904/2006/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση του προγράμματος "Ευρώπη για τους Πολίτες" για την περίοδο 2007-2013 με σκοπό την προώθηση της ενεργού συμμετοχής του ευρωπαίου πολίτη στα κοινά(1), καθιέρωσε τη δράση "Ενεργός Ευρωπαϊκή Μνήμη", που στοχεύει να εμποδίσει οποιαδήποτε επανάληψη των εγκλημάτων του ναζισμού και του σταλινισμού,

1.  Προτείνει να ανακηρυχθεί η 23η Αυγούστου Ευρωπαϊκή Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Σταλινισμού και του Ναζισμού, με σκοπό τη διατήρηση της μνήμης των θυμάτων των μαζικών εκτοπίσεων και εξοντώσεων, και ταυτόχρονα, την εδραίωση της δημοκρατίας καθώς και την ενίσχυση της ειρήνης και της σταθερότητας στην ήπειρο μας·

2.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει την παρούσα δήλωση, συνοδευόμενη από τα ονόματα των υπογραφόντων, στα κοινοβούλια των κρατών μελών.

Κατάλογος υπογραφόντων

Jim Allister, Alexander Alvaro, Jan Andersson, Georgs Andrejevs, Laima Liucija Andrikienė, Εμμανουήλ Αγγέλακας, Roberta Angelilli, Robert Atkins, John Attard-Montalto, Elspeth Attwooll, Inés Ayala Sender, Liam Aylward, Maria Badia i Cutchet, Enrique Barón Crespo, Alessandro Battilocchio, Edit Bauer, Jean Marie Beaupuy, Christopher Beazley, Zsolt László Becsey, Bastiaan Belder, Ivo Belet, Irena Belohorská, Monika Beňová, Rolf Berend, Sergio Berlato, Giovanni Berlinguer, Adam Bielan, Šarūnas Birutis, Sebastian Valentin Bodu, Guy Bono, Mario Borghezio, Josep Borrell Fontelles, Victor Boştinaru, John Bowis, Sharon Bowles, Iles Braghetto, Elmar Brok, Danutė Budreikaitė, Cristian Silviu Buşoi, Philippe Busquin, Simon Busuttil, Jerzy Buzek, Martin Callanan, Mogens Camre, Luis Manuel Capoulas Santos, Marco Cappato, David Casa, Paulo Casaca, Michael Cashman, Françoise Castex, Giuseppe Castiglione, Jean-Marie Cavada, Charlotte Cederschiöld, Jorgo Chatzimarkakis, Ole Christensen, Sylwester Chruszcz, Philip Claeys, Luigi Cocilovo, Daniel Cohn-Bendit, Richard Corbett, Dorette Corbey, Titus Corlăţean, Corina Creţu, Brian Crowley, Magor Imre Csibi, Marek Aleksander Czarnecki, Ryszard Czarnecki, Daniel Dăianu, Joseph Daul, Dragoş Florin David, Antonio De Blasio, Arūnas Degutis, Véronique De Keyser, Gérard Deprez, Marie-Hélène Descamps, Nirj Deva, Christine De Veyrac, Mia De Vits, Jolanta Dičkutė, Gintaras Didžiokas, Koenraad Dillen, Alexandra Dobolyi, Valdis Dombrovskis, Beniamino Donnici, Bert Doorn, Den Dover, Petr Duchoň, Bárbara Dührkop Dührkop, Andrew Duff, Árpád Duka-Zólyomi, Constantin Dumitriu, Michl Ebner, Lena Ek, Saïd El Khadraoui, Maria da Assunção Esteves, Edite Estrela, Jonathan Evans, Robert Evans, Göran Färm, Richard Falbr, Carlo Fatuzzo, Szabolcs Fazakas, Markus Ferber, Emanuel Jardim Fernandes, Francesco Ferrari, Petru Filip, Hélène Flautre, Alessandro Foglietta, Hanna Foltyn-Kubicka, Nicole Fontaine, Glyn Ford, Ingo Friedrich, Urszula Gacek, Michael Gahler, Kinga Gál, Milan Gaľa, Iratxe García Pérez, Patrick Gaubert, Jas Gawronski, Eugenijus Gentvilas, Γεώργιος Γεωργίου, Lidia Joanna Geringer de Oedenberg, Adam Gierek, Maciej Marian Giertych, Neena Gill, Béla Glattfelder, Bogdan Golik, Bruno Gollnisch, Ana Maria Gomes, Alfred Gomolka, Donata Gottardi, Genowefa Grabowska, Dariusz Maciej Grabowski, Vasco Graça Moura, Ingeborg Gräßle, Lissy Gröner, Elly de Groen-Kouwenhoven, Françoise Grossetête, Ignasi Guardans Cambó, Ambroise Guellec, Zita Gurmai, Catherine Guy-Quint, Małgorzata Handzlik, Gábor Harangozó, Malcolm Harbour, Marian Harkin, Joel Hasse Ferreira, Satu Hassi, Christopher Heaton-Harris, Gyula Hegyi, Erna Hennicot-Schoepges, Jeanine Hennis-Plasschaert, Edit Herczog, Jim Higgins, Mary Honeyball, Karsten Friedrich Hoppenstedt, Milan Horáček, Richard Howitt, Ján Hudacký, Stephen Hughes, Alain Hutchinson, Jana Hybášková, Filiz Hakaeva Hyusmenova, Marie Anne Isler Béguin, Ville Itälä, Lily Jacobs, Anneli Jäätteenmäki, Mieczysław Edmund Janowski, Lívia Járóka, Rumiana Jeleva, Anne E. Jensen, Dan Jørgensen, Romana Jordan Cizelj, Ona Juknevičienė, Jelko Kacin, Filip Kaczmarek, Gisela Kallenbach, Syed Kamall, Othmar Karas, Sajjad Karim, Ιωάννης Κασουλίδης, Piia-Noora Kauppi, Metin Kazak, Tunne Kelam, Glenys Kinnock, Timothy Kirkhope, Dieter-Lebrecht Koch, Eija-Riitta Korhola, Magda Kósáné Kovács, Miloš Koterec, Holger Krahmer, Guntars Krasts, Ģirts Valdis Kristovskis, Aldis Kušķis, Zbigniew Krzysztof Kuźmiuk, Joost Lagendijk, André Laignel, Alain Lamassoure, Jean Lambert, Alexander Graf Lambsdorff, Vytautas Landsbergis, Carl Lang, Romano Maria La Russa, Vincenzo Lavarra, Henrik Lax, Johannes Lebech, Stéphane Le Foll, Roselyne Lefrançois, Klaus-Heiner Lehne, Lasse Lehtinen, Jörg Leichtfried, Jo Leinen, Fernand Le Rachinel, Katalin Lévai, Janusz Lewandowski, Bogusław Liberadzki, Marcin Libicki, Alain Lipietz, Pia Elda Locatelli, Eleonora Lo Curto, Antonio López-Istúriz White, Andrea Losco, Patrick Louis, Caroline Lucas, Sarah Ludford, Astrid Lulling, Elizabeth Lynne, Marusya Ivanova Lyubcheva, Linda McAvan, Arlene McCarthy, Edward McMillan-Scott, Jamila Madeira, Eugenijus Maldeikis, Toine Manders, Ramona Nicole Mănescu, Vladimír Maňka, Thomas Mann, Marian-Jean Marinescu, David Martin, Miguel Angel Martínez Martínez, Jan Tadeusz Masiel, Manuel Medina Ortega, Íñigo Méndez de Vigo, Emilio Menéndez del Valle, Rosa Miguélez Ramos, Marianne Mikko, Miroslav Mikolášik, Francisco José Millán Mon, Gay Mitchell, Nickolay Mladenov, Viktória Mohácsi, Claude Moraes, Javier Moreno Sánchez, Eluned Morgan, Philippe Morillon, Jan Mulder, Cristiana Muscardini, Riitta Myller, Pasqualina Napoletano, Robert Navarro, Cătălin-Ioan Nechifor, Catherine Neris, James Nicholson, null Nicholson of Winterbourne, Rareş-Lucian Niculescu, Lambert van Nistelrooij, Vural Öger, Péter Olajos, Jan Olbrycht, Seán Ó Neachtain, Gérard Onesta, Janusz Onyszkiewicz, Ria Oomen-Ruijten, Dumitru Oprea, Josu Ortuondo Larrea, Csaba Őry, Siiri Oviir, Reino Paasilinna, Maria Grazia Pagano, Borut Pahor, Justas Vincas Paleckis, Vladko Todorov Panayotov, Marco Pannella, Pier Antonio Panzeri, Neil Parish, Ioan Mircea Paşcu, Aldo Patriciello, Béatrice Patrie, Vincent Peillon, Bogdan Pęk, Alojz Peterle, Maria Petre, Willi Piecyk, Rihards Pīks, Mirosław Mariusz Piotrowski, Umberto Pirilli, Paweł Bartłomiej Piskorski, Gianni Pittella, Francisca Pleguezuelos Aguilar, Zita Pleštinská, Rovana Plumb, Zdzisław Zbigniew Podkański, Samuli Pohjamo, Lydie Polfer, Nicolae Vlad Popa, Bernd Posselt, Christa Prets, Vittorio Prodi, Jacek Protasiewicz, John Purvis, Poul Nyrup Rasmussen, Karin Resetarits, José Ribeiro e Castro, Teresa Riera Madurell, Karin Riis-Jørgensen, Maria Robsahm, Bogusław Rogalski, Zuzana Roithová, Dariusz Rosati, Wojciech Roszkowski, Christian Rovsing, Flaviu Călin Rus, Leopold Józef Rutowicz, Eoin Ryan, Guido Sacconi, Aloyzas Sakalas, Katrin Saks, José Ignacio Salafranca Sánchez-Neyra, Manuel António dos Santos, Sebastiano Sanzarello, Jacek Saryusz-Wolski, Gilles Savary, Toomas Savi, Christel Schaldemose, Agnes Schierhuber, Carl Schlyter, Olle Schmidt, Pál Schmitt, György Schöpflin, Esko Seppänen, Adrian Severin, Brian Simpson, Kathy Sinnott, Marek Siwiec, Peter Skinner, Csaba Sógor, Bogusław Sonik, María Sornosa Martínez, Bart Staes, Grażyna Staniszewska, Margarita Starkevičiūtė, Peter Šťastný, Petya Stavreva, Dirk Sterckx, Struan Stevenson, Catherine Stihler, Robert Sturdy, Margie Sudre, László Surján, József Szájer, Andrzej Jan Szejna, István Szent-Iványi, Konrad Szymański, Csaba Sándor Tabajdi, Hannu Takkula, Charles Tannock, Andres Tarand, Salvatore Tatarella, Britta Thomsen, Silvia-Adriana Ţicău, Gary Titley, Patrizia Toia, László Tőkés, Ewa Tomaszewska, Witold Tomczak, Jacques Toubon, Catherine Trautmann, Helga Trüpel, Vladimir Urutchev, Inese Vaidere, Nikolaos Vakalis, Adina-Ioana Vălean, Frank Vanhecke, Anne Van Lancker, Geoffrey Van Orden, Daniel Varela Suanzes-Carpegna, Ari Vatanen, Armando Veneto, Riccardo Ventre, Donato Tommaso Veraldi, Marcello Vernola, Alejo Vidal-Quadras, Kristian Vigenin, Kyösti Virrankoski, Graham Watson, Henri Weber, Renate Weber, Anders Wijkman, Iuliu Winkler, Janusz Wojciechowski, Corien Wortmann-Kool, Anna Záborská, Zbigniew Zaleski, Iva Zanicchi, Andrzej Tomasz Zapałowski, Dushana Zdravkova, Roberts Zīle, Marian Zlotea, Tadeusz Zwiefka

(1) ΕΕ L 378, 27.12.2006, σ. 32.

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου