Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2011/2027(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A7-0249/2011

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A7-0249/2011

Συζήτηση :

PV 13/09/2011 - 15
CRE 13/09/2011 - 15

Ψηφοφορία :

PV 14/09/2011 - 5.9
Αιτιολογήσεις ψήφου
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P7_TA(2011)0377

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 325kWORD 86k
Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2011 - Στρασβούργο
Ετήσια έκθεση σχετικά με τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ (2009)
P7_TA(2011)0377A7-0249/2011

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14ης Σεπτεμβρίου 2011 σχετικά με την 27η ετήσια έκθεση για τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2009) (2011/2027(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη τη διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση της νομοθεσίας(1),

–  έχοντας υπόψη την 27η ετήσια έκθεση για τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2009) (COM(2010)0538),

–  έχοντας υπόψη τα έγγραφα εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής (SEC(2010)1143 και SEC(2010)1144),

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής με τίτλο «Έκθεση αξιολόγησης της πρωτοβουλίας »EU PILOT'' (COM(2010)0070),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 260 παράγραφος 3 ΣΛΕΕ (SEC(2010)1371),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 5ης Σεπτεμβρίου 2007 με τίτλο «Μια Ευρώπη αποτελεσμάτων – εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου» (COM(2007)0502),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 20ής Μαρτίου 2002 όσον αφορά τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα στον τομέα των παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου (COM(2002)0141),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 25ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με την 26η ετήσια έκθεση για τον έλεγχο της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου (2008)(2),

–  έχοντας υπόψη την απάντηση της Επιτροπής στο ψήφισμά του της 25ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με την 26η ετήσια έκθεση για τον έλεγχο της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου (2008),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 119, παράγραφος 1, του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών και της Επιτροπής Αναφορών (Α7-0249/2011),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας τέθηκε σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 2009 και θέσπισε ορισμένες νέες νομικές βάσεις που αποσκοπούν στη διευκόλυνση της υλοποίησης, της εφαρμογής και της επιβολής του δικαίου της ΕΕ,

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σύμφωνα με το άρθρο 298 ΣΛΕΕ, κατά την εκπλήρωση της αποστολής τους, τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οι οργανισμοί της Ένωσης στηρίζονται σε ευρωπαϊκή διοίκηση ανοιχτή, αποτελεσματική και ανεξάρτητη,

1.  φρονεί ότι το άρθρο 17 ΣΕΕ καθορίζει τον θεμελιώδη ρόλο της Επιτροπής ως «θεματοφύλακα των Συνθηκών'· στο πλαίσιο αυτό, η εξουσία και υποχρέωση της Επιτροπής να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά κράτους μέλους το οποίο έχει παραβεί υποχρέωσή του εκ των Συνθηκών, συμπεριλαμβανομένων και των υποχρεώσεων σε σχέση με τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών, αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της έννομης τάξης της ΕΕ και, συνεπώς, συνάδει με την ιδέα μιας Ένωσης που βασίζεται στην αρχή του κράτους δικαίου·

2.  υπογραμμίζει τη θεμελιώδη σημασία της αρχής του κράτους δικαίου, ως προϋπόθεσης όχι μόνο για τη νομιμοποίηση οποιουδήποτε είδους διακυβέρνησης και διοίκησης και για τη γνήσια δημοκρατία, στην οποία ειδικά μέτρα ευθυγραμμίζονται προς τους γενικούς καθιερωμένους κανόνες, αλλά και για την προβλεψιμότητα και την ορθότητα των αποφάσεων, καθώς και ως εγγύησης ότι οι πολίτες μπορούν, πλήρως και αποτελεσματικά, να απολαμβάνουν τα δικαιώματά τους, όπως αυτά προβλέπονται από το νόμο·

3.  επισημαίνει ότι η 27η ετήσια έκθεση αναφορικά με τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης καταδεικνύει ότι παρά τη μείωση του αριθμού των περιπτώσεων παράβασης, για τις οποίες κινήθηκε διαδικασία από την Επιτροπή, στο τέλος του 2009 η Επιτροπή συνέχιζε να ασχολείται με περίπου 2 900 φακέλους καταγγελιών και παραβάσεων, καθώς και ότι τα κράτη μέλη εξακολουθούσαν να καθυστερούν σε σχέση με το χρονοδιάγραμμα για τη μεταφορά των οδηγιών στο εθνικό τους δίκαιο σε περισσότερες από τις μισές των περιπτώσεων, κατάσταση η οποία κρίνεται κάθε άλλο παρά ικανοποιητική και για την οποία την ευθύνη φέρουν κυρίως οι αρχές των κρατών μελών·

4.  σημειώνει ότι η διαδικασία επί παραβάσει αποτελείται από δύο φάσεις: τη διοικητική φάση (έρευνα) και τη δικαστική φάση ενώπιον του Δικαστηρίου· θεωρεί ότι ο ρόλος των πολιτών ως καταγγελλόντων είναι ουσιώδης στη διοικητική φάση όσον αφορά την προσπάθεια διασφάλισης της συμμόρφωσης με τη νομοθεσία της ΕΕ στην πράξη, γεγονός που αναγνωρίζεται εκ νέου από την Επιτροπή στην προαναφερθείσα ανακοίνωσή της στις 20 Μαρτίου 2002· κρίνει, ως εκ τούτου, υψίστης σημασίας τη διασφάλιση της διαφάνειας, του δίκαιου χαρακτήρα και της αξιοπιστίας των διαδικασιών που παρέχουν στους πολίτες τη δυνατότητα να εντοπίζουν παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης και να τις θέτουν υπόψη της Επιτροπής·

5.  σημειώνει ότι, μέσω του προγράμματος EU Pilot, η Επιτροπή επιδιώκει να ενισχύσει τις «εκατέρωθεν δεσμεύσεις, τη συνεργασία και την εταιρική σχέση μεταξύ Επιτροπής και κρατών μελών»(3) και, σε στενή συνεργασία με τις δημόσιες διοικήσεις των κρατών μελών, εξετάζει τρόπους χειρισμού της εφαρμογής της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης· εκτιμά ότι η εν λόγω πρωτοβουλία ανταποκρίνεται εν μέρει στη νέα ανάγκη συνεργασίας μεταξύ όλων των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά την θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας, αλλά καλεί μετ' επιτάσεως την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι οι πολίτες συμμετέχουν πάντοτε σε ζητήματα εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ·

6.  παρατηρεί ότι οι πολίτες αφενός φέρονται να έχουν ουσιαστικό ρόλο στην προσπάθεια διασφάλισης της συμμόρφωσης με την νομοθεσία της ΕΕ στην πράξη(4) και αφετέρου – στο πρόγραμμα EU Pilot – διατρέχουν τον κίνδυνο να βρεθούν ακόμα περισσότερο αποκλεισμένοι από οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία· φρονεί ότι η εξέλιξη αυτή πρέπει να αποτραπεί με την αντιμετώπιση του EU Pilot ως εναλλακτική δυνατότητα «διαμεσολάβησης», στο πλαίσιο της οποίας πολίτες συμμετέχουν και εμπλέκονται πλήρως ως ασκούντες την καταγγελία· υποστηρίζει ότι τούτο αντικατοπτρίζει καλύτερα τους στόχους της Συνθήκης, σύμφωνα με τους οποίους «οι αποφάσεις λαμβάνονται όσο το δυνατόν πιο ανοικτά και όσο το δυνατόν εγγύτερα στους πολίτες» (άρθρο 1 ΣΕΕ), «οι οργανισμοί της Ένωσης […] διεξάγουν τις εργασίες τους όσο το δυνατόν πιο ανοιχτά» (άρθρο 15 ΣΛΕΕ) και «σε όλες τις δραστηριότητές της, η Ένωση σέβεται την αρχή της ισότητας των πολιτών της, οι οποίοι τυγχάνουν ίσης προσοχής από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της» (άρθρο 9 ΣΕΕ)·

7.  σημειώνει την πληθώρα των αναφορών στις οποίες δεν μπορεί να δοθεί καμία λύση, βάσει του παράγωγου δικαίου της ΕΕ ή των άμεσα εφαρμοζόμενων κανόνων των Συνθηκών, αλλά που παρόλα αυτά καταδεικνύουν παραβιάσεις των αρχών που απαιτούνται για την ένταξη στη ΕΕ και που αντιστοιχούν στις αξίες που περιέχονται στο άρθρο 2 ΣΛΕΕ, ενώ το άρθρο 7 ΣΛΕΕ καθορίζει τις διαδικασίες για την υλοποίηση των αξιών αυτών·

8.  επισημαίνει ότι η διακριτική εξουσία που εκχωρούν οι Συνθήκες στην Επιτροπή όσον αφορά τον χειρισμό της διαδικασίας επί παραβάσει πρέπει να σέβεται την αρχή του κράτους δικαίου, την απαίτηση διαφάνειας και ανοικτού χαρακτήρα και την αρχή της αναλογικότητας και δεν πρέπει επ' ουδενί να θέτει σε κίνδυνο τον πρωταρχικό σκοπό αυτής της εξουσίας που συνίσταται στη διασφάλιση της έγκαιρης και ορθής εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης· επαναλαμβάνει ότι «η απόλυτη διακριτική ευχέρεια σε συνδυασμό με παντελή έλλειψη διαφάνειας είναι θεμελιωδώς αντίθετη με την αρχή του κράτους δικαίου»(5)·

9.  καλεί την Επιτροπή να ενισχύσει τη διαφάνεια στο πλαίσιο των εκκρεμουσών διαδικασιών επί παραβάσει και να ενημερώσει τους πολίτες το ταχύτερο δυνατόν και με κατάλληλο τρόπο όσον αφορά τη συνέχεια που δίνεται στα αιτήματά τους· προτρέπει την Επιτροπή να προτείνει προθεσμία αναφοράς για την συμμόρφωση των κρατών μελών με τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου·

10.  παρατηρεί ότι για να καταστεί το EU Pilot λειτουργικό η Επιτροπή δημιούργησε μια εμπιστευτική, επιγραμμική βάση δεδομένων για την επικοινωνία μεταξύ των υπηρεσιών της Επιτροπής και των αρχών των κρατών μελών· επισημαίνει εκ νέου την έλλειψη διαφάνειας έναντι των καταγγελόντων στο EU Pilot και το αίτημα του Κοινοβουλίου να του παρασχεθεί πρόσβαση στη βάση δεδομένων όπου συγκεντρώνονται όλες οι καταγγελίες, ούτως ώστε να είναι σε θέση να επιτελεί το ελεγκτικό του έργο όσον αφορά τον ρόλο της Επιτροπής ως θεματοφύλακα των Συνθηκών·

11.  χαιρετίζει τις δεσμεύσεις της Επιτροπής, αλλά θεωρεί ότι χρειάζονται περαιτέρω προσπάθειες από όλους τους ενδιαφερόμενους – τα κράτη μέλη, την Επιτροπή, το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο – ώστε η Ένωση και η εσωτερική της αγορά να καταστούν απτή πραγματικότητα για τους πολίτες, τις οργανώσεις τους και τις επιχειρήσεις·

12.  φρονεί ότι το πρόγραμμα «EU Pilot» μπορεί να συμβάλει στην επίλυση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι πολίτες και οι επιχειρήσεις στην εσωτερική αγορά και καλεί την Επιτροπή να επεκτείνει το πρόγραμμα από τα 24 στα 27 κράτη μέλη·

13.  επικροτεί την έμφαση που δίδει η Επιτροπή στην ανάγκη βελτίωσης της μεθόδου πρόληψης των παραβάσεων, κάνοντας χρήση όλων των ήδη υπαρχόντων μέσων και εξασφαλίζοντας την επάρκεια των απαιτούμενων πόρων·

14.  τονίζει ότι η διατήρηση της συνοχής κατά την εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ από τα κράτη μέλη και η διασφάλιση του ρόλου του Δικαστηρίου στο πλαίσιο αυτό απαιτούν όπως η Επιτροπή ερευνά προσεκτικά και, εφόσον παρίσταται ανάγκη, κινεί διαδικασία επί παραβάσει των συνθηκών εφόσον μια αναφορά ή καταγγελία στρέφεται κατά της άρνησης εθνικού δικαστηρίου να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στην περίπτωση που ήταν υποχρεωμένο να το πράξει σύμφωνα με τις συνθήκες και το κοινοτικό κεκτημένο·

15.  χαιρετίζει την συντόμευση των χρονοδιαγραμμάτων που απαιτούνται για τις έρευνες των φερόμενων παραβάσεων μέσω της χρήσης μιας μεθόδου πιλοτικού προγράμματος, αλλά θεωρεί ότι χρειάζονται περισσότερες διευκρινίσεις και πληροφορίες εκ μέρους της Επιτροπής ώστε το Κοινοβούλιο να μπορέσει να κρίνει την επιτυχία της εν λόγω μεθόδου, από την άποψη της ουσιαστικής συμμόρφωσης των κρατών μελών·

16.  επισημαίνει ότι στην απάντηση της Επιτροπής στο ψήφισμά του της 25ης Νοεμβρίου 2010 γίνεται αναφορά μόνο σε υποθέσεις του Δικαστηρίου(6), πράγμα που επιβεβαιώνει την ανάγκη διασφάλισης εκ μέρους της Επιτροπής του απορρήτου των εγγράφων που σχετίζονται με διαδικασίες επί παραβάσει και των ερευνών που διεξάγονται πριν από την κίνηση διαδικασιών επί παραβάσει· υπενθυμίζει στην Επιτροπή ότι το Δικαστήριο ουδέποτε αρνήθηκε στις εν λόγω υποθέσεις ότι υπέρτεροι λόγοι δημόσιου συμφέροντος θα δικαιολογούσαν την πρόσβαση σε έγγραφα· σημειώνει επίσης ότι ο Διαμεσολαβητής έχει επιδείξει θετική στάση όσον αφορά τη δημοσιοποίηση εγγράφων που αφορούν διαδικασίες επί παραβάσει(7)·

17.  θεωρεί ότι είναι δυνατόν να επιτραπεί ευκολότερη πρόσβαση στις πληροφορίες για υποθέσεις παράβασης, χωρίς να διακυβεύεται ο σκοπός των ερευνών καθώς και ότι το υπέρτερο δημόσιο συμφέρον δύναται ασφαλώς να δικαιολογήσει την πρόσβαση στις εν λόγω πληροφορίες, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις που αφορούν την ανθρώπινη υγεία και ανεπανόρθωτες βλάβες στο περιβάλλον· θα επικροτούσε επίσης τη διευκόλυνση της πρόσβασης σε πληροφορίες που διατίθενται ήδη στο κοινό και αφορούν υποθέσεις παράβασης των συνθηκών·

18.  καλεί, συνεπώς, εκ νέου την Επιτροπή να προτείνει διαδικαστική νομοθεσία με τη μορφή κανονισμού σύμφωνα με τη νέα νομική βάση του άρθρου 298 ΣΛΕΕ που θα καθορίζει τις διάφορες πτυχές των διαδικασιών επί παραβάσει, συμπεριλαμβανομένων των κοινοποιήσεων, των δεσμευτικών προθεσμιών, του δικαιώματος ακρόασης, της υποχρέωσης αιτιολόγησης και του δικαιώματος όλων να έχουν πρόσβαση στον φάκελό τους, προκειμένου να ενισχυθούν τα δικαιώματα των πολιτών και να διασφαλισθεί η διαφάνεια·

19.  σημειώνει ότι πολλές αναφορές αφορούν συγκρούσεις συμφερόντων ανάμεσα στους φορείς λήψης αποφάσεων και υποστηρίζει ένθερμα την έκδοση ενός κανονισμού σχετικά με τις διοικητικές διαδικασίες της ΕΕ, ο όποιος πρέπει επίσης να περιλαμβάνει γενικούς κανόνες σχετικά με τις διαδικασίες παράβασης·

20.  επισημαίνει στο πλαίσιο αυτό την απάντηση της Επιτροπής στο αίτημα του Κοινοβουλίου για διαδικαστική νομοθεσία, στην οποία εκφράζει τις αμφιβολίες της για τη δυνατότητα έγκρισης οποιουδήποτε κανονισμού στο μέλλον βάσει του άρθρου 298 ΣΛΕΕ λόγω της διακριτικής ευχέρειας που εκχωρείται στην Επιτροπή από τις Συνθήκες «για την οργάνωση του τρόπου με τον οποίο διαχειρίζεται τις διαδικασίες επί παραβάσει και τις σχετικές εργασίες για τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ'· είναι πεπεισμένο ότι μια τέτοια διαδικαστική νομοθεσία δεν θα περιόριζε με κανένα τρόπο τη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής, αλλά θα διασφάλιζε απλώς ότι κατά την άσκηση της εξουσίας της η Επιτροπή θα τηρούσε τις αρχές για »ευρωπαϊκή διοίκηση ανοιχτή, αποτελεσματική και ανεξάρτητη' όπως αναφέρεται στο άρθρο 298 ΣΛΕΕ και στο άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

21.  χαιρετίζει την απόφαση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων να εξετάσει την αναφορά αριθ. 1028/2009 σχετικά με τον καθορισμό δεσμευτικών κανόνων για τις διαδικασίες παράβασης, στο πλαίσιο της Ομάδας Εργασίας που η ίδια έχει συγκροτήσει βάσει του άρθρου 298 ΣΛΕΕ·

22.  υπενθυμίζει στην Επιτροπή ότι η προαναφερθείσα ανακοίνωση της 20ής Μαρτίου 2002 όσον αφορά τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα στον τομέα των παραβάσεων του δικαίου της ΕΕ περιλαμβάνει τα διαδικαστικά βήματα που κρίνει αποδεκτά η Επιτροπή όσον αφορά τη ρύθμιση της διακριτικής της ευχέρειας και ότι, ως εκ τούτου, δεν θα έπρεπε να υπάρχει κανένα εμπόδιο για τη θεμελίωση ενός κανονισμού σε αυτό το μέσο· επισημαίνει την πρόθεση της Επιτροπής να επανεξετάσει την εν λόγω ανακοίνωση· καλεί μετ' επιτάσεως την Επιτροπή να μην κάνει χρήση διατάξεων ενδοτικού δικαίου (soft law) κατά τον χειρισμό των διαδικασιών επί παραβάσει, αλλά να προτείνει έναν κανονισμό, ούτως ώστε το Κοινοβούλιο να συμμετέχει πλήρως ως συννομοθέτης σε ένα τόσο σημαντικό στοιχείο της έννομης τάξης της ΕΕ·

23.  σημειώνει ειδικότερα ότι η Επιτροπή σχεδιάζει να επανεξετάσει τη γενική της πολιτική σχετικά με την καταχώριση των καταγγελιών και τις σχέσεις με τους καταγγέλλοντες με γνώμονα την εμπειρία που αποκτήθηκε από τις νέες μεθόδους οι οποίες βρίσκονται σήμερα υπό δοκιμή· εκφράζει την ανησυχία του για την άρνηση της Επιτροπής να χρησιμοποιήσει τη διαδικασία επί παραβάσει ως βασικό εργαλείο διασφάλισης της έγκαιρης και ορθής εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης από τα κράτη μέλη· υπογραμμίζει ότι αυτό συνιστά υποχρέωση που επιβάλλουν οι Συνθήκες στην Επιτροπή και ότι δεν είναι δυνατή η μονομερής μη συμμόρφωσή της προς την υποχρέωση αυτή· καλεί την Επιτροπή να αποδείξει, με βάσιμα στοιχεία, τη διακηρυγμένη επιτυχία αυτών των «νέων μεθόδων» με αναλυτικά δεδομένα πριν και μετά από το EU Pilot και να συμπεριλάβει στον μελλοντικό κανονισμό αρχές και προϋποθέσεις για την καταχώριση των καταγγελιών και κάθε άλλο δικαίωμα των καταγγελλόντων·

24.  επικροτεί το νέο στοιχείο που περιλαμβάνεται στο άρθρο 260 ΣΛΕΕ, το οποίο επιτρέπει στην Επιτροπή, όταν προσφεύγει ενώπιον του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, να ζητήσει από το Δικαστήριο την επιβολή χρηματικών ποινών στα κράτη μέλη για καθυστερημένη μεταφορά μιας οδηγίας· καλεί την Επιτροπή, προς ενίσχυση της διαφάνειας, να παράσχει πληροφορίες σχετικά με τη χρησιμοποίηση της νέας αυτής διακριτικής εξουσίας·

25.  θεωρεί υψίστης σημασίας να χρησιμοποιεί η Επιτροπή αυτό και κάθε άλλο δυνατό μέσο για τη διασφάλιση της έγκαιρης και ορθής μεταφοράς της νομοθεσίας της Ένωσης από τα κράτη μέλη, ιδίως όσον αφορά τις περιβαλλοντικές υποθέσεις·

26.  τονίζει ότι η έγκαιρη μεταφορά των οδηγιών της ΕΕ στο εσωτερικό δίκαιο είναι ουσιαστική για την ομαλή λειτουργία της ενιαίας αγοράς προς όφελος των καταναλωτών και επιχειρήσεων της ΕΕ· χαιρετίζει την πρόοδο που έχει σημειωθεί προς επίτευξη αυτού του στόχου, αλλά εξακολουθεί να ανησυχεί για τον μεγάλο αριθμό διαδικασιών επί παραβάσει που έχουν κινηθεί για την καθυστερημένη μεταφορά οδηγιών·

27.   επιδοκιμάζει τις πρωτοβουλίες που ανέλαβαν τα κράτη μέλη προκειμένου να βελτιστοποιήσουν τη μεταφορά των οδηγιών για την ενιαία αγορά, όπως μεταξύ άλλων, η θέσπιση κατάλληλων κινήτρων για τις αρμόδιες υπηρεσίες και η εγκαθίδρυση συστημάτων προειδοποίησης όταν πλησιάζει η λήξη της προθεσμίας μεταφοράς·

28.   καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει να προωθεί «βέλτιστες πρακτικές» στο πλαίσιο της εφαρμογής της νομοθεσίας για την ενιαία αγορά, με βάση τη σύστασή της τής 29ης Ιουνίου 2009 σχετικά με μέτρα για τη βελτίωση της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς(8)·

29.  διαπιστώνει ότι τα δικαστήρια των κρατών μελών διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο στην εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ και υποστηρίζει απεριόριστα τις προσπάθειες της ΕΕ για ενίσχυση και συντονισμό της νομικής κατάρτισης των δικαστών των κρατών μελών, των νομικών, των στελεχών και των υπαλλήλων των εθνικών δημόσιων διοικήσεων·

30.  τονίζει ότι, ορθώς μεν η Επιτροπή επισημαίνει ότι εναπόκειται πρωτίστως στα δικαστικά όργανα των κρατών μελών να ενεργούν σε περίπτωση παραβιάσεων του ενωσιακού δίκαιου, οι πολίτες ωστόσο βρίσκονται συχνά αντιμέτωποι με σοβαρές δυσκολίες που απορρέουν από εθνικές δικαστικές διαδικασίες, οι οποίες ενδέχεται να αποδειχθούν δαπανηρές ή ιδιαίτερα χρονοβόρες· θεωρεί συνεπώς σκόπιμο να τηρηθούν οι κατευθυντήριες γραμμές που περιέχονται στο πρόγραμμα της Στοκχόλμης·

31.  χαιρετίζει το γεγονός ότι η Επιτροπή χρησιμοποιεί συχνότερα διερευνητικές αποστολές για να ερευνά επί τόπου περιπτώσεις παράβασης και θεωρεί ότι πρέπει να επιδιώκεται ο συντονισμός με τις αποστολές που διενεργεί το Κοινοβούλιο και ειδικότερα η Επιτροπή Αναφορών, καθώς και η δημιουργία συνεργιών μεταξύ τους, με σεβασμό της ανεξαρτησίας κάθε οργάνου.

32.  σημειώνει ότι η δυνατότητα προσφυγής των πολιτών, των επιχειρήσεων ή εκπροσώπων συμφερόντων της κοινωνίας των πολιτών στα όργανα διοικητικής επανεξέτασης ή στα δικαστήρια των κρατών μελών σχετικά με την εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ είναι αυτόνομη, ανεξάρτητη και δεν έρχεται σε αντίθεση με την κίνηση διαδικασιών επί παραβάσει από την Επιτροπή·

33.  εκφράζει τη λύπη του διότι πάρα πολλές διαδικασίες επί παραβάσει απαιτούν μεγάλο χρονικό διάστημα έως ότου περατωθούν ή παραπεμφθούν στο Δικαστήριο· καλεί τα κράτη μέλη και την Επιτροπή να εντείνουν τις προσπάθειές τους για την επίτευξη λύσης σε διαδικασίες επί παραβάσει και καλεί την Επιτροπή να δώσει με πιο συστηματικό και διαφανή τρόπο προτεραιότητα σε παραβάσεις σε διάφορους τομείς·

34.  εκφράζει ανησυχία για τον μεγάλο αριθμό παραβάσεων στα πεδία της αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων, των υπηρεσιών και των δημοσίων συμβάσεων· πιστεύει ότι θα ήσαν χρήσιμη η περαιτέρω αποσαφήνιση του νομικού πλαισίου στους εν λόγω τομείς, προκειμένου να βοηθηθούν οι εθνικές αρχές κατά τη διαδικασία εφαρμογής·

35.  επικροτεί τη δημιουργία δημόσιας βάσης δεδομένων, η οποία περιλαμβάνει την ισχύουσα νομοθεσία και νομολογία στο πεδίο των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών· φρονεί ότι παρόμοιες πρωτοβουλίες θα πρέπει να εξεταστούν και σε άλλους τομείς·

36.  υπενθυμίζει πόσο σημαντικό είναι το SOLVIT για να μπορούν οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις της ΕΕ να απολαύουν των δικαιωμάτων τους στην ενιαία αγορά· χαιρετίζει την πρόοδο που έχει επιτευχθεί για τη βελτίωση της λειτουργίας του SOLVIT και καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να ενισχύσουν περαιτέρω το SOLVIT·

37.  θεωρεί σημαντικό να ενημερώνονται οι πολίτες της ΕΕ πληρέστερα, και κατά τρόπο πρακτικό, σχετικά με τα δικαιώματά τους στην ενιαία αγορά· υποστηρίζει την περαιτέρω ανάπτυξη της διαδικτυακής πύλης «Η Ευρώπη για σένα'·

38.  επισημαίνει ότι οι δικαστικές διαδικασίες είναι δαπανηρές και χρονοβόρες, τόσο για τα άτομα όσο και τις επιχειρήσεις και συνιστούν σημαντική επιβάρυνση των δικαστηρίων της ΕΕ και των κρατών μελών, στα οποία παρατηρείται ήδη κορεσμός· τονίζει τη σημασία προληπτικών μέτρων και κατάλληλων εναλλακτικών μηχανισμών επίλυσης διαφορών, ούτως ώστε να περιοριστεί αυτό το άχθος·

39.  επισημαίνει ότι οι πολίτες, οι οργανώσεις της κοινωνίας πολιτών και οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να χρησιμοποιούν την διαδικασία των αναφορών, κυρίως για να επισημάνουν και να καταγγείλουν τη μη τήρηση από τις αρχές των κρατών μελών του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε διάφορα επίπεδα, ως κύρια δε θέματα αναφέρονται το περιβάλλον και η εσωτερική αγορά αλλά και η ελεύθερη κυκλοφορία, τα θεμελιώδη δικαιώματα και το ζήτημα της ιθαγένειας·

40.  διαπιστώνει ότι πολλές αναφορές παραπέμπουν στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, ακόμη και όταν ο Χάρτης δεν εφαρμόζεται σε πράξεις των κρατών μελών, ενώ άλλες επικαλούνται τις αξίες στις οποίες στηρίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση· εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι οι πολίτες αισθάνονται ότι έχουν παραπλανηθεί όσον αφορά το πραγματικό πεδίο εφαρμογής του Χάρτη, και θεωρεί εξαιρετικά σημαντικό να διευκρινιστεί το πεδίο εφαρμογής και επιβολής του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων· υπογραμμίζει ότι είναι απαραίτητο να αναλυθεί επαρκώς η αρχή της επικουρικότητας, η οποία αποτελεί βασικό πυλώνα της οικοδόμησης της ΕΕ, προκειμένου να μη δημιουργηθεί σύγχυση μεταξύ των πολιτών ως προς την εφαρμοσιμότητα του Χάρτη·

41.  χαιρετίζει το ειδικό τμήμα για τις αναφορές που περιέχεται στην 27η ετήσια έκθεση, σύμφωνα με το αίτημα του Κοινοβουλίου, στο οποίο η Επιτροπή προβαίνει σε ανάλυση νέων αναφορών που υποβλήθηκαν και διαπιστώνει ότι «ακόμη και αν οι περισσότερες αναφορές δεν αφορούν παραβάσεις, παρέχουν στο Κοινοβούλιο και την Επιτροπή χρήσιμες πληροφορίες για τα προβλήματα που απασχολούν τους πολίτες'·

42.  ζητεί μετ' επιτάσεως από το Συμβούλιο, σύμφωνα με τη δική του δήλωση στο σημείο 34 της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας, να καλέσει τα κράτη μέλη να καταρτίζουν πίνακες οι οποίοι αποτυπώνουν την αντιστοιχία των οδηγιών με τα μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και να τους δημοσιοποιούν· τονίζει ότι αυτοί οι πίνακες είναι ουσιώδους σημασίας για την αποτελεσματική παρακολούθηση από την Επιτροπή των μέτρων εφαρμογής σε όλα τα κράτη μέλη·

43.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στο Δικαστήριο, στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή και στα κοινοβούλια των κρατών μελών·

(1) ΕΕ C 321 της 31.12.2003, σ. 1.
(2) Κείμενα που εγκρίθηκαν P7_TA(2010)0437.
(3) Έκθεση αξιολόγησης της πρωτοβουλίας «EU Pilot», σ. 2.
(4) Βλέπε την προαναφερθείσα ανακοίνωση της Επιτροπής της 20ής Μαρτίου 2002, σ. 5: «Η Επιτροπή επανειλημμένα αναγνώρισε τον ουσιαστικό ρόλο του καταγγέλλοντος στην ανίχνευση των παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου».
(5) Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με την 26η ετήσια έκθεση για τον έλεγχο της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου (2008) (Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2010)0437).
(6) Αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση T-105/95 WWF ΗΒ κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σελ. II-313 και στην υπόθεση T191/99 Petrie κ.ά κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, II-3677 και απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Σεπτεμβρίου 2010 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-514/07 P, C-528/07 P και C-532/07 P Βασίλειο της Σουηδίας κατά Association de la presse internationale και Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Association de la presse internationale ASBL κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Association de la presse internationale, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή.
(7) Βλ. http://www.ombudsman.europa.eu/cases/decision.faces/en/10096/html.bookmark.
(8) ΕΕ L 176 της 7.7.2009, σ. 17.

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου