Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2010/2295(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A7-0232/2011

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A7-0232/2011

Συζήτηση :

PV 13/09/2011 - 16
CRE 13/09/2011 - 16

Ψηφοφορία :

PV 14/09/2011 - 7.2
Αιτιολογήσεις ψήφου
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P7_TA(2011)0382

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 302kWORD 80k
Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2011 - Στρασβούργο
Δραστηριότητες της Επιτροπής Αναφορών κατά το 2010
P7_TA(2011)0382A7-0232/2011

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14ης Σεπτεμβρίου 2011 σχετικά με τις δραστηριότητες της Επιτροπής Αναφορών κατά το έτος 2010 (2010/2295(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη τα προηγούμενα ψηφίσματά του σχετικά με τις εργασίες της Επιτροπής Αναφορών,

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 24, 227, 258 και 260 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 10 και 11 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 48 και το άρθρο 202, παράγραφος 8, του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Αναφορών (A7-0232/2011),

A.  επισημαίνοντας τη σπουδαιότητα της διαδικασίας των αναφορών και τις ειδικές αρμοδιότητες, οι οποίες θα πρέπει να επιτρέπουν στην αρμόδια επιτροπή να αναζητεί και να βρίσκει λύσεις και να προασπίζεται τους πολίτες της Ένωσης που υποβάλλουν αναφορές στο Κοινοβούλιο,

B.  εκτιμώντας ότι είναι απαραίτητο να αυξηθεί η συμμετοχή των πολιτών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να ενισχυθεί η νομιμότητα και η υπευθυνότητά της,

Γ.  επισημαίνοντας ότι οι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκπροσωπούνται απευθείας από το Κοινοβούλιο και ότι το δικαίωμα αναφοράς τους παρέχει τη δυνατότητα να απευθύνονται στους εκπροσώπους τους όποτε θεωρούν ότι παραβιάζονται τα δικαιώματά τους, και ότι το αίτημά τους εμπίπτει στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Δ.  επισημαίνοντας ότι η εφαρμογή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας έχει άμεσες επιπτώσεις στους πολίτες και στους κατοίκους της Ένωσης και ότι αυτοί είναι οι πλέον αρμόδιοι να εκτιμήσουν την αποτελεσματικότητα και τις αδυναμίες της, καθώς και να επισημάνουν τα κενά της ώστε να εξασφαλισθεί η καλύτερη δυνατή εφαρμογή της νομοθεσίας της Ένωσης από τα διάφορα κράτη μέλη, και επισημαίνοντας ότι η Επιτροπή Αναφορών πρέπει να καταστεί το κατ' εξοχήν σημείο επικοινωνίας,

E.  επισημαίνοντας ότι το Κοινοβούλιο οφείλει, μέσω της Επιτροπής Αναφορών, να διερευνά τα ζητήματα αυτά και να εξασφαλίζει στους πολίτες τις καλύτερες λύσεις και προς τον σκοπό αυτό ενισχύει τη συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, άλλες κοινοβουλευτικές επιτροπές, ευρωπαϊκούς φορείς, υπηρεσίες και δίκτυα, καθώς και με τα κράτη μέλη,

ΣΤ.  επισημαίνοντας εν τούτοις ότι τα κράτη μέλη εξακολουθούν να επιδεικνύουν, σε ορισμένες περιπτώσεις, απροθυμία να συνεργαστούν ενεργά με την αρμόδια επιτροπή, μη συμμετέχοντας για παράδειγμα στις συνεδριάσεις της ή αφήνοντας αναπάντητες τις επιστολές που τους αποστέλλονται· εκτιμώντας ότι η στάση αυτή μαρτυρά έλλειψη καλόπιστης συνεργασίας με το Κοινοβούλιο,

Ζ.  αναγνωρίζοντας πάντως ότι αρκετά κράτη μέλη επιδεικνύουν καλό επίπεδο συνεργασίας και συνεργάζονται με το Κοινοβούλιο σε μια προσπάθεια να ανταποκριθούν στις ανησυχίες που διατυπώνουν οι πολίτες μέσω της διαδικασίας των αναφορών,

H.  αναγνωρίζοντας τη συμβολή των υπηρεσιών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στη διαδικασία των αναφορών, οι οποίες παρέχουν προκαταρκτικές αξιολογήσεις για πολλές υποβαλλόμενες αναφορές,

Θ.  επισημαίνοντας ότι, λόγω του βαθμού εξειδίκευσης των αναφορών και της ποικιλίας των θιγόμενων θεμάτων, είναι απαραίτητο να ενισχυθεί η συνεργασία με τις άλλες κοινοβουλευτικές επιτροπές, ώστε να μπορούν να καλούνται για γνωμοδότηση, όποτε η γνώμη τους είναι απαραίτητη για τη σωστή διεκπεραίωση των αναφορών,

Ι.  υπενθυμίζοντας ότι το 2010 το Κοινοβούλιο έλαβε κατά τι ολιγότερες αναφορές από το 2009 (δηλ. 1 655 αναφορές έναντι 1 924, ήτοι μείωση κατά 14%),

ΙΑ.  υπενθυμίζοντας ότι η καλή συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες του Κοινοβουλίου το 2010 επέτρεψε να απορριφθούν 91 καταγγελίες (4,7 %) που υπεβλήθησαν από τους πολίτες, ως μη πληρούσες τις ελάχιστες προϋποθέσεις για να χαρακτηριστούν ως αναφορές, βάσει των συστάσεων της ετήσιας έκθεσης 2009, η οποία διεκρίνισε ότι οι αναφορές που δεν πληρούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις δεν πρέπει να καταχωρούνται,

ΙΒ.  επισημαίνοντας ότι ο αριθμός των μη παραδεκτών αναφορών που ελήφθησαν το 2010 (40 %) δείχνει ότι πρέπει να συνεχιστούν οι προσπάθειες για την καλύτερη ενημέρωση των πολιτών ως προς τις αρμοδιότητες της Επιτροπής Αναφορών και το ρόλο των διαφόρων θεσμικών οργάνων της Ένωσης,

ΙΓ.  επισημαίνοντας ότι η διαδικασία των αναφορών θα μπορούσε να είναι συμπληρωματική προς άλλα μέτρα που τίθενται στη διάθεση των πολιτών σε επίπεδο ΕΕ, όπως είναι π.χ. η υποβολή αναφορών στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή ή στην Επιτροπή,

ΙΔ.  επισημαίνοντας ότι οι πολίτες έχουν δικαίωμα ταχείας και λυσιτελούς επανόρθωσης και ότι το Κοινοβούλιο έχει επανειλημμένα ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να κάνει χρήση των αρμοδιοτήτων της, ως θεματοφύλακας της Συνθήκης, για να αντιδράσει στις παραβιάσεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας που καταγγέλλονται από τους αναφέροντες, ιδίως όταν οι παραβιάσεις είναι προϊόν της μεταφοράς της ευρωπαϊκής νομοθεσίας στο εθνικό δίκαιο,

ΙΕ.  επισημαίνοντας ότι πολλές αναφορές συνεχίζουν να προκαλούν ανησυχίες ως προς την μεταφορά στο εθνικό δίκαιο και την εφαρμογή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας επί θεμάτων περιβάλλοντος και εσωτερικής αγοράς, και λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή Αναφορών έχει ήδη επανειλημμένα ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να μεριμνήσει για την ενίσχυση και την περαιτέρω αποτελεσματικότητα των ελέγχων σε αυτούς τους τομείς,

ΙΣΤ.  επισημαίνοντας ότι, αν και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να προβεί σε πλήρη έλεγχο της εφαρμογής της ευρωπαϊκής νομοθεσίας μόνον από τη στιγμή που οι εθνικές αρχές έχουν λάβει οριστικές αποφάσεις, πρέπει -ιδίως επί θεμάτων περιβάλλοντος- να ελέγχεται σε πρώιμη φάση κατά πόσον οι τοπικές, περιφερειακές και εθνικές αρχές εφαρμόζουν ορθά όλους τους ενδεδειγμένους διαδικαστικούς κανόνες που προβλέπονται από τη νομοθεσία της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης και της αρχής της πρόληψης,

ΙΖ.  επισημαίνοντας ότι, λόγω του πολύ μεγάλο αριθμού αναφορών που αφορούν έργα με πιθανές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, θα ήταν επιθυμητό για την Επιτροπή Αναφορών να διεκπεραιώνει αυτές τις αναφορές που αφορούν έργα που αποτελούν αντικείμενο δημοσίας έρευνας, κατά τρόπο που να βελτιστοποιεί το χρονοδιάγραμμα λήψης αποφάσεων της Επιτροπής Αναφορών τόσο σε σχέση με τον αναφέροντα όσο και σε σχέση με την πορεία του έργου,

ΙΗ.  υπενθυμίζοντας τη σημασία της πρόληψης νέων ανεπανόρθωτων απωλειών βιοποικιλότητας, ειδικότερα στις περιοχές του προγράμματος Natura 2000, και υπενθυμίζοντας τη δέσμευση που ανέλαβαν τα κράτη μέλη να εγγυηθούν την προστασία των ειδικών ζωνών διατήρησης που προβλέπονται από την οδηγία «περί Οικοτόπων» (92/43/ΕΟΚ) και από την οδηγία «περί Πτηνών» (79/409/ΕΟΚ),

ΙΘ.  επισημαίνοντας ότι οι αναφορές αντικατοπτρίζουν τις επιπτώσεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας στην καθημερινή ζωή των πολιτών της Ένωσης και εκτιμώντας την ανάγκη να ληφθούν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την εμπέδωση της προόδου που έχει επιτευχθεί ως προς την ενίσχυση των δικαιωμάτων των ευρωπαίων πολιτών,

Κ.  υπενθυμίζοντας ότι, ως προς τον μεγάλο αριθμό αναφορών που εκκρεμούν εν αναμονή προσφυγών επί παραβάσει που κινήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Επιτροπή Αναφορών, στην προηγούμενη έκθεση πεπραγμένων της και στη γνωμοδότησή της για την ετήσια έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τον έλεγχο της εφαρμογής της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, είχε ζητήσει να ενημερώνεται τακτικά για την πορεία προόδου των προσφυγών επί παραβάσει που αφορούν θέματα που αποτελούν αντικείμενο αναφορών,

ΚΑ.  επισημαίνοντας τις συστάσεις που η Επιτροπή Αναφορών διατύπωσε σχετικά με τη διαχείριση των τοξικών και αστικών αποβλήτων και τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας περί Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων μετά την περαίωση των εξεταστικών αποστολών που πραγματοποιήθηκαν στην Huelva (Ισπανία), την Καμπανία (Ιταλία) και το Vorarlberg (Αυστρία),

ΚΒ.  υπενθυμίζοντας την παράγραφο 32 του ψηφίσματός του της 6ης Ιουλίου 2010 σχετικά με τις εργασίες της Επιτροπής Αναφορών κατά το 2009(1), σε ό,τι αφορά το αίτημα του Κοινοβουλίου να αναθεωρηθεί η διαδικασία καταχώρησης των αναφορών,

ΚΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων γνωμοδότησε επί της αναφοράς 0163/2010 του G.B. (Γερμανία) σχετικά με την πρόσβαση τρίτων στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για προδικαστικές αποφάσεις,

1.  ελπίζει ότι το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή Αναφορών θα συμμετάσχουν ενεργά στην ανάπτυξη της πρωτοβουλίας πολιτών, για να τη βοηθήσουν να επιτύχει πλήρως τους σκοπούς της και να εξασφαλισθεί μεγαλύτερη διαφάνεια στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να μπορούν οι πολίτες να προτείνουν βελτιώσεις, αλλαγές ή προσθήκες στη νομοθεσία της Ένωσης, αποτρέποντας ταυτόχρονα τη χρησιμοποίηση αυτού του δημόσιου βήματος για λόγους αποκλειστικώς προβολής·

2.  εκτιμά ότι η Επιτροπή Αναφορών είναι η καταλληλότερη για να δίνει συνέχεια στις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες πολιτών που καταγράφονται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή·

3.  ελπίζει ότι οι πρωτοβουλίες πολιτών που δεν έχουν συγκεντρώσει ένα εκατομμύριο υπογραφών εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας θα μπορούν να παραπέμπονται στην Επιτροπή Αναφορών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για λεπτομερέστερη εξέταση·

4.  ζητεί να είναι η Επιτροπή Αναφορών η επιτροπή που θα εκπροσωπεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις δημόσιες ακροάσεις που θα οργανώνουν το Κοινοβούλιο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τους εκπροσώπους των πρωτοβουλιών πολιτών που θα έχουν συγκεντρώσει ένα εκατομμύριο υπογραφές, ώστε οι ακροάσεις αυτές να μπορούν να αξιοποιούν την εμπειρία και τη νομιμότητα της Επιτροπής Αναφορών·

5.  επισημαίνει τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 211/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 2011 σχετικά με την πρωτοβουλία πολιτών(2), η οποία αποτελεί νέο μέσον συμμετοχής των πολιτών στις ευρωπαϊκές υποθέσεις·

6.  επισημαίνει ότι το Κοινοβούλιο λαμβάνει αναφορές «τύπου καμπάνιας» οι οποίες συγκεντρώνουν άνω του ενός εκατομμυρίου υπογραφές, πράγμα που μαρτυρά την εμπειρία του στο επίπεδο των σχέσεων με τους πολίτες· υπογραμμίζει πάντως την ανάγκη να ενημερώνονται πλήρως οι πολίτες σχετικά με τη διαφορά που υφίσταται μεταξύ των αναφορών αυτού του είδους και της πρωτοβουλίας πολιτών·

7.  επισημαίνει ότι με την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων απέκτησε νομικά δεσμευτική ισχύ και υπογραμμίζει τη σημασία του, λαμβανομένης υπόψη της νέας ώθησης που δίδει στις δραστηριότητες της ΕΕ και των κρατών μελών στο πεδίο αυτό, έχει δε εμπιστοσύνη ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ως θεματοφύλακας των Συνθηκών, θα πράξει παν το δυνατόν προκειμένου να εξασφαλίσει την ουσιαστική τήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων τα οποία κατοχυρώνονται από τον Χάρτη·

8.  σημειώνει τη δήλωση της Επιτροπής με τίτλο «Στρατηγική για την αποτελεσματική εφαρμογή του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων από την Ευρωπαϊκή Ένωση» και θεωρεί ότι είναι απαραίτητο να δημιουργηθεί, να προωθηθεί και να ενισχυθεί μία πραγματική κουλτούρα των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τόσο στα θεσμικά όργανα της Ένωσης, όσο και στα κράτη μέλη, ιδίως όταν αυτά εφαρμόζουν την ευρωπαϊκή νομοθεσία· εκτιμά ότι οι δραστηριότητες ενημέρωσης σχετικά με την λειτουργία και τις αρμοδιότητες της Ένωσης στο θέμα των θεμελιωδών δικαιωμάτων στα οποία αναφέρεται η «Στρατηγική» πρέπει να είναι συγκεκριμένες και πλήρεις, προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι στο μέλλον δεν θα επαναληφθεί η αυθαίρετη μεταφορά αρμοδιοτήτων μεταξύ Επιτροπής και κρατών μελών, ειδικότερα επί ευαίσθητων θεμάτων·

9.  υπογραμμίζει πάντως ότι παρά τον σημαντικό αριθμό αναφορών σχετικών με τα δικαιώματα που περιλαμβάνονται στον Χάρτη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αρνείται σταθερά, λόγω έλλειψης αρμοδίων οργάνων, να ενεργήσει προκειμένου να εμποδίσει προφανείς παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων στα κράτη μέλη·

10.  εκφράζει την ικανοποίησή του για την προσχώρηση της Ένωσης στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, δεδομένου ότι έτσι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποκτά δικαίωμα να ελέγχει τις ενέργειες της ΕΕ·

11.  χαιρετίζει την απόφαση της Επιτροπής να ανακηρύξει το έτος 2013 «Ευρωπαϊκό έτος για την ιθαγένεια» με σκοπό να διευκολύνει τη συζήτηση σχετικά με την ευρωπαϊκή ιθαγένεια και να ενημερώσει τους ευρωπαίους πολίτες για τα δικαιώματά τους και κυρίως για τους δημοκρατικούς μηχανισμούς που έχουν στη διάθεσή τους για να πλαισιώσουν αυτά τα δικαιώματα· φρονεί ότι το «Ευρωπαϊκό Έτος Ιθαγένειας» πρέπει να αξιοποιηθεί για μια ευρεία ενημέρωση σχετικά με την νέα «Πρωτοβουλία Ευρωπαίων Πολιτών», ώστε να αποφευχθεί ένα υψηλό ποσοστό μη παραδεκτών πρωτοβουλιών, ανάλογο με αυτό που εξακολουθεί να παρατηρείται στο επίπεδο των «αναφορών'· εκτιμά ότι ταυτόχρονα πρέπει να αρχίσει ένας διάλογος ως προς το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής του »Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων' της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

12.  χαιρετίζει τη δημιουργία της «ενιαίας θυρίδας» εξυπηρέτησης για τους πολίτες που αναζητούν συμβουλές ή επιθυμούν να καταθέσουν προσφυγή ή μήνυση μέσω της δικτυακής πύλης «τα δικαιώματά σας στην Ευρωπαϊκή Ένωση'· χαιρετίζει τα μέτρα που έλαβε η Επιτροπή για την απλοποίηση των υφισταμένων υπηρεσιών δημόσιας αρωγής που χρησιμεύουν στο να ενημερώνουν τους πολίτες για τα δικαιώματά τους σε επίπεδο ΕΕ και για τα διαθέσιμα ένδικα μέσα σε περιπτώσεις παραβιάσεων· τονίζει ότι τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα πρέπει να παρέχουν περισσότερες πληροφορίες και να ενεργούν με μεγαλύτερη διαφάνεια, διασφαλίζοντας ειδικότερα εύκολη πρόσβαση στα έγγραφα·

13.  υπενθυμίζει το ψήφισμά του σχετικά με τις δραστηριότητες του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή του 2009 και καλεί τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή να εξασφαλίσει την πρόσβαση στην ενημέρωση καθώς και τον σεβασμό του δικαιώματος στη χρηστή διοίκηση, προϋποθέσεις απαραίτητες εάν επιθυμούμε οι πολίτες να έχουν εμπιστοσύνη στα θεσμικά όργανα· υποστηρίζει την σύσταση του Διαμεσολαβητή προς την Επιτροπή σχετικά με την καταγγελία 676/2008/RT, ως προς την υπερβολική καθυστέρηση απάντησης στον Διαμεσολαβητή·

14.  επισημαίνει ότι οι αναφορές που ελήφθησαν το 2010 εξακολουθούσαν να αφορούν κυρίως το περιβάλλον, τα θεμελιώδη δικαιώματα, την εσωτερική αγορά και την δικαιοσύνη· προσθέτει ότι, από γεωγραφική άποψη, οι περισσότερες αναφορές αφορούσαν την Ισπανία (16 %), την Ένωση στο σύνολό της (16 %) και, σε μικρότερο βαθμό, τη Γερμανία, την Ιταλία και τη Ρουμανία·

15.  αναγνωρίζει το σπουδαίο έργο που επιτελούν οι αναφέροντες για την προστασία του περιβάλλοντος της Ένωσης, δεδομένου ότι οι περισσότερες αναφορές αφορούσαν αξιολογήσεις περιβαλλοντικών επιπτώσεων, τη φύση, τα λύματα, τη διαχείριση της ποιότητας του νερού, την προστασία των φυσικών πόρων, την ποιότητα του αέρα, την ηχορύπανση, τη διαχείριση των απορριμμάτων ή τις βιομηχανικές εκπομπές αερίων·

16.  υπογραμμίζει την σημασία της συνεργασίας της Επιτροπής με τα κράτη μέλη, και θεωρεί λυπηρή την ολιγωρία ορισμένων κρατών μελών όσον αφορά την εφαρμογή και επιβολή της Ευρωπαϊκής Περιβαλλοντικής Νομοθεσίας·

17.  εκτιμά ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα έπρεπε να ελέγχει αυστηρότερα τον σεβασμό και την εφαρμογή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας σε θέματα περιβάλλοντος και τούτο καθ' όλη την διαδικασία και όχι μόνον όταν λαμβάνεται μία τελική απόφαση·

18.  συμμερίζεται τις ανησυχίες που εκφράζονται από μεγάλο αριθμό αναφερόντων όσον αφορά την αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εξασφαλίσει την ουσιαστική εφαρμογή του σχεδίου δράσης 2010 υπέρ της βιοποικιλότητας· δέχεται με ικανοποίηση την ανακοίνωση της Επιτροπής της 19ης Ιανουαρίου 2010 σχετικά με τις «επιλογές όσον αφορά το όραμα και τον στόχο της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα μετά το 2010» (CΟΜ(2010)0004)·

19.  εκτιμά ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρέπει να εγγυάται την ορθή εφαρμογή από τα κράτη μέλη των οδηγιών σχετικά με την ΕΠΕ (εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων), την ΣΜΠΕ (στρατηγική μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων), τους βιοτόπους και τα πτηνά, βασιζόμενη στις συστάσεις της αρμόδιας επιτροπής του Κοινοβουλίου, με την οποία η Επιτροπή Αναφορών είναι έτοιμη να συνεργαστεί ώστε οι μελλοντικές περιβαλλοντικές δράσεις να απηχούν τις ανησυχίες των πολιτών·

20.  χαιρετίζει την ανακοίνωση της Επιτροπής της 2ας Ιουλίου 2009 για τις κατευθυντήριες γραμμές που αποσκοπούν στη βελτίωση της μεταφοράς και εφαρμογής της οδηγίας 2004/38/ΕΚ σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών (COM(2009)0313), η οποία εντοπίζει τα προβλήματα που οι αναφέροντες συχνά καταγγέλλουν σε σχέση με τη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο και την επίπτωσή της στην καθημερινή ζωή των πολιτών·

21.  αναγνωρίζει το ρόλο του δικτύου SOLVIT (δίκτυο επίλυσης προβλημάτων στην εσωτερική αγορά), το οποίο τακτικά αποκαλύπτει προβλήματα συνδεόμενα με την εφαρμογή των κανόνων της εσωτερικής αγοράς τα οποία καταγγέλλονται από τους αναφέροντες και ζητεί να ενημερώνεται η Επιτροπή Αναφορών για κάθε περίπτωση πλημμελούς εφαρμογής της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, δεδομένου ότι η διαδικασία των αναφορών μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση της νομοθεσίας·

22.  αναγνωρίζει τον ιδιαίτερο ρόλο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο έργο της Επιτροπής Αναφορών, η οποία συνεχίζει να έχει ανάγκη από τις ειδικές γνώσεις της για την αξιολόγηση των αναφορών, τον εντοπισμό των παραβιάσεων της ευρωπαϊκής νομοθεσίας και την εξεύρεση λύσεων και εκτιμά τις προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη βελτίωση των συνολικών χρόνων απάντησης (τέσσερις μήνες, κατά μέσο όρο) στις αιτήσεις έρευνας που υποβάλλει η Επιτροπή Αναφορών, ώστε οι περιπτώσεις που καταγγέλλονται από τους πολίτες να μπορούν να επιλύονται το συντομότερο δυνατόν·

23.  χαιρετίζει την παρουσία στις συνεδριάσεις του των διαφόρων Επιτρόπων οι οποίοι συνεργάστηκαν στενά και αποτελεσματικά με την Επιτροπή Αναφορών, δημιουργώντας ένα σημαντικό δίαυλο επικοινωνίας των πολιτών με τα θεσμικά όργανα της ΕΕ·

24.  θεωρεί πάντως λυπηρό το ότι η Επιτροπή δεν έχει απαντήσει ακόμη θετικά στα επανειλημμένα αιτήματα της Επιτροπής Αναφορών να την ενημερώνει για την πρόοδο των διαδικασιών επί παραβάσει που έχουν σχέση με εκκρεμούσες αναφορές, δεδομένου ότι η μηνιαία δημοσίευση των αποφάσεων της Επιτροπής για τις διαδικασίες επί παραβάσει, σύμφωνα με τα άρθρα 258 και 260 της Συνθήκης, δεν είναι κατάλληλη απάντηση·

25.  επισημαίνει ότι, σε πολλές περιπτώσεις, οι αναφορές αποκάλυψαν προβλήματα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και εφαρμογής της ευρωπαϊκής νομοθεσίας και αναγνωρίζει ότι η δρομολόγηση μιας διαδικασίας επί παραβάσει δεν εξασφαλίζει κατ' ανάγκη στους πολίτες άμεσες λύσεις στα προβλήματά τους· εκτιμά ότι υπάρχουν κι άλλα μέσα ελέγχου και άσκησης πίεσης που μπορούν να χρησιμοποιηθούν·

26.  ζητεί από την Επιτροπή να αναγνωρίσει δεόντως το ρόλο των αναφορών στον έλεγχο και την ουσιαστική εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου, δεδομένου ότι οι αναφορές δίνουν συνήθως τις πρώτες ενδείξεις ότι τα κράτη μέλη καθυστερούν στην εφαρμογή των νομικών μέτρων·

27.  χαιρετίζει την παρουσία του Συμβουλίου στις συνεδριάσεις της Επιτροπής Αναφορών, θεωρεί όμως λυπηρό που η παρουσία αυτή δεν μεταφράζεται σε ενεργότερη συνεργασία η οποία θα μπορούσε να ξεπεράσει τη στάσιμη κατάσταση σε αναφορές όπου η συνεργασία με τα κράτη μέλη θα ήταν αποφασιστικής σημασίας·

28.  τονίζει ότι η συμμετοχή και η στενή και συστηματική συνεργασία των κρατών μελών είναι εξαιρετικά σημαντική για το έργο της Επιτροπής Αναφορών· προτρέπει τα κράτη μέλη να αναπτύξουν ενεργό ρόλο απαντώντας σε αναφορές που συνδέονται με την εφαρμογή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας και αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην παρουσία και την ενεργό συνεργασία των εκπροσώπων των κρατών μελών στις συνεδριάσεις της Επιτροπής Αναφορών·

29.  εκτιμά ότι η Επιτροπή Αναφορών πρέπει να καλλιεργήσει στενότερες σχέσεις εργασίας με τις αντίστοιχες επιτροπές των περιφερειακών και εθνικών κοινοβουλίων των κρατών μελών και να πραγματοποιεί ενημερωτικές αποστολές ώστε να προωθηθεί η αμοιβαία κατανόηση των αναφορών που αφορούν ευρωπαϊκά θέματα· και αντιστρόφως με σκοπό να γνωρίσει τις διάφορες μεθόδους εργασίας των εθνικών Επιτροπών Αναφορών, ώστε η Επιτροπή Αναφορών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις με γνώση των θεμάτων και μακρόπνοη αντίληψη όταν απορρίπτει μία αναφορά για λόγους αρμοδιότητος·

30.  σημειώνει τον μεγάλο αριθμό των αναφερόντων που απευθύνονται στο Κοινοβούλιο αναζητώντας λύση επί θεμάτων που δεν ανήκουν στην αρμοδιότητα της ΕΕ, όπως, λόγου χάρη, η εφαρμογή των αποφάσεων που εξεδόθησαν από εθνικά δικαστήρια ή η παθητικότητα των διαφόρων δημοσίων διοικήσεων, και επισημαίνει ότι το Κοινοβούλιο προσπαθεί να αντιμετωπίσει την κατάσταση προωθώντας τις αναφορές αυτές στις αρμόδιες εθνικές ή περιφερειακές αρχές· εκφράζει την ικανοποίησή του για τη νέα διαδικασία καταχώρισης των αναφορών που τέθηκε σε εφαρμογή από τη ΓΔ Προεδρίας και τη ΓΔ Εσωτερικών Πολιτικών του Κοινοβουλίου·

31.  υπογραμμίζει την ανάγκη μεγαλύτερης διαφάνειας στη διεκπεραίωση των αναφορών: σε εσωτερικό επίπεδο, δίνοντας στους βουλευτές άμεση πρόσβαση στα αρχεία των αναφορών με την εφαρμογή e-Petition, απλοποιώντας την εσωτερική διαδικασία και προωθώντας τη στενή συνεργασία μεταξύ των μελών, του προέδρου και της γραμματείας της Επιτροπής Αναφορών και, σε εξωτερικό επίπεδο, με την δημιουργία διαδραστικής πύλης στο Διαδίκτυο για τους αναφέροντες· επιπλέον, εκτιμά πως οι βουλευτές πρέπει να έχουν πρόσβαση μέσω της εφαρμογής e-Petition στις αναφορές των οποίων οι συντάκτες έχουν ζητήσει ανωνυμία·

32.  ζητεί την επείγουσα δημιουργία μιας αποκλειστικής διαδικτυακής πύλης για τις αναφορές, που θα παρέχει ένα διαδραστικό μοντέλο καταχώρισης, θα ενημερώνει τους πολίτες σχετικά με την αποστολή του Κοινοβουλίου, σχετικά με το τι μπορούν να επιτύχουν υποβάλλοντας αναφορά σε αυτό, θα παρέχει συνδέσμους προς εναλλακτικά μέσα προσφυγής σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο και θα περιγράφει λεπτομερώς τις αρμοδιότητες της Ένωσης ώστε να αποφεύγεται κάθε σύγχυση μεταξύ των αρμοδιοτήτων της Ένωσης και αυτών των κρατών μελών·

33.  ζητεί από τις αρμόδιες διοικητικές υπηρεσίες του Κοινοβουλίου να συνεργαστούν ενεργά με την Επιτροπή Αναφορών για την εξεύρεση των πλέον πρόσφορων λύσεων σε αυτό το θέμα, δεδομένου ότι μία τέτοια διαδικτυακή πύλη θα συνέβαλλε σημαντικά στη βελτίωση της επικοινωνίας του Κοινοβουλίου με τους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα επέτρεπε στους πολίτες να προσθέτουν ή να αφαιρούν την υπογραφή τους από μία αναφορά (σύμφωνα με το άρθρο 202 του κανονισμού)·

34.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα καθώς και την έκθεση της Επιτροπής Αναφορών στην Επιτροπή, στο Συμβούλιο, στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, στις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών, καθώς και στις επιτροπές αναφορών τους και στους εθνικούς τους διαμεσολαβητές ή αντίστοιχους αρμόδιους φορείς.

(1) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2010)0261.
(2) ΕΕ L 65 της 11.3.2011, σ. 1.

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου