Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2008/2244(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A6-0507/2008

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A6-0507/2008

Συζήτηση :

PV 12/01/2009 - 20
CRE 12/01/2009 - 20

Ψηφοφορία :

PV 13/01/2009 - 6.13
CRE 13/01/2009 - 6.13
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P6_TA(2009)0013

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 404kWORD 111k
Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2009 - Στρασβούργο
Τα δημόσια οικονομικά στην ΟΝΕ 2007-2008
P6_TA(2009)0013A6-0507/2008

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 13ης Ιανουαρίου 2009 σχετικά με τα δημόσια οικονομικά στην ΟΝΕ 2007-2008 (2008/2244(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 24ης Ιουνίου 2008 με τίτλο "Τα Δημόσια Οικονομικά στην ΟΝΕ - 2008 – Ο ρόλος της ποιότητας των δημόσιων οικονομικών στο πλαίσιο διακυβέρνησης της ΕΕ" (COM(2008)0387),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 13ης Ιουνίου 2007 με τίτλο "Τα δημόσια οικονομικά στην ΟΝΕ - 2007 – Εξασφαλίζοντας την αποτελεσματικότητα του προληπτικού σκέλους του ΣΣΑ" (COM(2007)0316),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 7ης Μαΐου 2008 με τίτλο "EMU@10: επιτυχίες και προκλήσεις μετά από δέκα έτη λειτουργίας της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης" (COM(2008)0238),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 26ης Απριλίου 2007 σχετικά με τα δημόσια οικονομικά στην ΟΝΕ κατά το 2006(1),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 22ας Φεβρουαρίου 2005 σχετικά με τα δημόσια οικονομικά στην ΟΝΕ - 2004(2),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 12ης Ιουλίου 2007 σχετικά με την ετήσια έκθεση 2007 για την ευρωζώνη(3),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 14ης Νοεμβρίου 2006 σχετικά με την ετήσια έκθεση του 2006 για την ευρωζώνη(4),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 20ής Φεβρουαρίου 2008 σχετικά με τη συμβολή στο Εαρινό Συμβούλιο του 2008 όσον αφορά τη στρατηγική της Λισαβόνας(5),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 15ης Νοεμβρίου 2007 σχετικά με το ευρωπαϊκό συμφέρον: Επιτυχία στην εποχή της παγκοσμιοποίησης(6),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 15ης Φεβρουαρίου 2007 σχετικά με την κατάσταση της ευρωπαϊκής οικονομίας: προπαρασκευαστική έκθεση για τους γενικούς προσανατολισμούς των οικονομικών πολιτικών για το 2007(7),

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 25ης Οκτωβρίου 2005 με τίτλο "Η Συμβολή των Φορολογικών και Τελωνειακών Πολιτικών στη Στρατηγική της Λισαβόνας (COM(2005)0532) και το ψήφισμα του Κοινοβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 2007 για το ίδιο θέμα(8),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 3ης Ιουλίου 2003 σχετικά με το gender budgeting – κατάρτιση των κρατικών προϋπολογισμών με γνώμονα το φύλο(9),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για τον συντονισμό της οικονομικής πολιτικής κατά το τρίτο στάδιο της ΟΝΕ και για τα άρθρα 109 και 109 Β της Συνθήκης ΕΚ, που προσαρτήθηκε στα συμπεράσματα της Προεδρίας μετά τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Λουξεμβούργο στις 12 και 13 Δεκεμβρίου 1997,

–   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα της Προεδρίας μετά τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 11 και 12 Δεκεμβρίου 2008 και τα συμπεράσματα της έκτακτης συνόδου του Συμβουλίου (Ecofin) στις 16 Δεκεμβρίου 2008 όσον αφορά τη διαχείριση της χρηματοοικονομικής κρίσης,

   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου (ECOFIN) της 4ης Νοεμβρίου 2008 σχετικά με διεθνείς πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση της χρηματοπιστωτικής κρίσης και με την προετοιμασία της παγκόσμιας διάσκεψης για την κρίση αυτή,

–   έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 29ης Οκτωβρίου 2008 με τίτλο "Από τη χρηματοπιστωτική κρίση στην ανάκαμψη: Ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο δράσης" (COM(2008)0706),

–   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα της Προεδρίας μετά τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις Βρυξέλλες στις 15 και 16 Οκτωβρίου 2008, σχετικά με την ενίσχυση του κανονιστικού καθεστώτος και την παρακολούθηση των χρηματοπιστωτικών αγορών,

–   έχοντας υπόψη τη συνεδρίαση των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων της ευρωζώνης της 12ης Οκτωβρίου 2008 με σκοπό τη θέσπιση ενός σχεδίου συντονισμένης διάσωσης για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης,

–   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου (ECOFIN) της 7ης Οκτωβρίου 2008 σχετικά με τις άμεσες αντιδράσεις στις χρηματοπιστωτικές αναταραχές, και το ψήφισμά του Κοινοβουλίου της 22ας Οκτωβρίου 2008 σχετικά με τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 15ης και 16ης Οκτωβρίου 2008(10),

–   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου (ECOFIN) της 14ης Μαΐου 2008 σχετικά με τη μελλοντική αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα των κοινωνικών δαπανών και τον τρόπο προόδου επί της ανάλυσης της ποιότητας των δημόσιων οικονομικών,

–   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου (ECOFIN) της 9ης Οκτωβρίου 2007 σχετικά με την ποιότητα των δημόσιων οικονομικών: Εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης,

–   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου (ECOFIN) της 10ης Οκτωβρίου 2006 σχετικά με την ποιότητα των δημόσιων οικονομικών,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων (A6-0507/2008),

A.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η ποιότητα των δημοσίων οικονομικών με στόχο τη βιωσιμότητα της ανάπτυξης αποτελεί δέσμευσή μας απέναντι στις μελλοντικές γενιές και ότι τούτο είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην παρούσα φάση της έντονης αναταραχής των αγορών,

Β.   λαμβάνοντας υπόψη την αναγκαιότητα ανάπτυξης συντονισμένων ποιοτικών δημοσιονομικών πολιτικών σε κοινοτικό επίπεδο, και ειδικότερα στην ευρωζώνη, οι οποίες θα εκπονούνται και θα αξιολογούνται βάσει κοινών ομοιογενών μηχανισμών και θα έχουν ως στόχο την υποστήριξη της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης για να ανταποκριθούν στις προκλήσεις των δημογραφικών αλλαγών, της παγκοσμιοποίησης και των κλιματικών αλλαγών,

Γ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι τα δημόσια οικονομικά έχουν ως στόχο την υποστήριξη του μακροοικονομικού πλαισίου, την παροχή δημόσιων υπηρεσιών και αγαθών και την εξισορρόπηση των αδυναμιών της αγοράς, καθώς και τους εξωτερικούς αντικτύπους,

Δ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι ένα εννοιολογικό και λειτουργικό πλαίσιο ποιοτικών δημόσιων οικονομικών με στόχο την ανάπτυξη, καθώς και η επιλογή της ανάπτυξης ως τελικού σημείου αναφοράς για την αξιολόγηση των ποιοτικών δημόσιων οικονομικών, δεν μπορούν να μην συνδέονται με την άποψη ότι οι δημοσιονομικές πολιτικές και οι δημόσιες δαπάνες των κρατών μελών θα πρέπει να είναι προσανατολισμένες στη διατήρηση και στην ανανέωση του κοινωνικού κράτους, την ασφαλιστική κάλυψη και την κοινωνική ασφάλιση και την αναδιανομή των πόρων,

Ε.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το χαμηλό ύψος των δημόσιων επενδύσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση (κάτω από το 3 % του ΑΕγχΠ) και η διασπορά τους έχουν αρνητικές συνέπειες για τον στόχο της βιώσιμης και μακροπρόθεσμης ανάπτυξης, η οποία, αντιθέτως, απαιτεί δημόσιες δαπάνες με σαφείς στόχους και καθορισμένες βάσει προτεραιοτήτων,

ΣΤ.   λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη και τη σκοπιμότητα της εφαρμογής των θεμάτων που αφορούν τα δύο φύλα στην ανάλυση, την αξιολόγηση και τις προοπτικές βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών,

Αλλαγές της οικονομικής τάσης κατά τη διάρκεια του 2007/2008 - οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση και μελλοντικές προοπτικές

1.   διαπιστώνει ότι, από την ανάλυση της κατάστασης των δημόσιων οικονομικών για το 2007 και το πρώτο μέρος του 2008, προκύπτει με σαφήνεια η αλλαγή της οικονομικής τάσης και σημειώνει ότι οι τελευταίες προβλέψεις επιβεβαιώνουν μια πορεία προς την ύφεση, παράλληλα με συνεχή χαμηλότερα ποσοστά πληθωρισμού και εντεινόμενες εισοδηματικές ανισότητες·

2.   εκφράζει ανησυχία για τη δύσκολη σημερινή διεθνή και ευρωπαϊκή οικονομική και χρηματοπιστωτική κατάσταση, η οποία προκαλεί αστάθεια άνευ προηγουμένου, και παρατηρεί τις νέες δυναμικές που αναπτύσσονται στη σχέση δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, καθώς και τις αλλαγές της νομισματικής και οικονομικής πολιτικής, όπου οι ανεπάρκειες της αγοράς και η έλλειψη κανονισμών και παρακολούθησης, καθιστούν κρίσιμη και απαραίτητη την παρέμβαση του δημόσιου τομέα, η οποία πολλές φορές εκδηλώνεται με γενναίες κρατικοποιήσεις·

3.   επισημαίνει ότι η κρίση σε στρατηγικούς τομείς, ειδικότερα στον χρηματοπιστωτικό τομέα και στις μεταφορές, ωθούν στην επένδυση δημόσιων πόρων σε εξαγορές, χωρίς να δίδεται προσοχή ώστε οι επεμβάσεις κεφαλαιακής υποστήριξης να περιορίζονται στο αναγκαίο για τη σταθερότητα και την ανάπτυξη της ευρωπαϊκής οικονομίας και να μην ανταποκρίνονται σε καθαρά εθνικά συμφέροντα·

4.   θεωρεί αναγκαίο να προβούν η Επιτροπή και τα κράτη μέλη σε κατάλληλη αξιολόγηση των επιπτώσεων που θα έχουν για τα δημόσια οικονομικά η δημόσια υποστήριξη και η συμμετοχή στη βαριά βιομηχανία και στον χρηματοπιστωτικό τομέα· θεωρεί επίσης σκόπιμο οι εν λόγω επιπτώσεις να αξιολογηθούν σε σχέση με τον ανταγωνισμό, τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και τη διατήρηση ισότιμων όρων ανταγωνισμού·

5.   επαναλαμβάνει ότι το αναθεωρημένο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ) επιτρέπει ήδη την αντιμετώπιση ιδιαίτερα δύσκολων καταστάσεων και ότι η δημοσιονομική εξυγίανση και οι στόχοι που έχουν τεθεί στα προγράμματα σταθερότητας και σύγκλισης παραμένουν θεμελιώδους σημασίας για τις προοπτικές ανάκαμψης και ανάπτυξης· υποστηρίζει πλήρως, επ' αυτού, τα συμπεράσματα της Προεδρίας μετά τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 11 και 12 Δεκεμβρίου 2008, όπου τονίζεται τόσο η ευελιξία όσο και η αειφορία των δημοσίων οικονομικών ώστε να επιτευχθεί ταχεία και βιώσιμη οικονομική ανάκαμψη·

6.   επισημαίνει τη σημασία συντονισμένης προσέγγισης σε κοινοτικό επίπεδο για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και των φορολογικών παραδείσων –προς το συμφέρον των πολιτών, των φορολογουμένων και της δημόσιας οικονομίας– πόσο μάλλον σε περίοδο κατά την οποία η χρηματοπιστωτική σταθερότητα και το ύψος του δημόσιου χρέους κινδυνεύουν να επηρεασθούν αρνητικά από τις μαζικές δημόσιες παρεμβάσεις υπέρ των μεγάλων χρηματοπιστωτικών και βιομηχανικών παραγόντων·

7.   υπογραμμίζει ότι είναι επίσης προς το συμφέρον των πολιτών, των φορολογουμένων και των δημόσιων προϋπολογισμών να καταβληθεί προσπάθεια, ώστε κάθε παρέμβαση και χρήση δημόσιων πόρων προς ενίσχυση χρηματοπιστωτικών οργανισμών να συνοδεύεται από κατάλληλη παρακολούθηση, από πραγματικές βελτιώσεις στη διαχείριση και στη συμπεριφορά της επιχείρησης ή του οργανισμού, από συγκεκριμένους περιορισμούς για τις αμοιβές των διευθυντών και τη λογοδοσία έναντι των δημόσιων αρχών· θεωρεί σκόπιμο να προωθήσει η Επιτροπή, στο πλαίσιο αυτό, κατευθυντήριες γραμμές, προκειμένου να διασφαλίζεται η συμβατή και συντονισμένη εφαρμογή των διάφορων εθνικών σχεδίων δράσης·

8.   θεωρεί ότι οι μαζικές δημόσιες παρεμβάσεις σε ορισμένα κράτη μέλη, για τη διάσωση και την υποστήριξη του τραπεζικού και χρηματοπιστωτικού τομέα θα έχουν εμφανείς συνέπειες στα δημόσια οικονομικά και στο εισόδημα των πολιτών· θεωρεί, συνεπώς, αναγκαία τη σωστή και δίκαιη κατανομή του φορολογικού βάρους μεταξύ όλων των φορολογουμένων, πράγμα που προϋποθέτει, αφενός, την επιβολή του κατάλληλου επιπέδου φορολόγησης όλων των χρηματοπιστωτικών παραγόντων και, αφετέρου, τον προγραμματισμό σταδιακής και αποτελεσματικής μείωσης της φορολογικής πίεσης στα μικρομεσαία εισοδήματα και στις συντάξεις –με φοροαπαλλαγές, αναθεώρηση φορολογικών συντελεστών και επιστροφή της δημοσιονομικής απορρόφησης– έτσι ώστε να μειωθεί η φτώχεια, και όχι μόνον η ακραία, να ενισχυθεί η κατανάλωση και η αύξηση της ζήτησης, αντιμετωπίζοντας με αντικυκλικό τρόπο την τρέχουσα οικονομική κρίση, η οποία οδηγεί σε ύφεση·

9.   υπογραμμίζει ότι οι ευρωπαϊκές μακροοικονομικές πολιτικές πρέπει να ανταποκριθούν γρήγορα και συντονισμένα για να αντιμετωπίσουν τους κινδύνους ύφεσης και χρηματοπιστωτικής αστάθειας· ενθαρρύνει την Επιτροπή και τα κράτη μέλη –ιδίως εκείνα της ευρωζώνης– να χρησιμοποιήσουν ευφυώς και με σαφή κατεύθυνση την ευελιξία του ΣΣΑ και κατάλληλους αντικυκλικούς μηχανισμούς με στόχο τις διαρθρωτικές αλλαγές, την αποτελεσματική διάθεση των δημόσιων πόρων, τον επαναπροσδιορισμό των δημόσιων δαπανών και επενδύσεων για την ανάπτυξη σύμφωνα με τους στόχους της Λισαβόνας, με ιδιαίτερη προσοχή στον ρόλο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων·

10.   τονίζει στο πλαίσιο αυτό, την ανάγκη κοινής προσέγγισης –ιδίως στην ευρωζώνη– στις μισθολογικές πολιτικές, η οποία θα προβλέπει αυξήσεις ανάλογες του πραγματικού πληθωρισμού και ενίσχυση της παραγωγικότητας, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι φορολογικές και μισθολογικές πολιτικές αποτελούν ισχυρούς και αποτελεσματικούς μοχλούς για την ενίσχυση της κατανάλωσης, τη σταθερότητα και την οικονομική ανάπτυξη·

11.   επιδοκιμάζει τη δημιουργία μηχανισμών λήψης αποφάσεων στους οποίους η Ευρωομάδα δρα ως (κυρίαρχο) όργανο πολιτικού και οικονομικού συντονισμού για τον εντοπισμό έγκαιρων απαντήσεων και κοινών στρατηγικών, όχι μόνο για την αντιμετώπιση της οικονομικής χρηματοπιστωτικής κρίσης, αλλά και για την προαγωγή μακροοικονομικών πολιτικών και κοινών επενδύσεων, με στόχο να ενισχυθούν οι προοπτικές ανάπτυξης, να αποφευχθούν σοβαρές συνέπειες για τα δημόσια οικονομικά και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και να επιτευχθεί καλύτερη ισορροπία μεταξύ της νομισματικής και της οικονομικής πολιτικής στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

12.   θεωρεί σκόπιμη τη δημιουργία υποχρεωτικού μηχανισμού διαβούλευσης και συντονισμού μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών –ιδίως των μελών της Ευρωομάδας – πριν τη θέσπιση σημαντικών οικονομικών μέτρων, κυρίως όσον αφορά διατάξεις αντιμετώπισης της αστάθειας των τιμών της ενέργειας, των πρώτων υλών και των τροφίμων·

Η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών και η αποτελεσματικότητα του προληπτικού σκέλους του ΣΣΑ

13.   θεωρεί τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών αναγκαία και πρωταρχική προϋπόθεση όχι μόνο για τη σταθερότητα και την ανάπτυξη και για την διαμόρφωση των μακροοικονομικών πολιτικών, των πολιτικών απασχόλησης και των κοινωνικών και περιβαλλοντικών πολιτικών κάθε κράτους μέλους, αλλά και για τη σταθερότητα της οικονομίας και του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου που συνδέεται εγγενώς με την ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

14.   εκφράζει τη βαθιά ανησυχία του όσον αφορά τις άμεσες συνέπειες της τρέχουσας παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης στη βιωσιμότητα και στην ποιότητα των δημόσιων οικονομικών των κρατών μελών· ανησυχεί ειδικότερα για τις επιπτώσεις της εν λόγω κρίσης στην πραγματική οικονομία και στο ισοζύγιο πληρωμών των νέων κρατών μελών, τα οποία δεν είναι εντός της ευρωζώνης και υφίστανται σοβαρή μείωση των άμεσων ξένων επενδύσεων·

15.   επισημαίνει ότι τα ελλείμματα και το δημόσιο χρέος έχουν αρνητικό αντίκτυπο στην ανάπτυξη στον βαθμό που περιορίζουν τα περιθώρια ελιγμών των κρατών μελών κατά τις περιόδους κρίσεων· καλεί τα κράτη μέλη να καταβάλουν μεγαλύτερες προσπάθειες για τη δημοσιονομική εξυγίανση και τη μείωση του δημόσιου χρέους σε περιόδους ανάπτυξης, ως προϋπόθεση για υγιή, ανταγωνιστική και βιώσιμη ευρωπαϊκή οικονομία· υπενθυμίζει επίσης ότι οι κακοσχεδιασμένες προσπάθειες μείωσης του ελλείμματος και του δημόσιου χρέους –όπως οι γενικευμένες περικοπές των δημόσιων επενδύσεων– έχουν αρνητικές συνέπειες για τις μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης·

16.   επισημαίνει ότι, υπό το πρίσμα των νέων διεθνών δεδομένων όπως αυτά προκύπτουν από την παρούσα χρηματοπιστωτική κρίση και την ύφεση που ήδη έχει αρχίσει να διαφαίνεται για την απασχόληση και την ανάπτυξη στην ευρωζώνη είναι δύσκολο να αποφευχθεί η διόγκωση των ελλειμμάτων· προτείνει, επομένως, τα κράτη μέλη να κάνουν χρήση της ευελιξίας που παρέχεται από το ΣΣΑ θέτοντας σαφέστερους στόχους, έτσι ώστε να ενθαρρύνεται η οικονομική ανάκαμψη και ανάπτυξη· εφιστά την προσοχή στις δημοσιονομικές επιπτώσεις της τρέχουσας χρηματοπιστωτικής κρίσης και καλεί την Επιτροπή να αξιολογήσει τις επιπτώσεις στα δημόσια οικονομικά των κρατών μελών από τη χρήση των δημόσιων πόρων στα σχέδια διάσωσης για τα εθνικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα· καλεί την Επιτροπή να εξετάσει τα κριτήρια του ΣΣΑ εντός του υφιστάμενου πλαισίου, κατά το οποίο η οικονομική ανάπτυξη είναι μικρή και πολλά κράτη μέλη βρίσκονται αντιμέτωπα με την προοπτική της ύφεσης, και ζητεί αξιολόγηση των επιπτώσεων της αύξησης του κόστους πίστωσης στο δημόσιο χρέος των κρατών μελών·

17.   διαπιστώνει τη σωστή λειτουργία του αναθεωρημένου ΣΣΑ, θεωρεί ότι το διορθωτικό σκέλος εφαρμόσθηκε ικανοποιητικά τα προηγούμενα έτη και υπογραμμίζει τη σημασία του προληπτικού σκέλους ως βασικού μέσου για τη βιωσιμότητα και τη σύγκλιση των δημοσιονομικών πολιτικών των κρατών μελών και κυρίως όσων έχουν ενταχθεί στην ευρωζώνη·

18.   συμφωνεί με τις επισημάνσεις της Επιτροπής όσον αφορά τη σημασία του προληπτικού σκέλους του ΣΣΑ, την υποστήριξη και την παρότρυνση των κρατών μελών και την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών· αναγνωρίζει ειδικότερα ότι το προληπτικό σκέλος βασίζεται στην κατάρτιση μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών πολιτικών και στον συντονισμό σε κοινοτικό επίπεδο, δεδομένου ότι η αποτελεσματική εφαρμογή απαιτεί κοινή αντίληψη για τις προκλήσεις οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ισχυρή πολιτική βούληση για την αντιμετώπισή τους με παρεμβάσεις που θα έχουν κοινή κατεύθυνση και αντικυκλικούς στόχους·

19.   υπογραμμίζει τη σημασία του μεσοπρόθεσμου στόχου (ΜΠΣ) ως ειδικού στόχου δημοσιονομικού προγραμματισμού συνδεδεμένου με την οικονομική, φορολογική και εισοδηματική πολιτική, που πρέπει να επιτευχθεί μέσω μακροοικονομικού διαλόγου, να προσαρμοστεί στη συγκεκριμένη πραγματικότητα κάθε κράτους μέλους και να καθοριστεί σε πολυετή βάση· προτρέπει τα κράτη μέλη να ενισχύσουν την αξιοπιστία και την αποδοχή του ΜΠΣ τόσο σε εθνικό επίπεδο, με μεγαλύτερη συμμετοχή των κυβερνητικών οργάνων, των εθνικών κοινοβουλίων και των κοινωνικών εταίρων (εθνική διαχείριση), όσο και σε τοπικό επίπεδο με περιφερειακή δημόσια χρηματοδότηση, καταρτίζοντας περιφερειακά ΣΣΑ και ΜΠΣ που θα λαμβάνουν υπόψη τον αντίκτυπο των τοπικών δημοσίων δαπανών και επενδύσεων στα εθνικά δημόσια οικονομικά και στις προοπτικές ανάπτυξης των διαφόρων χωρών·

20.   θεωρεί θεμελιώδους σημασίας τη συνεκτικότητα μεταξύ των πολυετών δημοσιονομικών προγραμμάτων και της κατάρτισης και εφαρμογής των ετήσιων προϋπολογισμών· καλεί τα κράτη μέλη να επιδεικνύουν μεγαλύτερη αυστηρότητα κατά την κατάρτιση των μακροοικονομικών προβλέψεων και καλύτερο συντονισμό κατά τον ορισμό των κριτηρίων, των χρονοδιαγραμμάτων και των στόχων των πολυετών πλαισίων δαπανών, προκειμένου να διασφαλισθεί μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και να επιτευχθούν καλύτερες επιδόσεις των δημοσιονομικών και μακροοικονομικών πολιτικών σε κοινοτικό επίπεδο·

21.   επισημαίνει ότι τα κράτη μέλη χρειάζονται πρόσθετες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και μεγαλύτερη δημοσιονομική πειθαρχία, καθώς και αντικυκλικές φορολογικές πολιτικές, μειώνοντας τα δημοσιονομικά ελλείμματα σε περιόδους οικονομικής ανάπτυξης, έτσι ώστε να είναι καλύτερα προετοιμασμένα για την αντιμετώπιση των αρνητικών εξωτερικών κλυδωνισμών·

22.   υπογραμμίζει τη σημασία της κατάρτισης μακροοικονομικών σχεδίων για την αντιμετώπιση των εξωτερικών κλυδωνισμών (όπως η χρηματοπιστωτική κρίση με τα δάνεια υψηλού κινδύνου) που θα λαμβάνουν υπόψη τόσο την κατάσταση στην ευρωζώνη όσο και την κατάσταση που επικρατεί στις ανερχόμενες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

Τα δημόσια οικονομικά στο επίκεντρο ευρύτερης και πληρέστερης οικονομικής προοπτικής

23.   υπενθυμίζει ότι ο κεντρικός στόχος για υγιή και σταθερά δημόσια οικονομικά πρέπει να καθοριστεί σε σχέση με τις δεσμεύσεις του νέου ΣΣΑ και, παράλληλα, με την προοπτική ανάπτυξης, μεγέθυνσης και ανταγωνιστικότητας της στρατηγικής της Λισαβόνας, η οποία δεν απαιτεί απλώς διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, αλλά και σύνθεση των δημοσίων δαπανών και δομή φορολόγησης που θα υποστηρίζουν τις επενδύσεις (σε ανθρώπινο κεφάλαιο, έρευνα και καινοτομία, εκπαίδευση και κατάρτιση, συμπεριλαμβανομένης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, υγεία, υποδομές, περιβάλλον, ασφάλεια και δικαιοσύνη) και την αναδιανομή των εσόδων αυτών με στόχο την κοινωνική συνοχή, την ανάπτυξη και την απασχόληση·

24.   υπογραμμίζει ότι είναι πολύ σημαντικό οι στόχοι σχετικά με τα δημόσια οικονομικά, οι οποίοι καθορίζονται σύμφωνα με τις ολοκληρωμένες κατευθυντήριες γραμμές του νέου κύκλου της Λισαβόνας, να συνδέουν συνεκτικά και οργανικά τα σχέδια σταθερότητας και σύγκλισης με τα εθνικά σχέδια μεταρρύθμισης και είναι πεπεισμένο ότι η προστιθέμενη αξία των υγιών ευρωπαϊκών δημόσιων οικονομικών με στόχο την ανάπτυξη πρέπει να εκδηλώνεται –ιδίως στην ευρωζώνη– μέσω ευρωπαϊκής πολιτικής δημόσιων επενδύσεων στις υποδομές η οποία θα καταρτίζεται και θα συντονίζεται βάσει κοινά αποδεκτών στόχων, και η οποία θα μπορεί να χρηματοδοτηθεί όχι μόνον από τους εθνικούς προϋπολογισμούς και (εν μέρει) από τον προϋπολογισμό της Ένωσης, αλλά και από νέους ευρωπαϊκούς χρηματοδοτικούς μηχανισμούς (όπως το Eurobond ή το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων) με σκοπό την υποστήριξη της ανάπτυξης, της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ευρωζώνης στο διεθνές πλαίσιο·

25.   θεωρεί σκόπιμη τη δημιουργία υποχρεωτικού μηχανισμού διαβούλευσης των εθνικών κοινοβουλίων, σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, για τη συντονισμένη κατάρτιση των Προγραμμάτων Σταθερότητας και Σύγκλισης, σύμφωνα με το Σύμφωνο Σταθερότητας, και των Εθνικών Προγραμμάτων Μεταρρύθμισης, σύμφωνα με τις ολοκληρωμένες κατευθυντήριες γραμμές της Λισαβόνας, έτσι ώστε να συνδέονται και να υποβάλλονται από κοινού, κατά προτίμηση το φθινόπωρο κάθε έτους·

26.   συμφωνεί με το γεγονός ότι οι δημογραφικές αλλαγές εντείνουν την ανάγκη διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ιδίως στα συνταξιοδοτικά συστήματα, στη δημόσια υγεία και τη μακροχρόνια περίθαλψη και επισημαίνει ότι θα ήταν πολύ περιοριστικό να επικεντρωθεί μόνο στη γήρανση του πληθυσμού (και στη μείωση της γεννητικότητας), χωρίς να ληφθούν υπόψη οι επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης, συμπεριλαμβανομένων των ασυγκράτητων μεταναστευτικών ρευμάτων από τις τρίτες χώρες, που δεν οφείλονται μόνο σε οικονομικούς λόγους, αλλά και στη φυγή από πολέμους και κλιματικές καταστροφές·

27.   υπενθυμίζει τη σημασία της διαμόρφωσης πολιτικών απασχόλησης και κοινωνικής ένταξης που θα καθορίζονται ανά γενιά, φύλο και πληθυσμό και θα βασίζονται στις αρχές της ευελιξίας με ασφάλεια και, συνεπώς, σε προορατικές παρεμβάσεις, στην υποστήριξη των αποδοχών και των εισοδημάτων –μέσω του κοινωνικού διαλόγου– θέτοντας στο επίκεντρο την αύξηση της παραγωγικότητας, χωρίς να παραμελούνται οι παρεμβάσεις με στόχο την προστασία των συντάξεων, καθώς οι χαμηλές συντάξεις δεν αποτελούν μόνο κοινωνικό πρόβλημα, αλλά έχουν ως αποτέλεσμα και την αύξηση των κοινωνικών δαπανών εις βάρος των δημόσιων οικονομικών·

28.   θεωρεί ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές και υπηρεσίες που εντάσσονται στις πολιτικές της στρατηγικής της Λισαβόνας, θα πρέπει να συνδέονται με τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και τους μηχανισμούς παρακολούθησης, ως εγγύηση προστασίας από αρνητικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη και στα δημόσια οικονομικά· εκφράζει ανησυχία για τις επισημάνσεις χρήσης παραγώγων και νέων χρηματοοικονομικών μηχανισμών, κυρίως από τις τοπικές διοικήσεις, τα οποία μπορούν να πλήξουν τις τοπικές κοινότητες·

29.   θεωρεί αναγκαία την υιοθέτηση νέας προσέγγισης στα δημόσια οικονομικά –που θα είναι συστηματική και συντονισμένη μεταξύ των κρατών μελών και ιδίως των κρατών μελών της ευρωζώνης– η οποία θα έχει ως στόχο την υποστήριξη της μακροπρόθεσμης οικονομικής ανάπτυξης (και του δυναμικού ανάπτυξης) και ως επίκεντρο πολυδιάστατο πλαίσιο προσδιορισμού και μέτρησης της ποιότητας των δημόσιων οικονομικών που θα καταστήσει ανθεκτική την ευρωπαϊκή οικονομία στους εξωτερικούς κλυδωνισμούς και θα της δώσει τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει τις δημογραφικές προκλήσεις και τον διεθνή ανταγωνισμό και να διασφαλίσει δικαιοσύνη και κοινωνική συνοχή·

Η ποιότητα των δημόσιων οικονομικών: το σκέλος των εσόδων και το σκέλος των δαπανών

30.   θεωρεί αναγκαίο να στραφούν τα κράτη μέλη σε συγκλίνουσες πολιτικές για την ποιότητα των δημόσιων οικονομικών, οι οποίες θα βασίζονται σε μέθοδο αξιολόγησης που θα περιλαμβάνει δείκτες και στόχους, για την επεξεργασία και τον καθορισμό της οποίας θα συνεργάζονται το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα εθνικά κοινοβούλια· θεωρεί χρήσιμη την πρόταση της Επιτροπής και εστιάζει σε σύστημα αξιολόγησης των δημοσιονομικών πολιτικών που θα επικεντρώνεται σε ειδικές πτυχές όπως η σύνθεση, η αποδοτικότητα και η αποτελεσματικότητα των δημόσιων δαπανών, η δομή και η αποτελεσματικότητα του συστήματος εσόδων, η αποτελεσματικότητα και η ποιότητα της δημόσιας διοίκησης, η χρηστή δημοσιονομική διαχείριση και μέθοδος συντονισμού για τις πολιτικές για την ποιότητα των δημόσιων οικονομικών μεταξύ των κρατών μελών· ζητεί μετ" επιτάσεως καλύτερη συγκρισιμότητα των εθνικών προϋπολογισμών για την εκπλήρωση των προαναφερθέντων στόχων·

31.   ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να θεσπίσουν πολιτικές για την ποιότητα των δημοσίων οικονομικών που θα συνοδεύονται από σύστημα αξιολόγησης των δημοσιονομικών πολιτικών –όπως κατάρτιση των προϋπολογισμών βάσει επιδόσεων (PBB) - (κατά το πρότυπο του ΟΟΣΑ)– με σκοπό να αυξηθεί η ποιότητα των δημόσιων δαπανών ενισχύοντας τον δεσμό μεταξύ της διάθεσης των πόρων και των αποτελεσμάτων· θεωρεί καλό δείγμα PBB την κατάρτιση των προϋπολογισμών με γνώμονα το φύλο, μέθοδο που πρότεινε και προώθησε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η οποία εφαρμόζεται ποικιλοτρόπως σε τοπικό και κεντρικό επίπεδο στα διάφορα κράτη μέλη και πρέπει να εφαρμοστεί συνεκτικότερα και σε κοινοτικό επίπεδο· ζητεί από την Επιτροπή να καθορίσει μεθόδους, κατευθυντήριες γραμμές και δείκτες PBB που θα καθιστούν δυνατή τη σύγκριση και τη σύγκλιση των δημοσιονομικών και μακροοικονομικών πολιτικών των κρατών μελών, αναγνωρίζοντας ότι τούτο προϋποθέτει αυξημένη συμμετοχή και, συνεπώς, ανάληψη ευθυνών από ενημερωμένους και συνειδητοποιημένους πολίτες·

32.   εκτιμά τον προβληματισμό που ξεκίνησε η Επιτροπή όσον αφορά τις μεθόδους εισαγωγής ποιότητας, αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας στο σύστημα εσόδων και θεωρεί ότι οι μεταρρυθμίσεις στα φορολογικά συστήματα των κρατών μελών μπορούν να οδηγήσουν σε μεγαλύτερη ανάπτυξη μόνον εάν προσαρμοσθούν στις ειδικές συνθήκες του θεσμικού και διοικητικού συστήματος και του παραγωγικού συστήματος και της αγορά εργασίας (ειδικότερα, στα ποσοστά της απασχόλησης και της παραοικονομίας) κάθε κράτους μέλους·

33.   υπενθυμίζει τις υφιστάμενες διαφορές μεταξύ των κρατών μελών από άποψη φορολογικών πιέσεων και δομών, αναγνωρίζει τις δυσκολίες επεξεργασίας ενιαίας μεθόδου μεταρρύθμισης του φορολογικού συστήματος που θα οδηγεί σε μεγαλύτερη ανάπτυξη –όπως για παράδειγμα τα πλεονεκτήματα (της διεύρυνσης της βάσης) και τα μειονεκτήματα (της εξασθένησης της αρχής της προοδευτικότητας) που συνδέονται με τη μετάβαση από την άμεση φορολογία προς την έμμεση– αλλά υπογραμμίζει ότι ορισμένα κοινά μέτρα φορολογικής μεταρρύθμισης, θα μπορούσαν να βελτιώσουν σημαντικά την αποδοτικότητα του φορολογικού συστήματος και των φορολογικών εσόδων, να αυξήσουν την απασχόληση, να μειώσουν τις στρεβλώσεις και να αυξήσουν την ανάπτυξη σε κοινοτικό επίπεδο, κυρίως μεταξύ άλλων:

   - η δημιουργία ευρύτερων φορολογητέων βάσεων (και χαμηλότερων ποσοστών) που μειώνουν τις στρεβλώσεις και αυξάνουν τα έσοδα, και
   - η μείωση της φορολογικής πίεσης στην εργασία μέσω δικαιότερης κατανομής του φορολογικού φορτίου μεταξύ διαφόρων ομάδων φορολογούμενων, η αναδιοργάνωση του συστήματος των κινήτρων και των φοροαπαλλαγών και, ειδικότερα, η μετακίνηση σε άλλους παράγοντες ή/και τομείς,

34.   εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι οι φορολογικές μεταρρυθμίσεις με στόχο την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών, την ανάπτυξη, την αποτελεσματικότητα, την απλοποίηση, την εξάλειψη των στρεβλώσεων, την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, της φοροαποφυγής και των φορολογικών παραδείσων, θα είναι αποτελεσματικότερες εάν εφαρμοσθούν συντονισμένα και δυναμικά από τα κράτη μέλη –ιδίως όσα ανήκουν στην ευρωζώνη– λαμβάνοντας υπόψη το δυναμικό ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας της εσωτερικής αγοράς·

35.   εφιστά την προσοχή στο κομβικό θέμα της σύνθεσης των δημόσιων δαπανών με στόχο τη βιώσιμη ανάπτυξη, υπογραμμίζοντας ότι η ποιότητα και η αποτελεσματικότητα των επενδύσεων σε υποδομές και ανθρώπινο κεφάλαιο, με προτεραιότητα στις κοινωφελείς υπηρεσίες και βάσει προκαθορισμένου προσδιορισμού των αναγκών των ανθρώπων και της σύνθεσης του πληθυσμού, εστιάζοντας επίσης στις πολιτικές για θέματα φύλου και στις δημογραφικές αλλαγές, οδηγούν στην αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας· υπενθυμίζει ότι η πίεση στις κοινωνικουγειονομικές υπηρεσίες λόγω της γήρανσης του πληθυσμού μπορεί να μειωθεί με επενδύσεις στην εκπαίδευση στον τομέα των επιστημών υγείας· υπογραμμίζει την ανάγκη επαναπροσδιορισμού των δημοσίων δαπανών με την αναδιανομή των κονδυλίων του προϋπολογισμού σε τομείς που ενισχύουν την ανάπτυξη, με την αποτελεσματικότερη και αποδοτικότερη χρήση των δημόσιων πόρων και με ενδεδειγμένο ολοκληρωμένο δίκτυο δημόσιου-ιδιωτικού τομέα·

36.   επισημαίνει την ανάγκη μεταρρύθμισης και εκσυγχρονισμού της δημόσιας διοίκησης –που αποτελεί τον κεντρικό δακτύλιο του συστήματος των δημόσιων δαπανών και εσόδων– βάσει κριτηρίων αποτελεσματικότητας, αποδοτικότητας, παραγωγικότητας, υπευθυνότητας και αξιολόγησης του αποτελέσματος, αναλόγως της δομής του συστήματος δημόσιας διοίκησης και των κεντρικών και περιφερειακών οργάνων των κρατών μελών, λαμβάνοντας υπόψη τις υποχρεώσεις και τις δυνατότητες που απορρέουν από τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έτσι ώστε ο δημόσιος τομέας να συνδεθεί με υγιείς προϋπολογισμούς και να συμβάλει στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας·

37.   επισημαίνει τον κεντρικό ρόλο της ορθής διαχείρισης του προϋπολογισμού με βάση σύνολο κανόνων και διαδικασιών που θα ορίζουν τον τρόπο με τον οποίο θα καταρτίζονται, θα εκτελούνται και θα παρακολουθούνται οι δημόσιοι προϋπολογισμοί μεσοπρόθεσμα, λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική εξυγίανση των κρατών μελών και τον επαναπροσδιορισμό των δημοσίων δαπανών, παράλληλα με μέθοδο ανάλυσης του (κοινοτικού, εθνικού, τοπικού) πλαισίου και προσδιορισμού των στόχων, η οποία θα περιλαμβάνει την προληπτική και τελική αξιολόγηση των στόχων, τον έλεγχο και την αξιολόγηση του αποτελέσματος, των επιδόσεων και των διορθωτικών μηχανισμών βάσει του PBB· θεωρεί ότι οι πρέπει να ληφθούν μέτρα για να διασφαλισθεί ότι οι κανόνες φορολογικής διαχείρισης των κρατών μελών θα καταστούν ομοιογενείς και συνεκτικοί τόσο ως προς τους χρόνους όσο και ως προς τους στόχους· θεωρεί ότι οι κανόνες φορολογικής διαχείρισης θα πρέπει να συνδυαστούν με την οικονομική διαχείριση, προκειμένου να αξιοποιηθούν οι κοινά αποδεκτές οικονομικές και επενδυτικές επιλογές του προϋπολογισμού που θα αποσκοπούν στην ίδια κατεύθυνση για να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητά τους, να δημιουργηθεί πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα και να επιτευχθούν σημαντικές επιδόσεις, που καθίστανται ακόμη πιο αναγκαίες στο πλαίσιο της σημερινής δύσκολης οικονομικής συγκυρίας· κρίνει ότι τα μη συντονισμένα εθνικά σχέδια ανάκαμψης διατρέχουν τον κίνδυνο να ακυρωθούν· στο ίδιο πνεύμα εκτιμά ότι οι εθνικοί προϋπολογισμοί πρέπει να καταρτίζονται με βάση κοινές συγκυριακές προοπτικές και αναλύσεις·

38.   ζητεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη, βάσει των ανωτέρω, να αναπτύξουν μηχανισμό συντονισμού για την επίβλεψη και την αξιολόγηση της ποιότητας της δημοσιονομικής πολιτικής των κρατών μελών, ο οποίος θα συνδυάζεται στενά με τους μηχανισμούς του ΣΣΑ και θα καθιστά δυνατή την εφαρμογή των ολοκληρωμένων κατευθυντήριων γραμμών της στρατηγικής της Λισαβόνας και θα βασίζεται σε συστηματικό πλαίσιο υποβολής στοιχείων όσον αφορά την ποιότητα, στην αξιολόγηση της πολιτικής για την ποιότητα των δημόσιων οικονομικών με σύστημα PBB και στην περιοδική επανεξέτασή της εν λόγω πολιτικής

o
o   o

39.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

(1) ΕΕ C 74 E, 20.3.2008, σ. 780.
(2) ΕΕ C 304 E, 1.12.2005, σ. 132.
(3) ΕΕ C 175 E, 10.7.2008, σ. 569.
(4) ΕΕ C 314 E, 21.12.2006, σ. 125.
(5) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P6_TA(2008)0057.
(6) ΕΕ C 282 Ε, 6.11.2008, σ. 422.
(7) ΕΕ C 287 E, 29.11.2007, σ. 535.
(8) ΕΕ C 263 Ε, 16.10.2008, σ. 441.
(9) ΕΕ C 74 E, 24.3.2004, σ. 746.
(10)2 Κείμενα που εγκρίθηκαν, P6_TA(2008)0506.

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου