Ευρετήριο 
Κείμενα που εγκρίθηκαν
Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2013 - Στρασβούργο
Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 850/98 του Συμβουλίου για τη διατήρηση των αλιευτικών πόρων μέσω τεχνικών μέτρων προστασίας των νεαρών θαλάσσιων οργανισμών ***I
 Περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων *
 Περιουσιακές σχέσεις των συζύγων *
 Ευρωπαϊκή στρατηγική για την τεχνολογία των μεταφορών για τη βιώσιμη μελλοντική κινητικότητα στην Ευρώπη
 Δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο κατά την ποινική διαδικασία και δικαίωμα επικοινωνίας μετά τη σύλληψη ***I
 Συμβάσεις πίστωσης για ακίνητα κατοικίας ***I
 Πράξεις προσώπων που κατέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες και πράξεις χειραγώγησης της αγοράς (κατάχρηση αγοράς) ***I
 Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2187/2005 του Συμβουλίου για τη διατήρηση των αλιευτικών πόρων μέσω τεχνικών μέτρων στα ύδατα της Βαλτικής Θάλασσας, των Belts και του Sound ***I
 Εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ενέργειας
 Εφαρμογή και αντίκτυπος των μέτρων για την ενεργειακή απόδοση στο πλαίσιο της πολιτικής για τη συνοχή
 Στρατηγική για την αλιεία στην Αδριατική θάλασσα και στο Ιόνιο Πέλαγος
 Μια περισσότερο αποτελεσματική και οικονομικά αποδοτική διερμηνεία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
 Τυχερά παιχνίδια σε απευθείας σύνδεση στην εσωτερική αγορά
 Διορισμός του Luigi Berlinguer στην επιτροπή που συνίσταται βάσει του άρθρου 255 ΣΛΕΕ

Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 850/98 του Συμβουλίου για τη διατήρηση των αλιευτικών πόρων μέσω τεχνικών μέτρων προστασίας των νεαρών θαλάσσιων οργανισμών ***I
PDF 399kWORD 40k
Ψήφισμα
Ενοποιημένο κείμενο
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 10ης Σεπτεμβρίου 2013 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 850/98 του Συμβουλίου για τη διατήρηση των αλιευτικών πόρων μέσω τεχνικών μέτρων προστασίας των νεαρών θαλάσσιων οργανισμών (COM(2012)0432 – C7-0211/2012 – 2012/0208(COD))
P7_TA(2013)0336A7-0256/2013

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2012)0432),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και το άρθρο 43 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C7-0211/2012),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, που εκδόθηκε στις 14 Νοεμβρίου 2012(1),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 22ας Νοεμβρίου 2012 για τη διατήρηση των αλιευτικών πόρων μέσω τεχνικών μέτρων προστασίας των νεαρών θαλάσσιων οργανισμών(2),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 55 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Αλιείας (A7-0256/2013),

1.  εγκρίνει τη θέση σε πρώτη ανάγνωση όπως αυτή παρατίθεται κατωτέρω·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να του υποβάλει εκ νέου την πρόταση, αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή να την αντικαταστήσει με νέο κείμενο·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, καθώς και στα εθνικά κοινοβούλια.

Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 10 Σεπτεμβρίου 2013 εν όψει της έγκρισης κανονισμού (ΕΕ) αριθ. .../2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 850/98 του Συμβουλίου για τη διατήρηση των αλιευτικών πόρων μέσω τεχνικών μέτρων προστασίας των νεαρών θαλάσσιων οργανισμών

P7_TC1-COD(2012)0208


ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 43 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία(3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)  Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 850/98(4) του Συμβουλίου ανατίθενται στην Επιτροπή αρμοδιότητες για την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων του εν λόγω κανονισμού.

(2)  Ως συνέπεια της έναρξης ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας, ορισμένες αρμοδιότητες που ανατέθηκαν βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 850/98 είναι ανάγκη να εναρμονιστούν με τα άρθρα 290 και 291 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(3)  Για να εφαρμοστούν μπορέσουν να ενημερωθούν αποτελεσματικά ορισμένες από τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 850/98 έτσι ώστε να αντικατοπτρίζουν την τεχνική και επιστημονική πρόοδο, η Επιτροπή πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εκδίδει πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τα ακόλουθα:

   τη διαίρεση των περιφερειών σε γεωγραφικές περιοχές·
   την τροποποίηση των κανόνων που αφορούν τους όρους χρησιμοποίησης ορισμένων συνδυασμών μεγεθών ματιών·
   την έκδοση λεπτομερών κανόνων για τον υπολογισμό του ποσοστού των ειδών-στόχων που λαμβάνονται από περισσότερα από ένα αλιευτικά σκάφη, ώστε να εξασφαλίζεται ότι όλα τα σκάφη που συμμετέχουν στην αλιευτική δραστηριότητα τηρούν αυτά τα ποσοστά·
   την έκδοση κανόνων σχετικά με τις τεχνικές περιγραφές και τη μέθοδο χρήσης εγκεκριμένων διατάξεων που μπορούν να προσαρτώνται στο αλιευτικό δίχτυ, και δεν φράσσουν ούτε μειώνουν το πραγματικό άνοιγμα των ματιών των διχτυών·
   τους όρους υπό τους οποίους τα σκάφη συνολικού μήκους άνω των οκτώ μέτρων επιτρέπεται να χρησιμοποιούν δοκότρατες σε ορισμένα ύδατα της Ένωσης·
   μέτρα, με άμεση ισχύ, για την αντιμετώπιση της εξαιρετικά μικρής ή μεγάλης συγκέντρωσης νεαρών οργανισμών, των μεταβολών στις μεταναστευτικές ροές ή κάθε άλλης μεταβολής του καθεστώτος διατήρησης των αποθεμάτων ιχθύων·
   πράξεις που αποκλείουν συγκεκριμένη αλιεία ενός κράτους μέλους, στις υποπεριοχές ICES VIII, ΙΧ, Χ, από την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων για τα απλάδια δίχτυα, τα δίχτυα εμπλοκής και τα μανωμένα δίχτυα, με πολύ χαμηλό επίπεδο παρεμπιπτόντων αλιευμάτων καρχαρία και απορρίψεων. [Τροπολογία 1]

(4)  Είναι πολύ σημαντικό να διεξαγάγει η Επιτροπή τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, και ιδιαίτερα σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της για την έκδοση των πράξεων κατ’ εξουσιοδότηση ώστε να μπορεί να έχει στη διάθεσή της στοιχεία αντικειμενικά, ακριβή, πλήρη και ενημερωμένα. [Τροπολογία 2]

(5)  Η Επιτροπή, όταν ετοιμάζει και συντάσσει πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση, θα πρέπει να εξασφαλίζει την ταυτόχρονη, έγκαιρη και κατάλληλη διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

(6)  Για να εξασφαλιστούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του κανονισμού (EΚ) αριθ. 850/98 πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή, όσον αφορά τα ακόλουθα:

   τους τεχνικούς κανόνες για τη μέτρηση των μεγεθών των ματιών·
   τα δικτυώματα με τετράγωνα μάτια και το πάχος του νήματος·
   τους τεχνικούς κανόνες σχετικά με την κατασκευή υλικών δικτυώματος·
   την κατάρτιση καταλόγου των διατάξεων που μπορούν να φράξουν ή να μειώσουν με κάποιο άλλο τρόπο το πραγματικό άνοιγμα των ματιών των διχτυών·
   τη διαβίβαση καταλόγων των σκαφών για τα οποία έχει εκδοθεί ειδική άδεια αλιείας προκειμένου να χρησιμοποιούν δοκότρατες·
   τους τεχνικούς κανόνες σχετικά με τη μέτρηση της ισχύος του κινητήρα και των διαστάσεων των εργαλείων·
   την υποχρέωση των κρατών μελών να εξασφαλίσουν ότι δεν γίνεται υπέρβαση των επιπέδων της αλιευτικής προσπάθειας σε ορισμένες περιοχές της διαίρεσης CIEM ΙΧa· και
   προσωρινά μέτρα όταν η διατήρηση των αποθεμάτων θαλάσσιων οργανισμών απαιτεί την ανάληψη άμεσης δράσης.

(7)  Οι εκτελεστικές εξουσίες που ανατίθενται στην Επιτροπή, με εξαίρεση εκείνες που αφορούν την υποχρέωση των κρατών μελών να εξασφαλίζουν ότι δεν σημειώνεται υπέρβαση των επιπέδων της αλιευτικής προσπάθειας σε ορισμένες περιοχές της διαίρεσης CIEM IXa, θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(5).

(8)  Συνεπώς, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 850/98 θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 850/98 τροποποιείται ως εξής:

1)  Στο άρθρο 2, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«3. Οι περιοχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μπορούν να υποδιαιρεθούν σε γεωγραφικές ζώνες, ιδίως με βάση τους ορισμούς που αναφέρονται στην παράγραφο 2. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση, σύμφωνα με το άρθρο 48α, όσον αφορά την υποδιαίρεση των περιοχών σε γεωγραφικές ζώνες για τον προσδιορισμό των γεωγραφικών ζωνών στις οποίες εφαρμόζονται ειδικά τεχνικά μέτρα διατήρησης.»· [Τροπολογία 3]

"

2)  Το άρθρο 4 τροποποιείται ως εξής:

α)  Στην παράγραφο 4 προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:"

«γ) Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση, σύμφωνα με το άρθρο 48α, σχετικά με την τροποποίηση του παραρτήματος X και του παραρτήματος XI, ώστε να αυξηθεί η προστασία των ιχθυδίων στο πλαίσιο της διατήρησης των αποθεμάτων ιχθύων.»·

"

β)  Στην παράγραφο 5, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο:"

«β) Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση, σύμφωνα με το άρθρο 48α, σχετικά, αφενός, με τη μέθοδο υπολογισμού των ποσοστών ειδών-στόχων και άλλων ειδών που διατηρούνται επί του σκάφους όταν αυτά έχουν αλιευθεί με ένα ή περισσότερα δίχτυα συρόμενα ταυτοχρόνως από περισσότερα του ενός αλιευτικά σκάφη, και, αφετέρου, τη μέθοδο επαλήθευσης που επιτρέπει να εξασφαλιστεί ότι κάθε αλιευτικό σκάφος που συμμετέχει στην κοινή αλιευτική δραστηριότητα και διατηρεί ιχθείς επί του σκάφους τηρεί τα ποσοστά των ειδών που αναφέρονται στα παραρτήματα I έως V.»

"

γ)  Η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«6. Οι τεχνικοί κανόνες για τη μέτρηση των μεγεθών των ματιών, μεταξύ άλλων και για σκοπούς ελέγχου, καθορίζονται μέσω εκτελεστικών πράξεων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 48 παράγραφος 2.»

"

3)  Στο άρθρο 7, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:"

«8. Οι τεχνικοί κανόνες για τη μέτρηση των δικτυωμάτων με τετράγωνα μάτια, μεταξύ άλλων και για σκοπούς ελέγχου, καθορίζονται μέσω εκτελεστικών πράξεων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 48 παράγραφος 2.»·

"

4)  Στο άρθρο 8, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:"

«4. Οι τεχνικοί κανόνες για τη μέτρηση του πάχους του νήματος και για την κατασκευή υλικών δικτυωμάτων, μεταξύ άλλων και για σκοπούς ελέγχου, καθορίζονται μέσω εκτελεστικών πράξεων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 48 παράγραφος 2.»·

"

5)  Το άρθρο 16 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«Άρθρο 16

1.  Δεν επιτρέπεται η χρησιμοποίηση οποιουδήποτε εξοπλισμού δια του οποίου φράσσονται τα μάτια οποιουδήποτε μέρους του διχτυού ή μειώνεται το μέγεθός τους με άλλο τρόπο.

2.  Η παράγραφος 1 δεν αποκλείει τη χρήση ορισμένων διατάξεων διά των οποίων ενδέχεται να φράσσονται τα μάτια ή να μειώνεται με άλλο τρόπο το πραγματικό άνοιγμά τους σε οποιοδήποτε μέρος του αλιευτικού διχτυού, αλλά οι οποίες μπορούν να χρησιμεύουν για την προστασία ή την ενίσχυση του διχτυού. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση, σύμφωνα με το άρθρο 48α, όσον αφορά τις τεχνικές περιγραφές και τη μέθοδο χρήσης και προσάρτησης των διατάξεων αυτών.

3.  Καταρτίστηκε, μέσω εκτελεστικών πράξεων, διεξοδικός κατάλογος των διατάξεων που συμμορφώνονται με τις τεχνικές περιγραφές που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 2, και οι οποίες μπορούν να προσαρτηθούν στο αλιευτικό δίχτυ. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 48 παράγραφος 2.»·

"

6)  Το άρθρο 29 τροποποιείται ως εξής:

α)  Η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«6. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 48α, σχετικά με τους λεπτομερείς όρους για την εφαρμογή των κριτηρίων που καθορίζονται στην παράγραφο 2, σύμφωνα με τους οποίους τα σκάφη των οποίων το συνολικό μήκος είναι μεγαλύτερο από οκτώ μέτρα επιτρέπεται να χρησιμοποιούν δοκότρατες στις ζώνες που αναφέρονται στην παράγραφο 1.»

"

β)  προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:"

«7. Η Επιτροπή θεσπίζει, μέσω εκτελεστικής πράξης, τις λειτουργικές απαιτήσεις για τη διαβίβαση των καταλόγων που πρέπει να υποβάλουν στην Επιτροπή τα κράτη μέλη, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο γ) πρώτη περίπτωση. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 48 παράγραφος 2.»·

"

7)  Στο άρθρο 29β, η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«6. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τα μέτρα που λαμβάνουν για την τήρηση της υποχρέωσης της παραγράφου 5. Εάν η Επιτροπή διαπιστώσει ότι τα μέτρα δεν πληρούν την υποχρέωση μπορεί να προτείνει τροποποιήσεις των μέτρων. Όταν δεν επιτυγχάνεται συμφωνία για τα αναγκαία μέτρα ανάμεσα στην Επιτροπή και στα σχετικά κράτη μέλη, η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει τα μέτρα αυτά μέσω εκτελεστικών πράξεων.»·

"

8)  Στο άρθρο 34, η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«6. Οι τεχνικοί κανόνες για τη μέτρηση της ισχύος του κινητήρα και των διαστάσεων των εργαλείων θεσπίζονται με εκτελεστική πράξη. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 48 παράγραφος 2.»·

"

8α)  Στο άρθρο 34β, η παράγραφος 11 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: "

«11. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει, μετά από συνεννόηση με την ΕΤΟΕΑ, κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις αποκλείοντας συγκεκριμένη αλιεία ενός κράτους μέλους, στις υποπεριοχές ICES VIII, ΙΧ, Χ, από την εφαρμογή των παραγράφων 1 έως 9, όταν πληροφορίες που παρέχουν τα κράτη μέλη καταδεικνύουν ότι η αλιεία αυτή συνεπάγεται πολύ χαμηλό επίπεδο παρεμπιπτόντων αλιευμάτων καρχαρία και απορρίψεων.»· [Τροπολογία 4]

"

9)  Το άρθρο 45 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«Άρθρο 45

1.  Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να θεσπίζει, μέσω εκτελεστικών πράξεων που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 48α, τα τεχνικά μέτρα διατήρησης για τη χρήση των συρόμενων ή σταθερών εργαλείων ή για αλιευτικές δραστηριότητες σε ορισμένες περιοχές ή σε ορισμένες χρονικές περιόδους επιπροσθέτως ή κατά παρέκκλιση από τον παρόντα κανονισμό. Τα μέτρα αυτά, με άμεση ισχύ, αφορούν την αντιμετώπιση μίας απρόβλεπτα μικρής ή μεγάλης συγκέντρωσης νεαρών οργανισμών, μεταβολών στα μεταναστευτικά πρότυπα ή τυχόν άλλων αλλαγών στο καθεστώς διατήρησης των αλιευτικών αποθεμάτων των θαλάσσιων οργανισμών. [Τροπολογία 5]

2.  Όταν απαιτείται η ανάληψη άμεσης δράσης για τη διατήρηση των αποθεμάτων θαλάσσιων οργανισμών, η Επιτροπή θεσπίζει προσωρινά μέτρα μέσω εκτελεστικών πράξεων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 48 παράγραφος 3.

3.  Σε περίπτωση που απειλείται σοβαρά η διατήρηση ορισμένων ειδών ή αλιευτικών πεδίων και εφόσον κάποια καθυστέρηση θα προκαλούσε ζημία που δύσκολα θα μπορούσε να επανορθωθεί, ένα κράτος μέλος δύναται να λάβει κατάλληλα και χωρίς διακρίσεις μέτρα διατήρησης στα ύδατα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του.

4.  Τα μέτρα που προβλέπονται στην παράγραφο 3, συνοδευόμενα από αιτιολογική έκθεση, κοινοποιούνται στην Επιτροπή και στα λοιπά κράτη μέλη αμέσως μετά τη θέσπισή τους.

Η Επιτροπή επιβεβαιώνει, εντός προθεσμίας δέκα εργάσιμων ημερών από τη λήψη της εν λόγω κοινοποίησης, την καταλληλότητα των εν λόγω μέτρων και ότι δεν συνιστούν διακριτική μεταχείριση, ή απαιτεί την ακύρωση ή την τροποποίησή τους μέσω εκτελεστικών πράξεων. Η απόφαση της Επιτροπής κοινοποιείται αμέσως στα κράτη μέλη.»·

"

10)  Στο άρθρο 46, η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«4. Με πρωτοβουλία της Επιτροπής ή μετά από αίτηση οποιουδήποτε κράτους μέλους, το ερώτημα εάν ένα εθνικό τεχνικό μέτρο το οποίο εφαρμόζει ένα κράτος μέλος είναι σύμφωνο με την παράγραφο 1 δύναται να αποτελέσει αντικείμενο απόφασης της Επιτροπής μέσω εκτελεστικών πράξεων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 48 παράγραφος 2. Σε περίπτωση που ληφθεί η απόφαση αυτή, εφαρμόζονται οι διατάξεις του τρίτου και του τέταρτου εδαφίου της παραγράφου 2.»·

"

11)  Το άρθρο 48 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:"

«Άρθρο 48

1.  Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή αλιείας και υδατοκαλλιέργειας που συγκροτήθηκε βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002. Η εν λόγω επιτροπή είναι μια επιτροπή υπό την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*.

2.  Οσάκις γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

3.  Οσάκις γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011, σε συνδυασμό με το άρθρο 5.

_____________________

* Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011. σ. 13).»·

"

12)  Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο:"

«Άρθρο 48α

1.  Εκχωρείται στην Επιτροπή το δικαίωμα να εκδίδει πράξεις κατ' εξουσιοδότηση υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.

2.  Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται προβλεπόμενη στο άρθρο 2 παράγραφος 3, στο άρθρο 4 παράγραφος 4 στοιχείο γ), στο άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο β), στο άρθρο 16 παράγραφος 2, στο άρθρο 29 παράγραφος 6, στο άρθρο 29δ παράγραφος 7, στο άρθρο 34β παράγραφος 11 και στο άρθρο 45 παράγραφος 1 εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται επ’ αόριστον στην Επιτροπή για περίοδο τριών ετών από την …(6). Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί το αργότερο εννέα μήνες πριν από τη λήξη της περιόδου των τριών ετών. Η εξουσιοδότηση ανανεώνεται αυτομάτως για περιόδους ίδιας διάρκειας, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλλουν αντιρρήσεις το αργότερο εντός τριών μηνών πριν από τη λήξη της κάθε περιόδου. [Τροπολογία 6]

3.  Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 3, στο άρθρο 4 παράγραφος 4 στοιχείο γ), στο άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο β), στο άρθρο 16 παράγραφος 2, στο άρθρο 29 παράγραφος 6, στο άρθρο 29δ παράγραφος 7, στο άρθρο 34β παράγραφος 11 και στο άρθρο 45 παράγραφος 1 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η ανακλητήρια απόφαση ανάκλησης αίρει την εξουσιοδότηση που ορίζει η εν λόγω απόφαση. Τίθεται σε ισχύ την επόμενη ημέρα από τη δημοσίευση της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν. Ανάλογη απόφαση δεν επηρεάζει την εγκυρότητα ήδη ισχυουσών κατ' εξουσιοδότηση πράξεων. [Τροπολογία 7]

4.  Κατά την έκδοση πράξης κατ' εξουσιοδότηση, η Επιτροπή μεριμνά για την ταυτόχρονη κοινοποίηση της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

5.  Κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 2 παράγραφος 3, του άρθρου 4 παράγραφος 4 στοιχείο γ), του άρθρου 4 παράγραφος 5 στοιχείο β), του άρθρου 16 παράγραφος 2, του άρθρου 29 παράγραφος 6, στο άρθρο 29δ παράγραφος 7, στο άρθρο 34β παράγραφος 11 και ή του άρθρου 45 παράγραφος 1 τίθεται σε ισχύ μόνο εφόσον ούτε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ούτε το Συμβούλιο προβάλουν ένσταση εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίηση της πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή εφόσον, πριν από τη λήξη της προθεσμίας αυτής, τόσο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όσο και το Συμβούλιο πληροφορήσουν την Επιτροπή ότι δεν πρόκειται να προβάλουν ένσταση. Η περίοδος παρατείνεται κατά 2 δύο μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.».

"

[Τροπολογία 8]

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την 20ή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

...,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος

(1) ΕΕ C 11 της 15.1.2013, σ. 86.
(2) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_ΤΑ(2012)0448.
(3) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 10ης Σεπτεμβρίου 2013.
(4)Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 850/98 του Συμβουλίου, της 30ής Μαρτίου 1998, για τη διατήρηση των αλιευτικών πόρων μέσω τεχνικών μέτρων προστασίας των νεαρών θαλάσσιων οργανισμών (ΕΕ L 125 της 27.4.1998, σ. 1).
(5)Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).
(6)* Ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού.


Περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων *
PDF 757kWORD 98k
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 10ης Σεπτεμβρίου 2013 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων στον τομέα των περιουσιακών σχέσεων των καταχωρημένων συντρόφων (COM(2011)0127 – C7-0094/2011 – 2011/0060(CNS))
P7_TA(2013)0337A7-0254/2013

(Ειδική νομοθετική διαδικασία – διαβούλευση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο (COM(2011)0127),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 81 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το οποίο κλήθηκε από το Συμβούλιο να γνωμοδοτήσει (C7–0094/2011),

–  έχοντας υπόψη τις αιτιολογημένες γνώμες που υπεβλήθησαν, στο πλαίσιο του Πρωτοκόλλου αριθ. 2 σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, από τη Γερουσία της Ιταλικής Δημοκρατίας, από τη Δίαιτα της Δημοκρατίας της Πολωνίας, από τη Γερουσία της Δημοκρατίας της Πολωνίας και από τη Γερουσία της Δημοκρατίας της Ρουμανίας, στις οποίες υποστηρίζεται ότι το σχέδιο νομοθετικής πράξης δεν συνάδει προς την αρχή της επικουρικότητας,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 31ης Μαΐου 2012,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 55 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (A7–0254/2013),

1.  εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής όπως τροποποιήθηκε·

2.  καλεί την Επιτροπή να τροποποιήσει αναλόγως την πρότασή της, σύμφωνα με το άρθρο 293 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

3.  καλεί το Συμβούλιο, σε περίπτωση που προτίθεται να απομακρυνθεί από το κείμενο που ενέκρινε το Κοινοβούλιο, να το ενημερώσει σχετικά·

4.  ζητεί να κληθεί εκ νέου να γνωμοδοτήσει εφόσον το Συμβούλιο προτίθεται να επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις στην πρόταση της Επιτροπής·

5.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή   Τροπολογία
Τροπολογία 1
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 8
(8)  Οι ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν τις δύο μορφές συμβίωσης, δηλαδή τον γάμο και την καταχωρημένη συμβίωση, και οι διαφορές που συνεπάγονται για τις αρχές στις οποίες αυτές υπόκεινται υπαγορεύουν τον διαχωρισμό σε δύο αυτοτελείς νομικές πράξεις των διατάξεων οι οποίες προορίζονται να διέπουν τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων και εκείνων που θα διέπουν τις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων, οι οποίες και αποτελούν αντικείμενο του παρόντος κανονισμού.
Διαγράφεται
Τροπολογία 2
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 8 α (νέα)
(8α)  Η αναγνώριση μιας απόφασης στον τομέα των περιουσιακών σχέσεων των καταχωρημένων συντρόφων έχει μοναδικό σκοπό να επιτρέψει την εκτέλεση των περιουσιακών σχέσεων που ορίζει αυτή η απόφαση. Δεν συνεπάγεται αναγνώριση της σχέσης συμβίωσης, εκ μέρους του εν λόγω κράτους μέλους, η οποία αποτελεί τη βάση των περιουσιακών σχέσεων που οδήγησαν σε αυτή την απόφαση. Τα κράτη μέλη όπου δεν υπάρχει ο θεσμός της καταχωρημένης σχέσης συμβίωσης δεν υποχρεούνται βάσει του παρόντος κανονισμού να δημιουργήσουν τέτοιο θεσμό.
Τροπολογία 3
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 10
(10)  Ο παρών κανονισμός αφορά τα ζητήματα που έχουν σχέση με τις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων. Η έννοια της «καταχωρημένης συμβίωσης» καλύπτεται μόνο στον βαθμό που απαιτείται για τους σκοπούς του κανονισμού. Το ακριβές περιεχόμενο της έννοιας αυτής καθορίζεται από το εθνικό δίκαιο των κρατών μελών.
(10)  Ο παρών κανονισμός αφορά τα ζητήματα που έχουν σχέση με τις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων. Η έννοια της «καταχωρημένης συμβίωσης» καλύπτεται μόνο στον βαθμό που απαιτείται για τους σκοπούς του κανονισμού. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, η καταχωρημένη σχέση συμβίωσης είναι μορφή ένωσης άλλη από τον γάμο. Το ακριβές περιεχόμενο της έννοιας της καταχωρημένης σχέσης συμβίωσης καθορίζεται από το εθνικό δίκαιο των κρατών μελών.
Τροπολογία 4
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 11 α (νέα)
(11α)  Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει, αντιθέτως, να εφαρμόζεται σε τομείς του αστικού δικαίου που αφορούν θέματα άλλα από τις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων. Χάριν σαφήνειας, κατά συνέπεια, ορισμένα ζητήματα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως συνδεόμενα με υποθέσεις αυτών των σχέσεων θα πρέπει να εξαιρεθούν ρητά από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.
(Αντιστοιχεί στην αιτιολογική σκέψη 11 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 3 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 5
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 12
(12)   Δεδομένου ότι οι υποχρεώσεις διατροφής μεταξύ καταχωρημένων συντρόφων διέπονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 4/2009 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2008, για τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και τη συνεργασία σε θέματα υποχρεώσεων διατροφής, αυτές θα πρέπει κατά συνέπεια να αποκλεισθούν από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, παρόμοια με τα ζητήματα που αφορούν την ισχύ και τα αποτελέσματα των εκ χαριστικής αιτίας πράξεων μεταβίβασης, τα οποία καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι).
(12)  Οι υποχρεώσεις διατροφής μεταξύ καταχωρημένων συντρόφων, οι οποίες διέπονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 4/2009 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2008, για τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και τη συνεργασία σε θέματα υποχρεώσεων διατροφής, θα πρέπει να αποκλεισθούν από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, παρόμοια με τα ζητήματα που αφορούν τη διαδοχή , τα οποία καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 650/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων, την αποδοχή και εκτέλεση δημόσιων εγγράφων στον τομέα της κληρονομικής διαδοχής και την καθιέρωση ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου.
____________________
1 ΕΕ L 201 της 27.7.2012, σ. 107.
(Αντιστοιχεί στην τροπολογία 4 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 6
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 13
(13)   Ζητήματα σχετικά με τον χαρακτήρα των εμπραγμάτων δικαιωμάτων τα οποία μπορεί ενδεχομένως να υπάρχουν στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών, όπως εκείνα που έχουν σχέση με τη δημοσιότητα αυτών των δικαιωμάτων, θα πρέπει επίσης να αποκλεισθούν από το πεδίο του παρόντος κανονισμού, όπως αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) αριθ…./…[του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και δημόσιων εγγράφων στον τομέα της κληρονομικής διαδοχής και την καθιέρωση ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου]. Τοιουτοτρόπως, τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται περιουσιακό αγαθό ενός ή αμφοτέρων των συντρόφων μπορούν να λάβουν μέτρα που εμπίπτουν στη σφαίρα του εμπραγμάτου δικαίου σχετικά, μεταξύ άλλων, με την καταχώρηση της μεταβίβασης αυτού του αγαθού στο κτηματολόγιο, εφόσον αυτό προβλέπεται από το δίκαιο του οικείου κράτους μέλους.
(13)   Ο παρών κανονισμός, κατά το πρότυπο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012, δεν πρέπει να αφορά την περιοριστική απαρίθμηση («numerus clausus») των εμπραγμάτων δικαιωμάτων που προβλέπει η εσωτερική νομοθεσία ορισμένων κρατών μελών. Ένα κράτος μέλος δεν θα πρέπει να υποχρεούται να αναγνωρίσει ένα εμπράγματο δικαίωμα επί περιουσιακών στοιχείων ευρισκομένων σε αυτό το κράτος μέλος, εάν το εν λόγω εμπράγματο δικαίωμα δεν είναι γνωστό στο εμπράγματό του δίκαιο.
(Αντιστοιχεί στην τροπολογία 5 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 7
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 13 α (νέα)
(13α)  Ωστόσο, προκειμένου οι δικαιούχοι να μπορούν να ασκήσουν σε ένα άλλο κράτος μέλος τα δικαιώματα τα οποία έχουν αποκτήσει ή τους έχουν μεταβιβαστεί, για παράδειγμα, στο πλαίσιο μιας εκκαθάρισης των περιουσιακών σχέσεων μιας καταχωρημένης συμβίωσης, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να προβλέπει την προσαρμογή ενός μη γνωστού εμπραγμάτου δικαιώματος στο εγγύτερο ισοδύναμο εμπράγματο δικαίωμα που γνωρίζει η έννομη τάξη του άλλου αυτού κράτους μέλους. Στο πλαίσιο της προσαρμογής αυτής, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι σκοποί και τα συμφέροντα που επιδιώκονται από το συγκεκριμένο εμπράγματο δικαίωμα και τα αποτελέσματα που συνδέονται με αυτό. Προκειμένου να καθοριστεί το εγγύτερο ισοδύναμο εθνικό εμπράγματο δικαίωμα, οι αρχές ή τα αρμόδια πρόσωπα του κράτους, το δίκαιο του οποίου εφαρμόστηκε στις περιουσιακές σχέσεις καταχωρημένων συντρόφων, ενδέχεται να κληθούν να παράσχουν περαιτέρω πληροφορίες για τη φύση και τα αποτελέσματα του σχετικού εμπράγματου δικαιώματος. Για το σκοπό αυτό, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν τα υπάρχοντα δίκτυα δικαστικής συνεργασίας σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις καθώς και οποιαδήποτε διαθέσιμα μέσα που διευκολύνουν την κατανόηση αλλοδαπού δικαίου.
(Αντιστοιχεί στην αιτιολογική σκέψη 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 6 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 8
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 13 β (νέα)
(13β)  Οι προϋποθέσεις καταχώρησης δικαιώματος επί ακίνητων ή κινητών περιουσιακών στοιχείων σε μητρώο πρέπει να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Ως εκ τούτου, το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο τηρείται το μητρώο (για την ακίνητη περιουσία, το δίκαιο της τοποθεσίας του πράγματος) θα καθορίζει υπό ποιες νομικές προϋποθέσεις, πώς θα γίνεται η καταχώρηση και ποιες αρχές, όπως κτηματολογικά γραφεία ή συμβολαιογράφοι, είναι υπεύθυνες να ελέγχουν αν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις και αν τα έγγραφα που υποβλήθηκαν επαρκούν ή περιέχουν τις απαιτούμενες πληροφορίες.
(Αντιστοιχεί στην αιτιολογική σκέψη 18 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 7 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 9
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 13 γ (νέα)
(13γ)  Τα αποτελέσματα της καταχώρησης δικαιώματος σε μητρώο θα πρέπει επίσης να αποκλεισθούν από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Ως εκ τούτου, το κατά πόσον η καταχώρηση έχει δηλωτική ή συστατική ισχύ θα πρέπει να κρίνεται από το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο τηρείται το μητρώο. Επομένως, εφόσον, π.χ., η κτήση δικαιώματος επί ακινήτου απαιτεί καταχώρηση σε μητρώο σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο τηρείται το μητρώο, προκειμένου να διασφαλιστεί erga omnes το αποτέλεσμα της εγγραφής ή να προστατευθούν δικαιοπραξίες, η χρονική στιγμή κτήσης του δικαιώματος θα πρέπει να καθορίζεται από το δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους.
(Αντιστοιχεί στην αιτιολογική σκέψη 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 8 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 10
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 13 δ (νέα)
(13δ)  Όπως ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 650/2012, ο παρών κανονισμός πρέπει να σέβεται τα διάφορα συστήματα αντιμετώπισης των ζητημάτων περιουσιακών σχέσεων τα οποία ισχύουν στα κράτη μέλη. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, στον όρο "δικαστήριο" θα πρέπει συνεπώς να δοθεί ευρεία έννοια έτσι ώστε να καλύπτει όχι μόνο τα δικαστήρια κατά κυριολεξία, που ασκούν δικαστικά καθήκοντα, αλλά και τους συμβολαιογράφους ή τα γραφεία μητρώων που ασκούν σε ορισμένα κράτη μέλη δικαστικά καθήκοντα σε υποθέσεις περιουσιακού δικαίου κατά τον ίδιο τρόπο με τα δικαστήρια, καθώς και τους συμβολαιογράφους και επαγγελματίες του νομικού κλάδου, οι οποίοι σε ορισμένα κράτη μέλη ασκούν δικαστικά καθήκοντα για μια συγκεκριμένη υπόθεση περιουσιακών σχέσεων κατ’ ανάθεση εξουσιών από δικαστήριο. Όλα τα δικαστήρια όπως ορίζονται στον παρόντα κανονισμό δεσμεύονται από τους κανόνες περί διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπονται σε αυτόν. Αντίθετα, ο όρος "δικαστήριο" δεν θα πρέπει να καλύπτει μη δικαστικές αρχές κράτους μέλους που έχουν εξουσιοδοτηθεί δυνάμει του εθνικού δικαίου να επιλαμβάνονται υποθέσεων περιουσιακών σχέσεων, όπως είναι οι συμβολαιογράφοι στα περισσότερα κράτη μέλη, εφόσον, κατά τη συνήθη πρακτική, δεν ασκούν δικαστικά καθήκοντα.
(Αντιστοιχεί στην αιτιολογική σκέψη 20 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 10 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 11
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 15
(15)  Αντιστοίχως, ο παρών κανονισμός πρέπει να επιτρέπει την επέκταση της αρμοδιότητας των δικαστηρίων ενός κράτους μέλους, στα οποία έχει υποβληθεί αγωγή για τη λύση ή την ακύρωση της καταχωρημένης συμβίωσης, στα ζητήματα που σχετίζονται με τις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων και απορρέουν από την αγωγή, εφόσον είναι σύμφωνοι οι δύο σύντροφοι.
(15)  Αντιστοίχως, ο παρών κανονισμός πρέπει να επιτρέπει την επέκταση της αρμοδιότητας των δικαστηρίων ενός κράτους μέλους, στα οποία έχει υποβληθεί αγωγή για τη λύση ή την ακύρωση της καταχωρημένης συμβίωσης, στα ζητήματα που σχετίζονται με τις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων και απορρέουν από την αγωγή, εφόσον η αρμοδιότητα των δικαστηρίων αυτών έχει αναγνωριστεί ρητώς ή σιωπηρώς από τους συντρόφους.
Τροπολογία 12
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 15 α (νέα)
(15α)  Όταν τα ζητήματα που αφορούν τις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων δεν συνδέονται ούτε με την ακύρωση της καταχωρημένης συμβίωσης ούτε με τον θάνατο ενός εκ των συντρόφων, οι σύντροφοι μπορούν να αποφασίσουν να υποβάλουν τα ζητήματα που αφορούν τις μεταξύ τους περιουσιακές σχέσεις στα δικαστήρια του κράτους μέλους το δίκαιο του οποίου επέλεξαν ως εφαρμοστέο δίκαιο στις μεταξύ τους περιουσιακές σχέσεις. Αυτή η απόφαση εκφράζεται μέσω συμφωνίας μεταξύ των συντρόφων η οποία μπορεί να συναφθεί το αργότερο έως ότου επιληφθεί το δικαστήριο και στη συνέχεια σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους του δικάζοντος δικαστηρίου.
(Αντιστοιχεί στην τροπολογία 12 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 13
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 16
(16)  Στις υπόλοιπες περιπτώσεις, ο παρών κανονισμός πρέπει να επιτρέπει την πρόκριση της κατά τόπον αρμοδιότητας των δικαστηρίων ενός κράτους μέλους για την εκδίκαση των αγωγών που έχουν ως αντικείμενο τις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων με βάση έναν κατάλογο ιεραρχικώς απαριθμούμενων κριτηρίων, με τα οποία διασφαλίζεται η ύπαρξη στενού δεσμού μεταξύ των συντρόφων και του κράτους μέλους του οποίου τα δικαστήρια είναι αρμόδια. Παρέχεται στα δικαστήρια αυτά, με εξαίρεση τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο έγινε η καταχώρηση της συμβίωσης, η δυνατότητα να κηρύξουν εαυτά αναρμόδια, αν η εθνική νομοθεσία τους δεν προβλέπει τον θεσμό της καταχωρημένης συμβίωσης. Τέλος, σε περίπτωση που κανένα δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να επιληφθεί της υπόθεσης με βάση τις λοιπές διατάξεις του παρόντος κανονισμού, καθιερώνεται κανόνας περί επικουρικής δικαιοδοσίας, προκειμένου να αποτραπεί κάθε ενδεχόμενο αρνησιδικίας.
(16)  Ο παρών κανονισμός πρέπει να επιτρέπει την πρόκριση της κατά τόπον αρμοδιότητας των δικαστηρίων ενός κράτους μέλους επί αιτήσεων που αφορούν τις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων, που καθορίζεται σε περιπτώσεις άλλες από εκείνες της διάστασης των συντρόφων ή του θανάτου του συντρόφου, με βάση μία δέσμη ιεραρχικώς απαριθμούμενων κριτηρίων, με τα οποία διασφαλίζεται η ύπαρξη στενού δεσμού μεταξύ των συντρόφων και του κράτους μέλους του οποίου τα δικαστήρια είναι αρμόδια. Θα πρέπει να παρέχεται στα δικαστήρια αυτά, με εξαίρεση τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο έγινε η καταχώρηση της συμβίωσης, η δυνατότητα να κηρύξουν εαυτά αναρμόδια, αν η εθνική νομοθεσία τους δεν προβλέπει τον θεσμό της καταχωρημένης συμβίωσης.
Τροπολογία 14
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 16 α (νέα)
(16α)  Προκειμένου να θεραπεύονται, ειδικότερα, καταστάσεις αρνησιδικίας, ενδείκνυται επίσης να προβλεφθεί στον παρόντα κανονισμό αναγκαστική δικαιοδοσία (forum necessitatis) που θα επιτρέπει σε δικαστήριο κράτους μέλους, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να αποφαίνεται επί υποθέσεως περιουσιακών σχέσεων η οποία σχετίζεται στενά με τρίτο κράτος. Τέτοια εξαιρετική περίπτωση μπορεί, ενδεχομένως, να προκύψει όταν είναι ανέφικτη η κίνηση διαδικασίας στο οικείο τρίτο κράτος, παραδείγματος χάριν λόγω εμφυλίου πολέμου, ή όταν δεν μπορεί ευλόγως να αναμένεται ότι ο δικαιούχος θα κινήσει ή θα διεξαγάγει διαδικασία στο κράτος αυτό. Η δικαιοδοσία που βασίζεται στο forum necessitatis θα πρέπει ωστόσο να ασκείται μόνον όταν η υπόθεση παρουσιάζει επαρκή σχέση με το κράτος μέλος του δικάζοντος δικαστηρίου.
(Αντιστοιχεί στην αιτιολογική σκέψη 31 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 14 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 15
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 18
(18)  Για να διευκολύνεται η διαχείριση της περιουσίας των συντρόφων, το δίκαιο του κράτους στο οποίο καταχωρήθηκε η συμβίωση εφαρμόζεται στο σύνολο των περιουσιακών στοιχείων των συντρόφων, ακόμη και αν το δίκαιο αυτό δεν είναι δίκαιο κράτους μέλους.
(18)  Για να διευκολύνεται η διαχείριση της περιουσίας των καταχωρημένων συντρόφων, ο παρών κανονισμός πρέπει τους επιτρέπει να επιλέγουν το εφαρμοστέο στην περιουσία τους δίκαιο, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα των περιουσιακών αγαθών ή τον τόπο στον οποίο ευρίσκονται, μεταξύ των δικαίων που έχουν στενή σχέση με τους συντρόφους λόγω της διαμονής ή της ιθαγένειας καθενός εξ αυτών. Δεν υπάρχει λόγος να μην επιτρέπεται σε καταχωρημένους συντρόφους η επιλογή αυτή. Εάν οι σύντροφοι επιλέξουν ένα δίκαιο στο οποίο οι καταχωρημένες συμβιώσεις δεν αναγνωρίζονται, η επιλογή δικαίου θα είναι άνευ αντικειμένου. Στην περίπτωση αυτή θα εφαρμόζεται το δίκαιο που προκύπτει από την αντικειμενική σύνδεση. Αν και τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα είναι κατά κανόνα καλά ενημερωμένα για τα δικαιώματά τους, η ανάγκη παροχής ιδιαίτερης προστασίας θα πρέπει να ικανοποιείται με την υποχρεωτική παροχή νομικών συμβουλών όσον αφορά τα αποτελέσματα της επιλογής δικαίου. Η απαίτηση αυτή θα εκπληρώνεται ιδίως όταν η εν λόγω παροχή συμβουλών διασφαλίζεται με τις πρόσθετες διατάξεις τύπου που ισχύουν για την επιλογή δικαίου, ιδίως με τη σύνταξη δημοσίου εγγράφου.
Τροπολογία 16
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 18 α (νέα)
(18α)  Προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα και σαφήνεια δικαίου, ο παρών κανονισμός θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει μια διάταξη σχετικά με την πολλαπλή εγγραφή σε μητρώο μιας καταχωρημένης συμβίωσης, η οποία θα πρέπει να σχετίζεται με την πιο πρόσφατη εγγραφή. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνούν να μην υπάρχουν πολλαπλές εγγραφές καταχωρημένων συμβιώσεων.
Τροπολογία 17
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 18 β (νέα)
(18β)  Ελλείψει επιλογής του εφαρμοστέου δικαίου και προκειμένου να συμβιβάζονται η προβλεψιμότητα και ασφάλεια δικαίου με την πραγματικότητα της ζωής των συντρόφων, ο παρών κανονισμός πρέπει να θεσπίζει εναρμονισμένους κανόνες περί εσωτερικής σύγκρουσης δικαίων, που να επιτρέπουν να καθορισθεί το εφαρμοστέο δίκαιο για το σύνολο των περιουσιακών αγαθών των καταχωρημένων συντρόφων και να βασίζονται σε μία κλίμακα διαδοχικών συνδετικών στοιχείων. Τοιουτοτρόπως, η κοινή συνήθης διαμονή κατά το χρόνο της έναρξης της συμβίωσης ή η πρώτη κοινή συνήθης διαμονή των συντρόφων μετά την έναρξη της συμβίωσης θα πρέπει να συνιστά το πρώτο κριτήριο, πριν από το δίκαιο της κοινής ιθαγένειας των συντρόφων κατά τον χρόνο έναρξης της συμβίωσης. Αν δεν συντρέχει κανένα από αυτά τα κριτήρια ή δεν υπάρχει πρώτη κοινή συνήθης διαμονή των συντρόφων σε περίπτωση διπλής κοινής ιθαγένειας αυτών κατά τον χρόνο έναρξης της συμβίωσης, θα πρέπει τότε να εφαρμόζεται ως τρίτο κριτήριο το δίκαιο του κράτους με το οποίο οι σύντροφοι έχουν από κοινού τους πλέον στενούς δεσμούς, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων, και κυρίως το δίκαιο του τόπου έναρξης της συμβίωσης, με τη διευκρίνιση ότι αυτοί οι στενοί δεσμοί θα πρέπει να εξετάζονται όπως ήσαν κατά τη στιγμή της έναρξης της συμβίωσης. Οι νόμοι που προσδιορίζονται από αυτά τα κριτήρια δεν πρέπει να εφαρμόζονται αν δεν αναγνωρίζουν καταχωρημένες σχέσεις συμβίωσης. Κατ’ αρχήν, θα πρέπει να εφαρμόζεται στις περιουσιακές σχέσεις των συντρόφων το δίκαιο του κράτους καταχώρησης της σχέσης συμβίωσης.
(Αντιστοιχεί στην τροπολογία 15 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 18
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 18 γ (νέα)
(18γ)  Σε περίπτωση που το εφαρμοστέο δίκαιο καθορίζεται με βάση την ιθαγένεια, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ορισμένα κράτη με δικαιικό σύστημα που βασίζεται στο κοινοδίκαιο (“common law”) χρησιμοποιούν ως συνδετικό στοιχείο τη διαμονή και όχι την υπηκοότητα.
Τροπολογία 19
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 18 δ (νέα)
(18δ)  Για να διασφαλισθεί η ασφάλεια δικαίου των συναλλαγών και να αποτραπεί οποιαδήποτε μεταβολή του εφαρμοστέου δικαίου στις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συμβιώσεων χωρίς οι σύντροφοι να λάβουν γνώση της μεταβολής, δεν επιτρέπεται τέτοια μεταβολή χωρίς να υπάρξει ρητό αίτημα των συντρόφων. Μια τέτοια μεταβολή από πλευράς των συντρόφων δεν πρέπει να έχει αναδρομική ισχύ εκτός και εάν αυτό συμφωνηθεί από αυτούς ρητώς. Σε κάθε περίπτωση, η μεταβολή αυτή δεν θα πρέπει να θίγει τα δικαιώματα τρίτων ούτε την εγκυρότητα προηγούμενων νομικών πράξεων.
Τροπολογία 20
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 19 α (νέα)
(19α)  Όλες οι αναγκαίες πληροφορίες πρέπει να διατίθενται με απλό τρόπο και με πρόσφορα μέσα, ιδίως μέσω του πολύγλωσσου ιστοτόπου της Επιτροπής.
Τροπολογία 21
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 19 β (νέα)
(19β)  Πρέπει να διευκολυνθεί η ανταλλαγή των βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των νομικών.
Τροπολογία 22
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 19 γ (νέα)
(19γ)  Η Επιτροπή πρέπει να θεσπίσει ένα εργαλείο ενημέρωσης και κατάρτισης για τους αρμόδιους δικαστικούς υπαλλήλους και τους ασκούντες νομικά επαγγέλματα, δημιουργώντας μια διαδραστική πύλη σε όλες τις επίσημες γλώσσες των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, όπου θα περιλαμβάνεται και σύστημα ανταλλαγής επαγγελματικών εμπειριών και πρακτικών.
Τροπολογία 23
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 23
(23)   Δεδομένου ότι η αμοιβαία αναγνώριση των αποφάσεων που εκδίδονται στα κράτη μέλη αποτελεί έναν από τους επιδιωκόμενους από τον παρόντα κανονισμό στόχους, αυτός πρέπει να προβλέπει κανόνες σχετικούς με την αναγνώριση και την εκτέλεση των αποφάσεων εμπνεόμενους από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 και, εάν παρίσταται ανάγκη, προσαρμοσμένους στις ειδικές απαιτήσεις των θεμάτων που καλύπτει ο παρών κανονισμός. Ειδικότερα, η αναγνώριση και η εκτέλεση μιας απόφασης η οποία αφορά, εν όλω ή εν μέρει, τις περιουσιακές σχέσεις καταχωρημένων συντρόφων δεν είναι δυνατό να απορρίπτονται σε ένα κράτος μέλος αν η εθνική του νομοθεσία δεν προβλέπει τον συγκεκριμένο θεσμό ή ρυθμίζει με διαφορετικό τρόπο τις περιουσιακές αυτές σχέσεις.
(23)   Δεδομένου ότι η αμοιβαία αναγνώριση των αποφάσεων που εκδίδονται στα κράτη μέλη σε υποθέσεις περιουσιακών σχέσεων των καταχωρημένων συντρόφων αποτελεί έναν από τους επιδιωκόμενους από τον παρόντα κανονισμό στόχους, αυτός πρέπει να προβλέπει κανόνες σχετικούς με την αναγνώριση, την εκτελεστότητα και την εκτέλεση των αποφάσεων εμπνεόμενους από άλλα νομοθετικά μέσα της Ένωσης στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις και, εάν παρίσταται ανάγκη, προσαρμοσμένους στις ειδικές απαιτήσεις των θεμάτων που καλύπτει ο παρών κανονισμός. Ειδικότερα, η αναγνώριση και η εκτέλεση μιας απόφασης η οποία αφορά, εν όλω ή εν μέρει, τις περιουσιακές σχέσεις καταχωρημένων συντρόφων δεν είναι δυνατό να απορρίπτονται σε ένα κράτος μέλος αν η εθνική του νομοθεσία δεν προβλέπει τον συγκεκριμένο θεσμό ή ρυθμίζει με διαφορετικό τρόπο τις περιουσιακές αυτές σχέσεις.
(Αντιστοιχεί στην τροπολογία 19 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 24
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 24
(24)   Προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους ρυθμίζονται στα κράτη μέλη τα ζητήματα που αφορούν τις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων, ο παρών κανονισμός πρέπει να διασφαλίζει την αναγνώριση και την εκτέλεση των δημόσιων εγγράφων. Παρόλα αυτά, τα δημόσια έγγραφα δεν μπορούν να εξομοιωθούν με δικαστικές αποφάσεις όσον αφορά την αναγνώρισή τους. Η αναγνώριση των δημόσιων εγγράφων σημαίνει ότι αυτά απολαύουν της ίδιας αποδεικτικής ισχύος ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και ότι παράγουν τα ίδια αποτελέσματα όπως και στο κράτος μέλος προέλευσής τους, καθώς και ότι καλύπτονται από τεκμήριο εγκυρότητας, το οποίο όμως είναι μαχητό.
(24)   Προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη τα διαφορετικά συστήματα με τα οποία ρυθμίζονται στα κράτη μέλη τα ζητήματα που αφορούν τις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων, ο παρών κανονισμός πρέπει να διασφαλίζει την αποδοχή και την εκτελεστότητα σε όλα τα κράτη μέλη των δημόσιων εγγράφων σε υποθέσεις περιουσιακών σχέσεων των καταχωρημένων συντρόφων.
(Αντιστοιχεί στην αιτιολογική σκέψη 60 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 20 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 25
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 24 α (νέα)
(24α)  Όσον αφορά την αναγνώριση, εκτελεστότητα και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων καθώς και την αποδοχή και εκτελεστότητα δημοσίων εγγράφων και την εκτελεστότητα δικαστικών συμβιβασμών, ο παρών κανονισμός πρέπει να θεσπίζει διατάξεις με βάση ιδίως τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 650/2012.
(Αντιστοιχεί στην τροπολογία 21 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 26
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 25
(25)   Αν το εφαρμοστέο στις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων δίκαιο πρέπει να διέπει τις έννομες σχέσεις μεταξύ ενός συντρόφου και ενός τρίτου, οι όροι υπό τους οποίους μπορεί να γίνεται επίκληση αυτού του δικαίου πρέπει να διέπονται από το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο ευρίσκεται η συνήθης διαμονή του συντρόφου ή του τρίτου, ούτως ώστε να εξασφαλίζεται η προστασία αυτού του τελευταίου. Τοιουτοτρόπως, το δίκαιο αυτού του κράτους μέλους θα μπορούσε να προβλέπει ότι ο σύντροφος μπορεί να αντιτάξει έναντι του συγκεκριμένου τρίτου το εφαρμοστέο στις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων δίκαιο μόνον εφόσον έχουν τηρηθεί οι όροι καταχώρησης ή δημοσιότητας που προβλέπονται στο εν λόγω κράτος μέλος, εκτός εάν ο τρίτος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει το εφαρμοστέο στις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων δίκαιο.
(25)  Το εφαρμοστέο στις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων δίκαιο σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό πρέπει να διέπει τις έννομες σχέσεις μεταξύ ενός καταχωρημένου συντρόφου και ενός τρίτου. Ωστόσο, προκειμένου να εξασφαλίζεται η προστασία αυτού του τρίτου, ουδείς εκ των συντρόφων πρέπει να μπορεί να επικαλείται το δίκαιο αυτό ή υπερισχύουσες διατάξεις αναγκαστικού δικαίου σε μία έννομη σχέση μεταξύ ενός συντρόφου και ενός τρίτου, εφόσον ο σύντροφος που έχει έννομη σχέση με τον τρίτον και ο τρίτος έχουν τη συνήθη κατοικία τους στο ίδιο κράτος, που είναι διαφορετικό από το κράτος του οποίου το δίκαιο διέπει τις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων. Εξαιρούνται περιπτώσεις κατά τις οποίες ο τρίτος δεν χρήζει προστασίας, όταν δηλαδή, γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει το εφαρμοστέο δίκαιο ή όταν τηρήθηκαν οι ισχύουσες στο κράτος απαιτήσεις σχετικά με την καταχώρηση ή τη δημοσιότητα.
(Αντιστοιχεί στην τροπολογία 22 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 27
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 26 α (νέα)
(26α)  Για τη διασφάλιση ενιαίων όρων εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες όσον αφορά την έκδοση και μεταγενέστερη τροποποίηση των βεβαιώσεων και των εντύπων σχετικά με την κήρυξη της εκτελεστότητας των αποφάσεων, των δικαστικών συμβιβασμών και των δημοσίων εγγράφων. Οι αρμοδιότητες αυτές πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή1.
______________
1ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13.
(Αντιστοιχεί στην αιτιολογική σκέψη 78 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 23 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 28
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 26 β (νέα)
(26β)  Για την έκδοση των εκτελεστικών πράξεων για τη σύνταξη και την εν συνεχεία τροποποίηση των βεβαιώσεων και των εντύπων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να εφαρμόζεται η συμβουλευτική διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.
(Αντιστοιχεί στην αιτιολογική σκέψη 79 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 24 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 29
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 28
(28)  Ο παρών κανονισμός σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως δε από τα άρθρα 7, 9, 17, 21 και 47, που αφορούν, αντίστοιχα, τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το δικαίωμα γάμου και ίδρυσης οικογένειας σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες, το δικαίωμα ιδιοκτησίας, την απαγόρευση διακρίσεων και το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου. Ο παρών κανονισμός πρέπει να εφαρμόζεται από τα δικαστήρια των κρατών μελών τηρουμένων αυτών των δικαιωμάτων και αρχών.
(28)  Ο παρών κανονισμός σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως δε από τα άρθρα 7, 9, 17, 20, 21 και 47, που αφορούν, αντίστοιχα, τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το δικαίωμα γάμου και ίδρυσης οικογένειας σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες, το δικαίωμα ιδιοκτησίας, την ισότητα ενώπιον του νόμου, την απαγόρευση διακρίσεων και το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου. Ο παρών κανονισμός πρέπει να εφαρμόζεται από τα δικαστήρια των κρατών μελών τηρουμένων αυτών των δικαιωμάτων και αρχών.
(Αντιστοιχεί στην αιτιολογική σκέψη 81 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 25 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 30
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 3 – στοιχείο α
α)  τα προσωπικά ήδη των καταχωρημένων συντρόφων,
Διαγράφεται
Τροπολογία 31
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 3 – στοιχείο β
β)  η δικαιοπρακτική ικανότητα των καταχωρισμένων συντρόφων,
β)  η γενική ιδιότητα των συντρόφων,
(Αντιστοιχεί στην τροπολογία 26 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 32
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 3 – στοιχείο β α (νέο)
βα)  η ύπαρξη, το κύρος ή η αναγνώριση μιας συμβίωσης,
(Αντιστοιχεί στην τροπολογία 27 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 33
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 3 – στοιχείο δ
δ)  οι εκ χαριστικής αιτίας πράξεις μεταβίβασης μεταξύ συντρόφων,
Διαγράφεται
Τροπολογία 34
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 3 – στοιχείο ε
ε)  τα κληρονομικά δικαιώματα του επιζώντος συντρόφου,
ε)  ζητήματα διαδοχής αιτία θανάτου όσον αφορά τον επιζώντα σύντροφο,
(Αντιστοιχεί στην τροπολογία 29 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 35
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 3 – στοιχείο στ
στ)  οι εταιρείες που συστήνονται μεταξύ συντρόφων,
στ)  ζητήματα του δικαίου που διέπει τις εταιρίες και άλλους φορείς με ή χωρίς νομική προσωπικότητα,
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 1 στοιχείο η) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 30 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 36
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 3 – στοιχείο ζ
ζ)  η φύση εμπράγματων δικαιωμάτων επί περιουσιακών αγαθών και η δημοσιότητα που δίδεται σε τέτοια δικαιώματα.
ζ)  η φύση των εμπράγματων δικαιωμάτων,
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 1 στοιχείο ια) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 31 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 37
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 3 – στοιχείο ζ α (νέο)
ζα)  οποιαδήποτε καταχώρηση σε μητρώο δικαιωμάτων επί ακίνητης ή κινητής περιουσίας, περιλαμβανομένων των νομικών απαιτήσεων για αυτή την καταχώρηση, και τα αποτελέσματα της καταχώρησης ή της μη καταχώρησης αυτών των δικαιωμάτων σε μητρώο και
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 1 στοιχείο ιβ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 32 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 38
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 3 – στοιχείο ζ β (νέο)
ζβ)  ζητήματα δικαιώματος μεταβίβασης ή διευθέτησης, σε περίπτωση λύσης της καταχωρημένης συμβίωσης, μεταξύ συντρόφων ή πρώην συντρόφων, δικαιωμάτων σε σύνταξη γήρατος ή αναπηρίας που προέκυψαν κατά την περίοδο της καταχωρημένης σχέσης συμβίωσης.
(Αντιστοιχεί στην τροπολογία 33 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 39
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 2 – παράγραφος 1 – στοιχείο β
β)  «καταχωρημένη σχέση συμβίωσης»: προβλεπόμενη από τον νόμο κατάσταση συμβίωσης μεταξύ δύο προσώπων η οποία έχει καταχωρηθεί ενώπιον δημόσιας αρχής,
β)  «καταχωρημένη σχέση συμβίωσης»: κατάσταση συμβίωσης μεταξύ δύο προσώπων η οποία έχει δημιουργηθεί κατά τρόπο που προβλέπεται νομοθετικά στο κράτος μέλος στο οποίο έχει καταχωρηθεί·
Τροπολογία 40
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 2 – παράγραφος 1 – στοιχείο β α (νέο)
βα)  «συμφωνία συμβίωσης»: κάθε συμφωνία με την οποία οι σύντροφοι ή οι μέλλοντες σύντροφοι ρυθμίζουν τις περιουσιακές σχέσεις της συμβίωσής τους·
(Αντιστοιχεί στην τροπολογία 35 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 41
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 2 – παράγραφος 1 – στοιχείο γ – εισαγωγικό μέρος
γ)   «δημόσιο έγγραφο»: έγγραφο που έχει συνταχθεί ή καταχωρηθεί επίσημα ως δημόσιο έγγραφο στο κράτος μέλος προέλευσης και του οποίου η γνησιότητα:
γ)   «δημόσιο έγγραφο»: έγγραφο σε υπόθεση περιουσιακών σχέσεων καταχωρημένων συντρόφων που έχει συνταχθεί ή καταχωρηθεί επίσημα ως δημόσιο έγγραφο σε ένα κράτος μέλος και του οποίου η γνησιότητα:
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο θ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 36 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 42
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 2 – παράγραφος 1 – στοιχείο δ
δ)  «απόφαση»: κάθε απόφαση εκδιδόμενη στον τομέα των περιουσιακών σχέσεων καταχωρημένων συντρόφων από δικαστήριο κράτους μέλους, ασχέτως ονομασίας της, όπως «βούλευμα», «απόφαση», «διάταξη» ή «διαταγή εκτέλεσης», καθώς και ο καθορισμός της δικαστικής δαπάνης από τον γραμματέα,
δ)  «απόφαση»: κάθε απόφαση εκδιδόμενη στον τομέα των περιουσιακών σχέσεων καταχωρημένων συντρόφων από δικαστήριο κράτους μέλους, ασχέτως ονομασίας της, συμπεριλαμβανομένης της αποφάσεως για τον καθορισμό της δικαστικής δαπάνης από τον γραμματέα,
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 31 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 37 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 43
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 2 – παράγραφος 1 – στοιχείο ε
ε)   «κράτος μέλος προέλευσης»: το κράτος στο οποίο, ανάλογα με την περίπτωση, εκδόθηκε η απόφαση, συνάφθηκε η σύμβαση καταχωρημένης συμβίωσης, συντάχθηκε το δημόσιο έγγραφο ή στο οποίο διενεργήθηκε η πράξη εκκαθάρισης της κοινής περιουσίας ή οποιαδήποτε άλλη πράξη διενεργούμενη από δικαστική αρχή ή ενώπιον της ή από αρχή εξουσιοδοτημένη από αυτήν την τελευταία,
ε)   «κράτος μέλος προέλευσης»: το κράτος στο οποίο εκδόθηκε η απόφαση, συντάχθηκε το δημόσιο έγγραφο ή επικυρώθηκε ή συνάφθηκε ο δικαστικός συμβιβασμός·
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο ε) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 38 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 44
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 2 – παράγραφος 1 – στοιχείο στ
στ)   «κράτος μέλος αναγνώρισης η εκτέλεσης»: το κράτος μέλος στο οποίο ζητείται η αναγνώριση και/ή η εκτέλεση της απόφασης, της σύμβασης καταχωρημένης συμβίωσης, του δημοσίου εγγράφου, της πράξης εκκαθάρισης της κοινής περιουσίας ή κάθε άλλης πράξης διενεργούμενης από δικαστική αρχή ή ενώπιον της ή από αρχή εξουσιοδοτημένη από αυτήν την τελευταία,
στ)   «κράτος μέλος εκτέλεσης»: το κράτος μέλος στο οποίο επιδιώκεται η κήρυξη της εκτελεστότητας ή η εκτέλεση της απόφασης του δικαστικού συμβιβασμού ή του δημόσιου εγγράφου·
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο στ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 39 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 45
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 2 – παράγραφος 1 – στοιχείο ζ
ζ)  «δικαστήριο»: κάθε αρμόδια δικαστική αρχή των κρατών μελών, η οποία ασκεί δικαιοδοτικά καθήκοντα σε θέματα περιουσιακών σχέσεων των καταχωρημένων συντρόφων καθώς και κάθε άλλη μη δικαστική αρχή ή πρόσωπο που ασκεί, κατ’ εξουσιοδότηση ή κατόπιν διορισμού από δικαστική αρχή των κρατών μελών, καθήκοντα που υπάγονται στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων, όπως προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό,
Διαγράφεται
(Αντιστοιχεί στην τροπολογία 40 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 46
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 2 – παράγραφος 1 α (νέα)
1α.  Κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού με τον όρο «δικαστήριο» νοούνται κάθε δικαστική ή άλλη αρχή και οι ασκούντες νομικά επαγγέλματα, με αρμοδιότητα σε υποθέσεις περιουσιακών σχέσεων των καταχωρημένων συντρόφων, που ασκούν δικαστικά καθήκοντα ή ενεργούν κατ’ εξουσιοδότηση ή υπό τον έλεγχο δικαστικής αρχής, υπό την προϋπόθεση ότι οι άλλες αυτές αρχές και οι ασκούντες νομικά επαγγέλματα παρέχουν εγγυήσεις όσον αφορά την αμεροληψία τους και το δικαίωμα έννομης ακρόασης των μερών και ότι οι αποφάσεις τους, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο ασκούν τα καθήκοντά τους:
α)  μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο άσκησης ενδίκου μέσου ή επανεξέτασης από δικαστική αρχή· και
β)  έχουν ανάλογη ισχύ και αποτέλεσμα με απόφαση δικαστικής αρχής για το ίδιο θέμα.
Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 33α παράγραφος 1, τις άλλες αρχές και τους ασκούντες νομικά επαγγέλματα που προβλέπονται στο εδάφιο 1.
Τροπολογία 47
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο -3
Άρθρο -3
Αρμοδιότητα σε υποθέσεις περιουσιακών σχέσεων εντός των κρατών μελών
Ο παρών κανονισμός δεν θίγει την εθνική αρμοδιότητα των κρατών μελών σε υποθέσεις περιουσιακών σχέσεων.
(Αντιστοιχεί στην τροπολογία 42 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 48
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 3 – παράγραφος 1
1.   Τα δικαστήρια ενός κράτους μέλους τα οποία επιλαμβάνονται αγωγής σχετικά με την κληρονομική διαδοχή ενός εκ των συντρόφων κατ’ εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ.…/… [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και δημόσιων εγγράφων στον τομέα της κληρονομικής διαδοχής και την καθιέρωση ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου] είναι εξίσου αρμόδια να αποφανθούν για τα ζητήματα των περιουσιακών σχέσεων των συντρόφων που έχουν σχέση με την αγωγή.
1.   Τα δικαστήρια ενός κράτους μέλους τα οποία επιλαμβάνονται υποθέσεων σχετικά με την κληρονομική διαδοχή ενός εκ των συντρόφων κατ’ εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012, είναι εξίσου αρμόδια να αποφανθούν για τα ζητήματα των περιουσιακών σχέσεων των συντρόφων που έχουν σχέση με την υπόθεση κληρονομικής διαδοχής.
(Αντιστοιχεί στην τροπολογία 43 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 49
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 4
Διεθνής δικαιοδοσία σε περίπτωση χωρισμού των συντρόφων
Διεθνής δικαιοδοσία σε περίπτωση λύσης ή ακύρωσης
Τα δικαστήρια ενός κράτους μέλους τα οποία επιλαμβάνονται αγωγής λύσης ή ακύρωσης σχέσης καταχωρημένης συμβίωσης είναι επίσης αρμόδια, σε περίπτωση συμφωνίας των συντρόφων, να αποφανθούν για τα ζητήματα που αφορούν τις περιουσιακές σχέσεις των συντρόφων και έχουν σχέση με την αγωγή.
Τα δικαστήρια ενός κράτους μέλους τα οποία επιλαμβάνονται αγωγής λύσης ή ακύρωσης σχέσης καταχωρημένης συμβίωσης είναι επίσης αρμόδια να αποφανθούν για τα ζητήματα που αφορούν τις περιουσιακές σχέσεις των συντρόφων και έχουν σχέση με την αγωγή, εφόσον η δικαιοδοσία των σχετικών δικαστηρίων έχει αναγνωριστεί ρητώς ή με άλλο σαφή τρόπο από τους συντρόφους.
Αυτή η συμφωνία μπορεί να συναφθεί οποτεδήποτε, ακόμα και κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Όταν συνάπτεται πριν από τη διαδικασία, πρέπει να διατυπώνεται εγγράφως και να φέρει ημερομηνία και την υπογραφή αμφοτέρων των μερών.
Ελλείψει συμφωνίας των συντρόφων, η δικαιοδοσία ρυθμίζεται από το άρθρο 5.
Ελλείψει αναγνώρισης της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η δικαιοδοσία ρυθμίζεται από το άρθρο 5.
(Αντιστοιχεί στην τροπολογία 44 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 50
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 4 α (νέο)
Άρθρο 4α
Συμφωνία παρέκτασης της δικαιοδοσίας
1.  Οι σύντροφοι δύνανται να συμφωνήσουν ότι τα δικαστήρια του κράτους μέλους το δίκαιο του οποίου επέλεξαν ως εφαρμοστέο για τις περιουσιακές σχέσεις που συνεπάγεται η συμβίωσή τους, σύμφωνα με το άρθρο 15β, είναι αρμόδια να αποφαίνονται για αυτές τις περιουσιακές σχέσεις. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική.
Με την επιφύλαξη του τρίτου εδαφίου, η συμφωνία παρέκτασης της δικαιοδοσίας μπορεί να συναφθεί ή να τροποποιηθεί ανά πάσα στιγμή και το αργότερο κατά το χρόνο της προσφυγής στο δικαστήριο.
Εφόσον προβλέπεται από το δίκαιο του δικάζοντος δικαστηρίου, οι σύντροφοι μπορούν επίσης να επιλέξουν το εφαρμοστέο δίκαιο ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Σε αυτή την περίπτωση, η επιλογή του δικαστηρίου καταχωρείται στα πρακτικά του δικαστηρίου σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους του δικάζοντος δικαστηρίου.
Όταν η συμφωνία συνάπτεται πριν από τη διαδικασία, πρέπει να διατυπώνεται εγγράφως και να φέρει ημερομηνία και την υπογραφή αμφοτέρων των μερών. Κάθε διαβίβαση διά της ηλεκτρονικής οδού που επιτρέπει μεταγενέστερη πρόσβαση στο περιεχόμενο της συμφωνίας λογίζεται ότι έχει καταρτισθεί «γραπτά».
2.  Οι σύντροφοι μπορούν επίσης να συμφωνήσουν ότι, αν δεν έχει επιλεγεί δικαστήριο, αρμόδια είναι τα δικαστήρια του κράτους μέλους το δίκαιο του οποίου διέπει, σύμφωνα με το άρθρο 15, τις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων.
Τροπολογία 51
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 4 β (νέο)
Άρθρο 4β
Διεθνής δικαιοδοσία που βασίζεται στην παράσταση του εναγομένου ενώπιον του δικαστηρίου
1.  Εκτός από τη δικαιοδοσία που απορρέει από άλλες διατάξεις του παρόντος κανονισμού, διεθνή δικαιοδοσία έχει ένα δικαστήριο κράτους μέλους το δίκαιο του οποίου έχει επιλεγεί, σύμφωνα με το άρθρο 15β ή το δίκαιο του οποίου ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 15, και ενώπιον του οποίου παρουσιάζεται ο εναγόμενος. Ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται εάν η παράσταση του εναγομένου έχει σκοπό την αμφισβήτηση της διεθνούς δικαιοδοσίας ή εάν υπάρχει άλλο δικαστήριο με διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 3, το άρθρο 4 ή το άρθρο 4α.
2.  Προτού κρίνει εαυτό αρμόδιο δυνάμει της παραγράφου 1, το δικαστήριο εξασφαλίζει ότι ο εναγόμενος έχει ενημερωθεί για το δικαίωμά να αμφισβητήσει τη διεθνή δικαιοδοσία και για τις συνέπειές της παράστασης ή της μη παράστασής του ενώπιον του δικαστηρίου.
(Αντιστοιχεί στην τροπολογία 46 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 52
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 5
1.   Εξαιρουμένων των περιπτώσεων των άρθρων 3 και 4, αρμόδια να αποφανθούν σε διαδικασία που αφορά τις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων είναι τα δικαστήρια του κράτους μέλους:
1.   Όταν κάποιο δικαστήριο δεν έχει διεθνή δικαιοδοσία δυνάμει των άρθρων 3, 4 και 4α, αρμόδια να αποφανθούν σε διαδικασία που αφορά τις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων είναι τα δικαστήρια του κράτους μέλους:
α)   της κοινής συνήθους διαμονής των συντρόφων ή, ελλείψει αυτής
α)   στο έδαφος του οποίου οι σύντροφοι έχουν τη συνήθη διαμονή τους τη στιγμή κατά την οποία το δικαστήριο επιλαμβάνεται της υπόθεσης ή, ελλείψει αυτής
β)   της τελευταίας κοινής συνήθους διαμονής των συντρόφων, στο μέτρο που ο ένας εξ αυτών εξακολουθεί να διαμένει εκεί ή, ελλείψει αυτής
β)   στο έδαφος του οποίου οι σύντροφοι είχαν την τελευταία συνήθη διαμονή τους, στο μέτρο που ο ένας εξ αυτών εξακολουθεί να διαμένει εκεί τη στιγμή κατά την οποία το δικαστήριο επιλαμβάνεται της υπόθεσης ή, ελλείψει αυτής
γ)   της συνήθους διαμονής του εναγομένου ή, ελλείψει αυτής
γ)   στο έδαφος του οποίου ο εναγόμενος έχει τη συνήθη διαμονή του τη στιγμή κατά την οποία το δικαστήριο επιλαμβάνεται της υπόθεσης ή, ελλείψει αυτής
γα)  της ιθαγένειας των δύο συντρόφων τη στιγμή κατά την οποία το δικαστήριο επιλαμβάνεται της υπόθεσης ή, στην περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας, της κοινής μόνιμης κατοικίας τους (domicile) ή, ελλείψει αυτής
δ)   του κράτους μέλους όπου πραγματοποιήθηκε η καταχώρηση της σχέσης συμβίωσης.
δ)   του κράτους μέλους όπου πραγματοποιήθηκε η καταχώρηση της σχέσης συμβίωσης.
2.   Τα δικαστήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α), β) και γ) δύνανται να κηρύξουν εαυτά αναρμόδια αν το δίκαιο στο οποίο υπόκεινται δεν προβλέπει τον θεσμό της καταχωρημένης συμβίωσης.
2.   Τα δικαστήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α), β), γ) και γα) δύνανται να κηρύξουν εαυτά αναρμόδια αν το δίκαιο στο οποίο υπόκεινται δεν προβλέπει τον θεσμό της καταχωρημένης συμβίωσης.
(Όσον αφορά το άρθρο 5 στοιχείο γα) (νέο), βλ. την τροπολογία στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο β), Αντιστοιχεί στην τροπολογία 47 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).).
Τροπολογία 53
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 6
Όταν κανένα δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία δυνάμει των άρθρων 3, 4 ή 5 ή το δικαστήριο έχει κηρύξει εαυτό αναρμόδιο, τα δικαστήρια ενός κράτους μέλους έχουν δικαιοδοσία στο μέτρο που:
Όταν κανένα δικαστήριο κράτους μέλους δεν έχει δικαιοδοσία δυνάμει των άρθρων 3, 4, 4α ή 5 ή το δικαστήριο έχει κηρύξει εαυτό αναρμόδιο, τα δικαστήρια ενός κράτους μέλους έχουν δικαιοδοσία στο μέτρο που ακίνητη περιουσία ή καταχωρημένα περιουσιακά αγαθά ενός ή αμφοτέρων των συντρόφων βρίσκονται στο έδαφος αυτού του κράτους· σε αυτή την περίπτωση το επιλαμβανόμενο δικαστήριο καλείται να αποφανθεί μόνον επί της εν λόγω ακίνητης περιουσίας ή των εν λόγω καταχωρημένων περιουσιακών αγαθών.
α)  ένα ή περισσότερα περιουσιακά αγαθά ενός ή αμφοτέρων των συντρόφων βρίσκονται στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους οπότε το επιλαμβανόμενο δικαστήριο καλείται να αποφανθεί μόνον επ’ αυτού ή επ’ αυτών των περιουσιακών αγαθών, ή
β)  οι σύντροφοι έχουν αμφότεροι την ιθαγένεια αυτού του κράτους μέλους ή, στην περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας, την κοινή κατοικία τους (domicile).
Στο πλαίσιο αυτό, τα δικαστήρια ενός κράτους μέλους είναι αρμόδια να αποφασίσουν μόνο για την ακίνητη περιουσία ή τα καταχωρημένα περιουσιακά αγαθά που βρίσκονται στο εν λόγω κράτος μέλος.
(Αντιστοιχεί στην τροπολογία 48 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 54
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 7
Όταν κανένα δικαστήριο κράτους μέλους δεν έχει δικαιοδοσία δυνάμει των άρθρων 3, 4, 5 ή 6, ή το δικαστήριο έχει κηρύξει εαυτό αναρμόδιο, τα δικαστήρια ενός κράτους μέλους μπορούν, κατ’ εξαίρεση και υπό τον όρο ότι η υπόθεση εμφανίζει επαρκή σύνδεσμο με το συγκεκριμένο κράτος μέλος, να αποφανθούν σχετικά με τις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων, σε περίπτωση που αποδεικνύεται αδύνατη ή μη εύλογη η κίνηση ή η διεξαγωγή διαδικασίας σε τρίτη χώρα.
Όταν κάποιο δικαστήριο κράτους μέλους δεν έχει δικαιοδοσία δυνάμει των άρθρων 3, 4, 4α, 5 ή 6, τα δικαστήρια ενός κράτους μέλους μπορούν, κατ’ εξαίρεση να αποφανθούν σε υπόθεση σχετικά με τις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων, σε περίπτωση που αποδεικνύεται αδύνατη ή μη εύλογη η κίνηση ή η διεξαγωγή διαδικασίας σε τρίτη χώρα με την οποία η υπόθεση παρουσιάζει στενό δεσμό.
Η υπόθεση πρέπει να παρουσιάζει επαρκή δεσμό με το κράτος μέλος του επιληφθέντος δικαστηρίου.
(Αντιστοιχεί στην αιτιολογική σκέψη 11 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 49 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 55
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 8
Το δικαστήριο που επιλαμβάνεται δυνάμει των άρθρων 3, 4, 5, 6 ή 7 και ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η διαδικασία είναι επίσης αρμόδιο να εξετάσει την ανταγωγή, στο μέτρο που αυτή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.
Το δικαστήριο που επιλαμβάνεται δυνάμει των άρθρων 3, 4, 4α, 5, 6 ή 7 και ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η διαδικασία είναι επίσης αρμόδιο να εξετάσει την ανταγωγή, στο μέτρο που αυτή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.
Όταν το δικαστήριο επιλαμβάνεται σύμφωνα με το άρθρο 6, η αρμοδιότητά του να εξετάσει την ανταγωγή αφορά μόνο την ακίνητη περιουσία ή τα καταχωρημένα περιουσιακά αγαθά που αποτελούν αντικείμενο της κύριας υπόθεσης.
(Αντιστοιχεί στην τροπολογία 50 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 56
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 9
Ένα δικαστήριο λογίζεται ως επιληφθέν:
Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, ένα δικαστήριο λογίζεται ως επιληφθέν:
α)  από την ημερομηνία κατάθεσης στο δικαστήριο του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης ή άλλου ισοδύναμου εγγράφου, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενάγων δεν παρέλειψε στη συνέχεια να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την κοινοποίηση ή την επίδοση του εγγράφου στον εναγόμενο,
α)  από την ημερομηνία κατάθεσης στο δικαστήριο του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης ή άλλου ισοδύναμου εγγράφου, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενάγων δεν παρέλειψε στη συνέχεια να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την κοινοποίηση ή την επίδοση του εγγράφου στον εναγόμενο·
β)  εάν το έγγραφο πρέπει να κοινοποιηθεί ή να επιδοθεί προτού κατατεθεί στο δικαστήριο, από την ημερομηνία παραλαβής του από την αρχή που είναι υπεύθυνη για την κοινοποίηση ή την επίδοση, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενάγων δεν παρέλειψε στη συνέχεια να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την κατάθεση του εγγράφου στο δικαστήριο.
β)  εάν το έγγραφο πρέπει να κοινοποιηθεί ή να επιδοθεί προτού κατατεθεί στο δικαστήριο, από την ημερομηνία παραλαβής του από την αρχή που είναι υπεύθυνη για την κοινοποίηση ή την επίδοση, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενάγων δεν παρέλειψε στη συνέχεια να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την κατάθεση του εγγράφου στο δικαστήριο, ή
(βα)  εφόσον η διαδικασία τίθεται σε κίνηση αυτεπαγγέλτως, από την ημερομηνία λήψης από το δικαστήριο της απόφασης για την έναρξη της διαδικασίας, ή, σε περίπτωση που η απόφαση αυτή δεν απαιτείται, από την ημερομηνία καταχώρησης της υπόθεσης στο μητρώο του δικαστηρίου.
(Αντιστοιχεί στην αιτιολογική σκέψη 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 51 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 57
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 12 – παράγραφος 1
1.  Αν έχουν ασκηθεί αγωγές με το ίδιο αντικείμενο και εκ της ιδίας αιτίας μεταξύ των ιδίων διαδίκων ενώπιον δικαστηρίων διαφόρων κρατών μελών, κάθε δικαστήριο εκτός εκείνου που επελήφθη πρώτο αναστέλλει αυτεπάγγελτα τη διαδικασία του μέχρι να διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο.
1.  Αν έχουν ασκηθεί αγωγές με το ίδιο αντικείμενο και εκ της ιδίας αιτίας μεταξύ των συντρόφων ενώπιον δικαστηρίων διαφόρων κρατών μελών, κάθε δικαστήριο εκτός εκείνου που επελήφθη πρώτο αναστέλλει αυτεπάγγελτα τη διαδικασία του μέχρι να διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο.
(Αντιστοιχεί στην τροπολογία 52 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 59
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 13 – παράγραφος 2
2.  Όταν οι αγωγές αυτές εκκρεμούν σε πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, το δεύτερο επιληφθέν δικαστήριο δύναται επίσης, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο, υπό την προϋπόθεση ότι το πρώτο επιληφθέν δικαστήριο έχει δικαιοδοσία για να κρίνει τις αγωγές αυτές και ότι το δίκαιό του επιτρέπει την συνεκδίκασή τους.
2.  Όταν οι αγωγές αυτές εκκρεμούν σε πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, το δεύτερο επιληφθέν δικαστήριο δύναται επίσης, με αίτηση ενός από τους συντρόφους, να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο, υπό την προϋπόθεση ότι το πρώτο επιληφθέν δικαστήριο έχει δικαιοδοσία για να κρίνει τις αγωγές αυτές και ότι το δίκαιό του επιτρέπει την συνεκδίκασή τους.
(Αντιστοιχεί στην αιτιολογική σκέψη 18 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 54 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 60
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 14
Είναι δυνατό να υποβληθεί αίτηση για τη λήψη προσωρινών ή συντηρητικών μέτρων που προβλέπονται από το δίκαιο κράτους μέλους στα δικαστήρια του κράτους αυτού, έστω και αν τα δικαστήρια άλλου κράτους μέλους έχουν, δυνάμει του παρόντος κανονισμού, διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση της υπόθεσης επί της ουσίας.
Είναι δυνατό να υποβληθεί αίτηση ενώπιον των δικαστηρίων κράτους μέλους για εκείνα τα προσωρινά μέτρα, περιλαμβανομένων των ασφαλιστικών, που προβλέπονται από το δίκαιο του εν λόγω κράτους, έστω και εάν, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η διεθνής δικαιοδοσία για την ουσία της υπόθεσης ανήκει στα δικαστήρια άλλου κράτους μέλους.
(Αντιστοιχεί στην αιτιολογική σκέψη 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 56 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 61
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο -15 (νέο)
Άρθρο -15
Ενότητα και πεδίο εφαρμογής του εφαρμοστέου δικαίου
1.  Το εφαρμοστέο στις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων δίκαιο εφαρμόζεται σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτονται από τις εν λόγω σχέσεις, ασχέτως της τοποθεσίας τους.
2.  Το εφαρμοστέο στις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων δίκαιο καθορίζει, με την επιφύλαξη των στοιχείων ζ) και ζα) του άρθρου 1 παράγραφος 3, μεταξύ άλλων
α)  ο χωρισμός της περιουσίας των συντρόφων σε διάφορες κατηγορίες πριν και μετά την καταχωρημένη συμβίωση·
β)  η μεταφορά της περιουσίας από μία κατηγορία σε άλλη·
γ)  ενδεχομένως, ευθύνη για τα χρέη του άλλου συντρόφου·
δ)  τα δικαιώματα διάθεσης των συντρόφων κατά τη διάρκεια της συμβίωσης·
ε)  τη λύση και την εκκαθάριση των περιουσιακών σχέσεων των καταχωρημένων συντρόφων και τη διανομή της περιουσίας σε περίπτωση λύσης της καταχωρημένης συμβίωσης·
στ)  τα αποτελέσματα των περιουσιακών σχέσεων των καταχωρημένων συντρόφων όσον αφορά την έννομη σχέση μεταξύ ενός συντρόφου και τρίτου, σύμφωνα με το άρθρο 31.
(Αντιστοιχεί στις τροπολογίες 57 και 58 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 62
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο -15 α (νέο)
Άρθρο -15α
Καθολική εφαρμογή
Το καθοριζόμενο από τον παρόντα κανονισμό δίκαιο εφαρμόζεται ακόμη και αν δεν πρόκειται για δίκαιο κράτους μέλους.
(Βλ.τροπολογία στο άρθρο 16· το κείμενο έχει τροποποιηθεί). (Αντιστοιχεί στην αιτιολογική σκέψη 20 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 59 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 63
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο -15 β (νέο)
Άρθρο -15β
Επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου
1.  Οι καταχωρημένοι σύντροφοι ή οι μέλλοντες σύντροφοι δύνανται να συμφωνούν επί του εφαρμοστέου στις περιουσιακές τους σχέσεις δικαίου ή να μεταβάλλουν αυτό, εφόσον το εν λόγω δίκαιο αναγνωρίζει τον θεσμό της καταχωρημένης σχέσης συμβίωσης και συνδέει με αυτό τις απορρέουσες περιουσιακές σχέσεις, και εφόσον είναι:
α)  το δίκαιο του κράτους της συνήθους διαμονής των συντρόφων ή μελλόντων συντρόφων ή ενός εξ αυτών κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας ή
β)  το δίκαιο κράτους του οποίου ένας εκ των συντρόφων ή μελλοντικών συντρόφων είναι υπήκοος τη στιγμή της σύναψης της συμφωνίας, ή
γ)  το δίκαιο του κράτους στο οποίο έχει καταχωρηθεί η συμβίωση·
2.  Εάν το επιλεγέν δίκαιο δεν αναγνωρίζει το θεσμό της καταχωρημένης συμβίωσης ή δεν συνδέει με αυτό τις απορρέουσες περιουσιακές σχέσεις, το εφαρμοστέο δίκαιο καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 15.
3.  Η επιλογή δικαίου σύμφωνα με την παράγραφο 1 είναι έγκυρη, μόνο αν οι σύντροφοι ή οι μέλλοντες σύντροφοι μπορούν να αποδείξουν ότι, προτού πραγματοποιήσουν την επιλογή αυτή, είχαν ενημερωθεί για τις έννομες συνέπειές της.
Η απαίτηση αυτή θεωρείται ότι έχει εκπληρωθεί όταν την ενημέρωση αυτή διασφαλίζουν οι πρόσθετες εθνικές διατάξεις τύπου που ισχύουν για την επιλογή του δικαίου.
4.  Εκτός διαφορετικής συμφωνίας των συντρόφων, αλλαγή του εφαρμοστέου στις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων δικαίου κατά τη διάρκεια της συμβίωσης έχει μόνο μελλοντική ισχύ.
5.  Σε περίπτωση που οι σύντροφοι επιλέξουν η μεταβολή αυτή να έχει αναδρομική ισχύ, η αναδρομικότητα αυτή δεν επηρεάζει την εγκυρότητα προηγούμενων συναλλαγών που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του δικαίου που εφαρμοζόταν έως εκείνη τη στιγμή ή τα δικαιώματα τρίτων, στο πλαίσιο του δικαίου που εφαρμοζόταν πριν.
(Αντιστοιχεί στην τροπολογία 60 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 64
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 15
Προσδιορισμός του εφαρμοστέου δικαίου
Καθορισμός του εφαρμοστέου δικαίου ελλείψει επιλογής
Το εφαρμοστέο δίκαιο στις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων είναι το δίκαιο του κράτους καταχώρησης της σχέσης συμβίωσης.
1.  Ελλείψει συμφωνίας για την επιλογή δικαίου βάσει του άρθρου -15β, το εφαρμοστέο δίκαιο στις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων είναι:
α)  το δίκαιο του κράτους της κατά το χρόνο καταχώρησης της συμβίωσης κοινής συνήθους διαμονής των συντρόφων ή της πρώτης κοινής συνήθους διαμονής των συντρόφων μετά την καταχώρηση της συμβίωσης, ή
β)  το δίκαιο του κράτους της κοινής ιθαγένειας των συντρόφων κατά τον χρόνο καταχώρησης της συμβίωσης, ή
γ)  το δίκαιο του κράτους με το οποίο οι σύντροφοι έχουν τους στενότερους δεσμούς, λαμβανομένων δεόντως υπόψη όλων των περιστάσεων, κατά το χρόνο καταχώρησης της συμβίωσης, ή
δ)  το δίκαιο του κράτους όπου πραγματοποιήθηκε η καταχώρηση της σχέσης συμβίωσης.
2.  Η παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ) δεν εφαρμόζεται, εάν το σχετικό δίκαιο δεν αναγνωρίζει τον θεσμό της καταχωρημένης συμβίωσης.
3.  Οι διατάξεις της παραγράφου 1 στοιχείο β) δεν εφαρμόζονται, όταν οι σύντροφοι έχουν περισσότερες της μίας κοινές ιθαγένειες.
(Αντιστοιχεί στην τροπολογία 61 κ. εξ. της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 65
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 15 α (νέο)
Άρθρο 15α
Πολλαπλή καταχώρηση
Εάν καταχωρημένες συμβιώσεις μεταξύ των ιδίων προσώπων υφίστανται σε διάφορα κράτη, αποφασιστική σημασία για τον καθορισμό του εφαρμοστέου δίκαιου, σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 1 στοιχείο δ), έχει η σχέση συμβίωσης που συνάφθηκε τελευταία, με σημείο έναρξης το χρονικό σημείο της σύναψής της.
Τροπολογία 66
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 16
Άρθρο 16
Διαγράφεται
Καθολικός χαρακτήρας του κανόνα σύγκρουσης νόμων
Το καθοριζόμενο σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου δίκαιο εφαρμόζεται ακόμα και αν δεν πρόκειται για δίκαιο κράτους μέλους.
(Αντιστοιχεί στην τροπολογία 68 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 67
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 16 α (νέο)
Άρθρο 16α
Διατάξεις τύπου για την επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου
1.  Η συμφωνία για την επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου που προβλέπεται στο άρθρο 15β διατυπώνεται εγγράφως, χρονολογείται και υπογράφεται και από τους δύο συντρόφους. Κάθε διαβίβαση διά της ηλεκτρονικής οδού που εξασφαλίζει σε μόνιμη βάση τη μεταγενέστερη πρόσβαση στο περιεχόμενο της συμφωνίας θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί εγγράφως.
2.  Αυτή η συμφωνία τηρεί τις τυπικές προϋποθέσεις του δικαίου που εφαρμόζεται στις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων ή του δικαίου του κράτους στο οποίο συνήφθη η συμφωνία.
3.  Ωστόσο, αν το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο και οι δύο σύντροφοι έχουν τη συνήθη διαμονή τους κατά τη στιγμή της συμφωνίας για την επιλογή του προς εφαρμογή δικαίου, προβλέπει πρόσθετες τυπικές προϋποθέσεις για συμφωνίες αυτού του τύπου ή, ελλείψει τούτου, ή για τη συμφωνία σχέσης συμβίωσης, τηρούνται οι προϋποθέσεις αυτές.
4.  Αν κατά τον χρόνο επιλογής του δικαίου οι σύντροφοι έχουν τη συνήθη διαμονή τους σε διαφορετικά κράτη μέλη και αν τα δίκαια των εν λόγω κρατών προβλέπουν ανόμοιες τυπικές προϋποθέσεις, η συμφωνία είναι τυπικώς έγκυρη εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις τις οποίες προβλέπει το δίκαιο ενός εκ των κρατών μελών.
(Ομοίως με το άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012. Αντιστοιχεί στην τροπολογία 65 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 68
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 16 β (νέο)
Άρθρο 16β
Τυπικές προϋποθέσεις για τη συμφωνία σχέσης συμβίωσης
Για τον τύπο μιας συμφωνίας σχέσης συμβίωσης εφαρμόζεται τηρουμένων των αναλογιών το άρθρο 16α. Πρόσθετες τυπικές προϋποθέσεις κατά την έννοια του άρθρου 16α παράγραφος 3 θεωρούνται στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου μόνο εκείνες που αφορούν τη συμφωνία σχέσης συμβίωσης.
(Αντιστοιχεί στην τροπολογία 66 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 69
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 16 γ (νέο)
Άρθρο 16γ
Προσαρμογή εμπραγμάτων δικαιωμάτων
Σε περίπτωση που ένα πρόσωπο ασκεί εμπράγματο δικαίωμα το οποίο έχει βάσει του εφαρμοστέου στις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων δικαίου, και το εν λόγω εμπράγματο δικαίωμα δεν είναι γνωστό στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο γίνεται η άσκησή του, το δικαίωμα αυτό προσαρμόζεται, εφόσον είναι απαραίτητο και κατά το μέτρο του δυνατού, στο εγγύτερο ισοδύναμο εμπράγματο δικαίωμα βάσει του δικαίου αυτού του κράτους, λαμβανομένων υπόψη των σκοπών και των συμφερόντων που επιδιώκονται από το συγκεκριμένο εμπράγματο δικαίωμα και των αποτελεσμάτων που συνδέονται με αυτό.
(Αντιστοιχεί στην αιτιολογική σκέψη 31 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 67 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 70
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 17
Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού δεν μπορούν να θίξουν την εφαρμογή διατάξεων αναγκαστικού δικαίου η τήρηση των οποίων κρίνεται πρωταρχικής σημασίας από ένα κράτος μέλος για τη διασφάλιση των δημοσίων συμφερόντων του, όπως η πολιτική, κοινωνική ή οικονομική οργάνωσή του, σε βαθμό που να επιβάλλεται η εφαρμογή τους σε κάθε κατάσταση που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, ανεξάρτητα από το δίκαιο που κατά τα άλλα είναι εφαρμοστέο στις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.
1.  Οι υπερισχύουσες διατάξεις αναγκαστικού δικαίου είναι διατάξεις που η αθέτησή τους θα ήταν εμφανώς ασύμβατη με τη δημόσια τάξη (ordre public) του εν λόγω κράτους μέλους. Οι αρμόδιες αρχές δεν πρέπει να ερμηνεύουν την εξαίρεση για λόγους δημόσιας τάξης κατά τρόπο που αντιτίθεται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως στο άρθρο 21, το οποίο απαγορεύει κάθε μορφής δυσμενή διάκριση.
2.  Ο παρών κανονισμός δεν περιορίζει την εφαρμογή των υπερισχυουσών διατάξεων αναγκαστικού δικαίου του δικαίου του δικάζοντος δικαστηρίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων περί προστασίας των συναλλαγών σύμφωνα με το άρθρο 31.
(Αντιστοιχεί στην τροπολογία 69 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 71
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 18 – παράγραφος 1
1.   Η εφαρμογή μιας διάταξης του δικαίου που καθορίζεται από τον παρόντα κανονισμό δεν μπορεί να αποκλεισθεί παρά μόνον εάν αυτή η εφαρμογή είναι προδήλως ασυμβίβαστη με τη δημόσια τάξη του δικάζοντος δικαστή.
1.   Η εφαρμογή μιας διάταξης του δικαίου ενός κράτους που καθορίζεται από τον παρόντα κανονισμό δεν μπορεί να αποκλεισθεί παρά μόνον εάν η εφαρμογή της είναι προδήλως ασυμβίβαστη με τη δημόσια τάξη του δικάζοντος δικαστή.
(Αντιστοιχεί στην αιτιολογική σκέψη 35 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 70 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 72
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 19
Οσάκις ο παρών κανονισμός προβλέπει την εφαρμογή του δικαίου ενός κράτους, εννοεί τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που ισχύουν στο εν λόγω κράτος, εξαιρουμένων των κανόνων ιδιωτικού διεθνούς δικαίου.
Οσάκις ο παρών κανονισμός προβλέπει την εφαρμογή του δικαίου ενός κράτους, αναφέρεται στους κανόνες δικαίου που ισχύουν στο εν λόγω κράτος, εξαιρουμένων των κανόνων ιδιωτικού διεθνούς δικαίου.
(Αντιστοιχεί στην τροπολογία 71 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 73
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 20
Κράτη με δύο ή περισσότερα συστήματα δικαίου - σύγκρουση νόμων εδαφικού χαρακτήρα
Κράτη με πλείονα συστήματα δικαίου - σύγκρουση δικαίων εδαφικού χαρακτήρα
1.  Σε περίπτωση που το δίκαιο που ορίζεται εφαρμοστέο από τον παρόντα κανονισμό είναι το δίκαιο κράτους το οποίο αποτελείται από πλείονες εδαφικές ενότητες, καθεμιά από τις οποίες έχει τους δικούς της κανόνες δικαίου για τις περιουσιακές σχέσεις σε καταχωρημένη σχέση συμβίωσης, οι κανόνες του εν λόγω κράτους περί εσωτερικής σύγκρουσης δικαίων θα καθορίσουν τη σχετική εδαφική ενότητα της οποίας οι κανόνες δικαίου θα εφαρμοστούν.
Σε περίπτωση που ένα κράτος αποτελείται από περισσότερες εδαφικές ενότητες, η καθεμιά από τις οποίες έχει το δικό της σύστημα δικαίου ή δικό της σύνολο κανόνων σχετικά με τα ζητήματα που διέπονται από τον παρόντα κανονισμό:
1a.  Ελλείψει σχετικών κανόνων περί εσωτερικής σύγκρουσης δικαίων:
α)   οποιαδήποτε μνεία στο δίκαιο αυτού του κράτους, για τον σκοπό του καθορισμού του εφαρμοστέου δικαίου σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, νοείται ότι αφορά το δίκαιο που ισχύει στη σχετική εδαφική ενότητα·
α)   οποιαδήποτε μνεία στο δίκαιο του κράτους που αναφέρεται στην παράγραφο 1, για τον σκοπό του καθορισμού του εφαρμοστέου δικαίου σύμφωνα με τις διατάξεις περί της συνήθους διαμονής των συντρόφων, νοείται ότι αφορά το δίκαιο που ισχύει στη σχετική εδαφική ενότητα στην οποία οι σύντροφοι έχουν τη συνήθη διαμονή τους,
β)   οποιαδήποτε μνεία της συνήθους διαμονής στο συγκεκριμένο κράτος νοείται ότι αφορά τη συνήθη διαμονή σε μια εδαφική ενότητα·
β)   οποιαδήποτε παραπομπή στο δίκαιο του κράτους που αναφέρεται στην παράγραφο 1 νοείται, για τους σκοπούς του καθορισμού του εφαρμοστέου δικαίου σύμφωνα με τις διατάξεις περί της ιθαγένειας των συντρόφων, ότι αφορά το δίκαιο της εδαφικής ενότητας με την οποία οι σύντροφοι έχουν τον στενότερο δεσμό,
γ)   οποιαδήποτε μνεία της ιθαγένειας νοείται ότι αφορά την εδαφική ενότητα που ορίζεται από το δίκαιο του συγκεκριμένου κράτους ή, ελλείψει σχετικών κανόνων, την εδαφική ενότητα που επέλεξαν τα μέρη ή, ελλείψει επιλογής, την εδαφική ενότητα με την οποία ο σύντροφος ή οι σύντροφοι έχει/έχουν τον στενότερο δεσμό.
γ)   οποιαδήποτε παραπομπή στο δίκαιο του κράτους που αναφέρεται στην παράγραφο 1 νοείται, για τους σκοπούς του καθορισμού του εφαρμοστέου δικαίου σύμφωνα με οποιεσδήποτε άλλες διατάξεις που αφορούν άλλα στοιχεία ως συνδετικούς παράγοντες, ότι αφορά το δίκαιο της εδαφικής ενότητας στην οποία βρίσκεται το συγκεκριμένο στοιχείο.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 36 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 72 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 74
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 20 α (νέο)
Άρθρο 20α
Κράτη με πλείονα συστήματα δικαίου - σύγκρουση δικαίων προσωπικού χαρακτήρα
Όσον αφορά κράτος που έχει δύο ή περισσότερα συστήματα δικαίου ή σύνολα κανόνων που εφαρμόζονται σε διαφορετικές κατηγορίες προσώπων σε σχέση με τις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων, οποιαδήποτε παραπομπή στο δίκαιο αυτού του κράτους θεωρείται ως παραπομπή στο σύστημα δικαίου ή στο σύνολο των κανόνων που καθορίζεται από τους ισχύοντες κανόνες στο συγκεκριμένο κράτος. Ελλείψει τέτοιων κανόνων, εφαρμόζεται το σύστημα δικαίου ή το σύνολο των κανόνων με το οποίο οι σύντροφοι έχουν το στενότερο δεσμό.
(Αντιστοιχεί στην τροπολογία 73 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 75
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 20 β (νέο)
Άρθρο 20β
Μη εφαρμογή του παρόντος κανονισμού σε εσωτερικές συγκρούσεις δικαίων
Τα κράτη μέλη που περιλαμβάνουν διάφορες εδαφικές ενότητες, καθεμιά από τις οποίες έχει τους δικούς της κανόνες δικαίου για τις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων, δεν υποχρεούνται να εφαρμόζουν τον παρόντα κανονισμό στις συγκρούσεις νόμων που αφορούν αποκλειστικά τις εδαφικές αυτές ενότητες.
(Αντιστοιχεί στην τροπολογία 74 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 76
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 21 – παράγραφος 1
1.  Οι αποφάσεις που εκδίδονται σε ένα κράτος μέλος αναγνωρίζονται στα άλλα κράτη μέλη χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε διαδικασία.
1.  Οι αποφάσεις που εκδίδονται σε ένα κράτος μέλος αναγνωρίζονται στα άλλα κράτη μέλη χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε διαδικασία. Παρά ταύτα, η αναγνώριση των αποφάσεων αυτών δεν συνεπάγεται από πλευράς των κρατών μελών αναγνώριση των καταχωρημένων συντρόφων ως νομικό θεσμό της νομοθεσίας τους.
Τροπολογία 77
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 21 – παράγραφος 2
2.   Σε περίπτωση αμφισβήτησης, κάθε ενδιαφερόμενος που επικαλείται ως κύριο ζήτημα την αναγνώριση μπορεί να ζητήσει να διαπιστωθεί, με τις διαδικασίες που προβλέπονται στα άρθρα [38 έως 56] του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001, ότι η απόφαση πρέπει να αναγνωρισθεί .
2.   Σε περίπτωση αμφισβήτησης, κάθε ενδιαφερόμενος που επικαλείται ως κύριο ζήτημα την αναγνώριση απόφασης μπορεί να ζητήσει να αναγνωρισθεί αυτή η απόφαση, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στα άρθρα 27β έως 27ιε.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 39 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 75 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 78
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 22 – στοιχείο α
α)  αν η αναγνώριση αντίκειται προδήλως στη δημόσια τάξη του κράτους μέλους αναγνώρισης·
α)  αν η αναγνώριση αντίκειται προδήλως στη δημόσια τάξη του κράτους μέλους στο οποίο αυτή ζητείται·
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 40 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 76 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 79
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 22 – στοιχείο β
β)  αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο δεν έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο εγκαίρως και κατά τέτοιο τρόπο ώστε αυτός να μπορεί να αμυνθεί, εκτός εάν ο εναγόμενος παρέλειψε να ασκήσει ένδικο μέσο κατά της απόφασης ενώ μπορούσε να το πράξει·
β)  αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο δεν έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο εγκαίρως και κατά τέτοιο τρόπο ώστε αυτός να μπορεί να αμυνθεί, εκτός εάν ο εναγόμενος παρέλειψε να προσφύγει κατά της απόφασης ενώ μπορούσε να το πράξει·
(Ομοίως με το άρθρο 40 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 80
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 22 – στοιχείο γ
γ)   αν είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που έχει εκδοθεί μεταξύ των ιδίων διαδίκων στο κράτος μέλος αναγνώρισης·
γ)   αν είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που εκδόθηκε σε διαδικασία μεταξύ των ιδίων διαδίκων στο κράτος μέλος στο οποίο εγκρίνεται η αναγνώριση·
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 40 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 78 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 81
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 22 – στοιχείο δ
δ)   αν είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που εκδόθηκε προγενέστερα μεταξύ των ιδίων διαδίκων και με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτο κράτος, εφόσον η προγενέστερη αυτή απόφαση συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αναγνώρισή της στο κράτος μέλος αναγνώρισης.
δ)   αν είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που εκδόθηκε προγενέστερα μεταξύ των ιδίων διαδίκων σε διαδικασία με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτο κράτος, εφόσον η προγενέστερη αυτή απόφαση συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αναγνώρισή της στο κράτος μέλος στο οποίο ζητείται η αναγνώριση.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 40 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 79 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 82
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 25
Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται επί της ουσίας αναθεώρηση αλλοδαπής απόφασης.
Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται επί της ουσίας αναθεώρηση απόφασης που εκδίδεται σε κράτος μέλος.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 41 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 80 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 83
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 26
Το δικαστήριο κράτους μέλους ενώπιον του οποίου ζητείται αναγνώριση απόφασης που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία, αν η απόφαση αυτή έχει προσβληθεί με τακτικό ένδικο μέσο.
Το δικαστήριο κράτους μέλους ενώπιον του οποίου ζητείται αναγνώριση απόφασης που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία, αν η απόφαση αυτή έχει προσβληθεί με τακτικό ένδικο μέσο στο κράτος μέλος προέλευσης.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 42 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 81 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 84
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 27
Οι αποφάσεις που εκδίδονται σε ένα κράτος μέλος και οι οποίες έχουν σε αυτό ισχύ εκτελεστού τίτλου εκτελούνται στα άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με τα άρθρα [38 έως 56 και 58] του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001.
Οι αποφάσεις που εκδίδονται σε ένα κράτος μέλος και οι οποίες έχουν στο εν λόγω κράτος ισχύ εκτελεστού τίτλου εκτελούνται σε ένα άλλο κράτος μέλος αν, κατόπιν αιτήσεως οποιουδήποτε ενδιαφερομένου, κηρυχθούν εκεί εκτελεστές σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 27β έως 27ιε.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 43 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 82 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 85
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 27 α (νέο)
Άρθρο 27α
Προσδιορισμός της κατοικίας
Για να κρίνει αν, για τους σκοπούς της διαδικασίας που προβλέπεται στα άρθρα 27β έως 27ιε, ο διάδικος έχει την κατοικία του στο κράτος μέλος εκτέλεσης, το επιληφθέν δικαστήριο εφαρμόζει το εσωτερικό δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 44 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 83 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 86
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 27 β (νέο)
Άρθρο 27β
Κατά τόπον αρμοδιότητα
1.  Η αίτηση κήρυξης της εκτελεστότητας υποβάλλεται στο δικαστήριο ή στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης, η ονομασία των οποίων κοινοποιείται από το εν λόγω κράτος μέλος στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 33.
2.  Η κατά τόπον αρμοδιότητα καθορίζεται από τον τόπο της συνήθους διαμονής του καθ’ ου η εκτέλεση ή από τον τόπο εκτέλεσης.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 45 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 84 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 87
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 27 γ (νέο)
Άρθρο 27γ
Διαδικασίες
1.  Η διαδικασία υποβολής της αίτησης διέπεται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους εκτέλεσης.
2.  Ο αιτών δεν απαιτείται να διαθέτει ταχυδρομική διεύθυνση ούτε εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο στο κράτος μέλος εκτέλεσης.
3.  Η αίτηση συνοδεύεται από τα ακόλουθα έγγραφα:
α)  αντίγραφο της απόφασης το οποίο πληροί τις αναγκαίες προϋποθέσεις γνησιότητας·
β)  βεβαίωση που εκδίδεται από το δικαστήριο ή την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης βάσει του εντύπου που πρόκειται να καταρτιστεί σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία του άρθρου 33γ παράγραφος 2, με την επιφύλαξη του άρθρου 27δ.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 46 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 85 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 88
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 27 δ (νέο)
Άρθρο 27δ
Μη προσκόμιση της βεβαίωσης
1.  Εάν η βεβαίωση που προβλέπει το άρθρο 27γ παράγραφος 3 στοιχείο β) δεν προσκομιστεί, το δικαστήριο ή η αρμόδια αρχή μπορούν να ορίσουν προθεσμία υποβολής της, είτε να δεχθούν ισοδύναμο έγγραφο, είτε, εφόσον κρίνουν ότι έχουν επαρκώς ενημερωθεί, να απαλλάξουν τον αιτούντα από το βάρος αυτό.
2.  Τα έγγραφα μεταφράζονται, αν το ζητήσει το δικαστήριο ή αρμόδια αρχή. Η μετάφραση πραγματοποιείται από πρόσωπο εξουσιοδοτημένο να μεταφράζει σε ένα εκ των κρατών μελών.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 47 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 86 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 89
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 27 ε (νέο)
Άρθρο 27ε
Κήρυξη εκτελεστότητας
Η απόφαση κηρύσσεται εκτελεστή χωρίς έλεγχο των λόγων μη αναγνώρισης της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 22, ευθύς ως ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 27γ. Ο καθ' ου η εκτέλεση διάδικος δεν δικαιούται στο στάδιο αυτό της διαδικασίας να υποβάλει παρατηρήσεις.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 48 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 87 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 90
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 27 στ (νέο)
Άρθρο 27στ
Κοινοποίηση της απόφασης επί της αιτήσεως κηρύξεως της εκτελεστότητας
1.  Η απόφαση επί της αιτήσεως για την κήρυξη της εκτελεστότητας κοινοποιείται αμελλητί στον επισπεύδοντα την εκτέλεση κατά τη διαδικασία που προβλέπει το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης.
2.  Η κήρυξη της εκτελεστότητας επιδίδεται ή κοινοποιείται στον καθ' ου η εκτέλεση, μαζί με την απόφαση, εφόσον αυτή δεν έχει ήδη επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον εν λόγω διάδικο.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 49 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 88 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 91
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 27 ζ (νέο)
Άρθρο 27ζ
Προσφυγή κατά της αποφάσεως επί της αιτήσεως κηρύξεως της εκτελεστότητας
1.  Κατά της αποφάσεως που εκδίδεται επί της αιτήσεως για την κήρυξη της εκτελεστότητας μπορεί να ασκείται προσφυγή και από τους δύο διαδίκους.
2.  Η προσφυγή ασκείται ενώπιον του δικαστηρίου η ονομασία του οποίου έχει γνωστοποιηθεί από το οικείο κράτος μέλος στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 33.
3.  Η προσφυγή εκδικάζεται σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τη διαδικασία της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας.
4.  Εάν ο καθ’ ου η εκτέλεση διάδικος δεν παραστεί ενώπιον του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της προσφυγής που υποβλήθηκε από τον αιτούντα επισπεύδοντα, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 11, ακόμη και εάν ο καθ’ ου η εκτέλεση δεν έχει την κατοικία του στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη.
5.  Η προσφυγή κατά της κήρυξης εκτελεστότητας ασκείται εντός προθεσμίας 30 ημερών από την επίδοση ή την κοινοποίησή της. Εάν ο καθ’ ου η εκτέλεση έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο στο οποίο κηρύχθηκε η εκτελεστότητα, η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής είναι 60 ημέρες από την ημέρα που έγινε η επίδοση ή η κοινοποίηση προσωπικά ή στην κατοικία του. Η προθεσμία δεν παρατείνεται λόγω αποστάσεως.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 50 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 89 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 92
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 27 η (νέο)
Άρθρο 27η
Ένδικο μέσο κατά της απόφασης επί της προσφυγής
Η απόφαση επί της προσφυγής μπορεί να προσβληθεί μόνο με το ένδικο μέσο που έχει γνωστοποιηθεί από το οικείο κράτος μέλος στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 33.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 51 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 90 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 93
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 27 θ (νέο)
Άρθρο 27θ
Απόρριψη ή ανάκληση κήρυξης της εκτελεστότητας
Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο δυνάμει των άρθρων 27ζ ή 27η απορρίπτει ή ανακαλεί την κήρυξη της εκτελεστότητας μόνον εφόσον συντρέχει λόγος από τους οριζόμενους στο άρθρο 22. Εκδίδει την απόφασή του αμελλητί.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 52 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 91 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 94
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 27 ι (νέο)
Άρθρο 27ι
Αναστολή της διαδικασίας
Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ασκείται το ένδικο μέσο σύμφωνα με το άρθρο 27ζ ή το άρθρο 27η αναστέλλει, με αίτηση του καθ’ ου η εκτέλεση διαδίκου, τη διαδικασία, αν στο κράτος μέλος προέλευσης ανασταλεί η εκτελεστότητα της απόφασης λόγω της άσκησης ένδικου μέσου.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 52 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 92 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 95
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 27 ια (νέο)
Άρθρο 27ια
Προσωρινά και ασφαλιστικά μέτρα
1.  Όταν μια απόφαση πρέπει να αναγνωρισθεί σύμφωνα με το παρόν τμήμα, ο αιτών δύναται να προσφύγει σε προσωρινά μέτρα, μεταξύ άλλων ασφαλιστικά, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους εκτέλεσης, χωρίς να απαιτείται κήρυξη εκτελεστότητας δυνάμει του άρθρου 27ε.
2.  Η κήρυξη της εκτελεστότητας εμπεριέχει αυτοδικαίως τη δυνατότητα λήψης ασφαλιστικών μέτρων.
3.  Κατά τη διάρκεια της προθεσμίας προσφυγής, που προβλέπεται στο άρθρο 27ζ παράγραφος 5, κατά της κήρυξης της εκτελεστότητας και έως ότου εκδοθεί απόφαση για την προσφυγή αυτή, μπορούν να ληφθούν μόνο ασφαλιστικά μέτρα επί της περιουσίας του καθ’ ου η εκτέλεση προσώπου.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 54 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 93 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 96
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 27 ιβ (νέο)
Άρθρο 27ιβ
Μερική εκτελεστότητα
1.  Εάν η απόφαση αφορά πλείονες αξιώσεις, και η εκτελεστότητα δεν μπορεί να κηρυχθεί για όλες εξ αυτών, το δικαστήριο ή η αρμόδια αρχή κηρύσσει την εκτελεστότητα για μια ή περισσότερες από τις αξιώσεις αυτές.
2.  Ο αιτών δύναται να ζητήσει την κήρυξη εκτελεστότητας για ορισμένα μόνο μέρη μιας απόφασης.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 55 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 94 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 97
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 27 ιγ (νέο)
Άρθρο 27ιγ
Δικαστική αρωγή
Ο αιτών, ο οποίος στο κράτος μέλος προέλευσης τυγχάνει, εν όλω ή εν μέρει, δικαστικής αρωγής ή έχει απαλλαγεί από έξοδα και τέλη, δικαιούται, στο πλαίσιο της διαδικασίας κήρυξης της εκτελεστότητας, να τύχει της ευνοϊκότερης μεταχείρισης όσον αφορά τη δικαστική αρωγή ή την απαλλαγή από έξοδα και τέλη, η οποία προβλέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 56 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 95 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 98
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 27 ιδ (νέο)
Άρθρο 27ιδ
Μη επιβολή εγγυοδοσίας ή κατάθεσης χρηματικού ποσού
Σε διάδικο που ζητεί σε κράτος μέλος την αναγνώριση, την εκτελεστότητα ή την εκτέλεση απόφασης η οποία έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος δεν μπορεί να επιβληθεί καμία εγγυοδοσία ή κατάθεση χρηματικού ποσού, ανεξάρτητα από την ονομασία της, με την αιτιολογία ότι είναι αλλοδαπός ή ότι δεν έχει την κατοικία του ή τη διαμονή του στο κράτος μέλος εκτέλεσης.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 57 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 96 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 99
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 27 ιε (νέο)
Άρθρο 27ιε
Μη επιβολή φορολογικών επιβαρύνσεων ή τελών
Κατά τη διαδικασία κήρυξης της εκτελεστότητας στο κράτος μέλος εκτέλεσης, δεν επιβάλλονται φορολογικές επιβαρύνσεις ή τέλη ανάλογα με την αξία της διαφοράς.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 58 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 97 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 100
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 28
Αναγνώριση των δημόσιων εγγράφων
Αποδοχή των δημόσιων εγγράφων
1.   Τα δημόσια έγγραφα που καταρτίζονται σε ένα κράτος μέλος αναγνωρίζονται στα άλλα κράτη μέλη, εκτός από την περίπτωση της αμφισβήτησης του κύρους αυτών των εγγράφων σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο και υπό την επιφύλαξη ότι η αναγνώριση αυτή δεν αντιβαίνει προδήλως στη δημόσια τάξη του κράτους μέλους αναγνώρισης.
1.   Τα δημόσια έγγραφα που καταρτίζονται σε ένα κράτος μέλος έχουν την ίδια αποδεικτική ισχύ σε άλλο κράτος μέλος με αυτή που έχουν στο κράτος μέλος προέλευσης ή ανάλογη κατά το δυνατόν ισχύ, υπό την επιφύλαξη ότι αυτό δεν αντιβαίνει προδήλως στη δημόσια τάξη του συγκεκριμένου κράτους μέλους.
Το πρόσωπο που επιθυμεί να χρησιμοποιήσει δημόσιο έγγραφο σε άλλο κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει από την αρχή που εκδίδει το δημόσιο έγγραφο στο κράτος μέλος προέλευσης να συμπληρώσει το έντυπο, που καταρτίζεται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία του άρθρου 37γ παράγραφος 2, δηλώνοντας την αποδεικτική ισχύ του δημόσιου εγγράφου στο κράτος μέλος προέλευσης.
1a.   Τυχόν αμφισβήτηση της γνησιότητας δημόσιου εγγράφου γίνεται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους προέλευσης και κρίνεται με βάση το δίκαιο του εν λόγω κράτους. Το δημόσιο έγγραφο η γνησιότητα του οποίου αμφισβητήθηκε δεν έχει αποδεικτική ισχύ σε άλλο κράτος μέλος ενόσω η ένσταση εκκρεμεί ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου.
1β.  Τυχόν ενστάσεις που αφορούν τις νομικές πράξεις ή τις έννομες σχέσεις που πιστοποιούνται σε δημόσιο έγγραφο προβάλλονται ενώπιον των δικαστηρίων που έχουν διεθνή δικαιοδοσία βάσει του παρόντος κανονισμού και κρίνονται σύμφωνα με το εφαρμοστέο βάσει του κεφαλαίου ΙΙΙ δίκαιο ή το δίκαιο βάσει του άρθρου 32. Το δημόσιο έγγραφο που αμφισβητήθηκε δεν έχει αποδεικτική ισχύ σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος μέλος προέλευσης όσον αφορά το επίδικο αντικείμενο, ενόσω η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου.
1γ.  Εάν η απόφαση δικαστηρίου κράτους μέλους εξαρτάται από παρεμπίπτον ζήτημα που αφορά τις νομικές πράξεις ή τις έννομες σχέσεις που πιστοποιούνται σε δημόσιο έγγραφο σε υποθέσεις περιουσιακών σχέσεων, το εν λόγω δικαστήριο έχει δικαιοδοσία ως προς το ζήτημα αυτό.
2.  Η αναγνώριση των δημοσίων εγγράφων προσδίδει σε αυτά αποδεικτική ισχύ ως προς το περιεχόμενό τους, καθώς και απλό τεκμήριο εγκυρότητας.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 59 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 98 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 101
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 29 – παράγραφος 1
1.   Τα δημόσια έγγραφα που έχουν καταρτισθεί και είναι εκτελεστά σε ένα κράτος μέλος κηρύσσονται, μετά από σχετική αίτηση, εκτελεστά σε κάποιο άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων [38 έως 57] του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001.
1.   Δημόσιο έγγραφο που είναι εκτελεστό στο κράτος μέλος προέλευσης κηρύσσεται εκτελεστό σε άλλο κράτος μέλος κατόπιν αιτήσεως κάθε ενδιαφερομένου σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 27β έως 27ιε.
1a.  Για τους σκοπούς του άρθρου 27γ παράγραφος 3 στοιχείο β), η αρχή που έχει εκδώσει το δημόσιο έγγραφο εκδίδει, κατόπιν αιτήσεως κάθε ενδιαφερόμενου μέρους, βεβαίωση βάσει του εντύπου που καταρτίστηκε σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία του άρθρου 33 παράγραφος 2.
2.   Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου έχει ασκηθεί ένδικο μέσο δυνάμει των άρθρων [43 και 44] του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 μπορεί να απορρίψει ή να ανακαλέσει κήρυξη εκτελεστότητας μόνον αν η εκτέλεση του δημόσιου εγγράφου αντίκειται προδήλως στη δημόσια τάξη του κράτους μέλους εκτέλεσης.
2.   Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου έχει ασκηθεί ένδικο μέσο δυνάμει του άρθρου 27ζ ή του άρθρου 27η απορρίπτει ή ανακαλεί κήρυξη εκτελεστότητας μόνον αν η εκτέλεση του δημόσιου εγγράφου αντίκειται προδήλως στη δημόσια τάξη του κράτους μέλους εκτέλεσης.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 60 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 99 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 102
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 30
Αναγνώριση και εκτελεστότητα των δικαστικών συμβιβασμών
Εκτελεστότητα των δικαστικών συμβιβασμών
Οι δικαστικοί συμβιβασμοί που έχουν κηρυχθεί εκτελεστοί στο κράτος μέλος προέλευσης αναγνωρίζονται και κηρύσσονται εκτελεστοί σε κάποιο άλλο κράτος μέλος, μετά από σχετική αίτηση οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με αυτές των δημοσίων εγγράφων. Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου έχει ασκηθεί ένδικο μέσο δυνάμει του άρθρου [42 ή 44] του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 μπορεί να απορρίψει ή να ανακαλέσει κήρυξη εκτελεστότητας μόνον αν η εκτέλεση του δικαστικού συμβιβασμού αντίκειται προδήλως στη δημόσια τάξη του κράτους μέλους εκτέλεσης.
1.  Δικαστικοί συμβιβασμοί που είναι εκτελεστοί στο κράτος μέλος προέλευσης κηρύσσονται εκτελεστοί σε άλλο κράτος μέλος κατόπιν αιτήσεως κάθε ενδιαφερομένου σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 27β έως 27ιε.
1α.  Για τους σκοπούς του άρθρου 27γ παράγραφος 3 στοιχείο β), το δικαστήριο που ενέκρινε τον συμβιβασμό ή ενώπιον του οποίου αυτός συνήφθη, εκδίδει, κατόπιν αιτήσεως κάθε ενδιαφερομένου, βεβαίωση βάσει του εντύπου που καταρτίστηκε σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία του άρθρου 33γ παράγραφος 2.
1β.  Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ασκείται ένδικο μέσο δυνάμει του άρθρου 27ζ ή του άρθρου 27η αρνείται να εκδώσει ή ανακαλεί δήλωση κήρυξης της εκτελεστότητας μόνον εάν η εκτέλεση του δικαστικού συμβιβασμού είναι προδήλως αντίθετη προς τη δημόσια τάξη (ordre public) του κράτους μέλους εκτέλεσης.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 61 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 100 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 103
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 31 – τίτλος
Αποτελέσματα έναντι τρίτων
Προστασία τρίτων
(Αντιστοιχεί στην τροπολογία 101 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 104
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 31 – παράγραφος 1
1.  Τα αποτελέσματα των περιουσιακών σχέσεων των καταχωρημένων συντρόφων σε έννομη σχέση μεταξύ ενός συντρόφου και ενός τρίτου διέπονται από το δίκαιο του κράτους καταχώρησης της σχέσης συμβίωσης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 15.
1.  Τα αποτελέσματα των περιουσιακών σχέσεων των καταχωρημένων συντρόφων σε έννομη σχέση μεταξύ ενός συντρόφου και ενός τρίτου διέπονται από το δίκαιο που εφαρμόζεται δυνάμει του παρόντος κανονισμού στις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων.
Τροπολογία 105
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 31 – παράγραφος 2
2.   Εντούτοις, το δίκαιο ενός κράτους μέλους μπορεί να προβλέψει ότι το εφαρμοστέο στις περιουσιακές σχέσεις των συντρόφων δίκαιο δεν μπορεί να αντιταχθεί από έναν εκ των συντρόφων έναντι τρίτου, όταν κάποιος εκ των συντρόφων ή ο τρίτος έχει τη συνήθη διαμονή του στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους και δεν έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις δημοσιότητας ή καταχώρησης που προβλέπονται από το δίκαιο αυτού του κράτους μέλους, εκτός αν ο τρίτος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει το εφαρμοστέο στις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων δίκαιο.
2.   Εντούτοις, σε έννομη σχέση μεταξύ συντρόφου και τρίτου, κανένας από τους συντρόφους δεν μπορεί να βασισθεί στο δίκαιο που εφαρμόζεται στις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων, εάν ο σύντροφος που έχει έννομη σχέση με τον τρίτο και ο τρίτος έχουν τη συνήθη διαμονή τους στο ίδιο κράτος, που δεν είναι το κράτος του οποίου το δίκαιο εφαρμόζεται στις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων. Σε τέτοιες περιπτώσεις εφαρμόζεται το δίκαιο του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής του εν λόγω συντρόφου και του τρίτου όσον αφορά τα αποτελέσματα των περιουσιακών σχέσεων των καταχωρημένων συντρόφων επί του τρίτου.
(Αντιστοιχεί στην τροπολογία 102 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 106
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 31 – παράγραφος 3
3.  Παρόμοια, το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται κάποιο ακίνητο μπορεί να προβλέψει ανάλογο κανόνα με αυτόν της παραγράφου 2 για τις έννομες σχέσεις μεταξύ συντρόφου και τρίτου σε σχέση με το συγκεκριμένο ακίνητο.
3.  Η παράγραφος 2 δεν ισχύει εάν:
α)  ο τρίτος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει το εφαρμοστέο στις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρημένων συντρόφων δίκαιο·
β)  τηρήθηκαν οι απαιτήσεις σχετικά με την καταχώρηση ή τη δημοσιοποίηση των περιουσιακών σχέσεων των καταχωρημένων συντρόφων σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους συνήθους διαμονής του τρίτου και του συντρόφου που έχει έννομη σχέση με τον τρίτο, ή
γ)  σε συναλλαγές επί ακινήτων, τηρήθηκαν οι απαιτήσεις σχετικά με την καταχώρηση ή τη δημοσιοποίηση των περιουσιακών σχέσεων των καταχωρημένων συντρόφων σε σχέση με το ακίνητο σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους όπου βρίσκεται το ακίνητο.
(Αντιστοιχεί στην τροπολογία 103 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 107
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο -32 (νέο)
Άρθρο -32
Συνήθης διαμονή
1.  Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ως συνήθης διαμονή εταιριών, σωματείων και νομικών προσώπων νοείται ο τόπος της κεντρικής της διοίκησης. Η συνήθης διαμονή φυσικού προσώπου που ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής του δραστηριότητας νοείται ο κύριος τόπος των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του.
2.  Εάν η έννομη σχέση συνάπτεται στο πλαίσιο της λειτουργίας υποκαταστήματος, αντιπροσωπείας ή άλλης εγκατάστασης, ή αν, σύμφωνα με τη σύμβαση, υπόχρεος για την εκτέλεσή της είναι ένα τέτοιο υποκατάστημα, αντιπροσωπεία ή άλλη εγκατάσταση, ως τόπος της συνήθους διαμονής θεωρείται ο τόπος όπου ευρίσκεται το υποκατάστημα, η αντιπροσωπεία ή η άλλη εγκατάσταση.
3.  Κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της συνήθους διαμονής είναι η χρονική στιγμή σύναψης της έννομης σχέσης.
(Αντιστοιχεί στην τροπολογία 104 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 108
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 33 – παράγραφος 1 – στοιχείο β α (νέο)
βα)  τις ονομασίες και τα στοιχεία επαφής των δικαστηρίων ή των αρχών που είναι αρμόδια να εξετάζουν τις αιτήσεις για κήρυξη της εκτελεστότητας σύμφωνα με το άρθρο 27β παράγραφος 1 και τα ένδικα μέσα κατά αποφάσεων εκδοθεισών επί των αιτήσεων αυτών σύμφωνα με το άρθρο 27ζ παράγραφος 2·
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 78 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 105 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 109
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 33 – παράγραφος 1 – στοιχείο β β (νέο)
ββ)  τις διαδικασίες για την προσβολή της απόφασης επί του ένδικου μέσου που προβλέπονται στο άρθρο 27η.
Τροπολογία 110
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 33 – παράγραφος 2
2.  Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για κάθε μεταγενέστερη μεταβολή των εν λόγω διατάξεων.
2.  Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή κάθε μεταγενέστερη μεταβολή των εν λόγω πληροφοριών.
Τροπολογία 111
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 33 – παράγραφος 3
3.  Η Επιτροπή θέτει τις πληροφορίες που της κοινοποιούνται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 στη διάθεση του κοινού με τα κατάλληλα μέσα, ιδίως μέσω του πολύγλωσσου δικτυακού τόπου του ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.
3.  Η Επιτροπή θέτει με απλό τρόπο τις πληροφορίες που της κοινοποιούνται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 στη διάθεση του κοινού με τα κατάλληλα μέσα, ιδίως μέσω του πολύγλωσσου δικτυακού τόπου του ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες αυτού του πολύγλωσσου δικτυακού τόπου είναι προσβάσιμες και μέσω οποιουδήποτε επίσημου ιστοτόπου συγκροτούν, ιδίως με την εμφάνιση συνδέσμου που παραπέμπει στον ιστότοπο της Επιτροπής.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 78 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 108 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 112
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 33 – παράγραφος 3 α (νέα)
3α.  Η Επιτροπή εφαρμόζει ένα σύστημα πληροφόρησης και κατάρτισης των υπαλλήλων των αρμόδιων δικαστικών αρχών καθώς και των ασκούντων συναφή προς τη δικαιοσύνη επαγγέλματα, μέσω της δημιουργίας διαδραστικής διαδικτυακής πύλης σε όλες τις επίσημες γλώσσες των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου ενός συστήματος ανταλλαγής επαγγελματικών εμπειρογνωμοσύνης και πρακτικών.
(Αντιστοιχεί στην τροπολογία 109 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 113
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 33 α (νέο)
Άρθρο 33α
Σύνταξη και εν συνεχεία τροποποίηση του καταλόγου των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1α
1.  Η Επιτροπή, με βάση τις κοινοποιήσεις των κρατών μελών, καταρτίζει τον κατάλογο των λοιπών αρχών και των ασκούντων νομικά επαγγέλματα που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1α.
2.  Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή κάθε μεταγενέστερη τροποποίηση των πληροφοριών του καταλόγου αυτού. Η Επιτροπή τροποποιεί αναλόγως τον κατάλογο.
3.  Η Επιτροπή δημοσιεύει τον κατάλογο και κάθε μεταγενέστερη τροποποίηση του καταλόγου αυτού στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
4.  Η Επιτροπή δημοσιεύει όλες τις πληροφορίες που της κοινοποιούνται δυνάμει των παραγράφων 1 και 2 με κάθε πρόσφορο τρόπο, και ιδίως μέσω του ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 79 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 110 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 114
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 33 β (νέο)
Άρθρο 33β
Σύνταξη και εν συνεχεία τροποποίηση των βεβαιώσεων και των εντύπων σύμφωνα με τα άρθρα 27γ, 28, 29 και 30
Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις σχετικά με τη σύνταξη ή/και την εν συνεχεία τροποποίηση των βεβαιώσεων και των εντύπων σύμφωνα με τα άρθρα 27γ, 28, 29 και 30. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εγκρίνονται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 33γ παράγραφος 2.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 80 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 111 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 115
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 33 γ (νέο)
Άρθρο 33γ
Διαδικασία επιτροπής
1.  Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή. Η εν λόγω επιτροπή είναι επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.
2.  Όταν γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 81 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 και στην τροπολογία 112 της έκθεσης στο 2011/0059(CNS).)
Τροπολογία 116
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 34 – παράγραφος 1 – εδάφιο 1 α (νέο)
Η Επιτροπή εξετάζει στις εκθέσεις της τα ακόλουθα ζητήματα:
–  τη χρήση εκ μέρους των καταχωρημένων συντρόφων των δυνατοτήτων να συνάψουν συμφωνία σχετικά με την επιλογή του δικαίου και των δικαστηρίων και τις πρακτικές συνέπειές της,
–  την αποτελεσματικότητα της απαίτησης παροχής συμβουλών κατά την επιλογή δικαίου,
–  τη χρήση της δυνατότητας κήρυξης αναρμοδιότητας από τα δικαστήρια των κρατών μελών που δεν αναγνωρίζουν το θεσμό της καταχωρημένης συμβίωσης και τα πρακτικά αποτελέσματα τούτου, και
–  τη δυνατότητα περαιτέρω εναρμόνισης των διατάξεων του παρόντος κανονισμού με τις διατάξεις του [κανονισμού για τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων στον τομέα των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων], με στόχο την ενίσχυση της ισότιμης μεταχείρισης.
Τροπολογία 117
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 35 – παράγραφος 3
3.  Οι διατάξεις του κεφαλαίου III εφαρμόζονται μόνο στους συντρόφους που έχουν καταχωρήσει τη σχέση συμβίωσής τους.
3.  Οι διατάξεις του κεφαλαίου III εφαρμόζονται μόνο στους καταχωρημένους συντρόφους, οι οποίοι, μετά την έναρξη εφαρμογής του παρόντος κανονισμού
α)  έχουν συνάψει καταχωρημένη σχέση συμβίωσης, ή
β)  έχουν προβεί σε επιλογή δικαίου όσον αφορά το εφαρμοστέο στις περιουσιακές τους σχέσεις δίκαιο.
Μια συμφωνία για την επιλογή του δικαίου που συνήφθη πριν από [ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού] ισχύει επίσης, εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις του κεφαλαίου ΙΙΙ ή εφόσον ισχύει στο πλαίσιο του εφαρμοστέου με βάση τις σχετικές διατάξεις του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου δίκαιο κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας επιλογής δικαίου.
Όταν συμφωνία για την επιλογή δικαίου έχει συναφθεί πριν από [χρόνος εφαρμογής του παρόντος κανονισμού] ενόψει της δυνατότητας επιλογής δικαίου που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό, η οποία, ωστόσο, δεν ίσχυε σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο με βάση τις σχετικές διατάξεις του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας επιλογής δικαίου, επειδή δεν προβλεπόταν δυνατότητα επιλογής δικαίου για τους καταχωρημένους συντρόφους στο εφαρμοστέο δίκαιο, η συμφωνία αυτή ισχύει από [ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού].

Περιουσιακές σχέσεις των συζύγων *
PDF 687kWORD 94k
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 10ης Σεπτεμβρίου 2013 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων στον τομέα των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων (COM(2011)0126 – C7-0093/2011 – 2011/0059(CNS))
P7_TA(2013)0338A7-0253/2013

(Ειδική νομοθετική διαδικασία – διαβούλευση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο (COM(2011)0126),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 81 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το οποίο κλήθηκε από το Συμβούλιο να γνωμοδοτήσει (C7‑0093/2011),

–  έχοντας υπόψη την αιτιολογημένη γνώμη που υποβλήθηκε από η Γερουσία της Ιταλικής Δημοκρατίας στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου αριθ. 2 σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, με την οποία υποστηρίζεται ότι το σχέδιο νομοθετικής πράξης δεν συνάδει προς την αρχή της επικουρικότητας,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 55 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων και της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων (A7-0253/2013),

1.  εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής όπως τροποποιήθηκε·

2.  καλεί την Επιτροπή να τροποποιήσει αναλόγως την πρότασή της, σύμφωνα με το άρθρο 293 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

3.  καλεί το Συμβούλιο, σε περίπτωση που προτίθεται να απομακρυνθεί από το κείμενο που ενέκρινε το Κοινοβούλιο, να το ενημερώσει σχετικά·

4.  ζητεί να κληθεί εκ νέου να γνωμοδοτήσει εφόσον το Συμβούλιο προτίθεται να επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις στην πρόταση της Επιτροπής·

5.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή   Τροπολογία
Τροπολογία 1
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 10
(10)  Ο παρών κανονισμός αφορά τα ζητήματα που έχουν σχέση με τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων. Δεν καλύπτει την έννοια του «γάμου», η οποία καθορίζεται από το εθνικό δίκαιο των κρατών μελών.
(10)  Ο παρών κανονισμός αφορά τα ζητήματα που έχουν σχέση με τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων. Δεν καλύπτει την έννοια του «γάμου», η οποία καθορίζεται από το εθνικό δίκαιο των κρατών μελών. Αντιθέτως, τηρεί ουδέτερη στάση όσον αφορά την έννοια αυτή. Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τον ορισμό της έννοιας του γάμου στην εθνική νομοθεσία των κρατών μελών.
Τροπολογία 2
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 11
(11)  Το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να καλύπτει όλα τα αστικού δικαίου ζητήματα που άπτονται των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, σε σχέση τόσο με την καθημερινή διαχείριση των περιουσιακών αγαθών τους όσο και με την εκκαθάριση του καθεστώτος περιουσιακών σχέσεων, η οποία επέρχεται κυρίως λόγω χωρισμού του ζεύγους ή θανάτου ενός εκ των μελών του.
(11)  Το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να καλύπτει όλα τα αστικού δικαίου ζητήματα που άπτονται των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, σε σχέση τόσο με την καθημερινή διαχείριση των περιουσιακών αγαθών τους όσο και με την εκκαθάριση του καθεστώτος περιουσιακών σχέσεων, η οποία επέρχεται κυρίως λόγω χωρισμού του ζεύγους ή διαζυγίου ή θανάτου ενός εκ των μελών του.
(Αντιστοιχεί στην αιτιολογική σκέψη 9 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 3
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 11 α (νέα)
(11α)  Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει, αντιθέτως, να εφαρμόζεται σε τομείς του αστικού δικαίου που δεν αφορούν τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων. Για λόγους σαφήνειας θα πρέπει, συνεπώς, να εξαιρεθεί ρητώς από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού μια σειρά ζητημάτων τα οποία θα μπορούσαν να θεωρηθεί ότι συνδέονται με τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων.
(Αντιστοιχεί στην αιτιολογική σκέψη 11 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 4
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 12
(12)   Δεδομένου ότι οι υποχρεώσεις διατροφής μεταξύ συζύγων διέπονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 4/2009 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2008 , για τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και τη συνεργασία σε θέματα υποχρεώσεων διατροφής, αυτές θα πρέπει κατά συνέπεια να αποκλεισθούν από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, παρόμοια με τα ζητήματα που αφορούν την ισχύ και τα αποτελέσματα των εκ χαριστικής αιτίας πράξεων μεταβίβασης, τα οποία καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι).
(12)   Οι υποχρεώσεις διατροφής μεταξύ συζύγων, οι οποίες διέπονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 4/2009 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2008 , για τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και τη συνεργασία σε θέματα υποχρεώσεων διατροφής, θα πρέπει να αποκλεισθούν από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, παρόμοια με τα ζητήματα που αφορούν τη διαδοχή αιτία θανάτου, τα οποία καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 650/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων, την αποδοχή και εκτέλεση δημόσιων εγγράφων στον τομέα της κληρονομικής διαδοχής και την καθιέρωση ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου1.
______________
1 ΕΕ L 201 της 27.7.2012, σ. 107.
Τροπολογία 5
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 13
(13)  Ζητήματα σχετικά με τον χαρακτήρα των εμπραγμάτων δικαιωμάτων τα οποία μπορεί ενδεχομένως να υπάρχουν στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών, όπως εκείνα που έχουν σχέση με τη δημοσιότητα αυτών των δικαιωμάτων, θα πρέπει επίσης να αποκλεισθούν από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού όπως αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) αριθ…./…[του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και δημόσιων εγγράφων στον τομέα της κληρονομικής διαδοχής και την καθιέρωση ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου]. Τοιουτοτρόπως, τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται περιουσιακό αγαθό ενός ή αμφοτέρων των συζύγων μπορούν να λάβουν μέτρα που εμπίπτουν στη σφαίρα του εμπραγμάτου δικαίου σχετικά, κυρίως, με την καταχώρηση της μεταβίβασης αυτού του αγαθού στο κτηματολόγιο, εφόσον αυτό προβλέπεται από το δίκαιο του οικείου κράτους μέλους.
(13)  Ο παρών κανονισμός, όπως και ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 650/2012, δεν πρέπει να αφορά την περιοριστική απαρίθμηση («numerus clausus») των εμπραγμάτων δικαιωμάτων που προβλέπει η εσωτερική νομοθεσία ορισμένων κρατών μελών. Ένα κράτος μέλος δεν θα πρέπει να υποχρεούται συνεπώς να αναγνωρίσει ένα εμπράγματο δικαίωμα επί περιουσιακών στοιχείων ευρισκομένων σε αυτό το κράτος μέλος, εάν το εν λόγω εμπράγματο δικαίωμα δεν είναι γνωστό στο εμπράγματό του δίκαιο.
(Αντιστοιχεί εν μέρει στην αιτιολογική σκέψη 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 6
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 13 α (νέα)
(13α)  Προκειμένου ωστόσο οι δικαιούχοι να μπορούν να ασκήσουν σε ένα άλλο κράτος μέλος τα δικαιώματα τα οποία έχουν αποκτήσει ή τους έχουν μεταβιβαστεί, για παράδειγμα, στο πλαίσιο μιας διένεξης σχετικά με τις περιουσιακές τους σχέσεις, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να προβλέπει την προσαρμογή ενός μη γνωστού εμπραγμάτου δικαιώματος στο εγγύτερο ισοδύναμο εμπράγματο δικαίωμα που γνωρίζει η έννομη τάξη του άλλου αυτού κράτους μέλους. Στο πλαίσιο της προσαρμογής αυτής θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι σκοποί και τα συμφέροντα που επιδιώκονται από το συγκεκριμένο εμπράγματο δικαίωμα και τα αποτελέσματα που συνδέονται με αυτό. Προκειμένου να καθοριστεί το εγγύτερο ισοδύναμο εθνικό εμπράγματο δικαίωμα, οι αρχές ή τα αρμόδια πρόσωπα του κράτους, το δίκαιο του οποίου εφαρμόστηκε στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, ενδέχεται να κληθούν να παράσχουν περαιτέρω πληροφορίες για τη φύση και τα αποτελέσματα του σχετικού εμπράγματου δικαιώματος. Στο σημείο αυτό, θα χρησιμοποιούνται τα υπάρχοντα δίκτυα δικαστικής συνεργασίας σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις καθώς και οποιαδήποτε διαθέσιμα μέσα διευκολύνουν την κατανόηση αλλοδαπού δικαίου.
(Αντιστοιχεί στην αιτιολογική σκέψη 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 7
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 13 β (νέα)
(13β)  Οι προϋποθέσεις καταχώρησης δικαιώματος επί ακίνητων ή κινητών περιουσιακών στοιχείων σε μητρώο πρέπει να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Ως εκ τούτου το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο τηρείται το μητρώο (για την ακίνητη περιουσία, το δίκαιο της τοποθεσίας του πράγματος) θα καθορίζει υπό ποιες νομικές προϋποθέσεις, πως θα γίνεται η καταχώρηση και ποιες αρχές, όπως κτηματολογικά γραφεία ή συμβολαιογράφοι, είναι υπεύθυνες να ελέγχουν αν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις και αν τα έγγραφα που υποβλήθηκαν επαρκούν ή περιέχουν τις απαιτούμενες πληροφορίες.
(Αντιστοιχεί εν μέρει στην αιτιολογική σκέψη 18 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 8
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 13 γ (νέα)
(13γ)  Τα αποτελέσματα της καταχώρησης δικαιώματος σε μητρώο θα πρέπει επίσης να αποκλεισθούν από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Το κατά πόσον η καταχώρηση έχει, για παράδειγμα, δηλωτικό ή συστατικό αποτέλεσμα κρίνεται ως εκ τούτου από το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο τηρείται το μητρώο. Επομένως, εφόσον, π.χ., η κτήση δικαιώματος επί ακινήτου απαιτεί καταχώρηση σε μητρώο σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο τηρείται το μητρώο, προκειμένου να διασφαλιστεί erga omnes το αποτέλεσμα της εγγραφής ή να προστατευθούν δικαιοπραξίες, η χρονική στιγμή κτήσης του δικαιώματος θα πρέπει να καθορίζεται από το δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους.
(Αντιστοιχεί στην αιτιολογική σκέψη 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 9
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 13 δ (νέα)
(13δ)  Ο όρος «περιουσιακές σχέσεις των συζύγων», που προσδιορίζει το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να καλύπτει όλους τους κανόνες που αφορούν τις περιουσιακές σχέσεις μεταξύ συζύγων και μεταξύ συζύγων και τρίτων συνεπεία του γάμου καθώς και μετά τη λύση του. Σε αυτές περιλαμβάνονται όχι μόνο οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του εφαρμοστέου δικαίου αλλά και τυχόν προαιρετικές ρυθμίσεις στις οποίες είχαν συμφωνήσει οι σύζυγοι στο πλαίσιο του εφαρμοστέου δικαίου.
Τροπολογία 10
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 13 ε (νέα)
(13ε)  Όπως ο κανονισμός (EE) αριθ. 650/2012, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα διάφορα καθεστώτα που διέπουν θέματα κληρονομικής διαδοχής και τα οποία εφαρμόζονται στα κράτη μέλη. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, στον όρο "δικαστήριο" θα πρέπει συνεπώς να δοθεί ευρεία έννοια έτσι ώστε να καλύπτει όχι μόνο τα δικαστήρια κατά κυριολεξία, που ασκούν δικαστικά καθήκοντα, αλλά και τους συμβολαιογράφους ή τα γραφεία μητρώων που ασκούν σε ορισμένα κράτη μέλη δικαστικά καθήκοντα σε υποθέσεις περιουσιακών σχέσεων κατά τον ίδιο τρόπο με τα δικαστήρια, καθώς και τους συμβολαιογράφους και επαγγελματίες του νομικού κλάδου, οι οποίοι σε ορισμένα κράτη μέλη ασκούν δικαστικά καθήκοντα για μια συγκεκριμένη υπόθεση περιουσιακών σχέσεων κατ’ ανάθεση εξουσιών από δικαστήριο. Όλα τα δικαστήρια, όπως ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να δεσμεύονται από τους κανόνες περί διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Αντίθετα, ο όρος "δικαστήριο" δεν θα πρέπει να καλύπτει μη δικαστικές αρχές κράτους μέλους που έχουν εξουσιοδοτηθεί δυνάμει του εθνικού δικαίου να επιλαμβάνονται υποθέσεων περιουσιακών σχέσεων, όπως είναι οι συμβολαιογράφοι στα περισσότερα κράτη μέλη, εφόσον, κατά τη συνήθη πρακτική, δεν ασκούν δικαστικά καθήκοντα.
(Αντιστοιχεί στην αιτιολογική σκέψη 20 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 11
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 14
(14)  Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η αυξανόμενη κινητικότητα των ζευγαριών κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους και να διευκολυνθεί η απρόσκοπτη απονομή δικαιοσύνης, οι κανόνες περί διεθνούς δικαιοδοσίας που περιλαμβάνονται στον παρόντα κανονισμό προβλέπουν ότι τα ζητήματα που αφορούν τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, συμπεριλαμβανομένης της εκκαθάρισής τους, τα οποία έχουν σχέση με διαδικασία διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης γάμου θα εκδικάζονται από τα δικαστήρια του κράτους μέλους τα οποία, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 του Συμβουλίου για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας ο οποίος καταργεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1347/2000, είναι αρμόδια να επιληφθούν της συγκεκριμένης διαδικασίας διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης γάμου.
(14)  Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η αυξανόμενη κινητικότητα των ζευγαριών κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους και να διευκολυνθεί η απρόσκοπτη απονομή δικαιοσύνης, οι κανόνες περί διεθνούς δικαιοδοσίας που περιλαμβάνονται στον παρόντα κανονισμό προβλέπουν ότι τα ζητήματα που αφορούν τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, συμπεριλαμβανομένης της εκκαθάρισής τους, τα οποία έχουν σχέση με διαδικασία διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης γάμου θα εκδικάζονται από τα δικαστήρια του κράτους μέλους τα οποία, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 του Συμβουλίου για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας ο οποίος καταργεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1347/2000, είναι αρμόδια να επιληφθούν της συγκεκριμένης διαδικασίας διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης γάμου, εφόσον η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων αυτών έχει αναγνωριστεί ρητώς ή με άλλο τρόπο από τους συζύγους.
Τροπολογία 12
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 16
(16)  Όταν τα ζητήματα που αφορούν τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων δεν συνδέονται ούτε με διαδικασία διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης γάμου ούτε με τον θάνατο ενός εκ των συζύγων, οι σύζυγοι μπορούν να αποφασίσουν να υποβάλουν τα ζητήματα που αφορούν τις μεταξύ τους περιουσιακές σχέσεις στα δικαστήρια του κράτους μέλους το δίκαιο του οποίου επέλεξαν ως εφαρμοστέο δίκαιο στις μεταξύ τους περιουσιακές σχέσεις. Αυτή η απόφαση εκφράζεται μέσω συμφωνίας μεταξύ των συζύγων και μπορεί να συναφθεί οποτεδήποτε, ακόμα και κατά τη διάρκεια διαδικασίας.
(16)  Όταν τα ζητήματα που αφορούν τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων δεν συνδέονται ούτε με διαδικασία διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης γάμου ούτε με τον θάνατο ενός εκ των συζύγων, οι σύζυγοι μπορούν να αποφασίσουν να υποβάλουν τα ζητήματα που αφορούν τις μεταξύ τους περιουσιακές σχέσεις στα δικαστήρια του κράτους μέλους το δίκαιο του οποίου επέλεξαν ως εφαρμοστέο δίκαιο στις μεταξύ τους περιουσιακές σχέσεις. Τούτο απαιτεί συμφωνία μεταξύ των συζύγων η οποία μπορεί να συναφθεί το αργότερο έως ότου επιληφθεί το δικαστήριο και στη συνέχεια σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους του δικάζοντος δικαστηρίου.
Τροπολογία 13
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 17
(17)  Ο παρών κανονισμός πρέπει να επιτρέπει την αναγνώριση της κατά τόπον αρμοδιότητας των δικαστηρίων ενός κράτους μέλους για θέματα που αφορούν τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, εξαιρουμένων των περιπτώσεων χωρισμού ή θανάτου ενός εκ των συζύγων, και να προβλέπει κυρίως αναγκαστική δικαιοδοσία, ούτως ώστε να αποφεύγονται καταστάσεις αρνησιδικίας.
(17)  Ο παρών κανονισμός πρέπει να επιτρέπει την αναγνώριση της κατά τόπον αρμοδιότητας των δικαστηρίων ενός κράτους μέλους για θέματα που αφορούν τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, εξαιρουμένων των περιπτώσεων χωρισμού ή θανάτου ενός εκ των συζύγων, με βάση έναν κατάλογο ιεραρχικώς απαριθμούμενων κριτηρίων, με τα οποία διασφαλίζεται η ύπαρξη στενού δεσμού μεταξύ των συζύγων και του κράτους μέλους του οποίου τα δικαστήρια είναι αρμόδια.
Τροπολογία 14
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 17 α (νέα)
(17α)  Προκειμένου να θεραπεύονται, ειδικότερα, καταστάσεις αρνησιδικίας, ενδείκνυται επίσης να προβλεφθεί στον παρόντα κανονισμό αναγκαστική δικαιοδοσία (forum necessitatis) που θα επιτρέπει σε δικαστήριο κράτους μέλους, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να αποφαίνεται επί υποθέσεως περιουσιακών σχέσεων των συζύγων η οποία σχετίζεται στενά με τρίτο κράτος. Τέτοια εξαιρετική περίπτωση μπορεί, ενδεχομένως, να κριθεί ότι υφίσταται όταν είναι ανέφικτη η κίνηση διαδικασίας στο σχετικό τρίτο κράτος, παραδείγματος χάριν λόγω εμφυλίου πολέμου, ή όταν δεν μπορεί ευλόγως να αναμένεται από τον δικαιούχο να κινήσει ή να διεξαγάγει διαδικασία στο κράτος αυτό. Η εν λόγω διεθνής δικαιοδοσία που βασίζεται στο forum necessitatis θα πρέπει, ωστόσο, να ασκηθεί μόνον όταν η υπόθεση παρουσιάζει επαρκή σχέση με το κράτος μέλος του επιληφθέντος δικαστηρίου.
(Αντιστοιχεί στην αιτιολογική σκέψη 31 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 15
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 21
(21)   Ελλείψει επιλογής του εφαρμοστέου δικαίου και προκειμένου να επιτευχθεί ο συνδυασμός της προβλεψιμότητας και της ασφάλειας δικαίου, ενώ θα λαμβάνεται ταυτόχρονα υπόψη η πραγματικότητα της ζωής του ζευγαριού, ο παρών κανονισμός πρέπει να θεσπίζει εναρμονισμένους κανόνες σύγκρουσης νόμων βασισμένους σε μία κλίμακα διαδοχικών συνδετικών στοιχείων που να επιτρέπουν να καθορισθεί το εφαρμοστέο δίκαιο για το σύνολο των περιουσιακών αγαθών των συζύγων. Τοιουτοτρόπως, η πρώτη κοινή συνήθης διαμονή των συζύγων μετά τον γάμο θα πρέπει να συνιστά το πρώτο κριτήριο, πριν από το δίκαιο της κοινής ιθαγένειας των συζύγων κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου. Αν δεν συντρέχει κανένα από αυτά τα κριτήρια ή δεν υπάρχει πρώτη κοινή συνήθης διαμονή των συζύγων σε περίπτωση διπλής κοινής ιθαγένειας αυτών κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου, θα πρέπει τότε να εφαρμόζεται ως τρίτο κριτήριο το δίκαιο του κράτους με το οποίο οι σύζυγοι έχουν από κοινού τους πλέον στενούς δεσμούς, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων, και κυρίως το δίκαιο του τόπου τέλεσης του γάμου, με τη διευκρίνιση ότι αυτοί οι στενοί δεσμοί θα πρέπει να εξετάζονται κατά τη στιγμή της σύναψης του γάμου.
(21)   Ελλείψει επιλογής του εφαρμοστέου δικαίου και προκειμένου να επιτευχθεί ο συνδυασμός της προβλεψιμότητας και της ασφάλειας δικαίου, ενώ θα λαμβάνεται ταυτόχρονα υπόψη η πραγματικότητα της ζωής του ζευγαριού, ο παρών κανονισμός πρέπει να θεσπίζει εναρμονισμένους κανόνες σύγκρουσης νόμων βασισμένους σε μία κλίμακα διαδοχικών συνδετικών στοιχείων που να επιτρέπουν να καθορισθεί το εφαρμοστέο δίκαιο για το σύνολο των περιουσιακών αγαθών των συζύγων. Η κοινή συνήθης διαμονή των συζύγων κατά τον γάμο ή η πρώτη κοινή συνήθης διαμονή των συζύγων μετά τον γάμο θα πρέπει να συνιστά το πρώτο κριτήριο, πριν από την κοινή ιθαγένεια των συζύγων κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου. Αν δεν συντρέχει κανένα από αυτά τα κριτήρια ή δεν υπάρχει πρώτη κοινή συνήθης διαμονή των συζύγων σε περίπτωση διπλής κοινής ιθαγένειας αυτών κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου, θα πρέπει τότε να εφαρμόζεται ως τρίτο κριτήριο το δίκαιο του κράτους με το οποίο οι σύζυγοι έχουν από κοινού τους πλέον στενούς δεσμούς, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων, με τη διευκρίνιση ότι αυτοί οι στενοί δεσμοί θα πρέπει να εξετάζονται κατά τη στιγμή της σύναψης του γάμου.
Τροπολογία 16
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 22 α (νέα)
(22α ) Για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, δηλαδή όταν αυτός παραπέμπει στην ιθαγένεια ως κριτήριο για την εφαρμογή του δικαίου ενός κράτους, το ζήτημα της αντιμετώπισης υποθέσεων πολλαπλής ιθαγένειας καθώς και το αν ένα πρόσωπο θεωρείται ότι έχει την ιθαγένεια ενός κράτους υπάγονται στο εθνικό δίκαιο, ή ενδεχομένως και στις διεθνείς συμβάσεις, όπου δει, τηρουμένων πλήρως των γενικών αρχών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τροπολογία 17
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 24
(24)   Ενόψει της σημασίας της επιλογής του δικαίου που εφαρμόζεται στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, ο κανονισμός πρέπει να εισάγει ορισμένα εχέγγυα ικανά να εξασφαλίσουν ότι οι σύζυγοι ή μέλλοντες σύζυγοι έχουν επίγνωση των συνεπειών της επιλογής τους. Αυτή η επιλογή θα πρέπει να περιβληθεί τον τύπο που προβλέπεται για τη σύμβαση γάμου, από το δίκαιο του επιλεγέντος κράτους ή το δίκαιο του κράτους κατάρτισης της πράξης, και να διατυπώνεται τουλάχιστον εγγράφως, φέροντας ημερομηνία και την υπογραφή αμφότερων των συζύγων. Εξάλλου, θα πρέπει να τηρούνται οι ενδεχόμενες πρόσθετες τυπικές απαιτήσεις που επιβάλλονται από το δίκαιο του επιλεγέντος κράτους ή το δίκαιο του κράτους κατάρτισης της πράξης ως προς το κύρος, τη δημοσιότητα ή την καταχώρηση τέτοιου είδους συμβάσεων.
(24)   Ενόψει της σημασίας της επιλογής του δικαίου που εφαρμόζεται στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, ο παρών κανονισμός πρέπει να εισάγει ορισμένα εχέγγυα ικανά να εξασφαλίσουν ότι οι σύζυγοι ή μέλλοντες σύζυγοι έχουν επίγνωση των συνεπειών της επιλογής τους. Η συμφωνία που προσδιορίζει αυτή την επιλογή διατυπώνεται τουλάχιστον εγγράφως, φέροντας ημερομηνία και την υπογραφή αμφότερων των συζύγων. Η επιλογή δικαίου θα πρέπει να περιβληθεί τον τύπο που προβλέπεται για τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων από το εφαρμοστέο δίκαιο ή το δίκαιο του κράτους στο οποίο συνήφθη η συμφωνία.
Τροπολογία 18
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 24 α (νέα)
(24α)  Προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη ορισμένες νομοθετικές διατάξεις των κρατών μελών και ιδίως εκείνες που αποσκοπούν στην προστασία της οικογενειακής στέγης και στη ρύθμιση των δικαιωμάτων χρήσης στις σχέσεις μεταξύ των συζύγων, ο παρών κανονισμός δεν πρέπει να εμποδίζει την εφαρμογή υπέρτερων κανόνων δημόσιας τάξης από το επιληφθέν δικαστήριο, θα πρέπει δηλαδή να επιτρέπει σε ένα κράτος μέλος να απαγορεύει την εφαρμογή ενός αλλοδαπού δικαίου χάριν του εθνικού του δικαίου. Οι «υπέρτεροι κανόνες δημόσιας τάξης» σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να αναφέρονται σε αναγκαστικές διατάξεις, η τήρηση των οποίων θεωρείται απαραίτητη από ένα κράτος μέλος για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος και ιδίως της πολιτικής, κοινωνικής ή οικονομικής τάξης. Για παράδειγμα, για να κατοχυρωθεί η προστασία της οικογενειακής στέγης, το κράτος μέλος στην επικράτεια του οποίου βρίσκεται η συγκεκριμένη στέγη πρέπει να μπορεί να εφαρμόζει το εθνικό του δίκαιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων περί προστασίας των συναλλαγών που ισχύουν στο εν λόγω κράτος μέλος και η ισχύς των οποίων υπερτερεί έναντι του άρθρου 35.
Τροπολογία 19
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 27
(27)   Δεδομένου ότι η αμοιβαία αναγνώριση των αποφάσεων που εκδίδονται στα κράτη μέλη αποτελεί έναν από τους επιδιωκόμενους από τον παρόντα κανονισμό στόχους, αυτός πρέπει να προβλέπει κανόνες σχετικούς με την αναγνώριση και την εκτέλεση των αποφάσεων εμπνεόμενους από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 και, εάν παρίσταται ανάγκη, προσαρμοσμένους στις ειδικές απαιτήσεις των θεμάτων που καλύπτει ο παρών κανονισμός.
(27)   Δεδομένου ότι η αμοιβαία αναγνώριση των αποφάσεων που εκδίδονται στα κράτη μέλη σε υποθέσεις περιουσιακών σχέσεων των συζύγων αποτελεί έναν από τους επιδιωκόμενους από τον παρόντα κανονισμό στόχους, αυτός πρέπει να προβλέπει κανόνες σχετικούς με την αναγνώριση, την εκτελεστότητα και την εκτέλεση των αποφάσεων εμπνεόμενους από άλλα νομοθετικά μέσα της Ένωσης στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις.
Τροπολογία 20
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 28
(28)   Προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους ρυθμίζονται στα κράτη μέλη τα ζητήματα που αφορούν τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, ο παρών κανονισμός πρέπει να διασφαλίζει την αναγνώριση και την εκτέλεση των δημόσιων εγγράφων. Παρόλα αυτά, τα δημόσια έγγραφα δεν μπορούν να εξομοιωθούν με δικαστικές αποφάσεις όσον αφορά την αναγνώρισή τους. Η αναγνώριση των δημόσιων εγγράφων σημαίνει ότι αυτά απολαύουν της ίδιας αποδεικτικής ισχύος ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και ότι παράγουν τα ίδια αποτελέσματα όπως και στο κράτος μέλος προέλευσής τους, καθώς και ότι καλύπτονται από τεκμήριο εγκυρότητας, το οποίο όμως είναι μαχητό.
(28)   Προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη τα διαφορετικά συστήματα με τα οποία ρυθμίζονται στα κράτη μέλη τα ζητήματα που αφορούν υποθέσεις περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, ο παρών κανονισμός πρέπει να διασφαλίζει την αποδοχή και την εκτελεστότητα σε όλα τα κράτη μέλη των δημόσιων εγγράφων σε μία υπόθεση περιουσιακών σχέσεων των συζύγων.
(Αντιστοιχεί στην αιτιολογική σκέψη 60 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 21
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 28 α (νέα)
(28α)  Όσον αφορά την αναγνώριση, εκτελεστότητα και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων καθώς και την αποδοχή και εκτελεστότητα δημοσίων εγγράφων και την εκτελεστότητα δικαστικών συμβιβασμών, ο παρών κανονισμός πρέπει να θεσπίζει διατάξεις με βάση ιδίως τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 650/2012.
Τροπολογία 22
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 29
(29)   Αν το εφαρμοστέο στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων δίκαιο πρέπει να διέπει τις έννομες σχέσεις μεταξύ ενός συζύγου και ενός τρίτου, οι όροι υπό τους οποίους μπορεί να γίνεται επίκληση αυτού του δικαίου πρέπει να διέπονται από το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο ευρίσκεται η συνήθης διαμονή του συζύγου ή του τρίτου, ούτως ώστε να εξασφαλίζεται η προστασία αυτού του τελευταίου. Τοιουτοτρόπως, το δίκαιο αυτού του κράτους μέλους θα μπορούσε να προβλέπει ότι ο σύζυγος μπορεί να αντιτάξει έναντι του συγκεκριμένου τρίτου το εφαρμοστέο στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων δίκαιο μόνον εφόσον έχουν τηρηθεί οι όροι καταχώρησης ή δημοσιότητας που προβλέπονται στο εν λόγω κράτος μέλος, εκτός εάν ο τρίτος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει το εφαρμοστέο στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων δίκαιο.
(29)   Το εφαρμοστέο στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων δίκαιο σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό πρέπει να διέπει τις έννομες σχέσεις μεταξύ ενός συζύγου και ενός τρίτου. Ωστόσο, προκειμένου να εξασφαλίζεται η προστασία αυτού του τρίτου, ουδείς εκ των συζύγων πρέπει να μπορεί να επικαλείται τον νόμο αυτό σε μία έννομη σχέση μεταξύ ενός συζύγου και ενός τρίτου, εφόσον ο σύζυγος που έχει έννομη σχέση με τον τρίτον και ο τρίτος έχουν τη συνήθη κατοικία τους στο ίδιο κράτος που είναι διαφορετικό από το κράτος που διέπει τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων. Εξαιρούνται περιπτώσεις κατά τις οποίες ο τρίτος δεν χρήζει προστασίας, όταν δηλαδή, γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει το εφαρμοστέο δίκαιο ή όταν τηρήθηκαν οι ισχύουσες στο κράτος απαιτήσεις σχετικά με την καταχώρηση ή τη δημοσιότητα.
Τροπολογία 23
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 30 α (νέα)
(30α)  Για τη διασφάλιση ενιαίων όρων εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες όσον αφορά την έκδοση και μεταγενέστερη τροποποίηση των βεβαιώσεων και των εντύπων σχετικά με την κήρυξη της εκτελεστότητας των αποφάσεων, των δικαστικών συμβιβασμών και των δημοσίων εγγράφων. Οι αρμοδιότητες αυτές πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή1.
_____________
1ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13.
(Αντιστοιχεί στην αιτιολογική σκέψη 78 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 24
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 30 β (νέα)
(30β)  Για την έκδοση των εκτελεστικών πράξεων για τη σύνταξη και τη μεταγενέστερη τροποποίηση των βεβαιώσεων και των εντύπων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να εφαρμόζεται η συμβουλευτική διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.
(Αντιστοιχεί στην αιτιολογική σκέψη 79 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 25
Πρόταση κανονισμού
Αιτιολογική σκέψη 32
(32)  Ο παρών κανονισμός σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως δε από τα άρθρα 7, 9, 17, 21 και 47, που αφορούν, αντίστοιχα, τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το δικαίωμα γάμου και ίδρυσης οικογένειας σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες, το δικαίωμα ιδιοκτησίας, την απαγόρευση διακρίσεων και το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου. Ο παρών κανονισμός πρέπει να εφαρμόζεται από τα δικαστήρια των κρατών μελών τηρουμένων αυτών των δικαιωμάτων και αρχών.
(32)  Ο παρών κανονισμός σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως δε από τα άρθρα 7, 9, 17, 20, 21, 23 και 47, που αφορούν, αντίστοιχα, τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το δικαίωμα γάμου και ίδρυσης οικογένειας σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες, το δικαίωμα ιδιοκτησίας, την ισότητα ενώπιον του νόμου, την απαγόρευση διακρίσεων και το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου. Ο παρών κανονισμός πρέπει να εφαρμόζεται από τα δικαστήρια των κρατών μελών τηρουμένων αυτών των δικαιωμάτων και αρχών.
(Αντιστοιχεί εν μέρει στην αιτιολογική σκέψη 81 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 26
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 3 – σημείο α
(α)  η δικαιοπρακτική ικανότητα των συζύγων,
(α)  η γενική δικαιοπρακτική ικανότητα των συζύγων,
Τροπολογία 27
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 3 – παράγραφος 3 – σημείο α α (νέο)
(αα)  η ύπαρξη, το κύρος ή η αναγνώριση ενός γάμου,
Τροπολογία 28
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 3 – στοιχείο γ
(γ)  οι εκ χαριστικής αιτίας πράξεις μεταβίβασης μεταξύ συζύγων,
Διαγράφεται
Τροπολογία 29
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 3 – στοιχείο δ
(δ)   τα κληρονομικά δικαιώματα του επιζώντος συζύγου,
(δ)   ζητήματα διαδοχής αιτία θανάτου όσον αφορά τον επιζώντα σύζυγο,
Τροπολογία 30
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 3 – στοιχείο ε
(ε)  οι εταιρείες που συστήνονται μεταξύ συζύγων,
(ε)  ζητήματα του δικαίου που διέπει τις εταιρίες, τα σωματεία και τα νομικά πρόσωπα,
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 1, στοιχείο η, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 31
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 3 – στοιχείο στ
(στ)  η φύση εμπράγματων δικαιωμάτων επί περιουσιακών αγαθών και η δημοσιότητα που δίδεται σε τέτοια δικαιώματα.
(στ)  η φύση των εμπράγματων δικαιωμάτων,
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 1, στοιχείο ια, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 32
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 3 – στοιχείο στ α (νέο)
(στ α) κάθε καταχώρηση δικαιωμάτων επί ακίνητης ή κινητής περιουσίας σε μητρώο, περιλαμβανομένων των νομικών απαιτήσεων της καταχώρησης, και τα αποτελέσματα της καταχώρησης ή της μη καταχώρησης των δικαιωμάτων αυτών σε μητρώο, και
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 1, στοιχείο ιβ, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 33
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 3 – στοιχείο στ β (νέο)
(στ β) ζητήματα που αφορούν το δικαίωμα μεταβίβασης ή προσαρμογής, σε περίπτωση διαζυγίου, δικαιωμάτων σε σύνταξη γήρατος ή αναπηρίας που προέκυψαν κατά τη διάρκεια του γάμου, μεταξύ συζύγων ή πρώην συζύγων.
Τροπολογία 34
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 1 – παράγραφος 1 – σημείο α
(α)  «περιουσιακές σχέσεις των συζύγων»: σύνολο κανόνων σχετικών με τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων μεταξύ τους και έναντι τρίτων,
(α)  «περιουσιακές σχέσεις των συζύγων»: σύνολο κανόνων που ισχύουν για τις περιουσιακές σχέσεις μεταξύ των συζύγων και στο πλαίσιο των σχέσεων με τρίτους, ως αποτέλεσμα του γάμου·
Τροπολογία 35
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 2 – παράγραφος 1 – στοιχείο β
(β)   «σύμβαση γάμου»: κάθε συμφωνία με την οποία οι σύζυγοι διοργανώνουν τις περιουσιακές σχέσεις μεταξύ τους και έναντι τρίτων,
(β)   «σύμβαση γάμου»: κάθε συμφωνία με την οποία οι σύζυγοι ή οι μέλλοντες σύζυγοι ρυθμίζουν τις περιουσιακές τους σχέσεις,
Τροπολογία 36
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 2 – παράγραφος 1 – στοιχείο γ – εισαγωγικό μέρος
(γ)   «δημόσιο έγγραφο»: έγγραφο που έχει συνταχθεί ή καταχωρηθεί επίσημα ως δημόσιο έγγραφο στο κράτος μέλος προέλευσης και του οποίου η γνησιότητα:
(γ)   «δημόσιο έγγραφο»: έγγραφο σε υπόθεση περιουσιακών σχέσεων συζύγων που έχει συνταχθεί ή καταχωρηθεί επίσημα ως δημόσιο έγγραφο σε ένα κράτος μέλος και του οποίου η γνησιότητα:
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο θ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 37
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 2 – παράγραφος 1 – στοιχείο δ
(δ)  «απόφαση»: κάθε απόφαση εκδιδόμενη στον τομέα των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων από δικαστήριο κράτους μέλους, ασχέτως ονομασίας της, όπως «βούλευμα», «απόφαση», «διάταξη» ή «διαταγή εκτέλεσης», καθώς και ο καθορισμός της δικαστικής δαπάνης από τον γραμματέα,
(δ)  «απόφαση»: κάθε απόφαση εκδιδόμενη στον τομέα των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων από δικαστήριο κράτους μέλους, ασχέτως ονομασίας της, καθώς και ο καθορισμός της δικαστικής δαπάνης από τον γραμματέα,
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο ζ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 38
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 2 – παράγραφος 1 – στοιχείο ε
(ε)   «κράτος μέλος προέλευσης»: το κράτος στο οποίο, ανάλογα με την περίπτωση, εκδόθηκε η απόφαση, συνάφθηκε η σύμβαση γάμου, συντάχθηκε το δημόσιο έγγραφο, επικυρώθηκε ο δικαστικός συμβιβασμός ή στο οποίο διενεργήθηκε η πράξη εκκαθάρισης της κοινής περιουσίας ή οποιαδήποτε άλλη πράξη διενεργούμενη από δικαστική αρχή ή ενώπιόν της ή από αρχή ορισθείσα ή εξουσιοδοτημένη από αυτήν την τελευταία,
(ε)   «κράτος μέλος προέλευσης»: το κράτος στο οποίο, ανάλογα με την περίπτωση, εκδόθηκε η απόφαση, συντάχθηκε το δημόσιο έγγραφο ή επικυρώθηκε ή συνάφθηκε ο δικαστικός συμβιβασμός,
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο ε του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 39
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 2 – παράγραφος 1 – στοιχείο στ
(στ)   «κράτος μέλος αναγνώρισης η εκτέλεσης»: το κράτος μέλος στο οποίο ζητείται η αναγνώριση και/ή η εκτέλεση της απόφασης, της σύμβασης γάμου, του δημοσίου εγγράφου, του δικαστικού συμβιβασμού, της πράξης εκκαθάρισης της κοινής περιουσίας ή κάθε άλλης πράξης διενεργούμενης από δικαστική αρχή ή ενώπιόν της ή από αρχή ορισθείσα ή εξουσιοδοτημένη από αυτήν την τελευταία,
(στ)   «κράτος μέλος εκτέλεσης»: το κράτος μέλος στο οποίο ζητείται η κήρυξη της εκτελεστότητας ή η εκτέλεση της απόφασης, του δικαστικού συμβιβασμού ή του δημόσιου εγγράφου,
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο στ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 40
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 2 – παράγραφος 1 – στοιχείο ζ
(ζ)  κάθε αρμόδια δικαστική αρχή των κρατών μελών, η οποία ασκεί δικαιοδοτικά καθήκοντα σε θέματα περιουσιακών σχέσεων των συζύγων καθώς και κάθε άλλη μη δικαστική αρχή ή πρόσωπο που ασκεί, κατ’ εξουσιοδότηση ή κατόπιν διορισμού από δικαστική αρχή των κρατών μελών, καθήκοντα που υπάγονται στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων, όπως αυτά προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό,
Διαγράφεται
Τροπολογία 41
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 2 – παράγραφος 1 α (νέα)
1α.  Κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού, με τον όρο «δικαστήριο» νοούνται κάθε δικαστική ή άλλη αρχή και οι ασκούντες νομικά επαγγέλματα με αρμοδιότητα σε υποθέσεις περιουσιακών σχέσεων συζύγων που ασκούν δικαστικά καθήκοντα ή ενεργούν κατ’ εξουσιοδότηση ή υπό τον έλεγχο δικαστικής αρχής, υπό την προϋπόθεση ότι οι άλλες αυτές αρχές και οι ασκούντες νομικά επαγγέλματα εγγυώνται αμεροληψία τους και το δικαίωμα έννομης ακρόασης των μερών και ότι οι αποφάσεις τους, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο ασκούν τα καθήκοντά τους:
(α)  μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ενδίκου μέσου ή επανεξέτασης από δικαστική αρχή, και
(β)  έχουν ανάλογη ισχύ και αποτέλεσμα με απόφαση δικαστικής αρχής για το ίδιο ζήτημα.
Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 37α, τις άλλες αρχές και τους ασκούντες νομικά επαγγέλματα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο.
(Η διάταξη αυτή αντιστοιχεί στο άρθρο 3 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 42
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο -3 (νέο)
Άρθρο -3
Αρμοδιότητα σε υποθέσεις περιουσιακών σχέσεων των συζύγων εντός των κρατών μελών
Ο παρών κανονισμός δεν θίγει την εθνική αρμοδιότητα των κρατών μελών σε υποθέσεις περιουσιακών σχέσεων των συζύγων.
Τροπολογία 43
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 3
Τα δικαστήρια ενός κράτους μέλους τα οποία επιλαμβάνονται υπόθεσης σχετικά με την κληρονομική διαδοχή ενός εκ των συζύγων κατ’ εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. ...[του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και δημόσιων εγγράφων στον τομέα της κληρονομικής διαδοχής και την καθιέρωση ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου] είναι εξίσου αρμόδια να αποφανθούν για τα ζητήματα των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων που έχουν σχέση με την αγωγή.
Τα δικαστήρια ενός κράτους μέλους τα οποία επιλαμβάνονται υπόθεσης σχετικά με την κληρονομική διαδοχή ενός εκ των συζύγων κατ’ εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012 είναι εξίσου αρμόδια να αποφανθούν για τα ζητήματα των περιουσιακών στοιχείων των συζύγων που έχουν σχέση με την κληρονομική διαδοχή.
Τροπολογία 44
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 4
Τα δικαστήρια ενός κράτους μέλους τα οποία επιλαμβάνονται αίτησης διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης του γάμου, κατ’ εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2201/2003, είναι επίσης αρμόδια, εφόσον υπάρχει σχετική συμφωνία των συζύγων, να αποφανθούν για τα ζητήματα που αφορούν τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων και έχουν σχέση με την αίτηση.
Τα δικαστήρια ενός κράτους μέλους τα οποία επιλαμβάνονται αίτησης διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης του γάμου, κατ’ εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2201/2003, είναι επίσης αρμόδια να αποφανθούν για τα ζητήματα που αφορούν τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων και έχουν σχέση με την αίτηση, εφόσον η αρμοδιότητα των δικαστηρίων αυτών έχει αναγνωριστεί ρητώς ή με κάποιο άλλο σαφή τρόπο από τους συζύγους.
Αυτή η συμφωνία μπορεί να συναφθεί οποτεδήποτε, ακόμα και κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Όταν συνάπτεται προ της διαδικασίας, πρέπει να διατυπώνεται εγγράφως και να φέρει ημερομηνία και υπογραφή αμφοτέρων των μερών.
Ελλείψει συμφωνίας των συζύγων, η διεθνής δικαιοδοσία ρυθμίζεται από τα άρθρα 5 και εξής.
Ελλείψει αναγνώρισης της αρμοδιότητας του δικαστηρίου σύμφωνα με την παράγραφο 1, η διεθνής δικαιοδοσία ρυθμίζεται από το άρθρο 5 και εξής.
Τροπολογία 45
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 4 α (νέο)
Άρθρο 4α
Συμφωνία παρέκτασης της δικαιοδοσίας
1.  Οι δύο σύζυγοι μπορούν να συμφωνήσουν ότι τα δικαστήρια του κράτους μέλους το δίκαιο του οποίου επέλεξαν ως εφαρμοστέο για τις περιουσιακές τους σχέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 16, είναι αρμόδια να αποφανθούν για τα ζητήματα που αφορούν τις περιουσιακές τους σχέσεις. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική.
Με την επιφύλαξη του τρίτου εδαφίου, η συμφωνία περί επιλογής δικαιοδοσίας μπορεί να συναφθεί ή να τροποποιηθεί ανά πάσα στιγμή και το αργότερο κατά το χρόνο της προσφυγής στο δικαστήριο.
Εφόσον προβλέπεται από το δίκαιο του δικάζοντος δικαστηρίου, οι σύζυγοι μπορούν επίσης να επιλέξουν το εφαρμοστέο δίκαιο ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Σε αυτή την περίπτωση, η επιλογή καταχωρείται στα πρακτικά του δικαστηρίου σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους του δικάζοντος δικαστηρίου.
Όταν η συμφωνία συνάπτεται προ της διαδικασίας, πρέπει να διατυπώνεται εγγράφως και να φέρει ημερομηνία και υπογραφή των συζύγων. Κάθε διαβίβαση διά της ηλεκτρονικής οδού που επιτρέπει μεταγενέστερη πρόσβαση στο περιεχόμενο της συμφωνίας λογίζεται ότι έχει καταρτισθεί εγγράφως.
2.  Οι σύζυγοι μπορούν επίσης να συμφωνήσουν ότι, ελλείψει επιλογής δικαίου, αρμόδια είναι τα δικαστήρια του κράτους μέλους το δίκαιο του οποίου είναι εφαρμοστέο, σύμφωνα με το άρθρο 17.
Τροπολογία 46
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 4 β (νέο)
Άρθρο 4β
Διεθνής δικαιοδοσία που βασίζεται στην παράσταση του εναγομένου ενώπιον του δικαστηρίου
1.  Εκτός από τη δικαιοδοσία που απορρέει από άλλες διατάξεις του παρόντος κανονισμού, διεθνή δικαιοδοσία έχει ένα δικαστήριο κράτους μέλους το δίκαιο του οποίου έχει επιλεγεί, σύμφωνα με το άρθρο 16 ή το δίκαιο του οποίου ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 17, και ενώπιον του οποίου παρουσιάζεται ο εναγόμενος. Ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται εάν η παράσταση έχει ως σκοπό την αμφισβήτηση της διεθνούς δικαιοδοσίας ή εάν υπάρχει άλλο δικαστήριο με διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 3, το άρθρο 4 ή το άρθρο 4α.
2.  Προτού κρίνει εαυτό αρμόδιο δυνάμει της παραγράφου 1, το δικαστήριο εξασφαλίζει ότι ο εναγόμενος έχει ενημερωθεί για το δικαίωμά να αμφισβητήσει τη διεθνή δικαιοδοσία και για τις συνέπειές της παράστασης ή της μη παράστασής του ενώπιον του δικαστηρίου.
Τροπολογία 47
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 5
(1)  Εξαιρουμένων των περιπτώσεων των άρθρων 3 και 4, αρμόδια να αποφανθούν σε διαδικασία που αφορά τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων είναι τα δικαστήρια του κράτους μέλους:
Όταν κάποιο δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία δυνάμει των άρθρων 3, 4 και, αρμόδια να αποφανθούν σε διαδικασία που αφορά τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων είναι τα δικαστήρια του κράτους μέλους:
(α)   της κοινής συνήθους διαμονής των συζύγων ή, ελλείψει αυτής
(α)   στο έδαφος του οποίου οι σύζυγοι έχουν τη συνήθη διαμονή τους τη στιγμή κατά την οποία το δικαστήριο επιλαμβάνεται της υπόθεσης ή, ελλείψει αυτής,
(β)   της τελευταίας κοινής συνήθους διαμονής των συζύγων, στο μέτρο που ο ένας εξ αυτών εξακολουθεί να διαμένει εκεί ή, ελλείψει αυτής
(β)   στο έδαφος του οποίου οι σύζυγοι είχαν την τελευταία συνήθη διαμονή τους, στο μέτρο που ο ένας εξ αυτών εξακολουθεί να διαμένει εκεί τη στιγμή κατά την οποία το δικαστήριο επιλαμβάνεται της υπόθεσης ή, ελλείψει αυτής
(γ)   της συνήθους διαμονής του εναγομένου ή, ελλείψει αυτής
(γ)   στο έδαφος του οποίου ο εναγόμενος έχει τη συνήθη διαμονή του τη στιγμή κατά την οποία το δικαστήριο επιλαμβάνεται της υπόθεσης ή, ελλείψει αυτής
(δ)   της ιθαγένειας των δύο συζύγων ή στην περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας, της κοινής μόνιμης κατοικίας τους (domicile).
(δ)   της ιθαγένειας των δύο συζύγων τη στιγμή κατά την οποία το δικαστήριο επιλαμβάνεται της υπόθεσης ή, στην περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας, της κοινής μόνιμης κατοικίας τους (domicile) ή, ελλείψει αυτής,
(2)  Τα δύο μέρη μπορούν εξίσου να συμφωνήσουν ότι τα δικαστήρια του κράτους μέλους το δίκαιο του οποίου επέλεξαν ως εφαρμοστέο για τις περιουσιακές τους σχέσεις , σύμφωνα με τα άρθρα 16 και 18, είναι αρμόδια να αποφανθούν για τα ζητήματα που αφορούν τις περιουσιακές τους σχέσεις.
(δα)  της ιθαγένειας του εναγομένου ή στην περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας, της μόνιμης κατοικίας του.
Αυτή η συμφωνία μπορεί να συναφθεί οποτεδήποτε, ακόμα και κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Όταν συνάπτεται προ της διαδικασίας, πρέπει να διατυπώνεται εγγράφως και να φέρει ημερομηνία και υπογραφή αμφοτέρων των μερών.
(σχετικά με την παράγραφο 2, βλ. τροπολογία στο άρθρο 4α (νέο)· το κείμενο έχει τροποποιηθεί)
Τροπολογία 48
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 6
Όταν κανένα δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία δυνάμει των άρθρων 3, 4 και 5, αρμόδια είναι τα δικαστήρια ενός κράτους μέλους στο μέτρο που ένα ή περισσότερα περιουσιακά αγαθά ενός ή αμφοτέρων των συζύγων βρίσκονται στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους, οπότε το επιλαμβανόμενο δικαστήριο δύναται να αποφανθεί μόνον επί του συγκεκριμένου ή των συγκεκριμένων περιουσιακών αγαθών.
Όταν κανενός κράτους μέλους δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία δυνάμει των άρθρων 3, 4, 4α και 5, αρμόδια είναι τα δικαστήρια ενός κράτους μέλους στο μέτρο που ένα ακίνητο ή καταχωρημένα περιουσιακά αγαθά ενός ή αμφοτέρων των συζύγων βρίσκονται στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους· σε αυτή την περίπτωση το επιλαμβανόμενο δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να αποφανθεί μόνον επί του συγκεκριμένου ακινήτου ή των συγκεκριμένων καταχωρημένων περιουσιακών αγαθών.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα δικαστήρια ενός κράτους μέλους είναι αρμόδια να αποφανθούν μόνο για την ακίνητη περιουσία ή τα καταχωρημένα περιουσιακά αγαθά που βρίσκονται στο εν λόγω κράτος μέλος.
Τροπολογία 49
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 7
Όταν δυνάμει των άρθρων 3, 4, 5 ή 6 δεν προκύπτει η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων κανενός κράτους μέλους, τα δικαστήρια ενός κράτους μέλους μπορούν, κατ’ εξαίρεση και υπό τον όρο ότι η υπόθεση εμφανίζει επαρκή σύνδεσμο με το συγκεκριμένο κράτος μέλος, να αποφανθούν σχετικά με τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, σε περίπτωση που αποδεικνύεται αδύνατη ή μη εύλογη η κίνηση ή η διεξαγωγή διαδικασίας σε τρίτη χώρα.
Όταν κάποιο δικαστήριο κράτους μέλους δεν έχει διεθνή δικαιοδοσία δυνάμει των άρθρων 3, 4, 4α, 5 και 6, τα δικαστήρια κράτους μέλους μπορούν, κατ’ εξαίρεση, να αποφανθούν σε υπόθεση σχετικά με τις περιουσιακές σχέσεις συζύγων, σε περίπτωση που αποδεικνύεται μη εύλογη ή αδύνατη η κίνηση ή η διεξαγωγή διαδικασίας σε τρίτη χώρα με την οποία συνδέεται η υπόθεση στενά.
Η υπόθεση πρέπει να παρουσιάζει επαρκή δεσμό με το κράτος μέλος του επιληφθέντος δικαστηρίου.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 50
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 8
Το δικαστήριο που έχει επιληφθεί δυνάμει των άρθρων 3, 4, 5, 6 ή 7 και ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η διαδικασία είναι επίσης αρμόδιο να εξετάσει την ανταγωγή, στο μέτρο που αυτή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.
Το δικαστήριο που έχει επιληφθεί δυνάμει των άρθρων 3, 4, 4α, 5, 6 ή 7 και ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η διαδικασία είναι επίσης αρμόδιο να εξετάσει την ανταγωγή, στο μέτρο που αυτή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.
Όταν το δικαστήριο επιλαμβάνεται σύμφωνα με το άρθρο 6, η αρμοδιότητά του να εξετάσει την ανταγωγή περιορίζεται στην ακίνητη περιουσία ή τα καταχωρημένα περιουσιακά αγαθά που αποτελούν αντικείμενο της κύριας υπόθεσης.
Τροπολογία 51
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 9
Ένα δικαστήριο λογίζεται ως επιληφθέν :
Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, ένα δικαστήριο λογίζεται ως επιληφθέν:
(α)  από την ημερομηνία κατάθεσης στο δικαστήριο του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης ή άλλου ισοδύναμου εγγράφου, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενάγων δεν παρέλειψε στη συνέχεια να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την κοινοποίηση ή την επίδοση του εγγράφου στον εναγόμενο, ή
(α)  από την ημερομηνία κατάθεσης στο δικαστήριο του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης ή άλλου ισοδύναμου εγγράφου, υπό την προϋπόθεση ότι ο αιτών δεν παρέλειψε στη συνέχεια να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την κοινοποίηση ή την επίδοση του εγγράφου στον εναγόμενο,
(β)  εάν το έγγραφο πρέπει να κοινοποιηθεί ή να επιδοθεί προτού κατατεθεί στο δικαστήριο, από την ημερομηνία παραλαβής του από την αρχή που είναι υπεύθυνη για την κοινοποίηση ή την επίδοση, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενάγων δεν παρέλειψε στη συνέχεια να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την κατάθεση του εγγράφου στο δικαστήριο.
(β)  εάν το έγγραφο πρέπει να κοινοποιηθεί ή να επιδοθεί προτού κατατεθεί στο δικαστήριο, από την ημερομηνία παραλαβής του από την αρχή που είναι υπεύθυνη για την κοινοποίηση ή την επίδοση, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενάγων δεν παρέλειψε στη συνέχεια να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την κατάθεση του εγγράφου στο δικαστήριο.
(βα)  εφόσον η διαδικασία τίθεται σε κίνηση αυτεπαγγέλτως, από την ημερομηνία λήψης από το δικαστήριο της απόφασης για την έναρξη της διαδικασίας, ή, σε περίπτωση που η απόφαση αυτή δεν απαιτείται, από την ημερομηνία καταχώρησης της υπόθεσης στο μητρώο του δικαστηρίου.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 52
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 12 – παράγραφος 1
1.  Αν έχουν ασκηθεί αγωγές με το ίδιο αντικείμενο και εκ της ιδίας αιτίας μεταξύ των ιδίων διαδίκων ενώπιον δικαστηρίων διαφορετικών κρατών μελών, κάθε δικαστήριο εκτός εκείνου που επελήφθη πρώτο αναστέλλει αυτεπάγγελτα τη διαδικασία του μέχρι να διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο.
1.  Αν έχουν ασκηθεί αγωγές με το ίδιο αντικείμενο και εκ της ιδίας αιτίας μεταξύ των συζύγων ενώπιον δικαστηρίων διαφορετικών κρατών μελών, κάθε δικαστήριο εκτός εκείνου που επελήφθη πρώτο αναστέλλει αυτεπάγγελτα τη διαδικασία του μέχρι να διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 54
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 13 – παράγραφος 2
2.  Όταν οι αγωγές αυτές εκκρεμούν σε πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, το δεύτερο επιληφθέν δικαστήριο δύναται επίσης, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο, υπό την προϋπόθεση ότι το πρώτο επιληφθέν δικαστήριο έχει δικαιοδοσία για να κρίνει τις αγωγές αυτές και ότι το δίκαιό του επιτρέπει την συνεκδίκασή τους.
2.  Όταν οι αγωγές αυτές εκκρεμούν σε πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, το δεύτερο επιληφθέν δικαστήριο δύναται επίσης, με αίτηση ενός εκ των συζύγων, να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο, υπό την προϋπόθεση ότι το πρώτο επιληφθέν δικαστήριο έχει δικαιοδοσία για να κρίνει τις αγωγές αυτές και ότι το δίκαιό του επιτρέπει την συνεκδίκασή τους.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 55
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 13 α (νέο)
Άρθρο 13α
Παροχή πληροφοριών στους συζύγους
Η αρμόδια αρχή υποχρεούται να ενημερώνει τους συζύγους, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, για τυχόν διαδικασίες σχετικά με τις περιουσιακές τους σχέσεις, που έχουν κινηθεί εναντίον τους.
Τροπολογία 56
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 14
Είναι δυνατό να υποβληθεί αίτηση για τη λήψη προσωρινών ή συντηρητικών μέτρων που προβλέπονται από το δίκαιο κράτους μέλους στα δικαστήρια του κράτους αυτού, έστω και αν τα δικαστήρια άλλου κράτους μέλους έχουν, δυνάμει του παρόντος κανονισμού, διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση της υπόθεσης επί της ουσίας.
Είναι δυνατό να υποβληθεί αίτηση ενώπιον των δικαστηρίων κράτους μέλους για εκείνα τα προσωρινά μέτρα, περιλαμβανομένων των ασφαλιστικών, που προβλέπονται από το δίκαιο του εν λόγω κράτους, έστω και εάν, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η διεθνής δικαιοδοσία για την ουσία της υπόθεσης ανήκει στα δικαστήρια άλλου κράτους μέλους.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 57
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 15 – παράγραφος 1
Το εφαρμοστέο δίκαιο στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων δυνάμει των άρθρων 16, 17 και 18 εφαρμόζεται στο σύνολο των περιουσιακών αγαθών των συζύγων.
1.  Το εφαρμοστέο στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων δίκαιο δυνάμει των άρθρων 16 και 17 εφαρμόζεται σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτονται από τις εν λόγω σχέσεις, ασχέτως της τοποθεσίας τους.
Τροπολογία 58
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 15 – παράγραφος 1 α (νέα)
1α.  Στο εφαρμοστέο δίκαιο επί των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων υπόκεινται ιδίως, με την επιφύλαξη του άρθρου 1 παράγραφος 3 στοιχεία στ) και στ α):
(α)  ο χωρισμός της περιουσίας των συζύγων σε διάφορες κατηγορίες πριν και μετά το γάμο·
(β)  η μεταφορά της περιουσίας από μία κατηγορία σε άλλη·
(γ)  ευθύνη για τα χρέη του άλλου συζύγου, όπου δει·
(δ)  οι εξουσίες διάθεσης των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου·
(ε)  η λύση και η εκκαθάριση των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων και η διανομή της περιουσίας σε περίπτωση λύσης του γάμου·
(στ)  τα αποτελέσματα των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων επί της έννομης σχέσεως μεταξύ ενός συζύγου και τρίτου, σύμφωνα με το άρθρο 35·
(ζ)  το ουσιαστικό κύρος μιας συμφωνίας περί ρυθμίσεως των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων.
Τροπολογία 59
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 15 α (νέο)
Άρθρο 15α
Οικουμενική εφαρμογή
Το καθοριζόμενο από τον παρόντα κανονισμό δίκαιο εφαρμόζεται ακόμη και αν δεν πρόκειται για δίκαιο κράτους μέλους.
(βλ.τροπολογία στο άρθρο 21· το κείμενο έχει τροποποιηθεί)
Τροπολογία 60
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 16
Οι σύζυγοι ή οι μέλλοντες σύζυγοι μπορούν να επιλέξουν το εφαρμοστέο στις περιουσιακές σχέσεις τους δίκαιο, στο μέτρο που πρόκειται για ένα από τα ακόλουθα δίκαια:
1.  Οι σύζυγοι ή οι μέλλοντες σύζυγοι μπορούν με συμφωνία να ορίσουν ή να αλλάξουν το εφαρμοστέο στις περιουσιακές σχέσεις τους δίκαιο, στο μέτρο που πρόκειται για ένα από τα ακόλουθα δίκαια:
(α)  το δίκαιο του κράτους της κοινής συνήθους διαμονής των συζύγων ή μελλοντικών συζύγων, ή
(β)  το δίκαιο του κράτους της συνήθους διαμονής ενός εκ των συζύγων ή μελλοντικών συζύγων κατά τη στιγμή αυτής της επιλογής, ή
(α)  το δίκαιο του κράτους της συνήθους διαμονής των συζύγων ή μελλόντων συζύγων ή ενός εξ αυτών κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας, ή
(γ)  το δίκαιο ενός κράτους την ιθαγένεια του οποίου έχει, κατά τη στιγμή αυτής της επιλογής, ένας εκ των συζύγων ή μελλοντικών συζύγων.
(β)  το δίκαιο ενός κράτους την ιθαγένεια του οποίου έχει, κατά τη στιγμή σύναψης της συμφωνίας, ένας εκ των συζύγων ή μελλοντικών συζύγων.
2.  Εκτός διαφορετικής συμφωνίας των συζύγων, η αλλαγή του εφαρμοστέου στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων δικαίου κατά τη διάρκεια του γάμου έχει μόνο μελλοντική ισχύ.
3.  Αν οι σύζυγοι επιλέξουν να προσδώσουν αναδρομικό αποτέλεσμα σε αυτήν τη μεταβολή του εφαρμοστέου δικαίου, αυτή η αναδρομικότητα δεν θίγει το κύρος προγενέστερων πράξεων που έχουν συναφθεί υπό το κράτος του μέχρι τότε εφαρμοστέου δικαίου, ούτε τα δικαιώματα τρίτων που απορρέουν από το προηγουμένως εφαρμοστέο δίκαιο.
Τροπολογία 61
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 17 – παράγραφος 1 – εισαγωγικό μέρος
1.   Ελλείψει επιλογής από μέρους των συζύγων, το εφαρμοστέο δίκαιο στις περιουσιακές τους σχέσεις είναι:
1.   Ελλείψει επιλογής δικαίου βάσει του άρθρου 16, το εφαρμοστέο δίκαιο στις περιουσιακές τους σχέσεις είναι:
Τροπολογία 62
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 17 – παράγραφος 1 – σημείο α
(α)   το δίκαιο του κράτους της πρώτης κοινής συνήθους διαμονής των συζύγων μετά την τέλεση του γάμου, ή ελλείψει αυτού,
(α)   το δίκαιο του κράτους της κατά τον χρόνο σύναψης του γάμου κοινής συνήθους διαμονής των συζύγων ή της πρώτης κοινής συνήθους διαμονής των συζύγων μετά την τέλεση του γάμου, ή, ελλείψει αυτού,
Τροπολογία 63
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 17 – παράγραφος 1 – στοιχείο γ
(γ)   το δίκαιο του κράτους με τον οποίον οι σύζυγοι έχουν από κοινού τους στενότερους δεσμούς, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων, και κυρίως του τόπου τέλεσης του γάμου.
(γ)   το δίκαιο του κράτους με το οποίο οι σύζυγοι έχουν από κοινού τους στενότερους δεσμούς κατά τη σύναψη του γάμου, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων, ανεξαρτήτως του τόπου τέλεσης του γάμου.
Τροπολογία 64
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 18
Άρθρο 18
Διαγράφεται
Μεταβολή του εφαρμοστέου δικαίου
Οι σύζυγοι μπορούν, οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια του γάμου, να υπαγάγουν τις περιουσιακές σχέσεις τους σε δίκαιο άλλο από αυτό που ήταν μέχρι τότε εφαρμοστέο. Εν προκειμένω, μπορούν να καθορίσουν μόνον ένα από τα ακόλουθα δίκαια:
(α)  το δίκαιο του κράτους της συνήθους διαμονής ενός εκ των συζύγων κατά τη στιγμή αυτής της επιλογής,
(β)  το δίκαιο ενός κράτους του οποίου την ιθαγένεια έχει ένας εκ των συζύγων κατά τη στιγμή αυτής της επιλογής.
Ελλείψει έκφρασης αντίθετης βούλησης των συζύγων, η μεταβολή του εφαρμοστέου δικαίου στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου δεν έχει αναδρομικά αποτελέσματα.
Αν οι σύζυγοι επιλέξουν να προσδώσουν αναδρομικό αποτέλεσμα σε αυτήν τη μεταβολή του εφαρμοστέου δικαίου, αυτή η αναδρομικότητα δεν θίγει το κύρος προγενέστερων πράξεων που έχουν συναφθεί υπό το κράτος του μέχρι τότε εφαρμοστέου δικαίου, ούτε τα δικαιώματα τρίτων που απορρέουν από το προηγουμένως εφαρμοστέο δίκαιο.
Τροπολογία 65
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 19
1.   Η επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου περιβάλλεται τον τύπο που προβλέπεται για τη σύμβαση γάμου, είτε από το εφαρμοστέο δίκαιο του επιλεγέντος κράτους, είτε από το δίκαιο του κράτους του τόπου κατάρτισης της πράξης.
1.   Η συμφωνία για την επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου που προβλέπεται στο άρθρο 16 διατυπώνεται εγγράφως, χρονολογείται και υπογράφεται και από τους δύο συζύγους. Κάθε διαβίβαση διά της ηλεκτρονικής οδού, που εξασφαλίζει διαρκή διατήρηση του περιεχομένου της συμφωνίας, θεωρείται ότι έχει καταρτιστεί εγγράφως.
2.   Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, η επιλογή πρέπει να είναι οπωσδήποτε ρητή, να διατυπώνεται εγγράφως και να φέρει ημερομηνία και την υπογραφή αμφοτέρων των συζύγων.
2.   Η εν λόγω συμφωνία τηρεί τις τυπικές προϋποθέσεις του δικαίου που εφαρμόζεται στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων ή του δικαίου του κράτους στο οποίο συνήφθη η συμφωνία.
3.   Εξάλλου, αν το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο οι δύο σύζυγοι έχουν την κοινή συνήθη διαμονή τους, κατά τη στιγμή της επιλογής που προβλέπεται στην παράγραφο 1, προβλέπει συμπληρωματικές τυπικές προϋποθέσεις για τη σύμβαση γάμου, αυτές οι προϋποθέσεις πρέπει να τηρούνται.
3.   Ωστόσο, αν το δίκαιο του κράτους στο οποίο και οι δύο σύντροφοι έχουν τη συνήθη διαμονή τους κατά τη στιγμή σύναψης της συμφωνίας για την επιλογή εφαρμοστέου δικαίου, προβλέπει συμπληρωματικές τυπικές προϋποθέσεις για συμφωνίες αυτού του τύπου ή, ελλείψει τούτου, για τη σύμβαση γάμου, εφαρμόζονται οι προϋποθέσεις αυτές.
4.  Αν κατά τον χρόνο σύναψης συμφωνίας για την επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου οι σύζυγοι έχουν τη συνήθη διαμονή τους σε διαφορετικά κράτη μέλη και αν το δίκαιο των εν λόγω κρατών προβλέπει διαφορετικές τυπικές προϋποθέσεις, η συμφωνία είναι τυπικώς έγκυρη, εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις τις οποίες προβλέπει το δίκαιο μίας από τις εν λόγω χώρες.
5.  Αν κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας ο ένας μόνον των συζύγων έχει τη συνήθη διαμονή του σε κράτος μέλος και αν αυτό το κράτος προβλέπει πρόσθετες τυπικές προϋποθέσεις για συμφωνίες αυτού του τύπου, αυτές εφαρμόζονται.
(Παρόμοιο με το άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 66
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 20
Εφαρμοστέο δίκαιο στον τύπο της σύμβασης γάμου
Τυπικές προϋποθέσεις για τη σύμβαση γάμου
1.  Ο τύπος της σύμβασης γάμου είναι ο προβλεπόμενος είτε από το εφαρμοστέο δίκαιο στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων είτε από το δίκαιο του κράτους του τόπου κατάρτισης της σύμβασης.
Για τον τύπο μιας σύμβασης γάμου κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού, εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 19. Πρόσθετες τυπικές προϋποθέσεις κατά την έννοια του άρθρου 19 παράγραφος 3 θεωρούνται για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου 16β μόνο εκείνες που αφορούν τη συμφωνία σχέσης συμβίωσης.
2.  Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, η σύμβαση γάμου συντάσσεται οπωσδήποτε εγγράφως και φέρει ημερομηνία και την υπογραφή αμφοτέρων των συζύγων.
3.  Εξάλλου, αν το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο οι δύο σύζυγοι έχουν την κοινή συνήθη διαμονή τους κατά τη στιγμή της σύναψης σύμβασης γάμου προβλέπει συμπληρωματικές τυπικές προϋποθέσεις για τη σύμβαση αυτή, αυτές οι προϋποθέσεις πρέπει να τηρούνται.
Τροπολογία 67
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 20 α (νέο)
Άρθρο 20α
Προσαρμογή εμπραγμάτων δικαιωμάτων
Σε περίπτωση που ένα πρόσωπο ασκεί εμπράγματο δικαίωμα το οποίο διαθέτει βάσει του εφαρμοστέου στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων δικαίου, και το εν λόγω εμπράγματο δικαίωμα δεν είναι γνωστό στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο αυτό ασκείται, το δικαίωμα αυτό προσαρμόζεται, εφόσον είναι απαραίτητο και κατά το μέτρο του δυνατού, στο εγγύτερο, βάσει του δικαίου αυτού του κράτους, ισοδύναμο εμπράγματο δικαίωμα, λαμβανομένων υπόψη των σκοπών και των συμφερόντων που επιδιώκονται από το συγκεκριμένο εμπράγματο δικαίωμα και των αποτελεσμάτων που συνδέονται με αυτό.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 31 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 68
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 21
Άρθρο 21
Διαγράφεται
Καθολικός χαρακτήρας του κανόνα σύγκρουσης νόμων
Το καθοριζόμενο σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου δίκαιο εφαρμόζεται ακόμα και αν δεν πρόκειται για δίκαιο κράτους μέλους.
Τροπολογία 69
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 22
Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού δεν μπορούν να θίξουν την εφαρμογή διατάξεων αναγκαστικού δικαίου, η τήρηση των οποίων κρίνεται πρωταρχικής σημασίας από ένα κράτος μέλος για τη διασφάλιση των δημοσίων συμφερόντων του, όπως η πολιτική, κοινωνική ή οικονομική οργάνωσή του, σε βαθμό που να επιβάλλεται η εφαρμογή τους σε κάθε κατάσταση που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, ανεξάρτητα από το δίκαιο που κατά τα άλλα είναι εφαρμοστέο στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.
1.  Οι υπερισχύουσες διατάξεις αναγκαστικού δικαίου είναι διατάξεις, η αθέτηση των οποίων θα ήταν εμφανώς ασύμβατη με τη δημόσια τάξη (ordre public) του εν λόγω κράτους μέλους. Οι αρμόδιες αρχές δεν ερμηνεύουν την εξαίρεση για λόγους δημόσιας τάξης κατά τρόπο που αντιτίθεται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως στο άρθρο 21, το οποίο απαγορεύει κάθε μορφής δυσμενή διάκριση.
2.  Ο παρών κανονισμός δεν περιορίζει την εφαρμογή των υπερισχυουσών διατάξεων αναγκαστικού δικαίου του δικαίου του δικάζοντος δικαστηρίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων περί προστασίας των συναλλαγών σύμφωνα με το άρθρο 35.
Τροπολογία 70
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 23
Η εφαρμογή μιας διάταξης του δικαίου που καθορίζεται με βάση τον παρόντα κανονισμό δεν μπορεί να αποκλεισθεί παρά μόνον εάν αυτή η εφαρμογή είναι προδήλως ασυμβίβαστη με τη δημόσια τάξη του δικάζοντος δικαστή.
Η εφαρμογή μιας διάταξης του δικαίου οποιουδήποτε κράτους που καθορίζεται με βάση τον παρόντα κανονισμό δεν μπορεί να αποκλεισθεί παρά μόνον εάν αυτή η εφαρμογή είναι προδήλως ασυμβίβαστη με τη δημόσια τάξη του δικάζοντος δικαστή.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 35 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 71
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 24
Οσάκις ο παρών κανονισμός προβλέπει την εφαρμογή του δικαίου ενός κράτους, εννοεί τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που ισχύουν στο εν λόγω κράτος, εξαιρουμένων των κανόνων ιδιωτικού διεθνούς δικαίου.
Οσάκις ο παρών κανονισμός προβλέπει την εφαρμογή του δικαίου ενός κράτους, αναφέρεται στους κανόνες δικαίου που ισχύουν στο εν λόγω κράτος, εξαιρουμένων των κανόνων ιδιωτικού διεθνούς δικαίου.
Τροπολογία 72
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 25
Κράτη με δύο ή περισσότερα συστήματα δικαίου - σύγκρουση νόμων εδαφικού χαρακτήρα
Κράτη με πλείονα συστήματα δικαίου - σύγκρουση δικαίων εδαφικού χαρακτήρα
1.  Σε περίπτωση που το δίκαιο που ορίζεται εφαρμοστέο από τον παρόντα κανονισμό είναι το δίκαιο κράτους το οποίο αποτελείται από πλείονες εδαφικές ενότητες, καθεμιά από τις οποίες έχει τους δικούς της κανόνες δικαίου για τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, οι κανόνες του εν λόγω κράτους περί εσωτερικής σύγκρουσης δικαίων καθορίζουν τη σχετική εδαφική ενότητα της οποίας οι κανόνες δικαίου θα εφαρμοσθούν.
Σε περίπτωση που ένα κράτος αποτελείται από περισσότερες εδαφικές ενότητες η καθεμιά από τις οποίες έχει το δικό της σύστημα δικαίου ή δικό της σύνολο κανόνων σχετικά με τα ζητήματα που διέπονται από τον παρόντα κανονισμό:
1a.  Σε περίπτωση ελλείψεως σχετικών κανόνων περί εσωτερικής σύγκρουσης δικαίων:
(α)   οποιαδήποτε αναφορά στο δίκαιο αυτού του κράτους, για τον σκοπό του καθορισμού του εφαρμοστέου δικαίου σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, νοείται ότι αφορά το δίκαιο που ισχύει στη σχετική εδαφική ενότητα·
(α)   οποιαδήποτε αναφορά στο δίκαιο του κράτους που αναφέρεται στην παράγραφο 1, για τον σκοπό του καθορισμού του εφαρμοστέου δικαίου σύμφωνα με τις διατάξεις περί της συνήθους διαμονής των συζύγων, νοείται ότι αφορά το δίκαιο που ισχύει στη σχετική εδαφική ενότητα στην οποία οι σύζυγοι έχουν τη συνήθη διαμονή τους·
(β)   οποιαδήποτε μνεία της συνήθους διαμονής στο συγκεκριμένο κράτος νοείται ότι αφορά τη συνήθη διαμονή σε μια εδαφική ενότητα·
(β)   οποιαδήποτε παραπομπή στο δίκαιο του κράτους που αναφέρεται στην παράγραφο 1 νοείται, για τους σκοπούς του καθορισμού του εφαρμοστέου δικαίου σύμφωνα με τις διατάξεις περί της ιθαγένειας των συζύγων, ότι αφορά το δίκαιο της εδαφικής ενότητας με την οποία οι σύζυγοι έχουν τον στενότερο δεσμό·
(γ)   οποιαδήποτε μνεία της ιθαγένειας νοείται ότι αφορά την εδαφική ενότητα που ορίζεται από το δίκαιο του συγκεκριμένου κράτους ή, ελλείψει σχετικών κανόνων, την εδαφική ενότητα που επέλεξαν τα μέρη ή, ελλείψει επιλογής, την εδαφική ενότητα με την οποία ο σύζυγος ή οι σύζυγοι έχει/έχουν τον στενότερο δεσμό.
(γ)   οποιαδήποτε παραπομπή στο δίκαιο του κράτους που αναφέρεται στην παράγραφο 1 νοείται, για τους σκοπούς του καθορισμού του εφαρμοστέου δικαίου σύμφωνα με οποιεσδήποτε άλλες διατάξεις που αφορούν άλλα στοιχεία ως συνδετικούς παράγοντες, ότι αφορά το δίκαιο της εδαφικής ενότητας στην οποία βρίσκεται το συγκεκριμένο στοιχείο.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 36 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 73
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 25 α (νέο)
Άρθρο 25α
Κράτη με πλείονα συστήματα δικαίου – σύγκρουση δικαίων προσωπικού χαρακτήρα
Όσον αφορά κράτος που έχει δύο ή περισσότερα συστήματα δικαίου ή σύνολα κανόνων που εφαρμόζονται σε διαφορετικές κατηγορίες προσώπων σε σχέση με τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, οποιαδήποτε παραπομπή στο δίκαιο αυτού του κράτους θεωρείται ως παραπομπή στο σύστημα δικαίου ή το σύνολο των κανόνων που καθορίζεται από τους ισχύοντες κανόνες στο συγκεκριμένο κράτος. Σε περίπτωση ελλείψεως τέτοιων κανόνων εφαρμόζεται το σύστημα δικαίου ή το σύνολο των κανόνων με το οποίο οι σύζυγοι έχουν τον στενότερο δεσμό.
Τροπολογία 74
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 25 β (νέο)
Άρθρο 25β
Μη εφαρμογή του παρόντος κανονισμού σε εσωτερικές συγκρούσεις δικαίων
Τα κράτη μέλη που περιλαμβάνουν διάφορες εδαφικές ενότητες καθεμιά από τις οποίες έχει τους δικούς της κανόνες δικαίου για τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων δεν υποχρεούνται να εφαρμόζουν τον παρόντα κανονισμό στις συγκρούσεις νόμων που αφορούν αποκλειστικά τις εδαφικές αυτές ενότητες.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 38 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 75
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 26 – παράγραφος 2
(2)  Σε περίπτωση αμφισβήτησης, κάθε ενδιαφερόμενος που επικαλείται ως κύριο ζήτημα την αναγνώριση μπορεί να ζητήσει να διαπιστωθεί, με τις διαδικασίες που προβλέπονται στα άρθρα [38 έως 56] του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001, ότι η απόφαση πρέπει να αναγνωρισθεί .
(2)  Σε περίπτωση αμφισβήτησης, κάθε ενδιαφερόμενος που επικαλείται ως κύριο ζήτημα την αναγνώριση μπορεί να ζητήσει να διαπιστωθεί, με τις διαδικασίες που προβλέπονται στα άρθρα 31β έως 31ιε, ότι η απόφαση αυτή πρέπει να αναγνωρισθεί·
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 39 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 76
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 27 – στοιχείο α
(α)  αν η αναγνώριση αντίκειται προδήλως στη δημόσια τάξη του κράτους μέλους αναγνώρισης·
(α)  αν η αναγνώριση αντίκειται προδήλως στη δημόσια τάξη του κράτους μέλους στο οποίο αυτή ζητείται·
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 40 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 78
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 27 – στοιχείο γ
(γ)  αν είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που έχει εκδοθεί μεταξύ των ιδίων διαδίκων στο κράτος μέλος αναγνώρισης·
(γ)  αν είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που έχει εκδοθεί σε διαδικασία μεταξύ των ίδιων διαδίκων στο κράτος μέλος στο οποίο ζητείται η αναγνώριση·
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 40 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 79
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 27 – στοιχείο δ
(δ)  αν είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που εκδόθηκε προγενέστερα μεταξύ των ιδίων διαδίκων, σε διαφορά με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία, σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτο κράτος, εφόσον η προγενέστερη αυτή απόφαση συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αναγνώρισή της στο κράτος μέλος αναγνώρισης.
(δ)  αν είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που εκδόθηκε προγενέστερα μεταξύ των ίδιων διαδίκων, σε διαδικασία με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία, σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτο κράτος, εφόσον η προγενέστερη αυτή απόφαση συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αναγνώρισή της στο κράτος μέλος στο οποίο ζητείται η αναγνώριση.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 40 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 80
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 29
Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται επί της ουσίας αναθεώρηση αλλοδαπής απόφασης.
Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται επί της ουσίας αναθεώρηση απόφασης που εκδίδεται σε κράτος μέλος.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 41 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 81
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 30
Το δικαστήριο κράτους μέλους ενώπιον του οποίου ζητείται αναγνώριση απόφασης που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία, αν η απόφαση αυτή έχει προσβληθεί με τακτικό ένδικο μέσο.
Το δικαστήριο κράτους μέλους ενώπιον του οποίου ζητείται αναγνώριση απόφασης που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία, αν η απόφαση αυτή έχει προσβληθεί με τακτικό ένδικο μέσο στο κράτος μέλος προέλευσης.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 42 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 82
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 31
Οι αποφάσεις που εκδίδονται σε ένα κράτος μέλος και οι οποίες έχουν σε αυτό ισχύ εκτελεστού τίτλου εκτελούνται στα άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με τα άρθρα [38 έως 56 και 58] του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001.
Οι αποφάσεις που εκδίδονται σε κράτος μέλος και οι οποίες είναι εκτελεστές στο εν λόγω κράτος, καθίστανται εκτελεστές σε άλλο κράτος μέλος αφού κηρυχθούν εκεί εκτελεστές, κατόπιν αιτήσεως κάθε ενδιαφερόμενου, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 31β έως 31ιε.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 43 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 83
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 31 α (νέο)
Άρθρο 31α
Στοιχεία για τον προσδιορισμό της κατοικίας
Το επιληφθέν δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει εάν, για τους σκοπούς της διαδικασίας που προβλέπεται στα άρθρα 31β έως 31ιε, ο διάδικος έχει την κατοικία του στο κράτος μέλος εκτέλεσης, εφαρμόζει το εσωτερικό δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 44 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 84
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 31 β (νέο)
Άρθρο 31β
Κατά τόπον αρμοδιότητα
1.  Η αίτηση κήρυξης της εκτελεστότητας υποβάλλεται στο δικαστήριο ή στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης, η ονομασία των οποίων κοινοποιείται από το εν λόγω κράτος μέλος στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 37.
2.  Η κατά τόπον αρμοδιότητα καθορίζεται από τη συνήθη διαμονή του καθ’ ου η εκτέλεση ή από τον τόπο εκτέλεσης.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 45 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 85
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 31 γ (νέο)
Άρθρο 31γ
Διαδικασία
1.  Η διαδικασία υποβολής της αίτησης διέπεται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους εκτέλεσης.
2.  Ο αιτών δεν απαιτείται να διαθέτει ταχυδρομική διεύθυνση ούτε εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο στο κράτος μέλος εκτέλεσης.
3.  Η αίτηση συνοδεύεται από τα ακόλουθα έγγραφα :
(α)  αντίγραφο της απόφασης, το οποίο πληροί τις αναγκαίες προϋποθέσεις γνησιότητας
(β)  βεβαίωση που εκδίδεται από το δικαστήριο ή την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης βάσει του εντύπου που πρόκειται να καταρτιστεί σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία του άρθρου 37γ παράγραφος 2, με την επιφύλαξη του άρθρου 31δ.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 46 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 86
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 31 δ (νέο)
Άρθρο 31δ
Μη προσκόμιση της βεβαίωσης
1.  Εάν η βεβαίωση που προβλέπει το άρθρο 31γ παράγραφος 3 στοιχείο β) δεν προσκομιστεί, το δικαστήριο ή η αρμόδια αρχή μπορούν να ορίσουν προθεσμία για την προσκόμισή της ή να δεχθούν ισοδύναμο έγγραφο ή εφόσον κρίνουν ότι έχουν επαρκώς ενημερωθεί, να απαλλάξουν τον αιτούντα από το βάρος αυτό.
2.  Το δικαστήριο ή η αρμόδια αρχή μπορούν να ζητήσουν την προσκόμιση μετάφρασης των εγγράφων. Η μετάφραση πραγματοποιείται από πρόσωπο που είναι εξουσιοδοτημένο να μεταφράζει σε ένα εκ των κρατών μελών.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 47 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 87
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 31 ε (νέο)
Άρθρο 31ε
Κήρυξη εκτελεστότητας
Η απόφαση κηρύσσεται εκτελεστή χωρίς έλεγχο των λόγων μη αναγνώρισης σύμφωνα με το άρθρο 27 ευθύς ως ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 31γ. Ο καθ’ ου η εκτέλεση διάδικος δεν δύναται στο στάδιο αυτό της διαδικασίας να καταθέσει προτάσεις.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 48 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 88
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 31 στ (νέο)
Άρθρο 31στ
Γνωστοποίηση της απόφασης επί της αιτήσεως κηρύξεως της εκτελεστότητας
1.  Η απόφαση επί της αιτήσεως για την κήρυξη της εκτελεστότητας γνωστοποιείται αμελλητί στον επισπεύδοντα την εκτέλεση κατά τη διαδικασία που προβλέπει το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης.
2.  Η κήρυξη της εκτελεστότητας επιδίδεται ή κοινοποιείται στον καθ' ου η εκτέλεση, μαζί με την απόφαση, εφόσον αυτή δεν έχει ήδη επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον εν λόγω διάδικο.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 49 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 89
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 31 ζ (νέο)
Άρθρο 31ζ
Προσφυγή κατά της αποφάσεως επί της αιτήσεως κηρύξεως της εκτελεστότητας
1.  Κατά της αποφάσεως που εκδίδεται επί της αιτήσεως για την κήρυξη της εκτελεστότητας μπορεί να ασκείται προσφυγή και από τους δύο διαδίκους.
2.  Η προσφυγή ασκείται ενώπιον του δικαστηρίου η ονομασία του οποίου έχει γνωστοποιηθεί από το οικείο κράτος μέλος στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 37.
3.  Η προσφυγή εκδικάζεται σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τη διαδικασία της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας.
4.  Εάν ο καθ’ ου η εκτέλεση διάδικος δεν παραστεί ενώπιον του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της προσφυγής που υποβλήθηκε από τον επισπεύδοντα, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 11, ακόμη κι αν ο καθ’ ου η εκτέλεση δεν έχει την κατοικία του στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη.
5.  Η προσφυγή κατά της κήρυξης εκτελεστότητας ασκείται εντός προθεσμίας 30 ημερών από την επίδοση ή την κοινοποίησή της. Εάν ο καθ’ ου η εκτέλεση έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο στο οποίο κηρύχθηκε η εκτελεστότητα, η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής είναι 60 ημέρες από την ημέρα που έγινε η επίδοση ή η κοινοποίηση προσωπικά ή στην κατοικία του. Παράταση της προθεσμίας λόγω μεγάλης απόστασης δεν είναι δυνατή.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 50 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 90
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 31 η (νέο)
Άρθρο 31η
Ένδικο μέσο κατά της απόφασης επί της προσφυγής
Η απόφαση επί της προσφυγής μπορεί να προσβληθεί μόνο με το ένδικο μέσο που έχει γνωστοποιηθεί από το οικείο κράτος μέλος στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 37.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 51 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 91
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 31 θ (νέο)
Άρθρο 31θ
Απόρριψη ή ανάκληση κήρυξης της εκτελεστότητας
Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο δυνάμει των άρθρων 31ζ ή 31η δύναται να απορρίψει ή να ανακαλέσει την κήρυξη της εκτελεστότητας μόνον εφόσον συντρέχει λόγος από τους οριζόμενους στο άρθρο 27. Αποφασίζει αμελλητί.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 52 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 92
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 31 ι (νέο)
Άρθρο 31ι
Αναστολή της διαδικασίας
Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ασκείται το ένδικο μέσο σύμφωνα με το άρθρο 31ζ ή το άρθρο 31η αναστέλλει, με αίτηση του καθ’ ου η εκτέλεση διαδίκου, τη διαδικασία, αν στο κράτος μέλος προέλευσης ανασταλεί η εκτελεστότητα της απόφασης λόγω της άσκησης ένδικου μέσου .
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 53 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕE) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 93
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 31 ια (νέο)
Άρθρο 31ια
Προσωρινά και ασφαλιστικά μέτρα
1.  Όταν μια απόφαση πρέπει να αναγνωρισθεί σύμφωνα με το παρόν τμήμα,  ο αιτών δύναται να προσφύγει σε προσωρινά μέτρα, μεταξύ άλλων ασφαλιστικά, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους εκτέλεσης χωρίς να απαιτείται κήρυξη εκτελεστότητας δυνάμει του άρθρου 31ε.
2.  Η κήρυξη της εκτελεστότητας εμπεριέχει αυτοδικαίως τη δυνατότητα λήψης ασφαλιστικών μέτρων.
3.  Κατά τη διάρκεια της προθεσμίας προσφυγής που προβλέπεται στο άρθρο 31ζ παράγραφος 5, κατά της κήρυξης της εκτελεστότητας και έως ότου εκδοθεί απόφαση για την προσφυγή αυτή, μπορούν να ληφθούν μόνο ασφαλιστικά μέτρα επί της περιουσίας του καθ’ ου η εκτέλεση προσώπου.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 54 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 94
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 31 ιβ (νέο)
Άρθρο 31ιβ
Μερική εκτελεστότητα
1.  Εάν η απόφαση αφορά πλείονες αξιώσεις, και η εκτελεστότητα δεν μπορεί να κηρυχθεί για όλες εξ αυτών, το δικαστήριο ή η αρμόδια αρχή κηρύσσει την εκτελεστότητα για μια ή περισσότερες από τις αξιώσεις αυτές.
2.  Ο αιτών δύναται να ζητήσει την κήρυξη εκτελεστότητας για ορισμένα μόνο μέρη μιας απόφασης.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 55 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 95
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 31 ιβ (νέο)
Άρθρο 31ιβ
Δικαστική αρωγή
Ο αιτών, ο οποίος στο κράτος μέλος προέλευσης τυγχάνει, εν όλω ή εν μέρει, δικαστικής αρωγής ή έχει απαλλαγεί από έξοδα και τέλη, δικαιούται, στο πλαίσιο της διαδικασίας κήρυξης της εκτελεστότητας, να τύχει της ευνοϊκότερης μεταχείρισης όσον αφορά τη δικαστική αρωγή ή την απαλλαγή από έξοδα και τέλη, η οποία προβλέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 56 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 96
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 31 ιδ (νέο)
Άρθρο 31ιδ
Μη επιβολή εγγυοδοσίας ή κατάθεσης χρηματικού ποσού
Σε διάδικο που ζητεί σε κράτος μέλος την αναγνώριση, την εκτελεστότητα ή την εκτέλεση απόφασης η οποία έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος δεν μπορεί να επιβληθεί καμία εγγυοδοσία ή κατάθεση χρηματικού ποσού, ανεξάρτητα από την ονομασία της, με την αιτιολογία ότι είναι αλλοδαπός ή ότι δεν έχει την κατοικία του ή τη διαμονή του στο κράτος μέλος εκτέλεσης.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 57 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 97
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 31 ιε (new)
Άρθρο 31ιε
Μη επιβολή φορολογικών επιβαρύνσεων ή τελών
Κατά τη διαδικασία κήρυξης της εκτελεστότητας στο κράτος μέλος εκτέλεσης, δεν επιβάλλονται φορολογικές επιβαρύνσεις ή τέλη ανάλογα με την αξία της διαφοράς.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 58 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 98
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 32
Αναγνώριση των δημόσιων εγγράφων
Αποδοχή των δημόσιων εγγράφων
1.   Τα δημόσια έγγραφα που καταρτίζονται σε ένα κράτος μέλος αναγνωρίζονται στα άλλα κράτη μέλη, εκτός από την περίπτωση της αμφισβήτησης του κύρους αυτών των εγγράφων σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο και υπό την επιφύλαξη ότι η αναγνώριση αυτή δεν αντιβαίνει προδήλως στη δημόσια τάξη του κράτους μέλους αναγνώρισης.
1.   Δημόσιο έγγραφο που καταρτίζεται σε ένα κράτος μέλος έχει την ίδια αποδεικτική ισχύ σε άλλο κράτος μέλος με αυτή που έχει στο κράτος μέλος προέλευσης ή ανάλογη κατά το δυνατόν ισχύ, υπό την επιφύλαξη ότι αυτό δεν αντιβαίνει προδήλως στη δημόσια τάξη (ordre public) του συγκεκριμένου κράτους μέλους.
Το πρόσωπο που επιθυμεί να χρησιμοποιήσει δημόσιο έγγραφο σε άλλο κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει από την αρχή που εκδίδει το δημόσιο έγγραφο στο κράτος μέλος προέλευσης να συμπληρώσει το έντυπο, που καταρτίζεται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία του άρθρου 37γ παράγραφος 2, δηλώνοντας την αποδεικτική ισχύ του δημόσιου εγγράφου στο κράτος μέλος προέλευσης.
1α.  Η ένσταση μη γνησιότητας δημόσιου εγγράφου προβάλλεται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους προέλευσης και κρίνεται με βάση το δίκαιο του εν λόγω κράτους. Το δημόσιο έγγραφο η γνησιότητα του οποίου αμφισβητήθηκε δεν έχει αποδεικτική ισχύ σε άλλο κράτος μέλος, ενόσω η ένσταση εκκρεμεί ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου.
1β.  Τυχόν ενστάσεις που αφορούν τις νομικές πράξεις ή τις έννομες σχέσεις που πιστοποιούνται σε δημόσιο έγγραφο προβάλλονται ενώπιον των δικαστηρίων που έχουν διεθνή δικαιοδοσία βάσει του παρόντος κανονισμού και κρίνονται σύμφωνα με το εφαρμοστέο βάσει του κεφαλαίου ΙΙΙ δίκαιο ή το δίκαιο βάσει του άρθρου 36. Το δημόσιο έγγραφο που αμφισβητήθηκε δεν έχει αποδεικτική ισχύ σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος μέλος προέλευσης όσον αφορά το επίδικο αντικείμενο, ενόσω η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου.
1γ.  Εάν η απόφαση δικαστηρίου κράτους μέλους εξαρτάται από παρεμπίπτον ζήτημα που αφορά τις νομικές πράξεις ή τις έννομες σχέσεις που πιστοποιούνται σε δημόσιο έγγραφο σχετικά με υπόθεση περιουσιακών σχέσεων, το εν λόγω δικαστήριο έχει δικαιοδοσία ως προς το ζήτημα αυτό.
2.  Η αναγνώριση των δημοσίων εγγράφων προσδίδει σε αυτά αποδεικτική ισχύ ως προς το περιεχόμενό τους, καθώς και απλό τεκμήριο εγκυρότητας.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 59 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 99
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 33
1.   Τα δημόσια έγγραφα που έχουν καταρτισθεί και είναι εκτελεστά σε ένα κράτος μέλος κηρύσσονται, μετά από σχετική αίτηση, εκτελεστά σε κάποιο άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων [38 έως 57] του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001.
1.   Τα δημόσια έγγραφα που είναι εκτελεστά στο κράτος μέλος προέλευσης κηρύσσονται εκτελεστά σε κάποιο άλλο κράτος μέλος, μετά από σχετική αίτηση κάθε ενδιαφερόμενου, σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 31β έως 33ιε.
1α.  Για τους σκοπούς του άρθρου 31γ παράγραφος 3 στοιχείο β), η αρχή που έχει εκδώσει το δημόσιο έγγραφο εκδίδει, κατόπιν αιτήσεως κάθε ενδιαφερόμενου, βεβαίωση βάσει του εντύπου που καταρτίστηκε σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία του άρθρου 37γ παράγραφος 2.
2.   Το δικαστήριο στο οποίο έχει ασκηθεί ένδικο μέσο δυνάμει των άρθρων [43 και 44] του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 μπορεί να απορρίψει ή να ανακαλέσει κήρυξη εκτελεστότητας μόνον αν η εκτέλεση του δημόσιου εγγράφου αντίκειται προδήλως στη δημόσια τάξη του κράτους μέλους εκτέλεσης.
2.   Το δικαστήριο στο οποίο έχει ασκηθεί ένδικο μέσο δυνάμει του άρθρου 31ζ ή του άρθρου 31η μπορεί να απορρίψει ή να ανακαλέσει κήρυξη εκτελεστότητας μόνον αν η εκτέλεση του δημόσιου εγγράφου αντίκειται προδήλως στη δημόσια τάξη (ordre public) του κράτους μέλους εκτέλεσης.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 60 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 100
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 34
Αναγνώριση και εκτελεστότητα των δικαστικών συμβιβασμών
Εκτελεστότητα των δικαστικών συμβιβασμών
Οι δικαστικοί συμβιβασμοί που έχουν κηρυχθεί εκτελεστοί στο κράτος μέλος προέλευσης αναγνωρίζονται και κηρύσσονται εκτελεστοί σε κάποιο άλλο κράτος μέλος μετά από σχετική αίτηση οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με αυτές των δημοσίων εγγράφων. Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου έχει ασκηθεί ένδικο μέσο δυνάμει του άρθρου [42 ή 44] του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 μπορεί να απορρίψει ή να ανακαλέσει κήρυξη εκτελεστότητας μόνον αν η εκτέλεση του δικαστικού συμβιβασμού αντίκειται προδήλως στη δημόσια τάξη του κράτους μέλους εκτέλεσης.
1.  Οι δικαστικοί συμβιβασμοί που έχουν κηρυχθεί εκτελεστοί στο κράτος μέλος προέλευσης αναγνωρίζονται και κηρύσσονται εκτελεστοί σε κάποιο άλλο κράτος μέλος μετά από σχετική αίτηση οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου, σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 31β έως 31ιε.
1α.  Για τους σκοπούς του άρθρου 31γ παράγραφος 3 στοιχείο β), το δικαστήριο που ενέκρινε τον συμβιβασμό ή ενώπιον του οποίου αυτός συνήφθη, εκδίδει, κατόπιν αιτήσεως κάθε ενδιαφερόμενου, βεβαίωση βάσει του εντύπου που καταρτίστηκε σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία του άρθρου 37γ παράγραφος 2.
1β.  Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ασκείται ένδικο μέσο δυνάμει του άρθρου 31ζ ή του άρθρου 31η μπορεί να αρνηθεί να εκδώσει ή να ανακαλέσει δήλωση κήρυξης της εκτελεστότητας μόνον εάν η εκτέλεση του δικαστικού συμβιβασμού είναι προδήλως αντίθετη προς τη δημόσια τάξη (ordre public) του κράτους μέλους εκτέλεσης.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 61 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 101
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 35 – τίτλος
Αποτελέσματα έναντι τρίτων
Προστασία τρίτων
Τροπολογία 102
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 35 – παράγραφος 2
2.   Εντούτοις, το δίκαιο ενός κράτους μέλους μπορεί να προβλέπει ότι το εφαρμοστέο στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων δίκαιο δεν μπορεί να αντιταχθεί από έναν εκ των συζύγων έναντι τρίτου, όταν κάποιος εκ των δύο αυτών έχει τη συνήθη διαμονή του στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους και δεν έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις δημοσιότητας ή καταχώρησης που προβλέπονται από το δίκαιο αυτού του κράτους, εκτός αν ο τρίτος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει το εφαρμοστέο στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων δίκαιο.
2.   Εντούτοις, σε μία έννομη σχέση μεταξύ ενός συζύγου και ενός τρίτου, ουδείς εκ των συζύγων μπορεί να επικαλεσθεί το εφαρμοστέο στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων δίκαιο, όταν ο σύζυγος που έχει έννομη σχέση με τον τρίτο και ο τρίτος έχουν τη συνήθη διαμονή τους στο ίδιο κράτος, το οποίο δεν είναι το κράτος το δίκαιο του οποίου εφαρμόζεται στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται το δίκαιο του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής του εν λόγω συζύγου και του τρίτου όσον αφορά τα αποτελέσματα των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων έναντι του τρίτου.
Τροπολογία 103
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 35 – παράγραφος 3
3.  Το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται κάποιο ακίνητο μπορεί να προβλέπει ανάλογο κανόνα με αυτόν της παραγράφου 2 για τις έννομες σχέσεις μεταξύ συζύγου και τρίτου σε σχέση με το συγκεκριμένο ακίνητο.
3.  Η παράγραφος 2 δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:
(α)  ο τρίτος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει το εφαρμοστέο στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων δίκαιο, ή
(β)  τηρήθηκαν οι απαιτήσεις καταχώρησης ή δημοσιοποίησης των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής του τρίτου και του συζύγου που έχει έννομη σχέση με τον τρίτο, ή
(γ)  σε συναλλαγές που αφορούν ακίνητο, τηρήθηκαν οι απαιτήσεις καταχώρησης ή δημοσιοποίησης των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων σε σχέση με το ακίνητο σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους όπου βρίσκεται το ακίνητο.
Τροπολογία 104
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο -36 (νέο)
Άρθρο -36
Συνήθης διαμονή
1.  Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ως συνήθης διαμονή εταιριών, σωματείων και νομικών προσώπων νοείται ο τόπος της κεντρικής τους διοίκησης.
Η συνήθης διαμονή φυσικού προσώπου που ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής του δραστηριότητας αποτελεί τον ο τόπο κύριας εγκατάστασής του.
2.  Εάν η έννομη σχέση συνάπτεται στο πλαίσιο της λειτουργίας υποκαταστήματος, αντιπροσωπείας ή άλλης εγκατάστασης, ή αν, σύμφωνα με τη σύμβαση, υπόχρεος για την εκτέλεσή της είναι ένα τέτοιο υποκατάστημα, αντιπροσωπεία ή άλλη εγκατάσταση, ως τόπος της συνήθους διαμονής θεωρείται ο τόπος όπου ευρίσκεται το υποκατάστημα, η αντιπροσωπεία ή η άλλη εγκατάσταση.
3.  Κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της συνήθους διαμονής είναι η χρονική στιγμή σύναψης της έννομης σχέσης.
Τροπολογία 105
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 37 – παράγραφος 1 – στοιχείο β α (νέο)
(βα)  τις ονομασίες και τα στοιχεία επαφής των δικαστηρίων ή των αρχών που είναι αρμόδια να εξετάζουν τις αιτήσεις για κήρυξη της εκτελεστότητας σύμφωνα με το άρθρο 31β παράγραφος 1 και τα ένδικα μέσα κατά αποφάσεων εκδοθεισών επί των αιτήσεων αυτών σύμφωνα με το άρθρο 31ζ παράγραφος 2·
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 78 παράγραφος 1 στοιχείο α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 106
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 37 – παράγραφος 1 – στοιχείο β β (νέο)
(ββ)  τα αναφερόμενα στο άρθρο 31η ένδικα μέσα κατά της απόφασης επί του ενδίκου μέσου.
Τροπολογία 108
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 37 – παράγραφος 3
3.  Η Επιτροπή θέτει τις πληροφορίες που της κοινοποιούνται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 στη διάθεση του κοινού με τα κατάλληλα μέσα, ιδίως μέσω του πολύγλωσσου δικτυακού τόπου του ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.
3.  Η Επιτροπή θέτει τις πληροφορίες που της κοινοποιούνται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 στη διάθεση του κοινού με απλό τρόπο και με τα κατάλληλα μέσα, ιδίως μέσω του πολύγλωσσου δικτυακού τόπου του ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες αυτού του πολύγλωσσου δικτυακού τόπου είναι προσβάσιμες και μέσω οποιουδήποτε επίσημου ιστοτόπου συγκροτούν, ιδίως με την εμφάνιση συνδέσμου που παραπέμπει στον ιστότοπο της Επιτροπής.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 78 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 109
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 37 – παράγραφος 3 α (νέα)
3α.  Η Επιτροπή εφαρμόζει ένα σύστημα πληροφόρησης και κατάρτισης των αρμόδιων δικαστικών αρχών, καθώς και των ασκούντων συναφή προς τη δικαιοσύνη επαγγέλματα, μέσω της δημιουργίας διαδραστικής διαδικτυακής πύλης σε όλες τις επίσημες γλώσσες των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου ενός συστήματος ανταλλαγής επαγγελματικών εμπειριών και δεξιοτήτων.
Τροπολογία 110
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 37 α (νέο)
Άρθρο 37α
Κατάρτιση και εν συνεχεία τροποποίηση του καταλόγου των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1α
1.  Η Επιτροπή, με βάση τις κοινοποιήσεις των κρατών μελών, καταρτίζει τον κατάλογο των λοιπών αρχών και των ασκούντων νομικά επαγγέλματα που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1α.
2.  Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή κάθε παρεπόμενη τροποποίηση των πληροφοριών του καταλόγου αυτού. Η Επιτροπή τροποποιεί αναλόγως τον κατάλογο.
3.  Η Επιτροπή δημοσιεύει τον κατάλογο και κάθε παρεπόμενη τροποποίηση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
4.  Η Επιτροπή δημοσιεύει όλες τις πληροφορίες που της κοινοποιούνται δυνάμει των παραγράφων 1 και 2 με κάθε πρόσφορο τρόπο, και ιδίως μέσω του ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 79 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 111
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 37 β (νέο)
Άρθρο 37β
Έκδοση και εν συνεχεία τροποποίηση των βεβαιώσεων και των εντύπων που αναφέρονται στα άρθρα 31γ, 32, 33 και 34
Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις σχετικά με τη σύνταξη και την παρεπόμενη τροποποίηση των βεβαιώσεων και των εντύπων που αναφέρονται στα άρθρα 31γ, 32, 33 και 34. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εγκρίνονται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 37γ παράγραφος 2.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 80 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 112
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 37 γ (νέο)
Άρθρο 37γ
Διαδικασία επιτροπής
1.  Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή. Η εν λόγω επιτροπή είναι επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.
2.  Όταν γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.
(Αντιστοιχεί στο άρθρο 81 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 650/2012.)
Τροπολογία 113
Πρόταση κανονισμού
Άρθρο 39 – παράγραφος 3
3.   Οι διατάξεις του κεφαλαίου III εφαρμόζονται μόνο στους συζύγους που έχουν τελέσει γάμο ή που έχουν ορίσει το εφαρμοστέο στις περιουσιακές τους σχέσεις δίκαιο μετά τη θέση σε εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.
3.   Οι διατάξεις του κεφαλαίου III εφαρμόζονται μόνο στους συζύγους οι οποίοι:
(α)  έχουν τελέσει γάμο μετά την έναρξη εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, ή
(β)  έχουν ορίσει το εφαρμοστέο στις περιουσιακές τους σχέσεις δίκαιο μετά την έναρξη εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.
Μια συμφωνία για την επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου, που συνήφθη πριν από [χρόνος εφαρμογής του παρόντος κανονισμού] παράγει επίσης αποτελέσματα, εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις του κεφαλαίου ΙΙΙ ή εφόσον παράγει αποτελέσματα σύμφωνα με το εφαρμοστέο με βάση τις ισχύουσες διατάξεις του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου δίκαιο κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας για την επιλογή δικαίου.

Ευρωπαϊκή στρατηγική για την τεχνολογία των μεταφορών για τη βιώσιμη μελλοντική κινητικότητα στην Ευρώπη
PDF 374kWORD 39k
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 10ης Σεπτεμβρίου 2013 σχετικά με την προώθηση μιας ευρωπαϊκής στρατηγικής για την τεχνολογία των μεταφορών για τη βιώσιμη μελλοντική κινητικότητα στην Ευρώπη (2012/2298(INI))
P7_TA(2013)0339A7-0241/2013

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Έρευνα και καινοτομία για τη μελλοντική κινητικότητα στην Ευρώπη – Χάραξη ευρωπαϊκής στρατηγικής για την τεχνολογία των μεταφορών» (COM(2012)0501),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «“Ορίζων 2020” – Πρόγραμμα-πλαίσιο έρευνας και καινοτομίας» (COM(2011)0808),

–  έχοντας υπόψη τη Λευκή Βίβλο της Επιτροπής του 2011 με τίτλο «Χάρτης πορείας για έναν Ενιαίο Ευρωπαϊκό Χώρο Μεταφορών – Για ένα ανταγωνιστικό και ενεργειακά αποδοτικό σύστημα μεταφορών» (COM(2011)0144),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Ευρώπη 2020 – Στρατηγική για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη» (COM(2010)2020),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 27ης Σεπτεμβρίου 2011 σχετικά με την ευρωπαϊκή οδική ασφάλεια 2011–2020(1),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 48 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Μεταφορών και Τουρισμού και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Περιφερειακής Ανάπτυξης (A7-0241/2013),

A.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή έχει εντοπίσει τις ατέλειες του συστήματος καινοτομίας για τις μεταφορές της Ευρώπης·

B.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι επενδύσεις για την έρευνα και καινοτομία στον τομέα των μεταφορών αποτελούν ταυτόχρονα επενδύσεις για την οικονομία και τη δημιουργία θέσεων εργασίας και μπορούν επομένως να έχουν τριπλό αποτέλεσμα·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η καινοτομία είναι απαραίτητη για τη δημιουργία ενός εξυπνότερου, ασφαλέστερου και ευφυέστερου συστήματος μεταφορών για τους πολίτες καθώς και για την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προκλήσεων που παρουσιάζονται στον τομέα των μεταφορών και για την επίτευξη μιας οικονομίας με χαμηλές εκπομπές άνθρακα·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι στόχοι της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» για την κλιματική αλλαγή και την ενέργεια συνδέονται στενά με την καινοτομία στις μεταφορές: 20 % λιγότερες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου σε σύγκριση με το 1990, 20% ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές και 20% αύξηση της ενεργειακής απόδοσης, καθώς και ο στόχος της μείωσης κατά 50% των θανάτων από τροχαία δυστυχήματα σε σχέση με το 2001·

E.  λαμβάνοντας υπόψη ότι απαιτείται ουσιαστική μεταβολή στη συμπεριφορά των χρηστών και στο επίπεδο των απαιτήσεών τους ώστε να ενθαρρυνθούν πολλές επιχειρήσεις και πάροχοι υπηρεσιών να αλλάξουν τα πρότυπά τους και να αξιοποιήσουν τις ευκαιρίες καινοτομίας που προσφέρουν οι δημιουργικές συγκλίσεις και η σκέψη εκτός της πεπατημένης, που αναφέρονται στην παράγραφο 5.3 της ανακοίνωσης της Επιτροπής (COM(2012)0501

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι πρωτοβουλίες που ορίζονται στη Λευκή Βίβλο για τις μεταφορές είναι ευπρόσδεκτες, ιδίως εκείνες που αναφέρονται στο τμήμα 3.2 (με τίτλο «Καινοτομία για το μέλλον – τεχνολογία και συμπεριφορά»), μαζί με τις πρωτοβουλίες 7 («Πολυτροπικές μεταφορές εμπορευμάτων: ηλεκτρονικές εμπορευματικές μεταφορές») και 22 («Απρόσκοπτη κινητικότητα από πόρτα σε πόρτα»)·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ευρωπαϊκή στρατηγική πρέπει να διασφαλίζει ισορροπία μεταξύ των προσπαθειών για μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος των μεταφορών και των προσπαθειών για διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ώστε να δημιουργηθεί ένας ενιαίος ευρωπαϊκός χώρος μεταφορών, ο οποίος θα είναι διατροπικός, διασυνδεδεμένος, ενοποιημένος και αποδοτικός όσον αφορά τη χρήση των πόρων·

H.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2012 περισσότεροι από 31 000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στους δρόμους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και περισσότεροι από 1 500 000 τραυματίστηκαν, ορισμένοι εξ αυτών σοβαρά·

I.  λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχουν ήδη τεχνολογίες που συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων του «ευρωπαϊκού χώρου για την ασφάλεια των μεταφορών», αλλά δεν διατίθενται ακόμα στην αγορά·

Γενικές αρχές

1.  τονίζει ότι μια ευρωπαϊκή στρατηγική σχετικά με την τεχνολογία των μεταφορών για τη βιώσιμη μελλοντική κινητικότητα στην Ευρώπη θα πρέπει καταρχάς να προάγει την ποιότητα της παροχής υπηρεσιών και την άνεση των επιβατών και των επιχειρήσεων, να ενθαρρύνει τη χρήση της βιώσιμης κινητικότητας και να βασίζεται στους στόχους και τη νομοθεσία της Ένωσης όσον αφορά τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας, του θορύβου από την κυκλοφορία, των ατμοσφαιρικών ρύπων και των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου έως το 2020, το 2030 και το 2050, καθώς και τη βελτίωση της υγείας και της ποιότητας ζωής, την προσφορά ολοένα και πιο εξατομικευμένων λύσεων προσανατολισμένων ακόμα περισσότερο στις ανάγκες των χρηστών και την ενίσχυση της ασφάλειας και της προστασίας·

2.  καλεί την Επιτροπή και το Συμβούλιο, δεδομένης της σημασίας που έχει η έρευνα και καινοτομία (Ε&Κ) για το σύνολο της ευρωπαϊκής οικονομίας, να αναγνωρίσει τη σπουδαιότητα της πρωτοβουλίας Ορίζων 2020 και να τη χρηματοδοτήσει επαρκώς·

3.  επιβεβαιώνει τον στόχο της Επιτροπής για την καλύτερη ευθυγράμμιση της Ε&Κ στον τομέα των μεταφορών με τους στόχους πολιτικής και τους χάρτες πορείας κάθε τομέα, αλλά πιστεύει ότι η προσέγγιση που προτείνεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής πρέπει να προσαρμοστεί σύμφωνα με τις προτεραιότητες που ορίζονται στα επόμενα·

4.  θεωρεί ότι η ευρωπαϊκή στρατηγική στον τομέα των τεχνολογιών των μεταφορών θα πρέπει να καλύπτει όλες τις περιφέρειες της ΕΕ για να εξασφαλίζει την αποτελεσματική κυκλοφορία των προσώπων και αγαθών και, ως εκ τούτου, να ευνοεί την δημιουργία μιας πραγματικής ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς·

5.  πιστεύει ότι η αποδοτικότερη, περισσότερο συνεκτική και στοχευμένη χρήση της Ε&Κ στην πολιτική μεταφορών έχει καίρια σημασία προκειμένου να ανταποκριθούμε στη νέα πραγματικότητα, αποδεσμευόμενοι από την παραδοσιακή λογική και εστιάζοντας σε πρωτοποριακές ιδέες, ώστε να προσφέρουμε στους χρήστες καινοτόμες λύσεις στον τομέα των μεταφορών, οι οποίες θα ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους και θα πληρούν τις προϋποθέσεις της διαθεσιμότητας, της αποδοτικότητας, της αξιοπιστίας, της ποιότητας και της συνέχειας·

6.  ενθαρρύνει την Επιτροπή να δημιουργήσει ένα ευνοϊκό πλαίσιο για την Ε&Κ μέσω της ανάπτυξης δίκαιων, αποδοτικών και καινοτόμων συστημάτων τιμολόγησης για όλα τα μέσα μεταφοράς και κινητικότητας, ιδίως μέσω της εσωτερίκευσης του εξωτερικού κόστους και λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές «ο ρυπαίνων πληρώνει» και «ο χρήστης πληρώνει»·

7.  υπερασπίζεται τη χρησιμότητα του Συστήματος Παρακολούθησης και Πληροφόρησης σχετικά με την Έρευνα και την Καινοτομία για τις Μεταφορές (TRIMIS), το οποίο πρότεινε η Επιτροπή, και επιμένει να ενσωματωθεί σε αυτό η οπτική γωνία των χρηστών, δεδομένου ότι αυτό θα πρόσφερε ένα ιδανικό μέσο για τον εντοπισμό των φραγμών στην καινοτομία που οφείλονται στη συνήθεια, για τον προσδιορισμό ευκαιριών και για την ενθάρρυνση της εξάπλωσης νέων δυνατοτήτων παροχής υπηρεσιών που ενθαρρύνουν και προωθούν αλλαγές στη στάση της κοινωνίας απέναντι στις βιώσιμες μεταφορές·

8.  τονίζει ότι η τεχνολογική περιχαράκωση είναι πιθανό να εμποδίσει την πραγμάτωση του πλήρους δυναμικού της καινοτομίας στον τομέα των μεταφορών και μπορεί να παρακωλύσει την ανάπτυξη νέων καινοτόμων ιδεών· θεωρεί κατά συνέπεια ότι οι πολιτικές της Ένωσης θα πρέπει να είναι τεχνολογικά ουδέτερες όσον αφορά τις εναλλακτικές τεχνολογίες μεταφορών («τεχνολογική ουδετερότητα»), ότι οι αποφάσεις όσον αφορά τις προτεραιότητες και τη χρηματοδότηση θα πρέπει να λαμβάνονται βάσει των αποτελεσμάτων που προκύπτουν από ολόκληρο τον κύκλο ζωής τεχνολογιών που χρησιμοποιούνται σε συγκεκριμένους τομείς των μεταφορών, καθώς και ότι οι προσπάθειες εναρμόνισης δεν πρέπει να στέκονται εμπόδιο στην ανάπτυξη καινοτόμων ή εναλλακτικών λύσεων στον τομέα των μεταφορών, στην πολυμορφία του ενεργειακού μείγματος και στην ανάπτυξη έξυπνων τεχνολογιών επικοινωνίας·

9.  τονίζει ότι προκειμένου να παρασχεθεί συνδρομή σε επιχειρήσεις και δημόσιους φορείς ώστε να απορροφήσουν νέες λύσεις και καινοτόμες τεχνολογίες απαιτούνται μεγαλύτερη αποδοτικότητα στην αλυσίδα καινοτομίας και περισσότερες επενδύσεις σε μέτρα όπως οικονομικά κίνητρα ούτως ώστε να ξεπεραστούν τα εμπόδια στην εφαρμογή και την αφομοίωση από την αγορά («ανάληψη υποχρεώσεων για ολόκληρο τον κύκλο»)· ενθαρρύνει, επομένως, την Επιτροπή να ενεργήσει σύμφωνα με την ιδέα της, ότι προκειμένου να αξιοποιηθεί στο έπακρο το δυναμικό καινοτομίας στον τομέα των μεταφορών και προκειμένου να υποστηριχθούν οι καινοτόμες επιχειρήσεις, πρέπει επίσης να χρησιμοποιηθούν οι επιδοτήσεις ώστε να βοηθηθεί η εισαγωγή στην αγορά, η επίδειξη και η πλήρης εφαρμογή νέων λύσεων, και να διασφαλισθεί η ταχεία εφαρμογή των αποτελεσμάτων των ερευνών μέσω κατάλληλων διοικητικών και χρηματοδοτικών εργαλείων·

10.  πιστεύει ότι όλες οι ευρωπαϊκές περιφέρειες και τα αποθέματα του εργατικού δυναμικού τους πρέπει να επωφεληθούν από την εν λόγω στρατηγική, και τονίζει την ανάγκη να λαμβάνονται υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και το δυναμικό των περιφερειών, ιδίως κατά την ανάπτυξη καθαρότερων μέσων μεταφοράς· καλεί τις αρχές των κατώτερων επιπέδων, καθώς και τα ενδιαφερόμενα μέρη, να δημιουργήσουν εταιρικές σχέσεις για την καινοτομία στον τομέα της βιώσιμης κινητικότητας·

11.  ζητεί περισσότερη στήριξη για τις δραστηριότητες Ε&Κ των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ), κυρίως μέσω της διευκόλυνσης της πρόσβασης σε πόρους της ΕΕ και της μείωσης του διοικητικού φόρτου και επισημαίνει τη σημασία της δημιουργίας και της διατήρησης της απασχόλησης και της βιώσιμης ανάπτυξης μέσω της Ε&Κ·

12.  υποστηρίζει ότι οι επενδύσεις στο πλαίσιο των διαρθρωτικών ταμείων και επενδυτικών πόρων της ΕΕ παρέχουν μεγάλες ευκαιρίες στις περιφέρειες της Ευρώπης προκειμένου να αναπτύξουν ευφυή εξειδίκευση στον τομέα της βιώσιμης κινητικότητας·

13.  ενθαρρύνει τις εθνικές και περιφερειακές αρχές να εκπονήσουν στρατηγικές έρευνας και καινοτομίας, βασισμένες στην έννοια της ευφυούς εξειδίκευσης, για μια πιο αποτελεσματική χρήση των διαρθρωτικών ταμείων και για μια ενίσχυση των συνεργειών μεταξύ των επενδύσεων του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα·

14.  υπενθυμίζει, από την άποψη αυτή, ότι η στρατηγική για την καινοτόμο τεχνολογία πρέπει να χαράσσεται με βάση τα χαρακτηριστικά και τα διακριτικά γνωρίσματα των εμπλεκόμενων περιοχών, πράγμα που σημαίνει ότι δεν είναι κατάλληλη μια ενιαία προσέγγιση για όλους· θεωρεί, για παράδειγμα, ότι οι περιφέρειες που αντιμετωπίζουν ειδικούς γεωγραφικούς περιορισμούς, όπως είναι τα νησιά και οι ορεινές, απομακρυσμένες και αραιοκατοικημένες περιφέρειες, έχουν ειδικούς τύπους οικονομικού και άλλου δυναμικού, το οποίο, για να πραγματωθεί, απαιτεί κατάλληλες και καινοτόμες λύσεις κινητικότητας· για το λόγο αυτό τονίζει πως χρειάζεται να χορηγηθούν επαρκείς πόροι για βιώσιμες υποδομές μεταφορών·

15.  επιμένει ότι είναι ανάγκη να απλουστευθούν περαιτέρω οι διοικητικές διαδικασίες για τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων Ε&Κ σε ευρωπαϊκό, εθνικό, περιφερειακό, τοπικό και διασυνοριακό επίπεδο προκειμένου να θεσπισθεί ένα σαφές και διαφανές νομικό πλαίσιο·

16.  τονίζει ότι δεν πρέπει να ατονήσουν οι προσπάθειες για τη μείωση του αριθμού των νεκρών και των τραυματιών σε οδικά ατυχήματα· παροτρύνει την Επιτροπή να εξετάσει και να υλοποιήσει τις προτάσεις που έχει εγκρίνει με μεγάλη πλειοψηφία το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τη βελτίωση της οδικής ασφάλειας·

17.  φρονεί ότι η αλλαγή της τεχνολογίας των μεταφορών είναι ορθή και επιβεβλημένη· τονίζει, ωστόσο, ότι η αλλαγή αυτή πρέπει να επέλθει όχι μέσω απαγορεύσεων αλλά με παροχή κινήτρων για τη χρήση νέων τεχνολογιών χαμηλής κατανάλωσης πόρων·

18.  υπογραμμίζει ότι δεν πρέπει να υπάρχουν απαγορεύσεις της σκέψης όσον αφορά καινοτομίες για πρωτότυπες μεταφορικές λύσεις ή κατά την εφαρμογή καθιερωμένων διαδικασιών σε νέους συνδυασμούς·

Γενικά μέτρα

19.  πιστεύει ότι η Ε&Κ στον τομέα της βιώσιμης κινητικότητας πρέπει να βασίζεται στην αρχή της ολοκλήρωσης, ιδίως μέσω της κατάργησης των ελλειπόντων διασυνοριακών συνδέσμων (διασυνδέσεις), της αυξημένης συμβατότητας μεταξύ και εντός των συστημάτων (διαλειτουργικότητα) καθώς και μέσω των στόχων της επίτευξης μετατόπισης προς τον συνδυασμό των καταλληλότερων και βιωσιμότερων τρόπων μεταφοράς για μια δεδομένη διαδρομή (διατροπικότητα και συντροπικότητα)·

20.  υπενθυμίζει την ανάγκη να αναπτύξει η ΕΕ μια πραγματική κοινή πολιτική μεταφορών που θα διασφαλίζει την ύπαρξη κατάλληλων μεταφορών εντός των ευρωπαϊκών περιφερειών και μεταξύ τους και της συνοχής της σε τοπικό, περιφερειακό, εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο· καλεί τα κράτη μέλη και τις περιφέρειες να διασφαλίσουν ότι ο συνδυασμός των σχετικών προτύπων θα αντικατοπτρίζει την ευρύτερη προτεραιότητα που δίδεται σε μια πραγματικά βιώσιμη κινητικότητα·

21.  τονίζει ότι η στρατηγική αυτή πρέπει να βασίζεται σε ένα ενοποιητικό πρότυπο στο οποίο θα προσδίδεται ύψιστη σπουδαιότητα στις διαπεριφερειακές συνδέσεις και σε μη υφιστάμενες διασυνοριακές συνδέσεις, ακόμα και σε περιφέρειες που χαρακτηρίζονται από γεωγραφική ασυνέχεια, και ότι οι καινοτόμες λύσεις για πολυτροπικές μεταφορές μπορούν να μειώσουν τις περιφερειακές ανισότητες, να δώσουν ώθηση στην κινητικότητα των εργαζομένων και να ενισχύσουν την εδαφική συνοχή· έχει επίγνωση του γεγονότος ότι υπάρχουν επί του παρόντος σημαντικές διαφορές μεταξύ των περιφερειών σε ό, τι αφορά τα δίκτυα μεταφορών, και εφιστά την προσοχή στην ανάγκη επένδυσης στις βιώσιμες τεχνολογίες μεταφορών και σε λύσεις σε περιφέρειες με ειδικά μειονεκτήματα, λαμβάνοντας επίσης υπόψη τις δυνατότητες της διευκόλυνσης «Συνδέοντας την Ευρώπη»·

22.  τονίζει ότι η Ε&Κ πρέπει επίσης να εστιάζεται στην ανάπτυξη βιώσιμων στοιχείων υποδομής που υποστηρίζουν τη μετατόπιση προς τη χρήση ανανεώσιμων πρωτογενών προϊόντων, όπως είναι το ξύλο ή τα σύνθετα υλικά ως στοιχείο των σιδηροδρομικών υποδομών (π.χ. πάσσαλοι για εναέριες γραμμές ή σήμανση, οικοδομικό υλικό για πλατφόρμες ή γέφυρες)· επισημαίνει ότι αυτό περιλαμβάνει επίσης δραστηριότητες Ε&Κ που αποβλέπουν στην ανάπτυξη μιας ουσίας για τον εμποτισμό των ξύλινων στρωτήρων, που να μπορεί να χρησιμεύσει ως εναλλακτική λύση στο κρεόζωτο, η χρήση του οποίου, βάσει της ενωσιακής νομοθεσίας, πρόκειται να καταργηθεί το 2018·

23.  τονίζει ότι οι νέες προσεγγίσεις στην κινητικότητα δεν μπορούν να επιβληθούν και ότι, για να προωθηθεί η περισσότερο βιώσιμη συμπεριφορά υπάρχει ανάγκη για εντονότερες ερευνητικές προσπάθειες στους τομείς της οικοκοινωνικής γνώσης και της χωροταξίας και πολεοδομίας, και σε τεχνολογίες στους τομείς της ζήτησης κινητικότητας και της συμπεριφορικής μεταβολής που αποβλέπουν στον καλύτερο έλεγχο των μεταφορικών ροών, μεταξύ άλλων μέσω καινοτόμων μηχανισμών διαχείρισης κινητικότητας, αλυσίδων απρόσκοπτης κινητικότητας πόρτα με πόρτα που να ικανοποιούν τις απαιτήσεις των χρηστών, συστήματα οικολογικής και ευφυούς οδήγησης, καθώς και η χρήση τεχνολογιών των πληροφοριών και επικοινωνιών σε πραγματικό χρόνο·

24.  θεωρεί απαραίτητη τη συμμετοχή των τοπικών και περιφερειακών αρχών στη διακυβέρνηση της ευρωπαϊκής πολιτικής για την καινοτομία που εφαρμόζεται στον τομέα των μεταφορών και της κινητικότητας· επισημαίνει ότι οι εν λόγω δημόσιες αρχές μπορούν να προσφέρουν την εμπειρία και την εμπειρογνωμοσύνη τους στην ολοκλήρωση τεχνολογιών, υποδομών, οχημάτων και ατόμων, όσο και στην προώθηση νέων κοινωνικών συνηθειών όσον αφορά την κινητικότητα· παρατηρεί ότι οι τοπικές και περιφερειακές αρχές μπορούν να προσδιορίσουν και είναι επιφορτισμένες να διαχειρίζονται τα σημαντικότερα προβλήματα κινητικότητας, ότι διαρκώς δοκιμάζουν και εφαρμόζουν ορθές πρακτικές και καινοτόμες ιδέες και ότι, λαμβάνοντας υπόψη την ποικιλία των καταστάσεων που έχουν να αντιμετωπίσουν, είναι ιδιαιτέρως εξοικειωμένες με την καινοτομία·

25.  υπογραμμίζει την ανάγκη για έρευνα σχετικά με τον θεμιτό διατροπικό και ενδοτροπικό ανταγωνισμό στον τομέα των μεταφορών και στα εμπόδια που δημιουργούν τα εδραιωμένα συμφέροντα που συνδέονται με τρέχοντα επιχειρηματικά μοντέλα, συμπεριλαμβανομένης ιδίως της έρευνας στα τεχνολογικά εργαλεία που απαιτούνται για τη βελτίωση της συνεπούς και αποτελεσματικής επιβολής και των ελέγχων σχετικά με τις διατάξεις για το καμποτάζ, τα κοινωνικά μέτρα στις οδικές μεταφορές και τις συνθήκες εργασίας των απασχολουμένων στον τομέα·

26.  επισημαίνει ότι πρέπει επειγόντως να αναπτυχθούν καινοτόμες λύσεις για τη μείωση του θορύβου όλων των μέσων μεταφοράς, ιδίως στην πηγή, με σκοπό την προστασία της υγείας και της ποιότητας ζωής των πολιτών της ΕΕ και την εξασφάλιση της αποδοχής του κοινού· στο πλαίσιο αυτό υπενθυμίζει εμφατικά το ψήφισμα για τον Ενιαίο Ευρωπαϊκό Χώρο Μεταφορών, το οποίο ζητούσε μείωση κατά 20% έως το 2020 των θορύβων και δονήσεων, καθώς και της κατανάλωσης ενέργειας των σιδηροδρομικών οχημάτων σε σχέση με τα επίπεδα αναφοράς του 2010, και τονίζει για μία ακόμη φορά ότι οι εκπομπές θορύβων πρέπει να διαδραματίζουν από την αρχή προεξάρχοντα ρόλο στην ανάπτυξη νέων τεχνολογιών, στρατηγικών και υποδομών στον τομέα των μεταφορών·

27.  είναι πεπεισμένο ότι οι καινοτόμες τεχνολογίες που συνδέονται με την αλληλεπίδραση μεταξύ υποδομών και οχημάτων μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στη μείωση των ατυχημάτων, του θορύβου, των δονήσεων, της κατανάλωσης ενέργειας, των εκπομπών αερίων και των επιπτώσεων στο κλίμα·

28.  επιβεβαιώνει ότι οι προσπάθειες για την επίτευξη καθαρότερης ενέργειας για τις τεχνολογίες μεταφορών και κινητικότητας θα πρέπει να συνδέονται με αποδοτικότερες ιδέες και καλύτερο σχεδιασμό οχημάτων· υπογραμμίζει το δυναμικό για εξοικονομήσεις ενέργειας μέσω της χρήσης καινοτόμων ιδεών, όπως μέτρα συγκομιδής ενέργειας που αξιοποιούν τις ευκαιρίες που προσφέρονται από τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και τη χρήση εναλλακτικών καυσίμων·

29.  τονίζει την ανάγκη να μην μελετάται μόνο η κατασκευή νέων μεταφορικών υποδομών, αλλά να υπάρχει ιδιαίτερη μέριμνα και για τις πτυχές της επισκευής, της συντήρησης και της ποιοτικής αναβάθμισης (π.χ. εγκατάσταση εξοπλισμού που επιτρέπει την ευφυή ρύθμιση της κυκλοφορίας και τεχνολογία επικοινωνίας μεταξύ αυτοκινήτων και υποδομών)·

30.  καλεί τα κράτη μέλη και την Επιτροπή να πραγματοποιήσουν επενδύσεις στην έρευνα για έξυπνα συστήματα μεταφορών και να μεριμνήσουν για την εφαρμογή τους, με σκοπό να συμβάλουν στη μείωση της κυκλοφοριακής συμφόρησης, στη βελτίωση της οικολογικής αποδοτικότητας των μεταφορών στην Ευρώπη και στην ενίσχυση της ασφάλειάς τους·

31.  καλεί την Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο εναρμόνισης των εμπορευματοκιβωτίων και άλλων περιεκτών μεταφοράς και των διαστάσεων των οχημάτων όλων των μέσων μεταφοράς, προκειμένου να ενισχυθεί ο στόχος της διαλειτουργικότητας και διατροπικότητας·

32.  καλεί την Επιτροπή να προσφέρει στα κράτη μέλη εγχειρίδιο των καθιερωμένων πρακτικών για τη συμμόρφωση με τις οριακές τιμές που προβλέπονται στην οδηγία για την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα·

Ειδικά μέτρα

33.  αναγνωρίζει τη σημασία της Ε&Κ στον τομέα της ατομικής κινητικότητας και τονίζει ότι η συμπεριφορά των χρηστών των μεταφορών έχει καθοριστικό ρόλο· ζητεί να δημιουργηθούν κίνητρα υπέρ της επιλογής βιώσιμων, σωματικά ενεργητικών, ασφαλών και υγιών μέσων μεταφοράς και κινητικότητας, προκειμένου να αναπτυχθούν καινοτόμες προτάσεις που προάγουν τις φιλικές προς το περιβάλλον δημόσιες μεταφορές, το βάδισμα και την ποδηλασία, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες των αστικών, περιαστικών, υπεραστικών και αγροτικών περιοχών· θεωρεί απαραίτητο να βελτιωθεί η διαλειτουργικότητα μεταξύ των μεταφορικών υπηρεσιών και πιστεύει ότι οι αρχές έγκρισης τύπου πρέπει να βρίσκονται σε ιδιαίτερη εγρήγορση και να αντιμετωπίζουν ακαριαία τα τεχνικά και διοικητικά προβλήματα που ενδεχομένως ανακύπτουν, με στόχο να διατεθούν στην αγορά νέα εναλλακτικά μέσα μεταφοράς που θα έχουν τα ανωτέρω χαρακτηριστικά·

34.  υπογραμμίζει την ανάγκη να δώσουν τα θεσμικά όργανα της ΕΕ παράδειγμα καλής πρακτικής στις δικές τους υπηρεσίες κινητικότητας, και να διαχειριστούν την απαραίτητ προσπάθεια και τους καρπούς της με διαφάνεια, προσδίδοντας στον τομέα αυτό εμβληματικό χαρακτήρα·

35.  τονίζει πως χρειάζεται να προωθηθούν επιτυχείς πρακτικές στον τομέα των βιώσιμων μεταφορών και να αναβαθμισθεί η συνεργασία και ανταλλαγή καλών πρακτικών μεταξύ των περιφερειών με παρεμφερές δυναμικό ανάπτυξης· συνιστά στις τοπικές αρχές να χρησιμοποιήσουν παραδείγματα καλών πρακτικών αναπτύσσοντας σχέδια βιώσιμης αστικής κινητικότητας σε στενή συνεργασία με την κοινωνία των πολιτών·

36.  θεωρεί ότι τα ευρωπαϊκά συστήματα δορυφορικής πλοήγησης, όπως το Galileo, πρέπει να αποτελέσουν βασικό πυλώνα της ανάπτυξης έξυπνων και αποτελεσματικών μέσων μεταφοράς στην Ευρώπη·

37.  υποστηρίζει την Ε&Κ που μπορεί να συνεισφέρει σε μια μετατόπιση από την ιδιοκτησία οχημάτων προς την αντισυμβατική συμπεριφορά των χρηστών και νέες μορφές υπηρεσιών σχετικών με τις μεταφορές, όπως η κοινοχρησία αυτοκινήτων και ποδηλάτων· ενθαρρύνει την Επιτροπή να εντείνει την προώθηση συλλογικών μορφών ατομικής κινητικότητας και εξατομικευμένων συστημάτων δημόσιων και μαζικών μεταφορών·

38.  προτείνει οι έρευνες να αφορούν επίσης τον φορολογικό και διοικητικό τομέα με σκοπό την παροχή δημιουργικών κινήτρων σε μορφή φόρων, τελών και εισφορών τόσο για τους ιδιώτες όσο και για τους παραγωγούς ή τους παρόχους προϊόντων, υπηρεσιών ή/και περιεχομένου που προωθούν τη χρήση του ποδηλάτου και το βάδισμα, όπου αρμόζει, σε συνδυασμό με δημόσια μέσα μεταφοράς και άλλα μέσα βιώσιμης κινητικότητας·

39.  επισημαίνει για μία ακόμη φορά την ανάγκη για βελτίωση και προώθηση των πολυτροπικών μεταφορών μέσω ολοκληρωμένων και ηλεκτρονικών συστημάτων πληροφοριών και έκδοσης εισιτηρίων με βάση λύσεις ανοιχτών δεδομένων· επισημαίνει ότι η έρευνα και καινοτομία στον εν λόγω τομέα πρέπει να εστιάζεται ιδίως στην κατάργηση των φραγμών, τη διαλειτουργικότητα, τον οικονομικά προσιτό και φιλικό προς τον χρήστη χαρακτήρα και την αποδοτικότητα·

40.  τονίζει την ανάγκη για την ανάπτυξη καινοτόμων υποδομών και λύσεων, συμπεριλαμβανομένης της μεγαλύτερης ανάπτυξης συστημάτων πληροφόρησης, πληρωμής και κρατήσεων, που λαμβάνουν ιδίως υπόψη την άνευ εμποδίων προσβασιμότητα όλων των επιβατών, και ειδικά των ατόμων με αναπηρία και με μειωμένη κινητικότητα, όπως είναι οι χρήστες σε αναπηρικό αμαξίδιο, με βρεφικά καρότσια, ποδήλατα ή βαριές αποσκευές·

41.  ζητεί την ελεύθερη διάθεση των δεδομένων που αφορούν τα δρομολόγια και τις πιθανές καθυστερήσεις των δημοσίων μέσων μεταφοράς, ούτως ώστε να καταστεί εφικτό να αναπτυχθούν από τρίτους εφαρμογές τηλεματικής με σκοπό την περαιτέρω βελτίωση της άνεσης των ταξιδιωτών, όπως πληροφορίες σε πραγματικό χρόνο για μια συγκεκριμένη διαδρομή με διαφορετικούς τρόπους μεταφοράς ή σύγκριση του οικολογικού αποτυπώματος μεταξύ διαφορετικών τρόπων μεταφοράς για μια συγκεκριμένη διαδρομή·

42.  υπογραμμίζει ότι, σε σχέση με την ανάπτυξη καινοτομίας για τις μεταφορές και την κινητικότητα σε αστικές περιοχές και ζώνες κατοικίας, έμφαση πρέπει να δίνεται στην υγεία και την ποιότητα ζωής, συμπεριλαμβανομένης της πρόβλεψης αρκετού χώρου για όλους, μειωμένων θορύβων και καθαρότερου ατμοσφαιρικού αέρα·

43.  υπενθυμίζει στην Επιτροπή την επείγουσα ανάγκη για βελτίωση της ασφάλειας για όλους τους χρήστες του οδικού δικτύου, ιδίως για τους πλέον ευπαθείς, όπως τα παιδιά, οι ηλικιωμένοι, οι πεζοί, οι ποδηλάτες ή τα άτομα με αναπηρία ή με μειωμένη κινητικότητα· στηρίζει τα προγράμματα Ε&Κ που συνδυάζουν τεχνολογικές λύσεις με έξυπνους οδηγούς και συμπεριφορικές προσεγγίσεις·

44.  θεωρεί ότι, για την αποσυμφόρηση της κυκλοφορίας στις αστικές ζώνες και στις περιφέρειες μεγάλου συνωστισμού, είναι σημαντικό, όχι μόνο να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα των ήδη υπαρχόντων μέσων μεταφοράς, αλλά και, μέσω της τεχνολογικής προόδου, να βρεθούν εναλλακτικές λύσεις μεταφορών και να ενθαρρυνθεί η χρήση τους·

45.  ενθαρρύνει έντονα την Επιτροπή να υποστηρίξει σθεναρά την καινοτομία όσον αφορά τα πλοία μηδενικών εκπομπών, που βασίζονται στη χρήση ανανεώσιμων μορφών αιολικής, ηλιακής και κυματικής ενέργειας σε συνδυασμό με τις τεχνολογίες κυψελών καυσίμου, ιδίως για τα οχηματαγωγά, τα κρουαζιερόπλοια και τα πλοία θαλάσσιων μεταφορών·

46.  καλεί την Επιτροπή να εστιάσει τις προσπάθειες της έρευνας στην περαιτέρω μείωση των επιπτώσεων στην υγεία και το κλίμα των διαφόρων εκπομπών όλων των τρόπων μεταφοράς·

47.  πιστεύει ότι, προκειμένου μια ευρωπαϊκή στρατηγική για την τεχνολογία των μεταφορών να χαρακτηρίζεται από συνοχή και αποτελεσματικότητα, πρέπει να συνάδει με τη στρατηγική «ΕΕ 2020» (COM(2010)2020) και τους στόχους για τη μείωση των εκπομπών του 1990, καθώς επίσης να συμφωνεί πλήρως με τη Λευκή Βίβλο για τις μεταφορές, «Χάρτης Πορείας για ένα Ενιαίο Ευρωπαϊκό Χώρος Μεταφορών – Για ένα ανταγωνιστικό και ενεργειακά αποδοτικό σύστημα μεταφορών» (COM(2011)0144), σε ό,τι αφορά την εδαφική συνοχή και την ισόρροπη ανάπτυξη· εκτιμά ότι θα πρέπει να επιτρέπει τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας, της ηχορύπανσης, των κυκλοφοριακών αναγκών, των ατμοσφαιρικών ρύπων και των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου· υπογραμμίζει ότι για να επιτύχει η Ευρωπαϊκή Ένωση τους σκοπούς αυτούς, θα πρέπει να θέσει αυστηρούς στόχους για το 2020, το 2030 και το 2050·

48.  τονίζει την ανάγκη ενίσχυσης της Ε&Κ στον τομέα της εσωτερικής ναυσιπλοΐας, κυρίως για την ανάπτυξη καθαρών σκαφών και τεχνολογιών προσαρμοσμένων στην πλοήγηση σκαφών ρηχής καρίνας, όπως είναι τα ειδικά προσαρμοσμένα σε συνθήκες ποταμών πλοία για βιώσιμη εσωτερική ναυσιπλοΐα (RASSIN), που θα επέτρεπαν να επιτευχθούν εξοικονομήσεις στις υποδομές εσωτερικών πλωτών οδών·

49.  επιδοκιμάζει την πρόταση της Επιτροπής για τη θέσπιση ενός συστήματος παρακολούθησης και πληροφόρησης σχετικά με την έρευνα και την καινοτομία για τις μεταφορές (TRIMIS)· υπογραμμίζει πόσο σημαντική είναι η παροχή τακτικών, ελεύθερων, προσιτών και αξιόπιστων πληροφοριών στους περιφερειακούς ιθύνοντες για τη χάραξη πολιτικής· αποδοκιμάζει το γεγονός ότι η πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τη χρηματοδότηση της ΕΕ για έργα μεταφορών εξακολουθεί έως σήμερα να είναι εξαιρετικά δύσκολη·

50.  συνιστά στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αναπτύξει τις πρωτοβουλίες που εντοπίζουν και ανταμείβουν τα σχέδια βιώσιμης αστικής ανάπτυξης, όπως τα βραβεία RegioStars·

51.  υπογραμμίζει πως μια σφαιρική ευρωπαϊκή στρατηγική πρέπει να στηρίζεται εκ των κάτω προς τα πάνω, με καλά προετοιμασμένες και ολοκληρωμένες στρατηγικές μεταφορών εκ μέρους των τοπικών και περιφερειακών αρχών και των εθνικών κυβερνήσεων· είναι της άποψης ότι ο σχεδιασμός αυτών των στρατηγικών πρέπει να υποστηριχθεί από τα ευρωπαϊκά ταμεία·

52.  εκτιμά ότι κάθε δημόσια ενίσχυση πρέπει να παρέχεται σύμφωνα με την ισχύουσα ευρωπαϊκή νομοθεσία σχετικά με τις δημόσιες ενισχύσεις, περιλαμβανομένων των διατάξεων που ρυθμίζουν τις δραστηριότητες στους τομείς της έρευνας, της ανάπτυξης και της καινοτομίας, καθώς και την χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων στον τομέα των μεταφορών και των υποδομών· παρά ταύτα, έχει την άποψη ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες επί θεμάτων κρατικών ενισχύσεων πρέπει να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τα ιδιαίτερα μειονεκτήματα που παρουσιάζουν ορισμένες περιφέρειες.

53.  υπογραμμίζει ότι είναι αναγκαίο η Επιτροπή να ενισχύσει τη δράση της όσον αφορά τη μεταφορά των γνώσεων που προκύπτουν από τις δραστηριότητες Ε&Κ στους ενδιαφερόμενους χρήστες (όπως οι ΜΜΕ ή τα ερευνητικά κέντρα), μέσω της δημιουργίας συγκεντρωτικών βάσεων δεδομένων για την παροχή σαφώς κατηγοριοποιημένης επισκόπησης όλων των έργων Ε&Κ που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ·

54.  τονίζει τη σημασία νέων πρωτοβουλιών, όπως η συγκέντρωση των μεταφορικών και υλικοτεχνικών δυνατοτήτων με στόχο την αποτελεσματικότερη μεταφορά των εμπορευμάτων· καλεί την Επιτροπή να αντιμετωπίσει εμπόδια που ενδέχεται να προκύψουν σε πρωτοβουλίες αυτού του είδους·

55.  υπογραμμίζει τη σημασία των προτύπων εκπομπών για ορισμένους τρόπους μεταφοράς, όπως είναι τα αυτοκίνητα· πιστεύει ότι παρόμοια προσέγγιση θα πρέπει να αναπτυχθεί για τις εναέριες μεταφορές και τα πλοία·

56.  υποστηρίζει την περαιτέρω αξιοποίηση της Ε&Κ για την εξεύρεση λύσεων ασφαλείας για τον τομέα των μεταφορών υπό την προϋπόθεση της τήρησης των αρχών της αναλογικότητας, της μη εισαγωγής διακρίσεων και της προστασίας των δεδομένων·

57.  επιβεβαιώνει και υποστηρίζει την ιδέα που προτάθηκε από την Επιτροπή η οποία περιλαμβάνει μέτρα για μια ευρωπαϊκή στρατηγική στον τομέα της τεχνολογίας των μεταφορών· υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι η εν λόγω πρόταση δεν παρέχει νομική βάση για κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις και τα συναφή, αλλά ότι η Επιτροπή πρέπει να προτείνει μέτρα προς έγκριση με διαδικασία συναπόφασης·

58.  καλεί την Επιτροπή να λάβει υπόψη τις προτεραιότητες που ορίζονται στην παρούσα έκθεση κατά την εκπόνηση του σχεδίου για την ευρωπαϊκή στρατηγική για την τεχνολογία των μεταφορών και των επιλογών για περαιτέρω δράση·

o
o   o

59.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

(1) ΕΕ C 56 Ε της 26.2.2013, σ. 54.


Δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο κατά την ποινική διαδικασία και δικαίωμα επικοινωνίας μετά τη σύλληψη ***I
PDF 272kWORD 30k
Ψήφισμα
Κείμενο
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 10ης Σεπτεμβρίου 2013 σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο κατά την ποινική διαδικασία και το δικαίωμα επικοινωνίας μετά τη σύλληψη (COM(2011)0326 – C7-0157/2011 – 2011/0154(COD))
P7_TA(2013)0340A7-0228/2013

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2011)0326),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και το άρθρο 82 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C7–0157/2011),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τα υπομνήματα που υποβλήθηκαν από το Κοινοβούλιο της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας, τη Γερουσία της Ιταλικής Δημοκρατίας και το Κοινοβούλιο της Πορτογαλικής Δημοκρατίας για το σχέδιο νομοθετικής πράξης,

–  έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 7ης Δεκεμβρίου 2011(1),

–  αφού ζήτησε τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,

–  έχοντας υπόψη τη δέσμευση του εκπροσώπου του Συμβουλίου με επιστολή της 4ης Ιουνίου 2013 να εγκρίνει τη θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 294 παράγραφος 4 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 55 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (A7-0228/2013),

1.  εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να του υποβάλει εκ νέου την πρόταση, αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή να την αντικαταστήσει με νέο κείμενο·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 10 Σεπτεμβρίου 2013 εν όψει της έγκρισης οδηγίας 2013/.../ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας και διαδικασίας εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, καθώς και σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης τρίτου προσώπου σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας του και με το δικαίωμα επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα και με προξενικές αρχές κατά τη διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας

P7_TC1-COD(2011)0154


(Καθώς έχει επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η θέση του Κοινοβουλίου αντιστοιχεί στην τελική νομοθετική πράξη, οδηγία 2013/48/ΕΕ.)

(1) ΕΕ C 43 της 15.2.2012, σ. 51.


Συμβάσεις πίστωσης για ακίνητα κατοικίας ***I
PDF 1047kWORD 274k
Κείμενο
Ενοποιημένο κείμενο
Τροπολογίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 10ης Σεπτεμβρίου 2013 στην πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά τις συμβάσεις πίστωσης για ακίνητα κατοικίας (COM(2011)0142 – C7-0085/2011 – 2011/0062(COD))(1)
P7_TA(2013)0341A7-0202/2012

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

[Tροπολογία αριθ. 117]

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ(2)
P7_TA(2013)0341A7-0202/2012
στην πρόταση της Επιτροπής
P7_TA(2013)0341A7-0202/2012
---------------------------------------------------------
P7_TA(2013)0341A7-0202/2012

ΟΔΗΓΙΑ 2013/…/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα κατοικίας και την τροποποίηση της οδηγίας 2008/48/EK
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Μετά τη διαβίβαση του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας(3),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(4),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)  Τον Μάρτιο του 2003, η Επιτροπή δρομολόγησε μια διαδικασία καταγραφής των εμποδίων και εκτίμησης των επιπτώσεών τους στην εσωτερική αγορά όσον αφορά τις συμβάσεις πίστωσης για ακίνητα κατοικίας (στεγαστικά δάνεια). Στις 18 Δεκεμβρίου 2007 εξέδωσε Λευκή Βίβλο για την ολοκλήρωση των αγορών ενυπόθηκης πίστης στην ΕΕ. Στη Λευκή Βίβλο εξαγγέλθηκε η πρόθεση της Επιτροπής να προβεί σε εκτίμηση των επιπτώσεων, μεταξύ άλλων, των επιλογών πολιτικής για την προσυμβατική ενημέρωση, τις βάσεις πιστωτικών δεδομένων, την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας, το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο (ΣΕΠΕ) και την παροχή συμβουλών όσον αφορά τις συμβάσεις πίστωσης. Η Επιτροπή συγκρότησε επίσης Ομάδα εμπειρογνωμόνων για τα πιστωτικά ιστορικά, προκειμένου αυτή να συνδράμει την Επιτροπή στην εκπόνηση μέτρων για τη βελτίωση της συγκρισιμότητας και της πληρότητάς των πιστωτικών δεδομένων καθώς και της πρόσβασης σε αυτά. Δρομολογήθηκαν επίσης μελέτες σχετικά με τον ρόλο και τις δραστηριότητες των μεσιτών πιστώσεων και των μη πιστωτικών ιδρυμάτων που παρέχουν συμβάσεις πίστωσης για ακίνητα κατοικίας.

(2)  Σύμφωνα με τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), η εσωτερική αγορά περιλαμβάνει έναν χώρο απαλλαγμένο από εσωτερικά σύνορα μέσα στον οποίο εξασφαλίζονται η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και των υπηρεσιών και η ελευθερία εγκατάστασης. Η ανάπτυξη διαφανέστερης και αποτελεσματικότερης πιστωτικής αγοράς μέσα στον χώρο αυτόν είναι ζωτικής σημασίας για να προωθηθεί η ανάπτυξη των διασυνοριακών δραστηριοτήτων και να δημιουργηθεί μια εσωτερική αγορά συμβάσεων πίστωσης για ακίνητα κατοικίας. Υπάρχουν σημαντικές διαφορές στις νομοθεσίες των διαφόρων κρατών μελών που διέπουν την επαγγελματική δεοντολογία κατά τη χορήγηση συμβάσεων πίστωσης για ακίνητα κατοικίας, καθώς και στις κανονιστικές και εποπτικές ρυθμίσεις στις οποίες υπόκεινται οι μεσίτες πιστώσεων και τα μη πιστωτικά ιδρύματα που παρέχουν συμβάσεις πίστωσης για ακίνητα κατοικίας. Οι διαφορές αυτές δημιουργούν εμπόδια που περιορίζουν το εύρος της διασυνοριακής δραστηριότητας από πλευράς προσφοράς και ζήτησης, συρρικνώνοντας με τον τρόπο αυτόν τον ανταγωνισμό και τις επιλογές στην αγορά, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού για τους παρόχους, και μάλιστα εμποδίζοντάς τους να αναπτύξουν επιχειρηματικές δραστηριότητες.

(3)  Η χρηματοπιστωτική κρίση έδειξε ότι η ανεύθυνη συμπεριφορά των συμμετεχόντων στην αγορά μπορεί να υπονομεύσει τα θεμέλια του χρηματοοικονομικού συστήματος, οδηγώντας σε έλλειψη εμπιστοσύνης εκ μέρους όλων των πλευρών, ιδίως των καταναλωτών, και, δυνητικά, σε σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες. Πολλοί καταναλωτές έχουν απολέσει την εμπιστοσύνη τους στον χρηματοπιστωτικό τομέα, οι δε δανειολήπτες διαπιστώνουν όλο και περισσότερο ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις δανειακές υποχρεώσεις τους, με αποτέλεσμα να αυξάνονται οι αθετήσεις πληρωμών και οι αναγκαστικές εκποιήσεις. Κατόπιν αυτού, η G20 παρήγγειλε στο Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας να διατυπώσει αρχές σχετικά με υγιή πρότυπα αναδοχής σε ό,τι αφορά τα ακίνητα κατοικίας. Μολονότι ορισμένα από τα σημαντικότερα προβλήματα μέσα στη χρηματοπιστωτική κρίση προέκυψαν έξω από την Ένωση, οι καταναλωτές εντός της Ένωσης έχουν σημαντικά επίπεδα χρέους, μεγάλο μέρος του οποίου είναι συγκεντρωμένο σε πιστώσεις που σχετίζονται με ακίνητα κατοικίας. Ενδείκνυται συνεπώς να εξασφαλιστεί ότι το κανονιστικό πλαίσιο της Ένωσης στον τομέα αυτό θα είναι εύρωστο, θα συμβαδίζει με τις διεθνείς αρχές και θα χρησιμοποιεί καταλλήλως το φάσμα των διαθέσιμων εργαλείων, στα οποία μπορεί να συμπεριλαμβάνεται η χρήση των δεικτών δανείου ως προς την αξία, δανείου ως προς το εισόδημα, χρέους ως προς το εισόδημα και άλλων παρόμοιων δεικτών, ελάχιστων επιπέδων κάτω από τα οποία δεν εγκρίνεται καμία πίστωση ή άλλα αντισταθμιστικά μέτρα γα περιπτώσεις όπου οι υποκείμενοι κίνδυνοι είναι μεγαλύτεροι για τους καταναλωτές ή όταν χρειάζεται για να αποφευχθεί η υπερχρέωση των νοικοκυριών. Λαμβάνοντας υπόψη τα προβλήματα που ήλθαν στο προσκήνιο λόγω της χρηματοπιστωτικής κρίσης και για να διασφαλιστεί μια αποτελεσματική και ανταγωνιστική εσωτερική αγορά που συμβάλλει στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η Επιτροπή, στην ανακοίνωσή της, της 4ης Μαρτίου 2009, με τίτλο «Η υλοποίηση της ευρωπαϊκής ανάκαμψης», πρότεινε μέτρα για τις συμβάσεις πίστωσης για ακίνητα κατοικίας, στα οποία περιλαμβάνεται ένα αξιόπιστο πλαίσιο για την πιστωτική διαμεσολάβηση, ώστε να διαμορφωθούν υπεύθυνες και αξιόπιστες αγορές για το μέλλον και να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των καταναλωτών. Στην ανακοίνωσή της 13ης Απριλίου 2011 με τίτλο «Η Πράξη για την Ενιαία Αγορά – Δώδεκα δράσεις για την τόνωση της ανάπτυξης και την ενίσχυση της εμπιστοσύνης», η Επιτροπή επανέλαβε τη δέσμευσή της σε μια αποτελεσματική και ανταγωνιστική εσωτερική αγορά.

(4)  Μια σειρά προβλημάτων εντοπίστηκαν στις ▌αγορές ενυπόθηκης πίστης εντός της Ένωσης τα οποία οφείλονται στις ανεύθυνες πρακτικές χορήγησης και λήψης δανείων ▌ και στα περιθώρια ανεύθυνης συμπεριφοράς εκ μέρους συμμετεχόντων στην αγορά, συμπεριλαμβανομένων των μεσιτών πιστώσεων και των μη πιστωτικών ιδρυμάτων. Ορισμένα προβλήματα αφορούσαν πιστώσεις εκφρασμένες σε ξένο νόμισμα, τις οποίες είχαν συνάψει οι καταναλωτές στο υπόψη νόμισμα προκειμένου να επωφεληθούν από το χρεωστικό επιτόκιο που προσφερόταν, αλλά χωρίς να έχουν ▌επαρκή ενημέρωση σχετικά ή επίγνωση του συναλλαγματικού κινδύνου που διέτρεχαν. Τα εν λόγω προβλήματα πηγάζουν από αδυναμίες της αγοράς και των κανονιστικών ρυθμίσεων, καθώς και από άλλους παράγοντες, όπως το γενικό οικονομικό κλίμα και τα χαμηλά επίπεδα χρηματοοικονομικών γνώσεων. Μεταξύ των άλλων προβλημάτων συγκαταλέγονται τα αναποτελεσματικά, ασυνεπή ή ακόμη και ανύπαρκτα καθεστώτα ▌ για μεσίτες πιστώσεων και μη πιστωτικά ιδρύματα που χορηγούν πίστωση για ακίνητα κατοικίας. Τα εντοπισθέντα προβλήματα έχουν δυνητικά σημαντικές μακροοικονομικές διάχυτες δευτερογενείς επιπτώσεις, μπορούν να αποβούν εις βάρος του καταναλωτή, να λειτουργήσουν ως οικονομικά ή νομικά εμπόδια στις διασυνοριακές δραστηριότητες και να δημιουργήσουν άνισους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των συντελεστών της αγοράς.

(5)  Για να διευκολυνθεί η δημιουργία και η εύρυθμη λειτουργία εσωτερικής αγοράς με υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών στον τομέα των συμβάσεων πίστωσης που αφορούν ▌ακίνητα και να διασφαλιστεί στους καταναλωτές που επιθυμούν να συνάψουν τέτοιες συμβάσεις ▌ότι μπορούν να το πράττουν με τη βεβαιότητα ότι οι φορείς, με τους οποίους συναλλάσσονται, ενεργούν με επαγγελματισμό και υπευθυνότητα, πρέπει να θεσπιστεί ένα επαρκώς εναρμονισμένο ενωσιακό νομικό πλαίσιο σε διάφορους τομείς, λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορές στις συμβάσεις πίστωσης που προκύπτουν ιδίως από διαφορές στις εθνικές και περιφερειακές αγορές ακινήτων.

(6)  Ως εκ τούτου, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να αναπτύξει μια περισσότερο διαφανή, αποτελεσματική και ανταγωνιστική εσωτερική αγορά, μέσω συνεπών, ευέλικτων και δίκαιων συμβάσεων πίστωσης που αφορούν ακίνητα, προωθώντας παράλληλα τη βιώσιμη χορήγηση και λήψη δανείων και τη χρηματοπιστωτική ένταξη και, κατά συνέπεια, προσφέροντας υψηλό επίπεδο προστασίας στον καταναλωτή.

(7)  Προκειμένου να δημιουργηθεί μια γνήσια εσωτερική αγορά με υψηλό και ισοδύναμο επίπεδο προστασίας των καταναλωτών, η παρούσα οδηγία θεσπίζει διατάξεις που υπόκεινται στη μέγιστη δυνατή εναρμόνιση σε ό,τι αφορά την παροχή προσυμβατικών πληροφοριών μέσω του μορφότυπου του τυποποιημένου ευρωπαϊκού δελτίου πληροφοριών (ESIS) και τον υπολογισμό του ΣΕΠΕ. Ωστόσο, λαμβανομένου υπόψη του ειδικού χαρακτήρα των συμβάσεων πίστωσης για ακίνητα και των διαφορετικών εξελίξεων και συνθηκών στην αγορά των κρατών μελών, όσον αφορά ιδίως τη δομή της αγοράς και τους συμμετέχοντες σε αυτήν, τις κατηγορίες των διαθέσιμων προϊόντων και τις διαδικασίες που υπεισέρχονται στην πορεία της χορήγησης πιστώσεων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να διατηρούν ή να θεσπίζουν αυστηρότερες διατάξεις από αυτές που προβλέπει η παρούσα οδηγία στους τομείς εκείνους για τους οποίους δεν καθορίζει με σαφήνεια ότι υπόκεινται στη μέγιστη δυνατή εναρμόνιση. Μια τέτοια στοχευμένη προσέγγιση είναι αναγκαία για να μην επηρεαστεί αρνητικά το επίπεδο προστασίας των καταναλωτών σχετικά με συμβάσεις πίστωσης στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Θα πρέπει για παράδειγμα να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να διατηρούν ή να εισάγουν πιο αυστηρές διατάξεις σχετικά με τις απαιτήσεις γνώσεων και επάρκειας για το προσωπικό καθώς και τις οδηγίες για τη συμπλήρωση του ESIS.

(8)  Η παρούσα οδηγία αναμένεται να βελτιώσει τις συνθήκες για την εδραίωση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, μέσω της προσέγγισης των νομοθεσιών των κρατών μελών και της καθιέρωσης ποιοτικών προτύπων για ορισμένες υπηρεσίες, ιδίως όσον αφορά τη διάθεση και την παροχή πιστώσεων μέσω πιστωτικών φορέων και μεσιτών πιστώσεων και την προώθηση καλών πρακτικών. Η καθιέρωση ποιοτικών προτύπων για υπηρεσίες παροχής πιστώσεων προϋποθέτει κατ’ ανάγκη τη θέσπιση ορισμένων διατάξεων σχετικά με τις απαιτήσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας, εποπτείας και προληπτικής εποπτείας.

(9)  Όσον αφορά τους τομείς που δεν υπάγονται στην παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να διατηρούν ή να θεσπίζουν εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν ή να θεσπίζουν εθνικές διατάξεις σε τομείς όπως το δίκαιο των συμβάσεων που διέπει το κύρος των συμβάσεων πίστωσης, το εμπράγματο δίκαιο, η καταχώρηση στο κτηματολόγιο, οι πληροφορίες για τη σύμβαση και, στον βαθμό που δεν ρυθμίζονται από την παρούσα οδηγία, τα θέματα μετά τη σύναψη της σύμβασης. Tα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι ο εκτιμητής ή η εκτιμήτρια εταιρεία ή οι συμβολαιογράφοι μπορούν να επιλέγονται με κοινή συμφωνία των μερών. Δεδομένων των διαφορών ανάμεσα στις διαδικασίες για την αγορά ή πώληση ακινήτων κατοικίας στα κράτη μέλη, οι πιστωτικοί φορείς ή οι μεσίτες πιστώσεων έχουν τη δυνατότητα να ζητούν προκαταβολές από τους καταναλωτές υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω πληρωμές θα βοηθήσουν στην εξασφάλιση μιας σύμβασης πίστωσης ή την αγορά ή πώληση ακινήτου, καθώς και για την κατάχρηση τέτοιων πρακτικών, ιδίως όταν οι καταναλωτές δεν είναι εξοικειωμένοι με τις απαιτήσεις και τις συνήθεις πρακτικές στο συγκεκριμένο κράτος μέλος. Συνεπώς κρίνεται σκόπιμο να επιτραπεί στα κράτη μέλη να εφαρμόζουν περιορισμούς σε τέτοιες πληρωμές.

(10)  Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να ισχύει ασχέτως εάν ο πιστωτικός φορέας ή ο μεσίτης πιστώσεων είναι νομικό ή φυσικό πρόσωπο. Ωστόσο, η παρούσα οδηγία δεν επηρεάζει το δικαίωμα κράτους μέλους να περιορίζει, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, τον ρόλο του πιστωτικού φορέα ή του μεσίτη πιστώσεων δυνάμει της παρούσας οδηγίας μόνο σε νομικά ή σε ορισμένες μορφές νομικών προσώπων.

(11)  Δεδομένου ότι οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις δεν βρίσκονται στην ίδια θέση, δεν χρειάζονται το ίδιο επίπεδο προστασίας. Μολονότι είναι σημαντικό να κατοχυρώνονται τα δικαιώματα των καταναλωτών ▌ με διατάξεις από τις οποίες δεν επιτρέπεται παρέκκλιση με σύμβαση, είναι λογικό να επιτρέπεται στις επιχειρήσεις και στους οργανισμούς να συνάπτουν άλλες συμβάσεις. ▌

(12)  Ο ορισμός του καταναλωτή θα πρέπει να καλύπτει τα φυσικά πρόσωπα που ενεργούν έξω από το πεδίο της εμπορικής, επιχειρηματικής ή επαγγελματικής τους δραστηριότητας. Όμως, σε περίπτωση συμβάσεων διττού σκοπού, όπου η σύμβαση συνάπτεται για σκοπούς κείμενους εν μέρει εντός και εν μέρει εκτός των εμπορικών δραστηριοτήτων, της επιχειρηματικής δραστηριότητας ή του επαγγέλματος του προσώπου, η δε εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική σκοπιμότητα είναι τόσο περιορισμένη ώστε να μην έχει εξέχουσα θέση στο γενικό πλαίσιο της σύμβασης, το εν λόγω πρόσωπο θα πρέπει επίσης να θεωρείται καταναλωτής.

(13)  Παρόλο που η παρούσα οδηγία ρυθμίζει τις συμβάσεις πίστωσης που αφορούν αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο ακίνητα κατοικίας, δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να διευρύνουν τα μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία με σκοπό την προστασία των καταναλωτών σε ό,τι αφορά πιστώσεις σύμβασης που σχετίζονται με άλλες μορφές ακίνητης περιουσίας ή να ρυθμίζουν με διαφορετικό τρόπο τέτοιες συμβάσεις πίστωσης.

(14)  Οι ορισμοί που περιέχονται στην παρούσα οδηγία καθορίζουν το πεδίο εφαρμογής της εναρμόνισης. Η υποχρέωση των κρατών μελών να μεταφέρουν στο εθνικό δίκαιο την παρούσα οδηγία θα πρέπει συνεπώς να περιορίζεται στο πεδίο εφαρμογής της, όπως αυτό οριοθετείται από τους εν λόγω ορισμούς. Για παράδειγμα, οι υποχρεώσεις των κρατών μελών να μεταφέρουν στο εθνικό δίκαιο την παρούσα οδηγία περιορίζονται σε συμβάσεις πίστωσης συναπτόμενες με καταναλωτές, δηλαδή με φυσικά πρόσωπα τα οποία κατά τις συναλλαγές που υπάγονται στην παρούσα οδηγία ενεργούν έξω από το πεδίο των εμπορικών, επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων. Ομοίως, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να μεταφέρουν στο εθνικό δίκαιο διατάξεις της παρούσας οδηγίας που διέπουν τη δραστηριότητα προσώπων τα οποία ενεργούν ως μεσίτες πιστώσεων όπως ορίζονται στην οδηγία. Ωστόσο, η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, την οδηγία σε τομείς που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της. Επιπροσθέτως, οι ορισμοί που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εμποδίζουν τα κράτη μέλη να εγκρίνουν επιμέρους ορισμούς βάσει του εθνικού δικαίου για ειδικούς σκοπούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί συνάδουν πάντα με τους ορισμούς της παρούσας οδηγίας. Για παράδειγμα, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να καθορίζουν βάσει του εθνικού δικαίου υποκατηγορίες μεσιτών πιστώσεων που δεν προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, εφόσον αυτές οι υποκατηγορίες είναι απαραίτητες σε εθνικό επίπεδο, λόγου χάρη για να διαφοροποιηθεί το επίπεδο των απαιτήσεων γνώσεων και επάρκειας που πρέπει να πληρούν οι διάφοροι μεσίτες πιστώσεων.

(15)  Στόχος της παρούσας οδηγίας είναι η διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας για τους καταναλωτές που συνάπτουν συμβάσεις πίστωσης για ακίνητα. Θα πρέπει, επομένως, να εφαρμόζεται στις πιστώσεις που εξασφαλίζονται με ακίνητα ανεξάρτητα από τον σκοπό της πίστωσης, των συμβάσεων αναχρηματοδότησης ή άλλων συμβάσεων πίστωσης που θα μπορούσαν να βοηθήσουν έναν ιδιοκτήτη ή συνιδιοκτήτη να εξακολουθήσει να διατηρεί δικαιώματα επί ακινήτου ή γης και στις πιστώσεις που χρησιμοποιούνται για την αγορά ακινήτων σε ορισμένα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένων των πιστώσεων για τις οποίες δεν απαιτείται η εξόφληση του κεφαλαίου ή, εκτός αν τα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει επαρκές εναλλακτικό πλαίσιο, σκοπός των οποίων είναι να παρασχεθεί προσωρινή χρηματοδότηση μεταξύ της πώλησης ενός ακινήτου και της αγοράς άλλου, και στις ενυπόθηκες πιστώσεις για την ανακαίνιση ακινήτων κατοικίας ▌.

(16)  Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε ορισμένες συμβάσεις πίστωσης όπου ο πιστωτικός φορέας συνεισφέρει εφάπαξ ποσό, περιοδικές πληρωμές ή άλλη μορφή εκταμίευσης πίστωσης σε αντάλλαγμα για ποσό που απορρέει από την πώληση ακινήτου κατοικίας και των οποίων ο πρωταρχικός σκοπός είναι να διευκολυνθεί η κατανάλωση, όπως είναι τα προϊόντα αποδέσμευσης ακινητοποιημένου κεφαλαίου («equity release») ή άλλα ισοδύναμα εξειδικευμένα προϊόντα. Οι εν λόγω συμβάσεις πίστωσης διαθέτουν ειδικά χαρακτηριστικά, τα οποία δεν εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Παραδείγματος χάριν, είναι άσκοπο να πραγματοποιηθεί αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας του καταναλωτή, εφόσον οι πληρωμές καταβάλλονται από τον πιστωτικό φορέα στον καταναλωτή, και όχι το αντίστροφο. Για την εν λόγω συναλλαγή θα απαιτούνταν, μεταξύ άλλων, ουσιωδώς διαφορετική ενημέρωση πριν από τη σύναψη της σύμβασης. Συν τοις άλλοις, άλλα προϊόντα, όπως η απόκτηση κατοικίας έναντι ισόβιας προσόδου («home reversion»), τα οποία έχουν παρεμφερείς λειτουργίες με τις αντίστροφες υποθήκες ή τα ισόβια ενυπόθηκα δάνεια, δεν συνεπάγονται τη χορήγηση πίστωσης και, λόγω αυτού, παραμένουν εκτός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. ▌

(17)   Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να διέπει ούτε τα ρητώς απαριθμιζόμενα είδη εξειδικευμένων συμβάσεων πίστωσης, που διαφέρουν ως προς τη φύση τους και τους συνεπαγόμενους κινδύνους από την τυποποιημένη ενυπόθηκη πίστη και απαιτούν ως εκ τούτου μια προσέγγιση στα μέτρα τους, ειδικότερα τις συμβάσεις πίστωσης που είναι απόρροια διακανονισμού ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης δημόσιας αρχής και ορισμένα είδη συμβάσεων πίστωσης με τις οποίες η πίστωση χορηγείται από εργοδότη στους εργαζομένους του σε ορισμένες περιστάσεις, όπως ήδη προβλέπεται στην οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης(5). Ενδείκνυται να επιτραπεί στα κράτη μέλη να αποκλείουν ορισμένες συμβάσεις πίστωσης, όπως όσες συνάπτονται με περιορισμένο κοινό υπό ευνοϊκούς όρους ή όσες παρέχονται από πιστωτικές ενώσεις, υπό την προϋπόθεση ότι υφίσταται επαρκείς εναλλακτικές ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν ότι οι στόχοι πολιτικής σχετικά με τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την εσωτερική αγορά μπορούν να επιτευχθούν χωρίς να τίθενται εμπόδια στη χρηματοπιστωτική ένταξη και την πρόσβαση σε πιστώσεις. Οι συμβάσεις πίστωσης στις οποίες το ακίνητο δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως οικία, διαμέρισμα ή άλλος χώρος διαμονής από τον καταναλωτή ή από μέλος της οικογενείας του καταναλωτή και χρησιμοποιείται ως οικία, διαμέρισμα ή άλλος χώρος διαμονής βάσει συμβάσεως μισθώσεως, παρουσιάζουν διαφορετικούς κινδύνους και χαρακτηριστικά από τις τυποποιημένες συμβάσεις πίστωσης και συνεπώς πιθανόν να απαιτήσουν πιο προσαρμοσμένο πλαίσιο. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επομένως να έχουν τη δυνατότητα να αποκλείουν τέτοιες συμβάσεις πίστωσης από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας όταν υφίσταται το κατάλληλο εθνικό πλαίσιο για αυτές.

(18)  Μη εξασφαλισμένες συμβάσεις πίστωσης, στόχος των οποίων είναι η ανακαίνιση ακινήτου κατοικίας, οι οποίες συνεπάγονται συνολικό ποσό πίστωσης ανώτερο των 75 000 EUR θα πρέπει να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2008/48/ΕΚ προκειμένου να διασφαλιστεί ένα ισοδύναμο επίπεδο προστασίας για τους εν λόγω καταναλωτές και να αποφευχθεί τυχόν ρυθμιστικό κενό ανάμεσα στην παραπάνω οδηγία και την παρούσα οδηγία. Η οδηγία 2008/48/ΕΚ θα πρέπει συνεπώς να τροποποιηθεί αναλόγως.

(19)  Για λόγους ασφάλειας δικαίου, το ενωσιακό νομικό πλαίσιο στον τομέα των συμβάσεων πίστωσης που αφορούν ακίνητα κατοικίας θα πρέπει να είναι συνεπές και συμπληρωματικό προς άλλες νομικές πράξεις της Ένωσης, ιδίως στους τομείς της προστασίας των καταναλωτών και της προληπτικής εποπτείας. Ορισμένοι βασικοί ορισμοί, όπως οι ορισμοί του ▌«καταναλωτή» ▌και του «σταθερού μέσου», καθώς και βασικές έννοιες που χρησιμοποιούνται στις τυποποιημένες πληροφορίες για τον προσδιορισμό των χρηματοπιστωτικών χαρακτηριστικών της πίστωσης, συμπεριλαμβανομένου του «συνολικού ποσού που πρέπει να καταβάλει ο καταναλωτής» ▌και ▌του «χρεωστικού επιτοκίου», θα πρέπει να ευθυγραμμίζονται με τους ορισμούς που προβλέπονται στην οδηγία 2008/48/ΕΚ, ούτως ώστε η ίδια ορολογία να αναφέρεται στα ίδια πράγματα, είτε η πίστωση είναι καταναλωτική πίστωση είτε πίστωση που αφορά ακίνητα κατοικίας. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνήσουν, κατά τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, ώστε να υπάρχει συνέπεια εφαρμογής και ερμηνείας σχετικά με τους εν λόγω βασικούς ορισμούς και βασικές έννοιες.

(20)  Προκειμένου να διασφαλιστεί συνεπές πλαίσιο για τους καταναλωτές στον τομέα της πίστης και να ελαχιστοποιηθεί ο διοικητικός φόρτος για τους πιστωτικούς φορείς και τους μεσίτες πιστώσεων, το βασικό πλαίσιο της παρούσας οδηγίας πρέπει όπου είναι δυνατόν να ακολουθήσει τη δομή της οδηγίας 2008/48/ΕΚ, και κυρίως τις αρχές ότι οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στις διαφημίσεις για συμβάσεις πίστωσης που αφορούν ακίνητα κατοικίας ▌πρέπει να παρέχονται στον καταναλωτή με αντιπροσωπευτικό παράδειγμα, ότι πρέπει να παρέχεται στον καταναλωτή λεπτομερής ενημέρωση ▌πριν από τη σύναψη της σύμβασης με τυποποιημένο δελτίο πληροφοριών, ότι πρέπει να παρέχονται στον καταναλωτή επαρκείς επεξηγήσεις προτού συναφθεί η σύμβαση πίστωσης, ότι πρέπει να θεσπιστεί κοινή βάση για τον υπολογισμό του ΣΕΠΕ εκτός της αμοιβής συμβολαιογράφου και ότι οι πιστωτικοί φορείς ▌θα αξιολογούν την πιστοληπτική ικανότητα του καταναλωτή πριν από τη χορήγηση πίστωσης. Ομοίως, θα πρέπει να διασφαλίζεται πρόσβαση των πιστωτικών φορέων χωρίς διακρίσεις σε σχετικές βάσεις δεδομένων, ώστε να επιτυγχάνονται ισότιμοι όροι ανταγωνισμού βάσει των διατάξεων της οδηγίας 2008/48/ΕΚ. Όπως με την οδηγία 2008/48/ΕΚ, με την παρούσα οδηγία πρέπει να διασφαλίζεται η δέουσα διαδικασία χορήγησης άδειας λειτουργίας και η εποπτεία όλων των πιστωτικών φορέων που παρέχουν συμβάσεις πίστωσης για ▌ακίνητα, θα πρέπει δε να προβλεφθούν οι όροι για τη δημιουργία εξωδικαστικών μηχανισμών επίλυσης διαφορών, καθώς και για την πρόσβαση σε αυτούς.

(21)  Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να συμπληρώνει την οδηγία 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002, σχετικά με την εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών προς τους καταναλωτές(6), βάσει της οποίας απαιτείται για πωλήσεις εξ αποστάσεως να ενημερώνεται ο καταναλωτής για την ύπαρξη ή την έλλειψη δικαιώματος υπαναχώρησης και στην οποία προβλέπεται δικαίωμα υπαναχώρησης. Ωστόσο, μολονότι στην οδηγία 2002/65/ΕΚ προβλέπεται η δυνατότητα για τον προμηθευτή να γνωστοποιεί προσυμβατικές πληροφορίες μετά τη σύναψη της σύμβασης, δεν είναι σκόπιμο να προβλέπεται η δυνατότητα αυτή για συμβάσεις πίστωσης που αφορούν ακίνητα κατοικίας λόγω της σπουδαιότητας της οικονομικής δέσμευσης για τον καταναλωτή. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει το εθνικό γενικό δίκαιο περί συμβάσεων, όπως τους κανόνες σχετικά με το κύρος, την κατάρτιση ή το αποτέλεσμα μιας σύμβασης, στον βαθμό που στην παρούσα οδηγία δεν ρυθμίζονται γενικές πτυχές του δικαίου των συμβάσεων.

(22)  Ταυτοχρόνως, είναι σημαντικό να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες των συμβάσεων πίστωσης που αφορούν ακίνητα κατοικίας, για τις οποίες δικαιολογείται διαφοροποιημένη προσέγγιση. Λόγω της φύσης και των ενδεχόμενων συνεπειών για τον καταναλωτή μιας σύμβασης πίστωσης που αφορά ακίνητα κατοικίας, τα διαφημιστικό υλικό και οι εξατομικευμένες προσυμβατικές πληροφορίες θα πρέπει να περιλαμβάνουν επαρκείς ειδικές προειδοποιήσεις για τους κινδύνους, λόγου χάριν σχετικά με τις ενδεχόμενες επιπτώσεις από τη διακύμανση των συναλλαγματικών ισοτιμιών στα ποσά που οφείλει να εξοφλήσει ο καταναλωτής και, όπου κρίνεται απαραίτητο από τα κράτη μέλη, τη φύση και τις συνέπειες της σύναψης ασφάλειας. Σύμφωνα με την μέχρι τώρα εθελοντική προσέγγιση που ακολουθείται από τον κλάδο των στεγαστικών δανείων, θα πρέπει να είναι διαθέσιμες ανά πάσα στιγμή εκτός από εξατομικευμένες και γενικές προσυμβατικές πληροφορίες. Επί πλέον αιτιολογείται διαφοροποιημένη προσέγγιση ώστε να ληφθούν υπόψη τα διδάγματα από τη χρηματοπιστωτική κρίση και προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η προεργασία για τη χορήγηση της πίστωσης πραγματοποιείται σε υγιή βάση. Εν προκειμένω, θα πρέπει να ενισχυθούν οι διατάξεις για την αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας, σε σύγκριση με την καταναλωτική πίστη, θα πρέπει να παρέχονται ακριβέστερες πληροφορίες από τους μεσίτες πιστώσεων σχετικά με το καθεστώς τους και τη σχέση τους με τους πιστωτικούς φορείς, ούτως ώστε να γνωστοποιούνται δυνητικές συγκρούσεις συμφερόντων, και όλοι οι συντελεστές που συμμετέχουν στην προεργασία για τη σύναψη συμβάσεων πίστωσης που αφορούν ακίνητα θα πρέπει να αδειοδοτούνται και να εποπτεύονται δεόντως.

(23)  Επιβάλλεται να ρυθμιστούν ορισμένοι επιπλέον τομείς ώστε να αποτυπωθεί η ιδιαιτερότητα των πιστώσεων που συνδέονται με τα ακίνητα κατοικίας. Λαμβανομένης υπόψη της σημασίας της συναλλαγής, επιβάλλεται να εξασφαλισθεί ότι οι καταναλωτές θα έχουν επαρκή χρόνο τουλάχιστον επτά ημερών για να μελετήσουν τις συνέπειες. Τα κράτη μέλη πρέπει να διαθέτουν ευελιξία για την παροχή αυτού του επαρκούς χρόνου είτε ως περίοδο μελέτης προτού συναφθεί η σύμβαση πίστωσης είτε ως περίοδο υπαναχώρησης μετά τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης είτε ως συνδυασμό των δύο. Κρίνεται σκόπιμο τα κράτη μέλη να έχουν την ευελιξία να καθιστούν την περίοδο μελέτης δεσμευτική για τον καταναλωτή για περίοδο που δεν ξεπερνά τις 10 ημέρες, αλλά σε άλλες περιπτώσεις οι καταναλωτές που επιθυμούν να προχωρήσουν στη διάρκεια της περιόδου μελέτης έχουν τη δυνατότητα να το πράξουν και ότι, με σκοπό την ασφάλεια δικαίου στο πλαίσιο των συναλλαγών επί ακινήτων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προβλέπουν ότι η περίοδος μελέτης ή το δικαίωμα υπαναχώρησης θα πρέπει να παύει όταν ο καταναλωτής προχωρήσει σε οποιαδήποτε πράξη η οποία, βάσει του εθνικού δικαίου, έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ή τη μεταβίβαση δικαιώματος ιδιοκτησίας που συνδέεται με πόρους που αποκτήθηκαν μέσω της σύμβασης πίστωσης, ή χρησιμοποιώντας τέτοιους πόρους, ή, κατά περίπτωση, μεταφέρει τους πόρους σε τρίτο μέρος.

(24)  Δεδομένων των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των συμβάσεων πίστωσης όσον αφορά ακίνητα κατοικίας, αποτελεί κοινή πρακτική για τους πιστωτικούς φορείς να προσφέρουν στους καταναλωτές ένα σύνολο προϊόντων ή υπηρεσιών που μπορούν να αγοραστούν ταυτόχρονα με τη σύμβαση πίστωσης. Κατά συνέπεια, δεδομένης της σημασίας τέτοιων συμβάσεων για τους καταναλωτές, είναι σκόπιμο να καθοριστούν συγκεκριμένοι κανόνες για τις πρακτικές δέσμευσης. Ο συνδυασμός μιας σύμβασης πίστωσης με μία ή περισσότερες άλλες χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες ή προϊόντα σε δέσμες δίνει την ευκαιρία στους πιστωτικούς φορείς να διαφοροποιήσουν την προσφορά τους και να ανταγωνιστούν ο ένας τον άλλο, υπό τον όρο ότι τα στοιχεία της δέσμης μπορούν επίσης να αγοραστούν ξεχωριστά. Ενώ ο συνδυασμός συμβάσεων πίστωσης με μία ή περισσότερες άλλες χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες ή προϊόντα σε δέσμες μπορεί να ωφελήσει τους καταναλωτές, μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την κινητικότητα των καταναλωτών και την ικανότητά τους να πραγματοποιούν τεκμηριωμένες επιλογές, εκτός αν τα στοιχεία της δέσμης μπορούν να αγοραστούν ξεχωριστά. Είναι σημαντικό να εμποδιστούν πρακτικές όπως η σύνδεση ορισμένων προϊόντων που μπορεί να οδηγήσει τους καταναλωτές στη σύναψη συμβάσεων πίστωσης οι οποίες δεν είναι προς το συμφέρον τους, χωρίς ωστόσο να περιορίζεται η ομαδοποίηση προϊόντων που μπορεί να φανεί ωφέλιμη για τους καταναλωτές. Τα κράτη μέλη οφείλουν ωστόσο να συνεχίσουν να παρακολουθούν στενά τις αγορές χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών λιανικής ώστε να εξασφαλίσουν ότι οι πρακτικές ομαδοποίησης δεν στρεβλώνουν τις επιλογές των καταναλωτών και τον ανταγωνισμό στην αγορά.

(25)  Γενικώς, δεν θα πρέπει να επιτρέπονται οι πρακτικές δέσμευσης εκτός αν η χρηματοπιστωτική υπηρεσία ή το προϊόν που προσφέρεται μαζί με τη σύμβαση πίστωσης δεν θα μπορούσε να προσφερθεί ξεχωριστά καθώς αποτελεί πλήρως ενσωματωμένο μέρος της πίστωσης, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση ασφαλισμένης υπερανάληψης. Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί ωστόσο να δικαιολογηθεί για πιστωτικούς φορείς η προσφορά ή η πώληση μιας σύμβασης πίστωσης σε δέσμη με λογαριασμό πληρωμών, λογαριασμό ταμιευτηρίου, επενδυτικό προϊόν ή συνταξιοδοτικό προϊόν, για παράδειγμα όταν το κεφάλαιο του λογαριασμού χρησιμοποιείται για την εξόφληση της πίστωσης ή ως προϋπόθεση για κοινή συγκέντρωση πόρων με σκοπό την απόκτηση πίστωσης ή σε περιπτώσεις όπου, για παράδειγμα, ένα επενδυτικό προϊόν ή ένα ιδιωτικό συνταξιοδοτικό προϊόν χρησιμεύει ως συμπληρωματική εγγύηση για την πίστωση. Παρόλο που δικαιολογείται η δυνατότητα των πιστωτικών φορέων να ζητούν από τον καταναλωτή να διαθέτει σχετικό ασφαλιστήριο ώστε να εξασφαλίζεται η εξόφληση της πίστωσης ή να ασφαλίζεται η αξία της εγγύησης, ο καταναλωτής θα πρέπει να έχει την ευκαιρία να επιλέξει ο ίδιος την ασφαλιστική εταιρεία, με την προϋπόθεση ότι το ασφαλιστήριό του έχει αντίστοιχο επίπεδο εγγύησης με το ασφαλιστήριο που προτείνει ή προσφέρει ο πιστωτικός φορέας. Επιπλέον τα κράτη μέλη μπορούν να τυποποιούν, πλήρως ή εν μέρει, την κάλυψη που παρέχουν οι ασφαλιστικές συμβάσεις ώστε να διευκολύνονται συγκρίσεις διάφορων προσφορών για τους καταναλωτές που θέλουν να προβούν σε τέτοιες συγκρίσεις.

(26)  Είναι σημαντικό να εξασφαλισθεί ότι το ακίνητο κατοικίας έχει αποτιμηθεί ορθά, τόσο πριν από τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης όσο και, ιδίως αν η αποτίμηση επηρεάζει την εναπομένουσα υποχρέωση του καταναλωτή σε περίπτωση αθέτησης πληρωμών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επομένως να εξασφαλίζουν ότι υφίστανται αξιόπιστα πρότυπα αποτίμησης. Προκειμένου να κριθούν αξιόπιστα, τα πρότυπα αποτίμησης θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα διεθνώς αναγνωρισμένα πρότυπα αποτίμησης, ιδίως αυτά που ορίζει η Διεθνής Επιτροπή Προτύπων Αποτίμησης, η Ευρωπαϊκή Ομάδα Ενώσεων Εκτιμητών ή το Royal Institution of Chartered Surveyors. Τα εν λόγω διεθνώς αναγνωρισμένα πρότυπα αποτίμησης περιλαμβάνουν αρχές υψηλού επιπέδου που απαιτούν από τους πιστωτικούς φορείς, μεταξύ άλλων, να υιοθετήσουν και να τηρήσουν εσωτερικές διαδικασίες διαχείρισης κινδύνου και διαχείρισης των εγγυήσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται οι άρτιες διαδικασίες αποτίμησης, να υιοθετήσουν πρότυπα αποτίμησης και μεθόδους που οδηγούν σε ρεαλιστικές και τεκμηριωμένες αποτιμήσεις περιουσιακών στοιχείων, ώστε να εξασφαλιστεί ότι όλες οι εκθέσεις αποτίμησης συντάσσονται βάσει επαρκών επαγγελματικών ικανοτήτων και επιμέλειας και ότι οι εκτιμητές πληρούν ορισμένες απαιτήσεις όσον αφορά τα προσόντα, καθώς και να συγκεντρώσουν επαρκή τεκμηρίωση αποτίμησης για τις εγγυήσεις που είναι κατανοητή και εύλογη. Στο πλαίσιο αυτό κρίνεται επιθυμητό να εξασφαλιστεί η κατάλληλη παρακολούθηση των αγορών ακινήτων κατοικίας, καθώς και ότι οι μηχανισμοί των διατάξεων αυτών ευθυγραμμίζονται με την οδηγία 2013/36/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων(7). Η συμμόρφωση με τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας σχετικά με τα πρότυπα εκτίμησης ακινήτων μπορεί να πραγματοποιηθεί, για παράδειγμα, μέσω της νομοθεσίας ή της αυτορρύθμισης.

(27)  Δεδομένων των σημαντικών συνεπειών που έχουν οι κατασχέσεις για τους πιστωτικούς φορείς, τους καταναλωτές και ενδεχομένως τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, κρίνεται σκόπιμο να ενθαρρυνθούν οι πιστωτικοί φορείς να αντιμετωπίσουν δραστήρια τον αναδυόμενο πιστωτικό κίνδυνο σε αρχικό στάδιο και να εξασφαλιστεί ότι υφίστανται τα απαραίτητα μέτρα που βεβαιώνουν ότι οι πιστωτικοί φορείς επιδεικνύουν εύλογη ανοχή και καταβάλλουν κάθε εύλογη προσπάθεια για την επίτευξη λύσης με άλλα μέσα πριν κινήσουν διαδικασίες κατάσχεσης. Όπου είναι δυνατόν θα πρέπει να βρίσκονται λύσεις που λαμβάνουν υπόψη την πραγματική κατάσταση και την εύλογη ανάγκη για έξοδα διαβίωσης του καταναλωτή. Όταν μετά τις διαδικασίες κατάσχεσης εξακολουθεί να εναπομένει χρέος, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίσουν την προστασία ελάχιστων συνθηκών διαβίωσης και να θεσπίσουν μέτρα για τη διευκόλυνση της εξόφλησης αποφεύγοντας παράλληλα τη μακροχρόνια υπερχρέωση. Τουλάχιστον όταν η τιμή που προσδιορίζεται για το ακίνητο έχει αντίκτυπο στο ποσό που οφείλει ο καταναλωτής, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενθαρρύνουν τους πιστωτικούς φορείς να λαμβάνουν εύλογα μέτρα για τον προσδιορισμό της καλύτερης δυνατής τιμής για το κατασχεθέν ακίνητο στο πλαίσιο των συνθηκών της αγοράς. Τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να εμποδίζουν τα μέρη μιας σύμβασης πίστωσης να συμφωνούν ρητώς ότι η μεταφορά της εγγύησης στον πιστωτικό φορέα αρκεί για την εξόφληση της πίστωσης.

(28)  Οι μεσίτες συχνά ασκούν και άλλες δραστηριότητες εκτός από την πιστωτική διαμεσολάβηση, και ιδίως ασφαλιστική διαμεσολάβηση ή παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. Επομένως, στην παρούσα οδηγία θα πρέπει επίσης να διασφαλίζεται ένας ορισμένος βαθμός συνέπειας με την οδηγία 2002/92/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με την ασφαλιστική διαμεσολάβηση(8) και με την οδηγία 2004/39/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων(9). Πιο συγκεκριμένα τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2013/36/ΕE και άλλα πιστωτικά ιδρύματα που διέπονται από ισοδύναμο καθεστώς χορήγησης άδειας λειτουργίας δυνάμει του εθνικού δικαίου δεν θα πρέπει να χρειάζονται πρόσθετη άδεια λειτουργίας προκειμένου να λειτουργήσουν ως μεσίτες πιστώσεων ώστε να απλουστευθεί η διαδικασία εγκατάστασης των μεσιτών πιστώσεων και η άσκηση των δραστηριοτήτων τους διασυνοριακά. Η πλήρης και άνευ όρων ευθύνη που αναλαμβάνουν οι πιστωτικοί φορείς και οι μεσίτες πιστώσεων για τις δραστηριότητες συνδεδεμένων μεσιτών πιστώσεων ή εντεταλμένων αντιπροσώπων θα πρέπει να αφορούν μόνο δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, εκτός αν τα κράτη μέλη επιλέξουν να επεκτείνουν την ευθύνη αυτή και σε άλλους τομείς.

(29)  Προκειμένου να αυξηθεί η ικανότητα των καταναλωτών να λαμβάνουν τεκμηριωμένες αποφάσεις σχετικά με τον υπεύθυνο δανεισμό και τη διαχείριση χρέους, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προωθήσουν μέτρα που στηρίζουν την εκπαίδευση των καταναλωτών σε ό,τι αφορά τον υπεύθυνο δανεισμό και τη διαχείριση χρέους ιδίως σχετικά με τις συμβάσεις ενυπόθηκης πίστωσης. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να παρασχεθεί καθοδήγηση για τους καταναλωτές που συνάπτουν ενυπόθηκο δάνειο για πρώτη φορά. Στο πλαίσιο αυτό η Επιτροπή θα πρέπει να προσδιορίσει παραδείγματα βέλτιστων πρακτικών ώστε να διευκολυνθεί η περαιτέρω ανάπτυξη μέτρων για την ενίσχυση των γνώσεων των καταναλωτών όσον αφορά τον χρηματοπιστωτικό τομέα.

(30)  Εξαιτίας των σημαντικών κινδύνων που συνεπάγεται ο δανεισμός σε ξένο νόμισμα, είναι απαραίτητο να προβλεφθούν μέτρα που εξασφαλίζουν ότι οι καταναλωτές έχουν επίγνωση του κινδύνου που αναλαμβάνουν και έχουν τη δυνατότητα να περιορίσουν την έκθεσή τους στον συναλλαγματικό κίνδυνο καθ’ όλη τη διάρκεια της πίστωσης. Ο κίνδυνος μπορεί να μειωθεί είτε μέσω της παροχής στον καταναλωτή του δικαιώματος μετατροπής του νομίσματος της πίστωσης είτε μέσω άλλων ρυθμίσεων, όπως ανώτατα όρια ή προειδοποιήσεις, όταν αυτές επαρκούν για τον περιορισμό του συναλλαγματικού κινδύνου.

(31)  Το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο θα πρέπει να προσφέρει στους καταναλωτές τη βεβαιότητα ότι οι πιστωτικοί φορείς, οι μεσίτες πιστώσεων και οι εντεταλμένοι αντιπρόσωποι λαμβάνουν υπόψη τα συμφέροντα του καταναλωτή, με βάση τις πληροφορίες που διαθέτει ο πιστωτικός φορέας, ο μεσίτης πιστώσεων και ο εντεταλμένος αντιπρόσωπος τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή και με βάση εύλογες παραδοχές όσον αφορά τους κινδύνους ως προς την εξέλιξη της κατάστασης του καταναλωτή καθ’ όλη τη διάρκεια της προτεινόμενης σύμβασης πίστωσης. Αυτό θα μπορούσε να συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, ότι οι πιστωτικοί φορείς δεν θα πρέπει να προωθούν εμπορικά την πίστωση κατά τρόπο που να περιορίζει ή να ενδέχεται να περιορίσει σημαντικά την ικανότητα του καταναλωτή να εξετάζει προσεκτικά τη λήψη της πίστωσης, ή ότι ο πιστωτικός φορέας δεν θα πρέπει να χρησιμοποιεί τη χορήγηση της πίστωσης ως κύρια μέθοδο εμπορικής προώθησης σε περίπτωση που εμπορεύεται αγαθά, υπηρεσίες ή ακίνητα με καταναλωτές. Βασική προϋπόθεση για να διασφαλιστεί η εμπιστοσύνη των καταναλωτών είναι η απαίτηση να επιδείξει ο κλάδος υψηλό βαθμό δικαιοσύνης, εντιμότητας και επαγγελματισμού, να έχει κατάλληλη διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που σχετίζονται με την αμοιβή, και να παρέχει συμβουλές προς όφελος του καταναλωτή.

(32)  Είναι σκόπιμο να εξασφαλίζεται ότι το σχετικό προσωπικό των πιστωτικών φορέων, των μεσιτών πίστωσης και των εντεταλμένων αντιπροσώπων διαθέτει κατάλληλο επίπεδο γνώσεων και επάρκειας ώστε να επιτυγχάνεται υψηλό επίπεδο επαγγελματισμού. Συνεπώς η παρούσα οδηγία θα πρέπει να απαιτεί, στο επίπεδο της εταιρίας, απόδειξη των σχετικών γνώσεων και επάρκειας, βάσει των ελάχιστων απαιτήσεων σχετικά με τις γνώσεις και την επάρκεια που ορίζονται στην παρούσα οδηγία. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι ελεύθερα να θεσπίζουν ή να διατηρούν την εφαρμογή τέτοιων απαιτήσεων για μεμονωμένα φυσικά πρόσωπα. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να επιτρέπουν στους πιστωτικούς φορείς, τους μεσίτες πιστώσεων και τους εντεταλμένους αντιπρόσωπους να διαφοροποιούν το επίπεδο των απαιτούμενων στοιχειωδών γνώσεων ανάλογα με τον βαθμό συμμετοχής των υπαλλήλων στη διεκπεραίωση ιδιαίτερων υπηρεσιών ή διαδικασιών. Στο πλαίσιο αυτό στα μέλη του προσωπικού περιλαμβάνονται οι υπάλληλοι εξωτερικής ανάθεσης που εργάζονται εξ ονόματος του πιστωτικού φορέα, του μεσίτη πιστώσεων ή τους εντεταλμένους αντιπροσώπους και εντός τους, καθώς και τους υπαλλήλους τους. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, το προσωπικό που απασχολείται απευθείας σε δραστηριότητες οι οποίες διέπονται από την παρούσα οδηγία πρέπει να περιλαμβάνει τόσο το προσωπικό πωλήσεων όσο και το διοικητικό προσωπικό, συμπεριλαμβανομένων των στελεχών, που εκπληρώνει σημαντικό ρόλο στη διαδικασία της σύμβασης πίστωσης. Τα πρόσωπα που αναλαμβάνουν καθήκοντα υποστήριξης τα οποία δεν σχετίζονται με τη διαδικασία της σύμβασης πίστωσης (π.χ. προσωπικό ανθρώπινων πόρων και τεχνολογίας πληροφοριών και επικοινωνιών) δεν θα πρέπει να θεωρούνται ως μέλη του προσωπικού δυνάμει της παρούσας οδηγίας.

(33)  Σε περίπτωση που πιστωτικός φορέας ή μεσίτης πιστώσεων παρέχει τις υπηρεσίες του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους σύμφωνα με την αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, το κράτος μέλος καταγωγής είναι υπεύθυνο για τον καθορισμό των ελάχιστων απαιτήσεων γνώσεων και επάρκειας που απαιτούνται για το προσωπικό. Ωστόσο, αν τα κράτη μέλη υποδοχής το κρίνουν αναγκαίο, θα πρέπει να μπορούν να καθορίζουν τις δικές τους απαιτήσεις επάρκειας σε ορισμένους συγκεκριμένους τομείς οι οποίες να ισχύουν για πιστωτικούς φορείς και μεσίτες πιστώσεων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο έδαφος του συγκεκριμένου κράτους μέλους σύμφωνα με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.

(34)  Επειδή είναι σημαντικό να εξασφαλιστεί ότι οι απαιτήσεις περί γνώσεων και επάρκειας εφαρμόζονται και τηρούνται στην πράξη, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ζητούν από τις αρμόδιες αρχές να επιβλέπουν τους πιστωτικούς φορείς, τους μεσίτες πιστώσεων και τους εντεταλμένους αντιπροσώπους και να τους εξουσιοδοτούν να εξασφαλίζουν τα αποδεικτικά στοιχεία που χρειάζονται για να αξιολογήσουν με αξιοπιστία τη συμμόρφωση.

(35)  Ο τρόπος με τον οποίο οι πιστωτικοί φορείς, οι μεσίτες πιστώσεων και οι εντεταλμένοι αντιπρόσωποι αμείβουν το προσωπικό τους θα πρέπει να αποτελεί έναν από τους βασικούς όρους για τη διασφάλιση της εμπιστοσύνης του καταναλωτή στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Η παρούσα οδηγία προβλέπει κανόνες για την αμοιβή του προσωπικού με το σκοπό να περιοριστούν οι κακόβουλες πρακτικές πώλησης και να εξασφαλιστεί ότι ο τρόπος αμοιβής του προσωπικού δεν το εμποδίζει να συμμορφώνεται με την υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα του καταναλωτή. Ειδικότερα οι πιστωτικοί φορείς, οι μεσίτες πιστώσεων και οι εντεταλμένοι αντιπρόσωποι δεν θα πρέπει να χαράσσουν την πολιτική αμοιβών κατά τρόπο που θα έδινε στο προσωπικό τους κίνητρα να συνάπτει συγκεκριμένο αριθμό ή είδος συμβάσεων πίστωσης ή να παρέχει στους καταναλωτές συγκεκριμένες συμπληρωματικές υπηρεσίες, χωρίς να λαμβάνει ρητά υπόψη τα συμφέροντα και τις ανάγκες τους. Στο πλαίσιο αυτό τα κράτη μέλη μπορούν να θεωρήσουν αναγκαίο να αποφασίσουν ότι μια συγκεκριμένη πρακτική, λόγου χάρη η είσπραξη αμοιβών από συνδεδεμένους μεσίτες πιστώσεων, είναι αντίθετη με τα συμφέροντα των καταναλωτών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να μπορούν να διευκρινίσουν ότι οι αμοιβές του προσωπικού δεν πρέπει να εξαρτώνται από το επιτόκιο ή το είδος της σύμβασης πίστωσης που συνάπτεται με τον καταναλωτή.

(36)  Η παρούσα οδηγία προβλέπει εναρμονισμένους κανόνες όσον αφορά τους τομείς των γνώσεων και της επάρκειας που θα πρέπει να έχει το προσωπικό των πιστωτικών φορέων, των μεσιτών πιστώσεων και των εντεταλμένων αντιπροσώπων σε συνάρτηση με την εκπόνηση, προσφορά, χορήγηση και διαμεσολάβηση μιας σύμβασης πίστωσης. Η παρούσα οδηγία δεν προβλέπει ειδικές ρυθμίσεις που να αφορούν άμεσα την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων που αποκτά ένα πρόσωπο σε ένα κράτος μέλος με σκοπό να πληροί τις απαιτήσεις γνώσεων και επάρκειας σε άλλο κράτος μέλος. Η οδηγία 2005/36/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων(10) θα πρέπει ως εκ τούτου να συνεχίσει να εφαρμόζεται ως προς τους όρους αναγνώρισης και τα μέτρα αντιστάθμισης, που τα κράτη μέλη υποδοχής μπορούν να απαιτούν από ένα πρόσωπο του οποίου τα προσόντα δεν πιστοποιήθηκαν στην επικράτειά τους.

(37)  Οι πιστωτικοί φορείς και οι μεσίτες πιστώσεων συχνά χρησιμοποιούν διαφημίσεις πολλές φορές με ειδικές προσφορές, προκειμένου να προσελκύσουν τους καταναλωτές σε κάποιο συγκεκριμένο προϊόν. Επομένως, οι καταναλωτές θα πρέπει να προστατεύονται έναντι αθέμιτων ή παραπλανητικών πρακτικών διαφήμισης και να είναι σε θέση να συγκρίνουν τις διαφημίσεις. Είναι αναγκαίο να προβλεφθούν ειδικές διατάξεις για τη διαφήμιση συμβάσεων πίστωσης ▌, καθώς και κατάλογος των στοιχείων που θα πρέπει να περιλαμβάνονται στο υλικό διαφήμισης και εμπορικής προώθησης το οποίο απευθύνεται στους καταναλωτές, όταν στην εν λόγω διαφήμιση ορίζεται συγκεκριμένο επιτόκιο ή αναφέρονται τυχόν αριθμητικά στοιχεία που αφορούν το κόστος της πίστωσης, ώστε αυτοί να είναι σε θέση να συγκρίνουν τις διάφορες προσφορές. ▌ Τα κράτη μέλη θα πρέπει να παραμένουν ελεύθερα να θεσπίζουν ή να διατηρούν απαιτήσεις γνωστοποίησης στο εθνικό τους δίκαιο όσον αφορά τις διαφημίσεις στις οποίες δεν αναγράφεται επιτόκιο ή που δεν περιέχουν αριθμητικά στοιχεία για το κόστος της πίστωσης. Οποιαδήποτε τέτοια απαίτηση θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες των συμβάσεων πίστωσης που αφορούν ακίνητα κατοικίας. Εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να διασφαλιστεί, σύμφωνα με την οδηγία 2005/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά(11), ότι οι διαφημίσεις των συμβάσεων πίστωσης δεν θα πρέπει να δημιουργούν παραπλανητική εντύπωση για το προϊόν.

(38)  Η διαφήμιση τείνει να εστιάζει ιδιαίτερα σε ένα ή περισσότερα προϊόντα, οι καταναλωτές όμως θα πρέπει να είναι σε θέση να λαμβάνουν τις αποφάσεις τους έχοντας πλήρη γνώση του φάσματος των πιστωτικών προϊόντων που προσφέρονται. Εν προκειμένω, οι γενικές πληροφορίες παίζουν σημαντικό ρόλο διότι παρέχουν γνώσεις στον καταναλωτή σχετικά με το ευρύ φάσμα των διαθέσιμων προϊόντων και υπηρεσιών, ▌ όπως και σχετικά με τα βασικά χαρακτηριστικά τους. Επομένως, οι καταναλωτές θα πρέπει να μπορούν, ανά πάσα στιγμή, να έχουν πρόσβαση στις γενικές πληροφορίες ▌ για τα διαθέσιμα πιστωτικά προϊόντα. Όταν η απαίτηση αυτή δεν ισχύει για τους μη συνδεδεμένους μεσίτες πιστώσεων, δεν θα πρέπει να θίγεται η υποχρέωσή τους να παρέχουν στους καταναλωτές εξατομικευμένες πληροφορίες πριν από τη σύναψη της σύμβασης.

(39)  Προκειμένου να διασφαλίζονται ισότιμοι όροι ανταγωνισμού και η απόφαση του καταναλωτή να βασίζεται στα λεπτομερή χαρακτηριστικά των πιστωτικών προϊόντων που προσφέρονται, παρά στο κύκλωμα διανομής μέσω του οποίου υπάρχει πρόσβαση στα εν λόγω πιστωτικά προϊόντα, οι καταναλωτές θα πρέπει να λαμβάνουν πληροφορίες για την πίστωση είτε συναλλάσσονται απ’ ευθείας με πιστωτικό φορέα είτε με μεσίτη πιστώσεων.

(40)   Οι καταναλωτές θα πρέπει, επιπλέον, να λαμβάνουν εξατομικευμένες πληροφορίες, εγκαίρως πριν από τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης, ώστε να είναι σε θέση να συγκρίνουν και να μελετούν τα χαρακτηριστικά των πιστωτικών προϊόντων. Δυνάμει της σύστασης της Επιτροπής 2001/193/ΕΚ της 1ης Μαρτίου 2001 σχετικά με τις προσυμβατικές πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στους καταναλωτές από πιστωτές που χορηγούν στεγαστικά δάνεια(12), η Επιτροπή ανέλαβε τη δέσμευση να παρακολουθεί τη συμμόρφωση με τον εθελοντικό κώδικα συμπεριφοράς σχετικά με τις προσυμβατικές πληροφορίες που αφορούν τα στεγαστικά δάνεια, που περιλαμβάνει το ESIS, το οποίο παρέχει πληροφορίες, εξατομικευμένες για τον καταναλωτή, σχετικά με την παρεχόμενη σύμβαση πίστωσης. ▌ Βάσει των στοιχείων που συνέλεξε η Επιτροπή, ▌ έχει γίνει εμφανής η ανάγκη να αναθεωρηθεί το περιεχόμενο και η παρουσίαση του ESIS, ώστε να είναι σαφές, κατανοητό και να περιέχει όλες τις πληροφορίες που διαπιστώθηκε ότι είναι σημαντικές για τους καταναλωτές. Στο περιεχόμενο και τη διάρθρωση του ESIS θα πρέπει να ενσωματωθούν οι αναγκαίες βελτιώσεις που επισημάνθηκαν μετά τη διενέργεια δοκιμών με καταναλωτές σε όλα τα κράτη μέλη. Θα πρέπει να αναθεωρηθεί η δομή του ESIS ▌, ιδίως η σειρά των πληροφοριακών στοιχείων ▌, η διατύπωση θα πρέπει να είναι περισσότερο κατανοητή από τον χρήστη, ενώ ορισμένα σημεία, όπως το «ονομαστικό επιτόκιο» και το «συνολικό ετήσιο πραγματικό ποσοστό επιβάρυνσης», θα πρέπει να συγχωνευθούν και θα πρέπει επίσης να προστεθούν νέα σημεία, όπως «δυνατότητες ευελιξίας». Ως μέρος του ESIS θα πρέπει να παρέχεται στον καταναλωτή ενδεικτικός πίνακας απόσβεσης όταν η πίστωση συνίσταται σε πίστωση με υστερόχρονη καταβολή τόκων, στην οποία η εξόφληση του κεφαλαίου αναβάλλεται για μια αρχική περίοδο ή όταν το χρεωστικό επιτόκιο είναι σταθερό για τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προβλέπουν ότι ο εν λόγω ενδεικτικός πίνακας απόσβεσης στο ESIS δεν είναι υποχρεωτικός για άλλες συμβάσεις πιστώσεων.

(41)  Η έρευνα στους καταναλωτές κατέδειξε πόσο σημαντική είναι η χρήσης απλής και κατανοητής γλώσσας κατά την παροχή πληροφοριών προς τους καταναλωτές. Για τον λόγο αυτόν οι όροι που χρησιμοποιούνται στο ESIS δεν είναι απαραιτήτως οι ίδιοι με τους νομικούς όρους που ορίζονται στην παρούσα οδηγία αλλά έχουν το ίδιο νόημα.

(42)  Οι απαιτήσεις παροχής πληροφοριών σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης που περιλαμβάνονται στο ESIS δεν θα πρέπει να θίγουν τις ενωσιακές ή εθνικές απαιτήσεις παροχής πληροφοριών για άλλα προϊόντα ή υπηρεσίες που ενδεχομένως προσφέρονται με τη σύμβαση πίστωσης, ως προϋποθέσεις για τη σύναψη σύμβασης πίστωσης που αφορά ακίνητα ή που μπορεί να προσφέρονται για τη σύναψη της σύμβασης αυτής με χαμηλότερο χρεωστικό επιτόκιο, όπως ασφάλεια πυρός ή ζωής ή επενδυτικά προϊόντα. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι ελεύθερα να διατηρήσουν ή να θεσπίσουν εθνική νομοθεσία όταν δεν υφίστανται εναρμονισμένες διατάξεις, για παράδειγμα απαιτήσεις παροχής πληροφοριών σχετικά με το επίπεδο των τοκογλυφικών επιτοκίων στο προσυμβατικό στάδιο ή πληροφοριών που ενδέχεται να είναι χρήσιμες για λόγους χρηματοοικονομικής παιδείας ή εξωδικαστικών διακανονισμών. Τυχόν πρόσθετες πληροφορίες θα πρέπει ωστόσο να παρέχονται σε ξεχωριστό έγγραφο που μπορεί να προσαρτάται στο ESIS. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να χρησιμοποιούν διαφορετικό λεξιλόγιο, στις εθνικές τους γλώσσες, στο ESIS χωρίς να τροποποιούν το περιεχόμενό του και τη σειρά με την οποία παρέχονται οι πληροφορίες, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο για να χρησιμοποιηθεί μια γλώσσα πιο εύκολα κατανοητή από τους καταναλωτές.

(43)  Για να διασφαλιστεί ότι το ESIS παρέχει στον καταναλωτή όλες τις σχετικές πληροφορίες προκειμένου να κάνει μια τεκμηριωμένη επιλογή, ο πιστωτικός φορέας θα πρέπει κατά τη συμπλήρωση του ESIS να ακολουθεί τις εντολές που διατυπώνονται στην παρούσα οδηγία. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να επεξεργαστούν και να προσδιορίσουν λεπτομερέστερα τις εντολές για τη συμπλήρωση του ESIS βάσει των εντολών που διατυπώνονται στην παρούσα οδηγία. Λόγου χάρη, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να προσδιορίσουν λεπτομερέστερα τις πληροφορίες που πρέπει να δίνονται για να περιγραφεί το «είδος του χρεωστικού επιτοκίου» ώστε να ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες των εθνικών προϊόντων και της εθνικής αγοράς. Ωστόσο, αυτός ο λεπτομερέστερος προσδιορισμός δεν θα πρέπει να είναι αντίθετος με τις εντολές που διατυπώνονται στην παρούσα οδηγία ούτε να συνεπάγεται τυχόν τροποποιήσεις στο κείμενο του υποδείγματος του ESIS, το οποίο θα πρέπει να αναπαράγεται ως έχει από τον πιστωτικό φορέα. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να περιλαμβάνουν περαιτέρω προειδοποιήσεις για τις συμβάσεις πίστωσης, προσαρμοσμένες στη δική τους εθνική αγορά και πρακτικές, εφόσον αυτές οι προειδοποιήσεις δεν αναφέρονται ήδη στο ESIS. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να προβλέπουν ότι, εφόσον ότι ο πιστωτικός φορέας αποφασίζει να χορηγήσει την πίστωση, δεσμεύεται από τις πληροφορίες που παρέχονται στο ESIS.

(44)  Ο καταναλωτής θα πρέπει να λαμβάνει πληροφορίες μέσω του ESIS χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση ευθύς μόλις ο καταναλωτής παράσχει τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τις ανάγκες, την οικονομική του κατάσταση και τις προτιμήσεις του, σε εύθετο δε χρόνο προτού δεσμευθεί από οιαδήποτε σύμβαση ή προσφορά πίστωσης, ώστε να είναι σε θέση να συγκρίνει και να μελετήσει τα χαρακτηριστικά των πιστωτικών προϊόντων και, αν είναι απαραίτητο, να λάβει συμβουλές από τρίτο μέρος. Ειδικότερα όταν γίνεται δεσμευτική προσφορά στον καταναλωτή, αυτή θα πρέπει να συνοδεύεται από το ESIS, εκτός αν αυτό δόθηκε ήδη στον καταναλωτή και τα χαρακτηριστικά της προσφοράς είναι συνεπή με τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν προηγουμένως. Ωστόσο τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να προβλέπουν την υποχρεωτική παροχή του ESIS τόσο πριν όσο και μαζί με οιαδήποτε δεσμευτική προσφορά, όταν δεν έχει ήδη παρασχεθεί ESIS που να περιλαμβάνει τις ίδιες πληροφορίες. Παρόλο που το ESIS θα πρέπει να περιλαμβάνει εξατομικευμένες πληροφορίες και να αποτυπώνει τις προτιμήσεις που εξέφρασε ο καταναλωτής, η παροχή τέτοιων εξατομικευμένων πληροφοριών δεν θα πρέπει να συνεπάγεται υποχρέωση παροχής συμβουλών. Οι συμβάσεις πίστωσης θα πρέπει να συνάπτονται μόνο όταν ο καταναλωτής είχε αρκετό χρόνο να συγκρίνει τις προσφορές, να εκτιμήσει τις συνέπειές τους, να λάβει συμβουλές από τρίτο μέρος αν το κρίνει απαραίτητο και έχει λάβει τεκμηριωμένη απόφαση ως προς την αποδοχή μιας προσφοράς.

(45)  Σε περίπτωση που ο καταναλωτής έχει μια σύμβαση πίστωσης με εμπράγματη ασφάλεια για την αγορά ακινήτου ή γης και η διάρκεια της εμπράγματης ασφάλειας είναι μεγαλύτερη από αυτή της σύμβασης πίστωσης, και σε περίπτωση που ο καταναλωτής μπορεί να αποφασίσει να χρησιμοποιήσει εκ νέου το αποπληρωμένο κεφάλαιο, υπό τον όρο ότι θα υπογράψει νέα σύμβαση πίστωσης, θα πρέπει να του παρασχεθεί πριν την υπογραφή της νέας σύμβασης πίστωσης νέο ESIS που να γνωστοποιεί ένα νέο ΣΕΠΕ και που να βασίζεται στα ειδικά χαρακτηριστικά της νέας σύμβασης πίστωσης.

(46)  Τουλάχιστον όταν δεν υφίσταται δικαίωμα υπαναχώρησης, ο πιστωτικός φορέας ή, κατά περίπτωση, ο μεσίτης πιστώσεων ή ο εντεταλμένος αντιπρόσωπος θα πρέπει να παρέχουν στον καταναλωτή αντίγραφο του σχεδίου σύμβασης πίστωσης κατά τον χρόνο υποβολής μιας προσφοράς που είναι δεσμευτική για τον πιστωτικό φορέα. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις θα πρέπει τουλάχιστον να παρέχεται στον καταναλωτή αντίγραφο του σχεδίου σύμβασης πίστωσης κατά τον χρόνο υποβολής δεσμευτικής προσφοράς.

(47)  Προκειμένου να διασφαλιστεί η μέγιστη δυνατή διαφάνεια και να αποφεύγονται οι καταχρηστικές πρακτικές που οφείλονται σε πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων, όταν οι καταναλωτές προσφεύγουν στις υπηρεσίες μεσιτών πιστώσεων, οι εν λόγω μεσίτες θα πρέπει να υπόκεινται σε ορισμένες υποχρεώσεις γνωστοποίησης πληροφοριών, πριν από την παροχή των υπηρεσιών τους. Η γνωστοποίηση αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τα στοιχεία ταυτότητάς τους και τους δεσμούς τους με τους πιστωτικούς φορείς, λόγου χάριν αν προσφέρουν προϊόντα από ευρύ φάσμα πιστωτικών φορέων ή μόνον από πιο περιορισμένο αριθμό πιστωτικών φορέων. Η ύπαρξη οποιασδήποτε προμήθειας ή άλλης παρότρυνσης που καταβάλλουν στον μεσίτη πιστώσεων ο πιστωτικός φορέας ή τρίτα μέρη σε σχέση με τη σύμβαση πίστωσης θα πρέπει να γνωστοποιείται στους καταναλωτές πριν από την άσκηση οποιωνδήποτε δραστηριοτήτων πιστωτικής διαμεσολάβησης και οι καταναλωτές θα πρέπει να ενημερώνονται στο στάδιο αυτό είτε σχετικά με το ύψος των πληρωμών αυτών, όταν είναι γνωστό, είτε σχετικά με το γεγονός ότι το ύψος θα γνωστοποιηθεί σε μεταγενέστερο προσυμβατικό στάδιο στο ESIS, καθώς και σχετικά με το δικαίωμά τους να λαμβάνουν πληροφορίες για το επίπεδο τέτοιων πληρωμών στο εν λόγω στάδιο. Οι καταναλωτές θα πρέπει επίσης να ενημερώνονται για τυχόν αμοιβές που θα πρέπει να καταβάλουν στους μεσίτες πιστώσεων σε συνάρτηση με τις υπηρεσίες τους. Με την επιφύλαξη του δικαίου περί ανταγωνισμού, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι ελεύθερα να θεσπίζουν ή να διατηρούν διατάξεις για την απαγόρευση της καταβολής αμοιβών από τους καταναλωτές σε ορισμένες ή όλες τις κατηγορίες μεσιτών πιστώσεων.

(48)  Ο καταναλωτής ενδέχεται να εξακολουθεί να χρειάζεται πρόσθετη βοήθεια, προκειμένου να αποφασίσει ποια σύμβαση πίστωσης, από το φάσμα των προτεινόμενων προϊόντων, είναι η καταλληλότερη για τις ανάγκες και την οικονομική του κατάσταση. Οι πιστωτικοί φορείς και, κατά περίπτωση, οι μεσίτες πιστώσεων θα πρέπει να παρέχουν βοήθεια όσον αφορά τα πιστωτικά προϊόντα τα οποία προσφέρουν στον καταναλωτή, εξηγώντας στον καταναλωτή με εξατομικευμένο τρόπο τις σχετικές πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων ιδίως των βασικών χαρακτηριστικών των προτεινόμενων προϊόντων ▌, ούτως ώστε ο καταναλωτής να αντιλαμβάνεται τις ενδεχόμενες συνέπειές τους στην οικονομική του κατάσταση. Οι πιστωτικοί φορείς και, κατά περίπτωση, οι μεσίτες πιστώσεων θα πρέπει να προσαρμόζουν τον τρόπο με τον οποίο ▌ δίνονται τέτοιες εξηγήσεις στις ▌ συνθήκες υπό τις οποίες προσφέρεται η πίστωση και στην ανάγκη του καταναλωτή για βοήθεια, λαμβάνοντας υπόψη τις γνώσεις και τη σχετική με πιστώσεις εμπειρία του καταναλωτή καθώς και τη φύση των επιμέρους πιστωτικών προϊόντων. Τέτοιες εξηγήσεις δεν θα πρέπει να συνιστούν από μόνες τους προσωπική σύσταση.

(49)  Προκειμένου να προωθηθούν η εδραίωση και η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να διασφαλιστεί υψηλός βαθμός προστασίας των καταναλωτών σε ολόκληρη την Ένωση, είναι αναγκαίο να εξασφαλιστεί κατά ενιαίο τρόπο η συγκρισιμότητα των πληροφοριών που αφορούν το ΣΕΠΕ σε ολόκληρη την Ένωση.

(50)  Το συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή θα πρέπει να περιλαμβάνει το σύνολο των επιβαρύνσεων που πρέπει να πληρώσει ο καταναλωτής για τη σύμβαση πίστωσης και οι οποίες είναι γνωστές στον πιστωτικό φορέα. Θα πρέπει, επομένως, να περιλαμβάνει τους τόκους, τις προμήθειες, τους φόρους, τις αμοιβές των μεσιτών πιστώσεων, τα έξοδα αποτίμησης ακίνητης περιουσίας για εγγραφή υποθήκης και οιεσδήποτε άλλες αμοιβές, εκτός από τις συμβολαιογραφικές δαπάνες, που απαιτούνται για τη χορήγηση της πίστωσης, όπως για παράδειγμα ασφάλεια ζωής, ή για τη χορήγησή της υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που διαφημίζονται, όπως για παράδειγμα ασφάλεια πυρός. Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας που αφορούν συμπληρωματικά προϊόντα και υπηρεσίες (για παράδειγμα όσον αφορά τα έξοδα ανοίγματος και τήρησης τραπεζικού λογαριασμού) δεν θα πρέπει να θίγουν την οδηγία 2005/29/EΚ και την οδηγία 93/13/EΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές(13). Από το συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή θα πρέπει να εξαιρούνται τα έξοδα που αυτός καταβάλλει σε συνάρτηση με την αγορά των ακινήτων ή της γης, όπως οι συνδεόμενοι φόροι και οι συμβολαιογραφικές δαπάνες ή τα έξοδα καταχώρησης στο κτηματολόγιο. Η πραγματική γνώση του κόστους από τον πιστωτικό φορέα θα πρέπει να αξιολογείται αντικειμενικά, λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων της επαγγελματικής επιμέλειας. Στο σημείο αυτό, ο πιστωτικός φορέας θα πρέπει κατά τεκμήριο να γνωρίζει το κόστος αυτών των συμπληρωματικών υπηρεσιών, τις οποίες προσφέρει στον καταναλωτή εξ ονόματός του ή εξ ονόματος τρίτου, εκτός εάν η τιμή εξαρτάται από τα ειδικά χαρακτηριστικά ή την κατάσταση του καταναλωτή.

(51)  Εάν χρησιμοποιούνται κατ' εκτίμηση πληροφορίες, ο καταναλωτής θα πρέπει να ενημερώνεται σχετικά με αυτό καθώς και για το ότι οι πληροφορίες θεωρούνται αντιπροσωπευτικές για το είδος της υπό εξέταση σύμβασης ή πρακτικής. Με τις πρόσθετες παραδοχές για τον υπολογισμό του ΣΕΠΕ επιδιώκεται να εξασφαλιστεί ότι το ΣΕΠΕ υπολογίζεται με συνεπή τρόπο και να διασφαλιστεί η συγκρισιμότητα. Πρόσθετες παραδοχές είναι απαραίτητες για συγκεκριμένα είδη συμβάσεων πίστωσης, όπως όταν το ποσό, η διάρκεια ή το κόστος της πίστωσης είναι αβέβαια ή κυμαίνονται αναλόγως προς το καθεστώς λειτουργίας της σύμβασης. Σε περίπτωση που οι διατάξεις αυτές καθαυτές δεν είναι επαρκείς για τον υπολογισμό του ΣΕΠΕ, ο πιστωτικός φορέας θα πρέπει να χρησιμοποιήσει τις πρόσθετες αυτές παραδοχές που προβλέπονται στο παράρτημα Ι. Ωστόσο, δεδομένου ότι ο υπολογισμός του ΣΕΠΕ θα εξαρτηθεί από τους όρους της επιμέρους σύμβασης πίστωσης, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνον οι παραδοχές που είναι αναγκαίες και που αφορούν σαφώς τη συγκεκριμένη πίστωση.

(52)  Για να εξασφαλισθεί υψηλός βαθμός συγκρισιμότητας του ΣΕΠΕ μεταξύ των προσφορών διαφόρων πιστωτικών φορέων, τα διαστήματα μεταξύ των ημερομηνιών που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό δεν θα πρέπει να εκφράζονται σε ημέρες, εφόσον μπορούν να εκφραστούν ως συνολικός αριθμός ετών, μηνών και εβδομάδων. Εννοείται στο σημείο αυτό ότι αν ορισμένα χρονικά διαστήματα χρησιμοποιούνται στον μαθηματικό τύπο του ΣΕΠΕ, τα ίδια χρονικά διαστήματα θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό του ποσού των τόκων και λοιπών επιβαρύνσεων που χρησιμοποιούνται στον μαθηματικό τύπο. Για τον λόγο αυτό οι πιστωτικοί φορείς θα πρέπει να χρησιμοποιούν τη μέθοδο μέτρησης των χρονικών διαστημάτων που περιγράφεται στο παράρτημα Ι προκειμένου να υπολογίσουν τα αριθμητικά στοιχεία για την πληρωμή των επιβαρύνσεων. Ωστόσο, αυτό ισχύει μόνον για τον υπολογισμό του ΣΕΠΕ και δεν αφορά τα ποσά που πράγματι χρεώνονται από τον πιστωτικό φορέα σύμφωνα με τη σύμβαση πίστωσης. Σε περίπτωση που αυτοί οι αριθμοί είναι διαφορετικοί, μπορεί να χρειαστεί να επεξηγηθούν στον καταναλωτή ώστε να αποφευχθεί η παραπλάνησή του. Αυτό συνεπάγεται ότι αν δεν υπάρχουν επιβαρύνσεις που δεν έχουν σχέση με τόκο, και αν γίνει δεκτή μια πανομοιότυπη μέθοδος υπολογισμού, το ΣΕΠΕ θα ισούται με το πραγματικό χρεωστικό επιτόκιο της πίστωσης.

(53)  Δεδομένου ότι το ΣΕΠΕ μπορεί να προσδιορίζεται κατά το στάδιο της διαφήμισης μόνον μέσω παραδείγματος, το παράδειγμα αυτό θα πρέπει να είναι αντιπροσωπευτικό. Επομένως, θα πρέπει να αντιστοιχεί, παραδείγματος χάριν, στη μέση διάρκεια και στο συνολικό ποσό της πίστωσης που χορηγείται για το υπόψη είδος σύμβασης πίστωσης. Κατά τον καθορισμό του αντιπροσωπευτικού παραδείγματος, θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη ο βαθμός επικράτησης ορισμένων ειδών συμβάσεων πίστωσης σε συγκεκριμένη αγορά. Είναι ίσως προτιμότερο για κάθε πιστωτικό φορέα να βασίζει το αντιπροσωπευτικό παράδειγμα σε ποσό πίστωσης αντιπροσωπευτικό του ίδιου του φάσματος προϊόντων αυτού του πιστωτικού φορέα και της αναμενόμενης πελατειακής του βάσης, δεδομένου ότι αυτά ποικίλλουν αισθητά μεταξύ των πιστωτικών φορέων. Όσον αφορά το ΣΕΠΕ που καταγράφεται στο ESIS, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, όταν αυτό είναι δυνατόν, οι προτιμήσεις και οι πληροφορίες που γνωστοποιούνται από τον καταναλωτή και ο πιστωτικός φορέας ή ο μεσίτης πιστώσεων θα πρέπει να διευκρινίζει αν οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν είναι ενδεικτικές ή αποτυπώνουν τις γνωστοποιηθείσες προτιμήσεις και πληροφορίες. Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει τα αντιπροσωπευτικά παραδείγματα να αντιτίθενται στις απαιτήσεις της οδηγίας 2005/29/EΚ. Είναι σημαντικό να δηλώνεται σαφώς στον καταναλωτή μέσω του ESIS, κατά περίπτωση, ότι το ΣΕΠΕ βασίζεται σε παραδοχές και ενδέχεται να αλλάξει, έτσι ώστε οι καταναλωτές να λαμβάνουν αυτή την περίπτωση υπόψη τους όταν συγκρίνουν προϊόντα. Είναι σημαντικό το ΣΕΠΕ να λαμβάνει υπόψη όλες τις αναλήψεις στο πλαίσιο της σύμβασης πίστωσης, είτε καταβάλλονται απευθείας στον καταναλωτή είτε σε τρίτο μέρος εξ ονόματος του καταναλωτή.

(54)  Για λόγους συνάφειας του υπολογισμού του ΣΕΠΕ για διαφορετικά είδη πίστωσης, οι παραδοχές που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό παρόμοιων ειδών συμβάσεων πίστωσης θα πρέπει να είναι σε γενικές γραμμές συναφείς. Εν προκειμένω, θα πρέπει να συμπεριληφθούν οι παραδοχές από την οδηγία 2011/90/EΕ της Επιτροπής, της 14ης Νοεμβρίου 2011, για την τροποποίηση του μέρους ΙΙ του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με το οποίο προβλέπονται πρόσθετα κριτήρια για τον υπολογισμό του συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου(14), οι οποίες τροποποιούν τις παραδοχές για τον υπολογισμό του ΣΕΠΕ. Παρότι δεν θα εφαρμόζονται απαραιτήτως όλες οι παραδοχές στις συμβάσεις πίστωσης που είναι διαθέσιμες σήμερα, τα προϊόντα στον τομέα αυτόν σημειώνουν καινοτόμες τάσεις και συνεπώς είναι αναγκαίο να υπάρχουν παραδοχές. Ακόμη, για να υπολογισθεί το ΣΕΠΕ, ο προσδιορισμός του πλέον διαδεδομένου μηχανισμού ανάληψης θα πρέπει να βασιστεί σε εύλογες προσδοκίες όσον αφορά τον μηχανισμό ανάληψης που χρησιμοποιείται συχνότερα από τους καταναλωτές για το είδος του προϊόντος που προσφέρεται από τον συγκεκριμένο πιστωτικό φορέα. Για υπάρχοντα προϊόντα, οι προσδοκίες θα πρέπει να βασίζονται στους 12 μήνες που προηγούνται.

(55)   Πριν από τη σύναψη μιας σύμβασης πίστωσης, είναι αναγκαίο να εκτιμάται και να επαληθεύεται η ικανότητα και η διάθεση του καταναλωτή να εξοφλήσει το δάνειο. Αυτή η αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλους τους αναγκαίους και σχετικούς παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη δυνατότητα του καταναλωτή να εξοφλήσει την πίστωση καθ’ όλη τη διάρκειά της. Ειδικότερα, η ικανότητα του καταναλωτή να εξυπηρετήσει και να εξοφλήσει πλήρως την πίστωση θα πρέπει να περιλαμβάνει εξέταση των απαιτούμενων μελλοντικών πληρωμών ή αυξήσεων στις πληρωμές λόγω αρνητικής απόσβεσης ή υστερόχρονων πληρωμών του κεφαλαίου ή των τόκων και θα πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα άλλων τακτικών εξόδων, χρεών και άλλων οικονομικών υποχρεώσεων καθώς και του εισοδήματος, των αποταμιεύσεων και των περιουσιακών στοιχείων του. Θα πρέπει να υπάρχει εύλογη πρόβλεψη για μελλοντικά γεγονότα στη διάρκεια της προτεινόμενης σύμβασης πίστωσης, όπως μια μείωση του εισοδήματος αν η διάρκεια της πίστωσης φτάνει έως τη συνταξιοδότηση ή, κατά περίπτωση, μια αύξηση του χρεωστικού επιτοκίου ή μια αρνητική εξέλιξη στη συναλλαγματική ισοτιμία. Παρόλο που η αξία του ακινήτου είναι σημαντικό στοιχείο για τον προσδιορισμό του ποσού της πίστωσης που μπορεί να χορηγηθεί σε καταναλωτή βάσει μιας σύμβασης πίστωσης με εμπράγματη ασφάλεια, η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας θα πρέπει να εστιάζει στην ικανότητα του καταναλωτή να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει βάσει της σύμβασης πίστωσης. Κατά συνέπεια, η πιθανότητα η αξία του ακινήτου να υπερβεί το ποσό της πίστωσης ή να αυξηθεί στο μέλλον δεν θα πρέπει σε γενικές γραμμές να θεωρείται ικανή προϋπόθεση για τη χορήγηση της εν λόγω πίστωσης. Παρόλ' αυτά, σε περίπτωση που ο σκοπός μιας σύμβασης πίστωσης είναι η κατασκευή ή η ανακαίνιση υπάρχοντος ακινήτου, ο πιστωτικός φορέας θα πρέπει να είναι σε θέση να λάβει υπόψη του αυτή την πιθανότητα. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να δύνανται να εκδίδουν πρόσθετες οδηγίες σχετικά με αυτά ή πρόσθετα κριτήρια και τις μεθόδους για την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας ενός καταναλωτή, για παράδειγμα με τον καθορισμό ορίων για τον δείκτη δανείου ως προς την αξία ή τον δείκτη δανείου ως προς το εισόδημα, και θα πρέπει να ενθαρρύνονται να εφαρμόσουν τις γενικές αρχές του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας για χρηστές πρακτικές σύναψης συμβάσεων ενυπόθηκων δανείων για ακίνητα κατοικίας.

(56)  Ενδέχεται να είναι αναγκαίες ειδικές διατάξεις για τα διάφορα στοιχεία που μπορεί να λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας σε ορισμένα είδη συμβάσεων πίστωσης. Λόγου χάρη, για συμβάσεις πίστωσης σχετικές με ακίνητο, όπου ορίζεται ρητώς ότι το ακίνητο δεν θα χρησιμοποιηθεί ως οικία, διαμέρισμα ή άλλος χώρος διαμονής από τον καταναλωτή ή από μέλος της οικογένειας του καταναλωτή (συμβάσεις για αγορά ακινήτου προς εκμίσθωση), τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να καθορίσουν ότι το μελλοντικό μισθωτικό εισόδημα λαμβάνεται υπόψη κατά την αξιολόγηση της ικανότητας αποπληρωμής της πίστωσης από τον καταναλωτή. Στα κράτη μέλη όπου η εθνική νομοθεσία δεν προβλέπει τέτοια ρύθμιση, οι πιστωτικοί φορείς μπορούν να αποφασίσουν να προβλέψουν συντηρητική εκτίμηση του μελλοντικού εισοδήματος από μισθώματα. Η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας δεν θα πρέπει να συνεπάγεται μεταβίβαση στον πιστωτικό φορέα της ευθύνης του καταναλωτή για τη μεταγενέστερη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεών του που απορρέουν από τη σύμβαση πίστωσης.

(57)  Η απόφαση του πιστωτικού φορέα ως προς τη χορήγηση της πίστωσης θα πρέπει να συμβαδίζει με το αποτέλεσμα της αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας. Για παράδειγμα, η δυνατότητα του πιστωτικού φορέα να μεταβιβάζει τμήμα του πιστωτικού κινδύνου σε τρίτο δεν θα πρέπει να τον κάνει να αγνοεί τα συμπεράσματα της αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας και να προτείνει σύμβαση πίστωσης σε καταναλωτή ο οποίος κατά πάσα πιθανότητα δεν θα είναι σε θέση να την εξοφλήσει. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να μεταφέρουν στο εθνικό δίκαιο αυτήν τη βασική αρχή απαιτώντας από τις αρμόδιες αρχές να αναλαμβάνουν σχετικές δράσεις ως μέρος των εποπτικών δραστηριοτήτων και να παρακολουθούν τη συμμόρφωση των διαδικασιών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας των πιστωτικών φορέων. Ωστόσο, η θετική αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας δεν θα πρέπει να συνεπάγεται υποχρέωση του πιστωτικού φορέα να χορηγήσει την πίστωση.

(58)   Σύμφωνα με τις συστάσεις του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας θα πρέπει να βασίζεται σε πληροφορίες για τη χρηματοπιστωτική και οικονομική κατάσταση, συμπεριλαμβανομένου του εισοδήματος και των εξόδων, του καταναλωτή. Οι πληροφορίες αυτές μπορούν να αντλούνται από διάφορες πηγές, συμπεριλαμβανομένου του καταναλωτή, και ο πιστωτικός φορέας οφείλει να επαληθεύσει δεόντως τις πληροφορίες αυτές πριν χορηγήσει την πίστωση. Εν προκειμένω οι καταναλωτές θα πρέπει να παρέχουν πληροφορίες προκειμένου να διευκολύνουν την αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας, δεδομένου ότι σε αντίθετη περίπτωση ο πιστωτικός φορέας είναι πιθανό να αρνηθεί την πίστωση που επιθυμούν να λάβουν εκτός αν οι πληροφορίες μπορούν να αντληθούν από αλλού. Με την επιφύλαξη του ιδιωτικού δικαίου που διέπει τις συμβάσεις, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι πιστωτικοί φορείς δεν μπορούν να καταγγέλλουν μια σύμβαση πίστωσης επειδή αντιλήφθηκαν, μετά την υπογραφή της σύμβασης πίστωσης, ότι η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας πραγματοποιήθηκε λανθασμένα λόγω ελλιπών πληροφοριών κατά τον χρόνο της αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας. Ωστόσο η πρόβλεψη αυτή δεν θα πρέπει να θίγει την πιθανότητα τα κράτη μέλη να επιτρέπουν στους πιστωτικούς φορείς να καταγγέλλουν μια σύμβαση πίστωσης όταν προκύπτει ότι ο καταναλωτής παρείχε σκοπίμως ανακριβείς ή παραποιημένες πληροφορίες κατά τον χρόνο της αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας ή εσκεμμένα δεν παρείχε πληροφορίες που θα οδηγούσαν σε αρνητική αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας ή όταν υπάρχουν άλλοι βάσιμοι λόγοι συμβατοί με το ενωσιακό δίκαιο. Παρόλο που δεν είναι σκόπιμο να επιβάλλονται κυρώσεις σε καταναλωτές όταν δεν είναι σε θέση να παράσχουν ορισμένες πληροφορίες ή εκτιμήσεις ή όταν αποφασίζουν να σταματήσουν τη διαδικασία αίτησης για χορήγηση πίστωσης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προβλέπουν κυρώσεις όταν οι καταναλωτές εν γνώσει τους παρέχουν ελλιπείς ή ανακριβείς πληροφορίες προκειμένου να λάβουν θετική αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας, ιδίως σε περίπτωση που οι πλήρεις και ορθές πληροφορίες θα είχαν ως αποτέλεσμα αρνητική αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας, και στη συνέχεια ο καταναλωτής δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει τους όρους της σύμβασης.

(59)  Η έρευνα σε βάση δεδομένων αποτελεί χρήσιμο στοιχείο για την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας. Ορισμένα κράτη μέλη απαιτούν από τους πιστωτικούς φορείς να αξιολογούν την πιστοληπτική ικανότητα των καταναλωτών, κατόπιν έρευνας σε ενδεδειγμένη βάση δεδομένων. Οι πιστωτικοί φορείς θα πρέπει επίσης να μπορούν να προβαίνουν σε έρευνα στη βάση πιστωτικών δεδομένων καθ’ όλη τη διάρκεια της πίστωσης, αποκλειστικά προκειμένου να εντοπίζουν και να αξιολογούν το ενδεχόμενο αθέτησης πληρωμών. Η έρευνα αυτή σε βάση δεδομένων θα πρέπει να υπόκειται σε κατάλληλες εγγυήσεις ώστε να εξασφαλίζεται ότι χρησιμοποιείται για τον έγκαιρο εντοπισμό και αντιμετώπιση πιστωτικού κινδύνου προς το συμφέρον του καταναλωτή και όχι για να επηρεάσει τις εμπορικές διαπραγματεύσεις. Σύμφωνα με την οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών(15), οι καταναλωτές θα πρέπει να ενημερώνονται από τους πιστωτικούς φορείς σχετικά με την έρευνα στη βάση δεδομένων πριν από τη διεξαγωγή της και θα πρέπει να έχουν δικαίωμα πρόσβασης στις πληροφορίες για το πρόσωπό τους στην εν λόγω βάση δεδομένων, ώστε, όπου είναι αναγκαίο, να διορθώνουν, να διαγράφουν ή να κλειδώνουν τα προσωπικά δεδομένα που τους αφορούν και υπόκεινται σε επεξεργασία στη βάση, σε περίπτωση που είναι ανακριβή ή έχουν υποστεί αθέμιτη επεξεργασία.

(60)  Προς αποφυγή στρεβλώσεων ανταγωνισμού μεταξύ των πιστωτικών φορέων, θα πρέπει να εξασφαλίζεται η πρόσβαση όλων των πιστωτικών φορέων ▌, συμπεριλαμβανομένων των πιστωτικών ή των μη πιστωτικών ιδρυμάτων που παρέχουν συμβάσεις πίστωσης για ακίνητα κατοικίας, σε όλες τις δημόσιες ή ιδιωτικές βάσεις δεδομένων που αφορούν καταναλωτές, υπό όρους που δεν εισάγουν διακρίσεις. Συνεπώς, οι όροι αυτοί δεν θα πρέπει να περιλαμβάνουν απαίτηση σύστασης του πιστωτικού φορέα ως πιστωτικού ιδρύματος. Θα εξακολουθήσουν να ισχύουν όροι πρόσβασης, όπως το κόστος πρόσβασης σε τράπεζα δεδομένων ή οι απαιτήσεις παροχής πληροφοριών σε τράπεζα δεδομένων βάσει αμοιβαιότητας. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι ελεύθερα να καθορίζουν αν, εντός των ορίων της δικαιοδοσίας τους, δύνανται να έχουν πρόσβαση στις εν λόγω βάσεις δεδομένων και οι μεσίτες πιστώσεων.

(61)  Όταν η αίτηση για τη χορήγηση πίστωσης απορρίπτεται βάσει δεδομένων που έχουν ληφθεί μέσω έρευνας σε βάση δεδομένων ή λόγω απουσίας δεδομένων στην εν λόγω βάση, ο πιστωτικός φορέας θα πρέπει να ενημερώνει τον καταναλωτή για το γεγονός αυτό, παρέχοντας την ονομασία της βάσης δεδομένων στην οποία έγινε έρευνα και για οποιαδήποτε άλλα στοιχεία απαιτούνται βάσει της οδηγίας 95/46/ΕΚ, ούτως ώστε να μπορεί ο καταναλωτής να ασκήσει το δικαίωμα πρόσβασης που διαθέτει και, εφόσον δικαιολογείται, να διορθώνει, να διαγράφει ή να κλειδώνει τα προσωπικά δεδομένα που τον αφορούν και υπόκεινται σε επεξεργασία στη βάση. Σε περίπτωση που η απόρριψη αίτησης για χορήγηση πίστωσης οφείλεται σε αρνητική αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας, ο πιστωτικός φορέας θα πρέπει να ενημερώνει τον καταναλωτή για την απόρριψη χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι ελεύθερα να αποφασίζουν αν θα απαιτούν από τους πιστωτικούς φορείς να παρέχουν περαιτέρω εξηγήσεις για τους λόγους απόρριψης. Ωστόσο, ο πιστωτικός φορέας δεν θα πρέπει να καλείται να παρέχει τις πληροφορίες αυτές, σε περίπτωση που αυτό απαγορεύεται δυνάμει άλλων νομοθετικών διατάξεων της Ένωσης, όπως οι διατάξεις για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Τέτοιες πληροφορίες δεν θα πρέπει να παρέχονται, εάν αυτό αντιβαίνει στους στόχους δημόσιας πολιτικής ή δημόσιας ασφάλειας, όπως η πρόληψη, η διερεύνηση, ο εντοπισμός ή η δίωξη ποινικών αδικημάτων.

(62)  Η παρούσα οδηγία ρυθμίζει τη χρήση προσωπικών δεδομένων στο πλαίσιο της αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας του καταναλωτή. Προκειμένου να διασφαλιστεί η προστασία των προσωπικών δεδομένων, θα πρέπει να εφαρμόζεται η οδηγία 95/46/ΕΚ στις δραστηριότητες επεξεργασίας δεδομένων που ασκούνται στο πλαίσιο των εν λόγω αξιολογήσεων. ▌

(63)  Η παροχή συμβουλών υπό μορφή εξατομικευμένης σύστασης αποτελεί διακριτή δραστηριότητα, η οποία μπορεί αλλά δεν είναι αναγκαστικό να συνδέεται με άλλες πτυχές της χορήγησης πίστωσης ή της μεσολάβησης σε πίστωση. Επομένως, για να είναι σε θέση να κατανοήσουν τη φύση των υπηρεσιών που τους παρέχονται, οι καταναλωτές θα πρέπει να γνωρίζουν αν παρέχονται ή μπορούν να τους παρασχεθούν συμβουλευτικές υπηρεσίες ή όχι, καθώς και σε τι συνίστανται οι συμβουλευτικές υπηρεσίες. Δεδομένης της σημασίας που αποδίδουν οι καταναλωτές στη χρήση των όρων «συμβουλές» και «σύμβουλοι», κρίνεται σκόπιμο να επιτραπεί στα κράτη μέλη να απαγορεύουν τη χρήση των εν λόγω όρων, ή παρόμοιων όρων, όταν παρέχονται στους καταναλωτές συμβουλευτικές υπηρεσίες. Είναι απαραίτητο να εξασφαλιστεί ότι τα κράτη μέλη επιβάλλουν διασφαλίσεις όταν οι συμβουλές περιγράφονται ως ανεξάρτητες, προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι το φάσμα των εξεταζόμενων προϊόντων και οι ρυθμίσεις περί αμοιβών ανταποκρίνονται στις προσδοκίες των καταναλωτών από τέτοιες συμβουλές.

(64)  Όσοι παρέχουν συμβουλευτικές υπηρεσίες θα πρέπει να τηρούν ορισμένα πρότυπα, ώστε να διασφαλίζεται ότι παρουσιάζονται στον καταναλωτή ▌ προϊόντα κατάλληλα για τις ανάγκες και την κατάστασή του. Οι συμβουλευτικές υπηρεσίες θα πρέπει να βασίζονται σε δίκαιη και επαρκώς εκτεταμένη ανάλυση των προσφερόμενων προϊόντων, όταν οι συμβουλευτικές υπηρεσίες παρέχονται από πιστωτικούς φορείς και συνδεδεμένους μεσίτες πιστώσεων, ή των προϊόντων που είναι διαθέσιμα στην αγορά, όταν οι συμβουλευτικές υπηρεσίες παρέχονται από μη συνδεδεμένους μεσίτες πιστώσεων. Όσοι παρέχουν συμβουλευτικές υπηρεσίες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ειδικευτούν σε ορισμένα άκρως εξειδικευμένα προϊόντα, όπως η ενδιάμεση χρηματοδότηση, υπό τον όρο ότι εξετάζουν φάσμα προϊόντων σε αυτή την εξειδικευμένη κατηγορία προϊόντων και ότι η ειδίκευσή τους στα εν λόγω προϊόντα επισημαίνεται σαφώς στον καταναλωτή. Εν πάση περιπτώσει οι πιστωτικοί φορείς και οι μεσίτες πιστώσεων θα πρέπει να γνωστοποιούν στον καταναλωτή κατά πόσον παρέχουν συμβουλές μόνο στο φάσμα προϊόντων τους ή σε ευρύ φάσμα από ολόκληρη την αγορά, ώστε να εξασφαλίζεται ότι ο καταναλωτής κατανοεί τη βάση επί της οποίας του προτείνεται συγκεκριμένη σύμβαση.

(65)  Οι συμβουλευτικές υπηρεσίες θα πρέπει να βασίζονται στη σωστή αντίληψη της οικονομικής κατάστασης, των προτιμήσεων και των στόχων ▌ του καταναλωτή με βάση τις απαραίτητες, επικαιροποιημένες πληροφορίες και εύλογες παραδοχές όσον αφορά τους κινδύνους για την κατάσταση του καταναλωτή καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να δύνανται να διευκρινίζουν πώς πρέπει να εκτιμάται η καταλληλότητα ενός δεδομένου προϊόντος στο πλαίσιο της παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών.

(66)  Η δυνατότητα του καταναλωτή να εξοφλήσει την πίστωση πριν από τη λήξη της σύμβασης πίστωσης μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην προώθηση του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά και της ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών της Ένωσης, καθώς και να βοηθήσει στην παροχή της ευελιξίας καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης που είναι απαραίτητη για την προώθηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας σύμφωνα με τις συστάσεις του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Ωστόσο, υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των εθνικών γενικών αρχών και προϋποθέσεων υπό τις οποίες οι καταναλωτές έχουν δυνατότητα εξόφλησης της πίστωσής τους, καθώς και των προϋποθέσεων υπό τις οποίες μπορεί να πραγματοποιηθεί αυτή η πρόωρη εξόφληση. Μολονότι αναγνωρίζεται η ποικιλία των μηχανισμών χρηματοδότησης ενυπόθηκων δανείων και του φάσματος διαθέσιμων προϊόντων, είναι απαραίτητο να προβλεφθούν σε επίπεδο Ένωσης ορισμένες προδιαγραφές για την πρόωρη εξόφληση των πιστώσεων, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι καταναλωτές έχουν τη δυνατότητα να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους πριν από την ημερομηνία που έχει συμφωνηθεί στη σύμβαση πίστωσης και ότι αισθάνονται εμπιστοσύνη να συγκρίνουν τιμές προκειμένου να βρουν τα προϊόντα που ανταποκρίνονται καλύτερα στις ανάγκες τους. Τα κράτη μέλη θα πρέπει συνεπώς να εξασφαλίσουν, είτε μέσω νομοθεσίας είτε με άλλα μέσα όπως οι συμβατικές ρήτρες, ότι οι καταναλωτές έχουν το δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης του δανείου. Ωστόσο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να δύνανται να καθορίζουν τους όρους για την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος. Στους όρους αυτούς είναι δυνατόν να συγκαταλέγονται χρονικοί περιορισμοί της άσκησης του δικαιώματος, διαφορετική μεταχείριση ανάλογα με το είδος του χρεωστικού επιτοκίου ▌ ή ▌ περιορισμοί όσον αφορά τις περιστάσεις υπό τις οποίες δύναται να ασκηθεί το δικαίωμα. Εάν η πρόωρη εξόφληση πραγματοποιείται εντός χρονικού διαστήματος για το οποίο το χρεωστικό επιτόκιο είναι σταθερό, η άσκηση του δικαιώματος είναι δυνατόν να εξαρτάται από την ύπαρξη νόμιμου συμφέροντος από πλευράς του καταναλωτή το οποίο προσδιορίζεται από το κράτος μέλος. Τέτοιο νόμιμο συμφέρον μπορεί να υπάρχει, παραδείγματος χάριν, σε περίπτωση διαζυγίου ή ανεργίας. Οι όροι που θέτουν τα κράτη μέλη μπορεί να προβλέπουν ότι ο πιστωτικός φορέας δικαιούται εύλογη και αντικειμενικώς δικαιολογημένη αποζημίωση για ενδεχόμενα έξοδα που συνδέονται άμεσα με την πρόωρη αποπληρωμή της πίστωσης. Στην περίπτωση που τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι ο πιστωτικός φορέας δικαιούται αποζημίωση, η εν λόγω αποζημίωση θα πρέπει να είναι εύλογη και αντικειμενικώς δικαιολογημένη για ενδεχόμενα έξοδα που συνδέονται άμεσα με την πρόωρη αποπληρωμή της πίστωσης σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες για την αποζημίωση. Η αποζημίωση δεν θα πρέπει να υπερβαίνει την οικονομική ζημία του πιστωτικού φορέα.

(67)  Είναι σημαντικό να εξασφαλιστεί ότι υφίσταται επαρκής διαφάνεια που θα προσφέρει σαφήνεια στους καταναλωτές όσον αφορά τη φύση των δεσμεύσεων που αναλαμβάνουν με σκοπό τη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και κατά πόσον υπάρχει ευελιξία στη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης. Θα πρέπει να παρέχονται στους καταναλωτές πληροφορίες σχετικά με το χρεωστικό επιτόκιο στη διάρκεια της συμβατικής σχέσης καθώς και στο προσυμβατικό στάδιο. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να διατηρούν ή να θεσπίζουν περιορισμούς ή απαγορεύσεις της μονομερούς μεταβολής του χρεωστικού επιτοκίου από τον πιστωτικό φορέα. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να προβλέπουν ότι όταν αλλάζει το χρεωστικό επιτόκιο ο καταναλωτής δικαιούται να λάβει επικαιροποιημένο πίνακα απόσβεσης.

(68)  Παρότι οι μεσίτες πιστώσεων διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στη διάθεση συμβάσεων πίστωσης για ακίνητα κατοικίας στην Ένωση, παραμένουν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των εθνικών διατάξεων περί επαγγελματικής δεοντολογίας και εποπτείας των μεσιτών πιστώσεων, οι οποίες δημιουργούν εμπόδια στην πρόσβαση σε δραστηριότητες μεσίτη πιστώσεων και την άσκηση αυτών στην εσωτερική αγορά. Η αδυναμία των μεσιτών πιστώσεων να ασκούν ελεύθερα τις δραστηριότητές τους σε ολόκληρη την Ένωση εμποδίζει την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς συμβάσεων πίστωσης που αφορούν ακίνητα κατοικίας. Παρότι αναγνωρίζονται οι διάφοροι τύποι συντελεστών της αγοράς που ασχολούνται με την πιστωτική διαμεσολάβηση, είναι απαραίτητο να προβλέπονται σε επίπεδο Ένωσης ορισμένα πρότυπα, ώστε να διασφαλίζεται υψηλό επίπεδο επαγγελματισμού και υπηρεσιών.

(69)   Προτού αναλάβουν τις δραστηριότητές τους, οι μεσίτες πιστώσεων θα πρέπει να υπάγονται σε διαδικασία χορήγησης άδειας λειτουργίας από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής τους και θα υπόκεινται σε διαρκή εποπτεία ώστε να εξασφαλιστεί ότι ανταποκρίνονται σε αυστηρές επαγγελματικές απαιτήσεις τουλάχιστον όσον αφορά την επάρκεια, τα απαιτούμενα εχέγγυα εντιμότητας ▌ και την κάλυψη της επαγγελματικής αστικής ευθύνης που διαθέτουν. ▌ Οι απαιτήσεις αυτές θα πρέπει να εφαρμόζονται τουλάχιστον στο επίπεδο του ιδρύματος. Ωστόσο, τα κράτη μέλη δύνανται να διευκρινίζουν κατά πόσον οι εν λόγω απαιτήσεις άδειας λειτουργίας ισχύουν για τον κάθε εργαζόμενο του μεσίτη πιστώσεων. Το κράτος μέλος καταγωγής μπορεί να προβλέπει πρόσθετες απαιτήσεις, λόγου χάρη ότι οι μέτοχοι του μεσίτη πιστώσεων έχουν τα απαιτούμενα εχέγγυα εντιμότητας ή ότι ένας συνδεδεμένος μεσίτης πιστώσεων μπορεί να είναι συνδεδεμένος με έναν μόνο πιστωτικό φορέα, υπό τον όρο αυτές οι απαιτήσεις να είναι αναλογικές και συμβατές με την υπόλοιπη ενωσιακή νομοθεσία. Οι σχετικές πληροφορίες για μεσίτες πιστώσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας θα πρέπει να καταχωρούνται σε δημόσιο μητρώο. Οι συνδεδεμένοι μεσίτες πιστώσεων που συνεργάζονται αποκλειστικά με έναν πιστωτικό φορέα υπό την πλήρη και άνευ όρων ευθύνη του θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν άδεια λειτουργίας από την αρμόδια αρχή υπό την αιγίδα του πιστωτικού φορέα εξ ονόματος του οποίου ενεργούν. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να διατηρούν ή να επιβάλλουν περιορισμούς όσον αφορά το νομικό καθεστώς ορισμένων μεσιτών πιστώσεων, προσδιορίζοντας αν δικαιούνται να ενεργούν αποκλειστικά ως νομικά ή φυσικά πρόσωπα. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι ελεύθερα να αποφασίζουν αν όλοι οι μεσίτες πιστώσεων καταχωρούνται σε ένα μητρώο ή αν απαιτούν διαφορετικά μητρώα αναλόγως αν ο μεσίτης πιστώσεων είναι συνδεδεμένος ή ενεργεί ως ανεξάρτητος μεσίτης πιστώσεων. Ακόμη, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι ελεύθερα να διατηρούν ή να επιβάλλουν περιορισμούς ως προς τη δυνατότητα των μεσιτών πιστώσεων που συνδέονται με έναν ή περισσότερους πιστωτικούς φορείς να εισπράττουν οιαδήποτε αμοιβή από τους καταναλωτές.

(70)  Σε ορισμένα κράτη μέλη οι μεσίτες πιστώσεων μπορούν να αποφασίσουν να κάνουν χρήση των υπηρεσιών εντεταλμένων αντιπροσώπων, οι οποίοι ασκούν δραστηριότητες εξ ονόματός τους. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόζουν το ειδικό καθεστώς που προβλέπεται από την παρούσα οδηγία για τους εντεταλμένους αντιπροσώπους. Ωστόσο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι ελεύθερα να μην θεσπίσουν αυτό το καθεστώς ή να επιτρέπουν σε άλλες οντότητες να εκτελούν ρόλο παρόμοιο με εκείνον των εντεταλμένων αντιπροσώπων, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές οι οντότητες υπόκεινται στο ίδιο καθεστώς με τους μεσίτες πιστώσεων. Οι κανόνες για τους εντεταλμένους αντιπροσώπους που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία δεν υποχρεώνουν τα κράτη μέλη να επιτρέπουν στους εντεταλμένους αντιπροσώπους να δραστηριοποιούνται εντός του χώρου δικαιοδοσίας τους, εκτός αν οι εν λόγω εντεταλμένοι αντιπρόσωποι θεωρούνται μεσίτες πιστώσεων βάσει της παρούσας οδηγίας.

(71)  Προκειμένου να εξασφαλιστεί η αποδοτική εποπτεία των μεσιτών πιστώσεων από τις αρμόδιες αρχές, μεσίτης πιστώσεων που είναι νομικό πρόσωπο θα πρέπει να λαμβάνει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος όπου βρίσκεται η καταστατική του έδρα. Μεσίτης πιστώσεων που δεν είναι νομικό πρόσωπο θα πρέπει να λαμβάνει άδεια λειτουργίας από το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται τα κεντρικά του γραφεία. Εξάλλου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να απαιτούν από τον μεσίτη πιστώσεων να έχει πάντα τα κεντρικά του γραφεία στο κράτος μέλος καταγωγής του και όντως να ασκεί εκεί δραστηριότητα.

(72)  Με τις εν λόγω απαιτήσεις για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας θα πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα σε μεσίτες πιστώσεων να δραστηριοποιούνται σε άλλα κράτη μέλη, σύμφωνα με τις αρχές της ελευθερίας εγκατάστασης και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, με την προϋπόθεση ότι έχει τηρηθεί κατάλληλη διαδικασία κοινοποίησης μεταξύ των αρμόδιων αρχών. Ακόμη και σε περιπτώσεις που τα κράτη μέλη αποφασίζουν να χορηγήσουν άδεια λειτουργίας σε κάθε εργαζόμενο του προσωπικού του μεσίτη πιστώσεων, η κοινοποίηση της πρόθεσης παροχής υπηρεσιών θα πρέπει να γίνεται για τον μεσίτη πιστώσεων συνολικά, και όχι για κάθε εργαζόμενο ξεχωριστά. Εντούτοις, ενώ η παρούσα οδηγία προβλέπει ένα πλαίσιο που διέπει τη δραστηριοποίηση σε ολόκληρη την Ένωση όλων των μεσιτών πιστώσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας, περιλαμβανομένων των μεσιτών πιστώσεων που είναι συνδεδεμένοι με έναν πιστωτικό φορέα, η παρούσα οδηγία δεν προβλέπει παρόμοιο πλαίσιο για τους εντεταλμένους αντιπροσώπους. Κατόπιν τούτου, οι εντεταλμένοι αντιπρόσωποι που επιθυμούν να δραστηριοποιηθούν σε άλλο κράτος μέλος θα πρέπει να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας για την αδειοδότηση των μεσιτών πιστώσεων.

(73)  Σε ορισμένα κράτη μέλη οι μεσίτες πιστώσεων μπορούν να ασκούν τις δραστηριότητές τους όσον αφορά συμβάσεις πίστωσης προσφερόμενες από πιστωτικά και από μη πιστωτικά ιδρύματα. Κατά κανόνα, θα πρέπει να επιτρέπεται στους μεσίτες πιστώσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας να δραστηριοποιούνται σε ολόκληρη την επικράτεια της Ένωσης. Ωστόσο, η χορήγηση άδειας λειτουργίας από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής δεν θα πρέπει να επιτρέπει στους μεσίτες πιστώσεων να παρέχουν τις υπηρεσίες τους για συμβάσεις πίστωσης προσφερόμενες από μη πιστωτικά ιδρύματα σε καταναλωτή σε ένα κράτος μέλος όπου δεν επιτρέπεται να δραστηριοποιούνται αυτά τα μη πιστωτικά ιδρύματα.

(74)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να προβλέπουν ότι πρόσωπα που ασκούν δραστηριότητες πιστωτικής διαμεσολάβησης μόνον περιστασιακά κατά την άσκηση της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, όπως δικηγόροι ή συμβολαιογράφοι, δεν υπάγονται στη διαδικασία χορήγησης άδειας λειτουργίας που προβλέπει η παρούσα οδηγία, υπό τον όρο ότι αυτή η επαγγελματική δραστηριότητα ρυθμίζεται νομοθετικά και ότι οι σχετικοί κανόνες δεν απαγορεύουν την άσκηση, σε περιστασιακή βάση, δραστηριοτήτων πιστωτικής διαμεσολάβησης. Μια τέτοια εξαίρεση από τη διαδικασία χορήγησης άδειας λειτουργίας που θεσπίζει η παρούσα οδηγία σημαίνει όμως ότι τα εν λόγω πρόσωπα δεν μπορούν να επωφελούνται από το καθεστώς διαβατηρίου που προβλέπεται από την παρούσα οδηγία. Πρόσωπα που απλώς συστήνουν ή παραπέμπουν τον καταναλωτή σε έναν πιστωτικό φορέα ή μεσίτη πιστώσεων σε περιστασιακή βάση κατά την άσκηση της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, λόγου χάρη επισημαίνοντας στον καταναλωτή την ύπαρξη ενός συγκεκριμένου πιστωτικού φορέα ή μεσίτη πιστώσεων ή ενός είδους προϊόντος αυτού του συγκεκριμένου πιστωτικού φορέα ή μεσίτη πιστώσεων, χωρίς περαιτέρω να διαφημίσουν ή να εμπλακούν στην παρουσίαση, στην προσφορά, στις προπαρασκευαστικές εργασίες ή στη σύναψη της σύμβασης πίστωσης, δεν θα πρέπει να θεωρούνται μεσίτες πιστώσεων για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας. Ούτε και οι δανειολήπτες που απλώς μεταβιβάζουν μια σύμβαση πίστωσης σε καταναλωτή μέσω διαδικασίας υποκατάστασης χωρίς να πραγματοποιούν οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα πιστωτικής διαμεσολάβησης θα πρέπει να θεωρούνται μεσίτες πιστώσεων για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας.

(75)  Προκειμένου να διασφαλιστούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των πιστωτικών φορέων και να προαχθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, εν αναμονή δε περαιτέρω εναρμόνισης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν την ύπαρξη ενδεδειγμένων μέτρων για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και την εποπτεία μη πιστωτικών ιδρυμάτων που παρέχουν συμβάσεις πίστωσης για ακίνητα κατοικίας. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θεσπίσει λεπτομερείς όρους για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ή την εποπτεία πιστωτικών φορέων που παρέχουν τέτοιες συμβάσεις πίστωσης και οι οποίοι δεν είναι πιστωτικά ιδρύματα, όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων(16). Επί του παρόντος, ο αριθμός τέτοιων ιδρυμάτων που λειτουργούν στην Ένωση είναι περιορισμένος, όπως και το μερίδιό τους στην αγορά και ο αριθμός των κρατών μελών στα οποία δραστηριοποιούνται, ιδίως από τη χρηματοπιστωτική κρίση και μετά. Για τον ίδιο λόγο, δεν θα πρέπει να προβλέπεται στην παρούσα οδηγία η καθιέρωση «διαβατηρίου» για τέτοια ιδρύματα.

(76)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν κανόνες σχετικά με τις εφαρμοστέες κυρώσεις σε περίπτωση παραβάσεων των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας και να διασφαλίζουν την εφαρμογή τους. Αν και η επιλογή των κυρώσεων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών, οι προβλεπόμενες κυρώσεις θα πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

(77)  Οι καταναλωτές θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε εξωδικαστικές διαδικασίες καταγγελιών και επίλυσης διαφορών οι οποίες απορρέουν από τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία μεταξύ πιστωτικών φορέων και καταναλωτών, καθώς και μεταξύ μεσιτών πιστώσεων και καταναλωτών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι η συμμετοχή σε αυτές τις εναλλακτικές διαδικασίες επίλυσης διαφορών δεν είναι προαιρετική για τους πιστωτικούς φορείς και τους μεσίτες πιστώσεων. Για να διασφαλιστεί η ομαλή λειτουργία των εναλλακτικών διαδικασιών επίλυσης διαφορών σε περιπτώσεις διασυνοριακών δραστηριοτήτων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ζητούν και να ενθαρρύνουν τη συνεργασία των αρμόδιων υπηρεσιών για τις εξωδικαστικές αυτές διαδικασίες καταγγελιών και επίλυσης διαφορών. Στο πλαίσιο αυτό, οι εν λόγω υπηρεσίες των κρατών μελών θα πρέπει να ενθαρρύνονται να συμμετέχουν στο FIN-NET, ένα δίκτυο εθνικών εξωδικαστικών συστημάτων για την επίλυση χρηματοπιστωτικών διαφορών μεταξύ καταναλωτών και παρόχων χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.

(78)  Προκειμένου να εξασφαλίζεται συνεπής εναρμόνιση και να λαμβάνονται υπόψη οι εξελίξεις στις αγορές συμβάσεων πίστωσης ή η εξέλιξη των πιστωτικών προϊόντων ή των οικονομικών συνθηκών, και προκειμένου να διευκρινιστούν περαιτέρω ορισμένες απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας, η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή όσον αφορά στην τροποποίηση της τυποποιημένης διατύπωσης ή των οδηγιών για τη συμπλήρωση του ESIS και την τροποποίηση των παρατηρήσεων ή την επικαιροποίηση των παραδοχών που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του ΣΕΠΕ. Έχει ιδιαίτερη σημασία η Επιτροπή να διεξαγάγει κατάλληλες διαβουλεύσεις κατά τη διάρκεια των προπαρασκευαστικών εργασιών της, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων. Η Επιτροπή, όταν ετοιμάζει και συντάσσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, θα πρέπει να διασφαλίζει την ταυτόχρονη, έγκαιρη και κατάλληλη διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

(79)  Για να εξασφαλιστεί η δυνατότητα των μεσιτών πιστώσεων να παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε διασυνοριακή βάση, για σκοπούς συνεργασίας, ανταλλαγής πληροφοριών και επίλυσης διαφορών μεταξύ αρμόδιων αρχών, οι αρμόδιες αρχές για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σε μεσίτες πιστώσεων θα πρέπει να είναι εκείνες που λειτουργούν υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) (ΕΑΤ), όπως αυτή θεσπίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών)(17) ή άλλες εθνικές αρχές υπό την προϋπόθεση ότι συνεργάζονται με τις αρχές που λειτουργούν υπό την αιγίδα της ΕΑΤ προκειμένου να ασκούν τα καθήκοντά τους βάσει της παρούσας οδηγίας.

(80)  Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ορίζουν τις αρμόδιες αρχές που είναι επιφορτισμένες με την εξασφάλιση της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας και μεριμνούν ώστε να τους ανατίθενται όλες οι εξουσίες έρευνας και εκτέλεσης και να τους παρέχονται οι πόροι που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων τους. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ενεργούν για ορισμένες πλευρές της παρούσας οδηγίας με την υποβολή αίτησης ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων για έκδοση δικαστικής απόφασης, καθώς και, κατά περίπτωση, με την άσκηση ένδικου μέσου. Αυτό θα μπορούσε να διευκολύνει τα κράτη μέλη, ιδίως αυτά στα οποία οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας έχουν μεταφερθεί στο αστικό δίκαιο, να αφήνουν την εκτέλεση αυτών των διατάξεων στους προαναφερόμενους οργανισμούς και τα δικαστήρια. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αναθέτουν σε διάφορες αρμόδιες αρχές την εφαρμογή των εκτεταμένων υποχρεώσεων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία. Λόγου χάρη, για ορισμένες διατάξεις, τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να ορίσουν αρμόδιες αρχές υπεύθυνες για την εφαρμογή μέτρων προστασίας των καταναλωτών, ενώ για άλλες να αποφασίσουν να ορίσουν αρχές προληπτικής εποπτείας. Η επιλογή διορισμού διαφορετικών αρμόδιων αρχών δεν θίγει τις υποχρεώσεις διαρκούς εποπτείας και συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών, όπως προβλέπεται από την παρούσα οδηγία.

(81)  Θα χρειαστεί να επανεξεταστεί η αποτελεσματική λειτουργία της παρούσας οδηγίας, όπως και η πρόοδος όσον αφορά την εδραίωση εσωτερικής αγοράς, με υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών, στον τομέα των συμβάσεων πίστωσης για ακίνητα κατοικίας. Η επανεξέταση θα πρέπει να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, εκτίμηση της συμμόρφωσης προς την παρούσα οδηγία και του αντίκτυπού της, αξιολόγηση του κατά πόσον το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας παραμένει το ενδεδειγμένο, ανάλυση της παροχής συμβάσεων πίστωσης από μη πιστωτικά ιδρύματα, εκτίμηση της ανάγκης για περαιτέρω μέτρα, συμπεριλαμβανομένου διαβατηρίου για μη πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και εξέταση της ανάγκης να οριστούν περαιτέρω δικαιώματα και υποχρεώσεις όσον αφορά το στάδιο μετά τη σύναψη των συμβάσεων πίστωσης ▌.

(82)  Δράση από μέρους μόνον των κρατών μελών πιθανώς να οδηγήσει σε διαφορετικά σύνολα κανόνων, τα οποία ενδεχομένως να υπονομεύσουν ή να δημιουργήσουν νέα εμπόδια στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Δεδομένου ότι ο στόχος της παρούσας οδηγίας, δηλαδή η δημιουργία μιας αποτελεσματικής και ανταγωνιστικής εσωτερικής αγοράς στον τομέα των συμβάσεων πίστωσης που αφορούν ακίνητα κατοικίας, με υψηλό βαθμό προστασίας των καταναλωτών, είναι αδύνατον να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη και δύναται, συνεπώς, λόγω της αποτελεσματικότητας της δράσης, να επιτευχθεί καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που διατυπώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(83)  Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να μεταφέρουν στο εσωτερικό τους δίκαιο ορισμένες πτυχές που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία με διατάξεις περί προληπτικής εποπτείας των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, λόγου χάρη την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας του καταναλωτή, ενώ άλλες μεταφέρονται με διατάξεις του αστικού ή του ποινικού δικαίου, λόγου χάρη οι υποχρεώσεις που αφορούν τους υπεύθυνους δανειολήπτες.

(84)  Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση των κρατών μελών και της Επιτροπής, της 28ης Σεπτεμβρίου 2011, σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα(18), τα κράτη μέλη ανέλαβαν να συνοδεύσουν, σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, την κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο με ένα ή περισσότερα έγγραφα στα οποία θα εξηγείται η σχέση ανάμεσα στα συστατικά στοιχεία μιας οδηγίας και τα αντίστοιχα μέρη των πράξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, ο νομοθέτης θεωρεί ότι η διαβίβαση τέτοιων εγγράφων είναι αιτιολογημένη.

(85)  Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων γνωμοδότησε στις 25 Ιουλίου 2011(19) βάσει του άρθρου 28 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2000 σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών(20),

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Κεφάλαιο 1

Αντικείμενο, πεδίο εφαρμογής, ορισμοί και αρμόδιες αρχές

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κοινό πλαίσιο για ορισμένες πτυχές των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά ▌ με τις συμβάσεις που καλύπτουν τις πιστώσεις σε καταναλωτές οι οποίες εξασφαλίζονται με υποθήκη ή με άλλο τρόπο και αφορούν ακίνητα κατοικίας, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης να πραγματοποιηθεί αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας προτού χορηγηθεί πίστωση, ως βάση για την ανάπτυξη αποδοτικών προτύπων αναδοχής σε ό,τι αφορά τα ακίνητα κατοικίας στα κράτη μέλη, καθώς και για ορισμένες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας, μεταξύ άλλων σχετικά με την εγκατάσταση και εποπτεία των μεσιτών πιστώσεων, των εντεταλμένων αντιπροσώπων και των μη πιστωτικών ιδρυμάτων.

Άρθρο 2

Επίπεδο εναρμόνισης

1.  Η παρούσα οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν πιο αυστηρές διατάξεις προκειμένου να προστατεύσουν τους καταναλωτές, με την προϋπόθεση οι διατάξεις αυτές να είναι συνεπείς με τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης.

2.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη δεν διατηρούν ή δεν θεσπίζουν στο εθνικό τους δίκαιο διατάξεις που να παρεκκλίνουν από αυτές του άρθρου 14 παράγραφος 2 και του παραρτήματος II μέρος A όσον αφορά τις τυποποιημένες προσυμβατικές πληροφορίες μέσω του τυποποιημένου ευρωπαϊκού δελτίου πληροφοριών (ESIS) και του άρθρου 17 παράγραφοι 1 ως 5, 7 και 8 και του παραρτήματος I όσον αφορά το κοινό και συνεπές ενωσιακό πρότυπο για τον υπολογισμό του συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (ΣΕΠΕ).

Άρθρο 3

Πεδίο εφαρμογής

1.  Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται ▌:

α)  σε συμβάσεις πίστωσης που εξασφαλίζονται είτε με υποθήκη είτε με άλλη παρόμοια εγγύηση, που χρησιμοποιείται γενικά σε κράτος μέλος για ακίνητα κατοικίας, ή που εξασφαλίζονται βάσει δικαιώματος σχετιζομένου με ακίνητα κατοικίας, και

β)  σε συμβάσεις πίστωσης σκοπός των οποίων είναι η απόκτηση ή η διατήρηση δικαιωμάτων κυριότητας επί εγγείου ιδιοκτησίας ή επί υπάρχοντος ή υπό κατασκευή ▌ κτιρίου.

2.  Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται σε:

α)  συμβάσεις πίστωσης αποδέσμευσης περιθωρίου αξίας όπου ο πιστωτικός φορέας:

i)  χορηγεί την πίστωση με εφάπαξ ποσό, σε τακτικές δόσεις ή με άλλη μορφή, και ως αντιπαροχή εισπράττει ένα ποσό από το τίμημα της μελλοντικής πώλησης ενός ακινήτου κατοικίας ή αποκτά ένα δικαίωμα επί ακινήτου κατοικίας, και

ii)  δεν απαιτεί αποπληρωμή της πίστωσης έως ότου συμβούν ένα ή περισσότερα προκαθορισμένα γεγονότα στη ζωή του καταναλωτή, όπως αυτά ορίζονται από τα κράτη μέλη, εκτός εάν υπάρξει παραβίαση από τον καταναλωτή των συμβατικών υποχρεώσεών του που επιτρέπει στον πιστωτικό φορέα να τερματίσει τη σύμβαση πίστωσης,

β)  συμβάσεις πίστωσης με τις οποίες η πίστωση χορηγείται από εργοδότη στους εργαζομένους του ως δευτερεύουσα δραστηριότητα, άτοκα ή με ΣΕΠΕ χαμηλότερα από εκείνα που επικρατούν στην αγορά και τα οποία δεν προσφέρονται γενικά στο κοινό,

γ)  συμβάσεις πίστωσης όπου η πίστωση χορηγείται άτοκα και χωρίς άλλες επιβαρύνσεις εκτός από εκείνες που έχουν σκοπό την ανάκτηση του κόστους που συνδέεται άμεσα με την εξασφάλιση της πίστωσης,

δ)  συμβάσεις πίστωσης υπό μορφή δυνατότητας υπερανάληψης και στις οποίες η πίστωση πρέπει να εξοφληθεί εντός ενός μηνός,

ε)  συμβάσεις πίστωσης που είναι αποτέλεσμα διακανονισμού ο οποίος επιτεύχθηκε ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης δημόσιας αρχής,

στ)  συμβάσεις πίστωσης που αφορούν την προθεσμιακή εξόφληση υπάρχουσας οφειλής, χωρίς επιβαρύνσεις, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 1 στοιχείο α).

3.  Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν να μην εφαρμόζουν:

α)  τα άρθρα 11 και 14 και το παράρτημα ΙΙ σε συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές, οι οποίες εξασφαλίζονται με υποθήκη ή με ανάλογη εμπράγματη ασφάλεια που χρησιμοποιείται συνήθως σε κράτος μέλος για ακίνητα κατοικίας, ή οι οποίες εξασφαλίζονται βάσει δικαιώματος επί ακινήτου κατοικίας, σκοπός των οποίων δεν είναι η απόκτηση ή η διατήρηση του δικαιώματος επί του ακινήτου κατοικίας, υπό την προϋπόθεση ότι τα κράτη μέλη εφαρμόζουν σε αυτές τις συμβάσεις πίστωσης τα άρθρα 4 και 5 και τα παραρτήματα ΙΙ και ΙΙΙ της οδηγίας 2008/48/EΚ,

β)  την παρούσα οδηγία σε συμβάσεις πίστωσης σχετικές με ακίνητο εφόσον η σύμβαση πίστωσης προβλέπει ότι το ακίνητο δεν θα μπορέσει ποτέ να χρησιμοποιηθεί ως οικία, διαμέρισμα ή άλλος χώρος διαμονής από τον καταναλωτή ή από μέλος της οικογενείας του καταναλωτή και πρέπει να χρησιμοποιείται ως οικία, διαμέρισμα ή άλλος χώρος διαμονής βάσει σύμβασης μισθώσεως,

γ)  την παρούσα οδηγία σε συμβάσεις πίστωσης που σχετίζονται με πιστώσεις χορηγούμενα σε περιορισμένο κοινό δυνάμει νόμιμης διάταξης για σκοπούς κοινής ωφελείας, είτε άτοκα είτε με χρεωστικό επιτόκιο χαμηλότερο από αυτό που επικρατεί στην αγορά είτε με άλλους όρους οι οποίοι είναι ευνοϊκότεροι για τον καταναλωτή από αυτούς που επικρατούν στην αγορά και με χρεωστικό επιτόκιο όχι υψηλότερο από αυτό που επικρατεί στην αγορά,

δ)  την παρούσα οδηγία σε ενδιάμεσα δάνεια,

ε)  την παρούσα οδηγία σε συμβάσεις πίστωσης όπου ο πιστωτικός φορέας είναι οργανισμός που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2 παράγραφος 5 της οδηγίας 2008/48/ΕΚ.

4.  Τα κράτη μέλη που κάνουν χρήση της δυνατότητας που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 3 εξασφαλίζουν την εφαρμογή επαρκούς πλαισίου σε εθνικό επίπεδο για αυτό το είδος πίστωσης.

5.  Τα κράτη μέλη που κάνουν χρήση της δυνατότητας που αναφέρεται στα στοιχεία γ) ή ε) της παραγράφου 3 εγγυώνται την εφαρμογή επαρκών εναλλακτικών ρυθμίσεων για να εξασφαλιστεί ότι οι καταναλωτές λαμβάνουν εγκαίρως πληροφορίες για τα κύρια χαρακτηριστικά, τους κινδύνους και το κόστος τέτοιων συμβάσεων πίστωσης στο προσυμβατικό στάδιο και ότι η διαφήμιση τέτοιων συμβάσεων πίστωσης είναι ακριβής, σαφής και μη παραπλανητική.

Άρθρο 4

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)  «Καταναλωτής»: ο καταναλωτής όπως ορίζεται στο άρθρο 3 στοιχείο α) της οδηγίας 2008/48/ΕΚ.

2)  «Πιστωτικός φορέας»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που χορηγεί ή υπόσχεται να χορηγήσει πίστωση η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3, στο πλαίσιο της εμπορικής, επιχειρηματικής ή επαγγελματικής του δραστηριότητας.

3)  «Σύμβαση πίστωσης»: σύμβαση δυνάμει της οποίας πιστωτικός φορέας ▌ χορηγεί ή υπόσχεται να χορηγήσει σε καταναλωτή πίστωση κατά την έννοια του άρθρου 3, υπό μορφή προθεσμιακής καταβολής, δανείου ή οποιασδήποτε άλλης παρόμοιας χρηματοδοτικής διευκόλυνσης.

4)  «Συμπληρωματική υπηρεσία»: ▌υπηρεσία που προσφέρεται στον καταναλωτή ▌σε συνδυασμό με τη σύμβαση πίστωσης.

5)  «Μεσίτης πιστώσεων»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δεν ενεργεί ως πιστωτικός φορέας ή συμβολαιογράφος και δεν παρουσιάζει απλώς, άμεσα ή έμμεσα, στον καταναλωτή έναν πιστωτικό φορέα ή μεσίτη πιστώσεων και το οποίο, στο πλαίσιο της εμπορικής, επιχειρηματικής ή επαγγελματικής του δραστηριότητας, έναντι αμοιβής, η οποία μπορεί να είναι χρηματική ή να έχει οποιαδήποτε άλλη συμφωνηθείσα μορφή οικονομικού ανταλλάγματος:

α)  προτείνει ή προσφέρει συμβάσεις πίστωσης ▌στους καταναλωτές,

β)  βοηθά τους καταναλωτές αναλαμβάνοντας προπαρασκευαστικές εργασίες ή άλλες προσυμβατικές διοικητικές διαδικασίες για τη σύναψη συμβάσεων πίστωσης ▌ διαφορετικές από αυτές του στοιχείου α), ή

γ)  συνάπτει συμβάσεις πίστωσης ▌με τους καταναλωτές εξ ονόματος του πιστωτικού φορέα.

6)   «Όμιλος»: όμιλος πιστωτικών φορέων που πρέπει να είναι ενοποιημένοι για τους σκοπούς των ενοποιημένων λογαριασμών, όπως ορίζεται στην οδηγία 2013/34/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών(21).

7)  «Συνδεδεμένος μεσίτης πιστώσεων»: κάθε μεσίτης πιστώσεων που ενεργεί εξ ονόματος και υπό την πλήρη και άνευ όρων ευθύνη:

α)  ενός μόνον πιστωτικού φορέα,

β)  ενός μόνον ομίλου, ή

γ)  ενός αριθμού πιστωτικών φορέων ή ομίλων που δεν αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μέρος της αγοράς.

8)  «Εντεταλμένος αντιπρόσωπος»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί τις δραστηριότητες οι οποίες προβλέπονται στο σημείο 5) και το οποίο ενεργεί εξ ονόματος και υπό την πλήρη και άνευ όρων ευθύνη ενός μόνον μεσίτη πιστώσεων.

9)  «Πιστωτικό ίδρυμα»: πιστωτικό ίδρυμα, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

10)  «Μη πιστωτικό ίδρυμα»: κάθε πιστωτικός φορέας που δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα.

11)  «Προσωπικό»:

α)  κάθε φυσικό πρόσωπο εργάζεται για τον πιστωτικό φορέα ή τον μεσίτη πιστώσεων το οποίο απασχολείται άμεσα σε δραστηριότητες που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία ή το οποίο έχει επαφές με τους καταναλωτές στη διάρκεια δραστηριοτήτων που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία,

β)  κάθε φυσικό πρόσωπο που εργάζεται για εντεταλμένο αντιπρόσωπο και έχει επαφές με τους καταναλωτές στη διάρκεια δραστηριοτήτων που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία,

γ)  κάθε φυσικό πρόσωπο που διευθύνει ή εποπτεύει άμεσα τα φυσικά πρόσωπα που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β).

12)  «Συνολικό ποσό της πίστωσης»: το συνολικό ποσό της πίστωσης όπως ορίζεται στο άρθρο 3 στοιχείο ιβ) της οδηγίας 2008/48/EΚ.

13)  «Συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή»: το συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 στοιχείο ζ) της οδηγίας 2008/48/ΕΚ, συμπεριλαμβανομένου του κόστους αποτίμησης ακίνητης περιουσίας όταν η εν λόγω αποτίμηση είναι απαραίτητη για τη χορήγηση της πίστωσης αλλά εξαιρουμένων των τελών καταχώρησης για τη μεταβίβαση της κυριότητας της ακίνητης περιουσίας. Εξαιρούνται τυχόν επιβαρύνσεις που καταβάλλονται από τον καταναλωτή σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις δεσμεύσεις που καθορίζονται στη σύμβαση πίστωσης.

14)  «Συνολικό ποσό που πρέπει να καταβάλει ο καταναλωτής»: το συνολικό ποσό που πρέπει να καταβάλει ο καταναλωτής, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 στοιχείο η) της οδηγίας 2008/48/ΕΚ.

15)  «συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο (ΣΕΠΕ)»: το συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή, που εκφράζεται ως ετήσιο ποσοστό του συνολικού ποσού της πίστωσης, συμπεριλαμβανομένου, κατά περίπτωση, του κόστους που αναφέρεται στο άρθρο 17 παράγραφος 2 και ισούται, σε ετήσια βάση, με την τρέχουσα αξία του συνόλου των μελλοντικών ή τρεχουσών υποχρεώσεων (αναλήψεων, εξοφλήσεων και επιβαρύνσεων) που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ του πιστωτικού φορέα και του καταναλωτή.

16)  «χρεωστικό επιτόκιο»: το χρεωστικό επιτόκιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 στοιχείο ι) της οδηγίας 2008/48/ΕΚ.

17)  «αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας»: η αξιολόγηση της προοπτικής να εξοφληθούν οι δανειακές υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση πίστωσης.

18)  «σταθερό μέσο»: κάθε σταθερό μέσο, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 στοιχείο ιγ) της οδηγίας 2008/48/ΕΚ.

19)  «Κράτος μέλος καταγωγής»:

α)  εάν ο πιστωτικός φορέας ή ο μεσίτης πιστώσεων είναι φυσικό πρόσωπο, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται τα κεντρικά γραφεία του ▌,

β)  εάν ο πιστωτικός φορέας ή ο μεσίτης πιστώσεων είναι νομικό πρόσωπο, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η καταστατική του έδρα ή, αν δεν έχει καταστατική έδρα σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται τα κεντρικά γραφεία του.

20)  «Κράτος μέλος υποδοχής»: το κράτος μέλος, εκτός από το κράτος μέλος καταγωγής, στο οποίο έχει υποκατάστημα ή παρέχει υπηρεσίες ο πιστωτικός φορέας ή ο μεσίτης πιστώσεων.

21)  «Συμβουλευτικές υπηρεσίες»: η παροχή προσωπικών συστάσεων σε καταναλωτή, σε σχέση με μία ή περισσότερες συναλλαγές που συνδέονται με συμβάσεις πίστωσης και που αποτελεί χωριστή δραστηριότητα από τη χορήγηση της πίστωσης και από τις δραστηριότητες πιστωτικής διαμεσολάβησης που καθορίζονται στο σημείο 5).

22)  «Αρμόδια αρχή»: αρχή που ορίσθηκε από ένα κράτος μέλος ως αρμόδια κατ' εφαρμογή του άρθρου 5.

23)  «Ενδιάμεσο δάνειο»: σύμβαση πίστωσης που είτε δεν έχει σταθερή διάρκεια είτε πρέπει να εξοφληθεί εντός δωδεκαμήνου, η οποία χρησιμοποιείται από τον καταναλωτή ως προσωρινή λύση χρηματοδότησης κατά τη μετάβαση σε μια άλλη χρηματοδοτική ρύθμιση για το ακίνητο.

24)  «Ενδεχόμενη ευθύνη ή εγγύηση»: σύμβαση πίστωσης που ισχύει ως εγγύηση για άλλη ξεχωριστή αλλά συμπληρωματική συναλλαγή και όπου το εγγυημένο κεφάλαιο έναντι ακινήτου αναλαμβάνεται μόνον σε περίπτωση επέλευσης γεγονότος ή γεγονότων που καθορίζονται στη σύμβαση.

25)  «Συμμετοχικό στεγαστικό δάνειο shared equity»: σύμβαση πίστωσης όπου το αποπληρωτέο κεφάλαιο βασίζεται σε συμβατικά καθορισμένο ποσοστό της αξίας του ακινήτου κατά τον χρόνο αποπληρωμής ή αποπληρωμών του κεφαλαίου.

26)  «Πρακτική δέσμευσης»: η προσφορά ή η πώληση σύμβασης πίστωσης σε δέσμη με άλλα ξεχωριστά χρηματοπιστωτικά προϊόντα ή υπηρεσίες όταν η σύμβαση πίστωσης δεν διατίθεται χωριστά στον καταναλωτή.

27)  «Πρακτική ομαδοποίησης»: η προσφορά ή η πώληση μιας σύμβασης πίστωσης σε δέσμη με άλλα ξεχωριστά χρηματοπιστωτικά προϊόντα ή υπηρεσίες, όταν η σύμβαση πίστωσης διατίθεται και χωριστά στον καταναλωτή αλλά όχι κατ’ ανάγκη με τους ίδιους όρους ή προϋποθέσεις όπως όταν προσφέρεται ομαδοποιημένη με τις συμπληρωματικές υπηρεσίες.

28)  «Δάνειο σε ξένο νόμισμα»: σύμβαση πίστωσης όπου η πίστωση:

α)  εκφράζεται σε νόμισμα διαφορετικό από το νόμισμα στο οποίο ο καταναλωτής λαμβάνει το εισόδημά του ή διατηρεί τα περιουσιακά στοιχεία από τα οποία πρόκειται να εξοφληθεί η πίστωση, ή

β)  εκφράζεται σε νόμισμα διαφορετικό από το νόμισμα του κράτους μέλους κατοικίας του καταναλωτή.

Άρθρο 5 ▌

Αρμόδιες αρχές

1.  Τα κράτη μέλη ορίζουν τις εθνικές αρμόδιες αρχές που είναι επιφορτισμένες με την εξασφάλιση της εφαρμογής και επιβολής της παρούσας οδηγίας και μεριμνούν ώστε να τους παρέχονται όλες οι εξουσίες διερεύνησης και επιβολής καθώς και οι απαραίτητοι πόροι για την αποδοτική και αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Οι αρχές που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο πρέπει να είναι δημόσιες αρχές ή οργανισμοί αναγνωρισμένοι από το εθνικό δίκαιο ή από δημόσιες αρχές ρητώς εξουσιοδοτημένες προς τούτο από το εθνικό δίκαιο. Δεν είναι πιστωτικοί φορείς, μεσίτες πιστώσεων ή εντεταλμένοι αντιπρόσωποι.

2.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές, όλα τα πρόσωπα που εργάζονται ή έχουν εργαστεί για τις αρμόδιες αρχές, καθώς και οι εντεταλμένοι από τις αρμόδιες αρχές ελεγκτές λογαριασμών ή εμπειρογνώμονες, δεσμεύονται από το επαγγελματικό απόρρητο. Οι εμπιστευτικές πληροφορίες που περιέρχονται εις γνώση τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δεν επιτρέπεται να γνωστοποιούνται σε κανένα απολύτως πρόσωπο ή αρχή, παρά μόνο με συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο ποινικό δίκαιο ή στην παρούσα οδηγία. Αυτό δεν εμποδίζει ωστόσο τις αρμόδιες αρχές να ανταλλάσσουν ή να διαβιβάζουν εμπιστευτικές πληροφορίες σύμφωνα με το εθνικό και ενωσιακό δίκαιο.

3.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρχές που ορίζονται ως αρμόδιες για τη διασφάλιση της εφαρμογής και επιβολής των άρθρων 9, 29, 32, 33, 34 και 35 της παρούσας οδηγίας να είναι ένα από τα ακόλουθα ή και τα δυο:

α)  αρμόδιες αρχές όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010,

β)  αρχές διαφορετικές των αναφερόμενων στο στοιχείο α) αρμόδιων αρχών, υπό τον όρο ότι οι εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις απαιτούν τη συνεργασία των εν λόγω αρχών με τις αρμόδιες αρχές του στοιχείου α) όταν απαιτείται για την εκτέλεση των καθηκόντων τους δυνάμει της παρούσας οδηγίας, μεταξύ άλλων για τους σκοπούς της συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) (ΕΑΤ) όπως προβλέπεται στην παρούσα οδηγία.

4.  Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή και την ΕΑΤ σχετικά με τον καθορισμό των αρμόδιων αρχών και με κάθε σχετική μεταβολή, αναφέροντας κάθε ενδεχόμενο καταμερισμό των αντίστοιχων καθηκόντων μεταξύ διαφόρων αρμόδιων αρχών. Η πρώτη τέτοια γνωστοποίηση πραγματοποιείται το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο ...(22).

5.  Οι αρμόδιες αρχές ασκούν τις εξουσίες τους σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο είτε:

α)  απευθείας υπό τη δική τους εξουσία ή υπό την εποπτεία των δικαστικών αρχών, είτε

β)  υποβάλλοντας αίτηση στα δικαστήρια που είναι αρμόδια προς έκδοση των αναγκαίων αποφάσεων, καθώς και ασκώντας, εφόσον ενδείκνυται, ένδικο μέσο, αν απορριφθεί η αίτηση έκδοσης της αναγκαίας απόφασης, εκτός από την περίπτωση των άρθρων 9, 29, 32, 33, 34 και 35.

6.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν, σε περίπτωση που υπάρχουν περισσότερες της μίας αρμόδιες αρχές στο έδαφός τους, για τον σαφή καθορισμό των αντίστοιχων καθηκόντων τους καθώς και για τη στενή συνεργασία μεταξύ τους, προκειμένου να εκπληρώνουν αποτελεσματικά τα αντίστοιχα καθήκοντά τους.

7.  Η Επιτροπή δημοσιεύει τουλάχιστον άπαξ ετησίως στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατάλογο των αρμόδιων αρχών και τον ενημερώνει συνεχώς στην ιστοσελίδα της.

Κεφάλαιο 2

Χρηματοοικονομική διαπαιδαγώγηση

Άρθρο 6

Χρηματοοικονομική διαπαιδαγώγηση των καταναλωτών

1.  Τα κράτη μέλη προωθούν μέτρα που στηρίζουν την εκπαίδευση των καταναλωτών σε ό,τι αφορά τον υπεύθυνο δανεισμό και τη διαχείριση χρέους, ιδίως σχετικά με τις συμβάσεις ενυπόθηκης πίστωσης. Σαφείς και γενικές πληροφορίες για τη διαδικασία χορήγησης πίστωσης είναι απαραίτητες για την καθοδήγηση των καταναλωτών, ιδίως όσων λαμβάνουν ενυπόθηκη πίστωση για πρώτη φορά. Πληροφορίες σχετικά με την καθοδήγηση που μπορούν να παράσχουν στους καταναλωτές οι οργανώσεις των καταναλωτών και οι εθνικές αρχές είναι επίσης απαραίτητες.

2.  Η Επιτροπή δημοσιεύει αξιολόγηση της χρηματοοικονομικής διαπαιδαγώγησης που είναι διαθέσιμη στους καταναλωτές στα κράτη μέλη και προσδιορίζει παραδείγματα βέλτιστων πρακτικών που θα μπορούσαν να αναπτυχθούν περαιτέρω ώστε να βελτιωθεί η χρηματοοικονομική αντίληψη των καταναλωτών.

Κεφάλαιο 3

Όροι που ισχύουν για τους πιστωτικούς φορείς, τους μεσίτες πιστώσεων και τους εντεταλμένους αντιπροσώπους

Άρθρο 7

Υποχρεώσεις επαγγελματικής δεοντολογίας κατά την παροχή πιστώσεων σε καταναλωτές

1.  Όταν ο πιστωτικός φορέας, ο μεσίτης πιστώσεων ή ο εντεταλμένος αντιπρόσωπος εκπονεί πιστωτικά προϊόντα, χορηγεί, διαμεσολαβεί ή παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες σχετικά με πίστωση και, κατά περίπτωση, συμπληρωματικές υπηρεσίες σε καταναλωτές ή όταν εκτελεί σύμβαση πίστωσης, τα κράτη μέλη απαιτούν να ενεργεί με εντιμότητα, δικαιοσύνη, διαφάνεια και επαγγελματισμό λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των καταναλωτών. Σε ό,τι αφορά τη χορήγηση, διαμεσολάβηση ή παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών σχετικά με πίστωση, οι δραστηριότητες βασίζονται σε πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση του καταναλωτή και οποιαδήποτε ειδική απαίτηση έχει γνωστοποιήσει ο καταναλωτής, καθώς και σε εύλογες παραδοχές σχετικά με την κατάσταση του καταναλωτή στη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης. Σε ό,τι αφορά την εν λόγω παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών, η δραστηριότητα βασίζεται επιπλέον σε πληροφορίες που ζητούνται δυνάμει του άρθρου 22 παράγραφος 3 στοιχείο α).

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ο τρόπος με τον οποίο οι πιστωτικοί φορείς αμείβουν το προσωπικό τους και ▌ τους μεσίτες πιστώσεων, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο οι μεσίτες πιστώσεων αμείβουν το προσωπικό τους και τους εντεταλμένους αντιπροσώπους, δεν εμποδίζει τη συμμόρφωση με την υποχρέωση που καθορίζεται στην παράγραφο 1.

3.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, όταν θεσπίζουν και εφαρμόζουν πολιτικές αμοιβών για το προσωπικό που είναι υπεύθυνο για την αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας, οι πιστωτικοί φορείς συμμορφώνονται με τις ακόλουθες αρχές με τρόπο και στον βαθμό που αρμόζει στο μέγεθός τους, την εσωτερική τους οργάνωση και τη φύση, το εύρος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους:

α)  η πολιτική αμοιβών συνάδει με την ορθή και αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων και την προωθεί και δεν ενθαρρύνει την ανάληψη υπερβολικών κινδύνων εκ μέρους του πιστωτικού φορέα,

β)  η πολιτική αμοιβών συνάδει με την επιχειρηματική στρατηγική, τους στόχους, τις αξίες και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα του πιστωτικού φορέα και ενσωματώνει μέτρα για την αποφυγή συγκρούσεων συμφερόντων, προβλέποντας ιδίως ότι η αμοιβή δεν συναρτάται με τον αριθμό ή το ποσοστό των αιτήσεων που γίνονται δεκτές.

4.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι όταν οι πιστωτικοί φορείς, οι μεσίτες πιστώσεων ή οι εντεταλμένοι αντιπρόσωποι παρέχουν συμβουλευτικές υπηρεσίες, η διάρθρωση των αμοιβών του εμπλεκόμενου προσωπικού δεν παραβλάπτει την ικανότητά του να ενεργεί προς το συμφέρον του καταναλωτή και ιδίως δεν συναρτάται με τους στόχους πωλήσεων. Προκειμένου να επιτύχουν τον στόχο αυτό, τα κράτη μέλη μπορούν επιπλέον να απαγορεύουν τις προμήθειες που καταβάλλει ο πιστωτικός φορέας στον μεσίτη πιστώσεων.

5.  Τα κράτη μέλη μπορούν να απαγορεύουν ή να επιβάλλουν περιορισμούς στην καταβολή πληρωμών από καταναλωτή σε πιστωτικό φορέα ή μεσίτη πιστώσεων πριν από τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης.

Άρθρο 8

Υποχρέωση παροχής πληροφοριών δωρεάν στους καταναλωτές

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η πληροφόρηση του καταναλωτή σε συμμόρφωση με τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας παρέχεται δωρεάν.

Άρθρο 9

Απαιτήσεις γνώσεων και επάρκειας του προσωπικού

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι πιστωτικοί φορείς, οι μεσίτες πιστώσεων και οι εντεταλμένοι αντιπρόσωποι απαιτούν από το προσωπικό τους να διαθέτει και να επικαιροποιεί τακτικά κατάλληλο επίπεδο γνώσεων και επάρκειας για την εκπόνηση, την προσφορά ή τη χορήγηση συμβάσεων πίστωσης, την άσκηση δραστηριοτήτων πιστωτικής διαμεσολάβησης που καθορίζονται στο άρθρο 4 σημείο 5) ή την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών. Σε περίπτωση που η σύναψη σύμβασης πίστωσης περιλαμβάνει συναφή συμπληρωματική υπηρεσία, απαιτούνται κατάλληλες γνώσεις και επάρκεια σχετικά με την εν λόγω συμπληρωματική υπηρεσία.

2.  Εκτός από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3, τα κράτη μέλη καταγωγής θεσπίζουν τις ελάχιστες απαιτήσεις γνώσεων και επάρκειας για το προσωπικό των πιστωτικών φορέων, των μεσιτών πιστώσεων και των εντεταλμένων αντιπροσώπων σύμφωνα με τις αρχές του παραρτήματος ΙΙΙ.

3.  Όταν ένας πιστωτικός φορέας ή ένας μεσίτης πιστώσεων παρέχει τις υπηρεσίες του στο έδαφος ενός ή περισσότερων άλλων κρατών μελών:

α)  μέσω υποκαταστήματος, το κράτος μέλος υποδοχής είναι υπεύθυνο να θεσπίσει τις ελάχιστες απαιτήσεις γνώσεων και επάρκειας που ισχύουν για το προσωπικό του υποκαταστήματος,

β)  σύμφωνα με την αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, το κράτος μέλος καταγωγής είναι υπεύθυνο να θεσπίσει τις ελάχιστες απαιτήσεις γνώσεων και επάρκειας που ισχύουν για το προσωπικό κατ' εφαρμογή του παραρτήματος ΙΙΙ, ωστόσο τα κράτη μέλη υποδοχής μπορούν να θεσπίζουν τις ελάχιστες απαιτήσεις γνώσεων και επάρκειας για τις απαιτήσεις του παραρτήματος ΙΙΙ παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) ε) και στ).

4.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις της παραγράφου 1 ελέγχεται από τις αρμόδιες αρχές και ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν την εξουσία να ζητούν από τους πιστωτικούς φορείς, τους μεσίτες πιστώσεων και τους εντεταλμένους αντιπροσώπους να παρέχουν τα αποδεικτικά στοιχεία που η αρμόδια αρχή θεωρεί απαραίτητα για την εν λόγω εποπτεία.

5.  Για την αποτελεσματική εποπτεία των πιστωτικών φορέων και των μεσιτών πιστώσεων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο έδαφος άλλων κρατών μελών κατ' εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής και καταγωγής συνεργάζονται στενά για την αποτελεσματική εποπτεία και εφαρμογή των ελάχιστων απαιτήσεων γνώσεων και επάρκειας του κράτους μέλους υποδοχής. Προς τον σκοπό αυτόν μπορούν να μεταβιβάζουν μεταξύ τους καθήκοντα και αρμοδιότητες.

Κεφάλαιο 4

Ενημέρωση και πρακτικές ▌ που προηγούνται της σύναψης της σύμβασης πίστωσης

Άρθρο 10

Γενικές διατάξεις για τη διαφήμιση και την εμπορική προώθηση

Με την επιφύλαξη της οδηγίας 2005/29/ΕΚ, τα κράτη μέλη απαιτούν οι τυχόν διαφημιστικές και εμπορικές ανακοινώσεις για συμβάσεις πίστωσης ▌να είναι θεμιτές, σαφείς και μη παραπλανητικές ▌. Ειδικότερα, απαγορεύεται η διατύπωση που ενδέχεται να δημιουργήσει ψευδείς προσδοκίες στον καταναλωτή όσον αφορά τη διαθεσιμότητα ή το κόστος της πίστωσης.

Άρθρο 11

Τυποποιημένες πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στη διαφήμιση

1.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε κάθε διαφήμιση για συμβάσεις πίστωσης ▌ η οποία αναφέρει επιτόκιο ή τυχόν αριθμητικά στοιχεία που αφορούν το κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή να περιλαμβάνει τυποποιημένες πληροφορίες σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι το πρώτο εδάφιο δεν ισχύει όταν το εθνικό δίκαιο απαιτεί η σχετική με συμβάσεις πίστωσης διαφήμιση να αναφέρει το ΣΕΠΕ και όχι το συγκεκριμένο επιτόκιο ή οποιαδήποτε άλλα αριθμητικά στοιχεία που αφορούν τυχόν κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου.

2.  Οι τυποποιημένες πληροφορίες προσδιορίζουν ▌ κατά τρόπο σαφή, συνοπτικό και εμφανή ▌:

α)  την ταυτότητα του πιστωτικού φορέα ή, κατά περίπτωση, του μεσίτη πιστώσεων ή του εντεταλμένου αντιπροσώπου,

β)  ανάλογα με την περίπτωση, ότι η ▌ σύμβαση πίστωσης θα εξασφαλιστεί ▌ είτε με υποθήκη ή άλλη παρόμοια εγγύηση που χρησιμοποιείται γενικά σε κράτος μέλος για ακίνητα κατοικίας, είτε βάσει δικαιώματος σχετιζόμενου με ακίνητα κατοικίας,

γ)  το χρεωστικό επιτόκιο, επισημαίνοντας αν πρόκειται για σταθερό ή κυμαινόμενο ή συνδυασμό και των δύο, μαζί με πληροφορίες για τυχόν επιβαρύνσεις που περιλαμβάνονται στο συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή,

δ)  το συνολικό ποσό της πίστωσης,

ε)  το ΣΕΠΕ που αναφέρεται στη διαφήμιση με τουλάχιστον τον ίδιο ευδιάκριτο τρόπο όπως και οποιοδήποτε επιτόκιο,

στ)  κατά περίπτωση, τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης,

ζ)  κατά περίπτωση, το ποσό των δόσεων,

η)  κατά περίπτωση, το συνολικό ποσό που πρέπει να καταβάλει ο καταναλωτής,

θ)  κατά περίπτωση, τον αριθμό των δόσεων,

ι)  κατά περίπτωση, μια προειδοποίηση σχετικά με το γεγονός ότι πιθανές διακυμάνσεις της συναλλαγματικής ισοτιμίας θα μπορούσαν να επηρεάσουν το ποσό που πρέπει να καταβάλει ο καταναλωτής.

3.  Οι πληροφορίες που απαριθμούνται στην παράγραφο 2, εκτός από εκείνες που απαριθμούνται στα στοιχεία α), β) ή ι) αυτής, γνωστοποιούνται με αντιπροσωπευτικό παράδειγμα το οποίο ακολουθείται σε ολόκληρη τη διαφήμιση. Τα κράτη μέλη εγκρίνουν κριτήρια για τον καθορισμό αντιπροσωπευτικού παραδείγματος.

4.  Εάν, για τη χορήγηση της πίστωσης ή για τη χορήγησή της υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που διαφημίζονται, είναι υποχρεωτική η σύναψη σύμβασης που αφορά συμπληρωματική υπηρεσία ▌, και ιδίως ασφάλιση, το δε κόστος της εν λόγω υπηρεσίας δεν μπορεί να καθοριστεί εκ των προτέρων, η υποχρέωση σύναψης αυτής της σύμβασης αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, συνοπτικό και εμφανή, μαζί με το ΣΕΠΕ.

5.  Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 4 είναι δεόντως ευανάγνωστες ή ακούγονται ευκρινώς, ανάλογα με το μέσο που χρησιμοποιείται για τη διαφήμιση.

6.  Τα κράτη μέλη δύνανται να ζητούν να συμπεριλαμβάνεται συνοπτική και αναλογική προειδοποίηση για τους ιδιαίτερους κινδύνους που σχετίζονται με τις συμβάσεις πίστωσης. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τις απαιτήσεις αυτές στην Επιτροπή χωρίς καθυστέρηση.

7.  Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της οδηγίας 2005/29/ΕΚ.

Άρθρο 12

Πρακτικές δέσμευσης και ομαδοποίησης

1.  Τα κράτη μέλη επιτρέπουν τις πρακτικές ομαδοποίησης αλλά απαγορεύουν τις πρακτικές δέσμευσης.

2.  Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι οι πιστωτικοί φορείς έχουν τη δυνατότητα να ζητούν από τον καταναλωτή ή ένα μέλος της οικογενείας του ή έναν στενό συγγενή του:

α)  να ανοίξει ή να τηρήσει λογαριασμό πληρωμών ή ταμιευτηρίου, όταν μοναδικός σκοπός του εν λόγω λογαριασμού είναι να σωρευθεί κεφάλαιο για να αποπληρωθεί η πίστωση, να εξυπηρετηθεί η πίστωση, να συγκεντρωθούν από κοινού πόροι για τη χορήγηση της πίστωσης ή να παρασχεθεί πρόσθετη ασφάλεια στον πιστωτικό φορέα στην περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης,

β)  να αγοράσει ή να κρατήσει επενδυτικό προϊόν ή ιδιωτικό συνταξιοδοτικό προϊόν, όταν το εν λόγω προϊόν, που παρέχει πρωτίστως στον επενδυτή εισόδημα μετά τη συνταξιοδότηση, χρησιμεύει επίσης ως πρόσθετη ασφάλεια στον πιστωτικό φορέα στην περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης ή για τη σώρευση κεφαλαίου για να αποπληρωθεί η πίστωση, να εξυπηρετηθεί η πίστωση ή για να συγκεντρωθούν από κοινού πόροι για τη χορήγηση της πίστωσης,

γ)  να συνάπτει χωριστή σύμβαση πίστωσης σε συνδυασμό με την πιστωτική σύμβαση συμμετοχικού στεγαστικού δανείου «shared equity» για τη χορήγηση της πίστωσης.

3.  Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν τις δεσμευτικές πρακτικές όταν ο πιστωτικός φορέας μπορεί να αποδείξει στην αρμόδια αρχή του ότι τα δεσμευμένα προϊόντα ή κατηγορίες προϊόντων που προσφέρονται, με όρους και προϋποθέσεις παρόμοιες μεταξύ τους, τα οποία δεν διατίθενται ξεχωριστά, έχουν ως αποτέλεσμα σαφές πλεονέκτημα για τους καταναλωτές λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τη διαθεσιμότητα και τις τιμές των σχετικών προϊόντων που προσφέρονται στην αγορά. Η παρούσα παράγραφος ισχύει μόνο για προϊόντα που διατίθενται στην αγορά μετά ...(23).

4.  Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στους πιστωτικούς φορείς να ζητούν από τον καταναλωτή να διαθέτει σχετικό ασφαλιστήριο όσον αφορά τη σύμβαση πίστωσης. Στις περιπτώσεις αυτές τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ο πιστωτικός φορέας κάνει δεκτό ασφαλιστήριο από φορέα παροχής διαφορετικό εκείνου που προτιμά, όταν το επίπεδο εγγύησης του εν λόγω ασφαλιστηρίου είναι αντίστοιχο εκείνου που πρότεινε ο πιστωτικός φορέας.

Άρθρο 13

Γενικές πληροφορίες

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι σαφείς και κατανοητές γενικές πληροφορίες για τις συμβάσεις πίστωσης διατίθενται, ανά πάσα στιγμή, από τους πιστωτικούς φορείς ή, κατά περίπτωση, από τους συνδεδεμένους μεσίτες πιστώσεων ή τους εντεταλμένους αντιπροσώπους τους εγγράφως ή σε άλλο σταθερό μέσο ή σε ηλεκτρονική μορφή. Επιπλέον, τα κράτη μέλη δύνανται να ορίζουν ότι παρέχονται γενικές πληροφορίες από μη συνδεδεμένους μεσίτες πιστώσεων.

Αυτές οι γενικές πληροφορίες περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα εξής:

α)  την ταυτότητα και τη γεωγραφική διεύθυνση του φορέα που παρέχει τις πληροφορίες,

β)  τους σκοπούς για τους οποίους μπορεί να χρησιμοποιηθεί η πίστωση,

γ)  τις μορφές της ασφάλειας, περιλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της δυνατότητας η ασφάλεια να ευρίσκεται σε διαφορετικό κράτος μέλος,

δ)   την πιθανή διάρκεια των συμβάσεων πίστωσης,

ε)  ▌ τα είδη ▌ του διαθέσιμου χρεωστικού επιτοκίου, αναφέροντας αν είναι σταθερό ή κυμαινόμενο ή και τα δύο, με σύντομη περιγραφή των χαρακτηριστικών του σταθερού και του κυμαινόμενου επιτοκίου ▌, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών επιπτώσεων για τον καταναλωτή,

στ)  όταν διατίθενται δάνεια σε ξένο νόμισμα, ένδειξη του ξένου νομίσματος ή νομισμάτων, καθώς και επεξήγηση των επιπτώσεων για τον καταναλωτή όταν η πίστωση είναι εκφρασμένη σε ξένο νόμισμα,

ζ)   αντιπροσωπευτικό παράδειγμα του συνολικού ποσού της πίστωσης, του συνολικού κόστους της πίστωσης προς τον καταναλωτή, του συνολικού ποσού που πρέπει να καταβάλει ο καταναλωτής και του ΣΕΠΕ,

η)  ένδειξη των πιθανών επιπλέον εξόδων, που δεν περιλαμβάνονται στο συνολικό κόστος της πίστωσης προς τον καταναλωτή, τα οποία συνδέονται με τη σύμβαση πίστωσης,

θ)  το εύρος των διαφόρων διαθέσιμων εναλλακτικών λύσεων για την αποπληρωμή του δανείου στον πιστωτικό φορέα, περιλαμβανομένου του αριθμού, της περιοδικότητας και του ποσού των τακτικών δόσεων εξόφλησης,

ι)  ανάλογα με την περίπτωση, σαφή και συνοπτική δήλωση ότι η τήρηση των όρων και προϋποθέσεων της σύμβασης πίστωσης δεν εξασφαλίζει εξόφληση του συνολικού ποσού της πίστωσης βάσει της σύμβασης πίστωσης,

ια)  ▌ περιγραφή των όρων που σχετίζονται απευθείας με την πρόωρη αποπληρωμή,

ιβ)  κατά πόσον είναι αναγκαία η εκτίμηση του ακινήτου και, ανάλογα με την περίπτωση, ποιος είναι υπεύθυνος να εξασφαλίσει την πραγματοποίηση της εκτίμησης και κατά πόσον προκύπτει σχετικό κόστος για τον καταναλωτή,

ιγ)  αναφορά των συμπληρωματικών υπηρεσιών που οφείλει να αγοράσει ο καταναλωτής προκειμένου να του χορηγηθεί η πίστωση ή να του χορηγηθεί με τους όρους και τις προϋποθέσεις που διαφημίζονται και, κατά περίπτωση, διευκρίνιση ότι οι συμπληρωματικές υπηρεσίες μπορούν να αγοραστούν από φορέα διαφορετικό του πιστωτικού, και

ιδ)  γενική προειδοποίηση σχετικά με τις πιθανές συνέπειες λόγω μη τήρησης των σχετικών με τη σύμβαση πίστωσης υποχρεώσεων.

2.  Τα κράτη μέλη δύνανται να υποχρεώνουν τους πιστωτικούς φορείς να περιλαμβάνουν άλλα είδη προειδοποίησης που είναι σημαντικά σε ένα κράτος μέλος. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τις απαιτήσεις αυτές στην Επιτροπή χωρίς καθυστέρηση.

Άρθρο 14

Προσυμβατικές πληροφορίες

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ο πιστωτικός φορέας και, κατά περίπτωση, ο μεσίτης πιστώσεων ή ο εντεταλμένος αντιπρόσωπος παρέχουν στον καταναλωτή τις εξατομικευμένες πληροφορίες που είναι απαραίτητες για τη σύγκριση των πιστώσεων που διατίθενται στην αγορά, την αξιολόγηση των επιπτώσεών τους και τη λήψη τεκμηριωμένης απόφασης σχετικά με τη σύναψη σύμβασης πίστωσης:

α)  χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση αφού ο καταναλωτής δώσει τις απαραίτητες πληροφορίες για τις ανάγκες του, την οικονομική του κατάσταση και τις προτιμήσεις του σύμφωνα με το άρθρο 20, και

β)  εγκαίρως, προτού ο καταναλωτής δεσμευθεί με σύμβαση ή προσφορά πίστωσης.

2.  Οι εξατομικευμένες πληροφορίες της παραγράφου 1 παρέχονται, εγγράφως ή σε άλλο σταθερό μέσο, με το ESIS, το οποίο περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙ.

3.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, όταν παρέχεται στον καταναλωτή δεσμευτική προσφορά για τον πιστωτικό φορέα, να παρέχεται εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου και να συνοδεύεται από ESIS όταν:

α)  δεν έχει παρασχεθεί προηγουμένως ESIS στον καταναλωτή, ή

β)  τα χαρακτηριστικά της προσφοράς είναι διαφορετικά από τις πληροφορίες που περιέχει το ESIS το οποίο παρασχέθηκε προηγουμένως.

4.  Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν την υποχρεωτική παροχή του ESIS πριν από την παροχή προσφοράς δεσμευτικής για τον πιστωτικό φορέα. Στην περίπτωση αυτή, τα κράτη μέλη απαιτούν να παρασχεθεί νέο ESIS μόνο όταν πληρούται ο όρος του στοιχείου β) της παραγράφου 3.

5.   Όσα κράτη μέλη έχουν υιοθετήσει πριν από τις …(24) δελτίο πληροφοριών που καλύπτει ισοδύναμες απαιτήσεις πληροφόρησης με εκείνες που εκτίθενται στο παράρτημα ΙΙ, δύνανται να εξακολουθήσουν να το χρησιμοποιούν για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου μέχρι τις …(25)*.

6.  Τα κράτη μέλη ορίζουν χρονική περίοδο τουλάχιστον επτά ημερών στη διάρκεια της οποίας ο καταναλωτής έχει αρκετό χρόνο να συγκρίνει τις ▌ προσφορές, να εκτιμήσει τις συνέπειές τους και να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση ▌.

Τα κράτη μέλη ορίζουν ότι η χρονική περίοδος που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο αποτελεί είτε περίοδο μελέτης πριν από τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης είτε περίοδο για την άσκηση δικαιώματος υπαναχώρησης μετά τη σύναψη της σύμβασης είτε συνδυασμό των δύο.

Όταν ένα κράτος μέλος ορίζει περίοδο μελέτης πριν από τη σύναψη σύμβασης πίστωσης:

α)  η προσφορά είναι δεσμευτική για τον πιστωτικό φορέα για όσο διαρκεί η περίοδος μελέτης, και

β)  ο καταναλωτής έχει τη δυνατότητα να δεχθεί την προσφορά οποιαδήποτε στιγμή στη διάρκεια της περιόδου μελέτης.

Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν ότι οι καταναλωτές δεν μπορούν να δεχτούν την προσφορά για περίοδο που δεν υπερβαίνει τις πρώτες 10 ημέρες της περιόδου μελέτης.

Όταν το χρεωστικό επιτόκιο ή τα λοιπά έξοδα που συνδέονται με την προσφορά καθορίζονται βάσει της πώλησης υποκείμενων ομολόγων ή άλλων μακροπρόθεσμων χρηματοδοτικών μέσων, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι το χρεωστικό επιτόκιο ή τα λοιπά έξοδα πιθανόν να διαφέρουν από τα δηλωθέντα στην προσφορά ανάλογα με την αξία του υποκείμενου ομολόγου ή του μακροπρόθεσμου χρηματοδοτικού μέσου.

Όταν ο καταναλωτής έχει δικαίωμα υπαναχώρησης σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, δεν ισχύει το άρθρο 6 της οδηγίας 2002/65/ΕΚ.

7.  Ο πιστωτικός φορέας και, κατά περίπτωση, ο μεσίτης πιστώσεων ή ο εντεταλμένος αντιπρόσωπος που παρέσχε το ESIS στον καταναλωτή θεωρείται ότι έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους σχετικά με την παροχή πληροφοριών στον καταναλωτή πριν από τη σύναψη μιας σύμβασης εξ αποστάσεως, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 της οδηγίας 2002/65/ΕΚ και θεωρείται ότι πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 5 παράγραφος 1 της εν λόγω οδηγίας μόνο όταν έχουν τουλάχιστον παράσχει το ESIS πριν από τη σύναψη της σύμβασης.

8.  Τα κράτη μέλη δεν τροποποιούν το πρότυπο ESIS εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο παράρτημα ΙΙ. Κάθε πρόσθετη πληροφορία, την οποία ο πιστωτικός φορέας ή, κατά περίπτωση, ο μεσίτης πιστώσεων ή ο εντεταλμένος αντιπρόσωπος επιθυμεί ή υποχρεούται να παράσχει στον καταναλωτή σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, παρέχεται σε χωριστό έγγραφο που μπορεί να επισυνάπτεται στο ESIS.

9.   Ανατίθενται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 40 για την τροποποίηση της τυποποιημένης διατύπωσης του μέρους Α του παραρτήματος ΙΙ ή των οδηγιών στο μέρος Β αυτού, ώστε να καλυφθεί η ανάγκη πληροφόρησης ή προειδοποίησης σχετικά με νέα προϊόντα που δεν είχαν καταστεί διαθέσιμα στην αγορά πριν ...(26). Ωστόσο οι εν λόγω κατ' εξουσιοδότηση πράξεις δεν μεταβάλλουν τη δομή ή το μορφότυπο του ESIS.

10.  Στην περίπτωση επικοινωνιών φωνητικής τηλεφωνίας, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 3 παράγραφος 3 της οδηγίας 2002/65/ΕΚ, η περιγραφή των βασικών χαρακτηριστικών της χρηματοοικονομικής υπηρεσίας, που δίδεται σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 3 στοιχείο β) δεύτερη περίπτωση της εν λόγω οδηγίας, περιλαμβάνει τουλάχιστον τα στοιχεία που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ μέρος Α τμήματα 2 ως 5 της παρούσας οδηγίας.

11.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τουλάχιστον όταν δεν υφίσταται δικαίωμα υπαναχώρησης, ο πιστωτικός φορέας ή, κατά περίπτωση, ο μεσίτης πιστώσεων ή ο εντεταλμένος αντιπρόσωπος παρέχουν στον καταναλωτή αντίγραφο του σχεδίου σύμβασης πίστωσης κατά τον χρόνο υποβολής μιας προσφοράς που είναι δεσμευτική για τον πιστωτικό φορέα. Όταν υφίσταται δικαίωμα υπαναχώρησης, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ο πιστωτικός φορέας ή, κατά περίπτωση, ο μεσίτης πιστώσεων ή ο εντεταλμένος αντιπρόσωπος προσφέρεται να παράσχει στον καταναλωτή αντίγραφο του σχεδίου σύμβασης πίστωσης κατά τον χρόνο υποβολής μιας προσφοράς που είναι δεσμευτική για τον πιστωτικό φορέα.

Άρθρο 15

Απαιτήσεις παροχής πληροφοριών σχετικά με τους μεσίτες πιστώσεων και τους εντεταλμένους αντιπροσώπους

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι σε εύθετο χρόνο πριν από την άσκηση οποιασδήποτε από τις δραστηριότητες πιστωτικής διαμεσολάβησης που καθορίζονται στο άρθρο 4 σημείο 5), ο μεσίτης πιστώσεων ή ο εντεταλμένος αντιπρόσωπος παρέχουν στον καταναλωτή, εγγράφως ή σε άλλο σταθερό μέσο, τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)  ταυτότητα και γεωγραφική διεύθυνση του μεσίτη πιστώσεων,

β)  το μητρώο στο οποίο είναι καταχωρημένος, τον αριθμό καταχώρησης, κατά περίπτωση, και τα μέσα για την εξακρίβωση της καταχώρησης,

γ)   κατά πόσον ο μεσίτης πιστώσεων είναι συνδεδεμένος ή συνεργάζεται αποκλειστικά με έναν ή περισσότερους πιστωτικούς φορείς. Σε περίπτωση που ο μεσίτης πιστώσεων είναι συνδεδεμένος ή συνεργάζεται αποκλειστικά με έναν ή περισσότερους πιστωτικούς φορείς, παρέχει τα ονόματα των πιστωτικών φορέων εξ ονόματος των οποίων ενεργεί. Ο μεσίτης πιστώσεων μπορεί να γνωστοποιήσει ότι είναι ανεξάρτητος όταν πληροί τις προϋποθέσεις που ισχύουν σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 4,

δ)  κατά πόσον ο μεσίτης πιστώσεων παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες,

ε)   το ποσό της αμοιβής που, ανάλογα με την περίπτωση, πρέπει να καταβάλει ο καταναλωτής στον μεσίτη πιστώσεων για τις υπηρεσίες του ή, αν αυτό δεν είναι δυνατόν, τη μέθοδο υπολογισμού της αμοιβής,

στ)  τις ▌διαδικασίες που παρέχουν τη δυνατότητα στους καταναλωτές ή άλλα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλλουν εσωτερικές καταγγελίες για μεσίτες πιστώσεων και, ενδεχομένως, τα μέσα με τα οποία μπορούν να προσφύγουν σε εξωδικαστικές διαδικασίες καταγγελιών και επίλυσης διαφορών,

ζ)   κατά περίπτωση, την ύπαρξη και, όταν είναι γνωστά, τα ποσά των προμηθειών ή άλλων παροτρύνσεων που καταβάλλονται από τον πιστωτικό φορέα ή τρίτα μέρη στον μεσίτη πιστώσεων για τις υπηρεσίες του όσον αφορά τη σύμβαση πίστωσης. Σε περίπτωση που το ποσό δεν είναι γνωστό κατά τη στιγμή της γνωστοποίησης, ο μεσίτης πιστώσεων ενημερώνει τον καταναλωτή ότι το πραγματικό ποσό θα του γνωστοποιηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο στο ESIS.

2.  Οι μεσίτες πιστώσεων που δεν είναι συνδεδεμένοι αλλά λαμβάνουν προμήθειες από έναν ή περισσότερους πιστωτικούς φορείς παρέχουν, εφόσον το ζητήσει ο καταναλωτής, πληροφορίες σχετικά με τη διακύμανση των επιπέδων προμηθειών τις οποίες καταβάλλουν οι διάφοροι πιστωτικοί φορείς που παρέχουν τις συμβάσεις πίστωσης οι οποίες προσφέρονται στον καταναλωτή. Ο καταναλωτής ενημερώνεται ότι έχει το δικαίωμα να ζητήσει αυτές τις πληροφορίες.

3.  Εάν ο μεσίτης πιστώσεων επιβαρύνει τον καταναλωτή με αμοιβή και επιπλέον εισπράττει προμήθεια από τον πιστωτικό φορέα ή τρίτο μέρος, ο μεσίτης πιστώσεων εξηγεί στον καταναλωτή κατά πόσον η προμήθεια συμψηφίζεται ή όχι με την αμοιβή, είτε κατά ένα μέρος είτε πλήρως.

4.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι το ποσό της αμοιβής που πρέπει, ενδεχομένως, να καταβάλει ο καταναλωτής στον μεσίτη πιστώσεων για τις υπηρεσίες του, κοινοποιείται από τον μεσίτη πιστώσεων στον πιστωτικό φορέα, με σκοπό τον υπολογισμό του ΣΕΠΕ.

5.  Τα κράτη μέλη απαιτούν από τους μεσίτες πιστώσεων να εξασφαλίσουν ότι πέραν των γνωστοποιήσεων που προβλέπονται από το παρόν άρθρο, ο εντεταλμένος αντιπρόσωπός τους κοινοποιεί στον καταναλωτή την ιδιότητα υπό την οποία ενεργεί και τον μεσίτη πιστώσεων που εκπροσωπεί όταν επικοινωνεί με οποιονδήποτε καταναλωτή ή πραγματοποιεί συναλλαγές μαζί του.

Άρθρο 16

Ενδεδειγμένες εξηγήσεις

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι πιστωτικοί φορείς και, ανάλογα με την περίπτωση, οι μεσίτες πιστώσεων ή οι εντεταλμένοι αντιπρόσωποι παρέχουν επαρκείς εξηγήσεις στον καταναλωτή σχετικά με τις προτεινόμενες συμβάσεις πίστωσης και τις όποιες συμπληρωματικές υπηρεσίες, ούτως ώστε να είναι σε θέση ο καταναλωτής να αξιολογήσει αν οι προτεινόμενες συμβάσεις πίστωσης και συμπληρωματικές υπηρεσίες προσαρμόζονται στις ανάγκες και στην οικονομική του κατάσταση. ▌

Στις εξηγήσεις περιλαμβάνονται ιδίως, κατά περίπτωση:

α)  οι προσυμβατικές πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται σύμφωνα με:

i)  το άρθρο 14 στην περίπτωση πιστωτικών φορέων,

ii)  τα άρθρα 14 και 15 στην περίπτωση μεσιτών πιστώσεων ή εντεταλμένων αντιπροσώπων,

β)  τα βασικά χαρακτηριστικά των προτεινόμενων προϊόντων,

γ)  οι συγκεκριμένες επιπτώσεις που μπορεί τα προτεινόμενα προϊόντα να έχουν για τον καταναλωτή, συμπεριλαμβανομένων ▌ των συνεπειών της υπερημερίας πληρωμής του καταναλωτή, και

δ)  όταν οι συμπληρωματικές υπηρεσίες προσφέρονται ομαδοποιημένες με σύμβαση πίστωσης, κατά πόσον κάθε συστατικό στοιχείο μπορεί να τερματιστεί χωριστά και τις συνέπειες της επιλογής αυτής για τον καταναλωτή.

2.  Τα κράτη μέλη μπορούν να προσαρμόζουν τον τρόπο παροχής και την έκταση των εξηγήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, καθώς και από ποιον αυτή παρέχεται, στις συγκεκριμένες συνθήκες της κατάστασης στο πλαίσιο της οποίας προσφέρεται η σύμβαση πίστωσης, στο πρόσωπο στο οποίο προσφέρεται και στο είδος της προσφερόμενης πίστωσης.

Κεφάλαιο 5

Συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο

Άρθρο 17

Υπολογισμός του ΣΕΠΕ

1.  Το ΣΕΠΕ ▌ υπολογίζεται βάσει του μαθηματικού τύπου που περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι.

2.   Τα έξοδα για το άνοιγμα και την τήρηση ειδικού λογαριασμού, τα έξοδα για τη χρήση μέσου πληρωμής που επιτρέπει ▌ καταβολές στον λογαριασμό και αναλήψεις από αυτόν ▌ και τα λοιπά έξοδα τα σχετικά με καταβολές περιλαμβάνονται στο συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή οσάκις το άνοιγμα ή η τήρηση λογαριασμού είναι υποχρεωτικά προκειμένου να χορηγηθεί η πίστωση ή να χορηγηθεί υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που διαφημίζονται.

3.  Ο υπολογισμός του ΣΕΠΕ γίνεται σύμφωνα με την παραδοχή ότι η σύμβαση πίστωσης θα εξακολουθήσει να ισχύει για όλη τη συμφωνηθείσα διάρκειά της και ότι ο πιστωτικός φορέας και ο καταναλωτής θα εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με τους όρους και κατά τις ημερομηνίες που έχουν καθορισθεί στη σύμβαση πίστωσης.

4.  Σε περίπτωση συμβάσεων πίστωσης που περιέχουν ρήτρες βάσει των οποίων επιτρέπονται διακυμάνσεις στο χρεωστικό επιτόκιο και, κατά περίπτωση, στις επιβαρύνσεις που περιλαμβάνονται στο ΣΕΠΕ, των οποίων όμως το ύψος δεν μπορεί να προσδιορισθεί επακριβώς κατά τη στιγμή του υπολογισμού, το ΣΕΠΕ υπολογίζεται με βάση την παραδοχή ότι το χρεωστικό επιτόκιο και οι λοιπές επιβαρύνσεις θα παραμείνουν σταθερά σε σχέση με το επίπεδο που προσδιορίζεται κατά τη σύναψη της σύμβασης.

5.  Όσον αφορά τις συμβάσεις πίστωσης για τις οποίες συμφωνείται σταθερό χρεωστικό επιτόκιο σε σχέση με την αρχική περίοδο διάρκειας τουλάχιστον πέντε ετών, στο τέλος της οποίας πραγματοποιείται διαπραγμάτευση για το χρεωστικό επιτόκιο ώστε να συμφωνηθεί νέο σταθερό επιτόκιο για νέα χρονική περίοδο, ο υπολογισμός του πρόσθετου, ενδεικτικού ΣΕΠΕ που γνωστοποιείται στο ESIS καλύπτει μόνο την αρχική περίοδο σταθερού επιτοκίου και βασίζεται στην παραδοχή ότι, στο τέλος της περιόδου σταθερού χρεωστικού επιτοκίου, το οφειλόμενο κεφάλαιο εξοφλείται.

6.  Σε περίπτωση που η σύμβαση πίστωσης επιτρέπει διακυμάνσεις του χρεωστικού επιτοκίου, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ο καταναλωτής ενημερώνεται σχετικά με τις πιθανές συνέπειες των διακυμάνσεων για τα προς πληρωμή ποσά και για το ΣΕΠΕ τουλάχιστον μέσω του ESIS. Αυτό γίνεται με την παροχή πρόσθετου ΣΕΠΕ στον καταναλωτή το οποίο φανερώνει τους πιθανούς κινδύνους που συνδέονται με μια σημαντική αύξηση του χρεωστικού επιτοκίου. Σε περίπτωση που δεν έχει τεθεί ανώτατο όριο στο χρεωστικό επιτόκιο, η πληροφορία αυτή συνοδεύεται από προειδοποίηση που υπογραμμίζει ότι το συνολικό κόστος της πίστωσης προς τον καταναλωτή, όπως φαίνεται από το ΣΕΠΕ, μπορεί να αλλάξει. Η παρούσα διάταξη δεν ισχύει σε συμβάσεις πιστώσεων όπου το χρεωστικό επιτόκιο είναι σταθερό για αρχική περίοδο διάρκειας τουλάχιστον πέντε ετών, στο τέλος της οποίας πραγματοποιείται διαπραγμάτευση για το χρεωστικό επιτόκιο ώστε να συμφωνηθεί νέο σταθερό επιτόκιο για νέα χρονική περίοδο, για την οποία προβλέπεται στο ESIS πρόσθετο, ενδεικτικό ΣΕΠΕ.

7.  Κατά περίπτωση, οι πρόσθετες παραδοχές που καθορίζονται στο παράρτημα Ι χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του ΣΕΠΕ.

8.  Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 40, για την τροποποίηση ▌ των παρατηρήσεων ή την επικαιροποίηση των παραδοχών που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του ΣΕΠΕ όπως ορίζεται στο παράρτημα Ι, ιδίως εάν οι παρατηρήσεις ή οι παραδοχές που καθορίζονται στο παρόν άρθρο και στο παράρτημα Ι δεν επαρκούν για τον υπολογισμό, με ενιαίο τρόπο, του ΣΕΠΕ ή δεν είναι πλέον προσαρμοσμένες ▌ στην εμπορική κατάσταση της αγοράς.

Κεφάλαιο 6

Αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας

Άρθρο 18

Υποχρέωση αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας του καταναλωτή

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, πριν από τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης, οι πιστωτικοί φορείς πραγματοποιούν ενδελεχή αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας του καταναλωτή. Η αξιολόγηση αυτή λαμβάνει δεόντως υπόψη παράγοντες που επιτρέπουν την εξακρίβωση της προοπτικής του καταναλωτή να τηρήσει τις υποχρεώσεις του στο πλαίσιο της σύμβασης πίστωσης.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι θεσπίζονται, τεκμηριώνονται και διατηρούνται διαδικασίες και πληροφορίες επί των οποίων βασίζεται η αξιολόγηση.

3.  Η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας δεν βασίζεται κατά κύριο λόγο στην παραδοχή ότι η αξία του ακίνητου κατοικίας υπερβαίνει το ποσό της πίστωσης ή στην παραδοχή ότι η αξία του ακίνητου κατοικίας θα αυξηθεί, εκτός εάν ο σκοπός της σύμβασης πίστωσης είναι η κατασκευή ή ανακαίνιση ακινήτου που προορίζεται για κατοικία.

4.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε όταν ένας πιστωτικός φορέας συνάπτει σύμβαση πίστωσης με καταναλωτή να μην ακυρώνει ή τροποποιεί στη συνέχεια τη σύμβαση εις βάρος του καταναλωτή με την αιτιολογία ότι η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας δεν διεξήχθη σωστά. Η παρούσα παράγραφος δεν ισχύει όταν αποδεικνύεται ότι ο καταναλωτής εν γνώσει του παρέλειψε ή παραποίησε πληροφορίες κατά την έννοια του άρθρου 20.

5.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι:

α)  ο πιστωτικός φορέας χορηγεί την πίστωση στον καταναλωτή μόνο όταν το αποτέλεσμα της αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας δείχνει ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση πίστωσης είναι πιθανόν να τηρηθούν με τον τρόπο που προβλέπεται από τη εν λόγω σύμβαση,

β)  σύμφωνα με το άρθρο 10 της οδηγίας 95/46/ΕΚ, ο πιστωτικός φορέας ενημερώνει τον καταναλωτή εκ των προτέρων ότι πρόκειται να γίνει έρευνα σε βάση δεδομένων,

γ)  όταν απορρίπτεται αίτηση πίστωσης ▌ο πιστωτικός φορέας ενημερώνει αμελλητί τον καταναλωτή για την απόρριψη και, κατά περίπτωση, ότι η απόφαση βασίζεται σε αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων. Εάν η απόρριψη βασίζεται στο αποτέλεσμα της έρευνας σε βάση δεδομένων, ο πιστωτικός φορέας ενημερώνει επίσης τον καταναλωτή σχετικά με το αποτέλεσμα της έρευνας και σχετικά με τα στοιχεία της συγκεκριμένης βάσης δεδομένων.

6.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ▌ ότι η πιστοληπτική ικανότητα του καταναλωτή επαναξιολογείται με βάση επικαιροποιημένες πληροφορίες πριν εγκριθεί οποιαδήποτε σημαντική αύξηση του ποσού της πίστωσης μετά τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης εκτός εάν αυτή η συμπληρωματική πίστωση προβλεπόταν και περιλαμβανόταν στην αρχική αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας.

7.  Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της οδηγίας 95/46/ΕΚ.

Άρθρο 19

Αποτίμηση της αξίας του ακινήτου

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν τη θέσπιση στην επικράτειά τους αξιόπιστων προτύπων για την αποτίμηση της αξίας ακινήτων κατοικίας με σκοπό τη χορήγηση ενυπόθηκων δανείων. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τους πιστωτικούς φορείς να χρησιμοποιούν αυτά τα πρότυπα όταν αποτιμούν την αξία ακινήτου ή να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα ώστε να διασφαλίζουν ότι τα πρότυπα αυτά χρησιμοποιούνται όταν η αποτίμηση πραγματοποιείται από τρίτον. Όταν οι εθνικές αρχές είναι υπεύθυνες για την έγκριση ανεξάρτητων εκτιμητών που διενεργούν αποτιμήσεις ακινήτων διασφαλίζουν ότι οι ανεξάρτητοι εκτιμητές εφαρμόζουν τους ισχύοντες εθνικούς κανόνες.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εσωτερικοί και εξωτερικοί εκτιμητές που διενεργούν αποτιμήσεις ακινήτων είναι επαγγελματικά επαρκείς και δεόντως ανεξάρτητοι από την διαδικασία έγκρισης της πίστωσης ώστε να μπορούν να παρέχουν αμερόληπτη και αντικειμενική αποτίμηση, η οποία καταγράφεται επί σταθερού μέσου και αρχείο της οποίας τηρείται από τον πιστωτικό φορέα.

Άρθρο 20

Διαβίβαση και επαλήθευση των πληροφοριών που παρέχει ο καταναλωτής

1.  Η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας που αναφέρεται στο άρθρο 18 διενεργείται με βάση αναγκαίες, επαρκείς και αναλογικές πληροφορίες για το εισόδημα και τις δαπάνες του καταναλωτή και για άλλες χρηματοοικονομικές συνθήκες. Οι πληροφορίες αυτές παρέχονται στον πιστωτικό φορέα από κατάλληλες εσωτερικές ή εξωτερικές πηγές, συμπεριλαμβανομένου του καταναλωτή, και συμπεριλαμβάνουν πληροφορίες που παρέχονται στον μεσίτη πιστώσεων ή τον εντεταλμένο αντιπρόσωπό του κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αίτησης για τη χορήγηση πίστωσης. Οι πληροφορίες επαληθεύονται καταλλήλως, μεταξύ άλλων μέσω χρήσης δικαιολογητικών που παρέχονται από ανεξάρτητα εξακριβώσιμες πηγές, εφόσον είναι αναγκαίο.

2.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι μεσίτες πιστώσεων ή οι εντεταλμένοι αντιπρόσωποι να διαβιβάζουν στον ενδιαφερόμενο πιστωτικό φορέα τις απαραίτητες πληροφορίες που λαμβάνουν από τον καταναλωτή προκειμένου να καταστεί εφικτή η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας.

3.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι πιστωτικοί φορείς να προσδιορίζουν με σαφή και κατανοητό τρόπο πριν από τη σύναψη της σύμβασης ▌ τις αναγκαίες πληροφορίες και τα δικαιολογητικά από ανεξάρτητα εξακριβώσιμες πηγές που πρέπει να παράσχει ο καταναλωτής, καθώς και το χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου ο καταναλωτής οφείλει να παράσχει τα στοιχεία αυτά. Τέτοιο αίτημα για παροχή πληροφοριών είναι αναλογικό και περιορίζεται σε ό,τι είναι απαραίτητο για τη διενέργεια άρτιας αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας. Τα κράτη μέλη επιτρέπουν στους πιστωτικούς φορείς να ζητούν διευκρινίσεις όσον αφορά τις πληροφορίες που λαμβάνουν σε απάντηση του εν λόγω αιτήματος τους, όταν αυτό είναι αναγκαίο για την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας.

Τα κράτη μέλη δεν επιτρέπουν σε πιστωτικό φορέα να καταγγείλει στη σύμβαση πίστωσης με τη δικαιολογία ότι οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τον καταναλωτή πριν από τη σύναψη της σύμβασης ήταν ελλιπείς.

Το δεύτερο εδάφιο δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να επιτρέψουν την καταγγελία της σύμβασης πίστωσης εκ μέρους του πιστωτικού φορέα εφόσον αποδειχθεί ότι ο καταναλωτής εν γνώσει του απέκρυψε ή παραποίησε πληροφορίες.

4.  Τα κράτη μέλη θεσπίζουν μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι οι καταναλωτές γνωρίζουν ότι οφείλουν να παρέχουν ορθές πληροφορίες κατόπιν του αιτήματος που αναφέρεται στην παράγραφο 3 πρώτο εδάφιο και ότι οι πληροφορίες αυτές είναι όσο το δυνατόν πληρέστερες με σκοπό τη διεξαγωγή της αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας. Ο πιστωτικός φορέας, ο μεσίτης πιστώσεων ή ο εντεταλμένος αντιπρόσωπος προειδοποιούν τον καταναλωτή ότι σε περίπτωση που δεν είναι σε θέση να προβούν σε αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας επειδή ο καταναλωτής επέλεξε να μην παράσχει τις πληροφορίες ή την επαλήθευση που είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας, η πίστωση δεν μπορεί να χορηγηθεί. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή.

5.  Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της οδηγίας 95/46/ΕΚ και ιδίως του άρθρου 6 αυτής.

Κεφάλαιο 7

Πρόσβαση σε βάσεις δεδομένων

Άρθρο 21

Πρόσβαση σε βάσεις δεδομένων

1.  Κάθε κράτος μέλος διασφαλίζει ▌ πρόσβαση όλων των πιστωτικών φορέων από όλα τα κράτη μέλη σε βάσεις δεδομένων που χρησιμοποιούνται σε αυτό το κράτος μέλος για την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας των καταναλωτών και με μοναδικό σκοπό την παρακολούθηση της συμμόρφωσης των καταναλωτών προς τις πιστωτικές υποχρεώσεις καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης. Οι όροι της πρόσβασης αυτής δεν εισάγουν διακρίσεις.

2.  Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται τόσο στις βάσεις δεδομένων τις οποίες διαχειρίζονται ιδιωτικά πιστωτικά γραφεία ή υπηρεσίες πληροφοριών πιστοληπτικής ικανότητας όσο και στα δημόσια μητρώα.

3.  Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της οδηγίας 95/46/ΕΚ.

Κεφάλαιο 8

Συμβουλευτικές υπηρεσίες

Άρθρο 22

Πρότυπα συμβουλευτικών υπηρεσιών

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ο πιστωτικός φορέας, ο μεσίτης πιστώσεων ή ο εντεταλμένος αντιπρόσωπος ενημερώνει ρητώς τον καταναλωτή, στο πλαίσιο συγκεκριμένης συναλλαγής, για το αν παρέχονται ή μπορούν να παρασχεθούν συμβουλευτικές υπηρεσίες στον καταναλωτή.

2.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, πριν από την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών ή, κατά περίπτωση, πριν από τη σύναψη σύμβασης για την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών, ο πιστωτικός φορέας, ο μεσίτης πιστώσεων ή ο εντεταλμένος αντιπρόσωπος παρέχει στον καταναλωτή τις ακόλουθες πληροφορίες εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου:

α)  κατά πόσον η σύσταση θα βασιστεί σε εξέταση μόνον του δικού τους φάσματος προϊόντων, σύμφωνα με την παράγραφο 3 στοιχείο β), ή ενός ευρέος φάσματος προϊόντων από ολόκληρη την αγορά, σύμφωνα με την παράγραφο 3 στοιχείο γ), ούτως ώστε να μπορέσει ο καταναλωτής να καταλάβει τη βάση πάνω στην οποία γίνεται η σύσταση,

β)  κατά περίπτωση, σχετικά με το ποσό της αμοιβής που πρέπει να καταβάλει ο καταναλωτής για τις συμβουλευτικές υπηρεσίες ή, σε περίπτωση που το ποσό δεν μπορεί να καθοριστεί τη στιγμή της παροχής των πληροφοριών, σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού του.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) του πρώτου εδαφίου μπορούν να παρασχεθούν στον καταναλωτή με τη μορφή πρόσθετων πληροφοριών πριν από τη σύναψη της σύμβασης.

3.  Όταν παρέχονται στους καταναλωτές συμβουλευτικές υπηρεσίες, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν, επιπλέον των απαιτήσεων που ορίζονται στα άρθρα 7 και 9, ότι:

α)  οι πιστωτικοί φορείς, οι μεσίτες πιστώσεων ή οι εντεταλμένοι αντιπρόσωποι αποκτούν τις αναγκαίες πληροφορίες όσον αφορά την προσωπική και οικονομική κατάσταση του καταναλωτή, καθώς και τις προτιμήσεις και τους στόχους του, ούτως ώστε να είναι σε θέση να προτείνει κατάλληλες συμβάσεις πίστωσης. Η αξιολόγηση αυτή βασίζεται σε πληροφορίες που είναι επικαιροποιημένες κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή και λαμβάνει υπόψη εύλογες παραδοχές ως προς τους κινδύνους που αφορούν την κατάσταση του καταναλωτή καθ’ όλη τη διάρκεια της προτεινόμενης σύμβασης πίστωσης ▌,

β)  οι πιστωτικοί φορείς, οι συνδεδεμένοι μεσίτες πιστώσεων ή οι εντεταλμένοι αντιπρόσωποι συνδεδεμένων μεσιτών πιστώσεων εξετάζουν έναν επαρκή αριθμό συμβάσεων πίστωσης από το φάσμα προϊόντων τους και προτείνουν την πιο κατάλληλη σύμβαση πίστωσης ή περισσότερες κατάλληλες συμβάσεις πίστωσης από το φάσμα των προϊόντων τους που ανταποκρίνονται στις ανάγκες και την οικονομική και προσωπική κατάσταση του καταναλωτή,

γ)  οι μη συνδεδεμένοι μεσίτες πιστώσεων ή οι εντεταλμένοι αντιπρόσωποι μη συνδεδεμένων μεσιτών πιστώσεων εξετάζουν έναν επαρκή αριθμό συμβάσεων πίστωσης που διατίθενται στην αγορά και προτείνουν την πιο κατάλληλη σύμβαση πίστωσης ή περισσότερες κατάλληλες συμβάσεις πίστωσης για τις ανάγκες και την οικονομική και προσωπική κατάσταση του καταναλωτή,

δ)  οι πιστωτικοί φορείς, οι μεσίτες πιστώσεων ή οι εντεταλμένοι αντιπρόσωποι ενεργούν προς το συμφέρον του καταναλωτή με τους εξής τρόπους:

i)  ενημερωνόμενοι για τις ανάγκες και την κατάσταση του καταναλωτή, και

ii)  συστήνοντας κατάλληλες συμβάσεις πίστωσης σύμφωνα με τα στοιχεία α), β) και γ), και

ε)  οι πιστωτικοί φορείς, οι μεσίτες πιστώσεων ή οι εντεταλμένοι αντιπρόσωποι χορηγούν στον καταναλωτή εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου το περιεχόμενο των συμβουλών που του παρέσχε.

4.  Τα κράτη μέλη δύνανται να απαγορεύουν τη χρήση των όρων «συμβουλές» και «σύμβουλος» ή παρόμοιους όρους όταν οι συμβουλευτικές υπηρεσίες παρέχονται στους καταναλωτές από πιστωτικούς φορείς, συνδεδεμένους μεσίτες πιστώσεων ή εντεταλμένους αντιπροσώπους συνδεδεμένων μεσιτών πιστώσεων.

Σε περίπτωση που τα κράτη μέλη δεν απαγορεύουν τη χρήση των όρων «συμβουλές» και «σύμβουλος», επιβάλλουν τις ακόλουθες προϋποθέσεις για τη χρήση των όρων «ανεξάρτητες συμβουλές» ή «ανεξάρτητος σύμβουλος» από τους πιστωτικούς φορείς, μεσίτες πιστώσεων ή εντεταλμένους αντιπροσώπους που παρέχουν συμβουλευτικές υπηρεσίες:

α)  οι πιστωτικοί φορείς, μεσίτες πιστώσεων ή εντεταλμένοι αντιπρόσωποι εξετάζουν ικανοποιητικό αριθμό συμβάσεων πίστωσης που διατίθενται στην αγορά και

β)  οι πιστωτικοί φορείς, μεσίτες πιστώσεων ή εντεταλμένοι αντιπρόσωποι δεν αμείβονται για τις εν λόγω συμβουλευτικές υπηρεσίες από έναν ή περισσότερους πιστωτικούς φορείς.

Το στοιχείο β) του δεύτερου εδαφίου εφαρμόζεται μόνο όταν ο αριθμός των ενδιαφερόμενων πιστωτικών φορέων είναι μικρότερος από την πλειοψηφία της αγοράς.

Τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν αυστηρότερες προϋποθέσεις για τη χρήση των όρων «ανεξάρτητες συμβουλές» ή «ανεξάρτητος σύμβουλος» από τους πιστωτικούς φορείς, τους μεσίτες πιστώσεων ή τους εντεταλμένους αντιπροσώπους, συμπεριλαμβανομένης της απαγόρευσης είσπραξης αμοιβής από πιστωτικό φορέα.

5.  Τα κράτη μέλη δύνανται να υποχρεώνουν τους πιστωτικούς φορείς, τους μεσίτες πιστώσεων και τους εντεταλμένους αντιπροσώπους να προειδοποιούν τον καταναλωτή, εφόσον, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική κατάσταση του καταναλωτή, μια σύμβαση πίστωσης ενέχει συγκεκριμένο κίνδυνο για αυτόν.

6.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι συμβουλευτικές υπηρεσίες παρέχονται μόνον από πιστωτικούς φορείς, μεσίτες πιστώσεων ή εντεταλμένους εκπροσώπους.

Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν να μην εφαρμόζουν το πρώτο εδάφιο σε πρόσωπα:

α)  που ασκούν τις δραστηριότητες πιστωτικής διαμεσολάβησης οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 4 σημείο 5) ή παρέχουν συμβουλευτικές υπηρεσίες όταν οι εν λόγω δραστηριότητες ασκούνται ή οι εν λόγω υπηρεσίες παρέχονται παρεμπιπτόντως στο πλαίσιο επαγγελματικής δραστηριότητας και η εν λόγω δραστηριότητα ρυθμίζεται με νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις ή επαγγελματικό κώδικα δεοντολογίας που δεν αποκλείουν την άσκηση των εν λόγω δραστηριοτήτων ή την πρόβλεψη των εν λόγω υπηρεσιών,

β)  που παρέχουν συμβουλευτικές υπηρεσίες στο πλαίσιο διαχείρισης υπάρχοντος χρέους και τα οποία είναι εκκαθαριστές όταν αυτή η δραστηριότητα ρυθμίζεται με νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις ή παρέχουν δημόσιες ή εθελοντικές συμβουλευτικές υπηρεσίες που δεν έχουν εμπορικό χαρακτήρα, ή

γ)  που παρέχουν συμβουλευτικές υπηρεσίες και δεν είναι πιστωτικοί φορείς, μεσίτες πιστώσεων ή εντεταλμένοι αντιπρόσωποι όταν τα άτομα αυτά έχουν λάβει άδεια λειτουργίας και επιβλέπονται από τις αρμόδιες αυτές σύμφωνα με τις απαιτήσεις για τους μεσίτες πιστώσεων στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας.

Πρόσωπα που απολαύουν της εξαίρεσης του δευτέρου εδαφίου δεν έχουν το δικαίωμα που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 να παρέχουν υπηρεσίες στο σύνολο της επικράτειας της Ένωσης.

7.  Το παρόν άρθρο δεν θίγει το άρθρο 16 και την αρμοδιότητα των κρατών μελών να διασφαλίζουν ότι παρέχονται στους καταναλωτές υπηρεσίες οι οποίες τους βοηθούν να κατανοούν τις οικονομικές τους ανάγκες και το είδος των προϊόντων που είναι πιθανό να ανταποκρίνονται στις ανάγκες αυτές.

Κεφάλαιο 9

Δάνεια σε ξένο νόμισμα και δάνεια μεταβλητού επιτοκίου

Άρθρο 23

Δάνεια σε ξένο νόμισμα

1.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε όταν μια σύμβαση πίστωσης αφορά δάνειο σε ξένο νόμισμα, τη στιγμή που συνάπτεται η σύμβαση να υπάρχει το κατάλληλο κανονιστικό πλαίσιο ώστε να διασφαλίζεται τουλάχιστον ότι:

α)  ο καταναλωτής έχει το δικαίωμα να μετατρέψει τη σύμβαση πίστωσης σε εναλλακτικό νόμισμα υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ή

β)  υπάρχουν άλλες ρυθμίσεις που περιορίζουν τον συναλλαγματικό κίνδυνο στον οποίο είναι εκτεθειμένος ο καταναλωτής βάσει της σύμβασης πίστωσης.

2.  Το εναλλακτικό νόμισμα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) είναι:

α)  είτε το νόμισμα στο οποίο ο καταναλωτής λαμβάνει κατά κύριο λόγο το εισόδημά του ή διατηρεί τα περιουσιακά του στοιχεία από τα οποία πρόκειται να εξοφληθεί η πίστωση, όπως κατέδειξε η τελευταία αξιολόγηση της πιστοληπτικής του ικανότητας πριν από τη σύμβαση πίστωσης, ή

β)  το νόμισμα του κράτους μέλους στο οποίο ο καταναλωτής είτε κατοικούσε τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης πίστωσης είτε κατοικεί την παρούσα στιγμή.

Τα κράτη μέλη μπορούν να προσδιορίζουν εάν ο καταναλωτής έχει στη διάθεσή του και τις δύο δυνατότητες που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) του πρώτου εδαφίου ή μόνον τη μια από αυτές ή μπορούν να επιτρέπουν στους πιστωτικούς φορείς να προσδιορίζουν εάν ο καταναλωτής έχει στη διάθεσή του και τις δύο δυνατότητες που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) του πρώτου εδαφίου ή μόνον τη μια από αυτές.

3.  Όταν ο καταναλωτής έχει δικαίωμα να μετατρέψει τη σύμβαση πίστωσης σε εναλλακτικό νόμισμα σύμφωνα με το στοιχείο α) της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η συναλλαγματική ισοτιμία βάσει της οποίας γίνεται η μετατροπή είναι η συναλλαγματική ισοτιμία που ισχύει την ημέρα της μετατροπής εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στη σύμβαση πίστωσης.

4.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι όταν ένας καταναλωτής έχει δάνειο σε ξένο νόμισμα, ο πιστωτικός φορέας ειδοποιεί σε τακτική βάση τον καταναλωτή, εγγράφως ή με άλλο σταθερό μέσο, τουλάχιστον όταν το ύψος του οφειλόμενου συνολικού ποσού που πρέπει να καταβάλει ο καταναλωτής ή των οφειλόμενων δόσεων παρουσιάζει διακύμανση μεγαλύτερη από 20% σε σχέση με αυτό που θα ήταν εάν ίσχυε η συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ του νομίσματος της σύμβασης και του νομίσματος του κράτους μέλους που ίσχυε τη στιγμή σύναψης της σύμβασης πίστωσης. Ο καταναλωτής ειδοποιείται για τυχόν αύξηση στο συνολικό οφειλόμενο ποσό από τον καταναλωτή, για το ενδεχόμενο δικαίωμα μετατροπής του δανείου σε εναλλακτικό νόμισμα και για τις σχετικές προϋποθέσεις και ενημερώνεται για τυχόν άλλους μηχανισμούς που μπορούν να εφαρμοστούν προκειμένου να περιοριστεί ο συναλλαγματικός κίνδυνος στον οποίο εκτίθεται.

5.  Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν περαιτέρω ρυθμίσεις όσον αφορά τα δάνεια σε ξένο νόμισμα, με την προϋπόθεση ότι αυτές οι ρυθμίσεις δεν έχουν αναδρομική ισχύ.

6.  Οι ρυθμίσεις που εφαρμόζονται δυνάμει του παρόντος άρθρου κοινοποιούνται στον καταναλωτή στο πλαίσιο του ESIS και της σύμβασης πίστωσης. Όταν δεν υπάρχει στη σύμβαση πίστωσης διάταξη που να περιορίζει τον συναλλαγματικό κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται ο καταναλωτής σε λιγότερο από 20% διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας, το ESIS περιλαμβάνει ενδεικτικό παράδειγμα του αντίκτυπου διακύμανσης 20% της συναλλαγματικής ισοτιμίας.

Άρθρο 24

Πιστώσεις μεταβλητού επιτοκίου

Όταν μία σύμβαση πίστωσης είναι πίστωση μεταβλητού επιτοκίου, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε:

α)  οι δείκτες ή τα επιτόκια αναφοράς που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του χρεωστικού επιτοκίου να είναι σαφείς, προσιτοί, αντικειμενικοί και επαληθεύσιμοι από τους συμβαλλομένους της σύμβασης πίστωσης και τις αρμόδιες αρχές· και

β)  να κρατούνται αρχεία των δεικτών που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των χρεωστικών επιτοκίων είτε από τους παρόχους αυτών των δεικτών είτε από τους πιστωτικούς φορείς.

Κεφάλαιο 10

Καλή εκτέλεση των συμβάσεων πίστωσης και συναφή δικαιώματα

Άρθρο 25

Πρόωρη αποπληρωμή

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ο καταναλωτής έχει ▌ δικαίωμα να εκπληρώσει πλήρως ή εν μέρει τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από τη σύμβαση πίστωσης, πριν από τη λήξη της εν λόγω σύμβασης. Στις περιπτώσεις αυτές, ο καταναλωτής δικαιούται μείωση του συνολικού κόστους της πίστωσης προς αυτόν, ▌ μείωση ▌ που συνίσταται στους τόκους και τις επιβαρύνσεις για το εναπομένον διάστημα της σύμβασης.

2.  Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι η άσκηση του δικαιώματος της παραγράφου 1 υπόκειται σε ορισμένους όρους. Στους όρους αυτούς είναι δυνατόν να συγκαταλέγονται χρονικοί περιορισμοί της άσκησης του δικαιώματος, διαφορετική μεταχείριση ανάλογα με το είδος του χρεωστικού επιτοκίου ή τη στιγμή που ο καταναλωτής ασκεί το δικαίωμα ή περιορισμοί όσον αφορά τις περιστάσεις υπό τις οποίες δύναται να ασκηθεί το δικαίωμα.

3.   Τα κράτη μέλη μπορούν ▌ να προβλέπουν ότι ο πιστωτικός φορέας δικαιούται εύλογη και αντικειμενική αποζημίωση, εφόσον αυτό δικαιολογείται, για ενδεχόμενα έξοδα που έχουν άμεση σχέση με την πρόωρη εξόφληση αλλά δεν επιβάλλουν κυρώσεις στον καταναλωτή. Εν προκειμένω, η αποζημίωση δεν υπερβαίνει την οικονομική ζημία του πιστωτικού φορέα. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί συγκεκριμένο επίπεδο ή ότι επιτρέπεται μόνον για ορισμένο χρονικό διάστημα.

4.  Όταν ένας καταναλωτής ζητεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από σύμβαση πίστωσης πριν από τη λήξη της σύμβασης, μετά την παραλαβή του σχετικού αιτήματος ο πιστωτικός φορέας παρέχει χωρίς καθυστέρηση στον καταναλωτή, εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου, τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την εξέταση της επιλογής αυτής. Οι πληροφορίες αυτές προσδιορίζουν τουλάχιστον ποσοτικά τις συνέπειες που θα έχει για τον καταναλωτή η εκπλήρωση των υποχρεώσεών του πριν από τη λήξη της σύμβασης και αναφέρουν σαφώς ενδεχόμενες παραδοχές που χρησιμοποιούνται. Οι παραδοχές που χρησιμοποιούνται είναι λογικές και αιτιολογημένες.

5.  Σε περίπτωση που η πρόωρη αποπληρωμή πραγματοποιείται εντός χρονικού διαστήματος για το οποίο το χρεωστικό επιτόκιο είναι σταθερό, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι η άσκηση του δικαιώματος που αναφέρεται στην παράγραφο 1, εξαρτάται από την ύπαρξη νόμιμου συμφέροντος από πλευράς καταναλωτή.

Άρθρο 26

Ευέλικτες και αξιόπιστες αγορές

1.  Τα κράτη μέλη θεσπίζουν μηχανισμούς που διασφαλίζουν ότι η απαίτηση έναντι της εγγύησης είναι εκτελεστή εκ μέρους ή εξ ονόματος του πιστωτικού φορέα. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι πιστωτικοί φορείς να κρατούν αρχεία σχετικά με τα είδη της ακίνητης περιουσίας που γίνονται δεκτά ως εγγύηση καθώς και τις σχετικές πολιτικές ενυπόθηκων δανείων που χρησιμοποιούνται.

2.  Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν κατάλληλη στατιστική παρακολούθηση της αγοράς ακινήτων που προορίζονται για κατοικία, μεταξύ άλλων για λόγους εποπτείας της αγοράς, κατά περίπτωση ενθαρρύνοντας τη θέσπιση και χρήση ειδικών δεικτών για τις τιμές που μπορεί να είναι δημόσιοι ή ιδιωτικοί ή και δημόσιοι και ιδιωτικοί.

Άρθρο 27

Πληροφορίες για τις αλλαγές στο χρεωστικό επιτόκιο

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ο πιστωτικός φορέας ενημερώνει τον καταναλωτή για τυχόν μεταβολή του χρεωστικού επιτοκίου, εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου, πριν από την έναρξη ισχύος του νέου επιτοκίου. Η ενημέρωση περιλαμβάνει τουλάχιστον το ποσό των οφειλόμενων καταβολών μετά την έναρξη ισχύος του νέου χρεωστικού επιτοκίου και, στις περιπτώσεις που μεταβάλλεται ο αριθμός ή η περιοδικότητα των πληρωμών, πληροφορίες σχετικά με τη μεταβολή αυτή.

2.  Ωστόσο, τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν στα μέρη της σύμβασης να συμφωνούν ότι οι προβλεπόμενες στην παράγραφο 1 πληροφορίες θα παρέχονται στον καταναλωτή σε περιοδική βάση, σε περίπτωση που η μεταβολή του χρεωστικού επιτοκίου συνδέεται με μεταβολή του επιτοκίου αναφοράς, το δε νέο επιτόκιο αναφοράς δημοσιοποιείται με κατάλληλα μέσα και οι σχετικές με το νέο επιτόκιο αναφοράς πληροφορίες είναι διαθέσιμες στις εγκαταστάσεις του πιστωτικού φορέα και κοινοποιούνται προσωπικά στον καταναλωτή μαζί με το ύψος των νέων περιοδικών καταβολών.

3.  Οι πιστωτικοί φορείς μπορούν να συνεχίσουν να ενημερώνουν τους καταναλωτές σε περιοδική βάση όταν η αλλαγή του χρεωστικού επιτοκίου δεν συνδέεται με αλλαγή στο επιτόκιο αναφοράς σε περίπτωση που αυτό επιτρεπόταν βάσει της εθνικής νομοθεσίας πριν από ...(27).

4.  Στις περιπτώσεις όπου οι μεταβολές στο χρεωστικό επιτόκιο καθορίζονται μέσω δημοπρασίας στις κεφαλαιαγορές και συνεπώς είναι αδύνατον ο πιστωτικός φορέας να πληροφορήσει τον καταναλωτή για οιαδήποτε μεταβολή πριν να επέλθει η μεταβολή στην πράξη, ο πιστωτικός φορέας σε εύθετο χρόνο πριν από τη δημοπρασία γνωστοποιεί εγγράφως ή με άλλο σταθερό μέσο στον καταναλωτή την επικείμενη διαδικασία και δίνει κάποιες ενδείξεις για το πώς μπορεί να επηρεαστεί το χρεωστικό επιτόκιο.

Άρθρο 28

Τόκοι υπερημερίας και κατάσχεση

1.  Τα κράτη μέλη θεσπίζουν μέτρα για να ενθαρρύνουν τους πιστωτικούς φορείς να προβλέπουν εύλογη περίοδο χάριτος προτού κινήσουν διαδικασίες κατάσχεσης.

2.  Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν, όταν επιτρέπεται στον πιστωτικό φορέα να καθορίζει και να επιβάλει επιβαρύνσεις στον καταναλωτή λόγω αθέτησης υποχρέωσης, οι επιβαρύνσεις αυτές να μην είναι μεγαλύτερες από ό,τι είναι αναγκαίο για την αποζημίωση του πιστωτικού φορέα για τη ζημία που υπέστη λόγω της αθέτησης υποχρέωσης.

3.  Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στους πιστωτικούς φορείς να επιβάλλουν πρόσθετες επιβαρύνσεις στον καταναλωτή σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης. Σε αυτήν την περίπτωση, τα κράτη μέλη θεσπίζουν ανώτατο όριο για αυτές τις επιβαρύνσεις.

4.  Τα κράτη μέλη δεν εμποδίζουν τα μέρη μιας σύμβασης πίστωσης να συμφωνούν ρητώς ότι η επιστροφή ή μεταβίβαση της εγγύησης ή των εσόδων από την πώληση της εγγύησης αρκεί για την αποπληρωμή της πίστωσης.

5.  Όταν η τιμή που λαμβάνεται για το ακίνητο έχει αντίκτυπο στο ποσό που οφείλει ο καταναλωτής, τα κράτη μέλη θεσπίζουν διαδικασίες ή μέτρα για την εξασφάλιση της καλύτερης δυνατής τιμής για το κατασχεθέν ακίνητο.

Σε περίπτωση που μετά τις διαδικασίες κατάσχεσης παραμένει ανεξόφλητο χρέος, τα κράτη μέλη μεριμνούν για τη λήψη μέτρων που διευκολύνουν την αποπληρωμή με στόχο την προστασία των καταναλωτών.

Κεφάλαιο 11

Προϋποθέσεις εγκατάστασης και εποπτείας των μεσιτών πιστώσεων και των εντεταλμένων αντιπροσώπων

Άρθρο 29

Άδεια λειτουργίας μεσιτών πιστώσεων

1.  Οι μεσίτες πιστώσεων λαμβάνουν δέουσα άδεια για να ασκούν όλες ή μερικές από τις δραστηριότητες πιστωτικής διαμεσολάβησης που παρατίθενται στο άρθρο 4 σημείο 5) ή να παρέχουν συμβουλευτικές υπηρεσίες από αρμόδια αρχή ▌ του κράτους μέλους καταγωγής τους. Όταν ένα κράτος μέλος επιτρέπει τον διορισμό εντεταλμένων αντιπροσώπων δυνάμει του άρθρου 31, οι εν λόγω εντεταλμένοι αντιπρόσωποι δεν χρειάζεται να λαμβάνουν άδεια λειτουργίας ως μεσίτες πιστώσεων στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου.

2.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η άδεια λειτουργίας των μεσιτών πιστώσεων εξαρτάται από την πλήρωση τουλάχιστον των ακόλουθων επαγγελματικών απαιτήσεων επιπλέον των απαιτήσεων που προβλέπονται στο άρθρο 9:

α)  Οι μεσίτες πιστώσεων διαθέτουν ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης που καλύπτει τα εδάφη όπου προσφέρουν υπηρεσίες ή άλλη ανάλογη εγγύηση έναντι ευθύνης που προκύπτει από επαγγελματική αμέλεια. Ωστόσο, σε ό,τι αφορά τους συνδεδεμένους μεσίτες πιστώσεων, το κράτος μέλος καταγωγής δύναται να προβλέπει ότι η εν λόγω ασφάλιση ή ανάλογη εγγύηση μπορεί να παρέχεται από πιστωτικό φορέα για λογαριασμό του οποίου ο μεσίτης πιστώσεων είναι εξουσιοδοτημένος να ενεργεί.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει και, όπου είναι αναγκαίο, να τροποποιεί ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για τον καθορισμό του ελάχιστου χρηματικού ποσού της ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης ή ανάλογης εγγύησης που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο του παρόντος στοιχείου. Τα εν λόγω ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα εγκρίνονται σύμφωνα με τα άρθρα 10 ως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορισθεί το ελάχιστο χρηματικό ποσό της ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης ή ανάλογης εγγύησης που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο του παρόντος στοιχείου, προς υποβολή στην Επιτροπή την(28). Η ΕΑΤ επανεξετάζει και, εάν είναι αναγκαίο, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να τροποποιηθεί το ελάχιστο χρηματικό ποσό της ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης ή ανάλογης εγγύησης που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο του παρόντος στοιχείου, προς υποβολή στην Επιτροπή για πρώτη φορά την ...(29)*, και εφεξής ανά διετία.

β)  Φυσικό πρόσωπο που είναι εγκατεστημένο ως μεσίτης πιστώσεων, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου μεσίτη πιστώσεων που είναι εγκατεστημένος ως νομικό πρόσωπο και τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν ισοδύναμα καθήκοντα σε μεσίτη πιστώσεων που αποτελεί νομικό πρόσωπο αλλά δεν διαθέτει διοικητικό συμβούλιο οφείλουν να διαθέτουν τα απαιτούμενα εχέγγυα εντιμότητας. Ως ελάχιστη προϋπόθεση διαθέτουν λευκό ποινικό μητρώο ή πληρούν κάθε άλλη ισοδύναμη εθνική απαίτηση όσον αφορά σοβαρά ποινικά αδικήματα που συνδέονται με εγκλήματα κατά της περιουσίας ή με άλλα εγκλήματα σχετικά με οικονομικές δραστηριότητες και δεν έχουν κηρυχθεί σε πτώχευση κατά το παρελθόν, εκτός εάν έχουν αποκατασταθεί σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

γ)  Φυσικό πρόσωπο που είναι εγκατεστημένο ως μεσίτης πιστώσεων, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου μεσίτη πιστώσεων που είναι εγκατεστημένος ως νομικό πρόσωπο και τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν ισοδύναμα καθήκοντα σε μεσίτη πιστώσεων που αποτελεί νομικό πρόσωπο αλλά δεν διαθέτει διοικητικό συμβούλιο πρέπει να διαθέτουν κατάλληλο επίπεδο γνώσεων και επάρκειας όσον αφορά τις συμβάσεις πίστωσης. Το κράτος μέλος καταγωγής καθορίζει το κατάλληλο επίπεδο γνώσεων και επάρκειας σύμφωνα με τις αρχές που παρατίθενται στο παράρτημα ΙΙΙ.

3.  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να δημοσιοποιούνται τα κριτήρια που καθορίζονται προκειμένου το προσωπικό των μεσιτών πιστώσεων ή των πιστωτικών φορέων να πληροί τις επαγγελματικές απαιτήσεις.

4.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε όλοι οι μεσίτες πιστώσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας, είτε είναι εγκατεστημένοι ως φυσικά είτε ως νομικά πρόσωπα, να εγγράφονται σε μητρώο αρμόδιας αρχής στο κράτος μέλος καταγωγής τους. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το μητρώο των μεσιτών πιστώσεων να ενημερώνεται και να δημοσιοποιείται ηλεκτρονικά.

Το μητρώο των μεσιτών πιστώσεων περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)  τα ονόματα των μελών της διοίκησης που είναι υπεύθυνα για τις δραστηριότητες μεσιτείας. Τα κράτη μέλη δύνανται να απαιτούν την εγγραφή όλων των φυσικών προσώπων που εκτελούν καθήκοντα συναλλαγής με τους πελάτες σε