Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2008/2178(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A6-0485/2008

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A6-0485/2008

Συζήτηση :

PV 12/01/2009 - 22
CRE 12/01/2009 - 22

Ψηφοφορία :

PV 13/01/2009 - 6.9
Αιτιολογήσεις ψήφου
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P6_TA(2009)0009

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 298kWORD 81k
Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2009 - Στρασβούργο
Η ΚΑΠ και η προσέγγιση διαχείρισης της αλιείας με βάση το οικοσύστημα
P6_TA(2009)0009A6-0485/2008

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 13ης Ιανουαρίου 2009 σχετικά με την ΚΑΠ και την προσέγγιση διαχείρισης της αλιείας με βάση το οικοσύστημα (2008/2178(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας της 10ης Δεκεμβρίου 1982,

–   έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2002, για τη διατήρηση και βιώσιμη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων στο πλαίσιο της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής(1) (ΚΑΠ),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο "Ο ρόλος της ΚΑΠ στην εφαρμογή μιας προσέγγισης διαχείρισης του θαλάσσιου περιβάλλοντος με βάση το οικοσύστημα" (COM(2008)0187),

–   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου Γεωργίας και Αλιείας της 29ης και 30ής Σεπτεμβρίου 2008 σχετικά με την προαναφερθείσα ανακοίνωση της Επιτροπής,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Αλιείας (A6-0485/2008),

Α.   λαμβάνοντας υπόψη ότι σε κάθε γεωγραφική περιοχή όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί (άνθρωποι, φυτά, ζώα και μικροοργανισμοί), το φυσικό περιβάλλον τους (το έδαφος, το νερό και ο αέρας) και οι φυσικοί κύκλοι που τους συντηρούν είναι στοιχεία αλληλένδετα,

Β.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εξελίξεις, οι αλληλεπιδράσεις και οι αλλαγές στο εσωτερικό αυτών των οικοσυστημάτων έχουν άμεσες και συχνά ανεπιθύμητες ή απρόβλεπτες επιπτώσεις στα άλλα στοιχεία τόσο εντός όσο και εκτός του συστήματος και, παρομοίως, οι εξελίξεις που σημειώνονται εκτός του συστήματος μπορούν να έχουν άμεσο αντίκτυπο στο σύστημα,

Γ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι μια προσέγγιση διαχείρισης της αλιείας με βάση το οικοσύστημα προσφέρει επί του παρόντος την καλύτερη βάση για ένα συνολικό σύστημα διαχείρισης και λήψης αποφάσεων το οποίο θα λαμβάνει υπόψη όλα τα εμπλεκόμενα και ενδιαφερόμενα μέρη και στοιχεία, τις απαιτήσεις και τις ανάγκες τους, καθώς και τις μελλοντικές επιπτώσεις στο σύστημα και τις αλληλεπιδράσεις του,

Δ.   λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία της αλιείας στα ύδατα της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης (ΑΟΖ) κάθε κράτους μέλους για την κυριαρχία και την ανεξαρτησία του, ιδίως σε επισιτιστικό επίπεδο,

Ε.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η γνώση που διαθέτουμε για τους ωκεανούς και για τους παράγοντες που τους επηρεάζουν είναι ακόμη περιορισμένη, αλλά είναι ωστόσο αρκετή ώστε να γνωρίζουμε ότι πολλά αλιευτικά αποθέματα, τόσο εμπορικά όσο και μη εμπορικά, εξαντλούνται στην ΕΕ και αλλού, και ότι, ενώ αυτό οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, τις περισσότερες φορές η κυριότερη αιτία είναι η υπεραλίευση,

ΣΤ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η επιστημονική έρευνα σχετικά με τη βιωσιμότητα των αλιευτικών πόρων προϋποθέτει την άρση οποιωνδήποτε προκαταλήψεων και ότι, συνεπώς, η πρόταση για μια ανάλυση της αξιολόγησης των αλιευτικών πόρων με βάση το οικοσύστημα θα είναι πράγματι οικοσυστημική μόνο αν στηρίζεται σε έγκυρα επιστημονικά δεδομένα,

Ζ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι μια τέτοια προσέγγιση με βάση το οικοσύστημα πρέπει να είναι δυναμική και ευέλικτη ως προς τις διαδικασίες ενημέρωσης και λήψης αποφάσεων, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης για διαρκή αναπροσαρμογή που οφείλεται στην εμφάνιση νέων επιστημονικών γνώσεων και νέων διασυνδέσεων,

Η.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής COM(2008)0670, εξακολουθεί να παρατηρείται μεγάλος αριθμός σοβαρών και ανησυχητικών παραβιάσεων των κανόνων της ΚΑΠ, παρά τις προσπάθειες για μείωση της δυναμικότητας του κοινοτικού στόλου,

Θ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά την αξιολόγηση των αλιευτικών πόρων εξετάζεται το ζήτημα της βιωσιμότητας των αποθεμάτων, η οποία είναι θεμελιώδης για την αλιευτική δραστηριότητα και την οποία τα κράτη μέλη καλούνται να διαφυλάξουν,

Ι.   λαμβάνοντας υπόψη τον πρωταρχικό στόχο της αλιευτικής πολιτικής, ο οποίος έχει γίνει αποδεκτός από όλα τα κράτη μέλη που συμμετείχαν στην παγκόσμια διάσκεψη για την αειφόρο ανάπτυξη στο Γιοχάνεσμπουργκ το 2002, δηλαδή την επίτευξη της μέγιστης βιώσιμης ποσότητας αλιευμάτων,

ΙΑ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η έντονη μείωση των εισοδημάτων στον τομέα της αλιείας οφείλεται στην εξάντληση πολλών αλιευτικών αποθεμάτων εμπορικής αξίας, που έχει καταστήσει απαραίτητη την επιβολή περιορισμών στην αλιευτική δραστηριότητα και στη στασιμότητα/μείωση των τιμών κατά την πρώτη πώληση, η οποία συνοδεύεται από την εκθετική αύξηση των συντελεστών παραγωγής (πετρέλαιο και βενζίνη), κατάσταση που επιδεινώνεται στις χώρες στις οποίες το κόστος τους είναι υψηλότερο, ιδίως εξαιτίας της έλλειψης ή της ανεπάρκειας μέτρων στήριξης προς τον τομέα, σε σύγκριση με τα μέτρα που υιοθετούνται από άλλες χώρες,

ΙΒ.   λαμβάνοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής για την έναρξη διαλόγου σχετικά με μια ενδεχόμενη μεταρρύθμιση της ΚΑΠ,

1.   επικροτεί την προαναφερθείσα ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την προσέγγιση διαχείρισης της αλιείας με βάση το οικοσύστημα και υπογραμμίζει την ανάγκη η εν λόγω πρωτοβουλία να αποτελέσει συμβολή στην εξασφάλιση μιας εκμετάλλευσης των αλιευτικών πόρων που θα δημιουργεί βιώσιμες συνθήκες από κοινωνική, περιβαλλοντική και οικονομική άποψη·

2.   τονίζει την ανάγκη η προσέγγιση αυτή διαχείρισης της αλιείας με βάση το οικοσύστημα να εξελιχθεί σε σύστημα διαχείρισης, αμοιβαίας μάθησης και έρευνας δυναμικό και ευέλικτο έτσι ώστε να ενσωματωθούν και άλλες μεταβλητές που ενδέχεται να προκύψουν μελλοντικά από απρόβλεπτους παράγοντες επιρροής ή άλλους επιστημονικούς κλάδους·

3.   καλεί, σε αυτό το πλαίσιο, την Επιτροπή να συμπεριλάβει στις μεθόδους της πρότασής της και εργαλεία που θα επιτρέπουν την αμοιβαία ανταλλαγή πληροφοριών και δεδομένων και μια αδιάλειπτη διαδικασία μάθησης για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, ούτως ώστε η προσέγγιση με βάση το οικοσύστημα να αναπτυχθεί περαιτέρω από όλους και με στόχο να φανεί και να αποδειχθεί το όφελος για όλους·

4.   υπενθυμίζει ότι η αλιεία αποτελεί θεμελιώδη δραστηριότητα για τη διασφάλιση της σίτισης και της επιβίωσης των ανθρώπων και θεωρεί ότι αυτός είναι ο πρωταρχικός στόχος κάθε αλιευτικής πολιτικής·

5.   εφιστά την προσοχή στη νευραλγική σημασία που έχει ο τομέας της αλιείας για κάποιες παράκτιες κοινότητες της ΕΕ από οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική άποψη·

6.   επαναλαμβάνει ότι η ΚΑΠ οφείλει να προωθεί τον εκσυγχρονισμό και την αειφόρο ανάπτυξη του τομέα της αλιείας, διασφαλίζοντας την κοινωνικοοικονομική βιωσιμότητά του και την αειφορία των αλιευτικών πόρων και παρέχοντας εγγυήσεις για τον εφοδιασμό των κρατών σε αλιεύματα και για την επισιτιστική κυριαρχία και ασφάλεια, για τη διατήρηση των θέσεων εργασίας και για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής των αλιέων·

7.   θεωρεί ότι κάθε αλιευτική πολιτική θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη της μια πλειάδα διαστάσεων –κοινωνικών, περιβαλλοντικών, οικονομικών– που απαιτούν ολοκληρωμένη και ισόρροπη προσέγγιση, ασύμβατη με μια θεώρηση που τις ιεραρχεί σύμφωνα με έναν a priori ορισμό προτεραιοτήτων·

8.   υπογραμμίζει ότι, έχοντας υπόψη τους ίδιους στόχους της, η ΚΑΠ δεν πρέπει να υπόκειται σε άλλες κοινοτικές πολιτικές οι οποίες έχουν καθοριστεί στο μεταξύ· θεωρεί, αντιθέτως, ότι οι τελευταίες οφείλουν να διαφυλάξουν και να ενσωματώσουν τους στόχους της αλιευτικής πολιτικής·

9.   τονίζει ότι η αειφόρος ανάπτυξη μιας δεδομένης παράκτιας περιοχής απαιτεί την αξιοποίηση της αλληλεπίδρασης ανάμεσα στις περιβαλλοντικές, φυσικές και ανθρώπινες συνιστώσες της και την προώθηση της ποιότητας ζωής των αλιευτικών κοινοτήτων της· επαναβεβαιώνει ότι μια πολιτική για την αλιεία θα πρέπει να στηρίζεται στην αλληλεξάρτηση ανάμεσα στην ευημερία των αλιευτικών κοινοτήτων και στη βιωσιμότητα των οικοσυστημάτων των οποίων συνιστούν αναπόσπαστα μέρη·

10.   τονίζει ότι, υπό αυτήν την έννοια, είναι αναγκαία η αναγνώριση της ιδιαιτερότητας και της σημασίας της παράκτιας αλιείας μικρής κλίμακας και της παραδοσιακής αλιείας·

11.   υπογραμμίζει, συνεπώς, ότι η συνέχιση της ικανοποίησης των επισιτιστικών αναγκών κάθε κράτους μέλους, η διασφάλιση της βιωσιμότητας του στρατηγικού τομέα της αλιείας και των αλιευτικών κοινοτήτων και η διατήρηση της βιωσιμότητας των θαλάσσιων οικοσυστημάτων δεν αποτελούν ασυμβίβαστους στόχους·

12.   θεωρεί ότι, για τη διατήρηση των αλιευτικών αποθεμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο, χρειάζεται επίσης να τεθούν ανώτατα όρια στον αριθμό των ημερών κατά τις οποίες οι αλιείς θα μπορούν να παραμείνουν στη θάλασσα·

13.   επισημαίνει ότι η εφαρμογή μιας προσέγγισης διαχείρισης του θαλάσσιου περιβάλλοντος με βάση το οικοσύστημα επιβάλλει, απαραιτήτως, μια πολυεπιστημονική και διατομεακή δράση που θα ενσωματώνει τα διάφορα μέτρα και τις πολιτικές που έχουν αντίκτυπο στα θαλάσσια οικοσυστήματα –που υπερβαίνουν κατά πολύ και υπερέχουν των πολιτικών που έχουν υιοθετηθεί στον τομέα της αλιείας– χωρίς την οποία δεν θα είναι δυνατή η επίτευξη των στόχων της εν λόγω προσέγγισης·

14.   επαναλαμβάνει την ανάγκη που υπάρχει για τη μελέτη και έγκριση μέτρων που αφορούν πλειάδα παραγόντων με έντονο αντίκτυπο στη βιωσιμότητα των θαλάσσιων οικοσυστημάτων και στην κατάσταση των αλιευτικών πόρων και, κατά συνέπεια, στην αλιευτική δραστηριότητα, όπως είναι η παράκτια ρύπανση και η ρύπανση της ανοιχτής θάλασσας, τα βιομηχανικά και γεωργικά λύματα, η μεταβολή της ροής των ποταμών, η βυθοκόρηση, η λιμενική δραστηριότητα, οι θαλάσσιες μεταφορές και ο τουρισμός·

15.   υπογραμμίζει ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των διαφόρων θαλάσσιων περιοχών και των αντίστοιχων αλιευτικών πόρων, καθώς επίσης μεταξύ των διαφόρων στόλων και των αλιευτικών μέσων που χρησιμοποιούνται και του αντικτύπου τους στα οικοσυστήματα, γεγονός που απαιτεί την επιβολή διαφοροποιημένων, συγκεκριμένων και κατάλληλων προς κάθε χρήση μέτρων διαχείρισης της αλιείας, όπως π.χ. τεχνικές τροποποιήσεις στα δίχτυα, κλείσιμο ορισμένων περιοχών αλιείας και μείωση της αλιευτικής προσπάθειας·

16.   εμμένει στην ανάγκη για εφαρμογή μηχανισμών επιδότησης ή αποζημίωσης προς τους αλιείς που έχουν πληγεί από τις οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις των πολυετών σχεδίων ανασύστασης και διαχείρισης, καθώς και για την εφαρμογή μέτρων για την προστασία των οικοσυστημάτων·

17.   επισημαίνει ότι η εφαρμογή, απαραίτητα προοδευτική, μιας συνολικής, διεπιστημονικής και διατομεακής προσέγγισης διαχείρισης του θαλάσσιου περιβάλλοντος απαιτεί τη διαρκή βελτίωση και εμβάθυνση της επιστημονικής γνώσης, προκειμένου να διασφαλίσει τη λήψη μέτρων που στηρίζονται σε έγκυρα επιστημονικά δεδομένα·

18.   εφιστά την προσοχή της Επιτροπής στην ανάγκη να συμπεριληφθεί ο τομέας της αλιείας σε ένα αμιγώς διατομεακό σχέδιο για τη διατήρηση του θαλάσσιου περιβάλλοντος, σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας-πλαίσιο για τη "θαλάσσια στρατηγική"(2), τον περιβαλλοντικό πυλώνα της νέας ευρωπαϊκής θαλάσσιας πολιτικής·

19.   υπογραμμίζει ότι η επιστημονική έρευνα για την αλιεία αποτελεί απαραίτητο εργαλείο για τη διαχείριση της αλιείας, αναγκαίο για τον εντοπισμό των παραγόντων που επηρεάζουν την εξέλιξη των αλιευτικών πόρων, για την ποιοτική αξιολόγησή τους και για την ανάπτυξη προτύπων που επιτρέπουν την πρόβλεψη της εξέλιξής τους, καθώς επίσης και για τη βελτίωση των αλιευτικών μέσων, των σκαφών, των συνθηκών εργασίας και της ασφάλειας των αλιέων, από κοινού με τις γνώσεις και την εμπειρία αυτών των τελευταίων·

20.   εισηγείται τη διεξαγωγή επιστημονικών μελετών που θα επιτρέψουν τον προσδιορισμό της αναδιανομής των θαλάσσιων ειδών που εκμεταλλεύεται ο τομέας της αλιείας εξαιτίας του αντικτύπου της πρόσφατης αλλαγής των φυσικών και χημικών παραμέτρων των υδάτων λόγω της κλιματικής αλλαγής· θεωρεί ότι αυτές οι μελέτες θα πρέπει να αποτελέσουν τη βάση για την αναδιαμόρφωση ορισμένων υφιστάμενων σχεδίων αποκατάστασης των αποθεμάτων, όπως για παράδειγμα το σχέδιο αποκατάστασης για το μερλούκιο του Νότου και την καραβίδα στα ανοιχτά των ακτών της Ιβηρικής Χερσονήσου·

21.   εφιστά την προσοχή στην ανάγκη ανάπτυξης ερευνητικών έργων για τις υδατοκαλλιέργειες έτσι ώστε να αναπληρωθούν τα αποθέματα των ειδών που απειλούνται περισσότερο·

22.   θεωρεί ότι, σε αυτό το πλαίσιο, είναι αναγκαία η επένδυση στην κατάρτιση του ανθρώπινου δυναμικού, η διάθεση επαρκών οικονομικών μέσων και η προώθηση της συνεργασίας μεταξύ των διάφορων δημόσιων οργανισμών των κρατών μελών·

23.   επισημαίνει ότι η επιστημονική έρευνα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις κοινωνικές, περιβαλλοντικές και οικονομικές συνιστώσες της αλιευτικής δραστηριότητας· θεωρεί αναγκαία την αξιολόγηση του αντικτύπου των διαφορετικών συστημάτων/μέσων διαχείρισης της αλιείας στην απασχόληση και στο εισόδημα των αλιευτικών κοινοτήτων·

24.   επισημαίνει ότι πρώτο και κύριο έργο της διαχείρισης της αλιείας, ως δραστηριότητας που εκμεταλλεύεται πόρους με δυνατότητα αυτοανανέωσης, είναι ο έλεγχος (άμεσος ή έμμεσος) του συνόλου της αλιευτικής προσπάθειας, κατά τρόπον ώστε να επιτυγχάνεται ο στόχος της προαναφερθείσας παγκόσμιας διάσκεψης του Γιοχάνεσμπουργκ του 2002·

25.   προτρέπει την Επιτροπή να επανεξετάσει το υφιστάμενο σύστημα των συνολικών επιτρεπόμενων αλιευμάτων (ΣΕΑ) και των ποσοστώσεων ως το βασικό μέσο για τη διαχείριση των θαλάσσιων πόρων καθώς και τη χρησιμότητά του, δεδομένων των υφιστάμενων αλιευτικών περιορισμών·

26.   προτρέπει την Επιτροπή να εφαρμόζει πιο ανοικτά συστήματα ελέγχου και εποπτείας σε ό, τι αφορά τις εκφορτώσεις αλιευμάτων, τα παράνομα αλιεύματα και την απόρριψη των παρεμπιπτόντων αλιευμάτων στη θάλασσα·

27.   θεωρεί τα προαναφερθέντα μέτρα θεμελιώδους σημασίας για την ακριβή εκτίμηση της κατάστασης των αλιευτικών πόρων από τους αρμόδιους επιστημονικούς φορείς·

28.   αναγνωρίζει ότι τα υπάρχοντα μέσα διαχείρισης της αλιείας, τα οποία βασίζονται στα ΣΕΑ, επιδρούν άμεσα στα αλιεύματα και έμμεσα στην αλιευτική προσπάθεια· τονίζει, εξάλλου, ότι απαιτείται έλεγχος της αλιευτικής προσπάθειας προκειμένου η μέθοδος αυτή να λειτουργεί με τον αποτελεσματικότερο δυνατό τρόπο· παροτρύνει την Επιτροπή να μελετήσει διάφορα μέσα διαχείρισης των αλιευτικών πόρων, διασφαλίζοντας ότι δεν θα τροποποιηθούν τα υφιστάμενα μέσα όσο δεν θα υπάρχει εναλλακτική λύση η οποία θα εξασφαλίζει καταλληλότερη διαχείριση των πόρων·

29.   υπογραμμίζει ότι η κατανομή των ΣΕΑ μεταξύ των αλιευτικών στόλων και των αλιευτικών μέσων, στο πλαίσιο της αρχής της σταθερότητας, εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα κάθε κράτους μέλους· θεωρεί ότι η κατανομή των ποσοστώσεων σε κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το είδος των αλιευτικών μέσων (τράτα και άλλα) και τα συναφή αλιεύματα·

30.   εκφράζει βαθιά ανησυχία όσον αφορά το ενδεχόμενο τυχόν τροποποίησης της ΚΑΠ που να προωθεί τη συγκέντρωση της αλιευτικής δραστηριότητας, κυρίως ως προς το δικαίωμα πρόσβασης στους πόρους·

31.   επισημαίνει ότι η μείωση και η συγκέντρωση ποσοστώσεων σε ορισμένους παράγοντες δεν σημαίνει κατ' ανάγκη και μείωση της αλιευτικής προσπάθειας, παρά μόνο τη συγκέντρωση της εκμετάλλευσης των αλιευτικών πόρων·

32.   επικροτεί τη θετική διάκριση σχετικά με την ενίσχυση για την ανανέωση του στόλου σε ορισμένες εξόχως απόκεντρες περιφέρειες της ΕΕ (ΕΑΠ) και θεωρεί εξαιρετικά σημαντικό η συγκεκριμένη ενίσχυση να διατηρηθεί και μετά το τέλος του τρέχοντος δημοσιονομικού πλαισίου 2007-2013 έτσι ώστε να καταστεί δυνατόν, ακόμα και μετά τη συγκεκριμένη περίοδο, να διασφαλιστεί μια μορφή αλιείας που θα είναι βιώσιμη και φιλική προς το περιβάλλον·

33.   θεωρεί επιτακτική τη διατήρηση της παρέκκλισης πρόσβασης στα χωρικά ύδατα, στο ελάχιστο, έως τα 12 μίλια, ως μέσο προώθησης της βιωσιμότητας των παράκτιων θαλάσσιων οικοσυστημάτων, των παραδοσιακών δραστηριοτήτων αλιείας και της επιβίωσης των αλιευτικών κοινοτήτων· ζητεί να αποκτήσει η εν λόγω παρέκκλιση μόνιμο χαρακτήρα·

34.   ζητεί η περιοχή που αντιστοιχεί στις ΑΟΖ (αποκλειστικές οικονομικές ζώνες) των ΕΑΠ να θεωρηθεί "ζώνη αποκλειστικής πρόσβασης" η οποία θα διαθέτει μόνιμο χαρακτήρα, προκειμένου να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα των θαλάσσιων οικοσυστημάτων, της αλιευτικής δραστηριότητας και των τοπικών αλιευτικών κοινοτήτων·

35.   θεωρεί ανάρμοστη την ενιαία μέτρηση της αλιευτικής προσπάθειας, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ποικιλομορφία των αλιευτικών στόλων και των αλιευτικών μέσων· θεωρεί ότι ο έλεγχος της αλιευτικής προσπάθειας οφείλει να λαμβάνει υπόψη τα διάφορα είδη, τα διάφορα αλιευτικά μέσα και τον εκτιμώμενο αντίκτυπο των αλιευμάτων επί των αποθεμάτων του κάθε είδους·

36.   θεωρεί ότι η έμφαση που δίδεται στην αλιευτική προσπάθεια, που βασίζεται σε kw/ημέρα έχει νόημα μόνο στην περίπτωση της αλιείας με τράτα, ενώ είναι άχρηστη στις περιπτώσεις αλιείας με άλλα μέσα·

37.   θεωρεί ότι οι χωρικοί περιορισμοί (κλειστές ή προστατευόμενες περιοχές, όπως οι προστατευόμενες θαλάσσιες περιοχές) πρέπει να στηρίζονται σε μια πολυεπιστημονική βάση, ιδίως όσον αφορά την επιρροή των ποικίλων δραστηριοτήτων και των διαφόρων παραγόντων που έχουν πραγματικό αντίκτυπο στα οικοσυστήματα, καθώς και όσον αφορά τα πραγματικά οφέλη της δημιουργίας τους, η οποία θα περιλαμβάνει ειδικές ενδελεχείς μελέτες σχετικά με τον περιβαλλοντικό και κοινωνικοοικονομικό τους αντίκτυπο στις αλιευτικές κοινότητες·

38.   διαπιστώνει ότι ο περιορισμός της αλιευτικής ικανότητας πραγματοποιήθηκε αρχικά μέσω της προώθησης ενός συστήματος οριστικής παύσης των αλιευτικών δραστηριοτήτων των πλοίων, το οποίο όμως δεν έχει ενιαία εφαρμογή στα διάφορα κράτη μέλη· υπογραμμίζει, ως εκ τούτου, ότι η αντιπαραβολή των διαφορετικών εθνικών στόλων προς τους αλιευτικούς πόρους οφείλει να λάβει υπόψη τη μείωση της αλιευτικής προσπάθειας που έχει ήδη συντελεστεί·

39.   θεωρεί ακατάλληλη και αδικαιολόγητη μια πολιτική που ενθαρρύνει μια αδιαφοροποίητη παύση των αλιευτικών δραστηριοτήτων των πλοίων χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες των στόλων, τους αλιευτικούς πόρους, τις καταναλωτικές ανάγκες κάθε κράτους μέλους και τον κοινωνικοοικονομικό τους αντίκτυπο·

40.   εκτιμά, ως εκ τούτου, ότι ένας από τους πρώτους στόχους που πρέπει να υλοποιηθούν στο πλαίσιο της διαχείρισης της αλιείας είναι η επιστημονική εκτίμηση εάν υπάρχουν, και ποιοι είναι, οι αλιευτικοί στόλοι των οποίων η δραστηριότητα έχει προσλάβει υπερβολικές διαστάσεις και οι πόροι οι οποίοι υφίστανται αλόγιστη εκμετάλλευση, προκειμένου να υιοθετηθούν κατάλληλα ειδικά μέτρα·

41.   σημειώνει ότι η προληπτική προσέγγιση στη διαχείριση της αλιείας ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 του Συμβουλίου ως "η έλλειψη κατάλληλων επιστημονικών πληροφοριών δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται ως λόγος για την αναβολή ή την παράλειψη λήψης διαχειριστικών μέτρων για τη διατήρηση ειδών-στόχων, συναφών ή εξαρτώμενων ειδών ή ειδών που δεν αποτελούν στόχο της αλιείας, καθώς και του περιβάλλοντός τους'·

42.   επαναβεβαιώνει τη σημασία της άσκησης ελέγχου στη διαχείριση της αλιείας, για την οποία είναι αρμόδια τα κράτη μέλη·

43.   ζητεί στήριξη για την εγκατάσταση και τον εκσυγχρονισμό των μέσων επιτήρησης, εποπτείας και ελέγχου των αποκλειστικών οικονομικών ζωνών από τα κράτη μέλη, λαμβάνοντας υπόψη τον αγώνα κατά της παράνομης, αδήλωτης και ανεξέλεγκτης αλιείας, την ενίσχυση της ασφάλειας στη θάλασσα και τη διατήρηση των θαλάσσιων οικοσυστημάτων·

44.   θεωρεί αναγκαία την εφαρμογή των μέτρων που έχουν ήδη ληφθεί για την εξάλειψη της παράνομης, αδήλωτης και ανεξέλεγκτης αλιείας και ζητεί από τα κράτη μέλη να ενισχύσουν τους μηχανισμούς ελέγχου τους·

45.   καλεί την Επιτροπή να προτείνει μέτρα προκειμένου να εφαρμοστούν στα εισαγόμενα προϊόντα αλιείας, τα οποία διακινούνται στην εσωτερική αγορά, οι ίδιες προϋποθέσεις που ισχύουν για τα προϊόντα αλιείας στα διάφορα κράτη μέλη·

46.   επαναλαμβάνει την ανάγκη για διαρκή βελτίωση των αλιευτικών μέσων με σκοπό την τελειοποίηση της επιλεκτικότητας, γεγονός που θα αποτελέσει σημαντικό παράγοντα προκειμένου να περιοριστούν τα παρεμπίπτοντα αλιεύματα και ο αντίκτυπός τους στο περιβάλλον· καλεί την Επιτροπή να αναπτύξει συγκεκριμένα μέσα πολιτικής που θα ενθαρρύνουν τους αλιείς να λαμβάνουν όλα τα διαθέσιμα μέτρα για τη μέγιστη δυνατή μείωση των παρεμπιπτόντων αλιευμάτων τους·

47.   θεωρεί ότι η εισαγωγή των βιομηχανικών αλιευτικών εργαλείων προκάλεσε αύξηση της θνησιμότητας από την αλιεία, γεγονός που επέφερε την ανάγκη άσκησης ελέγχου επί των μέσων αυτών χωριστά, του οποίου παραδείγματα που πρέπει να διατηρηθούν είναι οι περιορισμοί που έχουν επιβληθεί σε ό, τι αφορά την αλιευτική περιοχή (εγγύτητα ή απομάκρυνση από την ακτή)·

48.   προτρέπει την Επιτροπή να προωθήσει περισσότερο οικολογικές αλιευτικές πρακτικές μέσω της χρήσης περισσότερο επιλεκτικών αλιευτικών τεχνικών που θα επιτρέπουν τον περιορισμό τόσο των παρεμπιπτόντων αλιευμάτων όσο και της κατανάλωσης καυσίμων κατά τη διάρκεια των αλιευτικών περιόδων·

49.   καλεί την Επιτροπή να επιταχύνει κατά το δυνατόν τη διαδικασία της οικολογικής πιστοποίησης των αλιευμάτων, έτσι ώστε να προαχθεί μια καθαρότερη και περισσότερο φιλική προς το περιβάλλον αλιεία·

50.   υπογραμμίζει ότι η ανάμειξη του τομέα της αλιείας στον προσδιορισμό, την εφαρμογή και την αξιολόγηση των διαφόρων μέτρων στο πλαίσιο της ΚΑΠ είναι θεμελιώδης για την υιοθέτηση καταλληλότερων και αποτελεσματικότερων πολιτικών·

51.   επισημαίνει ότι τα περιφερειακά γνωμοδοτικά συμβούλια μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ΚΑΠ, δεδομένου ότι περιλαμβάνουν αλιείς και ερευνητές υπεύθυνους για την αξιολόγηση των αλιευτικών πόρων· θεωρεί ότι η λειτουργία τους πρέπει να χρηματοδοτηθεί επαρκώς·

52.   τονίζει ότι, στο πλαίσιο της περιφερειακής πολιτικής και της πολιτικής καλής γειτονίας, θα πρέπει να ενισχυθεί η συνεργασία με μη κοινοτικούς στόλους που εκμεταλλεύονται διαμοιραζόμενα αποθέματα προκειμένου να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα των αποθεμάτων·

53.   εμμένει στην ανάγκη στήριξης των ομάδων αλιέων και των επαγγελματικών οργανώσεων που προτίθενται να μοιραστούν την ευθύνη για την εφαρμογή της ΚΑΠ (συνδιαχείριση)·

54.   απευθύνει έκκληση για μεγαλύτερη αποκέντρωση της ΚΑΠ, η οποία θα επιτρέψει τη μεγαλύτερη συμμετοχή των αλιέων, των οργανώσεων εκπροσώπησής τους και των αλιευτικών κοινοτήτων στην ΚΑΠ και στη διαχείριση της αλιείας, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα την τήρηση συνεκτικών ελάχιστων προτύπων σε όλη την Κοινότητα·

55.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, καθώς και στα κοινοβούλια των κρατών μελών.

(1) ΕΕ L 358, 31.12.2002, σ. 59.
(2) Οδηγία 2008/56/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, περί πλαισίου κοινοτικής δράσης στο πεδίο της πολιτικής για το θαλάσσιο περιβάλλον (οδηγία-πλαίσιο για τη "θαλάσσια στρατηγική") (ΕΕ L 164, 25.6.2008, σ. 19).

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου