Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2012/2143(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A7-0130/2013

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A7-0130/2013

Συζήτηση :

Ψηφοφορία :

PV 18/04/2013 - 5.4

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P7_TA(2013)0180

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 326kWORD 41k
Πέμπτη 18 Απριλίου 2013 - Στρασβούργο Οριστική έκδοση
Αρχή της «Ευθύνης Προστασίας» των ΗΕ
P7_TA(2013)0180A7-0130/2013

Σύσταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προς το Συμβούλιο της 18ης Απριλίου 2013 για την αρχή της «Ευθύνης Προστασίας» (R2P) των Ηνωμένων Εθνών (2012/2143(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη τις αξίες, τους στόχους, τις αρχές και τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως προβλέπονται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 2, 3 και 21 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση,

–  έχοντας υπόψη τον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών,

–  έχοντας υπόψη την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου,

–  έχοντας υπόψη τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την πρόληψη και καταπολέμηση του εγκλήματος της γενοκτονίας της 9ης Δεκεμβρίου 1948,

–  έχοντας υπόψη το Καταστατικό της Ρώμης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (ΔΠΔ),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών (ΓΣΗΕ) A/RES/63/308 της 7ης Οκτωβρίου 2009 σχετικά με την ευθύνη προστασίας,

–  έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών αριθ. 1674 του Απριλίου του 2006 και αριθ. 1894 του Νοεμβρίου 2009 με τίτλο «Protection of civilians in armed conflict» (Προστασία των αμάχων στις ένοπλες συγκρούσεις)(1),

–  έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών αριθ. 1325 (2000) και 1820 (2008) σχετικά με τις γυναίκες, την ειρήνη και την ασφάλεια, το ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών 1888 (2009) σχετικά με τη σεξουαλική βία κατά γυναικών και παιδιών σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, το ψήφισμα 1889 (2009) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών για την ενίσχυση της εφαρμογής και της παρακολούθησης του ψηφίσματος 1325 καθώς και το ψήφισμα 1960 (2010), με το οποίο δημιουργήθηκε μηχανισμός για τη συλλογή στοιχείων σχετικά με τα κρούσματα σεξουαλικής βίας σε ένοπλες συγκρούσεις και την καταγραφή των αυτουργών τους,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμα 1970 της 26ης Φεβρουαρίου 2011 σχετικά με τη Λιβύη, όπου γίνεται μνεία στην αρχή R2P και εγκρίνεται η χρήση ορισμένων μη καταναγκαστικών μέτρων για την πρόληψη της κλιμάκωσης των βαρβαροτήτων, καθώς και το ψήφισμα 1973 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών της 17ης Μαρτίου 2011 σχετικά με την κατάσταση στη Λιβύη, το οποίο δίνει για πρώτη φορά στα κράτη μέλη την εξουσία να προστατεύσουν αμάχους και περιοχές που κατοικούνται από αμάχους και περιέχει για πρώτη φορά στην ιστορία ρητή αναφορά στον πρώτο πυλώνα της ευθύνης προστασίας (R2P), ενώ ακολούθησαν παρεμφερείς αναφορές στα μεταγενέστερα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, και συγκεκριμένα το 1975, σχετικά με την Ακτή Ελεφαντοστού, το 1996, σχετικά με το Σουδάν και το 2014, σχετικά με την Υεμένη,

–  έχοντας υπόψη τις παραγράφους 138 και 139 των τελικών πορισμάτων της Παγκόσμιας Διάσκεψης Κορυφής του 2005 των ΗΕ(2),

–  έχοντας υπόψη την έκθεση «Η ευθύνη για προστασία» (2001) της Διεθνούς Επιτροπής για την Επέμβαση και την Κρατική Κυριαρχία, την έκθεση «Ένας ασφαλέστερος κόσμος: η κοινή μας ευθύνη»(3) (2004) από την Επιτροπή Υψηλού Επιπέδου για τις Απειλές, τις Προκλήσεις και την Αλλαγή, και την έκθεση «Για περισσότερη ελευθερία: προς την ανάπτυξη, την ασφάλεια και τα ανθρώπινα δικαιώματα για όλους»(4) (2005) την οποία κατάρτισε ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών,

–  έχοντας υπόψη τις εκθέσεις του Γενικού Γραμματέα των ΗΕ, και συγκεκριμένα τις εκθέσεις «Implementing the Responsibility to Protect» (Εφαρμογή της ευθύνης προστασίας) του 2009(5), «Early warning, assessment and the responsibility to protect» (Έγκαιρη προειδοποίηση, αξιολόγηση και ευθύνη προστασίας) του 2010(6), «The role of regional and subregional arrangements in implementing the responsibility to protect» (Ο ρόλος των περιφερειακών και υποπεριφερειακών ρυθμίσεων στην εφαρμογή της ευθύνης προστασίας) του 2011(7) και «Responsibility to protect: timely and decisive response» (Ευθύνη προστασίας: έγκαιρη και αποφασιστική αντίδραση) του 2012, έγκαιρη και αποφασιστική αντίδραση) του 2012(8),

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της ομάδας εσωτερικής αξιολόγησης του Γενικού Γραμματέα των ΗΕ του Νοεμβρίου του 2012 για τη δράση των ΗΕ στη Σρι Λάνκα, η οποία διερευνά τους λόγους της αδυναμίας της διεθνούς κοινότητας να προστατεύσει τους άμαχους πολίτες από ευρείας κλίμακας παραβιάσεις του ανθρωπιστικού δικαίου και του δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και διατυπώνει συστάσεις σχετικά με τη μελλοντική δράση των ΗΕ για την αποτελεσματική αντίδρασή του σε παρόμοιες περιπτώσεις μαζικών αποτρόπαιων εγκλημάτων,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση του Γενικού Γραμματέα των ΗΕ «Strengthening the role of mediation in the peaceful settlement of disputes, conflict prevention and resolution» (Ενίσχυση του ρόλου της μεσολάβησης στην ειρηνική διευθέτηση των διαφορών και στην πρόληψη και την επίλυση συγκρούσεων) της 25ης Ιουλίου 2012,

–  έχοντας υπόψη την πρωτοβουλία που εισηγήθηκε στα ΗΕ την 9η Σεπτεμβρίου 2011 η Βραζιλία με τίτλο «Ευθύνη στο πλαίσιο της παροχής προστασίας: στοιχεία για την επεξεργασία και προώθηση μίας ιδέας»,

–  έχοντας υπόψη το πρόγραμμα της ΕΕ για την πρόληψη των βίαιων συγκρούσεων (πρόγραμμα του Γκέτεμποργκ) του 2001 και τις ετήσιες εκθέσεις σχετικά με την υλοποίησή του,

–  έχοντας υπόψη τις προτεραιότητες της ΕΕ για την 65η Γενική Συνέλευση των ΗΕ της 25ης Μαΐου 2010(9),

–  έχοντας υπόψη το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης 2012, το οποίο όχι μόνο τιμά την ιστορική συμβολή της ΕΕ στη διαμόρφωση μιας ειρηνικής Ευρώπης και ενός ειρηνικού κόσμου αλλά εγείρει και προσδοκίες για τις μελλοντικές της δεσμεύσεις για μια πιο ειρηνική διεθνή τάξη βασιζόμενη στους κανόνες του διεθνούς δικαίου,

–  έχοντας υπόψη την Ευρωπαϊκή Συναίνεση για την Ανάπτυξη(10) καθώς και την Ευρωπαϊκή Συναίνεση για την ανθρωπιστική βοήθεια(11),

–  έχοντας υπόψη τις συστάσεις του προς το Συμβούλιο της 8ης Ιουνίου 2011 σχετικά με την 66η Σύνοδο της ΓΣΗΕ(12) και της 13ης Ιουνίου 2012 σχετικά με την 67η Σύνοδο της ΓΣΗΕ(13),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 16ης Φεβρουαρίου 2012 σχετικά με την 19η σύνοδο του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών(14),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 11ης Μαΐου 2011 σχετικά με την ΕΕ ως παγκόσμιο παράγοντα: ο ρόλος της σε πολυμερείς οργανισμούς(15),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 19ης Φεβρουαρίου 2009 σχετικά με την Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφαλείας και την ΕΠΑΑ(16),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 121 παράγραφος 3 και το άρθρο 97 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Ανάπτυξης (A7-0130/2013),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στο τελικό έγγραφο της Παγκόσμιας Διάσκεψης Κορυφής των ΗΕ του 2005 διατυπώνεται για πρώτη φορά κοινός ορισμός της αρχής R2P· λαμβάνοντας υπόψη ότι η αρχή R2P, η οποία ενσωματώνεται στις παραγράφους 138 και 139 του τελικού εγγράφου της Παγκόσμιας Διάσκεψης Κορυφής των ΗΕ του 2005, συνιστά σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση της δημιουργίας ενός πιο ειρηνικού κόσμου, καθιερώνοντας την υποχρέωση των κρατών να προστατεύουν τους πληθυσμούς τους από γενοκτονίες, εγκλήματα πολέμου, εθνοκαθάρσεις και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας καθώς και την υποχρέωση της διεθνούς κοινότητας να βοηθά τα κράτη να αναλάβουν αυτή την ευθύνη και να αντιδρά σε περίπτωση που τα κράτη αδυνατούν να προστατεύσουν τους πολίτες τους από τα τέσσερα αυτά συγκεκριμένα εγκλήματα και παραβιάσεις·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η αρχή της R2P βασίζεται στους εξής τρεις πυλώνες: (i) το κράτος φέρει την αρχική ευθύνη να προστατεύει τον πληθυσμό του από γενοκτονίες, εγκλήματα πολέμου, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και εθνοκαθάρσεις· (ii) η διεθνής κοινότητα οφείλει να βοηθά τα κράτη στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους όσον αφορά την προστασία των πληθυσμών τους· (iii) όταν ένα κράτος αρνείται προδήλως να προστατέψει τον πληθυσμό του ή είναι όντως το ίδιο ο δράστης αυτών των εγκλημάτων, η διεθνής κοινότητα έχει την ευθύνη ανάληψης συλλογικής δράσης·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τις εργασίες σχετικά με την R2P που προηγούνται της συμφωνίας για το τελικό έγγραφο της Παγκόσμιας Διάσκεψης Κορυφής των ΗΕ του 2005, και συγκεκριμένα στην έκθεση για την R2P της Διεθνούς Επιτροπής για την Επέμβαση και την Κρατική Κυριαρχία του 2001, η αρχή της R2P έχει συμπεριλάβει στον ορισμό της τις πτυχές της ευθύνης πρόληψης (R2prevent), της ευθύνης αντίδρασης (R2react) και της ευθύνης αναδόμησης (R2rebuild), όπως αυτές προβλέπονται στην έκθεση της Διεθνούς Επιτροπής για την Επέμβαση και την Κρατική Κυριαρχία·

Δ.  επιδοκιμάζει την εξέλιξη της έννοιας της R2P, η οποία διασαφηνίζει και ενισχύει τις υφιστάμενες υποχρεώσεις των κρατών να διασφαλίζουν την προστασία των αμάχων· τονίζει ότι η έννοια αυτή, που απορρέει από τις αποτυχίες της διεθνούς κοινότητας στη Ρουάντα το 1994, είναι κρίσιμης σημασίας για την επιβίωση της κοινότητας των εθνών·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σε αυτές τις περιπτώσεις, η νόμιμη βία πρέπει να ασκείται κατά τρόπο συνετό, ανάλογο των περιστάσεων και σε περιορισμένο βαθμό·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η εξέλιξη της αρχής της R2P είναι ένα σημαντικό βήμα προς την πρόληψη, την αποφυγή και την αντιμετώπιση γενοκτονιών, εγκλημάτων πολέμου, εθνοκαθάρσεων και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας καθώς και προς την τήρηση των θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου, και ιδιαίτερα του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, του δικαίου περί προσφύγων και του δικαίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αρχές πρέπει να εφαρμόζονται με τη μεγαλύτερη δυνατή συνέπεια και ομοιομορφία και ότι, για τον σκοπό αυτόν, έχει ζωτική σημασία να γίνεται δίκαιη, συνετή και επαγγελματική εφαρμογή των διαδικασιών της έγκαιρης προειδοποίησης και αξιολόγησης, ενώ η χρήση βίας θα πρέπει να εξακολουθήσει να αποτελεί ύστατη λύση·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σε χρονική απόσταση άνω της δεκαετίας από τη γένεση της αρχής της R2P, και οκτώ ετών από την έγκρισή της από τη διεθνή κοινότητα επ' ευκαιρία της Παγκόσμιας Διάσκεψης Κορυφής των ΗΕ του 2005, πρόσφατα συμβάντα έφεραν ξανά στην επιφάνεια τη σημασία και τις προκλήσεις της έγκαιρης και αποφασιστικής ανταπόκρισης στις τέσσερις βασικές κατηγορίες εγκλημάτων που καλύπτει η έννοια καθώς και την ανάγκη να διατεθεί στην εν λόγω αρχή περισσότερο επιχειρησιακό δυναμικό, ώστε να εφαρμόζεται αποτελεσματικά και να αποτρέπονται μαζικές ωμότητες·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι με την ανάπτυξη της αρχής R2P - και ιδίως του συντελεστή πρόληψης - μπορούν να επιτευχθούν παγκόσμιες προσπάθειες προς έναν ειρηνικότερο κόσμο· δεδομένου ότι πολλά μαζικά αποτρόπαια εγκλήματα γίνονται σε περιόδους βίαιων συγκρούσεων και απαιτούν αποτελεσματικό δυναμικό για διαρθρωτικές και επιχειρησιακές διεργασίες πρόληψης των συγκρούσεων, πράγμα που ελαχιστοποιεί την ανάγκη για χρήση βίας ως του έσχατου μέσου·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η χρήση όλων των μέσων, τα οποία διατίθενται δυνάμει των κεφαλαίων VI, VII και VIII του Χάρτη και κυμαίνονται από μη καταναγκαστικά μέτρα μέχρι συλλογική δράση, είναι θεμελιώδους σημασίας για την περαιτέρω ανάπτυξη και νομιμότητα της αρχής της ευθύνης προστασίας·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος πρόληψης συγκρούσεων, βίας και ανθρώπινου πόνου συνίσταται στην προώθηση του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, στην ενίσχυση του κράτους δικαίου, της χρηστής διακυβέρνησης, της ανθρώπινης ασφάλειας, της οικονομικής ανάπτυξης, της εξάλειψης της φτώχειας, της καταπολέμησης των αποκλεισμών, των κοινωνικο-οικονομικών δικαιωμάτων, της ισότητας των φύλων και των δημοκρατικών αξιών και πρακτικών, καθώς και στη μείωση των οικονομικών ανισοτήτων·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η στρατιωτική επέμβαση στη Λιβύη το 2011 κατέδειξε την ανάγκη να διασαφηνιστεί ο ρόλος των περιφερειακών και υποπεριφερειακών οργανισμών κατά την εφαρμογή της αρχής της R2P· λαμβάνοντας υπόψη ότι τέτοιες οργανώσεις μπορεί να λειτουργούν και ως φορείς νομιμοποίησης και ως επιχειρησιακοί φορείς για την εφαρμογή της αρχής της R2P αλλά συχνά παρουσιάζουν έλλειψη σε δυναμικό και πόρους·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι παράγοντας υψίστης σημασίας στις διεθνείς σχέσεις·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι ανάγκη να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζουμε την R2P, ο οποίος πρέπει να συνεπάγεται την ενσωμάτωσή της σε όλα μας τα πρότυπα αναπτυξιακής συνεργασίας, βοήθειας καθώς και διαχείρισης κρίσεων, και τούτο με βάση προγράμματα που ενσωματώνουν όσα ήδη περικλείουν την R2P·

ΙΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι μέσω της συνεπέστερης εφαρμογής της πτυχής της πρόληψης (R2prevent) της αρχής της R2P, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων μεσολάβησης και προληπτικής διπλωματίας σε πρώιμο στάδιο, θα μειώνονταν οι πιθανότητες εκδήλωσης συγκρούσεων και βίας και θα αποτρεπόταν η κλιμάκωσή τους, πράγμα που θα καθιστούσε ίσως δυνατή την πρόληψη διεθνούς επέμβασης στο πλαίσιο της ευθύνης αντίδρασης (R2react), που αποτελεί μέρος της R2P· λαμβάνοντας υπόψη ότι η διπλωματία σε δύο επίπεδα είναι σημαντικό μέσο της αποτρεπτικής διπλωματίας, το οποίο αξιοποιεί την ανθρώπινη διάσταση των προσπαθειών συμφιλίωσης·

ΙΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η R2P αποτελεί πρωτίστως ένα δόγμα προληπτικού χαρακτήρα και ότι η στρατιωτική επέμβαση θα πρέπει να είναι η έσχατη λύση σε καταστάσεις R2P· λαμβάνοντας υπόψη ότι η R2P, όποτε τούτο είναι δυνατό, πρέπει να εφαρμόζεται πρωτίστως μέσω της διπλωματικής οδού και με μακρόπνοες αναπτυξιακές δραστηριότητες που επικεντρώνονται στην ανάπτυξη ικανοτήτων στους τομείς των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της χρηστής διακυβέρνησης, του κράτους δικαίου, της μείωσης της φτώχειας με έμφαση στην παιδεία και την υγεία, της πρόληψης των συγκρούσεων μέσω της εκπαίδευσης και της επέκτασης του εμπορίου, του αποτελεσματικού ελέγχου των όπλων και της πρόληψης του λαθρεμπορίου όπλων και της ενίσχυσης των συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης· λαμβάνοντας υπόψη επιπλέον ότι υπάρχουν πολλές μη-στρατιωτικές εξαναγκαστικές εναλλακτικές λύσεις, όπως η αποτρεπτική διπλωματία, οι κυρώσεις, οι μηχανισμοί λογοδοσίας και η διαμεσολάβηση· λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΕ πρέπει να συνεχίσει να παίζει ηγετικό ρόλο στον τομέα της πρόληψης των συγκρούσεων·

ΙΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η συνεργασία με τους περιφερειακούς οργανισμούς αποτελεί σημαντική διάσταση του έργου σε σχέση με την R2P· είναι συνεπώς αναγκαία η ενίσχυση του περιφερειακού δυναμικού πρόληψης καθώς και ο εντοπισμός αποτελεσματικών πολιτικών για την πρόληψη των προαναφερθέντων τεσσάρων εγκλημάτων· επισημαίνει ότι η επικείμενη σύνοδος κορυφής ΕΕ-Αφρικής το 2014 παρέχει μια καλή ευκαιρία να εκφραστεί η υποστήριξή μας στην ηγεσία της Αφρικανικής Ένωσης και να προωθηθεί η Αφρικανική ίδια ευθύνη σε σχέση με την R2P·

ΙΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στις κατευθυντήριες οδηγίες των ΗΕ για αποτελεσματική μεσολάβηση εκφράζεται ο προβληματισμός ότι τα εντάλματα σύλληψης που εκδίδονται από το ΔΠΔ, τα καθεστώτα κυρώσεων και οι εθνικές και διεθνείς πολιτικές για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας επηρεάζουν μεταξύ άλλων και τον τρόπο με τον οποίο ορισμένες αντιμαχόμενες πλευρές συμμετέχουν σε διαδικασίες μεσολάβησης· λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ορισμός που υπάρχει στο διεθνές δίκαιο για τα εγκλήματα που απαιτούν την άμεση αντίδραση της διεθνούς κοινότητας έχει εξελιχθεί σημαντικά από την ίδρυση του ΔΠΔ, παρά το κρίσιμης σημασίας γεγονός ότι ακόμη δεν έχει θεσπιστεί ανεξάρτητος μηχανισμός αξιολόγησης των περιπτώσεων για τις οποίες ισχύουν οι ορισμοί αυτοί· λαμβάνοντας υπόψη ότι η εφαρμογή του Καταστατικού της Ρώμης ενισχύει την αποτελεσματικότητα του καθεστώτος ΔΠΔ· λαμβάνοντας υπόψη ότι το Καταστατικό της Ρώμης δεν έχει ακόμη κυρωθεί από όλα τα κράτη της διεθνούς κοινότητας·

ΙΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το ΔΠΔ και η R2P αλληλοσυνδέονται, δεδομένου ότι αμφότερα στοχεύουν στην πρόληψη γενοκτονιών, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και εγκλημάτων πολέμου· λαμβάνοντας υπόψη ότι η R2P ενισχύει αφενός την αποστολή του ΔΠΔ στην καταπολέμηση της ατιμωρησίας καλώντας τα κράτη να σεβαστούν τη δικαστική ευθύνη τους και, αφετέρου, την αρχή της συμπληρωματικότητας του ΔΠΔ, σύμφωνα με την οποία η πρωταρχική ευθύνη δίωξης εναπόκειται στα κράτη·

ΙΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο διαδραματίζει σημαντικό ρόλο όχι μόνο στην πρόληψη του εγκλήματος αλλά και στην ανασυγκρότηση χωρών καθώς και στις διαδικασίες διαμεσολάβησης·

Κ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΕΕ ανέκαθεν υπήρξε ενεργός υποστηρικτής της R2P σε διεθνές επίπεδο· λαμβάνοντας υπόψη ότι πρέπει να ενισχύσει τον ρόλο της ως παγκόσμιος πολιτικός παράγοντας, υπερασπιζόμενη τα ανθρώπινα δικαιώματα και το ανθρωπιστικό δίκαιο καθώς και αφήνοντας να φανεί αυτή η πολιτική υποστήριξη μέσα στις δικές της πολιτικές·

ΚΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα κράτη μέλη της ΕΕ ενέκριναν την αρχή της R2P· λαμβάνοντας ωστόσο υπόψη ότι μόνο λίγα εξ αυτών έχουν ενσωματώσει αυτή την ιδέα στα εθνικά τους κείμενα·

ΚΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι πιο πρόσφατες εμπειρίες από συγκεκριμένες κρίσεις, όπως εκείνες στη Σρι Λάνκα, την Ακτή Ελεφαντοστού, τη Λιβύη και τη Συρία, έχουν καταδείξει τις συνεχείς προκλήσεις στον δρόμο προς την επίτευξη αμοιβαίας κατανόησης ως προς τον τρόπο διασφάλισης της έγκαιρης και αποτελεσματικής εφαρμογής της αρχής της R2P καθώς και για την παράλληλη δημιουργία κοινής πολιτικής βούλησης και την αποτελεσματικού δυναμικού για την πρόληψη ή το σταμάτημα γενοκτονίας, εγκλημάτων πολέμου, εθνοκάθαρσης και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, είτε διαπράττονται από εθνικές και τοπικές αρχές είτε από μη κρατικούς φορείς, και των συνεπόμενων πολυάριθμων θανάτων αμάχων·

ΚΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σε περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται η R2P, είναι υψίστης σημασίας να διατηρηθεί η διάκριση των εντολών μεταξύ στρατιωτικών και ανθρωπιστικών φορέων, προκειμένου να διασφαλιστεί η αντίληψη της ουδετερότητας και της αμεροληψίας όλων των ανθρωπιστικών φορέων και να μην τίθεται σε κίνδυνο η αποτελεσματική παροχή βοήθειας και ιατρικής ή άλλης αρωγής, η πρόσβαση στους δικαιούχους και η προσωπική ασφάλεια του επιτόπιου ανθρωπιστικού προσωπικού·

ΚΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η πρόταση που υπεβλήθη με πρωτοβουλία της Βραζιλίας σχετικά με την «Ευθύνη κατά την παροχή προστασίας» αποτελεί ευπρόσδεκτη συμβολή στην απαιτούμενη θέσπιση κριτηρίων που πρέπει να εφαρμόζονται κατά την εκτέλεση μιας εντολής R2P, συμπεριλαμβανομένης της αναλογικότητας του πεδίου εφαρμογής και της διάρκειας οποιασδήποτε παρέμβασης, της διεξοδικής εξισορρόπησης των επιπτώσεων, του εκ των προτέρων σαφούς προσδιορισμού των πολιτικών στόχων και της διαφάνειας του σκεπτικού της παρέμβασης· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι μηχανισμοί παρακολούθησης και αξιολόγησης των εκδοθέντων εντολών πρέπει να ενισχυθούν, μεταξύ άλλων με τη συμβολή των ειδικών συμβούλων του Γενικού Γραμματέα των ΗΕ για την πρόληψη γενοκτονιών και την αρχή της R2P και του Ύπατου Αρμοστή των ΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα και να λειτουργούν «κατά τρόπο δίκαιο, συνετό και επαγγελματικό, χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις και χωρίς να εφαρμόζονται δύο μέτρα και δύο σταθμά»(17)·

ΚΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ορισμός που προβλέπεται στο διεθνές δίκαιο για τα εγκλήματα που απαιτούν την άμεση αντίδραση της διεθνούς κοινότητας έχει εξελιχθεί σημαντικά από την ίδρυση του ΔΠΔ, παρά το κρίσιμης σημασίας γεγονός ότι ακόμα δεν έχουν θεσπιστεί ανεξάρτητοι μηχανισμοί αξιολόγησης των περιπτώσεων για τις οποίες ισχύουν οι ορισμοί αυτοί·

ΚΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Ύπατος Αρμοστής των ΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα έχει σημαντικό ρόλο στην ευαισθητοποίηση σε εκκρεμείς υποθέσεις μαζικών αποτρόπαιων εγκλημάτων· λαμβάνοντας υπόψη ότι το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των ΗΕ διαδραματίζει ολοένα και σημαντικότερο ρόλο στην εφαρμογή της αρχής της R2P, με την έγκριση, συν τοις άλλοις, αποστολών αναγνώρισης και ερευνητικών επιτροπών για τη συλλογή και αξιολόγηση των πληροφοριών που συνδέονται με τις τέσσερις προαναφερθείσες κατηγορίες εγκλημάτων και παραβιάσεων, και με την αυξανόμενη προθυμία που επιδεικνύει να προσφεύγει στην αρχή της R2P όταν σημειώνονται καταστάσεις κρίσεως όπως στη Λιβύη και στη Συρία·

ΚΖ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι μια συσταλτική αλλά εις βάθος προσέγγιση για την εφαρμογή της αρχής της R2P πρέπει να περιορίζει την ισχύ της στις τέσσερις συγκεκριμένες κατηγορίες μαζικών αποτρόπαιων εγκλημάτων και παραβιάσεων·

ΚΗ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η αρχή της R2P δεν πρέπει να εφαρμόζεται σε περιπτώσεις επείγουσας ανάγκης ανθρωπιστικής φύσεως και φυσικών καταστροφών· λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανθρωπιστική δράση δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για την πολιτική δράση και ότι ο ανθρωπιστικός χώρος θα πρέπει να τυγχάνει του σεβασμού όλων των εμπλεκόμενων φορέων·

ΚΘ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι σκόπιμο να παρέχεται ολοκληρωμένη βοήθεια σε μετασυγκρουσιακές καταστάσεις· λαμβάνοντας υπόψη ότι απαιτούνται περισσότερες προσπάθειες προκειμένου να εξασφαλιστεί η λογοδοσία για σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου καθώς και η καταπολέμηση της ατιμωρησίας·

1.  απευθύνει στην Ύπατη Εκπρόσωπο της Ένωσης για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας/Αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ΥΕ/ΑΕ), στην ΕΥΕΔ, στην Επιτροπή, στα κράτη μέλη και στο Συμβούλιο τις ακόλουθες συστάσεις:

   α) να επαναβεβαιωθεί η δέσμευση της ΕΕ στην R2P με την έγκριση διοργανικής «αμοιβαίας κατανόησης σχετικά με την R2P», η οποία περιλαμβάνει αμοιβαία κατανόηση των συνεπειών της R2P στην εξωτερική δράση της ΕΕ και του ρόλου που μπορεί να παίξουν οι δράσεις και τα μέσα της σε καταστάσεις που προκαλούν ανησυχία και πρέπει να ετοιμαστεί από κοινού από το Συμβούλιο, την ΕΥΕΔ, την Επιτροπή και το Κοινοβούλιο, ενώ θα λαμβάνονται υπόψη οι απόψεις των άμεσα ενδιαφερομένων, συμπεριλαμβανομένων των παραγόντων της κοινωνίας των πολιτών και των ΜΚΟ·
   β) να περιλαμβάνεται στην ετήσια έκθεση της ΥΕ/ΑΕ προς το Κοινοβούλιο σχετικά με την ΚΕΠΠΑ ένα κεφάλαιο που θα αφορά τις δράσεις της ΕΕ για την πρόληψη και τον μετριασμό συγκρούσεων κατά την εφαρμογή της αρχής R2P· να αναλύεται σε αυτό το κεφάλαιο η χρησιμότητα των σχετικών μέσων και διοικητικών δομών στην εφαρμογή της R2P, συμπεριλαμβανομένου του εντοπισμού αναγκών για αναθεώρηση· να συντάσσεται αυτό το κεφάλαιο σε συνεργασία με τον Ειδικό Εντεταλμένο της ΕΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και λαμβανομένων υπόψη των διαφόρων θέσεων που έχει εγκρίνει το Κοινοβούλιο σχετικά με συγκεκριμένα ζητήματα που αφορούν την πρόληψη συγκρούσεων ή την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων· τέλος, να διεξαχθεί ανταλλαγή απόψεων με το Κοινοβούλιο σχετικά με τα πορίσματα·
   γ) να ενσωματωθεί η αρχή της R2P στην αναπτυξιακή βοήθεια της ΕΕ· να ενισχύσουν περαιτέρω τον επαγγελματισμό και την αποτρεπτική διπλωματία, το δυναμικό μεσολάβησης, πρόληψης των κρίσεων και αντίδρασης της Ένωσης, ιδίως τη συλλογή και ανταλλαγή πληροφοριών καθώς και τα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης· να βελτιώσουν τον συντονισμό ανάμεσα στις διάφορες δομές της Επιτροπής, του Συμβουλίου και της ΕΥΕΔ που ασχολούνται με όλες τις πτυχές της αρχής της R2P και να ενημερώνουν τακτικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τις πρωτοβουλίες που αναλαμβάνουν για τη στήριξη της αρχής της ευθύνης προστασίας·
   δ) να εξασφαλίσουν αποτελεσματική χάραξη πολιτικής, τις επιχειρησιακές έννοιες και τους στόχους ανάπτυξης ικανοτήτων στο πλαίσιο της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας (ΚΠΑΑ), ώστε να είναι σε θέση η Ένωση να εφαρμόζει πλήρως την αρχή της R2P σε στενή διεθνή συνεργασία εντός των ΗΕ και των περιφερειακών οργανισμών·
   ε) να αναπτυχθεί περαιτέρω το δυναμικό της ΕΕ για την αποτροπή και τον μετριασμό των συγκρούσεων, περιλαμβανομένης και της διατηρήσεως ομάδων νομικών εμπειρογνωμόνων, αξιωματούχων της αστυνομίας και περιφερειακών αναλυτών, καθώς και της δημιουργίας αυτόνομου Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για την Ειρήνη το οποίο θα παρέχει συμβουλές στην ΕΕ σχετικά με τις ικανότητες μεσολάβησης, διπλωματίας σε δύο επίπεδα και ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών για την ειρήνη και την αποκλιμάκωση· να ενισχύσουν τα προληπτικά στοιχεία των εξωτερικών εργαλείων της ΕΕ, ιδίως του μέσου σταθερότητας·
   στ) να ενισχύσουν τη διασύνδεση ανάμεσα στην έγκαιρη προειδοποίηση, τον πολιτικό σχεδιασμό και τη διαδικασία λήψεως αποφάσεων σε υψηλό επίπεδο στην ΕΥΕΔ και το Συμβούλιο·
   ζ) να περιλάβουν συστηματική αξιολόγηση των παραγόντων κινδύνων γενοκτονίας, εγκλημάτων πολέμου, εθνοκάθαρσης και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας σε έγγραφα στρατηγικής κατά περιφέρεια και κατά χώρα και να συμπεριλάβουν την πρόληψη αυτών των κινδύνων στον διάλογο με τις τρίτες χώρες που κινδυνεύουν από αυτές τις κατηγορίες εγκλημάτων και παραβιάσεων·
   η) να αναπτυχθεί η συνεργασία με το προσωπικό των αντιπροσωπειών της ΕΕ και των πρεσβειών των κρατών μελών, αλλά και των στρατιωτικών και μη αποστολών τους, καθώς και η εκπαίδευσή τους σε θέματα διεθνών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ανθρωπιστικού δικαίου και ποινικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένης της ικανότητάς τους να εντοπίζουν δυνητικές καταστάσεις που περιλαμβάνουν τις τέσσερις συγκεκριμένες κατηγορίες εγκλημάτων και παραβιάσεων, μεταξύ άλλων μέσω τακτικής επικοινωνίας με την τοπική κοινωνία των πολιτών· να διασφαλίζουν ότι οι ειδικοί εντεταλμένοι της ΕΕ τηρούν την αρχή της R2P όποτε είναι αναγκαίο και να διευρύνουν την εντολή του ειδικού εντεταλμένου της ΕΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα ώστε να συμπεριλάβει και ζητήματα που άπτονται της R2P· να προσδιορίσουν ένα σημείο εστίασης της ΕΕ για την αρχή της R2P στην ΕΥΕΔ εντός των υφιστάμενων δομών και πόρων, με ειδικό καθήκον να αυξάνει την ευαισθητοποίηση όσον αφορά τις συνέπειες της R2P και να εξασφαλίζει την έγκαιρη παροχή ροών πληροφοριών μεταξύ όλων των ενδιαφερόμενων φορέων για καταστάσεις που προξενούν ανησυχία, ενώ παράλληλα θα ενθαρρύνει την ίδρυση εθνικών σημείων εστίασης για την R2P στα κράτη μέλη· να καταστήσουν περισσότερο επαγγελματική την αποτρεπτική διπλωματία και μεσολάβηση και να τις ενισχύσουν·
   θ) να δρομολογήσουν και να προωθήσουν τον εσωτερικό διάλογο εντός της ΕΕ σχετικά με τη μεταρρύθμιση του Συμβουλίου Ασφαλείας των ΗΕ, το οποίο αποτελεί το μόνο διεθνώς νόμιμο όργανο που μπορεί να επιβάλλει κυρώσεις με παρεμβάσεις που βασίζονται στην αρχή της R2P, χωρίς να χρειάζεται συναίνεση από το κράτος στόχο·
   ι) να καλέσουν να συμμετάσχουν και να εκπαιδεύσουν εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών και ΜΚΟ που θα μπορούσαν να διαδραματίσουν κάποιον ρόλο στην ανεπίσημη διπλωματία, ή διπλωματία 'Track-II', με στόχο την προώθηση ανταλλαγών βέλτιστων πρακτικών στον τομέα·
   ια) να ενισχύσουν τη συνεργασία με περιφερειακούς και υποπεριφερειακούς οργανισμούς, βελτιώνοντας μεταξύ άλλων τα μέτρα τους για την αποτροπή, την ανάπτυξη δυναμικού και τα μέτρα τους για την ανταπόκριση σε ζητήματα που συνδέονται με την αρχή της R2P·
   ιβ) να εξασφαλίσουν την ταχεία επικύρωση από όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ των τροποποιήσεων στο καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (ΔΠΔ), οι οποίες αφορούν τον ορισμό του εγκλήματος της επίθεσης, καθότι το ΔΠΔ είναι σε θέση να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στην πρόληψη των μαζικών αποτρόπαιων εγκλημάτων καθώς και στις προσπάθειες για τη διασφάλιση της λογοδοσίας·
   ιγ) να εμμείνουν στον σεβασμό της ρήτρας ΔΠΔ στις συμφωνίες με τρίτες χώρες· να εξετάσουν τη δυνατότητα αναθεώρησης συμφωνίας με χώρες που δεν συμμορφώνονται με τα εντάλματα σύλληψης που εξέδωσε το ΔΠΔ·
   ιδ) να υποστηρίξουν μία διττή στρατηγική, δηλαδή να προωθούν την οικουμενική αποδοχή της R2P και ταυτόχρονα να ενθαρρύνουν τα κράτη να στηρίζουν και να επικουρούν το ΔΠΔ·

2.  ενθαρρύνει την ΥΕ/ΑΕ και το Συμβούλιο:

   α) να συμβάλουν ενεργά στη συζήτηση σχετικά με την αρχή της R2P, αξιοποιώντας το υπάρχον διεθνές δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τις Συμβάσεις της Γενεύης, με σκοπό να ενισχυθεί η διεθνής εστίαση της κοινότητας στην αποτρεπτική συνιστώσα της R2P και στην οικουμενική χρήση μη καταναγκαστικών εργαλείων καθώς και να επεξεργαστούν ένα συγκεκριμένο σχέδιο δράσης προς αυτή την κατεύθυνση, το οποίο θα περιλαμβάνει επίσης προβληματισμό σχετικά με την ευθύνη/ανάγκη ανοικοδόμησης·
   β) να προωθεί την αρχή της R2P σε επίπεδο Ηνωμένων Εθνών και να καταβάλλει προσπάθειες για να διασφαλιστεί ο οικουμενικός της χαρακτήρας ως ουσιώδους μέρους ενός συλλογικού μοντέλου ασφάλειας που βασίζεται στην πολυμερή συνεργασία και στην πρωτοκαθεδρία των Ηνωμένων Εθνών και συνδέεται με την ενίσχυση του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου· υπενθυμίζει ότι η R2P συνεπάγεται επίσης την ευθύνη για την καταπολέμηση της ατιμωρησίας·
   γ) να στηρίξουν τις προσπάθειες του Γενικού Γραμματέα των ΗΕ να τονώσει και να ενισχύσει την κατανόηση των συνεπειών της αρχής της R2P, και να συνεργαστούν με τα υπόλοιπα μέλη των ΗΕ που επιθυμούν να βελτιώσουν το δυναμικό της διεθνούς κοινότητας να προλαμβάνει και να αντιδρά σε μαζικά αποτρόπαια εγκλήματα που καλύπτονται από την αρχή της R2P·
   δ) να καλέσουν το Συμβούλιο Ασφαλείας των ΗΕ να δώσουν συνέχεια στην πρόταση της Βραζιλίας σχετικά με την «Ευθύνη κατά την παροχή προστασίας», για να διασφαλίσουν την αποτελεσματικότερη δυνατή εφαρμογή της αρχής της R2P κατά τρόπο ώστε να προκαλείται η μικρότερη δυνατή ζημία, και να παράσχουν τη συμβολή τους στην απαιτούμενη θέσπιση κριτηρίων που πρέπει να ακολουθούνται κατά την εφαρμογή ιδίως του τρίτου πυλώνα της R2P, συμπεριλαμβανομένης της αναλογικότητας του πεδίου εφαρμογής και της διάρκειας οποιασδήποτε παρέμβασης, της λεπτομερούς εξισορρόπησης των επιπτώσεων, του εκ των προτέρων σαφούς προσδιορισμού των πολιτικών στόχων και της διαφάνειας του σκεπτικού της παρέμβασης· δεδομένου ότι η θέσπιση τέτοιων κριτηρίων μπορεί να παρέχει εγγυήσεις που θα μπορούσαν να πείσουν χώρες που προς το παρόν διστάζουν σχετικά με το εφαρμόσιμο του δόγματος της R2P, να ενισχύσουν τους μηχανισμούς παρακολούθησης και επανεξέτασης των εγκεκριμένων εντολών, μεταξύ άλλων μεταξύ άλλων με τη συμβολή των ειδικών συμβούλων του Γενικού Γραμματέα των ΗΕ για την πρόληψη της γενοκτονίας και την αρχή της R2P και του Ύπατου Αρμοστή των ΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα, και να διευθύνουν αυτούς τους μηχανισμούς «κατά τρόπο δίκαιο, συνετό και επαγγελματικό, χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις και χωρίς να εφαρμόζονται δύο μέτρα και δύο σταθμά»(18)·
   ε) να αντλήσουν διδάγματα, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη και τους διεθνείς μας εταίρους, από τις εμπειρίες σχετικά με την R2P στη Λιβύη το 2011 και από την τρέχουσα αδυναμία να αναληφθεί δράση στη Συρία·
   στ) να προτείνουν στα πέντε μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας των ΗΕ να εγκρίνουν εθελοντικό κώδικα συμπεριφοράς για τον περιορισμό της χρήσεως του δικαιώματος αρνησικυρίας σε περιπτώσεις γενοκτονίας, εγκλημάτων πολέμου, εθνοκαθάρσεων και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας·
   ζ) να δεσμευθούν σε συνεργασία με τους περιφερειακούς εταίρους της ΕΕ για να καθοριστεί με σαφήνεια ο ρόλος των περιφερειακών και υποπεριφερειακών οργανισμών κατά την εφαρμογή της αρχής της R2P·
   η) να δραστηριοποιηθούν προς την κατεύθυνση του προσδιορισμού της R2P ως ενός νέου κανόνα του διεθνούς δικαίου, στο πλαίσιο του πεδίου που συμφώνησαν τα κράτη μέλη των ΗΕ στην Παγκόσμια Διάσκεψη του 2005·
   θ) να ενημερώσουν το Συμβούλιο Ασφαλείας ότι η καθιέρωση της αρχής της R2P, που σήμερα αποτελεί αναδυόμενο πρότυπο, ως προτύπου διεθνούς δικαίου, δεν θα περιορίζει την αρμοδιότητά του στη λήψη αποφάσεων·
   ι) να συνδράμουν στην ενίσχυση του πλαισίου και του δυναμικού μεσολάβησης σε επίπεδο ΗΕ, της διπλωματίας σε δύο επίπεδα, της ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών για την ειρηνική επίλυση των αναδυόμενων συγκρούσεων καθώς και της αποκλιμάκωσης και των συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης, όπως τα συστήματα της Μονάδας Υποστήριξης της Διαμεσολάβησης του Τμήματος Πολιτικών Υποθέσεων· να ενισχύσουν το αξίωμα του ειδικού συμβούλου για την πρόληψη της γενοκτονίας και του ειδικού συμβούλου για την ευθύνη προστασίας· να ζητήσουν τη δέσμευση του Συμβουλίου Ανθρώπινων Δικαιωμάτων στην αρχή της ευθύνης προστασίας·
   ια) να διασφαλίσουν, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη με έδρα στο Συμβούλιο Ασφαλείας των ΗΕ και όλους τους διεθνείς μας εταίρους, την πλήρη συνέπεια μεταξύ των πιθανών περαιτέρω εξελίξεων της έννοιας της R2P και του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου (ΔΑΔ), και να υποστηρίζουν και να παρακολουθούν την πλήρη συμμόρφωση με το ΔΑΔ σε μελλοντικές περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται η R2P·
   ιβ) να αντιμετωπίσουν το ζήτημα της ενιαίας έδρας της ΕΕ στο Συμβούλιο Ασφαλείας των ΗΕ και ενός 'κοινοτικοποιημένου' προϋπολογισμού για τις αποστολές της ΚΕΠΠΑ στο πλαίσιο εντολής των ΗΕ·
   ιγ) να προωθήσουν πολύ περαιτέρω τη συμμετοχή των γυναικών, συμπεριλαμβανομένων των γυναικών σε ηγετικές θέσεις και των γυναικείων οργανώσεων, σε κάθε προσπάθεια πρόληψης και μετριασμού καθώς και επίλυσης των συγκρούσεων σύμφωνα με τα ψηφίσματα 1325 και 1820 του Συμβουλίου Ασφαλείας των ΗΕ·
   ιδ) να συνεργαστούν με τα ΗΕ για την καθιέρωση σαφούς διασύνδεσης ανάμεσα στην εφαρμογή της R2P και στην καταπολέμηση της ατιμωρησίας για τα σοβαρότερα εγκλήματα που καλύπτει αυτή η έννοια·

3.  ζητεί από την ΥΕ/Αντιπρόεδρο της Επιτροπής:

   α) να παρουσιάσει στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εντός έξι μηνών από την έγκριση της παρούσας συστάσεως, ένα απτό πρόγραμμα δράσης για τη συνέχεια που δόθηκε στις προτάσεις του Κοινοβουλίου, όπου θα τονίζονται ιδιαίτερα τα βήματα προς την κατεύθυνση της επίτευξης «Συναίνεσης για την R2P»·

4.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει την παρούσα σύσταση στο Συμβούλιο και, για ενημέρωση, στην Επιτροπή, την ΥΕ/ΑΕ, την ΕΥΕΔ καθώς και στα κράτη μέλη.

(1) S/RES/1674.
(2) A/RES/60/1.
(3) http://www.un.org/secureworld/report3.pdf
(4) A/59/2005.
(5) A/63/677.
(6) A/64/864.
(7) A/65/877-S/2011/393.
(8) A/66/874/-S/2012/578.
(9) 10170/2010.
(10) ΕΕ C 46 της 24.2.2006, σ. 1.
(11) ΕΕ C 25 της 30.1.2008, σ. 1.
(12) ΕΕ C 380 E της 11.12.2012, σ. 140.
(13) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2012)0240.
(14) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2012)0058.
(15) ΕΕ C 377 E της 7.12.2012, σ. 66.
(16) ΕΕ C 76 E της 25.3.2010, σ. 61.
(17) Άρθρο 51, «Ευθύνη προστασίας: έγκαιρη και αποφασιστική αντίδραση», Έκθεση του Γενικού Γραμματέα των ΗΕ, 25 Ιουλίου 2012 (A/66/874-S/2012/578).
(18) Άρθρο 51, «Ευθύνη προστασίας: έγκαιρη και αποφασιστική αντίδραση», Έκθεση του Γενικού Γραμματέα των ΗΕ, 25 Ιουλίου 2012 (A/66/874-S/2012/578).

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου