Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2012/2117(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A7-0175/2013

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A7-0175/2013

Συζήτηση :

PV 10/06/2013 - 16
CRE 10/06/2013 - 16

Ψηφοφορία :

PV 11/06/2013 - 10.12
CRE 11/06/2013 - 10.12
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P7_TA(2013)0245

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 545kWORD 109k
Τρίτη 11 Ιουνίου 2013 - Στρασβούργο
Οργανωμένο έγκλημα, διαφθορά και νομιμοποίηση πόρων από εγκληματικές δραστηριότητες
P7_TA(2013)0245A7-0175/2013

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 11ης Ιουνίου 2013 σχετικά με το οργανωμένο έγκλημα, τη διαφθορά και τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές ενέργειες: συστάσεις για δράσεις και πρωτοβουλίες που πρέπει να αναληφθούν (ενδιάμεση έκθεση) (2012/2117(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την απόφασή του της 14ης Μαρτίου 2012, σχετικά με τη σύσταση, τις αρμοδιότητες, την αριθμητική σύνθεση και τη διάρκεια της εντολής της ειδικής επιτροπής για το οργανωμένο έγκλημα, τη διαφθορά και τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές ενέργειες, η οποία εγκρίθηκε σύμφωνα με το άρθρο 184 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την απόφασή του της 11ης Δεκεμβρίου 2012, σχετικά με την παράταση της εντολής της ειδικής επιτροπής για το οργανωμένο έγκλημα, τη διαφθορά και τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές ενέργειες έως την 30ή Σεπτεμβρίου 2013,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το άρθρο 67, το κεφάλαιο 4 (άρθρα 82-86) και το κεφάλαιο 5 (άρθρα 87-89) του τίτλου V του τρίτου τμήματος της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συγκεκριμένα τα άρθρα 5, 6, 8, 32, 38, 41, τον τίτλο VI (άρθρα 47-50) και το άρθρο 52,

–  έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου σχετικά με τη δημιουργία και την εφαρμογή κύκλου πολιτικού προγραμματισμού της ΕΕ για το οργανωμένο και το σοβαρό διεθνές έγκλημα, βάσει των οποίων θεσπίζεται μια πολυετής διαδικασία που αποσκοπεί στην αντιμετώπιση των πιο σοβαρών εγκληματικών απειλών με συνεκτικό τρόπο μέσω της βέλτιστης συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών, της ΕΕ και των τρίτων χωρών,

–  έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου σχετικά με τον καθορισμό προτεραιοτήτων της ΕΕ για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος μεταξύ του 2011 και του 2013,

–  έχοντας υπόψη το πρόγραμμα της Στοκχόλμης σχετικά με την ελευθερία, την ασφάλεια και τη δικαιοσύνη(1), την ανακοίνωση της Επιτροπής 'Για ένα χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης στην υπηρεσία των πολιτών της Ευρώπης: Σχέδιο δράσης για την εφαρμογή του προγράμματος της Στοκχόλμης' (COM(2010)0171) και την ανακοίνωση της Επιτροπής 'Η στρατηγική εσωτερικής ασφάλειας της ΕΕ στην πράξη: πέντε βήματα για μια ασφαλέστερη Ευρώπη' (COM(2010)0673),

–  έχοντας υπόψη τη στρατηγική της ΕΕ για τα ναρκωτικά (2005-2012) και το σχέδιο δράσης της ΕΕ για την καταπολέμηση των ναρκωτικών για την περίοδο 2009-2012,

–  έχοντας υπόψη τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος, που εγκρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση στις 15 Νοεμβρίου 2000 (απόφαση 55/25), η οποία υπεγράφη στο Παλέρμο στις 12 Δεκεμβρίου 2000, και τα σχετικά πρωτόκολλα,

–  έχοντας υπόψη τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της διαφθοράς (UNCAC), η οποία υπεγράφη στη Μέριδα, στις 9 Δεκεμβρίου 2003,

–  έχοντας υπόψη τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών φαρμάκων και ψυχοτρόπων ουσιών, η οποία εγκρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση στις 20 Δεκεμβρίου 1988 (απόφαση 1988/8) και η οποία ετέθη προς υπογραφή στη Βιέννη από τις 20 Δεκεμβρίου 1988 έως τις 28 Φεβρουαρίου 1989 και, εν συνεχεία, στη Νέα Υόρκη έως τις 20 Δεκεμβρίου 1989,

–  έχοντας υπόψη τις συμβάσεις ποινικού και αστικού δικαίου του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με τη διαφθορά, οι οποίες υπεγράφησαν στο Στρασβούργο στις 27 Ιανουαρίου και στις 4 Νοεμβρίου 1999 αντιστοίχως, καθώς επίσης τα ψηφίσματα (98) 7 και (99) 5, που εγκρίθηκαν από την Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης στις 5 Μαΐου 1998 και την 1η Μαΐου 1999 αντιστοίχως, για την ίδρυση της ομάδας κρατών του Συμβουλίου της Ευρώπης κατά της διαφθοράς (GRECO),

–  έχοντας υπόψη την πράξη του Συμβουλίου της 26ης Μαΐου 1997 για την κατάρτιση, δυνάμει του άρθρου Κ.3 παράγραφος 2 στοιχείο γ) της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, της Σύμβασης σχετικά με την καταπολέμηση της δωροδοκίας στην οποία ενέχονται υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης(2),

–  έχοντας υπόψη τη σύμβαση του ΟΟΣΑ για την καταπολέμηση της δωροδοκίας αλλοδαπών δημοσίων υπαλλήλων σε διεθνείς εμπορικές συναλλαγές, η οποία υπεγράφη στο Παρίσι στις 17 Δεκεμβρίου 1997, καθώς και τις μεταγενέστερες προσθήκες,

–  έχοντας υπόψη τη σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με τη νομιμοποίηση, την έρευνα, την κατάσχεση και τη δήμευση των προϊόντων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες και για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, η οποία υπεγράφη στη Βαρσοβία στις 16 Μαΐου 2005, και το ψήφισμα CM/Res(2010)12 της επιτροπής υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, της 13ης Οκτωβρίου 2010, σχετικά με το καταστατικό της επιτροπής εμπειρογνωμόνων για την αξιολόγηση των μέτρων κατά της νομιμοποίησης προσόδων από παράνομες δραστηριότητες (MONEYVAL),

–  έχοντας υπόψη τις 40 συστάσεις και τις 9 ειδικές συστάσεις της Ομάδας χρηματοπιστωτικής δράσης (FATF) για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές ενέργειες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και της διάδοσης των όπλων,

–  λαμβάνοντας υπόψη τις εργασίες της Επιτροπής της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία (BCBS),

–  έχοντας υπόψη την απόφαση-πλαίσιο 2008/841/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 2008, για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος(3),

–  έχοντας υπόψη την απόφαση-πλαίσιο 2001/500/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2001 για το ξέπλυμα χρήματος, τον προσδιορισμό, τον εντοπισμό, τη δέσμευση, την κατάσχεση και τη δήμευση των οργάνων και των προϊόντων του εγκλήματος(4), την απόφαση-πλαίσιο 2003/577/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 2003, σχετικά με την εκτέλεση αποφάσεων δέσμευσης περιουσιακών ή αποδεικτικών στοιχείων στην Ευρωπαϊκή Ένωση(5), την απόφαση-πλαίσιο 2005/212/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 24ης Φεβρουαρίου 2005, για τη δήμευση των προϊόντων, οργάνων και περιουσιακών στοιχείων του εγκλήματος(6), και την απόφαση-πλαίσιο 2006/783/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 2006, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στις αποφάσεις δήμευσης(7),

–  έχοντας υπόψη την απόφαση 2007/845/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 6ης Δεκεμβρίου 2007, σχετικά με τη συνεργασία των υπηρεσιών ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων στα κράτη μέλη προς ανίχνευση και εντοπισμό προϊόντων εγκλήματος ή άλλων συναφών περιουσιακών στοιχείων(8), και την έκθεση της Επιτροπής (COM(2011)0176) δυνάμει του άρθρου 8 της εν λόγω απόφασης,

–  έχοντας υπόψη την απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, σχετικά με το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών(9), καθώς και τις μετέπειτα τροποποιητικές πράξεις,

–  έχοντας υπόψη την απόφαση-πλαίσιο 2002/465/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, σχετικά με τις κοινές ομάδες έρευνας(10), και την έκθεση της Επιτροπής σχετικά με την ενσωμάτωση της εν λόγω απόφασης-πλαισίου (COM(2004)0858),

–  έχοντας υπόψη την απόφαση 2009/902/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για τη δημιουργία Ευρωπαϊκού Δικτύου Πρόληψης του Εγκλήματος (EUCPN)(11),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2011/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2011, για την πρόληψη και την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων και για την προστασία των θυμάτων της, καθώς και για την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2002/629/ΔΕΥ του Συμβουλίου(12), και την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο: 'Στρατηγική της ΕΕ για την εξάλειψη της εμπορίας ανθρώπων 2012–2016' (COM(2012)0286),

–  έχοντας υπόψη τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και το γεγονός ότι η προστασία των υπέρτατων συμφερόντων των παιδιών που εμπλέκονται σε υποθέσεις εμπορίας και μετανάστευσης πρέπει να αποτελεί πάντοτε πρωταρχικό μέλημα,

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2011/93/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας και την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2004/68/ΔΕΥ του Συμβουλίου(13),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2005, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας(14), και την έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για την εφαρμογή της προαναφερθείσας οδηγίας (COM(2012)0168),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1889/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2005, σχετικά με τους ελέγχους ρευστών διαθεσίμων που εισέρχονται ή εξέρχονται από την Κοινότητα(15),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) 273/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Φεβρουαρίου 2004, περί προδρόμων ουσιών των ναρκωτικών(16),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1781/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Νοεμβρίου 2006, περί των πληροφοριών σχετικά με τον πληρωτή που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών(17),

–  έχοντας υπόψη την απόφαση-πλαίσιο 2003/568/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 2003, για την καταπολέμηση της δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα(18) και την έκθεση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο δυνάμει του άρθρου 9 της εν λόγω απόφασης-πλαισίου (COM(2007)0328),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2004/17/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών(19), και την οδηγία 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις(20),

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών,

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2012/29/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, για τη θέσπιση ελάχιστων προτύπων σχετικά με τα δικαιώματα, την υποστήριξη και την προστασία θυμάτων της εγκληματικότητας και για την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2001/220/ΔΕΥ του Συμβουλίου(21),

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (COM(2013)0045) σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (COM(2012)0085) για την εκπόνηση οδηγίας σχετικά με τη δέσμευση και τη δήμευση των προϊόντων του εγκλήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση οδηγίας που υπέβαλε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (COM(2010)0517) σχετικά με τις επιθέσεις κατά των συστημάτων πληροφοριών και την κατάργηση της απόφασης-πλαισίου 2005/222/ΔΕΥ του Συμβουλίου,

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο με τίτλο: 'Σχέδιο δράσης για την ενίσχυση της καταπολέμησης της φορολογικής απάτης και της φοροδιαφυγής' (COM(2012)0722),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο με τίτλο: 'Πρώτη ετήσια έκθεση για την εφαρμογή της στρατηγικής εσωτερικής ασφάλειας της ΕΕ' (COM(2011)0790),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με τίτλο: 'Αντιμετώπιση του εγκλήματος στην ψηφιακή μας εποχή: ίδρυση του ευρωπαϊκού κέντρου για εγκλήματα στον κυβερνοχώρο' (COM(2012)0140),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών με τίτλο: 'Προς ένα ολοκληρωμένο ευρωπαϊκό πλαίσιο για τα τυχερά παιχνίδια σε απευθείας σύνδεση' (COM(2012)0596),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο με τίτλο: 'Μέτρηση της εγκληματικότητας στην ΕΕ: στατιστικό σχέδιο δράσης 2011-2015' (COM(2011)0713),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τους συγκεκριμένους τρόπους για την ενίσχυση της καταπολέμησης της φορολογικής απάτης και της φοροδιαφυγής, επίσης και σε σχέση με τρίτες χώρες (COM(2012)0351),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών με τίτλο: 'Προς μια πολιτική ποινικού δικαίου της ΕΕ: κατοχύρωση της αποτελεσματικής εφαρμογής των πολιτικών της ΕΕ μέσω του ποινικού δικαίου' (COM(2011)0573),

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο για τις πρακτικές λεπτομέρειες όσον αφορά τη συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην ομάδα κρατών του Συμβουλίου της Ευρώπης κατά της διαφθοράς (GRECO), της 6ης Ιουνίου 2011 (COM(2011)0307),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο με τίτλο: 'Προϊόντα οργανωμένου εγκλήματος: «Το έγκλημα δεν επιβραβεύεται»' (COM(2008)0766),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την πρόληψη και την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος στον χρηματοοικονομικό τομέα (COM(2004)0262),

–  έχοντας υπόψη τη σύσταση 2007/425/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Ιουνίου 2007, σχετικά με τον προσδιορισμό σειράς δράσεων με σκοπό την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 338/97 του Συμβουλίου για την προστασία των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας μέσω του ελέγχου του εμπορίου τους,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 8ης Μαρτίου 2011 με τίτλο 'Φορολογία και ανάπτυξη - Συνεργασία με τις αναπτυσσόμενες χώρες για την προώθηση της χρηστής διακυβέρνησης στον φορολογικό τομέα'(22),

–  έχοντας υπόψη τα ψηφίσματά του της 15ης Σεπτεμβρίου 2011 σχετικά με τις προσπάθειες της ΕΕ για την καταπολέμηση της διαφθοράς(23), της 25ης Οκτωβρίου 2011 σχετικά με το οργανωμένο έγκλημα στην Ευρωπαϊκή Ένωση(24) και της 22ας Μαΐου 2012 σχετικά με την προσέγγιση της ΕΕ όσον αφορά το ποινικό δίκαιο(25),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 17ης Νοεμβρίου 2011 με τίτλο: 'Η καταπολέμηση της παράνομης αλιείας σε παγκόσμιο επίπεδο – ο ρόλος της ΕΕ'(26),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 14ης Μαρτίου 2013 σχετικά με το στήσιμο αγώνων και τη διαφθορά στον αθλητισμό(27),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 15ης Ιανουαρίου 2013 που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με το διοικητικό δικονομικό δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης(28),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 7ης Ιουνίου 2005 όσον αφορά τη σύσταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προς το Συμβούλιο σχετικά με την καταπολέμηση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας(29),

–  έχοντας υπόψη την έκθεση του 2013 για την αξιολόγηση της απειλής που συνιστά το σοβαρό και οργανωμένο έγκλημα (SOCTA),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 21ης Μαΐου 2013 σχετικά με την καταπολέμηση της φορολογικής απάτης, της φοροδιαφυγής και των φορολογικών παραδείσων(30)·

–  έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα των δημόσιων ακροάσεων, των συζητήσεων επί των εγγράφων εργασίας και των ανταλλαγών απόψεων με διακεκριμένες προσωπικότητες υψηλού επιπέδου, καθώς επίσης των αποστολών που πραγματοποίησαν οι αντιπροσωπείες της ειδικής επιτροπής του για το οργανωμένο έγκλημα, τη διαφθορά και τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές ενέργειες,

–  έχοντας υπόψη τις απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο το οποίο είχε σταλεί στα εθνικά κοινοβούλια σχετικά με τον ρόλο και την εμπειρία τους στην καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, της διαφθοράς και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες,

–  έχοντας υπόψη τις θεματικές συμβολές των βουλευτών του ΕΚ Ayala Sender, Díaz de Mera García Consuegra, McClarkin και Mitchell σχετικά με το οργανωμένο έγκλημα,

–  έχοντας υπόψη τις θεματικές συμβολές των βουλευτών του ΕΚ de Jong, Gabriel, Σκυλακάκη και Weiler σχετικά με τη διαφθορά,

–  έχοντας υπόψη τις θεματικές συμβολές των βουλευτών του ΕΚ Borghezio και Tavares σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 48 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την ενδιάμεση έκθεση της ειδικής επιτροπής για το οργανωμένο έγκλημα, τη διαφθορά και τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές ενέργειες (A7-0175/2013),

Οργανωμένο έγκλημα, διαφθορά και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες

A.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ειδική επιτροπή για το οργανωμένο έγκλημα, τη διαφθορά και τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκλήματα (CRIM) έλαβε εντολή να διερευνήσει την έκταση του οργανωμένου εγκλήματος, της διαφθοράς και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες βάσει των καλύτερων διαθέσιμων αξιολογήσεων απειλών και να προτείνει τα κατάλληλα μέτρα που θα επιτρέψουν στην ΕΕ την πρόληψη και την αποτροπή των εν λόγω απειλών, καθώς και την αποτελεσματική αντιμετώπισή τους σε διεθνές, ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο·

B.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι παραδοσιακές εγκληματικές οργανώσεις έχουν διευρύνει σταδιακά το πεδίο δράσης τους σε διεθνή κλίμακα, εκμεταλλευόμενες τις ευκαιρίες που προσφέρει το άνοιγμα των εσωτερικών συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και η οικονομική παγκοσμιοποίηση και οι νέες τεχνολογίες, και συνάπτοντας συμμαχίες με εγκληματικές ομάδες άλλων χωρών (όπως για παράδειγμα με τα καρτέλ ναρκωτικών της Νότιας Αμερικής και τις ρωσόφωνες εγκληματικές οργανώσεις), με στόχο να διανείμουν μεταξύ τους τις αγορές και τις ζώνες επιρροής· λαμβάνοντας υπόψη ότι ολοένα και περισσότερες εγκληματικές ομάδες διαφοροποιούν τη δράση τους και ότι ενισχύεται η διασύνδεση μεταξύ της παράνομης εμπορίας ναρκωτικών, της εμπορίας ανθρώπων και της διευκόλυνσης της παράνομης μετανάστευσης και της παράνομης εμπορίας όπλων· λαμβάνοντας υπόψη ότι η σχέση μεταξύ της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος καθίσταται, προϊόντος του χρόνου, οργανική·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η παγκόσμια οικονομική κρίση δεν δημιουργεί μόνο εύφορο έδαφος για ενισχυμένες παράνομες δραστηριότητες που διαπράττουν ορισμένα άτομα, αλλά οδηγεί επίσης και σε νέες μορφές οργανωμένου εγκλήματος, όπως στην απάτη και τη διαφθορά στον επαγγελματικό αθλητισμό, στην παραποίηση καταναλωτικών αγαθών καθημερινής χρήσεως, όπως είδη διατροφής και φαρμακευτικά προϊόντα, σε παράνομες συναλλαγές με φθηνό ανθρώπινο δυναμικό και στη σωματεμπορία· εκτιμώντας ότι το οργανωμένο έγκλημα, η απάτη και η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, διεισδύοντας στη νόμιμη οικονομία, έχουν καταστροφικές επιπτώσεις στα κράτη μέλη·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι πολύ σπάνιο για μία εγκληματική οργάνωση να μην έχει διασυνοριακή διάσταση και είναι ακριβώς αυτό που συνιστά την μεγαλύτερη αόρατη απειλή για την ασφάλεια και την ευημερία των ευρωπαίων πολιτών οι οποίοι δεν ενημερώθηκαν ούτε για την εκθετική αύξηση του διασυνοριακού εγκλήματος αλλά ούτε και για την αδυναμία των εθνικών αρχών επιβολής του νόμου να αντιμετωπίσουν αυτό το φαινόμενο εκτός των εθνικών συνόρων τους·

E.  λαμβάνοντας υπόψη ότι παρατηρείται μια αυξανόμενη τάση αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των διαφόρων εγκληματικών οργανώσεων - συν τοις άλλοις, και μέσω των νέων διεθνών δομών τους και της διαφοροποίησης των δραστηριοτήτων τους - με σκοπό να υπερκεράσουν προβλήματα και διαφορές όσον αφορά τη γλώσσα, την εθνική καταγωγή και τα εμπορικά συμφέροντά τους και να ασχοληθούν με κοινές πρακτικές λαθρεμπορίου μειώνοντας με τον τρόπο αυτό το κόστος και μεγιστοποιώντας τα κέρδη τους σε μία περίοδο παγκόσμιας οικονομικής κρίσεως·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με εκτιμήσεις της SOCTA 2013 της Europol, υπάρχουν τουλάχιστον 3.600 εγκληματικές οργανώσεις που δρουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση στις οποίες αναγνωρίζεται, μεταξύ των ευρέως διαδεδομένων χαρακτηριστικών τους, μία τάση δικτύωσης και συνεργασίας μεταξύ τους, η ισχυρή παρουσία στον ιστό της νόμιμης οικονομίας σε διεθνές επίπεδο, η τάση να δραστηριοποιούνται, ιδίως οι μεγαλύτερες εξ αυτών, ταυτόχρονα σε διαφορετικές εγκληματικές δραστηριότητες, καθώς και ότι οι οργανώσεις αυτές, σε ποσοστό 70%, έχουν σήμερα μέλη από διάφορες εθνικότητες, γεγονός που καταδεικνύει ότι το φαινόμενο αυτό έχει διακρατικό χαρακτήρα·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η φτώχεια ευνοεί την ανάπτυξη του οργανωμένου εγκλήματος αποτελώντας αντικείμενο εκμετάλλευσης από τις εγκληματικές οργανώσεις·

H.  λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι σημαντικό να εξαλειφθεί η φτώχεια και να βελτιωθεί η πρόσβαση των ατόμων σε απασχόληση και κοινωνική προστασία·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι την εμπορία ανθρώπων και ανθρώπινων οργάνων, την καταναγκαστική πορνεία, τη δουλεία ανθρώπων και/ή τη δημιουργία στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας συχνά διαχειρίζονται οι διακρατικές εγκληματικές οργανώσεις· λαμβάνοντας υπόψη ότι καθίσταται αναγκαίο και επείγον να διεξάγεται συνεχής παρακολούθηση του διεθνούς εμπορίου οργάνων και των διασυνδέσεών του με εγκληματικές οργανώσεις· λαμβάνοντας υπόψη ότι η εμπορία ανθρώπων αποτελεί μια μορφή εγκλήματος και ένα ραγδαία εξελισσόμενο φαινόμενο που δημιουργεί ετήσια κέρδη στην περιφέρεια της τάξεως των 25 δισεκατομμυρίων ευρώ και επηρεάζει όλα τα κράτη μέλη·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο συνολικός αριθμός των ατόμων υπό καθεστώς καταναγκαστικής εργασίας στα κράτη μέλη της ΕΕ υπολογίζεται σε 880.000 εκ των οποίων το 30% εκτιμάται ότι έχουν πέσει θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης και το 70% θύματα εκμετάλλευσης με σκοπό την καταναγκαστική εργασία και ότι οι γυναίκες αποτελούν την πλειοψηφία των θυμάτων στην ΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι η καταναγκαστική εργασία είναι ιδιαίτερα επικερδής για το οργανωμένο έγκλημα, οδηγεί σε κοινωνικό αποκλεισμό και καταστρέφει την κοινωνία εξαιτίας της απώλειας φορολογικών εσόδων·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα θύματα της εμπορίας ανθρώπων προέρχονται τόσο από το εσωτερικό όσο και από το εξωτερικό της ΕΕ·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα θύματα της εμπορίας ανθρώπων στρατολογούνται, μεταφέρονται ή κρατούνται δια της βίας, του εξαναγκασμού ή της απάτης με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση, την καταναγκαστική εργασία ή παροχή υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένης της επαιτείας, της δουλείας, της ειλωτείας, της διάπραξης εγκληματικών δραστηριοτήτων, της καταναγκαστικής οικιακής εργασίας, της υιοθεσίας ή του καταναγκαστικού γάμου ή της αφαίρεσης οργάνων· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα θύματα καθίστανται αντικείμενα εκμετάλλευσης και υποδουλώνονται πλήρως στους σωματέμπορους ή σε εκείνους που τα εκμεταλλεύονται, αναγκάζονται να τους αποπληρώνουν τεράστια χρέη, συχνά στερούνται των εγγράφων ταυτότητας τους, ζουν φυλακισμένοι, απομονωμένοι και συνεχώς απειλούμενοι και, συνεπώς, διαβιούν κάτω από τον φόβο των αντίποινων, χωρίς χρήματα και με τον φόβο των τοπικών αρχών, χάνοντας κάθε ελπίδα να ξεφύγουν ή να επιστρέψουν στην κανονική ζωή·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν είναι δυνατό να σφραγιστούν τα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ·

ΙΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε χρόνο 2000 άτομα χάνουν τη ζωή τους στη Μεσόγειο προσπαθώντας να εισέλθουν στην ΕΕ·

ΙΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, παρ' όλο που το φαινόμενο της εμπορίας ανθρώπων εξελίσσεται με μεταβαλλόμενες κοινωνικοοικονομικές περιστάσεις, τα θύματα προέρχονται κυρίως από χώρες ή περιφέρειες που βιώνουν οικονομικές και κοινωνικές δυσκολίες των οποίων οι παράγοντες ευπάθειας παραμένουν αναλλοίωτοι εδώ και χρόνια· λαμβάνοντας υπόψη ότι στις αιτίες για την εμπορία ανθρώπων περιλαμβάνονται η ακμάζουσα βιομηχανία του σεξ και η ζήτηση φθηνού εργατικού δυναμικού και προϊόντων και ο κοινός παρονομαστής όσων καθίστανται θύματα εμπορίας είναι συνήθως η υπόσχεση για μια καλύτερης ποιότητας ζωή για τους ίδιους ή/και τις οικογένειές τους·

ΙΣT.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το παράνομο εμπόριο ανθρώπων και ανθρώπινων οργάνων, όπλων, ναρκωτικών, περιλαμβανομένων και υλικών ΧΒΡΠ και πρόδρομων ουσιών καθώς και συνταγογραφούμενων φαρμάκων, άγριων ειδών και μερών αυτών, τσιγάρων και καπνού, έργων τέχνης και άλλων προϊόντων έχει ποικίλη προέλευση, τροφοδοτεί νέες εγκληματικές αγορές σε ολόκληρη την Ευρώπη, προσφέρει τεράστιες ευκαιρίες κέρδους στις εγκληματικές οργανώσεις και συνιστά πρόκληση για την ασφάλεια των συνόρων της Ένωσης, την ενιαία αγορά και τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ·

ΙZ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εγκληματικές ομάδες έχουν διευρύνει το φάσμα των διαδρομών του παράνομου εμπορίου ναρκωτικών και, επιπλέον, έχουν αρχίσει το λαθρεμπόριο άλλης μορφής εμπορευμάτων· λαμβάνοντας υπόψη ότι το διαδίκτυο παρέχει ένα μέσο και έναν νέο τρόπο τόσο για την παροχή πρόδρομων ουσιών για την παρασκευή ναρκωτικών όσο και για τη διανομή ψυχοτρόπων ουσιών· εκτιμώντας ότι το εμπόριο πρόδρομων ουσιών όπως η εφεδρίνη και η ψευδοεφεδρίνη, δεν παρακολουθείται επαρκώς στο εσωτερικό της Ένωσης και συνιστά σοβαρό κίνδυνο·

ΙH.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο έλεγχος των πρόδρομων χημικών ουσιών και του εξοπλισμού που χρησιμοποιείται για την παρασκευή συνθετικών ναρκωτικών είναι ζωτικής σημασίας για τον περιορισμό της προσφοράς ναρκωτικών·

ΙΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εγκληματικές οργανώσεις μπορούν να εκτρέψουν από το νόμιμο εμπόριο χημικές ουσίες οι οποίες χρησιμοποιούνται για νόμιμους σκοπούς και να τις χρησιμοποιήσουν ως πρόδρομες ουσίες ναρκωτικών· λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2008, το 75% των σε παγκόσμια κλίμακα κατασχέσεων οξικού ανυδρίτη, ο οποίος είναι η βασική πρόδρομη ουσία ναρκωτικών για την παρασκευή ηρωίνης, πραγματοποιήθηκαν στην ΕΕ, ενώ οι ετήσιες εκθέσεις της διεθνούς επιτροπής ελέγχου ναρκωτικών των Ηνωμένων Εθνών εξακολουθούν να παραπέμπουν στα μη επαρκώς αυστηρά μέτρα τα οποία εφαρμόζει η ΕΕ με στόχο την πρόληψη της εκτροπής της εν λόγω πρόδρομης χημικής ουσίας για παράνομους σκοπούς·

Κ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι πολλοί πολίτες της Ένωσης ζουν υπό συνθήκες φτώχειας και ανεργίας ενώ, παράλληλα, το διασυνοριακό έγκλημα αυξάνεται σε ετήσια βάση·

ΚA.  λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν μπορεί να υπολογιστεί επακριβώς ο αριθμός των νόμιμων θέσεων εργασίας που χάνονται στην Ένωση εξαιτίας παράνομων δραστηριοτήτων, δεδομένου ότι οι εγκληματίες δεν δημοσιεύουν εκθέσεις, αλλά ότι ο αριθμός αυτός είναι δυνατόν να εκτιμάται σε δεκάδες εκατομμύρια·

ΚB.  λαμβάνοντας υπόψη ότι μόνο εκτιμήσεις μπορούν να διατυπωθούν για την απώλεια φορολογικών εσόδων σε βάρος των εθνικών κυβερνήσεων και της Ένωσης, είναι όμως πιθανόν ότι η συνολική απώλεια εσόδων ανέρχεται σε εκατοντάδες δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως και αυξάνεται συνεχώς·

ΚΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το παράνομο εμπόριο τσιγάρων προκαλεί ετησίως ζημιά στο Δημόσιο ύψους περίπου 10 δισεκατομμυρίων ευρώ· λαμβάνοντας υπόψη ότι ο εκτιμώμενος κύκλος εργασιών του παράνομου εμπορίου μικρών όπλων παγκοσμίως κυμαίνεται μεταξύ 170 και 320 εκατομμυρίων δολαρίων ετησίως και ότι στην Ευρώπη κυκλοφορούν περισσότερα από 10 εκατομμύρια παράνομα όπλα, γεγονός που αποτελεί σοβαρή απειλή για την ασφάλεια των πολιτών καθώς και για την επιβολή του νόμου· λαμβάνοντας υπόψη ότι η διακίνηση των αντικειμένων που προαναφέρθηκαν συνεπάγεται απώλεια δημόσιων εσόδων και ζημία στις κατασκευαστικές εταιρείες ενώ διευκολύνει τη διάδοση άλλων μορφών οργανωμένου εγκλήματος οι οποίες, με τη σειρά τους, συνιστούν σοβαρή κοινωνική απειλή δεδομένου ότι το φαινόμενο αυτό μπορεί εύκολα να αποβεί πηγή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας·

ΚΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ποσά που δημιουργεί το εμπόριο άγριων ειδών και μερών αυτών εκτιμώνται από 18 έως 26 δισεκατομμύρια ετησίως και ότι η ΕΕ αντιπροσωπεύει τη σπουδαιότερη ανά τον κόσμο αγορά προορισμού των προϊόντων αυτών·

ΚΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διακίνηση αυτών των προϊόντων συνεπάγεται απώλεια δημόσιων εσόδων, ζημίες στις κατασκευαστικές εταιρείες και έχει καταστροφικές συνέπειες στην απασχόληση, τους πολίτες και το κοινωνικό περιβάλλον·

ΚΣT.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ικανότητα διείσδυσης των εγκληματικών οργανώσεων έχει εξελιχθεί, εφόσον δραστηριοποιούνται πλέον σε τομείς όπως τα δημόσια έργα, οι μεταφορές, οι μεγάλες αλυσίδες λιανικού εμπορίου, η διαχείριση αποβλήτων, η εμπορία άγριων ειδών και φυσικών πόρων, η ιδιωτική ασφάλεια, η ψυχαγωγία των ενηλίκων, καθώς και πολλοί ακόμα τομείς οι περισσότεροι εκ των οποίων υπόκεινται σε πολιτικό έλεγχο και σε διαδικασίες λήψης αποφάσεων· λαμβάνοντας, συνεπώς, υπόψη ότι το οργανωμένο έγκλημα προσλαμβάνει όλο και περισσότερο χαρακτήρα παγκόσμιου οικονομικού παράγοντα με έντονο επιχειρηματικό προσανατολισμό που του επιτρέπει να παρέχει ταυτόχρονα διαφορετικά είδη παράνομων - αλλά, σε ολοένα μεγαλύτερο βαθμό, και νόμιμων - αγαθών και υπηρεσιών επηρεάζοντας ολοένα και περισσότερο την ευρωπαϊκή και την παγκόσμια οικονομία προκαλώντας ετησίως στις επιχειρήσεις απώλειες ύψους 870 δισεκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ·

ΚZ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι οργανωμένες εγκληματικές δραστηριότητες ή οι δραστηριότητες τύπου μαφίας οι οποίες αφορούν τον τομέα του περιβάλλοντος – στις διάφορες μορφές παράνομης διακίνησης, διάθεσης και απόρριψης αποβλήτων με τη συνεπαγόμενη υποβάθμιση του περιβάλλοντος και καταστροφή του φυσικού τοπίου και της καλλιτεχνικής και πολιτιστικής κληρονομιάς – έχουν πλέον αποκτήσει διεθνή διάσταση που απαιτείται κοινή προσπάθεια από όλες τις ευρωπαϊκές χώρες για την ανάληψη μιας πιο αποτελεσματικής κοινής δράσης με στόχο την πρόληψη και την καταπολέμηση της λεγόμενης οικολογικής μαφίας·

ΚH.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα τεράστια χρηματικά ποσά που δημιουργούν τα δίκτυα του οργανωμένου εγκλήματος και της μαφίας διοχετεύονται σε τράπεζες και χρηματοπιστωτικές αγορές στην ίδια την ΕΕ, καθιστώντας τες, με τον τρόπο αυτό, συνεργούς σε δραστηριότητες νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές ενέργειες·

KΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διεθνείς τράπεζες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και είναι άμεσα εμπλεκόμενες σε ενέργειες νομιμοποίησης εσόδων ομάδων οργανωμένου εγκλήματος·

Λ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, στην έκθεση αξιολόγησης απειλών όσον αφορά το σοβαρό και το οργανωμένο έγκλημα (SOCTA) που δημοσίευσε η Europol το 2013, υπογραμμίζεται ότι η παραποίηση βασικών αγαθών και η παράνομη διακίνηση προϊόντων αποτελούν αναδυόμενη αγορά του εγκλήματος που εντατικοποιείται λόγω της οικονομικής κρίσης, ότι η διακίνηση ναρκωτικών παραμένει η μεγαλύτερη αγορά του εγκλήματος· εκτιμώντας ότι η παράνομη διακίνηση αποβλήτων και η απάτη στον τομέα της ενέργειας αποτελούν νέες αναδυόμενες απειλές που χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής·

ΛA.  λαμβάνοντας υπόψη ότι για την αποτελεσματική αντιμετώπιση όλων των μορφών του οργανωμένου εγκλήματος είναι ζωτικής σημασίας να αναπτυχθούν και να εφαρμοστούν μέτρα που αποκόπτουν τη ροή των οικονομικών πόρων προς τις εγκληματικές οργανώσεις αίροντας, όπου κρίνεται απαραίτητο, το τραπεζικό απόρρητο·

ΛB.  λαμβάνοντας υπόψη ότι εγκληματικές οργανώσεις μπορούν να επωφελούνται από την γκρίζα ζώνη αθέμιτης σύμπραξης με τρίτους όταν, στο πλαίσιο ορισμένων δραστηριοτήτων, συνεργάζονται με αυτουργούς εγκληματικών πράξεων που είναι ανώτερα στελέχη επιχειρήσεων (επιχειρηματίες, δημόσιοι υπάλληλοι σε όλα τα επίπεδα λήψης αποφάσεων, πολιτικοί, στελέχη τραπεζών, επαγγελματίες κ.λπ.), και οι οποίοι, παρόλο που δεν συμμετέχουν άμεσα σε εγκληματικές οργανώσεις, εντούτοις διατηρούν με αυτές αμοιβαία επικερδείς επιχειρηματικές σχέσεις·

ΛΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες που δεν ανήκουν στην ΕΕ μεγάλο μέρος της κοινωνίας παραμένει σε μία γκρι ζώνη και αντλεί το εισόδημά της από εγκληματικές δραστηριότητες· εκτιμώντας ότι η κατάσταση αυτά αφορά κατά κύριο λόγο τους νέους·

ΛΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σήμερα, εκτός από τη βία, τον εκφοβισμό και την τρομοκρατία, το οργανωμένο έγκλημα μετέρχεται και τη διαφθορά· εκτιμώντας ότι η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες ενέργειες δεν συνδέεται μόνο με τις συνήθεις δραστηριότητες του οργανωμένου εγκλήματος, αλλά επίσης και με τη διαφθορά και τα φορολογικά αδικήματα· λαμβάνοντας υπόψη ότι η σύγκρουση συμφερόντων είναι δυνατόν να αποτελέσει αιτία διαφθοράς και απάτης· θεωρώντας ως εκ τούτου ότι, ενώ το οργανωμένο έγκλημα, η διαφθορά και η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες είναι φαινόμενα διακριτά μεταξύ τους, συχνά αλληλοσυνδέονται· λαμβάνοντας υπόψη ότι το οργανωμένο έγκλημα μπορεί να χρησιμοποιεί ακόμη και οργανώσεις του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, περιλαμβανομένων και μη κερδοσκοπικών οργανώσεων, για να καλύπτει σκοπούς διαφθοράς και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες·

ΛΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι δημοσιογράφοι που διενεργούν έρευνες διαδραματίζουν ζωτικής σημασίας ρόλο στην αποκάλυψη υποθέσεων διαφθοράς, απάτης και οργανωμένου εγκλήματος και, για τον λόγο αυτό, βρίσκονται εκτεθειμένοι σε συγκεκριμένες απειλές οικονομικής φύσεως ή απειλές που αφορούν την ασφάλειά τους· αναφέροντας ως παράδειγμα ότι, σε διάστημα πέντε ετών, στα 27 κράτη μέλη έχουν δημοσιευτεί 233 έρευνες δημοσιογράφων που αφορούν περιπτώσεις απάτης σχετιζόμενες με κατάχρηση κονδυλίων της ΕΕ(31)· λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι απαραίτητο να χορηγηθούν πρόσθετες χρηματοδοτήσεις, ιδίως από την Επιτροπή και άλλους διεθνείς οργανισμούς, για να υποστηριχθεί και να καταστεί ακόμη πιο αποτελεσματική η ερευνητική δημοσιογραφία·

ΛΣT.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διενεργούμενες από την Ευρώπη δραστηριότητες νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες ενέργειες, διαφθοράς και οργανωμένου εγκλήματος επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τις αναπτυσσόμενες χώρες και αποτελούν εμπόδιο στην ανάπτυξή τους δεδομένου ότι λεηλατούν τους φυσικούς τους πόρους και περιορίζουν τα εθνικά φορολογικά έσοδά τους με αποτέλεσμα να αυξάνεται το δημόσιο χρέος τους·

ΛZ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το διαδίκτυο επιτρέπει στις εγκληματικές ομάδες να δρουν με μεγαλύτερη ταχύτητα και σε μεγαλύτερη κλίμακα και, με τον τρόπο αυτό, έχει μεταβάλει τους τρόπους δράσεως των εγκληματικών δραστηριοτήτων· λαμβάνοντας υπόψη ότι το έγκλημα στον κυβερνοχώρο, ιδίως οι μορφές απάτης και εκμετάλλευσης παιδιών, συνιστά μία ολοένα αυξανόμενη απειλή και ότι οι εγκληματικές οργανώσεις χρησιμοποιούν τα επιγραμμικά στοιχήματα στον αθλητισμό ως μέσο κερδοφορίας και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες σε ολόκληρο τον κόσμο·

ΛH.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι στημένοι αγώνες είναι μια νέα μορφή εγκλήματος που αποφέρει μεγάλα έσοδα, τιμωρείται με χαμηλές ποινές και επειδή τα ποσοστά εντοπισμού του είναι μικρά, αποτελεί κερδοφόρα επιχειρηματική δραστηριότητα για τους εγκληματίες·

Για την προστασία των πολιτών και της νόμιμης οικονομίας

ΛΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η προστασία των πολιτών και μία νόμιμη και ανταγωνιστική οικονομία εξαρτώνται από την πολιτική βούληση σε όλα τα επίπεδα, καθώς και από αποφασιστικά μέτρα για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, της εμπορίας ανθρώπων, της διαφθοράς και της νομιμοποίησης προσόδων από παράνομες δραστηριότητες, φαινόμενα που ζημιώνουν σημαντικά την κοινωνία και αποτελούν, συγκεκριμένα, απειλή για την επιβίωση των έντιμων επιχειρηματιών, για την ασφάλεια των πολιτών και των καταναλωτών, καθώς και για τις θεμελιώδεις δημοκρατικές αρχές του κράτους·

Μ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εγκληματικές ομάδες εκμεταλλεύονται σύγχρονες τεχνολογίες, περιβάλλοντα και ευκαιρίες που αντικατοπτρίζουν νόμιμες επιχειρηματικές ευκαιρίες και στόχους· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εγκληματικές ομάδες διαθέτουν υψηλά επίπεδα εμπειρογνωμοσύνης, οργάνωση, εμπειρία και τεχνολογική εξειδίκευση, ικανότητες που συνδυάζονται με μεγάλη κινητικότητα, δυνατότητες διασύνδεσης και ευκολία μετακινήσεων· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ανωτέρω είχαν ως αποτέλεσμα να μην εντοπίζεται εύκολα το οργανωμένο έγκλημα και να είναι σε θέση να εκμεταλλεύεται τις διαφορές που υφίστανται μεταξύ των διαφορετικών νομικών συστημάτων και των διαφορετικών εθνικών δικαιοδοτικών αρχών·

ΜA.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τον Έλεγχο των Ναρκωτικών και την Πρόληψη του Εγκλήματος (UNODC), τα έσοδα από παράνομες δραστηριότητες σε παγκόσμιο επίπεδο ανέρχονται περίπου στο 3,6% του παγκόσμιου ΑΕΠ ενώ οι ροές του παράνομου χρήματος σε παγκόσμιο επίπεδο κυμαίνονται στο 2,7% του παγκόσμιου ΑΕΠ· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι το κόστος της διαφθοράς μόνο στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχεται σε περίπου 120 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως, ήτοι στο 1% του ΑΕΠ της ΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη την απώλεια των σημαντικών πόρων που με τον τρόπο αυτό αφαιρούνται από την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, από τα δημόσια οικονομικά και από τις κοινωνικές παροχές των πολιτών·

ΜB.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι πρόσοδοι από τις παράνομες δραστηριότητες και τα δίκτυα νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές ενέργειες επηρεάζουν αρνητικά την οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεδομένου ότι ενθαρρύνουν την κερδοσκοπία και τις χρηματοπιστωτικές 'φούσκες', οι οποίες είναι επιζήμιες για την πραγματική οικονομία·

ΜΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σε ορισμένες χώρες η διαφθορά συνιστά σοβαρή απειλή για τη δημοκρατία και εμπόδιο στην αποτελεσματική και δίκαιη διακυβέρνηση· λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφθορά είναι αντικίνητρο στις επενδύσεις, στρεβλώνει τη λειτουργία των εσωτερικών αγορών, εμποδίζει τον θεμιτό ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων και, τέλος, θέτει σε κίνδυνο την ίδια την οικονομική ανάπτυξη μέσω της πλημμελούς κατανομής των πόρων, ιδίως σε βάρος των δημοσίων υπηρεσιών, γενικά, και των κοινωνικών υπηρεσιών ειδικότερα· λαμβάνοντας υπόψη ότι η πολυπλοκότητα του γραφειοκρατικού συστήματος, σε συνδυασμό με τις πολλές και άσκοπες απαιτήσεις για προηγούμενη εξουσιοδότηση, μπορούν να αποθαρρύνουν την επιχειρηματικότητα, να εμποδίσουν τη λειτουργία των νόμιμων οικονομικών δραστηριοτήτων και να προσφέρουν κίνητρα για δωροδοκία υπαλλήλων ή να δημιουργήσουν άλλες μορφές διαφθοράς·

ΜΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διαφορές στη νομοθεσία και την επιβολή του νόμου όσον αφορά τη δωροδοκία δημόσιων υπαλλήλων επηρεάζει αρνητικά την εσωτερική αγορά, όχι μόνο γιατί δεν εξασφαλίζονται ίσοι όροι ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις αλλά και γιατί τέτοιας μορφής δωροδοκίες σημειώνονται και εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν εταιρείες που έχουν την έδρα τους σε ένα κράτος μέλος δωροδοκούν δημόσιους υπαλλήλους άλλου κράτους μέλους, διαταράσσοντας κατά αυτόν τον τρόπο τη λειτουργία των αγορών·

ΜΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το 74% των ευρωπαίων πολιτών θεωρεί τη διαφθορά ως μείζον εθνικό και διακρατικό ζήτημα(32) και ότι φαινόμενα διαφθοράς εκδηλώνονται σε όλους τους τομείς της κοινωνίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφθορά υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους δημοκρατικούς θεσμούς και την αποτελεσματικότητα των εκλεγεισών κυβερνήσεων όσον αφορά τη διασφάλιση του κράτους δικαίου, δεδομένου ότι δημιουργεί προνόμια και, κατά συνέπεια, κοινωνική ανισότητα· λαμβάνοντας υπόψη ότι η δυσπιστία προς τους πολιτικούς ενισχύεται σε περιόδους δεινής οικονομικής κρίσης·

ΜΣT.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι τομείς στους οποίους τα επίπεδα διαπιστωθείσας δωροδοκίας ήσσονος σημασίας είναι υψηλότερα, από άποψη ποσοστού περιπτώσεων δωροδοκίας ανά επαφή, είναι κατά μέσο όρο οι εξής: ιατρικές υπηρεσίες 6,2%, επίγειες υπηρεσίες 5%, τελωνειακές υπηρεσίες 4,8%, δικαστικές αρχές 4,2%, αστυνομία 3,8%, υπηρεσίες καταχωρίσεων και έκδοσης αδειών 3,8%, εκπαιδευτικό σύστημα 2,5%, υπηρεσίες κοινής ωφελείας 2,5%, φορολογικά έσοδα 1,9%·

ΜZ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι σε περιοχές με υψηλή εγκληματικότητα παρατηρείται παράνομη ιδιοποίηση πόρων της τοπικής οικονομίας από εγκληματικές οργανώσεις και ότι, με τον τρόπο αυτό, αποθαρρύνεται η φυσιολογική φιλοδοξία για επιχειρηματική δραστηριότητα, συμπεριλαμβανομένων των επενδύσεων από άλλες χώρες· λαμβάνοντας υπόψη ότι στις περιοχές αυτές η πρόσβαση των υγιών επιχειρήσεων σε πιστώσεις καθίσταται δυσκολότερη εξαιτίας του υψηλότερου συνεπαγόμενου κόστους και των αυστηρότερων εγγυήσεων που απαιτούν οι τράπεζες· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι προβληματικές επιχειρήσεις αναγκάζονται συχνά να καταφεύγουν σε εγκληματικές οργανώσεις για να λάβουν κεφάλαια για επενδύσεις·

ΜH.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το οργανωμένο έγκλημα που εδρεύει σε συγκεκριμένη τοποθεσία επωφελείται από τα κενά που υπάρχουν στη νόμιμη οικονομία και μπορεί να εξελιχθεί σε σημαντικό παράγοντα όσον αφορά την παροχή προϊόντων καθημερινής χρήσης· λαμβάνοντας υπόψη ότι εκτός από τον εκβιασμό και τον εκφοβισμό, που συνιστούν απειλές για τις τοπικές κοινότητες, η κατάσταση αυτή υπονομεύει τη νόμιμη οικονομία και ολόκληρη την κοινότητα όσον αφορά την ασφάλεια των επιχειρήσεων και των πολιτών· λαμβάνοντας υπόψη ότι το έγκλημα στον κυβερνοχώρο, η παραποίηση ή η παράνομη διαδικτυακή διακίνηση δημιουργικού υλικού, εικόνων παιδικής πορνογραφίας, φαρμακευτικών προϊόντων, νόμιμων ψυχοτρόπων ουσιών και πρόδρομων ουσιών των ναρκωτικών, εξαρτημάτων, ανταλλακτικών και άλλων προϊόντων καθημερινής χρήσης, καθώς και θεμάτων που συνδέονται με συναφή δικαιώματα και άδειες, επιδεινώνουν τη δημόσια υγεία, την ασφάλεια, τις θέσεις εργασίας και την κοινωνική σταθερότητα και μπορούν να επιφέρουν τεράστιες καταστροφές στις επιχειρήσεις στους εν λόγω τομείς διακυβεύοντας ακόμα και την επιβίωσή τους·

MΘ.  εκτιμώντας ότι τα όλο και συχνότερα εγκλήματα που διαπράττονται στον τομέα των γεωργικών ειδών διατροφής, εκτός του ότι θέτουν σε σοβαρό κίνδυνο την υγεία των ευρωπαίων πολιτών, προξενούν τεράστιες ζημίες στις χώρες στις οποίες η παραγωγή προϊόντων διατροφής αρίστης ποιότητας αποτελεί τον δυναμικότερο τομέα της οικονομίας τους·

Ν.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών στο δίκτυο καθώς και η παιδική πορνογραφία συνιστούν σοβαρή απειλή· λαμβάνοντας υπόψη ότι το έγκλημα στον κυβερνοχώρο, ιδίως εκείνο που αποσκοπεί στο κέρδος, καθώς και η παράνομη πρόσβαση σε συστήματα πληροφοριών, συνδέονται συχνά με οικονομική απάτη· λαμβάνοντας υπόψη ότι παρατηρείται άνοδος του ηλεκτρονικού εγκλήματος ως παράνομης παρεχόμενης υπηρεσίας (CaaS) και ότι ο αριθμός των κακόβουλων λογισμικών αυξάνεται ραγδαία· λαμβάνοντας υπόψη ότι απαιτείται περαιτέρω χρηματοδότηση των οργανισμών της ΕΕ που ασχολούνται με αυτά τα θέματα·

ΝA.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές ενέργειες λαμβάνει όλο και πιο περίπλοκες μορφές, οι οποίες δύσκολα εντοπίζονται· λαμβάνοντας υπόψη ότι, για το «ξέπλυμα βρώμικου χρήματος», οι εγκληματικές οργανώσεις χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο το κύκλωμα των παράνομων και, ορισμένες φορές, νόμιμων στοιχημάτων, το στήσιμο αγώνων, καθώς και τις τράπεζες των χωρών στις οποίες δεν ασκείται επαρκής έλεγχος για τις μεταφορές χρημάτων ώστε να αποτρέπεται η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και η φοροδιαφυγή· λαμβάνοντας υπόψη ότι το στήσιμο αγώνων θα πρέπει να θεωρηθεί ως μία επικερδής μορφή οργανωμένου εγκλήματος· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα νόμιμα τυχερά παιχνίδια, ως έκφραση επιχειρηματικής δραστηριότητας, θα πρέπει να υποστηριχθούν επί τη βάσει των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας·

ΝB.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η παραποίηση των λογιστικών βιβλίων μιας εταιρείας αποτελεί συχνά καθοριστικό παράγοντα για τη δημιουργία ψευδούς ρευστότητας, η οποία μειώνει το φορολογητέο εισόδημα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για δωροδοκία ή νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές ενέργειες ενώ παράλληλα στρεβλώνει τον θεμιτό ανταγωνισμό και μειώνει την ικανότητα του κράτους να επιτελεί την κοινωνική του λειτουργία·

ΝΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, εν καιρώ λιτότητας, υπολογίζεται ότι για τα κράτη μέλη το κόστος της φορολογικής απάτης ανέρχεται σε 1 τρισεκατομμύριο ευρώ ετησίως· λαμβάνοντας υπόψη ότι η φοροαποφυγή και η φοροδιαφυγή δεν περιορίζονται στη μαύρη αγορά αλλά απαντάται και στην πραγματική οικονομία σε πολύ γνωστές εταιρείες·

Η ανάγκη για κοινή προσέγγιση σε ευρωπαϊκό επίπεδο

ΝΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι έχουν ήδη πραγματοποιηθεί ορισμένες ενέργειες σε ευρωπαϊκό επίπεδο για τη δημιουργία κανονιστικού και νομικού πλαισίου με σκοπό την αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος, της διαφθοράς και της νομιμοποίησης προσόδων από παράνομες δραστηριότητες·

ΝΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, ειδικά στην περίπτωση διασυνοριακών εγκλημάτων, η ποικιλία των προσεγγίσεων τις οποίες υιοθετούν τα επί μέρους κράτη μέλη για την αντιμετώπιση του εγκλήματος, σε συνδυασμό με τις μεταξύ τους διαφορές στο ουσιαστικό και δικονομικό ποινικό δίκαιο, ενδέχεται να δημιουργήσουν νομικά κενά και αδυναμίες στα συστήματα ποινικού, αστικού ή φορολογικού δικαίου σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι φορολογικοί παράδεισοι, οι χώρες που εφαρμόζουν χαλαρές τραπεζικές πολιτικές, καθώς και τα αποσχισθέντα κράτη που δεν διαθέτουν ισχυρή κεντρική κυβέρνηση, έχουν καταστεί απαραίτητα μέσα του οργανωμένου εγκλήματος για τη νομιμοποίηση προσόδων από παράνομες δραστηριότητες·

ΝΣT.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εγκληματικές ομάδες συχνά διαρθρώνονται σε διεθνή δίκτυα και, κατά συνέπεια, αυτή η διεθνής δομή απαιτεί λύσεις σε διασυνοριακό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένης της αποτελεσματικής και ολοκληρωμένης επικοινωνίας και της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των αντίστοιχων εθνικών και διεθνών οργανισμών·

ΝZ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ και του ευρώ πρέπει να συνιστά προτεραιότητα στην παρακολούθηση του εντεινόμενου φαινομένου ιδιοποιήσεως και καταχρήσεως ευρωπαϊκών πόρων από εγκληματικές οργανώσεις μέσα από τις επονομαζόμενες κοινοτικές απάτες και την παραχάραξη του ευρώ·

ΝH.  λαμβάνοντας υπόψη ότι έχουν αναπτυχθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο προγράμματα όπως το Hercule, το Fiscalis, το Customs και το Pericles τα οποία αποσκοπούν στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ και στην καταπολέμηση του εγκλήματος και των παράνομων δραστηριοτήτων σε υπερεθνικό και διασυνοριακό επίπεδο·

NΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο κύριος εχθρός της ευρωζώνης είναι η διαφορά της παραγωγικότητας μεταξύ των κρατών μελών· εκτιμώντας ότι, μεσο-μακροπρόθεσμα, αυτό δημιουργεί μία διαφορά υπό το πρίσμα της ανταγωνιστικότητας η οποία δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί με υποτίμηση του νομίσματος και η οποία υπαγορεύει αυστηρά προγράμματα λιτότητας, μη βιώσιμα από πολιτικής σκοπιάς, που στοχεύουν σε εσωτερική υποτίμηση· λαμβάνοντας υπόψη ότι η συστημική διαφθορά στον δημόσιο τομέα, η οποία αποτελεί ένα από τα βασικά εμπόδια στην αποτελεσματικότητα, στις άμεσες ξένες επενδύσεις και στην καινοτομία, εμποδίζει τη σωστή λειτουργία της νομισματικής ένωσης·

Ξ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στον δημόσιο τομέα στην ΕΕ έχουν σημειωθεί τουλάχιστον 20 εκατομμύρια περιπτώσεις δωροδοκίας ήσσονος σημασίας και είναι προφανές ότι το φαινόμενο αυτό επηρεάζει και φορείς της δημόσιας διοίκησης των κρατών μελών (και τους αντίστοιχους πολιτικούς) που είναι αρμόδιοι για τη διαχείριση των ευρωενωσιακών κονδυλίων και άλλων οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ·

ΞA.  λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχει ένα πολύ σημαντικό φορολογικό χάσμα στην Ευρώπη και ότι, σύμφωνα με εκτιμήσεις, κάθε έτος η απώλεια δημοσίων εσόδων στην ΕΕ λόγω φορολογικής απάτης και φοροαποφυγής ανέρχεται σε ένα τρισεκατομμύριο ευρώ, ποσό το οποίο αντιπροσωπεύει ετήσιο κόστος περίπου 2000 ευρώ ανά πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

ΞB.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, οι νομοθέτες στα κράτη μέλη πρέπει να είναι σε θέση να αντιδρούν γρήγορα και αποτελεσματικά στις μεταβαλλόμενες δομές και τις νέες μορφές εγκλήματος και, ακόμη περισσότερο, αφ' ης στιγμής όλα τα κράτη μέλη υποχρεώνονται, δυνάμει της Συνθήκης της Λισαβόνας, να συμβάλλουν στη δημιουργία μιας Ένωσης όπου θα υπάρχει ελευθερία, ασφάλεια και δικαιοσύνη·

ΞΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ευρωπαϊκή προσέγγιση στην καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, της διαφθοράς και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές ενέργειες πρέπει να βασίζεται στις καλύτερες διαθέσιμες αξιολογήσεις απειλών και στη στενότερη δικαστική και αστυνομική συνεργασία η οποία πρέπει να διευρυνθεί ώστε να καλύπτει επίσης και τρίτες χώρες, σε κοινούς ορισμούς όσον αφορά τα ποινικά αδικήματα - περιλαμβανομένης και της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση και της αυτονομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές ενέργειες - στην ποινικοποίηση όλων των μορφών διαφθοράς, στη σύγκλιση της νομοθεσίας των κρατών μελών σχετικά με ορισμένους μηχανισμούς διαδικαστικής σημασίας όπως ο νόμος για την παραγραφή, σε αποτελεσματικά συστήματα για τη δήμευση και ανάκτηση προϊόντων του οργανωμένου εγκλήματος και διαφθοράς, στην ενίσχυση της λογοδοσίας της δημόσιας διοίκησης, των πολιτικών, των δικηγόρων, των συμβολαιογράφων, των κτηματομεσιτικών, ασφαλιστικών και άλλων επιχειρήσεων, στην εκπαίδευση των δικαστικών και αστυνομικών αρχών, και στην ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών όσον αφορά την παροχή κατάλληλων μέσων πρόληψης·

ΞΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η αμοιβαία αναγνώριση θεωρείται θεμελιώδης αρχή επί της οποίας εδράζεται η δικαστική συνεργασία σε αστικά και ποινικά θέματα μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ·

ΞΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων συνιστά προτεραιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεδομένου ότι, αρχής γενομένης από τη δεκαετία του 1990, ελήφθηκαν πολλές πρωτοβουλίες, εκπονήθηκαν πολυάριθμα μέτρα και προγράμματα χρηματοδότησης, και καταρτίστηκε επίσης και σχετικό νομικό πλαίσιο· θεωρώντας εξάλλου ότι στο άρθρο 5 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεσπίζεται ρητά η απαγόρευση της εμπορίας ανθρώπινων όντων·

ΞΣT.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η συνεργασία των κρατών μελών για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος και την εξασφάλιση της αποτελεσματικής λειτουργίας των ευρωπαϊκών δικαστικών συστημάτων προϋποθέτει ότι θα υπάρχει αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των δικαστικών αρχών στην ΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης απαιτεί τη θέσπιση ελάχιστων προτύπων στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο·

ΞZ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα συστήματα ποινικού δικαίου και ποινικής δικονομίας των κρατών μελών εξελίχθηκαν στη διάρκεια των αιώνων· λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε κράτος μέλος έχει τις δικές του εκφάνσεις και ιδιαιτερότητες και ότι, για τον λόγο αυτό, ορισμένοι βασικοί τομείς του ποινικού δικαίου πρέπει να παραμείνουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών·

ΞH.  αναγνωρίζοντας την ουσιαστική διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στο άτομο που είναι μάρτυρας σε δίκη και στο άτομο που συνεργάζεται με τη δικαιοσύνη· λαμβάνοντας υπόψη την υποχρέωση των κρατών μελών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης να παρέχουν ασφάλεια και προστασία σε όσους επέλεξαν να στρατευθούν κατά του οργανωμένου εγκλήματος και της μαφίας, θέτοντας σε κίνδυνο την ίδια τη ζωή τους και τη ζωή των αγαπημένων προσώπων τους·

ΞΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, παρ’ όλο που οι διαδικασίες υποβολής προσφορών για δημόσιες συμβάσεις ελέγχονται αυστηρά, οι δαπάνες που προκύπτουν από τις συμβάσεις αυτές δεν διέπονται από διαφάνεια και οι δηλώσεις συμφερόντων στα κράτη μέλη διαφέρουν κατά πολύ μεταξύ τους·

Για ένα ομοιογενές και συνεκτικό νομοθετικό πλαίσιο

1.  θεωρεί απαραίτητη την ύπαρξη κατάλληλης πολιτικής απάντησης στην παρουσία των εγκληματικών οργανώσεων και των οργανώσεων τύπου μαφίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, μέσω ενός λεπτομερούς και έγκαιρου σχεδίου δράσης, το οποίο θα προβλέπει τη λήψη νομοθετικών και μη νομοθετικών μέτρων που θα αποσκοπούν στη διάλυση αυτών των οργανώσεων και στον προσδιορισμό και την ανάκτηση κάθε μορφής πλουτισμού (άμεσου ή έμμεσου) που συνδέεται με αυτές·

2.  είναι πεπεισμένο ότι για την πάταξη του οργανωμένου εγκλήματος και της μαφίας και για την εξάλειψη φαινομένων όπως η διαφθορά και η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές ενέργειες, τα οποία, στο σύνολό τους, περιορίζουν την ελευθερία, τα δικαιώματα και την ασφάλεια των ευρωπαίων πολιτών και των μελλοντικών γενεών, απαιτείται, εκτός από την ανάληψη δράσης στον τομέα της αντιμετώπισης, να γίνουν επίσης μεγάλες προσπάθειες και στον τομέα της πρόληψης·

3.  καλεί την Επιτροπή να προτείνει κοινά δικαστικά πρότυπα και μοντέλα ολοκλήρωσης και συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών· την καλεί, συγκεκριμένα, λαμβάνοντας ως βάση την έκθεση αξιολόγησης για την εφαρμογή της απόφασης-πλαίσιο σχετικά με την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος και με γνώμονα την πιο εξελιγμένη νομοθεσία των κρατών μελών, να υποβάλει νομοθετική πρόταση που να θεσπίζει κοινό ορισμό του οργανωμένου εγκλήματος συμπεριλαμβάνοντας και το αδίκημα της συμμετοχής σε οργάνωση τύπου μαφίας, τονίζοντας το γεγονός ότι οι εγκληματικές ομάδες αυτής της μορφής έχουν επιχειρηματική διάσταση και ασκούν δύναμη εκφοβισμού και λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 2(α) της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος· τονίζει ότι στις προτάσεις για νέες διατάξεις ουσιαστικού ποινικού δικαίου της ΕΕ πρέπει να γίνονται σεβαστά τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, καθώς και οι θέσεις του ψηφίσματος του Κοινοβουλίου της 22ας Μαΐου 2012 σχετικά με την προσέγγιση της ΕΕ όσον αφορά το ποινικό δίκαιο·

4.  καλεί την Επιτροπή να συντάξει έναν κοινό ορισμό της διαφθοράς με στόχο την ανάπτυξη μίας συνεπούς σφαιρικής πολιτικής για την καταπολέμηση της διαφθοράς· συνιστά στην Επιτροπή ότι, κατά την εκπόνηση της εκθέσεώς της σχετικά με τα μέτρα των κρατών μελών για την καταπολέμηση της διαφθοράς, η οποία έχει προγραμματιστεί να δημοσιευθεί το 2013, θα πρέπει να συνεκτιμήσει όλες τις μορφές διαφθοράς, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, περιλαμβανομένων και μη κερδοσκοπικών οργανώσεων, να τονίσει τις καλύτερες εμπειρίες των κρατών μελών στην καταπολέμηση της διαφθοράς, να παράσχει έναν ακριβή τρόπο για τη στάθμιση αυτού του φαινομένου και να συμπεριλάβει μία γενική επισκόπηση των ευαίσθητων τομέων που είναι εκτεθειμένοι στη διαφθορά ανά χώρα· καλεί την Επιτροπή να υποβάλλει τακτικά έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στη Διάσκεψη των κρατών μερών της σύμβασης κατά της διαφθοράς (UNCAC) σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνονται τόσο σε επίπεδο κράτους μέλους, όσο και σε επίπεδο ΕΕ, και να επικαιροποιήσει αναλόγως την υφιστάμενη ευρωπαϊκή νομοθεσία·

5.  υποστηρίζει ότι ένα αποτελεσματικό κανονιστικό πλαίσιο οφείλει να λαμβάνει δεόντως υπόψη τη διάδραση μεταξύ των διατάξεων για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές ενέργειες και του θεμελιώδους δικαιώματος προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα έτσι ώστε να αντιμετωπίζεται το ξέπλυμα χρημάτων χωρίς να πρέπει να μειώνονται τα επίπεδα των καθιερωμένων προδιαγραφών προστασίας των δεδομένων. στο πλαίσιο αυτό, επικροτεί το σύστημα προστασίας των δεδομένων που χρησιμοποιεί η Europol·

6.  ζητεί από την Επιτροπή να περιλάβει στην πρότασή της για τον εναρμονισμό του ποινικού δικαίου στον τομέα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές ενέργειες, την οποία θα παρουσιάσει το 2013, έναν κοινό ορισμό του εγκλήματος της αυτονομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές ενέργειες βασιζόμενο στις καλύτερες πρακτικές των κρατών μελών, και να θεωρήσει ως κύρια αδικήματα εκείνα που κρίνονται σοβαρά ως ενδεχόμενα να αποφέρουν όφελος στα άτομα που τα έπραξαν·

7.  ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει πρόταση για την ανάπτυξη του άρθρου 18 της οδηγίας για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων που να ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να ποινικοποιήσουν τη χρήση υπηρεσιών από θύματα κάθε μορφής εκμετάλλευσης που συνδέεται με την εμπορία ανθρώπων, τόσο σε σχέση με τη σεξουαλική όσο και με την εργασιακή εκμετάλλευση·

8.  θεωρεί ότι οι συνθήκες και οι καταστρεπτικές συνέπειες που υφίστανται τα θύματα εμπορίας ανθρώπων είναι απαράδεκτες και συνιστούν εγκληματική παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων· επομένως, καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να καταστήσουν την εμπορία ανθρώπων ανάθεμα σε κοινωνικό επίπεδο μέσω ισχυρών και συνεχών εκστρατειών ευαισθητοποίησης με σαφείς και προγραμματισμένους στόχους για τη μείωσή του· οι εκστρατείες αυτές θα πρέπει να αξιολογούνται σε ετήσια βάση στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ημέρας κατά της Εμπορίας Ανθρώπων, στις 18 Οκτωβρίου κάθε έτους, καθώς και μετά από πέντε χρόνια, από σήμερα και μέχρι το Ευρωπαϊκό Έτος κατά της Εμπορίας Ανθρώπων·

9.  συνιστά στα κράτη μέλη, σε συνεργασία με την Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, και με την υποστήριξη της Europol, της Eurojust και του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να θεσπίσουν όσο το δυνατόν πιο ομοιογενείς και συνεκτικούς δείκτες σε ευρωπαϊκό επίπεδο για τη μέτρηση, τουλάχιστον, του βαθμού, του κόστους και της κοινωνικής ζημίας του οργανωμένου εγκλήματος, της διαφθοράς και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές ενέργειες που παρατηρούνται στην Ευρωπαϊκή Ένωση·

10.  καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Συμβούλιο να προβλέψουν την κατάρτιση ενός ευρωπαϊκού καταλόγου εγκληματικών οργανώσεων, όπως ο ευρωπαϊκός κατάλογος οργανώσεων που θεωρούνται τρομοκρατικές·

11.  προτείνει τη συγκρότηση ενός ευρωπαϊκού δικτύου για τη σύνδεση των διαφόρων πανεπιστημιακών ιδρυμάτων που ασχολούνται με το οργανωμένο έγκλημα, τη διαφθορά και τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές ενέργειες για την προώθηση της πανεπιστημιακής έρευνας στους εν λόγω τομείς·

12.  εμμένει στην ανάγκη πλήρους εφαρμογής των υφιστάμενων μέσων αμοιβαίας αναγνώρισης και μιας ευρωπαϊκής νομοθεσίας που να διασφαλίζει την άμεση εκτελεστότητα των καταδικαστικών αποφάσεων και των ενταλμάτων δήμευσης στην επικράτεια κράτους μέλους διαφορετικού από εκείνο στο οποίο έχουν εκδοθεί· θεωρεί ότι πρέπει να βελτιωθεί η αμοιβαία δικαστική συνδρομή και το αμοιβαίως παραδεκτό των αποδείξεων μεταξύ των κρατών μελών·

13.  πιστεύει ότι οι ενέργειες για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων και της καταναγκαστικής εργασίας πρέπει να εστιάζουν στα πρωταρχικά αίτια, όπως οι ανισότητες σε παγκόσμιο επίπεδο· καλεί, επομένως, τα κράτη μέλη να ανταποκριθούν στις δεσμεύσεις τους όσον αφορά την αναπτυξιακή βοήθεια και τους αναπτυξιακούς στόχους της Χιλιετίας (ΑΣΧ)·

14.  καλεί την Επιτροπή και την ΕΥΕΔ (Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης) να ενισχύσουν την εξωτερική διάσταση των μέτρων και των προγραμμάτων, συμπεριλαμβανομένων των διμερών συμφωνιών, για να καταπολεμήσουν την εμπορία ανθρώπων με προληπτικές δράσεις στις χώρες προέλευσης και διέλευσης δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή σε ασυνόδευτους ανήλικους και παιδιά·

15.  καλεί την Επιτροπή να αναπτύξει ένα αξιόπιστο σύστημα παρακολούθησης σε ολόκληρη την ΕΕ, προκειμένου να παρακολουθεί πιο αποτελεσματικά τις κινήσεις των σωματεμπόρων και των θυμάτων εμπορίας·

16.  καλεί την Επιτροπή να αναπτύξει επειγόντως ένα ευρωπαϊκό συγκρίσιμο και αξιόπιστο σύστημα συλλογής δεδομένων, βάσει κοινών και συμφωνημένων ισχυρών δεικτών, μαζί με τα κράτη μέλη και με τους διεθνείς οργανισμούς που συμμετέχουν στην καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων· για την αύξηση της ορατότητας και την ταχύτερη λειτουργία του ανωτέρω συστήματος δεδομένων, θα ήταν χρήσιμο να συσταθεί παρατηρητήριο κατά της εμπορίας ανθρώπων στον ήδη υπάρχοντα ιστότοπο της ΕΕ κατά της εμπορίας ανθρώπων, όπου όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και οι επτά εμπλεκόμενοι οργανισμοί θα είναι υποχρεωμένοι να καταχωρούν τα στοιχεία που έχουν στη διάθεσή τους, ενώ θα καλούνται να κάνουν το ίδιο και οι ΜΚΟ και άλλοι σχετικοί φορείς·

17.  καλεί την Επιτροπή να εφαρμόσει τις συστάσεις που περιλαμβάνονται στη στρατηγική της ΕΕ για την εξάλειψη της εμπορίας ανθρώπων 2012-2016·

18.  καλεί την Επιτροπή να εξασφαλίσει τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής τηλεφωνικής γραμμής άμεσης βοήθειας για θύματα εμπορίας, για να συμβάλει στην ευρύτερη ενημέρωσή τους σχετικά με τα δικαιώματά τους·

19.  καλεί την Επιτροπή να διαθέσει περισσότερους πόρους για την καταπολέμηση της χρήσης των κοινωνικών δικτύων και του ηλεκτρονικού εγκλήματος με σκοπό την εμπορία ανθρώπων·

20.  καλεί την Επιτροπή να αυξήσει τη διασυνοριακή δικαστική και αστυνομική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ και των υπηρεσιών της ΕΕ, δεδομένου ότι το ποινικό αδίκημα της εμπορίας ανθρώπων δεν περιορίζεται μόνο σε ένα κράτος μέλος·

21.  ζητεί να επιβάλλονται αυστηρότερες κυρώσεις στα τραπεζικά και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που καθίστανται συνένοχα στην αποδοχή προϊόντων εγκλήματος ή/και στη νομιμοποίηση εσόδων από δραστηριότητες του οργανωμένου εγκλήματος·

Καταπολέμηση και πρόληψη των δραστηριοτήτων του οργανωμένου εγκλήματος και της διαφθοράς με δήμευση εσόδων και περιουσιακών στοιχείων

22.  όσον αφορά τη δήμευση, καλεί τα κράτη μέλη να εξετάσουν, επί τη βάσει των πιο εξελιγμένων εθνικών νομοθεσιών, τη δυνατότητα εφαρμογής μοντέλων αστικού δικαίου για την αποτελεσματική ρύθμιση της κατάσχεσης περιουσιακών στοιχείων, στις περιπτώσεις όπου, βάσει των πιθανοτήτων και με την επιφύλαξη της έγκρισης δικαστηρίου, μπορεί να εξακριβωθεί ότι τα περιουσιακά στοιχεία προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρησιμοποιούνται για εγκληματικές δραστηριότητες· θεωρεί ότι θα μπορούσαν να προβλεφθούν προληπτικά μοντέλα κατάσχεσης αφού εκδοθεί απόφαση δικαστηρίου, σύμφωνα με εθνικές συνταγματικές εγγυήσεις και με την επιφύλαξη του δικαιώματος κυριότητος και του δικαιώματος υπεράσπισης· επιπλέον, ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να προωθήσουν τη χρήση περιουσιακών στοιχείων εγκληματικής προέλευσης για κοινωνικούς σκοπούς· προτείνει την ανάληψη ενεργειών και την ενεργοποίηση πόρων για τη χρηματοδότηση μέτρων προστασίας με σκοπό να διατηρηθεί η ακεραιότητα των περιουσιακών στοιχείων που κατάσχονται·

23.  συνιστά τον αποκλεισμό για τουλάχιστον πέντε έτη ενός οικονομικού φορέα από τη συμμετοχή του σε δημόσια σύμβαση σε ολόκληρη την ΕΕ εάν έχει καταδικαστεί με τελεσίδικη καταδίκη για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές ενέργειες ή για χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, για συμμετοχή στην εκμετάλλευση εμπορίας ανθρώπων και παιδικής εργασίας, για διαφθορά ή οιοδήποτε άλλο σοβαρό έγκλημα κατά του δημοσίου συμφέροντος είτε αυτά τα αδικήματα συνεπάγονται απώλεια φορολογικών εσόδων, είτε κοινωνική ζημία, ή για άλλα ιδιαιτέρως σοβαρά εγκλήματα με διασυνοριακή διάσταση όπως αναφέρει το άρθρο 83 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ (τα επονομαζόμενα 'ευρωεγκλήματα')· η ανωτέρω διάταξη πρέπει να εφαρμόζεται ακόμα και όταν μια τέτοια αιτία αποκλεισμού ανακύπτει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας για την ανάθεση συμβάσεων· θεωρεί ότι οι διαδικασίες για συμμετοχή σε δημόσια σύμβαση πρέπει να βασίζονται στην αρχή της νομιμότητας και ότι, επίσης, στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να καθορίζεται το κριτήριο της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς για την εξασφάλιση διαφάνειας (που επιτυγχάνεται, μεταξύ άλλων, και μέσω συστημάτων ηλεκτρονικών δημοσίων συμβάσεων) και την πρόληψη περιπτώσεων απάτης, διαφθοράς και άλλων σοβαρών παρατυπιών· καλεί τις υπηρεσίες της Επιτροπής να καθιερώσουν δομή ή μηχανισμούς συνεργασίας ώστε να διασφαλίζεται ολιστική προσέγγιση για την καταπολέμηση των εγκλημάτων διαφθοράς που σχετίζονται με την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων·

24.  επισημαίνει τη σχέση ανάμεσα σε νόμιμες και παράνομες επιχειρηματικές δραστηριότητες, δεδομένου ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, νόμιμα συμφέροντα προσφέρουν κεφάλαια για παράνομες δραστηριότητες· υπογραμμίζει ότι η παρακολούθηση της ροής των νόμιμων συμφερόντων μπορεί να βοηθήσει στον εντοπισμό περιουσιακών στοιχείων που προέρχονται από εγκληματική δραστηριότητα·

25.  θεωρεί ότι, για την αποτελεσματική καταπολέμηση της διακίνησης ναρκωτικών, καθώς και άλλων εγκλημάτων που αποτελούν μορφές οργανωμένου εγκλήματος, η δράση των δικαστικών και αστυνομικών αρχών πρέπει να μπορεί να επωφελείται όχι μόνο από τη συνεργασία με την Eurojust και την Europol, αλλά επίσης και από διακανονισμούς συνεργασίας, χωρίς να θίγονται οι υποχρεώσεις τήρησης του απορρήτου, με εταιρίες στους τομείς μεταφορών και υλικοτεχνικής υποστήριξης, στη χημική βιομηχανία, στους παρόχους διαδικτυακών υπηρεσιών, καθώς και στον τομέα των τραπεζών και των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, τόσο στα κράτη μέλη της ΕΕ, όσο και σε τρίτες χώρες· τονίζει τη σημασία να αντιμετωπίζεται η παροχή ναρκωτικών μέσω αυστηρών ελέγχων στις πρόδρομες ουσίες των ναρκωτικών και επικροτεί την πρόταση της Επιτροπής που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 273/2004, με την οποία θεσπίζονται τρόποι για τη βελτίωση της πρόληψης της εκτροπής από το εσωτερικό εμπόριο της ΕΕ του οξικού ανυδρίτη, για παράδειγμα, επεκτείνοντας τις απαιτήσεις για την έγκριση και καταχώριση αυτού του προϊόντος·

26.  εκφράζει ανησυχία για την αναποτελεσματικότητα των ερευνητικών μέσων που διαθέτουν τα διάφορα εθνικά νομικά συστήματα, τα οποία δεν λαμβάνουν δεόντως υπόψη τους την ανάγκη ύπαρξης επαρκών και ειδικών μέσων για την αντιμετώπιση των εγκληματικών οργανώσεων και των οργανώσεων τύπου μαφίας· επαναλαμβάνει το αίτημά του προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το οποίο περιλαμβάνεται ήδη στο ψήφισμα που εγκρίθηκε στις 25 Οκτωβρίου 2011, για την εκπόνηση συγκριτικής μελέτης σχετικά με τις ειδικές ανακριτικές τεχνικές που εφαρμόζονται επί του παρόντος στα διάφορα κράτη μέλη, η οποία θα μπορέσει να αποτελέσει τη βάση για μια παρέμβαση σε ευρωπαϊκό επίπεδο με στόχο να παρασχεθούν στις αρμόδιες αρχές τα απαραίτητα μέσα έρευνας, βάσει των υφιστάμενων βέλτιστων πρακτικών·

27.  καλεί την Επιτροπή, τα κράτη μέλη και τις επιχειρήσεις να λάβουν πρακτικά μέτρα για τη βελτίωση της ανιχνευσιμότητας των προϊόντων (π.χ. επισήμανση της χώρας προέλευσης των γεωργικών προϊόντων διατροφής, επισήμανση C.I.P. για πυροβόλα όπλα, ή ψηφιακοί κώδικες φορολογικού μητρώου σιγαρέτων, οινοπνευματωδών και συνταγογραφούμενων ουσιών) με στόχο την προστασία της υγείας των καταναλωτών, την ενίσχυση της ασφάλειας των πολιτών, της αποθάρρυνσης του λαθρεμπορίου και της αποτελεσματικής πάταξης της παράνομης διακίνησης προϊόντων· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι τα κράτη μέλη δεν δέχθηκαν να περιληφθεί η ανιχνευσιμότητα των προϊόντων στον εκσυγχρονισμό του τελωνειακού κώδικα της Ένωσης·

28.  καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να εντείνουν τη ναυτιλιακή συνεργασία τους με σκοπό την πάταξη της εμπορίας ανθρώπων και της διακίνησης ναρκωτικών και παράνομων και παραποιημένων προϊόντων μέσω των θαλάσσιων εσωτερικών και εξωτερικών συνόρων της Ένωσης· αναγνωρίζει ότι η διαχείριση των συνόρων προϋποθέτει επίσης μία διάσταση της μετανάστευσης που σχετίζεται με τα θεμελιώδη δικαιώματα των μεταναστών, περιλαμβανομένου, όπου κρίνεται σκόπιμο, του δικαιώματος ασύλου, καθώς και της προστασίας και αρωγής των θυμάτων εμπορίας ανθρώπων ή καταναγκαστικής εργασίας, ιδίως ανηλίκων·

29.  θεωρεί ότι πρέπει να αναπτυχθεί αμελλητί ένα πρόγραμμα δράσεως για τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκής κλίμακας νομοθετικού πλαισίου ποινικής δικαιοσύνης και τη θέσπιση επιχειρησιακών μέσων για την αντιμετώπιση του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο, με προοπτική την επίτευξη μεγαλύτερης διεθνούς συνεργασίας και με τη στήριξη του «Ευρωπαϊκού Κέντρου για το Έγκλημα στον Κυβερνοχώρο» (European Cybercrime Centre - EC3), προκειμένου να εξασφαλιστεί υψηλό επίπεδο ασφάλειας για τους πολίτες, ιδίως δε τα ευάλωτα άτομα, τις επιχειρήσεις και τις δημόσιες αρχές χωρίς να θίγονται η ελευθερία ενημέρωσης και η προστασία των δεδομένων·

30.  σημειώνει με ανησυχία τη σημαντική διασύνδεση που επεσήμαναν οι δικαστικές και αστυνομικές αρχές η οποία υπάρχει μεταξύ του οργανωμένου εγκλήματος και της τρομοκρατίας όσον αφορά τη χρηματοδότηση παράνομων δραστηριοτήτων τρομοκρατικών ομάδων, μέσω προσόδων που προέρχονται από το διεθνούς επιπέδου λαθρεμπόριο· καλεί τα κράτη μέλη να ενισχύσουν τα μέτρα που εφαρμόζουν για την πάταξη αυτών των δραστηριοτήτων·

31.  δεδομένου ότι το οργανωμένο έγκλημα χρησιμοποιεί τον κυβερνοχώρο και τα παράνομα εργαλεία του ολοένα και σε μεγαλύτερη έκταση, καλεί τα κράτη μέλη να εγκρίνουν τις εθνικές στρατηγικές τους για ασφάλεια στον κυβερνοχώρο χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση·

32.  καλεί την Επιτροπή να επεξεργασθεί έναν Χάρτη της ΕΕ για την προστασία και τη συνδρομή των θυμάτων εμπορίας ανθρώπων προκειμένου να συγκεντρωθούν όλοι οι δείκτες, τα μέτρα, τα προγράμματα και οι πόροι που διατίθενται με πιο συνεκτικό, αποτελεσματικό και χρήσιμο τρόπο για όλους τους εμπλεκόμενους φορείς με στόχο την ενίσχυση της προστασίας των θυμάτων· καλεί την Επιτροπή να δημιουργήσει τηλεφωνική γραμμή βοήθειας για θύματα εμπορίας ανθρώπων·

33.  υπενθυμίζει στην Επιτροπή ότι πρέπει να προβλεφθεί ειδική μεταχείριση για τα παιδιά που πέφτουν θύματα εμπορίας ανθρώπων καθώς και να βελτιωθεί η προστασία των ασυνόδευτων ανηλίκων ή των παιδιών που αποτελούν αντικείμενο εμπορίας από τις ίδιες τις οικογένειές τους (περιπτώσεις που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όταν προτείνεται επιστροφή στις χώρες προέλευσης, αναγνώριση κηδεμόνων κ.λπ.)· επιμένει για την ανάγκη να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο μια προσέγγιση με βάση το φύλο, αλλά επίσης και ο ρόλος των προβλημάτων υγείας και των αναπηριών·

34.  καλεί την Επιτροπή να αυξήσει τους πόρους που διαθέτει για τους εξειδικευμένους ΜΚΟ, τα μέσα ενημέρωσης και την έρευνα, προκειμένου να αυξήσει την υποστήριξη, την προστασία και τη βοήθεια προς τα θύματα, έτσι ώστε να είναι λιγότερο αναγκαία η κατάθεσή τους στο δικαστήριο· καλεί επίσης την Επιτροπή να ενισχύσει τις πτυχές της ορατότητας, της ευαισθητοποίησης και των αναγκών των θυμάτων, προκειμένου να μειωθεί η αναγκαιότητα της παρουσίας των θυμάτων εμπορίας ανθρώπων και η πίεση που τους ασκείται, και να προωθηθεί η πλήρης εξάλειψη της σεξουαλικής και εργασιακής εκμετάλλευσης·

35.  καλεί την Επιτροπή να αναπτύξει ένα αποτελεσματικότερο και προορατικό σύστημα οικονομικών ερευνών, ως κύριο μέσο για τη μείωση της πίεσης προς τα θύματα εμπορίας ανθρώπων που αποτελούν βασικούς μάρτυρες σε δίκες κατά σωματεμπόρων· καλεί επίσης την Επιτροπή να διαθέσει βελτιωμένη, εξειδικευμένη κατάρτιση και επαρκείς πόρους στις υπηρεσίες της ΕΕ που καταπολεμούν την εμπορία ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων της διασυνοριακής συνεργασίας και της συνεργασίας στο εξωτερικό· υπενθυμίζει στην Επιτροπή ότι οι ενέργειες αυτές απαιτούν μια ολιστική προσέγγιση που να προάγει την πολυτομεακή συνεργασία σε τοπικό, εθνικό και διεθνικό επίπεδο, και να ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να δημιουργήσουν, μεταξύ άλλων, ειδική εθνική μονάδα πληροφοριών στην αστυνομία, και να ενισχύσουν τη συνεργασία μεταξύ διοικητικών αρχών και αρχών επιβολής του νόμου·

Ενίσχυση της δικαστικής και αστυνομικής συνεργασίας σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο

36.  τονίζει τη σημασία να ενισχυθεί η συνεργασία και να αυξηθεί η διαφάνεια με την ανάπτυξη αποτελεσματικής επικοινωνίας και ανταλλαγής πληροφοριών ανάμεσα στις δικαστικές αρχές και υπηρεσίες επιβολής του νόμου στα κράτη μέλη, την Europol, την Eurojust, την OLAF και τον ENISA καθώς και με τις αντίστοιχες αρχές τρίτων χωρών , για τη βελτίωση των συστημάτων συλλογής αποδεικτικών στοιχείων και τη διασφάλιση της αποτελεσματικής επεξεργασίας και ανταλλαγής δεδομένων και πληροφοριών που θα χρησιμεύσουν στη διερεύνηση αδικημάτων ή εγκληματικών δραστηριοτήτων, περιλαμβανομένων και εκείνων που στρέφονται κατά των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ, χωρίς να παραβιάζονται με οποιοδήποτε τρόπο οι αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας ή τα θεμελιώδη δικαιώματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης· στο πλαίσιο αυτό, καλεί τις αρμόδιες αρχές στα κράτη μέλη να εφαρμόσουν τα μέσα που έχουν εγκριθεί για τη δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις, τα οποία συνιστούν σημαντικά εργαλεία για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής αντιμετώπισης του διασυνοριακού οργανωμένου εγκλήματος· καλεί την Επιτροπή να διαμορφώσει έναν χάρτη πορείας για ακόμα στενότερη δικαστική και αστυνομική συνεργασία, με τη δημιουργία ενός ποινικού οργανισμού ερευνών και με ερευνητική δικαιοδοσία επί παραβιάσεων και εγκλημάτων στην ΕΕ·

37.  καλεί την Ευρωπαϊκή Ένωση να συμπεριλάβει στις συμφωνίες σύνδεσης και στις εμπορικές συμφωνίες με τρίτες χώρες ειδικές ρήτρες συνεργασίας στον τομέα της καταπολέμησης του λαθρεμπορίου που διακινεί το οργανωμένο έγκλημα, και της πάταξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές ενέργειες· επισημαίνει την έλλειψη διεθνούς συνεργασίας, ιδίως με τρίτες χώρες διέλευσης ή καταγωγής· αναγνωρίζει ότι απαιτείται ισχυρή διπλωματική δράση με σκοπό την προτροπή των χωρών αυτών να συνάψουν συμφωνίες συνεργασίας ή να συμμορφωθούν με τους όρους των συμφωνιών που έχουν υπογράψει· τονίζει τη σημασία των αιτήσεων δικαστικής συνδρομής·

38.  τονίζει ότι το υφιστάμενο δίκτυο εθνικών σημείων επαφής κατά της διαφθοράς πρέπει να ενισχυθεί και να στηριχθεί από την ΕΥΡΩΠΟΛ, τη EUROJUST και την Ευρωπαϊκή Αστυνομική Ακαδημία·(CEPOL)· υπογραμμίζει ότι τα εν λόγω σημεία επαφής δεν πρέπει να λειτουργούν μόνο ως μέσο ανταλλαγής πληροφοριών, αλλά ότι πρέπει επίσης να χρησιμοποιούνται για τη βελτίωση της διμερούς συνεργασίας σε συγκεκριμένες υποθέσεις διαφοράς των ξένων δημοσίων υπαλλήλων· συνιστά τα σημεία επαφής να αντιμετωπίζουν διαφορές όσον αφορά τον καθορισμό προτεραιοτήτων, τους πόρους και την τεχνογνωσία και να επισημαίνουν τυχόν προβλήματα που προκύπτουν από τις εν λόγω διαφορές· τονίζει ότι το δίκτυο πρέπει να ενθαρρύνει συντονισμένες δράσεις, σε περίπτωση που η δωροδοκία έλαβε χώρα σε ένα κράτος μέλος σε επίπεδο θυγατρικής μιας μητρικής εταιρείας ή εταιρείας συμμετοχών με έδρα σε άλλο κράτος μέλος·

39.  καλεί τα κράτη μέλη να μεταφέρουν με άμεσο και ολοκληρωμένο τρόπο τις υφιστάμενες διατάξεις της ΕΕ προκειμένου να διευκολυνθεί η συντονισμένη καταπολέμηση της εγκληματικότητας στην Ένωση·

40.  καλεί όλα τα κράτη μέλη να συμμετάσχουν στην πλήρη αξιοποίηση των υπηρεσιών Ευρωπόλ και Eurojust, των οποίων η λειτουργία και τα αποτελέσματα, παρά τις μεταρρυθμίσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη και τις απαραίτητες βελτιώσεις που πρέπει να γίνουν, εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το επίπεδο συμμετοχής, εμπιστοσύνης και συνεργασίας των αρχών διερεύνησης και των δικαστικών αρχών·

41.  τονίζει ότι, προκειμένου να καταπολεμηθεί το οργανωμένο έγκλημα, είναι ζωτικής σημασίας να υπάρξει προσέγγιση βάσης για την καταπολέμηση της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος σε ευρωπαϊκό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένης της εκπαίδευσης και της συμμετοχής αξιωματικών και αστυνομικών επιθεωρητών, ιδίως σε σχέση με την ευαισθητοποίηση για αναδυόμενα και λιγότερο εμφανή είδη εγκληματικής δραστηριότητας· επισημαίνει ότι η τοπική εγκληματικότητα τροφοδοτεί συχνά την διεθνή εγκληματικότητα·

42.  καλεί τα κράτη μέλη να ορίσουν κατευθυντήριες γραμμές για την πάταξη της διαφθοράς και τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές ενέργειες· συνιστά οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές να περιλαμβάνουν τις βέλτιστες πρακτικές (π.χ., την ανάγκη για εξειδικευμένο προσωπικό, τη συνεργασία μεταξύ των υπηρεσιών διερεύνησης και του δικαστικού σώματος, μεθόδους ώστε να επιλυθεί το πρόβλημα της συχνά δύσκολης συλλογής αποδεικτικών στοιχείων), τον καθορισμό του κρίσιμου επιπέδου ανθρώπινων και άλλων πόρων που είναι απαραίτητοι για την αποτελεσματική ποινική δίωξη αλλά και μέτρα διευκόλυνσης της διεθνούς συνεργασίας·

43.  εκτιμά ότι είναι θεμελιώδους σημασίας η πλήρης αξιοποίηση όλων των υφισταμένων συνεργειών μεταξύ του Ευρωπαϊκού Δικαστικού Δικτύου και της Eurojust, ώστε να επιτευχθεί διευρωπαϊκή δικαστική συνεργασία υψηλότατου επιπέδου·

44.  τονίζει τη σημασία της διαβούλευσης με τα περιφερειακά και εθνικά σώματα επιβολής του νόμου και με την κοινωνία των πολιτών κατά την επεξεργασία των νομοθετικών και κανονιστικών πλαισίων·

45.  επισημαίνει ότι είναι σημαντικό τα κράτη μέλη, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους διεθνείς φορείς, να διαθέτουν ισχυρό, μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχέδιο για τα τοπικά και τα παγκόσμια θέματα που σχετίζονται με το οργανωμένο έγκλημα, προκειμένου να εντοπιστούν οι αναδυόμενες απειλές, οι επισφαλείς καταστάσεις της αγοράς και οι παράγοντες κινδύνου και να δημιουργηθεί μια στρατηγική της ΕΕ, η οποία να βασίζεται στον σχεδιασμό και όχι μόνο στην αντίδραση·

46.  ζητεί από τα κράτη μέλη και την Επιτροπή να ενισχύσουν τον ρόλο των δικαστών και των εισαγγελέων, καθώς και των αξιωματικών-συνδέσμων, και να εκπαιδεύσουν τους δικαστικούς και τους αστυνομικούς λειτουργούς ώστε να είναι σε θέση να αντιμετωπίζουν όλες οι μορφές οργανωμένου εγκλήματος, διαφθοράς και νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές ενέργειες, συμπεριλαμβανομένου του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο, κυρίως μέσω της Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Ακαδημίας (CEPOL) και του Ευρωπαϊκού Δικτύου Κατάρτισης Δικαστικών αλλά, επίσης, αξιοποιώντας πλήρως χρηματοπιστωτικά μέσα, όπως το Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας για την αστυνομική συνεργασία ή το πρόγραμμα Hercules III· εισηγείται την προώθηση της εκμάθησης ξένων γλωσσών στο πλαίσιο της κατάρτισης των αστυνομικών δυνάμεων και των δικαστικών αρχών για τη διευκόλυνση της μεταξύ των κρατών συνεργασίας· ζητεί υποστήριξη για τη δημιουργία προγράμματος ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών και ευρωπαϊκής κατάρτισης για τους δικαστές, τους εισαγγελείς και τις αστυνομικές δυνάμεις·

47.  καλεί τα κράτη μέλη και την Επιτροπή να συνεχίσουν τις κοινές προσπάθειες για την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων για το σχέδιο οδηγίας σχετικά με την Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας σε ποινικές υποθέσεις, που απλοποιεί τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων σε διασυνοριακές υποθέσεις και συνιστά, κατά συνέπεια, σημαντικό βήμα προς τον ενιαίο χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης·

48.  ζητεί στενότερη συνεργασία όσον αφορά την παραποίηση εγγράφων και την απάτη, καθώς και την από κοινού μελέτη για τη βελτίωση της αξιοπιστίας και της επικύρωσης των πρωτότυπων εγγράφων·

49.  επιθυμεί τη δημιουργία, σε εθνικό επίπεδο, δομών οι οποίες να ασχολούνται με τις έρευνες και την καταπολέμηση των εγκληματικών οργανώσεων και των οργανώσεων τύπου μαφίας, παρέχοντας τη δυνατότητα να αναπτυχθεί, με τη στήριξη της Ευρωπόλ, ένα «επιχειρησιακό δίκτυο κατά της μαφίας» που θα χαρακτηρίζεται από την ευελιξία και τον άτυπο χαρακτήρα του, με στόχο την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τα δομικά χαρακτηριστικά των οργανώσεων τύπου μαφίας, τις εγκληματικές και χρηματοοικονομικές προεκτάσεις τους, τον εντοπισμό των περιουσιακών τους στοιχείων και τις προσπάθειές τους για την διείσδυση στις δημόσιες συμβάσεις·

50.  πιστεύει ότι η παγκοσμιοποίηση του οργανωμένου εγκλήματος απαιτεί στενότερη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών τόσο σε επίπεδο ΕΕ όσο και σε διεθνές επίπεδο· ζητεί, όσον αφορά την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, της διαφθοράς και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές ενέργειες, να υπάρξει μεγαλύτερη αλληλεπίδραση μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του ΟΗΕ, του ΟΟΣΑ και του Συμβουλίου της Ευρώπης με σκοπό τη συνολοκλήρωση των πολιτικών και τη διατύπωση κοινών λειτουργικών ορισμών· στηρίζει τις προσπάθειες της Ομάδας Διεθνούς Χρηματοοικονομικής Δράσης για το ξέπλυμα των χρημάτων (FATF) για την προώθηση πολιτικών για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές ενέργειες· ζητεί επιτακτικά από τα κράτη μέλη να επικυρώσουν και να εφαρμόσουν πλήρως όλα τα σχετικά διεθνή μέσα· καλεί την Επιτροπή να υποστηρίξει με αποτελεσματικό τρόπο τα κράτη μέλη στις προσπάθειες που καταβάλλουν για την πάταξη του οργανωμένου εγκλήματος· συνιστά στην Ευρωπαϊκή Ένωση να προσχωρήσει πλήρως στην GRECO·

51.  ζητεί την ανάληψη κοινής δράσης για την πρόληψη και την αντιμετώπιση φαινομένων παρανομίας στον τομέα του περιβάλλοντος τα οποία συνδέονται με ή απορρέουν από εγκληματικές δραστηριότητες του οργανωμένου εγκλήματος ή του εγκλήματος τύπου μαφίας, μεταξύ άλλων και μέσω της ενίσχυσης ευρωπαϊκών οργανισμών όπως η Ευρωπόλ και η Eurojust και διεθνών οργανισμών όπως η Interpol και το Διαπεριφερειακό Ίδρυμα Ερευνών των Ηνωμένων Εθνών για την Εγκληματικότητα και τη Δικαιοσύνη (UNICRI), καθώς και μέσω της ανταλλαγής μεθόδων εργασίας και πληροφοριών που διαθέτουν τα κράτη μέλη που ασχολούνται περισσότερο με την καταπολέμηση αυτής της μορφής εγκληματικότητας, προκειμένου να αναπτυχθεί ένα κοινό σχέδιο δράσης·

52.  καλεί το Συμβούλιο και τα κράτη μέλη να κυρώσουν και να εφαρμόσουν πλήρως τη σύμβαση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) για την καταπολέμηση της δωροδοκίας των ξένων δημοσίων υπαλλήλων σε διεθνείς επιχειρηματικές συναλλαγές· τονίζει τον αρνητικό αντίκτυπο που έχει η δωροδοκία ξένων υπαλλήλων στις πολιτικές της Ένωσης σε θέματα θεμελιωδών δικαιωμάτων, περιβάλλοντος και ανάπτυξης·

53.  ζητεί την ενίσχυση των μέσων αντιμετώπισης του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος όπως η ευρωπαϊκή εντολή έρευνας (ΕΕΕ) και οι κοινές ομάδες έρευνας· ζητεί στενότερη συνεργασία με τις γειτονικές χώρες της ΕΕ προκειμένου να καταπολεμηθεί το οργανωμένο έγκλημα που εισέρχεται στην ΕΕ·

54.  καλεί τα κράτη μέλη να αναπτύξουν κατάλληλες παγκόσμιες στρατηγικές αμοιβαίας ενημέρωσης στους κόλπους των υπηρεσιών πληροφοριών και αναλύσεων που διαθέτουν για τον εντοπισμό αναδυόμενων τάσεων οργανωμένου εγκλήματος·

55.  υπογραμμίζει την ανάγκη να ενισχυθεί η συνεργασία για την αντιμετώπιση της απάτης εις βάρος της ΕΕ, μεταξύ των υπηρεσιών της ΕΕ σε όλα τα κρατικά επίπεδα, συμπεριλαμβανομένου του επιπέδου των περιφερειών και των δήμων λόγω του σημαντικού τους ρόλου στη διαχείριση των κονδυλίων της ΕΕ·

Για μια αποτελεσματική δημόσια διοίκηση που αντιστέκεται στη διαφθορά

56.  θεωρεί ότι δεν μπορεί να υπάρξει αποτελεσματική Ένωση σε οικονομικό και φορολογικό επίπεδο χωρίς μια Ένωση καταπολέμησης της διαφθοράς·

57.  τονίζει ότι η διαφάνεια είναι ο φυσικός εχθρός της διαφθοράς, από την οποία ξεκινά το έγκλημα, και είναι πεπεισμένο ότι οι κάτοχοι ανώτερων αξιωμάτων ή μεγάλου πλούτου με τα προνόμια και τις ασυλίες τους πρέπει να απαιτείται να έχουν πλήρη διαφάνεια στις δραστηριότητές τους·

58.  θεωρεί ότι, μια αποδιοργανωμένη και μη διαφανής γραφειοκρατία, συνδυαζόμενη με πολύπλοκες διαδικασίες, πέραν του ότι μπορεί δυνητικά να πλήξει την αποτελεσματικότητα του διοικητικού έργου, υπονομεύει και τη διαφάνεια των διαδικασιών λήψης αποφάσεων και εμποδίζει τους ενδιαφερόμενους πολίτες να δράσουν και, με τον τρόπο αυτό, δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για διαφθορά· είναι της γνώμης ότι, με τον ίδιο τρόπο, το αδιαπέραστο τραπεζικό και επιχειρηματικό απόρρητο μπορεί να καλύψει παράνομα έσοδα που προέρχονται από κρούσματα διαφθοράς, νομιμοποίησης προσόδων από παράνομες δραστηριότητες και οργανωμένου εγκλήματος·

59.  Παραπέμπει στη σύμβαση Mérida του 2003 κατά της διαφθοράς και τονίζει ότι οι κάτοχοι υψηλών αξιωμάτων ή μεγάλου πλούτου με τα προνόμια και τις ασυλίες που τα συνοδεύουν πρέπει να ελέγχονται, μεταξύ άλλων, από τις φορολογικές αρχές, οι δε έλεγχοι αυτοί πρέπει να επιβάλλονται, προκειμένου να διασφαλίζονται δίκαιες και αποτελεσματικές υπηρεσίες για το κοινωνικό σύνολο και να καταπολεμούνται οι φορολογικές απάτες· συνιστά ειδικότερα ότι οι κάτοχοι δημοσίων αξιωμάτων πρέπει να υποβάλλουν δηλώσεις για τα περιουσιακά τους στοιχεία, τα εισοδήματα, τις υποχρεώσεις και τους τόκους· ζητεί να ληφθούν μέτρα για την ενίσχυση της διαφάνειας και της πρόληψης μέσω της θέσπισης ενός συνεκτικού συστήματος διοικητικών διατάξεων που θα διέπουν τις δημόσιες δαπάνες και την πρόσβαση στα έγγραφα καθώς και τη σύσταση των απαραίτητων μητρώων·

60.  συνιστά την καθιέρωση ισχυρότερων μηχανισμών για να καταστούν διαφανείς οι διοικητικές διαδικασίες και πρακτικές και να αρθεί η γραφειοκρατία από τις κυβερνητικές υπηρεσίες και τους άλλους δημόσιους φορείς, διασφαλίζοντας το δικαίωμα των πολιτών στην πρόσβαση των εγγράφων (ξεκινώντας από τον εξαιρετικά ευαίσθητο τομέα των διαδικασιών ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων)· ενθαρρύνει την προώθηση μιας νοοτροπίας νομιμότητας και ακεραιότητας τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, μεταξύ άλλων και μέσω ενός αποτελεσματικού συστήματος προστασίας όσων προβαίνουν σε καταγγελίες (whistleblowers)·

61.  στηρίζει τις δράσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που αποσκοπούν στην αναγνώριση του ρόλου της ερευνητικής δημοσιογραφίας για την αποκάλυψη και την καταγγελία γεγονότων που συνδέονται με το οργανωμένο έγκλημα, τη διαφθορά και τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές ενέργειες·

62.  καλεί τα κράτη μέλη να ενισχύσουν τον ρόλο των δημόσιων υπαλλήλων στην πρόληψη, την ενημέρωση και την αντιμετώπιση των κινδύνων απάτης και διαφθοράς·

63.  ζητεί να θεσπιστούν, σε ένα κώδικα συμπεριφοράς, σαφείς και αναλογικές διατάξεις, καθώς και διαδικασίες επιβολής και ελέγχου προκειμένου να αποτραπεί το φαινόμενο των «περιστρεφόμενων θυρών» ή της μετακίνησης υπαλλήλων στον ιδιωτικό τομέα, σύμφωνα με τον οποίο θα απαγορεύεται σε δημόσιους υπαλλήλους που ασκούν διαχειριστικά ή οικονομικά καθήκοντα ενός ορισμένου επιπέδου να μετακινούνται στον ιδιωτικό τομέα προτού παρέλθει ένα ορισμένο χρονικό διάστημα από την αποχώρησή τους από την υπηρεσία, όταν υφίσταται κίνδυνος σύγκρουσης συμφερόντων με τα χορηγούμενα δημόσια καθήκοντά τους· φρονεί επίσης ότι παρόμοιοι περιορισμοί πρέπει να ισχύουν για πρόσωπα που μετακινούνται από τον ιδιωτικό στο δημόσιο τομέα, οσάκις υφίσταται κίνδυνος σύγκρουσης συμφερόντων·

64.  ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει πρόταση για το διοικητικό δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης το συντομότερο δυνατό, σύμφωνα με τις συστάσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 15ης Ιανουαρίου 2013·

65.  πιστεύει ότι το μητρώο ομάδων συμφερόντων είναι ένα χρήσιμο εργαλείο διαφάνειας· καλεί τα κράτη μέλη που δεν διαθέτουν ακόμη το εν λόγω εργαλείο να το δημιουργήσουν· ζητεί επίσης από τις κυβερνήσεις και τη δημόσια διοίκηση να καταστήσουν την εγγραφή σε μητρώο ομάδων συμφερόντων προϋπόθεση προκειμένου να πραγματοποιηθεί συνάντηση με μια οργάνωση εκπροσώπησης επιχειρήσεων, ενδιαφέροντος ή συμφερόντων·

66.  επισημαίνει ότι η αυτορρύθμιση ως συνήθης μηχανισμός αντιμετώπισης της διαφθοράς στον αθλητισμό και τα στοιχήματα αθλητικών αγώνων δεν υπήρξε αποτελεσματική· υπογραμμίζει ότι οι κυβερνήσεις, σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, συγκαταλέγονται μεταξύ των μεγαλύτερων χρηματοδοτών του αθλητισμού· ζητεί από τα κράτη μέλη να καθιερώσουν διαφανείς συνεργασίες με την κοινότητα του αθλητισμού και να παρουσιάσουν πλήρη ανεξάρτητη έρευνα, η οποία να έχει ανατεθεί από εθνικούς κυβερνητικούς οργανισμούς, σχετικά με την διαφθορά στον αθλητισμό·

67.  θεωρεί ότι η πλήρης διαφάνεια όλων των διοικητικών πράξεων σε όλα τα επίπεδα του δημόσιου τομέα αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο για την αντιμετώπιση των εγκληματικών φαινομένων και την προστασία των πολιτών από κάθε μορφή κακοδιαχείρισης των δημόσιων πραγμάτων· απορρίπτει κάθε μορφή αντίστασης εκ μέρους των δημόσιων αρχών απέναντι στον πλήρη έλεγχο που μπορούν να ασκούν οι πολίτες και ο Τύπος στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος για το συμφέρον της κοινότητας· πιστεύει ότι, σε ευρωπαϊκό επίπεδο και σε επίπεδο επιμέρους κρατών μελών, πρέπει να αναληφθεί μια σαφής δέσμευση, προκειμένου να διασφαλιστεί πλήρης διαφάνεια και να αναπτυχθούν μορφές ανοιχτής διακυβέρνησης κατά τρόπο αποτελεσματικό και με βάση τις υφιστάμενες βέλτιστες πρακτικές·

68.  τονίζει ότι η δωροδοκία δεν θα πρέπει να συγκαλύπτεται μέσω της κατάχρησης του όρου «πληρωμές διευκόλυνσης», οι οποίες θεωρούνται αποδεκτές βάσει της σύμβασης του ΟΟΣΑ υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις (καταβολή μικρών ποσών, π.χ. προκειμένου να δοθεί άδεια εκφόρτωσης αγαθών σε λιμένα)· καλεί τα κράτη μέλη να συμφωνήσουν να απορρίψουν την έννοια αυτή ή να τη χρησιμοποιούν μόνο σε ακραίες περιπτώσεις, και ζητεί να καταρτισθούν κατευθυντήριες γραμμές για την ομοιόμορφη ερμηνεία της εν λόγω έννοιας σε ολόκληρη την ΕΕ· υπογραμμίζει ότι ούτε οι δωροδοκίες ούτε οι πληρωμές διευκόλυνσης δεν θα πρέπει να εκπίπτουν από τη φορολογία·

69.  υποστηρίζει την εκτέλεση τακτικών ελέγχων όσον αφορά τη συμμόρφωση προς τους κανόνες συμπεριφοράς και τους κώδικες δεοντολογίας που συνδέονται με την ακεραιότητα, καθώς και τη διάθεση επαρκών πόρων για την κατάρτιση των δημοσίων υπαλλήλων σε θέματα που άπτονται της ακεραιότητας·

Για μια πιο υπεύθυνη πολιτική

70.  τονίζει ότι τα πολιτικά κόμματα έχουν την ευθύνη της πρότασης υποψηφίων ή της κατάρτισης εκλογικών καταλόγων σε όλα τα επίπεδα, καθώς και της αξιολόγησης της ποιότητας των υποψηφίων, απαιτώντας από αυτούς να τηρούν αυστηρούς κώδικες δεοντολογίας, συμπεριλαμβανομένου ενός κώδικα συμπεριφοράς που θα περιλαμβάνει σαφείς και διαφανείς κανόνες όσον αφορά τις δωρεές υπέρ πολιτικών κομμάτων·

71.  υποστηρίζει ότι τα άτομα τα οποία έχουν καταδικαστεί τελεσίδικα για πράξεις που σχετίζονται με το οργανωμένο έγκλημα, τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές ενέργειες, τη διαφθορά και άλλα σοβαρά αδικήματα κατά της δημόσιας διοίκησης, θα πρέπει να αποκλείονται από τη δυνατότητα εκλογής τους στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή της θητείας τους σε άλλα θεσμικά όργανα, υπηρεσίες και οργανισμούς της ΕΕ· ζητεί να προβλεφθεί ανάλογη διάταξη, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, η οποία να ισχύει για την εκλογή στα εθνικά κοινοβούλια και σε άλλα αιρετά σώματα·

72.  συνιστά στα κράτη μέλη να θεσπίσουν και να εφαρμόζουν αποτελεσματικά, στο πλαίσιο του συστήματος επιβολής κυρώσεων, διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες δεν νομιμοποιούνται να εκλεγούν άτομα που έχουν καταδικαστεί για διαφθορά· πιστεύει ότι η κύρωση αυτή πρέπει να ισχύει για πέντε τουλάχιστον χρόνια ώστε να καλύπτει όλες τις μορφές εκλογής· συνιστά εξάλλου ότι η εν λόγω προθεσμία για την επιβολή κυρώσεων πρέπει να ισχύει για τα κυβερνητικά αξιώματα σε όλα τα επίπεδα, συμπεριλαμβανομένου και εκείνου της ΕΕ·

73.  προτείνει να απαιτείται έκπτωση από πολιτικό αξίωμα (κυβερνητικό και άλλο) ή από διευθυντικές και διοικητικές θέσεις των ατόμων τα οποία έχουν καταδικαστεί τελεσίδικα για πράξεις που σχετίζονται με το οργανωμένο έγκλημα, τη διαφθορά ή τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές ενέργειες·

74.  αναγνωρίζει ότι οι ασυλίες που απολαύουν ορισμένες κατηγορίες δημόσιων λειτουργών και εκλεγμένων αντιπροσώπων συνιστούν μείζον εμπόδιο στην καταπολέμηση της διαφθοράς· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να περιορίσουν σημαντικά τις κατηγορίες εκείνων που επωφελούνται από την ασυλία·

75.  ζητεί να καταρτιστεί κώδικας δεοντολογίας για τα πολιτικά κόμματα και να ενισχυθεί η διαφάνεια των προϋπολογισμών τους· προτείνει να γίνεται καλύτερος έλεγχος στη χρηματοδότηση των κομμάτων για να αποφεύγονται καταχρήσεις και σπατάλες και, ταυτόχρονα, να παρακολουθούνται και να ελέγχονται αποτελεσματικότερα οι αντίστοιχες ιδιωτικές χρηματοδοτήσεις ώστε να εξασφαλίζεται η λογοδοσία των πολιτικών κομμάτων και όσων προβαίνουν σε δωρεές σε αυτά·

76.  καλεί τα κράτη μέλη να θέσουν εκτός νόμου την πρακτική «εξαγοράς ψήφων» και να προβούν στην επιβολή σχετικών κυρώσεων, και να προβλέψουν ειδικότερα ότι τα οφέλη που προκύπτουν από την «υπόσχεση ψήφου» δεν αντιστοιχούν μόνο σε χρήματα αλλά και σε άλλα πλεονεκτήματα στα οποία περιλαμβάνονται και τα άυλα ωφελημάτα και τα ωφελημάτα προς τρίτους οι οποίοι δεν εμπλέκονται άμεσα στην παράνομη συμφωνία·

77.  εκτιμά ότι η δημοσιοποίηση των εσόδων και των οικονομικών συμφερόντων των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αποτελεί ορθή πρακτική, η εφαρμογή της οποίας θα πρέπει να επεκταθεί και στους βουλευτές και τους εκλεγμένους αντιπροσώπους των κρατών μελών·

Για μια πιο αξιόπιστη ποινική δικαιοσύνη

78.  συνιστά στα κράτη μέλη να θεσπίσουν αποτελεσματικά, αποδοτικά, υποκείμενα για λογοδοσία και ισόρροπα συστήματα ποινικής δικαιοσύνης, τα οποία θα κατοχυρώνουν το δικαίωμα της άμυνας σύμφωνα με το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης· συνιστά επίσης τη δημιουργία σε ευρωπαϊκό επίπεδο ενός μηχανισμού παρακολούθησης της αποδοτικότητας των συστημάτων ποινικής δικαιοσύνης κατά την καταπολέμηση της διαφθοράς, στο πλαίσιο του οποίου θα διεξάγονται τακτικές αξιολογήσεις και θα δημοσιεύονται συστάσεις·

79.  ενθαρρύνει την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να εξετάσουν επίσης το ενδεχόμενο θέσπισης μη νομοθετικών μέτρων που να παγιώνουν την εμπιστοσύνη μεταξύ των διαφορετικών νομικών συστημάτων στα κράτη μέλη, να ενισχύουν την συνοχή και να ενθαρρύνουν τη δημιουργία μιας κοινής νομικής κουλτούρας σχετικά με την καταπολέμηση της εγκληματικότητας σε επίπεδο ΕΕ·

80.  καλεί την Επιτροπή να υποβάλει νομοθετική πρόταση που θα ορίζει τη νομική ευθύνη των νομικών προσώπων σε περιπτώσεις χρηματοοικονομικού εγκλήματος και ιδίως την ευθύνη των εταιρειών συμμετοχών και των μητρικών εταιρειών για τις θυγατρικές τους· τονίζει ότι η εν λόγω πρόταση θα πρέπει να διευκρινίζει την ευθύνη των φυσικών προσώπων για εγκλήματα που διαπράττονται από την εταιρεία ή τις θυγατρικές της, για τα οποία μπορούν να θεωρηθούν εν μέρει ή εν όλω υπεύθυνα·

81.  πιστεύει ότι τα μέτρα εναρμόνισης σε σχέση με τη διαφθορά πρέπει να αντιμετωπίζουν τις διαφορές που υφίστανται στα κράτη μέλη όσον αφορά τις προθεσμίες παραγραφής, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη τόσο τα δικαιώματα άμυνας όσο και η ανάγκη μιας αποτελεσματικής και αποδοτικής δίωξης και καταδίκης και ότι οι εν λόγω προθεσμίες παραγραφής πρέπει να θεσπίζονται με βάση τα στάδια της διαδικασίας ή τους σχετικούς βαθμούς δικαιοδοσίας, ούτως ώστε το ποινικό αδίκημα να υπόκειται σε παραγραφή, μόνον όταν το σχετικό στάδιο της διαδικασίας ή οι σχετικές διαδικαστικές ενέργειες δεν έχουν ολοκληρωθεί εντός ενός καθορισμένου χρονικού διαστήματος· φρονεί επίσης ότι, με βάση τις αρχές της αναλογικότητας και του κράτους δικαίου, οι υποθέσεις διαφθοράς δεν πρέπει να υπόκειται σε παραγραφή, ενόσω εκκρεμεί πράγματι μια ποινική διαδικασία·

82.  είναι της άποψης ότι η αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος πρέπει να βασίζεται σε συνδυασμό αποτελεσματικών και αποτρεπτικών μηχανισμών για τη δήμευση περιουσιακών στοιχείων που αποτελούν προϊόντα εγκλήματος, προσπαθειών με στόχο την προσαγωγή ενώπιον της δικαιοσύνης όσων οικειοθελώς διαφεύγουν των ερευνών και ενεργειών για την πρόληψη ότι «αφεντικά» της μαφίας που βρίσκονται υπό κράτηση θα έχουν τη δυνατότητα να συνεχίζουν να κατευθύνουν την οργάνωσή τους δίνοντας εντολές στα μέλη τους παρά το γεγονός ότι βρίσκονται στη φυλακή·

83.  παροτρύνει τα κράτη μέλη να θεσπίσουν αποτρεπτικές και αποτελεσματικές κυρώσεις, τόσο ποινικές όσο και – ενδεχομένως υψηλές – χρηματικές, για όλα τα σοβαρά αδικήματα που προσβάλλουν την υγεία και την ασφάλεια των πολιτών και συνιστά την εναρμόνιση των ποινών·

84.  τονίζει, με την επιφύλαξη της παραγράφου 80., τη σημασία της πρόληψης των αξιόποινων πράξεων και του οργανωμένου εγκλήματος και καλεί μετ' επιτάσεως τα κράτη μέλη να επεξεργαστούν και να θεσπίσουν αποτελεσματικά νομικά μέσα και αποτελεσματικές κυρώσεις, τα οποία, σε περίπτωση που επιτρέπονται, συνιστούν μια εναλλακτική σε σχέση με τη στερητική της ελευθερίας ποινή δυνατότητα, όπως χρηματικές ποινές ή κοινωνική εργασία, λαμβανομένων υπόψη όλων των συνθηκών, όπως η βαρύτητα ή μη του αδικήματος·

Για μια πιο υγιή επιχειρηματικότητα

85.  καλεί μετ' επιτάσεως τις επιχειρήσεις να εφαρμόσουν μέσω κωδίκων συμπεριφοράς διαδικασίες αυτορρύθμισης και διαφάνειας καθώς και διαδικασίες ελέγχου, συμπεριλαμβανομένων εσωτερικών και εξωτερικών ελέγχων και της κατάρτισης δημόσιων μητρώων των εκπροσώπων συμφερόντων που αναπτύσσουν δραστηριότητα στα θεσμικά όργανα, προκειμένου να αποτρέπονται τα κρούσματα διαφθοράς, οι μυστικές συμφωνίες και οι συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και να παρεμποδίζεται ο αθέμιτος ανταγωνισμός· συνιστά επίσης διαδικασίες διαφάνειας σε τομείς, στόχους και οικονομικές πληροφορίες τόσο σε εθνικό όσο και σε ενωσιακό επίπεδο·

86.  ζητεί την κατάρτιση καταλόγων με επιχειρήσεις που είναι διαπιστευμένες σε δημόσιες αρχές καθώς και καταλόγων με επιχειρήσεις που έχουν εξαιρεθεί· πιστεύει ότι η εξαίρεση αυτή πρέπει να ισχύει όταν μια επιχείρηση έχει παρουσιάσει σοβαρές ελλείψεις κατά την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων ή όταν υφίσταται σύγκρουση συμφερόντων σε επίπεδο κρατών μελών ή ΕΕ·

87.  καλεί τα κράτη μέλη να ενισχύσουν το ρόλο των εμπορικών επιμελητηρίων που συνίσταται στην πρόληψη, στην παροχή σχετικών πληροφοριών και στην αποτροπή των συνηθέστερων κινδύνων ξεπλύματος χρήματος στον επιχειρηματικό κόσμο και να εφαρμόσουν πλήρως το σχέδιο δράσης της Επιτροπής για τη δραστικότερη καταπολέμηση της φορολογικής απάτης και της φοροδιαφυγής·

88.  υπενθυμίζει ότι η ερευνητική δημοσιογραφία, καθώς και οι ΜΚΟ και ο ακαδημαϊκός κόσμος που ασχολούνται με ζητήματα σχετικά με τις λειτουργίες της δημόσιας διοίκησης και των επιχειρήσεων, συμβάλλουν σε καίριο βαθμό στον εντοπισμό περιπτώσεων απάτης, διαφθοράς ή άλλων μορφών παράνομης συμπεριφοράς·

89.  καλεί τις επιχειρήσεις να εξασφαλίσουν την εφαρμογή εσωτερικών κατευθυντηρίων γραμμών σε θέματα δημοσίων συμβάσεων, ώστε να διασφαλίζεται η τήρηση των νόμων και η μέγιστη δυνατή διαφάνεια των διαδικασιών υποβολής προσφορών για δημόσιες συμβάσεις, να αποφεύγεται η συναλλαγή με αναδόχους και προμηθευτές για τους οποίους είναι γνωστό ή υπάρχουν εύλογες υποψίες ότι προβαίνουν σε δωροδοκίες, να ασκούν τη δέουσα επιμέλεια, κατά περίπτωση, κατά την αξιολόγηση δυνητικών αναδόχων και προμηθευτών προκειμένου να διασφαλισθεί ότι εφαρμόζουν αποτελεσματικά προγράμματα για την καταπολέμηση της δωροδοκίας, να γνωστοποιούν τις πολιτικές τους για την καταπολέμηση της δωροδοκίας σε αναδόχους και προμηθευτές, να παρακολουθούν σημαντικούς αναδόχους και προμηθευτές στο πλαίσιο της τακτικής επανεξέτασης των σχέσεών τους με αυτούς και να διαθέτουν δικαίωμα τερματισμού της σχέσης σε περίπτωση που οι εν λόγω ανάδοχοι ή προμηθευτές προβούν σε δωροδοκίες ή ενεργήσουν κατά τρόπο ασύμβατο με το πρόγραμμα της επιχείρησης·

Για ένα πιο διαφανές σύστημα τραπεζών και επαγγελμάτων

90.  ζητεί να ενισχυθεί η συνεργασία, επιδιώκοντας μεγαλύτερη διαφάνεια, με το τραπεζικό σύστημα και με τα επαγγέλματα, μεταξύ άλλων και με τα επαγγέλματα του χρηματοοικονομικού τομέα και της λογιστικής, σε όλα τα κράτη μέλη, καθώς και η συνεργασία με τις τρίτες χώρες, με στόχο κυρίως τον προσδιορισμό εργαλείων πληροφορικής και νομοθετικών και διοικητικών μέτρων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ιχνηλασιμότητα των χρηματοοικονομικών ροών και την καταγραφή των εγκληματικών φαινομένων, για να διαπιστωθούν οι εγκληματικές δραστηριότητες και να καταρτιστούν κανόνες για την αναφορά τυχόν αδικημάτων που έχουν σημειωθεί·

91.  καλεί την Επιτροπή και τις λοιπές εποπτικές αρχές να μεριμνήσουν ώστε οι τράπεζες, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, να προκειμένου να ανταποκριθούν στην υποχρέωσή τους, να διαπιστώνουν την ταυτότητα των πελατών τους καθώς και συναφείς κινδύνους, ούτως ώστε να διασφαλίζεται ότι οι επιχειρήσεις ή τα νομικά πρόσωπα στα κράτη μέλη λαμβάνουν και καταχωρίζουν επαρκείς, ακριβείς και επίκαιρες πληροφορίες σχετικά με τους τελικούς δικαιούχους, συμπεριλαμβανομένης της προέλευσής τους από εξωχώριους φορολογικούς παραδείσους, καθώς και να μεριμνήσουν ώστε τα μητρώα των επιχειρήσεων να ενημερώνονται τακτικά και να ελέγχονται για την ποιότητά τους· φρονεί ότι η διαφάνεια των πληροφοριών – και με τη δημοσίευση μητρώων ανά χώρα με τους πραγματικούς δικαιούχους καθώς και με τη διασυνοριακή συνεργασία – μπορεί να συμβάλει στην καταπολέμηση φαινομένων όπως το ξέπλυμα χρήματος, η χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, οι φορολογικές απάτες και η φοροδιαφυγή·

92.  καλεί τα κράτη μέλη να περιλάβουν την έννοια «Πραγματικός Δικαιούχος» στα μητρώα επιχειρήσεων που διατηρούν και να μεριμνήσουν προκειμένου να υιοθετηθεί σε παγκόσμιο επίπεδο η εν λόγω έννοια καθώς και μηχανισμοί για ανταλλαγή πληροφοριών·

93.  καλεί την Επιτροπή να θεσπίσει κοινή σειρά αρχών και διοικητικών κατευθυντηρίων γραμμών για την κατάλληλη χρήση της τιμολόγησης μεταβίβασης·

94.  στηρίζει πλήρως την πρόταση της Επιτροπής για ρητή αναφορά των φορολογικών εγκλημάτων μεταξύ των κύριων αδικημάτων που συνδέονται με την νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές ενέργειες, σύμφωνα με τις συστάσεις του 2012 της Ομάδας χρηματοπιστωτικής δράσης (FATF)· ζητεί από την ΕΕ να αυξήσει τη διαφάνεια των πληροφοριών που σχετίζονται με τους πραγματικούς δικαιούχους και των διαδικασιών καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές ενέργειες όσον αφορά την υποχρέωση επιμέλειας έναντι των πελατών τάσσεται υπέρ της εναρμόνισης του αδικήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές ενέργειες σε επίπεδο ΕΕ, και ζητεί την πλήρη εφαρμογή των προτύπων της FATF, μέσω αποτελεσματικών ελέγχων, αναλογικών κυρώσεων και βάσει αξιόπιστων εγγυήσεων·

95.  συνιστά μια διεξοδική αξιολόγηση των κινδύνων που εγκυμονούν τα νέα τραπεζικά και χρηματοοικονομικά προϊόντα, στο πλαίσιο των οποίων οι σχετικές συναλλαγές πραγματοποιούνται ανωνύμως ή εξ αποστάσεως· ζητεί επιπλέον ένα κοινό εννοιολογικό προσδιορισμό των φορολογικών παραδείσων, δεδομένου ότι αυτοί χρησιμοποιούνται συχνά από εγκληματικές οργανώσεις για την έκδοση τίτλων από ιδιωτικές επιχειρήσεις ή τράπεζες, οι ιδιοκτήτες των οποίων δύσκολα μπορεί να διαπιστωθούν·

96.  εκφράζει την ελπίδα να εξευρεθούν λειτουργικές λύσεις οι οποίες, χωρίς να παραβιάζουν τους κανόνες για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, εξασφαλίζουν ότι οι χρηματοπιστωτικοί παράγοντες θα είναι σε θέσε να επαληθεύουν την ταυτότητα του προσώπου που ζητεί την εκτέλεση κάποιας συναλλαγής, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι απάτες που συνδέονται με τις κλοπές ταυτοτήτων αποτελούν το πρώτο στάδιο στη διαδικασία νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές ενέργειες· ως εκ τούτου, επικροτεί τη δημιουργία μίας τραπεζικής ενώσεως·

97.  συνιστά την κατάργηση του τραπεζικού απορρήτου

Για να μην αποφέρει προσόδους η εγκληματική δραστηριότητα

98.  καλεί όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς, δημόσιους και ιδιωτικούς, να κατά πολεμήσουν αποφασιστικά τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές ενέργειες· ζητεί την εξασφάλιση της πλήρους εκπλήρωσης των υποχρεώσεων των επαγγελματιών όσον αφορά την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές ενέργειες, προωθώντας μηχανισμούς αναφοράς ύποπτων συναλλαγών και κωδίκων συμπεριφοράς που αφορούν επαγγελματικούς φορείς και επαγγελματικές ενώσεις·

99.  επισημαίνει τον ουσιαστικό ρόλο που διαδραματίζουν οι μονάδες χρηματοοικονομικών πληροφοριών στην εξασφάλιση υψηλών διεθνών προτύπων για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες· αναγνωρίζει τη σημασία των ευρωπαϊκών μέσων για την ιχνηλασιμότητα των χρηματοοικονομικών ροών με στόχο την καταπολέμηση απειλών όπως το έγκλημα στον κυβερνοχώρο, η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και η χρηματοδότηση της τρομοκρατίας·

100.  συνιστά τη συστηματική εξακρίβωση και τον έλεγχο της ταυτότητας των παικτών, την απαγόρευση της χρήσης ανώνυμων μέσων πληρωμής για τη ρύθμιση των ποσών που διακυβεύονται στα τυχερά παιχνίδια μέσω διαδικτύου καθώς και τον εντοπισμό των διακομιστών (servers) που τα φιλοξενούν και την ανάπτυξη συστημάτων πληροφορικής που να επιτρέπουν τον πλήρη εντοπισμό της μεταφοράς χρημάτων η οποία πραγματοποιείται μέσω των παραδοσιακών τυχερών παιχνιδιών και των διαδικτυακών αντίστοιχων παιχνιδιών·

101.  χαιρετίζει την επέκταση του πεδίου εφαρμογής της τέταρτης οδηγίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ώστε να καλύπτει και τον τομέα των τυχερών παιχνιδιών· καλεί την Επιτροπή να προτείνει νομοθετικό πλαίσιο και κατάλληλα μέτρα για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες τα οποία συνδέονται με στοιχήματα, ιδίως αθλητικών αγώνων, καθορίζοντας νέες αξιόποινες πράξεις, όπως η προσυνεννόηση των αγώνων, καθώς και δεόντως αυστηρές κυρώσεις, και θεσπίζοντας μηχανισμούς για την παρακολούθηση αθλητικών ομοσπονδιών, συλλόγων και φορέων εντός και εκτός διαδικτύου, αλλά, όπου κριθεί απαραίτητο, ακόμη και εθνικών αρχών· παροτρύνει τις αθλητικές οργανώσεις να θεσπίσουν κώδικα δεοντολογίας για το σύνολο του προσωπικού με σαφή απαγόρευση του «στησίματος» αγώνων για στοιχήματα ή άλλους σκοπούς, απαγόρευση συμμετοχής σε τυχερά παιχνίδια σε δικούς τους αγώνες και υποχρέωση αναφοράς πληροφοριών που θα πέφτουν στην αντίληψή τους σχετικά με στήσιμο αγώνων που θα συνοδεύεται από κατάλληλο μηχανισμό προστασίας των καταγγελλόντων·

102.  διαπιστώνει ότι στις δραστηριότητες νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές ενέργειες μέσω στοιχηματισμού σε αθλητικές εκδηλώσεις εμπλέκεται συχνά το οργανωμένο έγκλημα· ζητεί, ως εκ τούτου, από την Επιτροπή να υποβάλει νομοθετική πρόταση που θα περιέχει κοινό ορισμό για τα αδικήματα της διαφθοράς και της απάτης στον αθλητισμό· ζητεί από τα κράτη μέλη να μην επιτρέπουν τον στοιχηματισμό σε αγώνες χωρίς βαθμολογικό ενδιαφέρον, καθώς και να απαγορεύσουν τις πλέον επικίνδυνες μορφές αθλητικών στοιχημάτων· συνιστά επίσης τη θέσπιση, σε εθνικό επίπεδο, μηχανισμών επισήμανσης υπόπτων για διαφθορά στον αθλητισμό, κατά τα πρότυπα των μηχανισμών για την ανίχνευση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές ενέργειες, στους οποίους θα υπάγονται υποχρεωτικώς οι φορείς εκμετάλλευσης τυχερών παιχνιδιών διαδικτύου και εκτός διαδικτύου, καθώς και όλοι οι αθλητικοί παράγοντες·

103.  επισημαίνει ότι θα πρέπει να ενισχυθεί η συνεργασία και η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών, των ρυθμιστικών τους φορέων, της Ευρωπόλ και της Eurojust για την καταπολέμηση εγκληματικών δραστηριοτήτων σε διασυνοριακές δραστηριότητες τυχερών παιχνιδιών μέσω διαδικτύου·

104.  αναγνωρίζει ότι τα τυχερά παιχνίδια μέσω διαδικτύου αποτελούν έναν ολοένα πιο κοινό τρόπο για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές ενέργειες στο πλαίσιο των οποίων τα κέρδη είναι συχνά αφορολόγητα, οι μεγάλοι όγκοι των συναλλαγών καθιστούν πολύ δύσκολο τον εντοπισμό του «βρώμικου» χρήματος και οι πολυάριθμοι φορείς επεξεργασίας των πληρωμών περιπλέκουν ακόμα περισσότερο το σύστημα· ζητεί τη θέσπιση ρυθμιστικού πλαισίου για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές ενέργειες στο πλαίσιο κάθε είδους τυχερών παιχνιδιών μέσω διαδικτύου·

105.  ζητεί από τα κράτη μέλη να συμπεριλάβουν στο ποινικό δίκαιο εναρμονισμένο ορισμό του «στησίματος των αγώνων» και να δημιουργήσουν ένα νομικό μέσο για την καταπολέμησή του φαινομένου αυτού, να ορίσουν σχετικές κυρώσεις, προβλέποντας μεταξύ άλλων πρόστιμα και δήμευση περιουσιακών στοιχείων και να δημιουργήσουν μια εξειδικευμένη μονάδα για την καταπολέμηση του στησίματος των αγώνων στο πλαίσιο των αρχών επιβολής του νόμου, η οποία θα λειτουργεί ως κόμβος επικοινωνίας και συνεργασίας με τα κύρια ενδιαφερόμενα μέρη, περαιτέρω έρευνας και παραπομπής με σκοπό τη δίωξη·

106.  ζητεί μεγαλύτερη συνεργασία σε ευρωπαϊκό επίπεδο –υπό τον συντονισμό της Επιτροπής– για τον εντοπισμό και την πρόληψη της συμμετοχής των φορέων εκμετάλλευσης τυχερών παιχνιδιών μέσω διαδικτύου σε δραστηριότητες στησίματος αγώνων και άλλες παράνομες ενέργειες·

107.  καλεί τα διοικητικά όργανα στον τομέα του αθλητισμού, τα κράτη μέλη και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να επενδύσουν σε εκστρατείες ενημέρωσης των αθλητών σχετικά με το στήσιμο των αγώνων και τις νομικές συνέπειες του εν λόγω ποινικού αδικήματος καθώς και τις επιβλαβείς συνέπειές του στην ακεραιότητα των αθλητικών εκδηλώσεων·

108.  ζητεί την εναρμόνιση του ρόλου των μονάδων χρηματοοικονομικών πληροφοριών των κρατών μελών, την ενίσχυση των εξουσιών τους και τη βελτίωση των μηχανισμών της μεταξύ τους συνεργασίας·

109.  προτείνει στα κράτη μέλη να συντονίζονται περισσότερο όσον αφορά τις καταδικαστικές αποφάσεις και την επιβολή ποινών καθώς και τα σωφρονιστικά τους καθεστώτα και την κατάρτιση του σωφρονιστικού προσωπικού·

110.  συνιστά την ενίσχυση του ρόλου της εποπτείας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όσον αφορά τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές ενέργειες, εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών και της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων και του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού ενόψει της καθιέρωσης μιας αυθεντικής ευρωπαϊκής τραπεζικής ένωσης που θα αντιμετωπίσει τα φαινόμενα διαφθοράς και νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές ενέργειες με αποτελεσματικές δράσεις βάσει εναρμονισμένων κανόνων όσον αφορά τη σύγκρουση συμφερόντων και τα συστήματα ελέγχου· επιμένει ότι, εν τω μεταξύ, θα πρέπει να ενισχυθούν σε εθνικό επίπεδο οι εποπτικές ικανότητες, η εμπειρογνωμοσύνη και η διεισδυτικότητα, με προοπτική τη στενότερη συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών·

111.  ενθαρρύνει τη θέσπιση ελάχιστων κανόνων χρηστής διακυβέρνησης στον φορολογικό τομέα, κυρίως μέσω κοινών πρωτοβουλιών των κρατών μελών όσον αφορά τις σχέσεις τους με εδάφη που έχουν χαρακτήρα φορολογικού παραδείσου, προκειμένου, μεταξύ άλλων, να διευκολυνθεί η πρόσβαση σε αποκλειστικές πληροφορίες σχετικά με την κατοχή τίτλων εκ μέρους εικονικών εταιρειών που ενδέχεται να έχουν την έδρα τους εκεί· επιμένει στη σημασία της ως άνω ανακοινώσεως της Επιτροπής της 6ης Δεκεμβρίου 2012 για την ενίσχυση του δεσμού μεταξύ της πολιτικής της ΕΕ για την απάτη και των αναπτυξιακών, φορολογικών και εμπορικών πολιτικών της·

112.  καλεί την Ευρωπαϊκή Ένωση να προβεί σε αποτελεσματικές ενέργειες στο πλαίσιο διεθνών φόρουμ, όπως οι συνεδριάσεις των ομάδων G8 και G20, με σκοπό την εξάλειψη των εγκλημάτων που σχετίζονται με τους φορολογικούς παραδείσους·

113.  τονίζει ότι οι αρχές που διέπουν τη φορολογία θα πρέπει να ευθυγραμμισθούν με τις συστάσεις του ΟΟΣΑ στην έκθεση με τίτλο «Αντιμετώπιση της διάβρωσης της βάσης και της μεταφοράς των κερδών» (Addressing base erosion and profit shifting), ώστε η γενική αρχή της φορολογίας να είναι ότι η φορολογία επιβάλλεται στον τόπο όπου πραγματοποιούνται οι οικονομικές δραστηριότητες που παράγουν εισόδημα, η επονομαζόμενη δηλαδή αρχή της «προέλευσης του πλούτου»·

114.  εκτιμά ότι η αρχή της προέλευσης του πλούτου διευκολύνει τις φορολογικές αρχές για την αποτελεσματική επιβολή φορολογίας και την αποφυγή της φοροδιαφυγής· εκτιμά ότι είναι απολύτως αναγκαία η ύπαρξη δίκαιου φορολογικού συστήματος, ιδίως σε περιόδους κρίσεων, κατά τις οποίες η φορολογική επιβάρυνση μετακυλίεται αδίκως στις μικρές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, ενώ η φοροδιαφυγή προκαλείται εν μέρει από φορολογικούς παραδείσους στο εσωτερικό της ΕΕ·

115.  υπογραμμίζει ότι η ενίσχυση της καταπολέμησης της φορολογικής απάτης και φοροδιαφυγής είναι ζωτικής σημασίας για την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης στην ΕΕ· τονίζει ότι η μείωση των επιπέδων φορολογικής απάτης και φοροδιαφυγής θα ενίσχυε το δυναμικό ανάπτυξης της οικονομίας, δεδομένου ότι τα δημόσια οικονομικά θα εξυγιαίνονταν και ότι θα αναπτύσσονταν δίκαιοι και ίσοι όροι ανταγωνισμού ανάμεσα στις επιχειρήσεις·

116.  καλεί τις εταιρείες λογιστικού ελέγχου και τους νομικούς συμβούλους να ειδοποιούν τις εθνικές φορολογικές αρχές για τυχόν ενδείξεις επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού της εταιρείας στην οποία ασκούν φορολογικό έλεγχο ή στην οποία παρέχουν συμβουλευτικές υπηρεσίες·

117.  χαιρετίζει τη δέσμευση που ανέλαβε η Επιτροπή να προωθήσει την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών· ζητεί, ωστόσο, για μία ακόμη φορά μια διεθνώς δεσμευτική συμφωνία για την αυτόματη πολυμερή ανταλλαγή φορολογικών πληροφοριών, η οποία θα πρέπει επίσης να καλύπτει τα καταπιστεύματα και τα ιδρύματα, και να περιλαμβάνει κυρώσεις για μη συνεργαζόμενα δικαστήρια και για χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που συνεργάζονται με φορολογικούς παραδείσους· προτρέπει την ΕΕ να εγκρίνει μέτρα παρόμοια με τα προβλεπόμενα στον νόμο των ΗΠΑ για την εξάλειψη των καταχρηστικών τακτικών των φορολογικών παραδείσων (Stop Tax Havens Abuse Act) και να εξετάσει την πιθανότητα αφαίρεσης της τραπεζικής άδειας χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που συνεργάζονται με φορολογικούς παραδείσους· καλεί την Επιτροπή να προτείνει ευρωπαϊκό κατάλογο των φορολογικών παραδείσων που θα βασίζεται σε αυστηρά κριτήρια καθώς και ευρωπαϊκά συστήματα επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τις σχετικές διατάξεις ή ενισχυμένη συνεργασία, εφόσον δεν είναι δυνατή μια κοινή προσέγγιση σε επίπεδο ΕΕ·

118.  καλεί τα κράτη μέλη και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να καταλήξουν σύντομα σε συμφωνία όσον αφορά τις οδηγίες περί διαφάνειας και τους ετήσιους λογαριασμούς ζητεί την διεύρυνση στο μέλλον του πεδίου εφαρμογής των οδηγιών ώστε να καλύπτονται όλες οι μεγάλες επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως του τομέα στον οποίο δραστηριοποιούνται·

119.  καλεί την Επιτροπή να αναπτύξει αυστηρά κριτήρια όσον αφορά τα ουσιαστικά στοιχεία των επιχειρήσεων με σκοπό να μπει τέλος στη δημιουργία εικονικών εταιρειών που προωθούν νόμιμες και παράνομες πρακτικές φοροαποφυγής και φοροδιαφυγής·

120.  καλεί την Επιτροπή να αξιολογήσει τις υφιστάμενες φορολογικές συνθήκες μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών που θα μπορούσαν να θεωρηθούν φορολογικοί παράδεισοι· ζητεί επίσης από την Επιτροπή να υποβάλει προτάσεις, συμπεριλαμβανομένης της αναθεώρησης των συμφωνιών αυτού του είδους, για την αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού· καλεί, τέλος, την Επιτροπή να υποβάλει έκθεση σχετικά με τα ευρήματα και τις προτάσεις της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το αργότερο μέχρι τα τέλη του 2013·

Οι νέες τεχνολογίες στην υπηρεσία της καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος

121.  υποστηρίζει ότι τα ευρωπαϊκά δορυφορικά συστήματα εντοπισμού θέσης και παρατήρησης της γης μπορούν να συμβάλουν στον εντοπισμό των δρομολογίων των πλοίων που διεξάγουν παράνομες επιχειρήσεις μεταφοράς, εκφόρτωσης ή μεταφόρτωσης παράνομων εμπορευμάτων· ζητεί, ως εκ τούτου, από τις δικαστικές αρχές την ενίσχυση της χρησιμοποίησης νέων τεχνολογιών, συμπεριλαμβανομένων των δορυφορικών δεδομένων παρατήρησης, στον τομέα αυτόν, δεδομένου ότι θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην καταπολέμηση των δραστηριοτήτων οργανωμένου εγκλήματος·

122.  διαπιστώνει ότι η παγκόσμια αύξηση της χρήσης του διαδικτύου έχει παράσχει νέες δυνατότητες για εγκληματικές δραστηριότητες που βασίζονται στο διαδίκτυο, όπως η κλοπή διανοητικής ιδιοκτησίας, η πώληση και η αγορά παραποιημένων προϊόντων και η κλοπή ταυτότητας, που απειλούν την οικονομία, την ασφάλεια και την υγεία των ευρωπαίων πολιτών·

123.  διαπιστώνει ότι οι δημόσιες εκστρατείες ενημέρωσης και οι δράσεις ευαισθητοποίησης έχουν ουσιαστική σημασία για την αντιμετώπιση του διογκούμενου προβλήματος του ηλεκτρονικού εγκλήματος· τονίζει ότι η ελλιπής ενημέρωση και η έλλειψη των απαραίτητων δεξιοτήτων που χαρακτηρίζει την πλειονότητα των χρηστών ενισχύει την ικανότητα των ομάδων του οργανωμένου εγκλήματος να εκμεταλλεύονται το διαδίκτυο και τις δυνατότητές του·

124.  χαιρετίζει την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Κέντρου της Europol για την Καταπολέμηση του Εγκλήματος στον Κυβερνοχώρο και ζητεί την περαιτέρω ανάπτυξη της υπηρεσίας αυτής, προκειμένου ιδίως να καταπολεμηθεί το οργανωμένο έγκλημα και σε διασυνοριακό επίπεδο και σε συνεργασία με τρίτες χώρες·

125.  τονίζει ότι είναι επείγουσα ανάγκη να αναπτυχθεί μια κοινά αποδεκτή και έγκυρη έννοια του όρου «ηλεκτρονικό έγκλημα» που θα μπορεί να εφαρμόζεται από όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ·

126.  ενθαρρύνει την προώθηση της έρευνας σχετικά με τη χρήση νέων τεχνολογιών στα διάφορα συστήματα ελέγχου που χρησιμοποιούνται από τα κράτη μέλη και την διευκόλυνση της χρήσης τους· σε αυτά θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται, για παράδειγμα, η διαδικτυακή παρακολούθηση και η καταγραφή των επιτόπιων φορολογικών ελέγχων, των τελωνειακών και άλλων ελέγχων από κεντρικές μονάδες για την καταπολέμηση της διαφθοράς·

127.  ενθαρρύνει τη δημιουργία ενός ενιαίου συστήματος κοινοποίησης που θα περιλαμβάνει όλες τις περιπτώσεις απάτης και διαφθοράς που υπόκεινται σε δίωξη (με κατάλληλη προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και του τεκμηρίου αθωότητας)·

Τελικές συστάσεις

128.  ζητεί τη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής εισαγγελικής αρχής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 86 της ΣΛΕΕ, ειδικότερα για την καταπολέμηση, διερεύνηση και δίωξη αδικημάτων που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης και των σοβαρών αδικημάτων διασυνοριακού χαρακτήρα· συνιστά να δοθεί στη μελλοντική ευρωπαϊκή εισαγγελική αρχή μια ευέλικτη και απλή δομή, με λειτουργίες συντονισμού αλλά και ενθάρρυνσης των εθνικών αρχών ώστε να καθίστανται οι έρευνες πιο συνεπείς μέσω ενιαίων διαδικαστικών κανόνων· θεωρεί ότι είναι ζωτικής σημασίας η Επιτροπή να καθορίσει με σαφήνεια, πριν από τον Σεπτέμβριο 2013, τη δομή της ευρωπαϊκής εισαγγελικής αρχής, με ειδική αναφορά στην αλληλεπίδραση μεταξύ της Europol, της Eurojust, της OLAF και του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, και ότι η ευρωπαϊκή εισαγγελική αρχή πρέπει να υποστηριχθεί, μέσω σαφούς πλαισίου δικονομικών δικαιωμάτων, στη διεκπεραίωση των υποθέσεων που αφορούν αδικήματα για τα οποία έχει ορισθεί σαφώς η αρμοδιότητά της·

129.  είναι της άποψης ότι η Eurojust μπορεί να συνεχίσει να ασχολείται με τα αδικήματα που προβλέπει το άρθρο 83 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, καθώς επίσης, όπου κρίνεται απαραίτητο, και με αδικήματα συμπληρωματικής φύσης ως προς την εφαρμογή των πολιτικών της Ένωσης, όπως προβλέπει η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου,·συνεχίζοντας την λογοδοσία επί θεμάτων δημοκρατικών και θεμελιωδών δικαιωμάτων με την ευκαιρία της επικείμενης αναθεώρησής της·

130.  παροτρύνει τα κράτη μέλη να μην μειώσουν τον προϋπολογισμό της Ένωσης λόγω συγκυρίας, αλλά να διαθέσουν πρόσθετους πόρους για την Ευρωπόλ, τη Eurojust, τη Frontex και τη μελλοντική ευρωπαϊκή εισαγγελική αρχή, η επιτυχία των οποίων θα έχει πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα για τη μείωση των απολεσθέντων φόρων για τα κράτη μέλη·

131.  επιθυμεί να επιτευχθεί συμφωνία με το Λιχτενστάιν για την καταπολέμηση του διασυνοριακού εγκλήματος·

132.  καλεί επιμόνως τα κράτη μέλη να μεταφέρουν στο εθνικό τους δίκαιο, το συντομότερο δυνατόν, την οδηγία 2012/29/EΕ για τη θέσπιση ελάχιστων προτύπων σχετικά με τα δικαιώματα, την υποστήριξη και την προστασία των θυμάτων της εγκληματικότητας· ζητεί από την Επιτροπή να μεριμνήσει για την σωστή μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό τους δίκαιο· προτρέπει τα κράτη μέλη και την Επιτροπή να ολοκληρώσουν τον οδικό χάρτη για τα δικαιώματα των υπόπτων και των κατηγορούμενων σε ποινικές διαδικασίες, και να συντάξουν οδηγία για την προδικαστική κράτηση·

133.  ζητεί αυστηρότερες ποινές για τη συμμετοχή σε οργανωμένο έγκλημα, εγκλήματα σχετιζόμενα με τη διακίνηση ναρκωτικών, την εμπορία ανθρώπων και ανθρωπίνων οργάνων·

134.  παροτρύνει τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της διαφθοράς, να εγκρίνουν νομοθετικά και άλλα μέτρα για τον χαρακτηρισμό ως ποινικού αδικήματος, όταν γίνεται σκοπίμως, του παράνομου πλουτισμού, δηλαδή της σημαντικής αύξησης των περιουσιακών στοιχείων ενός δημόσιου λειτουργού την οποία δεν μπορεί να δικαιολογήσει εύλογα σε σχέση με το νόμιμο εισόδημά του·

135.  εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι, παρόλο που μια ολόκληρη σειρά από τα επονομαζόμενα «αναδυόμενα» εγκλήματα –όπως, για παράδειγμα, η παράνομη διακίνηση αποβλήτων, το λαθρεμπόριο έργων τέχνης και προστατευόμενων ειδών και η παραποίηση προϊόντων– αποτελούν εξαιρετικά κερδοφόρες δραστηριότητες για τις εγκληματικές οργανώσεις, με ιδιαίτερα αρνητικό κοινωνικο-περιβαλλοντικό αντίκτυπο και με έντονο διακρατικό χαρακτήρα, δεν συγκαταλέγονται στην κατηγορία των «ευρωεγκλημάτων»· πιστεύει ότι τα εν λόγω εγκλήματα πρέπει να ληφθούν επαρκώς υπόψη στις επιλογές που γίνονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο και προτείνει, επίσης, στο Συμβούλιο, δυνάμει των αρμοδιοτήτων που του ανατίθενται από το άρθρο 83 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, να εκδώσει απόφαση για τον προσδιορισμό και άλλων πεδίων εγκληματικότητας, στα οποία θα συμπεριλαμβάνονται και τα προαναφερθέντα·

136.  καλεί την Επιτροπή να υποβάλει, το συντομότερο δυνατόν, νομοθετική πρόταση για ένα αποτελεσματικό ευρωπαϊκό πρόγραμμα προστασίας όσων προβαίνουν σε καταγγελίες για περιπτώσεις διαφθοράς που συνδέεται με διασυνοριακά εγκλήματα και εγκλήματα που θίγουν ευρωπαϊκά οικονομικά συμφέροντα καθώς και προστασίας των μαρτύρων και των ατόμων που συνεργάζονται με τη δικαιοσύνη, με προοπτική τη διευθέτηση της δύσκολης κατάστασης που αντιμετωπίζουν και των συνθηκών κάτω από τις οποίες αναγκάζονται να ζήσουν λόγω των κινδύνων που κυμαίνονται από τυχόν αντίποινα μέχρι τη διάλυση των οικογενειακών δεσμών και από την εκτόπιση από την χώρα κατοικίας τους μέχρι τον κοινωνικό και επαγγελματικό αποκλεισμό·

137.  υποστηρίζει ότι η μεταχείριση των μαρτύρων και η διαχείριση των προγραμμάτων προστασίας δεν μπορεί να εξαρτώνται από δημοσιονομικούς περιορισμούς, στον βαθμό που η διασφάλιση της ασφάλειας και της ακεραιότητας των πολιτών και, ειδικότερα, εκείνων των οποίων η ζωή έχει αναστατωθεί προκειμένου να βοηθήσουν το κράτος, αποτελεί καθήκον το οποίο οι εθνικές και ευρωπαϊκές αρχές· καλεί όλα τα κράτη μέλη να λάβουν τα αναγκαία μέτρα (νομοθετικά και μη) ώστε να διασφαλίζεται τόσο η σωματική ακεραιότητα των μαρτύρων και των συγγενών τους όσο και το δικαίωμά τους σε έναν αξιοπρεπή κοινωνικό, επαγγελματικό, προσωπικό και οικονομικό βίο, με την επαρκή στήριξη των θεσμικών οργάνων (μεταξύ των οποίων η πρόσληψη του μάρτυρα από τις δημόσιες αρχές)·

138.  καλεί την Επιτροπή να εφαρμόσει, το συντομότερο δυνατό, όλα τα μέτρα και τα μέσα που παρουσιάζονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών με τίτλο «Η στρατηγική της ΕΕ για την εξάλειψη της εμπορίας ανθρώπων 2012-2016» (COM(2012)0286

139.  καλεί την Επιτροπή να υποβάλει νομοθετική πρόταση σχετικά με την Ευρωπόλ, όπως ορίζεται στο άρθρο 88 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ, με σκοπό τη βελτίωση της επιχειρησιακής αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας της Ευρωπόλ στον τομέα της καταπολέμησης των σοβαρών αδικημάτων και του οργανωμένου εγκλήματος· υπογραμμίζει ότι η μελλοντική μεταρρύθμιση της υπηρεσίας αυτής δεν θα πρέπει να υπονομεύσει τον ιδιαίτερο ρόλο της Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Ακαδημίας (CEPOL) όσον αφορά τις δραστηριότητες κατάρτισης που αναπτύσσονται στο πλαίσιο της ΕΕ, στο πεδίο της επιβολής του νόμου·

140.  απευθύνει έκκληση προς όλα τα κράτη μέλη να μεταφέρουν άμεσα στην εθνική τους νομοθεσία όλα τα υφιστάμενα ευρωπαϊκά και διεθνή νομικά μέσα, ανταποκρινόμενα ιδιαίτερα στις πολλαπλές εκκλήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ορθή μεταφορά των πολυάριθμων ισχυουσών αποφάσεων-πλαίσιο

141.  υπογραμμίζει την ανάγκη να προωθηθεί μια νοοτροπία νομιμότητας και να αυξηθεί η ενημέρωση των πολιτών σχετικά με το φαινόμενο των οργανώσεων τύπου μαφίας· αναγνωρίζει, εν προκειμένω, τον θεμελιώδη ρόλο που διαδραματίζουν οι πολιτιστικοί, ψυχαγωγικοί και αθλητικοί σύλλογοι στην ευαισθητοποίηση της κοινωνίας των πολιτών όσον αφορά την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος και την προώθηση της νομιμότητας και της δικαιοσύνης·

142.  καλεί την Επιτροπή να αναπτύξει ένα ευρωπαϊκό σχέδιο δράσης κατά της παράνομης εμπορίας άγριας χλωρίδας και πανίδας, με σαφείς και συγκεκριμένους στόχους, τόσο στο εσωτερικό της ΕΕ όσο και εκτός αυτής, με σκοπό τη μείωση του παράνομου εμπορίου άγριων ειδών και τμημάτων του σώματος των ζώων· καλεί την Επιτροπή και το Συμβούλιο να κάνουν χρήση των υπηρεσιών τους που δραστηριοποιούνται στους τομείς του εμπορίου και της ανάπτυξης ώστε να εκπονήσουν ειδικά προγράμματα, με σημαντική χρηματοδότηση, για την ενίσχυση της εφαρμογής της Σύμβασης για το Διεθνές Εμπόριο των Απειλούμενων με Εξάλειψη Αγρίων Ειδών Πανίδας και Χλωρίδας (CITES) και να παράσχουν πόρους για την ενίσχυση της καταπολέμησης της λαθροθηρίας και της παράνομης εμπορίας, ιδίως μέσω της υποστήριξης, της ενίσχυσης και της επέκτασης πρωτοβουλιών καταστολής του εγκλήματος, όπως τα δίκτυα ASEAN-WEN και HA-WEN, που στοχεύουν στη δημιουργία περιφερειακών κέντρων εμπειρογνωμοσύνης και στην παροχή προτύπων συνεργασίας κατά του εγκλήματος που αφορά άγρια είδη·

143.  ζητεί εναρμονισμένες και αυστηρές κυρώσεις για τη λαθραία εισαγωγή άγριων ζώων, τμημάτων τους σώματός τους, καθώς και σπάνιων φυτών και δέντρων στην Ένωση·

o
o   o

144.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, την Επιτροπή, τα εθνικά κοινοβούλια, την Ευρωπαϊκή Αστυνομική Ακαδημία, την Ευρωπόλ, την Eurojust, την OLAF, το Συμβούλιο της Ευρώπης, τον ΟΟΣΑ, την Interpol, το UNODC, την Παγκόσμια Τράπεζα και την FATF.

(1) ΕΕ C 115 της 4.5.2010, σ. 1.
(2) ΕΕ C 195 της 25.6.1997, σ. 1.
(3) ΕΕ L 300 της 11.11.2008, σ. 42.
(4) ΕΕ L 182 της 5.7.2001, σ. 1.
(5) ΕΕ L 196 της 2.8.2003, σ. 45.
(6) ΕΕ L 68 της 15.3.2005, σ. 49.
(7) ΕΕ L 328 της 24.11.2006, σ. 59.
(8) ΕΕ L 332 της 18.12.2007, σ. 103.
(9) ΕΕ L 190 της 18.7.2002, σ. 1.
(10) ΕΕ L 162 της 20.6.2002, σ. 1.
(11) ΕΕ L 321 της 8.12.2009, σ. 44.
(12) ΕΕ L 101 της 15.4.2011, σ. 1.
(13) ΕΕ L 335 της 17.12.2011, σ. 1.
(14) ΕΕ L 309 της 25.11.2005, σ. 15.
(15) ΕΕ L 309 της 25.11.2005, σ. 9.
(16) ΕΕ L 47 της 18.2.2004, σ. 1.
(17) ΕΕ L 345 της 8.12.2006, σ. 1.
(18) ΕΕ L 192 της 31.7.2003, σ. 54.
(19) ΕΕ L 134 της 30.4.2004, σ. 1.
(20) ΕΕ L 134 της 30.4.2004, σ. 114.
(21) ΕΕ L 315 της 14.11.2012, σ. 57.
(22) ΕΕ C 199 Ε της 7.7.2012, σ. 37.
(23) ΕΕ C 51 Ε της 22.2.2013, σ. 121.
(24) ΕΕ C 131 Ε της 8.5.2013, σ. 66.
(25) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2012)0208.
(26) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2011)0516.
(27) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2013)0098.
(28) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_ΤΑ(2013)0004.
(29) ΕΕ C 124 Ε της 25.5.2006, σ. 254.
(30) Kείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2013)0205.
(31) Μελέτη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την αποτροπή περιπτώσεων απάτης με κονδύλια της ΕΕ μέσω της ερευνητικής δημοσιογραφίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 (PE 490.663), της 17ης Οκτωβρίου 2012.
(32) Ειδική έκδοση του ευρωβαρομέτρου 374 για τη διαφθορά, Φεβρουάριος 2012.

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου