Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2012/2078(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A7-0372/2013

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A7-0372/2013

Συζήτηση :

PV 11/12/2013 - 8
CRE 11/12/2013 - 8

Ψηφοφορία :

PV 12/12/2013 - 12.20
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P7_TA(2013)0598

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 476kWORD 136k
Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2013 - Στρασβούργο Οριστική έκδοση
Προβλήματα συνταγματικής φύσης από μια πολυεπίπεδη διακυβέρνηση στην ΕΕ
P7_TA(2013)0598A7-0372/2013

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2013 σχετικά με τα προβλήματα συνταγματικής φύσης από μια πολυεπίπεδη διακυβέρνηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση (2012/2078(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τη Συνθήκη του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ)(1),

–  έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη Σταθερότητα, τον Συντονισμό και τη Διακυβέρνηση στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΣΣΣΔ)(2),

–  έχοντας υπόψη το εξάπτυχο(3),

–  έχοντας υπόψη το δίπτυχο(4),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2012 σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου(5),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 12ης Σεπτεμβρίου 2013 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων(6),

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της 5ης Δεκεμβρίου 2012 των προέδρων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Ευρωομάδας με τίτλο «Προς μια ουσιαστική Οικονομική και Νομισματική Ένωση»(7),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 28ης Nοεμβρίου 2012 με τίτλο «Σχέδιο στρατηγικής για μια βαθιά και ουσιαστική οικονομική και νομισματική ένωση - Έναρξη συζήτησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο» (COM(2012)0777),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 20ής Νοεμβρίου 2012 που περιέχει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με την έκθεση των προέδρων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Ευρωομάδας «Προς μια ουσιαστική Οικονομική και Νομισματική Ένωση»(8),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 23ης Μαΐου 2013 σχετικά με τις μελλοντικές νομοθετικές προτάσεις για την Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ)(9),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 12ης Ιουνίου 2013 σχετικά με την ενίσχυση της ευρωπαϊκής δημοκρατίας στη μελλοντική Οικονομική και Νομισματική Ένωση(10),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 48 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Θεμάτων και της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων (A7-0372/2013),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφοροποίηση αποτελεί συστατικό στοιχείο της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και μέσο που επιτρέπει την πρόοδο και διασφαλίζει τον ουσιαστικό σεβασμό στην αρχή της ισότητας, η οποία νοείται ως ίση μεταχείριση όμοιων καταστάσεων και άνιση μεταχείριση ανόμοιων καταστάσεων·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφοροποιημένη ολοκλήρωση πρέπει να συνεχίσει να λειτουργεί ως πρόδρομος για την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, που ξεκινά από μια υποομάδα κρατών μελών, παραμένει ανοιχτή σε όλα τα κράτη μέλη και αποσκοπεί στην πλήρη ενσωμάτωση στις Συνθήκες·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφοροποιημένη ολοκλήρωση λαμβάνει δύο μορφές: πρόκειται για την ολοκλήρωση «πολλαπλών ταχυτήτων», κατά την οποία τα κράτη επιδιώκουν την επίτευξη των ίδιων στόχων σύμφωνα με διαφορετικά χρονοδιαγράμματα και για την «πολυεπίπεδη» ολοκλήρωση, κατά την οποία τα κράτη συμφωνούν να διαφέρουν ως προς τους στόχους τους∙

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφοροποίηση δεν πρέπει να υπονομεύει την ιθαγένεια της Ένωσης, η οποία αποτελεί τη θεμελιώδη ιδιότητα των πολιτών των κρατών μελών, δίνοντας τη δυνατότητα σε όσους βρίσκονται στην ίδια κατάσταση να απολαμβάνουν, εντός του πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης, την ίδια μεταχείριση ενώπιον του νόμου, ανεξάρτητα από την εθνικότητά τους·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε διαφοροποίηση θα σέβεται και, ως εκ τούτου, θα ενισχύει την ενότητα της ευρωπαϊκής έννομης τάξης καθώς επίσης την αποτελεσματικότητα και τη συνοχή της, την αρχή της μη διακριτικής μεταχείρισης με βάση την εθνικότητα καθώς και τη δημιουργία του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης χωρίς εσωτερικά σύνορα, και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφοροποίηση μπορεί να επιδιωχθεί σε περιπτώσεις που δεν είναι δυνατή ή προσβάσιμη η ανά πάσα στιγμή ανάληψη κοινής δράσης·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφοροποίηση είναι και θα πρέπει πάντοτε να είναι ενσωματωμένη στο ενιαίο θεσμικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφοροποιημένη ολοκλήρωση σέβεται την αρχή της επικουρικότητας σύμφωνα με το άρθρο 5 ΣΕΕ και το πρωτόκολλο 2 σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι Συνθήκες προσφέρουν αρκετές επιλογές και μέσα για μια διαφοροποιημένη ολοκλήρωση, στα οποία περιλαμβάνονται περιορισμοί του εδαφικού πεδίου εφαρμογής, ρήτρες διασφάλισης, παρεκκλίσεις, ρήτρες εξαίρεσης, ρήτρες προαιρετικής συμμετοχής, ενισχυμένη συνεργασία και ειδικές διατάξεις για κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ, υπό την προϋπόθεση ότι τα μέσα αυτά σέβονται την ενότητα, την αποτελεσματικότητα και τη συνοχή της ευρωπαϊκής έννομης τάξης και είναι ενσωματωμένα στο ενιαίο θεσμικό πλαίσιο (κοινοτική μέθοδος)·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ορισμένα κράτη μέλη έχουν επιτύχει την εξαίρεσή τους από διάφορες πολιτικές της ΕΕ – όπως καθορίζεται σε διάφορα πρωτόκολλα των Συνθηκών – πράγμα το οποίο ενδέχεται να θέτει σε κίνδυνο την ενότητα, την αποτελεσματικότητα και τη συνοχή της ευρωπαϊκής έννομης τάξης·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι παρεκκλίσεις σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ επιτρέπουν διαφοροποίηση μεταξύ συγκεκριμένων κρατών μελών στο πλαίσιο νομικής πράξης που απευθύνεται σε όλα τα κράτη μέλη, εξακολουθώντας να έχουν πάντα ως στόχο τη σταδιακή καθιέρωση και διασφάλιση της λειτουργικότητας της εσωτερικής αγοράς·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιλαμβάνει, στο άρθρο 114 παράγραφοι 4 και 5, στο άρθρο 153 παράγραφος 4, στο άρθρο 168 παράγραφος 4, στο άρθρο 169 παράγραφος 4 και στο άρθρο 193, ρήτρες διασφάλισης που δίνουν τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να εφαρμόζουν ή να θεσπίζουν πιο αυστηρά μέτρα προστασίας στα πλαίσια του πεδίου εφαρμογής μιας νομικής πράξης που απευθύνεται σε όλα τα κράτη μέλη·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ενισχυμένη συνεργασία απαιτεί τη συμμετοχή τουλάχιστον εννέα κρατών μελών σε τομέα που καλύπτεται από μη αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης, δίνει τη δυνατότητα σε μη συμμετέχοντα κράτη μέλη να συμμετέχουν σε διαβουλεύσεις αλλά όχι σε ψηφοφορίες, και είναι ανοιχτή ανά πάσα στιγμή σε όλα τα κράτη μέλη·

ΙΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαδικασία ενισχυμένης συνεργασίας δίνει, ως έσχατη λύση, τη δυνατότητα θέσπισης μέτρων που δεσμεύουν μια υποομάδα κρατών μελών έπειτα από άδεια που χορηγεί το Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία και εντός του πεδίου της ΚΕΠΠΑ έπειτα από άδεια που χορηγείται με ομοφωνία·

ΙΕ.  επισημαίνει ότι ο εν λόγω μηχανισμός χρησιμοποιείται ήδη στο δίκαιο περί διαζυγίου σε διευρωπαϊκό επίπεδο και στο ευρωπαϊκό δίκαιο περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και ότι εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στο πλαίσιο της θέσπισης ενός φόρου επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών·

ΙΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στον τομέα της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας ομάδες κρατών έχουν τη δυνατότητα να αναλαμβάνουν συγκεκριμένα καθήκοντα ή αποστολές, καθώς και ότι στον τομέα της κοινής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας προβλέπεται η σύσταση μιας μόνιμης βασικής ομάδας στρατιωτικά ικανών κρατών∙

ΙΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, ιστορικά, η Συμφωνία του Σένγκεν του 1986 και η Σύμβαση του Σένγκεν του 1990, που υπεγράφησαν από μια υποομάδα κρατών μελών και αντικατέστησαν τους μεταξύ τους συνοριακούς ελέγχους· η Συμφωνία για την Κοινωνική Πολιτική του 1991, μεταξύ μιας υποομάδας κρατών μελών, η οποία διεύρυνε τις πρώην αρμοδιότητες της ΕΚ στο πεδίο της απασχόλησης και των κοινωνικών δικαιωμάτων, δίνοντας τη δυνατότητα ψηφοφορίας με ειδική πλειοψηφία· και η Σύμβαση του Prüm του 2005, μεταξύ μιας υποομάδας κρατών μελών και της Νορβηγίας σχετικά με την ανταλλαγή στοιχείων και συνεργασίας για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, αποτελούν μορφές διαφοροποιημένης ολοκλήρωσης·

ΙΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το κεκτημένο του Σένγκεν ενσωματώθηκε στις Συνθήκες με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, με ρήτρες εξαίρεσης για το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ιρλανδία και τη Δανία·

ΙΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία μπορούν, ανά πάσα στιγμή, να συμμετέχουν σε ορισμένες ή σε όλες τις διατάξεις του κεκτημένου του Σένγκεν, και ότι η Δανία εξακολουθεί να δεσμεύεται από την αρχική Συμφωνία και τη Σύμβαση του Σένγκεν·

Κ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Σύμβαση του Prüm έχει εν μέρει ενσωματωθεί στο νομικό πλαίσιο της ΕΕ∙

ΚΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Συμφωνία για την Κοινωνική Πολιτική ενσωματώθηκε στις Συνθήκες μέσω της Συνθήκης του Άμστερνταμ, χωρίς ρήτρα εξαίρεσης·

ΚΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι Συνθήκες προβλέπουν διάφορες δυνατότητες για την επίτευξη προόδου στους τομείς της πολιτικής απασχόλησης και της κοινωνικής πολιτικής, οι δυνατότητες όμως αυτές δεν έχουν αξιοποιηθεί πλήρως, ιδίως όσον αφορά τα άρθρα 9, 151 και 153 αλλά και, γενικότερα, το άρθρο 329 της ΣΛΕΕ· ως εκ τούτου, μπορεί να επιτευχθεί μεγαλύτερη κοινωνική σύγκλιση, χωρίς τροποποίηση της Συνθήκης και τηρουμένης της αρχής της επικουρικότητας·

ΚΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ΕΜΣ) και η Συνθήκη για τη Σταθερότητα, τον Συντονισμό και τη Διακυβέρνηση στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (το «Δημοσιονομικό Σύμφωνο») επικυρώθηκαν σε διακυβερνητικό πλαίσιο εκτός των Συνθηκών·

ΚΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ) και ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ΕΜΣ) είναι συμφωνίες που βασίζονται στο διεθνές δίκαιο και συνάπτονται από τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ·

ΚΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι πρέπει να ληφθούν αναγκαία μέτρα, σύμφωνα με την ΣΕΕ και την ΣΛΕΕ, με στόχο την ενσωμάτωση των ουσιαστικών διατάξεων της ΣΣΣΔ, που βασίζονται στο διεθνές δίκαιο και συνάπτονται από τα κράτη μέλη εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου και της Τσεχικής Δημοκρατίας, στο νομικό πλαίσιο της Ένωσης εντός πέντε ετών, το πολύ, από την έναρξη ισχύος της ΣΣΣΔ και βάσει μιας αξιολόγησης της πείρας από την εφαρμογή της·

ΚΣΤ.  εκτιμώντας ότι το 'Σύμφωνο ευρώ+', η στρατηγική 'Ευρώπη 2020' και το 'Σύμφωνο Ανάπτυξης και Απασχόλησης' πρέπει να ενσωματωθούν στο ενωσιακό δίκαιο και να προλειάνουν το έδαφος για τη θέσπιση ενός κώδικα σύγκλισης των οικονομιών των κρατών μελών·

ΚΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διεθνείς συμφωνίες που δεν έχουν ενσωματωθεί στις Συνθήκες και αποσκοπούν στην υλοποίηση των στόχων που θέτουν οι τελευταίες έχουν χρησιμοποιηθεί ως απόλυτο μέσο ύστατης λύσης για διαφοροποιημένη ολοκλήρωση, προβλέποντας την υποχρέωση να ενσωματώσουν το περιεχόμενο της εν λόγω διεθνούς συμφωνίας στις Συνθήκες∙

ΚΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η δημιουργία της ΟΝΕ αποτέλεσε ένα ποιοτικό βήμα ως προς την ολοκλήρωση, ορίζοντας ένα μοντέλο πολυεπίπεδης διακυβέρνησης το οποίο επηρεάζει θεσμικά όργανα και διαδικασίες·

ΚΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ένα κράτος μέλος, εφόσον το επιθυμεί, διαθέτει μόνιμη παρέκκλιση από την ένταξη στο ευρώ (Πρωτόκολλο αριθ. 15) και ένα άλλο διαθέτει συνταγματική εξαίρεση (Πρωτόκολλο αριθ. 16)·

Λ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, στον τομέα της νομισματικής πολιτικής, οι διατάξεις που αφορούν την ΕΚΤ προβλέπουν διαφοροποίηση στη θεσμική δομή, με το διοικητικό συμβούλιο ως το βασικό όργανο λήψης αποφάσεων, αποτελούμενο μόνο από τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ, και το γενικό συμβούλιο να συνδέει τα κράτη μέλη που δεν ανήκουν στη ζώνη του ευρώ, καθώς και στη χρηματοοικονομική δομή, με τις εθνικές κεντρικές τράπεζες όλων των κρατών μελών να έχουν εγγράψει εισφορά στο κεφάλαιο της ΕΚΤ (άρθρο 28.1 του καταστατικού της ΕΚΤ), όμως μόνο οι εθνικές κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ να καταβάλλουν το μερίδιό τους στο εγγεγραμμένο κεφάλαιο της ΕΚΤ (άρθρο 28.1 του καταστατικού της ΕΚΤ)·

ΛΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 127 παράγραφος 6 της ΣΛΕΕ εξουσιοδοτεί το Συμβούλιο να αναθέτει στην ΕΚΤ ειδικά καθήκοντα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και των λοιπών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, εξαιρέσει των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, και έχει χρησιμοποιηθεί ως νομική βάση για έναν κανονισμό ίδρυσης του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (ΕΕΜ) για την ευρωζώνη και προβλέπει εθελοντική συμμετοχή των κρατών μελών που δεν ανήκουν στη ζώνη του ευρώ, θεσπίζοντας στενή συνεργασία με την ΕΚΤ·

ΛΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 139 της ΣΛΕΕ απαλλάσσει τα κράτη μέλη με παρεκκλίσεις από την εφαρμογή συγκεκριμένων διατάξεων της συνθήκης και από τα σχετικά δικαιώματα ψήφου·

ΛΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα άρθρα 136 και 138 της ΣΛΕΕ προβλέπουν μια συγκεκριμένη μορφή για τη θέσπιση μέτρων προς εφαρμογή στα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ, με την ψήφο στο Συμβούλιο να περιορίζεται στους εκπροσώπους των εν λόγω κρατών μελών και, όπου ορίζει η διαδικασία, με ψήφο ολόκληρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου·

ΛΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 136 της ΣΛΕΕ έχει ήδη τεθεί σε εφαρμογή σε συνδυασμό με το άρθρο 121.6 για τη θέσπιση κανονισμών·

ΛΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, στον τομέα της έρευνας, της τεχνολογικής ανάπτυξης και του διαστήματος, το άρθρο 184 της ΣΛΕΕ προβλέπει συμπληρωματικά προγράμματα για το πολυετές πρόγραμμα-πλαίσιο, με συμμετοχή μόνο μιας υποομάδας κρατών μελών που τα χρηματοδοτούν και υπόκεινται σε πιθανή συμμετοχή της Ένωσης, τα οποία όμως θεσπίζονται σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία στην οποία συμμετέχουν το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο σύνολό τους, με την επιφύλαξη της συμφωνίας των κρατών μελών που συμμετέχουν στα εν λόγω συμπληρωματικά προγράμματα·

ΛΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012, η αρχή της οικουμενικότητας του προϋπολογισμού δεν αποτρέπει μια ομάδα κρατών μελών να εγγράψουν χρηματοδοτική εισφορά στον προϋπολογισμό της ΕΕ ή συγκεκριμένα έσοδα για μια συγκεκριμένη δαπάνη, όπως, για παράδειγμα, συμβαίνει ήδη στην περίπτωση του αντιδραστήρα υψηλής ροής, σύμφωνα με την απόφαση 2012/709/Ευρατόμ·

ΛΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 137 της ΣΛΕΕ και το Πρωτόκολλο 14 ορίζουν την Ευρωομάδα ως άτυπο όργανο·

ΛΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ομαλή λειτουργία της ΟΝΕ απαιτεί πλήρη και ταχεία εφαρμογή των μέτρων που έχουν ήδη συμφωνηθεί στο πλαίσιο του ενισχυμένου οικονομικού πλαισίου διακυβέρνησης, όπως είναι το ενισχυμένο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ) και το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο, με συμπληρωματικές πολιτικές ενίσχυσης της ανάπτυξης·

ΛΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι μια ουσιαστικότερη ΟΝΕ απαιτεί ισχυρότερες αρμοδιότητες, οικονομικούς πόρους και δημοκρατική λογοδοσία, και η θέσπισή της πρέπει να ακολουθήσει μια προσέγγιση δύο σταδίων η οποία θα βασίζεται, αφενός, στην άμεση πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρουν οι ισχύουσες Συνθήκες, και αφετέρου, σε μια αλλαγή της Συνθήκης που θα καθοριστεί με Σύμβαση·

Μ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, προκειμένου να καταστεί η διακυβέρνηση της ΟΝΕ αποτελεσματική, νόμιμη και δημοκρατική, πρέπει να βασίζεται στο θεσμικό και νομικό πλαίσιο της Ένωσης·

ΜΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η δημοκρατική νομιμότητα και λογοδοσία πρέπει να διασφαλίζεται στο επίπεδο λήψης αποφάσεων·

ΜΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΟΝΕ θεσπίζεται από την Ένωση, οι πολίτες της οποίας εκπροσωπούνται άμεσα σε ενωσιακό επίπεδο από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο·

Α.ΑΡΧΕΣ

1.  επαναλαμβάνει την έκκλησή του για μια ουσιαστική ΟΝΕ η οποία απαιτεί ενίσχυση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης, ειδικά στον τομέα της οικονομικής πολιτικής, και ενίσχυση της δημοσιονομικής της ικανότητας, καθώς επίσης του ρόλου και της δημοκρατικής λογοδοσίας της Επιτροπής και των προνομίων του Κοινοβουλίου·

2.  είναι της άποψης ότι μια τέτοια αυξημένη δημοσιονομική ικανότητα πρέπει να βασίζεται σε καθορισμένους ιδίους πόρους (συμπεριλαμβανομένου ενός φόρου επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών (ΦΧΣ)), και μια δημοσιονομική ικανότητα η οποία, θα πρέπει, στο πλαίσιο του προϋπολογισμού της Ένωσης, να στηρίζει την ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή, αντιμετωπίζοντας τις ανισορροπίες, τις διαρθρωτικές αποκλίσεις και τις έκτακτες χρηματοδοτικές ανάγκες που συνδέονται άμεσα με τη Νομισματική Ένωση, χωρίς να υπονομεύονται οι παραδοσιακές λειτουργίες του όσον αφορά τη χρηματοδότηση των κοινών πολιτικών·

3.  επιδοκιμάζει το σχέδιο στρατηγικής της Επιτροπής· καλεί την Επιτροπή να υποβάλει το συντομότερο δυνατό νομοθετικές προτάσεις, στο πλαίσιο, όπου αυτό καθίσταται νομικά εφικτό, της διαδικασίας συναπόφασης για την χωρίς καθυστέρηση υλοποίησή του, περιλαμβάνοντας περαιτέρω δημοσιονομικό συντονισμό, την επέκταση της εμβάθυνσης του συντονισμού των πολιτικών στους τομείς της φορολογίας και της απασχόλησης, καθώς και τη δημιουργία ίδιας δημοσιονομικής ικανότητας για την ΟΝΕ, ώστε να υποστηριχθεί η υλοποίηση των επιλογών πολιτικής· τονίζει ότι για ορισμένα απο τα στοιχεία αυτά θα απαιτηθεί τροποποίηση των Συνθηκών·

4.  πιστεύει ότι απαιτείται ανάληψη άμεσης δράσεως σε κάθε έναν από τους τέσσερις θεμέλιους λίθους που περιέχονται στην έκθεση 'Προς μια ουσιαστική Οικονομική και Νομισματική Ένωση', την οποία παρουσίασαν οι Πρόεδροι Van Rompuy, Juncker, Barroso και Draghi, και συγκεκριμένα:

   α) ένα ολοκληρωμένο χρηματοπιστωτικό πλαίσιο για την εξασφάλιση χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, ιδίως στη ζώνη του ευρώ, και την ελαχιστοποίηση του κόστους που συνεπάγεται η χρεοκοπία των τραπεζών για τους ευρωπαίους πολίτες· ένα τέτοιο πλαίσιο αναβαθμίζει την ευθύνη της εποπτείας σε ευρωπαϊκό επίπεδο και προβλέπει κοινούς μηχανισμούς για την εξυγίανση των τραπεζών και την εγγύηση των καταθέσεων των πελατών·
   β) ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο οικονομικής πολιτικής το οποίο διαθέτει επαρκείς μηχανισμούς ώστε να εξασφαλίζει ότι τίθενται σε εφαρμογή εθνικές και ευρωπαϊκές πολιτικές που προωθούν τη βιώσιμη ανάπτυξη, την απασχόληση και την ανταγωνιστικότητα, οι οποίες είναι συμβατές με την ομαλή λειτουργία της ΟΝΕ·
   γ) εξασφάλιση της απαραίτητης δημοκρατικής νομιμότητας και λογοδοσίας της λήψης αποφάσεων εντός της ΟΝΕ, με βάση την από κοινού άσκηση κυριαρχίας για τις κοινές πολιτικές και την αλληλεγγύη·

5.  κρίνει ότι μια καλύτερη και σαφέστερη κατανομή αρμοδιοτήτων και πόρων μεταξύ της ΕΕ και των κρατών μελών μπορεί και πρέπει να συνδυαστεί με ισχυρότερη κοινοβουλευτική κυριότητα και λογοδοσία όσον αφορά τις εθνικές αρμοδιότητες·

6.  επαναλαμβάνει ότι η κατ’ ουσίαν νόμιμη και δημοκρατική διακυβέρνηση μιας ουσιαστικής ΟΝΕ πρέπει να ενταχθεί στο θεσμικό πλαίσιο της Ένωσης·

7.  θεωρεί ότι η διαφοροποίηση αποτελεί χρήσιμο και κατάλληλο μέσο για την προώθηση βαθύτερης ενσωμάτωσης, που, στον βαθμό που διασφαλίζει την ακεραιότητα της ΕΕ, θα μπορούσε να αποδειχτεί καίρια για την επίτευξη μιας ουσιαστικής ΟΝΕ στους κόλπους της Ένωσης·

8.  τονίζει ότι οι υφιστάμενες διαδικασίες διαφοροποιημένης ολοκλήρωσης που προβλέπονται από τις Συνθήκες δίνουν τη δυνατότητα να αντιμετωπισθούν τυχόν προβλήματα διευκολύνοντας τη θέσπιση μιας ουσιαστικής ΟΝΕ που θα επιδιώκει να συνάδει πλήρως με τις απαιτήσεις για ισχυρότερη δημοκρατική λογοδοσία, αυξημένους οικονομικούς πόρους και καλύτερη ικανότητα λήψης αποφάσεων και καλεί όλα τα θεσμικά όργανα να προχωρήσουν χωρίς χρονοτριβή μεγιστοποιώντας τις δυνατότητες που παρέχουν οι ισχύουσες Συνθήκες και τα στοιχεία ευελιξίας τους και, συγχρόνως, να προετοιμαστούν για τις απαραίτητες τροποποιήσεις στη Συνθήκη προκειμένου να διασφαλιστεί ασφάλεια δικαίου και δημοκρατική νομιμότητα· επαναλαμβάνει ότι πρέπει να αποκλειστεί από τις επιλογές η σύναψη νέας διοργανικής συμφωνίας·

9.  τονίζει ότι οι αλλαγές που είναι αναγκαίο να γίνουν στις συνθήκες ώστε να ολοκληρωθεί μια ουσιαστική ΟΝΕ και να θεσπιστεί μια Ένωση πολιτών και κρατών πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα υφιστάμενα μέσα, τις υφιστάμενες διαδικασίες και πρακτικές καθώς και τη φιλοσοφία της διαφοροποιημένης ολοκλήρωσης, ενώ ταυτόχρονα θα επιδιώκουν να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητα και τη συνοχή τους και επιβεβαιώνει ότι θα κάνει πλήρη χρήση του προνομίου του να υποβάλλει προς το Συμβούλιο προτάσεις τροποποίησης των Συνθηκών, οι οποίες πρέπει εν συνεχεία να εξεταστούν από μια Συνέλευση, προκειμένου να ολοκληρωθεί το πλαίσιο μιας ουσιαστικής ΟΝΕ·

10.  υπενθυμίζει ότι, στο πλαίσιο της συζήτησης σχετικά με την πολυεπίπεδη διακυβέρνηση, το ζήτημα της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης δεν πρέπει να εξετάζεται ως προς την εξισορρόπηση των εξουσιών και τη συμμετοχή των εθνικών, περιφερειακών και τοπικών αρχών·

11.  τονίζει ότι, προκειμένου η διαφοροποίηση να είναι συνεπής προς τον χαρακτήρα της ως μέσου για την προώθηση της ολοκλήρωσης, την προστασία της ενότητας της ΕΕ και τη διασφάλιση ουσιαστικού σεβασμού στην αρχή της ισότητας, πρέπει να παραμείνει ανοιχτή και να θέσει ως στόχο της την τελική συμπερίληψη όλων των κρατών μελών·

12.  τονίζει ότι μια ισορροπία μεταξύ της πολιτικής για την απασχόληση και της οικονομικής πολιτικής σύμφωνα με τα άρθρα 121 και 148 της ΣΛΕΕ είναι αναγκαία για τη θετική εξέλιξη της ΕΕ·

Β.ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ

13.  κρίνει ότι, κατά προτίμηση, η διαφοροποίηση θα πρέπει να γίνεται, εφόσον αυτό είναι εφικτό, στα πλαίσια νομικής πράξης που θα απευθύνεται σε όλα τα κράτη μέλη, μέσω παρεκκλίσεων και ρητρών διασφάλισης, και όχι εξαιρώντας εκ των προτέρων ορισμένα κράτη μέλη από το εδαφικό πεδίο εφαρμογής μιας νομικής πράξης· υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι μεγάλος αριθμός παρεκκλίσεων και ρητρών διασφάλισης υπονομεύει την ενότητα της ΕΕ, καθώς και τη συνοχή και την αποτελεσματικότητα του νομικού πλαισίου της∙

14.  θεωρεί ότι ο συντονισμός των οικονομικών, εργασιακών και κοινωνικών πολιτικών εμπίπτει στην κατηγορία των συντρεχουσών αρμοδιοτήτων, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ αφορούν όλους τους τομείς που δεν περιλαμβάνονται στους λεπτομερείς καταλόγους των αποκλειστικών ή υποστηρικτικών αρμοδιοτήτων·

15.  κρίνει ότι, κατά συνέπεια, η εξειδίκευση των μέτρων που θεσπίζονται με το άρθρο 136 της ΣΛΕΕ δεν αφορά μόνο το γεγονός ότι τα εν λόγω μέτρα ισχύουν αποκλειστικά για τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ, αλλά συνεπάγεται επίσης ότι μπορούν να έχουν μεγαλύτερη δεσμευτική ισχύ· και ότι το άρθρο 136 της ΣΛΕΕ επιτρέπει στο Συμβούλιο, κατόπιν σύστασης της Επιτροπής και ψηφοφορίας μόνο μεταξύ των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ, να εκδίδει δεσμευτικές κατευθυντήριες γραμμές οικονομικής πολιτικής για τις χώρες της ζώνης του ευρώ στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου·

16.  τονίζει ότι, σε περιπτώσεις στις οποίες ορισμένα κράτη μέλη επιθυμούν να μην λάβουν μέρος στην έκδοση νομικής πράξης στο πεδίο των μη αποκλειστικών αρμοδιοτήτων της Ένωσης, πρέπει να θεσπίζεται ενισχυμένη συνεργασία σύμφωνα με τη σχετική διάταξη της Συνθήκης και όχι να συνάπτονται διεθνείς συμφωνίες που δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο της έννομης τάξης της ΕΕ∙

17.  θεωρεί ότι το άρθρο 352 της ΣΛΕΕ, με το οποίο εξουσιοδοτείται το Συμβούλιο να θεσπίζει κατάλληλα μέτρα για την επίτευξη κάποιου από τους στόχους που ορίζονται με τις Συνθήκες, εφόσον αυτές δεν προβλέπουν τις απαραίτητες εξουσίες, μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με το άρθρο 20 της ΣΕΕ, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα ενεργοποίησης της ρήτρας ευελιξίας, σε περιπτώσεις όπου η ομόφωνη συναίνεση δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω του μηχανισμού της ενισχυμένης συνεργασίας·

18.  καλεί τα κράτη μέλη, σε περιπτώσεις στις οποίες οι διαφορετικές πολιτικές κατευθύνσεις των κρατών μελών παρεμποδίζουν την επίτευξη της αναγκαίας προόδου, να εξετάσουν αντ’ αυτού το ενδεχόμενο εφαρμογής της ενισχυμένης συνεργασίας και στην κοινωνική πολιτική και την πολιτική απασχόλησης·

19.  θεωρεί ότι η συμπερίληψη, στον προϋπολογισμό της ΕΕ, των δαπανών που προκύπτουν από την εφαρμογή της ενισχυμένης συνεργασίας ως άλλο έσοδο ή ως ειδικός ίδιος πόρος είναι απαραίτητη ώστε να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με τις αρχές του ενωσιακού νόμου για τον προϋπολογισμό και η νευραλγική θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ως αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή·

20.  ζητεί τη συστηματική χρήση του άρθρου 333 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ κατά τη θέσπιση ενισχυμένης συνεργασίας στα πλαίσια πεδίου που καλύπτεται από μη αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης που αναφέρεται σε ειδική νομοθετική διαδικασία, και καλεί το Συμβούλιο να εκδώσει απόφαση με την ομόφωνη ψήφο των συμμετεχόντων κρατών μελών η οποία να ορίζει ότι, για τους σκοπούς της ενισχυμένης συνεργασίας, προτίθενται να ακολουθούν τη συνήθη νομοθετική διαδικασία·

21.  ζητεί, όπου είναι δυνατόν, τη συστηματική χρήση της μεταβατικής ρήτρας του άρθρου 48 παράγραφος 7 της ΣΕΕ σε διαδικασίες εκτός της ενισχυμένης συνεργασίας, προκειμένου να ενισχυθεί η δημοκρατική νομιμότητα και η αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησης της ΟΝΕ·

22.  θεωρεί ότι, όταν δεν είναι δυνατή η χρήση της μεταβατικής ρήτρας, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση της έγκρισης της οικονομικής πολιτικής και των κατευθυντήριων γραμμών για την απασχόληση ή της Ετήσιας Επισκόπησης της Ανάπτυξης, θα πρέπει να γίνεται πλήρης αξιοποίηση της δυνατότητας σύναψης διοργανικών συμφωνιών δεσμευτικού χαρακτήρα·

23.  υπενθυμίζει ότι στόχος του άρθρου 48 της ΣΕΕ είναι επίσης η διασφάλιση της δημοκρατικής νομιμότητας κάθε αλλαγής στις συνθήκες μέσω της απαίτησης για υποχρεωτική συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στη διαδικασία τροποποίησης των εθνικών κοινοβουλίων και στη μετέπειτα διαδικασία επικύρωσης·

24.  διαφωνεί με τον όρο «συμβατικές ρυθμίσεις» και ενθαρρύνει την εξεύρεση καλύτερων τρόπων για την επίσημη σύνδεση των κονδυλίων που διατίθενται στο πλαίσιο του θεσμικού οργάνου ανταγωνιστικότητας και σύγκλισης (ΜΣΑ) με τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, και επαναλαμβάνει ότι η έλλειψη αρμοδιοτήτων και εξουσιών της Ένωσης μπορεί να ξεπεραστεί, όπου είναι απαραίτητο, με χρήση των κατάλληλων, ρυθμιζόμενων στις Συνθήκες διαδικασιών ή, ελλείψει κατάλληλης νομικής βάσης, με τροποποίηση των Συνθηκών·

Γ.ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΘΕΣΜΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

25.  υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3.4 της ΣΕΕ, η ΟΝΕ θεσπίζεται από την Ένωση και η λειτουργία της πρέπει να βασίζεται στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία·

26.  τονίζει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι το μοναδικό θεσμικό όργανο της ΕΕ στο οποίο οι πολίτες εκπροσωπούνται άμεσα σε ενωσιακό επίπεδο και αποτελεί το κοινοβουλευτικό όργανο της ΟΝΕ, και ότι η κατάλληλη συμμετοχή του είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση της δημοκρατικής νομιμότητας και της λειτουργίας της ΟΝΕ και συνιστά προϋπόθεση για τη λήψη οιωνδήποτε περαιτέρω μέτρων με στόχο την εγκαθίδρυση τραπεζικής ένωσης, δημοσιονομικής ένωσης και οικονομικής ένωσης·

27.  τονίζει ότι η τήρηση των αρχών της νομιμότητας και της λογοδοσίας πρέπει να διασφαλίζεται σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο από τα εθνικά κοινοβούλια και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αντιστοίχως· υπενθυμίζει την αρχή που καθορίζεται στα συμπεράσματα της συνεδρίασης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου 2012 ότι "καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας, παραμένει ο γενικός στόχος της εξασφάλισης της δημοκρατικής νομιμότητας και λογοδοσίας στο επίπεδο στο οποίο λαμβάνονται και υλοποιούνται οι αποφάσεις"·

28.  αποδοκιμάζει, συνεπώς, την έλλειψη κοινοβουλευτικού ελέγχου της Τρόικα, του ΕΤΧΣ και του ΕΜΣ∙

29.  θεωρεί ότι οποιαδήποτε επίσημη διαφοροποίηση των δικαιωμάτων κοινοβουλευτικής συμμετοχής σε σχέση με την καταγωγή των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου συνιστά διάκριση λόγω εθνικότητας, η απαγόρευση της οποίας αποτελεί θεμελιώδη αρχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και παραβιάζει την αρχή της ισότητας των πολιτών της Ένωσης, όπως ορίζεται στο άρθρο 9 της ΣΕΕ·

30.  θεωρεί ότι, στην περίπτωση των μέτρων που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 136 της ΣΛΕΕ, ή σε περίπτωση δημιουργίας ενισχυμένης συνεργασίας, η ασυμμετρία που προκύπτει από τη συμμετοχή, αφενός, των εκπροσώπων των κρατών μελών με νόμισμα του ευρώ στο Συμβούλιο (ή των εκπροσώπων των συμμετεχουσών χωρών) και, αφετέρου, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής ως εκπροσώπων των πολιτών της Ένωσης και υπεύθυνων για την προαγωγή του γενικού συμφέροντος, συνάδει πλήρως με τις αρχές της διαφοροποίησης και δεν μειώνει αλλά, αντιθέτως, ενισχύει τη νομιμότητα των εν λόγω μέτρων·

31.  τονίζει ότι οι εσωτερικοί κανόνες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου παρέχουν επαρκές περιθώριο ελιγμών για την οργάνωση ειδικών μορφών διαφοροποίησης με βάση την πολιτική συμφωνία στους κόλπους των πολιτικών ομάδων και μεταξύ αυτών, προκειμένου να υπάρξει κατάλληλος έλεγχος της ΟΝΕ· υπενθυμίζει ότι στο άρθρο 3 παράγραφος 4 της ΣΕΕ αναφέρεται ότι: «Η Ένωση εγκαθιδρύει οικονομική και νομισματική ένωση, της οποίας το νόμισμα είναι το ευρώ», και ότι στο Πρωτόκολλο 14 για την Ευρωομάδα αναφέρεται η «ανάγκη να προβλεφθούν ειδικές διατάξεις για έναν ενισχυμένο διάλογο μεταξύ των κρατών μελών τα οποία έχουν ως νόμισμα το ευρώ, εν αναμονή της υιοθέτησης του ευρώ από όλα τα κράτη μέλη της Ένωσης»· διαπιστώνει ότι, σε περίπτωση που αυτή η υποτιθέμενη μεταβατική κατάσταση συνεχισθεί επί μακρόν, θα πρέπει το Κοινοβούλιο να εξετάσει το ενδεχόμενο συγκρότησης κατάλληλου μηχανισμού λογοδοσίας για την υφιστάμενη ζώνη του ευρώ και τα κράτη μέλη που έχουν αναλάβει τη δέσμευση να ενταχτούν σε αυτήν·

32.  θεωρεί σημαντική την ενίσχυση της συνεργασίας με τα εθνικά κοινοβούλια, με βάση το άρθρο 9 του Πρωτοκόλλου 1 που έχει προσαρτηθεί στις Συνθήκες, και επικροτεί τη συμφωνία για τη σύγκληση διακοινοβουλευτικής διάσκεψης με στόχο τη συζήτηση επί δημοσιονομικών και οικονομικών πολιτικών· τονίζει ωστόσο ότι η εν λόγω συνεργασία δεν πρέπει να εκληφθεί ως δημιουργία νέου μεικτού κοινοβουλευτικού οργάνου, το οποίο, εκτός του ότι θα ήταν αναποτελεσματικό, θα στερείτο και νομιμοποίησης από δημοκρατικής και συνταγματικής σκοπιάς, και επιβεβαιώνει ότι τούτο δεν αποτελεί υποκατάστατο της καθαυτό ενίσχυσης της πλήρους νομιμότητας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ως κοινοβουλευτικού οργάνου σε ενωσιακό επίπεδο, για την άσκηση ενισχυμένης και δημοκρατικής διακυβέρνησης της ΟΝΕ·

33.  τονίζει ότι η Σύνοδος Κορυφής για το ευρώ και η Ευρωομάδα είναι άτυπα όργανα συζήτησης και όχι θεσμικά όργανα λήψης αποφάσεων για τη διακυβέρνηση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης·

34.  υπογραμμίζει τον βασικό ρόλο της Επιτροπής στη διακυβέρνηση της ΟΝΕ, όπως επιβεβαιώνεται επίσης από το Δημοσιονομικό Σύμφωνο και τις συνθήκες του ΕΜΣ, όσον αφορά τη διασφάλιση της έννομης τάξης των συνθηκών της ΕΕ και την εξυπηρέτηση του κοινού συμφέροντος της Ένωσης στο σύνολό της·

Δ.ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΩΝ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ: ΠΡΟΣ ΜΙΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΟΝΕ

35.  θεωρεί ότι η κοινοτική μέθοδος θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε όλα τα μέτρα που αποσκοπούν στην ενίσχυση της ΟΝΕ· υπενθυμίζει το άρθρο 16 της ΣΣΣΔ, το οποίο αναφέρει ότι, εντός πέντε ετών, κατ’ ανώτατο όριο, από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας συνθήκης, βάσει εκτίμησης της κτηθείσας κατά την εφαρμογή της εμπειρίας, λαμβάνονται τα αναγκαία μέτρα, σύμφωνα με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με στόχο την ενσωμάτωση των ουσιαστικών διατάξεων της παρούσας συνθήκης στο νομικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

36.  τονίζει ότι είναι αναγκαίο τα κράτη μέλη με κοινό νόμισμα το ευρώ να εντείνουν τις προσπάθειές τους για την ενίσχυση της σταθερότητας, της αποδοτικότητας και της δημοκρατικής λογοδοσίας· υπενθυμίζει ότι το ευρώ είναι το νόμισμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι αναμένεται από όλα τα κράτη μέλη, εκτός εκείνων για τα οποία ισχύει παρέκκλιση, να το υιοθετήσουν εν ευθέτω χρόνω·

37.  επισημαίνει ότι, για τον μετριασμό της κρίσης και για την αντιμετώπιση των διαρθρωτικών ελλείψεων στην αρχιτεκτονική της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, οι εθνικές κυβερνήσεις και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ θέσπισαν ευρύ φάσμα μέτρων προκειμένου να διασφαλίσουν τη χρηματοοικονομική σταθερότητα και να βελτιώσουν την οικονομική διακυβέρνηση· επισημαίνει ότι αυτές οι αποφάσεις, όπως ορισμένες διατάξεις του εξάπτυχου (δέσμη οικονομικής διακυβέρνησης) και η δημιουργία του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ), αφορούν μόνον τα κράτη μέλη της ζώνης ευρώ·

38.  επιδοκιμάζει τη δημιουργία ενιαίου εποπτικού μηχανισμού που καλύπτει την ζώνη του ευρώ και είναι ανοικτός σε όλα τα άλλα κράτη μέλη της ΕΕ· υπογραμμίζει ότι η δημιουργία ενιαίου ευρωπαϊκού μηχανισμού για την εξυγίανση των τραπεζών είναι απαραίτητο στάδιο για τη σύσταση μιας πραγματικής τραπεζικής ένωσης· θεωρεί ότι, για την υπέρβαση των διαρθρωτικών ελλείψεων που είναι εγγενείς στην οικονομική και νομισματική ένωση και την αποτελεσματική εξάλειψη του διάχυτου ηθικού κινδύνου, η προτεινόμενη "τραπεζική ένωση" πρέπει να στηριχτεί στην προηγούμενη μεταρρύθμιση του τομέα χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών της Ένωσης, καθώς και της ενισχυμένης οικονομικής διακυβέρνησης, ιδίως στη ζώνη του ευρώ, και του νέου δημοσιονομικού πλαισίου του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, προκειμένου να διασφαλιστεί μεγαλύτερη αντοχή και ανταγωνιστικότητα του τραπεζικού τομέα της Ένωσης, μεγαλύτερη εμπιστοσύνη σε αυτόν, και ενισχυμένα αποθεματικά κεφάλαια ώστε να μην χρειαστεί στο μέλλον οι δημόσιοι προϋπολογισμοί των κρατών μελών να επιβαρύνονται με το κόστος της διάσωσης των τραπεζών·

39.  εκφράζει βαθύτατη ανησυχία για τις καθυστερήσεις όσον αφορά τη δημιουργία της τραπεζικής ένωσης και τις πρακτικές λεπτομέρειες της άμεσης ανακεφαλαιοποίησης τραπεζών από τον ΕΜΣ· ανησυχεί ιδίως για τον συνεχιζόμενο κατακερματισμό του τραπεζικού συστήματος της ΕΕ· τονίζει ότι μια στιβαρή και φιλόδοξη τραπεζική ένωση αποτελεί την κύρια συνιστώσα μιας εκτενέστερης και ουσιαστικής ΟΝΕ και μιας καίριας πολιτικής για την οποία το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επιμένει περισσότερο από τρία χρόνια, ιδίως μετά την έγκριση της θέσης του σχετικά με τον κανονισμό για την Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή·

40.  θεωρεί ότι η διάταξη του κανονισμού δημιουργίας του ΕΕΜ που απαιτεί την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τον διορισμό του προέδρου και του αντιπροέδρου του Εποπτικού Συμβουλίου αποτελεί σημαντικό προηγούμενο για έναν ενισχυμένο ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο πλαίσιο μιας διακυβέρνησης της ΟΝΕ βασισμένης στη διαφοροποίηση·

41.  στηρίζει νέους μηχανισμούς αλληλεγγύης, όπως το 'μέσο σύγκλισης και ανταγωνιστικότητας' (ΜΣΑ)· θεωρεί ότι το μέσο σύγκλισης και ανταγωνιστικότητας (ΜΣΑ) θα μπορούσε να ενισχύσει την οικειοποίηση και την αποτελεσματικότητα της οικονομικής πολιτικής· τονίζει ότι τα μέσα αυτά πρέπει να σχεδιάζονται κατά τέτοιον τρόπο ώστε να αποφεύγεται τυχόν ασάφεια δικαίου και διεύρυνση του δημοκρατικού ελλείμματος της Ένωσης·

42.  καλεί την Επιτροπή να εισηγηθεί, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, πρόταση για την έγκριση ενός κώδικα σύγκλισης με βάση τη στρατηγική "Ευρώπη 2020" θεσπίζοντας έναν ισχυρό κοινωνικό πυλώνα· επιμένει ότι τα εθνικά προγράμματα εφαρμογής πρέπει να εξασφαλίζουν ότι ο κώδικας σύγκλισης εφαρμόζεται από όλα τα κράτη μέλη υποστηριζόμενος από ένα μηχανισμό με βάση κίνητρα·

43.  τονίζει ότι η θέσπιση μηχανισμού παροχής κινήτρων θα μπορούσε να ενισχύσει τον δεσμευτικό χαρακτήρα του συντονισμού των οικονομικών πολιτικών·

44.  τονίζει ότι η δημιουργία ενός μηχανισμού εφαρμογής βάσει κινήτρων με στόχο την ενίσχυση της αλληλεγγύης, της συνοχής και της ανταγωνιστικότητας πρέπει να συνδυάζεται με πρόσθετα μέτρα συντονισμού της οικονομικής πολιτικής, σύμφωνα με τη δήλωση της Επιτροπής που επισυνάπτεται στη δέσμη των δύο μέτρων, ούτως ώστε να τηρείται η αρχή σύμφωνα με την οποία "τα μέτρα προς την κατεύθυνση μιας μεγαλύτερης υπευθυνότητας και οικονομικής πειθαρχίας πρέπει να συνδυάζονται με μεγαλύτερη αλληλεγγύη"·

45.  υπογραμμίζει ότι οι μηχανισμοί εκ των προτέρων συντονισμού και μέσων σύγκλισης και ανταγωνιστικότητας πρέπει να εφαρμόζονται σε όλα τα κράτη μέλη που έχουν ως νόμισμα το ευρώ, τα υπόλοιπα δε κράτη μέλη πρέπει να έχουν τη δυνατότητα προσχώρησης σε νόμιμη βάση· καλεί την Επιτροπή να προβλέψει αυτή την υποχρεωτική επικύρωση από τα εθνικά κοινοβούλια στις προσεχείς νομοθετικές προτάσεις και τη μεγαλύτερη συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων στον συντονισμό της οικονομικής πολιτικής·

46.  εκφράζει την άποψη ότι το νέο ΜΣΑ πρέπει να βασίζεται στην εκπλήρωση προϋποθέσεων, στην αλληλεγγύη και στη σύγκλιση· φρονεί ότι το μέσο αυτό πρέπει να δρομολογηθεί μόνον εφόσον εντοπιστούν και αναγνωριστούν, βάσει εκτίμησης της συνοχής μεταξύ του κώδικα σύγκλισης και των εθνικών σχεδίων εφαρμογής, οι κοινωνικές ανισότητες και η ανάγκη για μείζονες μακροπρόθεσμες και βιώσιμες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που προωθούν την ανάπτυξη, και προβλεφθεί η κατάλληλη επίσημη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων·

47.  είναι της γνώμης ότι το ΜΣΑ πρέπει να αποτελεί μέσο ενίσχυσης της δημοσιονομικής ικανότητας και να προσανατολίζεται προς μία μορφή υποστήριξης που υπόκειται στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, στον στόχο ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας, της ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής, εξασφαλίζοντας στενότερο συντονισμό μεταξύ των οικονομικών πολιτικών και βιώσιμη σύγκλιση των οικονομικών επιδόσεων των κρατών μελών και αντιμετωπίζοντας τις ανισορροπίες και τις διαρθρωτικές αποκλίσεις· θεωρεί ότι τα εν λόγω μέσα αποτελούν θεμέλιους λίθους μιας ουσιαστικής δημοσιονομικής ικανότητας·

48.  θεωρεί ότι η θέσπιση του εν λόγω θεσμικού οργάνου συνιστά ένα αρχικό στάδιο για την ενίσχυση της δημοσιονομικής ικανότητας της ΟΝΕ, και υπογραμμίζει ότι οι χρηματοδοτικοί πόροι του μέσου σύγκλισης και ανταγωνιστικότητας (ΜΣΑ) πρέπει να αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του προϋπολογισμού της ΕΕ, έξω όμως από τα ανώτατα όρια του ΠΔΠ, ώστε να σέβεται τις Συνθήκες και το δίκαιο της ΕΕ και να διασφαλίζει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συμμετέχει πλήρως ως αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή επιτρέποντας, μεταξύ άλλων, την κατά περίπτωση έγκριση των σχετικών πιστώσεων του προϋπολογισμού·

49.  ζητεί τη δημιουργία ενός πολυεπίπεδου προϋπολογισμού, ο οποίος θα περιλαμβάνει έναν νέο πόρο που θα χρηματοδοτείται από συνεισφορές των κρατών μελών που συμμετέχουν στο ΜΣΑ, σύμφωνα με τροποποιημένη απόφαση για ίδιους πόρους, και εγγράφοντας τα έσοδα αυτού του νέου πόρου στις δαπάνες του ΜΣΑ, και ζητεί τροποποίηση της απόφασης για ίδιους πόρους ή, εάν κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν, ζητεί τη χρήση των εσόδων που προέρχονται από τον φόρο χρηματοπιστωτικών συναλλαγών ως άλλο έσοδο, προκειμένου να αντισταθμιστούν αυτές οι άμεσες συνεισφορές·

50.  επιμένει ότι κατά το εαρινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου θα πρέπει να παρουσιάζει τις απόψεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την ετήσια επισκόπηση της ανάπτυξης· είναι της άποψης ότι θα πρέπει να διεξαχθούν διαπραγματεύσεις για διοργανική συμφωνία με στόχο να συμμετέχει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην έγκριση της ετήσιας επισκόπησης της ανάπτυξης και των κατευθυντηρίων γραμμών οικονομικής πολιτικής και πολιτικής για την απασχόληση·

51.  επαναλαμβάνει την ανάγκη ενίσχυσης της κοινωνικής διάστασης της ΟΝΕ, επιβεβαιώνοντας ταυτόχρονα ότι η πολιτική απασχόλησης και η κοινωνική πολιτική αποτελούν πολιτικές της Ένωσης·

52.  επαναλαμβάνει ότι, σύμφωνα με τις συνθήκες, η προώθηση υψηλών δεικτών απασχόλησης και η εγγύηση επαρκούς κοινωνικής προστασίας πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή των πολιτικών και δραστηριοτήτων της Ένωσης· ζητεί τη θέσπιση δεικτών απασχόλησης και κοινωνικών δεικτών για να συμπληρωθούν οι δημοσιονομικοί και μακροοικονομικοί δείκτες, καθώς και επί τη βάσει εκθέσεων προόδου των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, με σκοπό τη διασφάλιση κατάλληλου και αποδοτικού επιπέδου επενδύσεων και, συνεπώς, την μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα μιας κοινωνικής Ευρωπαϊκής Ένωσης·

53.  εκφράζει ικανοποίηση για το γεγονός ότι, στις 2 Ιουλίου 2013, η Επιτροπή, σε συνέχεια των συμφωνιών για τη δέσμη δύο μέτρων, προέβη στη σύσταση ομάδας εμπειρογνωμόνων υπό την προεδρία της κ. Gertrude Trumpel-Gugerell, η οποία είναι επιφορτισμένη με τη διεξοδική αξιολόγηση των βασικών στοιχείων ενός ενδεχόμενου ταμείου απόσβεσης χρέους και ευρωγραμματίων, και, μεταξύ άλλων, τυχόν νομικών διατάξεων, της χρηματοπιστωτικής αρχιτεκτονικής και συμπληρωματικών δημοσιονομικών πλαισίων, και σκοπεύει να λάβει θέση επί των θεμάτων αυτών μετά την παρουσίαση της έκθεσης της ομάδας εμπειρογνωμόνων∙

54.  θεωρεί ότι οι λειτουργίες του ΕΤΧΣ/ΕΜΣ και κάθε μελλοντικής παρόμοιας δομής πρέπει να υπόκεινται στον τακτικό δημοκρατικό έλεγχο και την εποπτεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου· είναι της άποψης ότι ο ΕΜΣ πρέπει να ενσωματωθεί πλήρως στο πλαίσιο της Ένωσης·

55.  επισημαίνει ότι η Τρόικα πρέπει να υποχρεούται να λογοδοτεί προσηκόντως· θεωρεί ότι η Επιτροπή θα πρέπει να λογοδοτεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξ ονόματος της Τρόικας, μέσω της υποβολής εκθέσεων ανά τακτά χρονικά διαστήματα· υπενθυμίζει ότι η ΕΕ, συμμετέχοντας στο σύστημα της 'τρόικας', θα πρέπει να υπόκειται σε δημοκρατικό έλεγχο από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και να λογοδοτεί σε αυτό·

Ε.ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΚΑΙ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΙΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ

56.  θεωρεί ότι κάθε μελλοντική τροποποίηση στις συνθήκες πρέπει να επιβεβαιώνει τη διαφοροποιημένη ολοκλήρωση ως εργαλείο για τη διασφάλιση της ενότητας της Ένωσης·

57.  υποστηρίζει ότι μια μελλοντική τροποποίηση στις συνθήκες μπορεί να εισαγάγει ένα νέο επίπεδο της ιδιότητας του συνεργαζόμενου μέλους, συμπεριλαμβανομένης της μερικής ενσωμάτωσης σε συγκεκριμένους τομείς πολιτικής της Ένωσης, ως μέσο ενίσχυσης της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Γειτονίας·

58.  υποστηρίζει ότι μια μελλοντική τροποποίηση στις συνθήκες θα πρέπει να επιβεβαιώνει ότι η Σύνοδος Κορυφής για το ευρώ είναι μια άτυπη δομή του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, όπως προβλέπεται στον τίτλο V της ΣΣΣΔ·

59.  προτείνει να καταστεί η Ευρωομάδα μια άτυπη δομή του Συμβουλίου Οικονομικών και Δημοσιονομικών Υποθέσεων·

60.  ζητεί να αναλάβει ο Επίτροπος Οικονομικών και Δημοσιονομικών Υποθέσεων καθήκοντα Υπουργού Οικονομικών και μόνιμου Αντιπροέδρου της Επιτροπής·

61.  ζητεί να μετατραπούν, με ελάχιστες εξαιρέσεις, σε ειδική πλειοψηφία οι διαδικασίες ψηφοφορίας του Συμβουλίου που απαιτούν ομοφωνία, και οι υφιστάμενες ειδικές νομοθετικές διαδικασίες να μετατραπούν σε συνήθεις νομοθετικές διαδικασίες·

62.  ζητεί τη θέσπιση νομικής βάσης για τη δημιουργία υπηρεσιών της Ένωσης, οι οποίες θα επιτελούν συγκεκριμένες λειτουργίες εκτέλεσης και εφαρμογής που θα τους ανατίθενται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία·

63.  θεωρεί ότι η αντίστροφη ειδική πλειοψηφία στο Δημοσιονομικό Σύμφωνο είναι μια πολιτική δήλωση, και ζητεί αντ’ αυτού την ενσωμάτωση αυτού του τρόπου ψηφοφορίας στις Συνθήκες, καθώς επίσης την τροποποίηση των άρθρων 121, 126 και 136 της ΣΛΕΕ κατά τέτοιον τρόπο ώστε οι προτάσεις ή οι συστάσεις που υποβάλλονται από την Επιτροπή να μπορούν να τεθούν σε ισχύ εφόσον ούτε το Κοινοβούλιο ούτε το Συμβούλιο έχουν διατυπώσει ένσταση εντός συγκεκριμένης προκαθορισμένης χρονικής περιόδου, προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης ανάπτυξη της ασφάλειας δικαίου·

64.  ζητεί την τροποποίηση του άρθρου 136 της ΣΛΕΕ προκειμένου να διευρυνθεί το πεδίο εφαρμογής του με την εθελοντική συμμετοχή κρατών μελών που δεν ανήκουν στη ζώνη του ευρώ, προβλέποντας πλήρη δικαιώματα ψήφου σύμφωνα με τη διαδικασία ενισχυμένης συνεργασίας, και ζητεί την κατάργηση των περιορισμών που ορίζει το άρθρο 136 της ΣΛΕΕ και την αναβάθμιση του εν λόγω άρθρου σε γενική ρήτρα για τη θέσπιση νομικών πράξεων που αφορούν τον συντονισμό και τον προσδιορισμό νομικά δεσμευτικών ελάχιστων προτύπων ως προς την οικονομική και κοινωνική πολιτική καθώς και την πολιτική για την απασχόληση·

65.  ζητεί τη διεύρυνση της νομικής βάσης του άρθρου 127 παράγραφος 6 της ΣΛΕΕ, ούτως ώστε να καλύπτει όλα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες εντός της εσωτερικής αγοράς∙

66.  ζητεί τη συμμετοχή του Κοινοβουλίου στη διαδικασία διορισμού του Προέδρου, του Αντιπροέδρου και άλλων μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ στο άρθρο 283 της ΣΛΕΕ, απαιτώντας την έγκρισή του για τις συστάσεις του Συμβουλίου·

67.  ζητεί την καθιέρωση ειδικής νομοθετικής διαδικασίας που απαιτεί τα τέσσερα πέμπτα των ψήφων του Συμβουλίου και πλειοψηφία των μελών του Κοινοβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 312 της ΣΛΕΕ, για την έγκριση του κανονισμού με τον οποίο καθορίζεται το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο·

68.  ζητεί την καθιέρωση ειδικής νομοθετικής διαδικασίας που απαιτεί τα τέσσερα πέμπτα των ψήφων του Συμβουλίου και πλειοψηφία των μελών του Κοινοβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 311 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ, για την έγκριση της απόφασης για ίδιους πόρους·

69.  καλεί την επόμενη Σύμβαση να εξετάσει τη δυνατότητα των κρατών μελών που δεν έχουν ως νόμισμά τους το ευρώ και όλα τα άλλα κράτη μέλη που επιθυμούν να συμμετάσχουν στις νέες κοινές πολιτικές, να παράσχουν συγκεκριμένους ιδίους πόρους στο πλαίσιο του προϋπολογισμού της ΕΕ·

70.  είναι της άποψης ότι τα χρηματοδοτικά μέσα των υπηρεσιών της Ένωσης πρέπει να αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του προϋπολογισμού της Ένωσης·

71.  ζητεί να απαιτείται η έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την τροποποίηση της Συνθήκης, με πλειοψηφία δύο τρίτων των μελών που το απαρτίζουν·

72.  επιμένει ότι η μελλοντική Συνέλευση θα πρέπει να έχει τη μεγαλύτερη δυνατή δημοκρατική νομιμοποίηση με τη συμμετοχή και των κοινωνικών εταίρων, της κοινωνίας των πολιτών και άλλων ενδιαφερόμενων μερών να λαμβάνει τις αποφάσεις της εν ολομελεία σύμφωνα με πλήρεις δημοκρατικούς κανόνες να διαθέτει επαρκή χρόνο για σοβαρή και εις βάθος διαβούλευση να λειτουργεί με πλήρη διαφάνεια και να είναι όλες οι συνεδριάσεις ανοιχτές στο κοινό·

73.  τάσσεται υπέρ της επέκτασης της μεταβατικής ρήτρας που περιλαμβάνεται στο άρθρο 48 παράγραφος 7 της ΣΕΕ στο σύνολο των Συνθηκών·

o
o   o

74.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.

(1) Συνθήκη του Ευρωπαϊκού Mηχανισμού Σταθερότητας (ΕMΣ).
(2) Συνθήκη για τη Σταθερότητα, τον Συντονισμό και τη Διακυβέρνηση στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση
(3) ΕΕ L 306, 23.11.2011.
(4) ΕΕ L 140, 27.5.2013.
(5) ΕΕ L 298, 26.10.2012, σ. 1.
(6) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2013)0372.
(7) https://www.ecb.europa.eu/ssm/pdf/4preport/fourpresidentsreport2012-12-05EN.pdf
(8) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2012)0430.
(9) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2013)0222.
(10) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2013)0269.

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου