Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2013/0091(COD)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A7-0096/2014

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A7-0096/2014

Συζήτηση :

PV 24/02/2014 - 20
CRE 24/02/2014 - 20

Ψηφοφορία :

PV 25/02/2014 - 5.12
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P7_TA(2014)0121

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 910kWORD 610k
Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2014 - Στρασβούργο
Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεργασία και την κατάρτιση στον τομέα της επιβολής του νόμου (Ευρωπόλ) ***I
P7_TA(2014)0121A7-0096/2014
Ψήφισμα
 Ενοποιημένο κείμενο

Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 25ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τον οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεργασία και την κατάρτιση στον τομέα της επιβολής του νόμου (Ευρωπόλ) και για την κατάργηση των αποφάσεων 2009/371/ΔΕΥ και 2005/681/ΔΕΥ (COM(2013)0173 – C7-0094/2013 – 2013/0091(COD))

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2013)0173),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και το άρθρο 88 και το άρθρο 87 παράγραφος 2 στοιχείο β) της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C7-0094/2013),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τις αιτιολογημένες γνώμες που υποβλήθηκαν από τη Βουλή των Αντιπροσώπων του Βασιλείου του Βελγίου, το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο και το Κογκρέσο του Βασιλείου της Ισπανίας, στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου αριθ. 2 σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, με τις οποίες υποστηρίζεται ότι το σχέδιο νομοθετικής πράξης δεν συνάδει προς την αρχή της επικουρικότητας,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 55 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Προϋπολογισμών, της Επιτροπής Ελέγχου του Προϋπολογισμού και της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων (A7-0096/2014),

1.  εγκρίνει τη θέση του κατά την πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω·

2.  τονίζει πως οι διατάξεις του σημείου 31 της Διοργανικής Συμφωνία, της 2ας Δεκεμβρίου 2013, μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για τη δημοσιονομική πειθαρχία, τη συνεργασία σε δημοσιονομικά θέματα και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση(1) πρέπει να εφαρμοστούν για την επέκταση της εντολής της Ευρωπόλ· υπογραμμίζει ότι οποιαδήποτε απόφαση της νομοθετικής αρχής υπέρ μιας τέτοιας επέκτασης λαμβάνεται με την επιφύλαξη των αποφάσεων της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής στο πλαίσιο της ετήσιας διαδικασίας προϋπολογισμού·

3.  ζητεί από την Επιτροπή, αφού επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τον κανονισμό, να λάβει πλήρως υπόψη της τη συμφωνία αυτή προκειμένου να ανταποκριθεί στις δημοσιονομικές απαιτήσεις και τις ανάγκες στελέχωσης του προσωπικού της Ευρωπόλ, καθώς και τα νέα της καθήκοντα, συγκεκριμένα το Ευρωπαϊκό Κέντρο για τα Εγκλήματα στον Κυβερνοχώρο, σύμφωνα με την παράγραφο 42 της κοινής δήλωσης του ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου του Συμβουλίου της ΕΕ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 19ης Ιουλίου 2012 σχετικά με τους αποκεντρωμένους οργανισμούς·

4.  ζητεί από την Επιτροπή να του υποβάλει εκ νέου την πρόταση, αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή να την αντικαταστήσει με νέο κείμενο·

5.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

(1)ΕΕ C 373 της 20.12.2013, σ. 1.


Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 25 Φεβρουαρίου 2014 εν όψει της έγκρισης κανονισμού (ΕΕ) αριθ. .../2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τον οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεργασία και την κατάρτιση στον τομέα της επιβολής του νόμου (Ευρωπόλ) και για την κατάργηση των αποφάσεων της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου και 2005/681/ΔΕΥ [Τροπολογία 1]
P7_TC1-COD(2013)0091

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 88 και το άρθρο 87 παράγραφος 2 στοιχείο β), [Τροπολογία 2]

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Κατόπιν διαβούλευσης με τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία(1),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)  Η Ευρωπόλ ιδρύθηκε με την απόφαση του Συμβουλίου 2009/371/ΔΕΥ(2) ως οργανισμός της Ένωσης, ο οποίος χρηματοδοτείται από τον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και του οποίου αποστολή είναι η υποστήριξη και η ενίσχυση της δράσης των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών και της αμοιβαίας συνεργασίας τους για την πρόληψη και την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, της τρομοκρατίας και άλλων μορφών σοβαρού εγκλήματος που επηρεάζουν δύο ή περισσότερα κράτη μέλη. Η απόφαση 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου αντικατέστησε τη σύμβαση δυνάμει του άρθρου Κ.3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), σχετικά με την ίδρυση Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (σύμβαση Ευρωπόλ)(3).

(2)  Σύμφωνα με το άρθρο 88 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), η λειτουργία της Ευρωπόλ διέπεται από κανονισμό ο οποίος εκδίδεται με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία. Επίσης, το άρθρο αυτό απαιτεί να καθοριστούν όροι ελέγχου των δραστηριοτήτων της Ευρωπόλ από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με τη συμμετοχή των εθνικών κοινοβουλίων σύμφωνα με το άρθρο 12 στοιχείο γ) της ΣΕΕ και το άρθρο 9 του πρωτοκόλλου αριθ. 1 σχετικά με τον ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, προκειμένου να ενισχυθεί η δημοκρατική νομιμοποίηση και η υποχρέωση λογοδοσίας της Ευρωπόλ προς τους ευρωπαίους πολίτες. Επομένως, είναι αναγκαίο να αντικατασταθεί η απόφαση 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου από κανονισμό, ο οποίος θα προβλέπει κανόνες περί του κοινοβουλευτικού ελέγχου. [Τροπολογία 3]

(3)  Η Ευρωπαϊκή Αστυνομική Ακαδημία («ΕΑΑ») ιδρύθηκε με την απόφαση του Συμβουλίου 2005/681/ΔΕΥ(4) με αποστολή τη διευκόλυνση της συνεργασίας μεταξύ των εθνικών αστυνομικών αρχών, μέσω της διοργάνωσης και του συντονισμού δραστηριοτήτων κατάρτισης σχετικών με την ευρωπαϊκής εμβέλειας αστυνόμευση. [Τροπολογία 4]

(4)  Το «Πρόγραμμα της Στοκχόλμης – Μια ανοικτή και ασφαλής Ευρώπη που εξυπηρετεί και προστατεύει τους πολίτες»(5) καλεί την Ευρωπόλ να εξελιχθεί και να καταστεί «κέντρο ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου των κρατών μελών, φορέας παροχής υπηρεσιών και πλατφόρμα των υπηρεσιών επιβολής του νόμου». Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος απαιτείται περαιτέρω ενίσχυση της επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας της Ευρωπόλ βάσει της αξιολόγησης της λειτουργίας της. Το πρόγραμμα της Στοκχόλμης θέτει επίσης ως στόχο την καλλιέργεια μιας αυθεντικής ευρωπαϊκής παιδείας στον τομέα της επιβολής του νόμου, μέσω της εκπόνησης ευρωπαϊκών προγραμμάτων κατάρτισης και ανταλλαγών για το σύνολο των επαγγελματιών που δραστηριοποιούνται στον τομέα της επιβολής του νόμου σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο. [Τροπολογία 5]

(5)  Τα μεγάλης κλίμακας δίκτυα εγκληματιών και τρομοκρατών εγκυμονούν σοβαρούς κινδύνους για την εσωτερική ασφάλεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και για την ασφάλεια και ευημερία των πολιτών της. Από τις διαθέσιμες αξιολογήσεις απειλών προκύπτει ότι οι εγκληματικές ομάδες αναπτύσσουν ολοένα περισσότερο πολυσχιδή εγκληματική δραστηριότητα, και μάλιστα σε διασυνοριακή βάση. Επομένως, οι εθνικές αρχές επιβολής του νόμου πρέπει να συνεργάζονται στενότερα με τις αντίστοιχες αρχές των άλλων κρατών μελών. Στο πλαίσιο αυτό, είναι αναγκαίο να τεθούν στη διάθεση της Ευρωπόλ μέσα για την αύξηση της συνδρομής που παρέχει στα κράτη μέλη με σκοπό την πρόληψη της εγκληματικότητας στο σύνολο της Ένωσης και τη διεξαγωγή σχετικών αναλύσεων και ερευνών. Η διαπίστωση αυτή έχει επιβεβαιωθεί και στις αξιολογήσεις που περιέχουν οι αποφάσεις στην αξιολόγηση που περιέχει η απόφαση 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου και 2005/681/ΔΕΥ. [Τροπολογία 6]

(6)  Δεδομένης της συνάφειας μεταξύ του έργου της Ευρωπόλ και της ΕΑΑ, η ενοποίηση και ο εξορθολογισμός των αρμοδιοτήτων των δύο οργανισμών αναμένεται να αυξήσει την αποδοτικότητα της επιχειρησιακής δραστηριότητας, τη χρησιμότητα της παρεχόμενης κατάρτισης και την αποτελεσματικότητα της αστυνομικής συνεργασίας στην ΕΕ. [Τροπολογία 7]

(7)  Κατά συνέπεια, οι αποφάσεις η απόφαση 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου και 2005/681/ΔΕΥ θα πρέπει να καταργηθούν και να αντικατασταθούν να καταργηθεί και να αντικατασταθεί με τον παρόντα κανονισμό, ο οποίος στηρίζεται στην εμπειρία από την εφαρμογή αμφότερων των αποφάσεωντης εν λόγω απόφασης. Η Ο οργανισμός Ευρωπόλ που θα συσταθεί βάσει του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να αντικαταστήσει τις την Ευρωπόλ και ΕΑΑ που ιδρύθηκαν ιδρύθηκε βάσει των καταργηθεισών αποφάσεων της καταργηθείσας απόφασης και να ασκεί στο εξής τα καθήκοντα με τα οποία αυτές ήταν επιφορτισμένες αυτή ήταν επιφορτισμένη. [Τροπολογία 8]

(8)  Καθώς οι εγκληματικές πράξεις τελούνται συχνά σε διασυνοριακό επίπεδο, Η Ευρωπόλ θα πρέπει να στηρίζει και να ενισχύει τις ενέργειες των κρατών μελών και τη μεταξύ τους συνεργασία στον τομέα της πρόληψης και της καταπολέμησης της σοβαρής εγκληματικότητας που επηρεάζει δύο ή περισσότερα κράτη μέλη. Η τρομοκρατία είναι μία από τις σοβαρότερες απειλές αποτελεί απειλή για την ασφάλεια της Ένωσης και η Ευρωπόλ θα πρέπει να συνδράμει τα κράτη μέλη ώστε να αντιμετωπίσουν τις κοινές προκλήσεις στο συγκεκριμένο πεδίο. Ως ο οργανισμός επιβολής του νόμου της ΕΕ, η Ευρωπόλ θα πρέπει επίσης να στηρίξει και να ενισχύσει ενέργειες και συνεργασίες για την καταπολέμηση των μορφών εγκληματικότητας που θίγουν τα συμφέροντα της ΕΕ. Ακόμη, είναι σκόπιμο να προσφέρει στήριξη για την πρόληψη και την καταπολέμηση συναφών αξιόποινων πράξεων οι οποίες διαπράττονται με σκοπό την εξασφάλιση των μέσων, τη διευκόλυνση, την εκτέλεση ή τη διασφάλιση της ατιμωρησίας πράξεων για τις οποίες είναι αρμόδια η Ευρωπόλ. [Τροπολογία 9]

(9)  Η Ευρωπόλ οφείλει να διασφαλίζει καλύτερης ποιότητας, περισσότερο συντονισμένη και πιο συνεκτική κατάρτιση για τους λειτουργούς επιβολής του νόμου όλων των βαθμίδων, βάσει σαφούς πλαισίου, με γνώμονα τις εκάστοτε προσδιοριζόμενες ανάγκες κατάρτισης. [Τροπολογία 10]

(10)  Η Ευρωπόλ θα πρέπει να έχει την ευχέρεια να ζητά από τα κράτη μέλη να κινούν, να διεξάγουν ή να συντονίζουν ποινικές έρευνες σε συγκεκριμένες υποθέσεις όπου η διασυνοριακή συνεργασία θα απέφερε οφέλη. Η Ευρωπόλ θα πρέπει να ενημερώνει τη Μονάδα δικαστικής συνεργασίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Eurojust) σχετικά με τέτοιου είδους αιτήματα. Η Ευρωπόλ θα πρέπει να αιτιολογεί τα αιτήματά της. [Τροπολογία 11]

(10α)  Η Ευρωπόλ θα πρέπει να τηρεί αρχείο σχετικά με τη συμμετοχή σε δραστηριότητες κοινών ομάδων έρευνας που ασχολούνται με την καταπολέμηση αξιόποινων πράξεων οι οποίες εμπίπτουν στους στόχους της. [Τροπολογία 12]

(10β)  Όταν υφίσταται συνεργασία μεταξύ της Ευρωπόλ και των κρατών μελών για συγκεκριμένη έρευνα, θα πρέπει να θεσπίζονται σαφείς διατάξεις μεταξύ της Ευρωπόλ και των εμπλεκόμενων κρατών μελών, οι οποίες αναφέρουν τα συγκεκριμένα προς εκτέλεση καθήκοντα, τον βαθμό συμμετοχής στις έρευνες ή τις δικαστικές διαδικασίες των κρατών μελών, τον επιμερισμό των ευθυνών καθώς και το εφαρμοστέο δίκαιο για τους σκοπούς της δικαστικής εποπτείας. [Τροπολογία 13]

(11)  Για να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα της Ευρωπόλ ως κέντρου ανταλλαγής πληροφοριών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θα πρέπει να θεσπισθούν σαφείς υποχρεώσεις για την παροχή από τα κράτη μέλη στην Ευρωπόλ των δεδομένων που είναι αναγκαία για την εκπλήρωση της αποστολής της. Κατά την τήρηση των υποχρεώσεων αυτών, τα κράτη μέλη πρέπει να αποδίδουν ιδιαίτερη προσοχή στην παροχή δεδομένων χρήσιμων για την καταπολέμηση μόνον εκείνων των μορφών εγκληματικότητας οι οποίες βρίσκονται στο επίκεντρο των στρατηγικών και επιχειρησιακών προτεραιοτήτων, στο πλαίσιο των συναφών μέσων πολιτικής της ΕΕ. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να παρέχουν στην Ευρωπόλ αντίγραφο των διμερών και πολυμερών ανταλλαγών πληροφοριών με άλλα κράτη μέλη σχετικά με εγκλήματα που εμπίπτουν στον τομέα αρμοδιότητας της Ευρωπόλ και να αναφέρουν επίσης από πού προέρχονται τα δεδομένα αυτά. Παράλληλα, η Ευρωπόλ θα πρέπει να αυξήσει το επίπεδο στήριξης που παρέχει στα κράτη μέλη ούτως ώστε να αναβαθμισθεί η αμοιβαία συνεργασία και η ανταλλαγή πληροφοριών. Η Ευρωπόλ πρέπει να υποβάλλει ετήσια έκθεση στο σύνολο των θεσμικών οργάνων και στα εθνικά κοινοβούλια σχετικά με τον βαθμό στον οποίο μεμονωμένα κράτη μέλη της παρέχουν πληροφορίες. [Τροπολογία 14]

(12)  Για να διασφαλισθεί η αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ της Ευρωπόλ και των κρατών μελών, θα πρέπει να συσταθεί εθνική μονάδα σε κάθε κράτος μέλος. Κάθε τέτοια εθνική μονάδα θα πρέπει να λειτουργεί ως ο βασικός σύνδεσμος μεταξύ αφενός των εθνικών αρχών επιβολής του νόμου και των ιδρυμάτων κατάρτισης και, αφετέρου, της Ευρωπόλ. Στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να διατηρηθεί ο ρόλος των εθνικών μονάδων της Ευρωπόλ ως εγγυητών και θεματαφυλάκων των εθνικών συμφερόντων εντός του οργανισμού. Θα πρέπει να διατηρηθούν οι εθνικές μονάδες ως σημείο επαφής μεταξύ της Ευρωπόλ και των αρμόδιων αρχών, εξασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτόν έναν ρόλο κομβικό, που παράλληλα θα συντονίζει το σύνολο της συνεργασίας των κρατών μελών με την Ευρωπόλ και μέσω αυτής, διασφαλίζοντας έτσι μια ενιαία ανταπόκριση των κρατών μελών στα αιτήματα της Ευρωπόλ. Προκειμένου να διασφαλισθεί η διαρκής και αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Ευρωπόλ και των εθνικών μονάδων και να διευκολυνθεί η μεταξύ τους συνεργασία, κάθε εθνική μονάδα θα πρέπει να αποσπά έναν τουλάχιστον αξιωματικό-σύνδεσμο στην Ευρωπόλ. [Τροπολογία 15]

(13)  Λαμβανομένης υπόψη της αποκεντρωμένης δομής ορισμένων κρατών μελών και της ανάγκης να διασφαλιστεί η ταχεία ανταλλαγή πληροφοριών σε ορισμένες υποθέσεις, η Ευρωπόλ θα πρέπει να μπορεί να συνεργάζεται απευθείας με τις αρχές επιβολής του νόμου των κρατών μελών στο πλαίσιο μεμονωμένων ερευνών, τηρώντας εκ παραλλήλου ενήμερες τις οικείες εθνικές μονάδες.

(14)  Με στόχο τη διασφάλιση υψηλής ποιότητας, συντονισμένης και συνεκτικής κατάρτισης σε θέματα επιβολής του νόμου στην Ένωση, η Ευρωπόλ πρέπει να ενεργεί σύμφωνα με την πολιτική της ΕΕ για την κατάρτιση σε θέματα επιβολής του νόμου. Κατάρτιση σε επίπεδο ΕΕ πρέπει να είναι διαθέσιμη σε λειτουργούς επιβολής του νόμου όλων των βαθμίδων. Η Ευρωπόλ πρέπει να μεριμνά για την αξιολόγηση της παρεχόμενης κατάρτισης και για την ενσωμάτωση των συμπερασμάτων εκτιμήσεων των αναγκών κατάρτισης στις εργασίες προγραμματισμού για την αποτροπή αλληλεπικαλύψεων. Η Ευρωπόλ πρέπει να προωθεί την αναγνώριση στα κράτη μέλη της κατάρτισης η οποία παρέχεται σε επίπεδο ΕΕ. [Τροπολογία 16]

(15)  Είναι επίσης αναγκαίο να βελτιωθεί η διακυβέρνηση της Ευρωπόλ, μέσω της αύξησης της αποτελεσματικότητας και του εξορθολογισμού των διαδικασιών.

(16)  Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη θα πρέπει να εκπροσωπούνται στο διοικητικό συμβούλιο της Ευρωπόλ προκειμένου να ελέγχουν αποτελεσματικά τη λειτουργία της. Για να αντικατοπτρίζεται η διττή αποστολή του νέου οργανισμού, η οποία συνίσταται στην επιχειρησιακή υποστήριξη και στην παροχή κατάρτισης σε θέματα επιβολής του νόμου, Τα τακτικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου θα πρέπει να διορίζονται με κριτήριο τις γνώσεις που διαθέτουν στον τομέα της συνεργασίας για την επιβολή του νόμου., ενώ τα αναπληρωματικά μέλη πρέπει να διορίζονται με κριτήριο τις γνώσεις τους σε θέματα κατάρτισης των λειτουργών επιβολής του νόμου. Τα αναπληρωματικά μέλη ενδείκνυται να ενεργούν ως πλήρη μέλη σε περίπτωση απουσίας των τακτικών μελών και οσάκις συζητούνται θέματα κατάρτισης ή λαμβάνονται αποφάσεις σχετικά με αυτά. Το διοικητικό συμβούλιο πρέπει να λαμβάνει συμβουλευτική υποστήριξη από επιστημονική επιτροπή σχετικά με τεχνικά ζητήματα κατάρτισης. [Τροπολογία 17]

(17)  Στο διοικητικό συμβούλιο θα πρέπει να ανατεθούν οι αναγκαίες αρμοδιότητες, ιδίως σε σχέση με την κατάρτιση του προϋπολογισμού και τον έλεγχο της εκτέλεσής του, τη θέσπιση των ενδεδειγμένων δημοσιονομικών κανόνων και την έκδοση εγγράφων προγραμματισμού, τη λήψη μέτρων για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και την καταπολέμηση της απάτης καθώς και την έγκριση κανόνων για την πρόληψη και αντιμετώπιση των συγκρούσεων συμφερόντων, την καθιέρωση διαφανών διαδικασιών εργασίας για τη λήψη αποφάσεων από τον εκτελεστικό διευθυντή της Ευρωπόλ και την έκδοση της ετήσιας έκθεσης πεπραγμένων. Θα πρέπει επίσης να ασκεί εξουσίες αρχής διορισμού των μελών του οργανισμού, συμπεριλαμβανομένου του εκτελεστικού διευθυντή. Για τον εξορθολογισμό της διαδικασίας λήψης αποφάσεων και την ενίσχυση της εποπτείας της διοικητικής και της δημοσιονομικής διαχείρισης, το διοικητικό συμβούλιο θα πρέπει επίσης να μπορεί να συστήσει εκτελεστική επιτροπή. [Τροπολογία 18]

(18)  Για να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα της καθημερινής λειτουργίας της Ευρωπόλ, ο εκτελεστικός διευθυντής θα πρέπει να αποτελεί τον νόμιμο εκπρόσωπο και ανώτατο διευθυντικό στέλεχος του οργανισμού, να ασκεί όλα τα καθήκοντά του υπό καθεστώς πλήρους ανεξαρτησίας και να εξασφαλίζει ότι η Ευρωπόλ επιτελεί το έργο το οποίο καθορίζεται στον παρόντα κανονισμό. Ειδικότερα, ο εκτελεστικός διευθυντής θα πρέπει να φέρει την ευθύνη για την κατάρτιση των εγγράφων προϋπολογισμού και προγραμματισμού τα οποία υποβάλλονται στο διοικητικό συμβούλιο για τη λήψη απόφασης, καθώς και την ευθύνη για την εφαρμογή των ετήσιων και πολυετών προγραμμάτων εργασιών της Ευρωπόλ και άλλων εγγράφων προγραμματισμού.

(19)  Για να μπορεί η Ευρωπόλ να προλαμβάνει και να καταπολεμεί τις αξιόποινες πράξεις οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της, είναι απαραίτητο να διαθέτει όσο το δυνατόν πληρέστερες και πιο επικαιροποιημένες πληροφορίες. Επομένως, η Ευρωπόλ θα πρέπει να μπορεί να επεξεργάζεται δεδομένα τα οποία λαμβάνει από κράτη μέλη, τρίτες χώρες, διεθνείς οργανισμούς, φορείς της ΕΕ και ιδιώτες, καθώς και από πηγές οι οποίες είναι προσιτές στο κοινό, υπό τον όρο ότι η Ευρωπόλ μπορεί να θεωρείται νόμιμος αποδέκτης των εν λόγω δεδομένων, με στόχο την καλύτερη κατανόηση των εγκληματικών φαινομένων και τάσεων, τη συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά με κυκλώματα εγκληματιών και τη διαπίστωση τυχόν σχέσεων μεταξύ των διαφόρων αξιόποινων πράξεων. [Τροπολογία 19]

(20)  Για να αυξηθεί η αποτελεσματικότητά της όσον αφορά την παροχή επακριβών εγκληματολογικών αναλύσεων στις αρχές επιβολής του νόμου των κρατών μελών, η Ευρωπόλ θα πρέπει να χρησιμοποιεί νέες τεχνολογίες κατά την επεξεργασία δεδομένων. Η Ευρωπόλ θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ανιχνεύει με ταχύτητα την ύπαρξη τυχόν δεσμών μεταξύ διαφορετικών ερευνών και κοινών μεθόδων δράσης τις οποίες μετέρχονται οι διάφορες εγκληματικές ομάδες, καθώς επίσης να ελέγχει τις διασταυρώσεις δεδομένων και να έχει σαφή συνολική εικόνα για τις σχετικές τάσεις, διασφαλίζοντας παράλληλα ένα υψηλό επίπεδο προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, οι βάσεις δεδομένων της Ευρωπόλ δεν θα πρέπει να καθορίζονται εκ των προτέρων, αλλά να έχει η Ευρωπόλ την ελευθερία να επιλέγει την πλέον αποτελεσματική δομή ΤΠ. Για να διασφαλισθεί υψηλό επίπεδο προστασίας των δεδομένων, θα πρέπει να καθοριστούν ο σκοπός των πράξεων επεξεργασίας, τα δικαιώματα πρόσβασης και ειδικές πρόσθετες εγγυήσεις. Η αρχή του ειδικού σκοπού και η αρχή της αναλογικότητας πρέπει να τηρούνται κατά την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. [Τροπολογία 20]

(21)  Για να γίνεται σεβαστή η κυριότητα των δεδομένων και να διασφαλίζεται η προστασία των πληροφοριών, τα κράτη μέλη, οι αρχές τρίτων χωρών και οι διεθνείς οργανισμοί θα πρέπει να μπορούν να καθορίζουν τον σκοπό για τον οποίο η Ευρωπόλ έχει το δικαίωμα να υποβάλει δεδομένα σε επεξεργασία και να επιβάλλουν περιορισμούς στα δικαιώματα πρόσβασης. Ο περιορισμός βάσει σκοπού συμβάλλει στη διαφάνεια, την ασφάλεια δικαίου και την προβλεψιμότητα, και έχει ιδιαιτέρως μεγάλη σημασία στον τομέα της αστυνομικής συνεργασίας, όπου τα πρόσωπα στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα συνήθως δεν γνωρίζουν ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν συλλέγονται και αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας και ότι η χρήση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ενδέχεται να έχει σημαντικό αντίκτυπο στη ζωή και στις ελευθερίες των μεμονωμένων ατόμων. [Τροπολογία 21]

(22)  Για να διασφαλίζεται ότι πρόσβαση σε δεδομένα διαθέτουν μόνον πρόσωπα για τα οποία η πρόσβαση στα συγκεκριμένα δεδομένα είναι αναγκαία για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να προβλέπει λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τις διάφορες βαθμίδες δικαιωμάτων πρόσβασης σε δεδομένα τα οποία υποβάλλονται σε επεξεργασία από την Ευρωπόλ. Οι εν λόγω κανόνες θα πρέπει να ισχύουν με την επιφύλαξη των περιορισμών οι οποίοι επιβάλλονται από τους παρόχους των δεδομένων επί της πρόσβασης, καθώς θα πρέπει να γίνεται σεβαστή η κυριότητα των δεδομένων. Με στόχο την αποτελεσματικότερη πρόληψη και καταπολέμηση των αξιόποινων πράξεων που εμπίπτουν στην αποστολή της Ευρωπόλ, η Ευρωπόλ θα πρέπει να κοινοποιεί στα κράτη μέλη τις πληροφορίες που τα αφορούν.

(23)  Με σκοπό την ενίσχυση της διοργανικής επιχειρησιακής συνεργασίας και, ιδίως, τη συσχέτιση δεδομένων που έχουν ήδη στη διάθεσή τους οι διάφοροι οργανισμοί, η Ευρωπόλ θα πρέπει να επιτρέπει την πρόσβαση της Εurojust και της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) στα δεδομένα που έχει στη διάθεσή της ώστε να προβαίνουν σε σχετικές αναζητήσεις, σύμφωνα με συγκεκριμένες διασφαλίσεις. [Τροπολογία 22]

(24)  Στον βαθμό που απαιτείται για την εκτέλεση των καθηκόντων της, η Ευρωπόλ θα πρέπει να διατηρεί σχέσεις συνεργασίας με άλλους φορείς της Ένωσης, και αρχές επιβολής του νόμου, καθώς και με ιδρύματα κατάρτισης σε θέματα επιβολής του νόμου τρίτων χωρών, διεθνείς οργανισμούς και ιδιώτες. [Τροπολογία 23]

(25)  Στον βαθμό που επιβάλλεται για την εκτέλεση των καθηκόντων της και προκειμένου να διασφαλισθεί η επιχειρησιακή της αποτελεσματικότητα, η Ευρωπόλ θα πρέπει να είναι σε θέση να ανταλλάσσει κάθε είδους πληροφορίες, εξαιρουμένων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με άλλα όργανα της Ένωσης, αρχές επιβολής του νόμου και ιδρύματα κατάρτισης σε θέματα επιβολής του νόμου τρίτων χωρών, καθώς και με διεθνείς οργανισμούς. Λαμβανομένου υπόψη ότι επιχειρήσεις, ενώσεις επιχειρήσεων, μη κυβερνητικές οργανώσεις και λοιποί ιδιώτες κατέχουν εμπειρογνωσία και δεδομένα τα οποία έχουν άμεση συνάφεια με το έργο της πρόληψης και της καταπολέμησης της σοβαρής εγκληματικότητας και της τρομοκρατίας, η Ευρωπόλ πρέπει να είναι σε θέση να ανταλλάσσει τέτοια δεδομένα και με ιδιώτες. Για την πρόληψη και την καταπολέμηση εγκλημάτων στον κυβερνοχώρο τα οποία σχετίζονται με συμβάντα που θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια δικτύων και πληροφοριών, η Ευρωπόλ θα πρέπει, σύμφωνα με την οδηγία [τίτλος της εκδοθείσας οδηγίας] του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με μέτρα για την εξασφάλιση κοινού υψηλού επιπέδου ασφάλειας δικτύων και πληροφοριών σε ολόκληρη την Ένωση(6), να συνεργαστεί και να ανταλλάξει πληροφορίες, εκτός των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με εθνικές αρχές αρμόδιες για την ασφάλεια δικτύων και συστημάτων πληροφοριών. [Τροπολογία 24]

(26)  Στον βαθμό που απαιτείται για την εκτέλεση των καθηκόντων της, η Ευρωπόλ θα πρέπει να μπορεί να ανταλλάσσει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα με άλλα όργανα της ΕΕ. Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων θα πρέπει να μεριμνά για τον περιορισμό της εν λόγω ανταλλαγής πληροφοριών στις περιπτώσεις ατόμων που έχουν διαπράξει ή είναι ύποπτα ότι θα διαπράξουν αξιόποινες πράξεις οι οποίες εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρωπόλ. [Τροπολογία 25]

(27)  Οι εμπλεκόμενοι με σοβαρές μορφές εγκληματικότητας και τρομοκρατικές ενέργειες συχνά διατηρούν διασυνδέσεις εκτός του εδάφους της ΕΕ. Κατά συνέπεια, η Ευρωπόλ, στον βαθμό που επιβάλλεται για την εκτέλεση των καθηκόντων της, θα πρέπει επίσης να μπορεί να ανταλλάσσει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα με αρχές επιβολής του νόμου τρίτων χωρών και με διεθνείς οργανισμούς όπως η Ιντερπόλ. Κατά την ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς, πρέπει να εξασφαλίζεται κατάλληλη ισορροπία μεταξύ της ανάγκης για αποτελεσματική επιβολή του νόμου και της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. [Τροπολογία 26]

(28)  Η Ευρωπόλ θα πρέπει να μπορεί να διαβιβάζει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε αρχές τρίτων χωρών ή σε διεθνείς οργανισμούς μόνον βάσει απόφασης της Επιτροπής η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η εκάστοτε χώρα ή ο διεθνής οργανισμός διασφαλίζει επαρκές επίπεδο προστασίας των δεδομένων, ή, απουσία απόφασης περί της επάρκειας, βάσει διεθνούς συμφωνίας συναφθείσας από την Ένωση κατ’ εφαρμογή του άρθρου 218 ΣΛΕΕ, ή βάσει συμφωνίας συνεργασίας συναφθείσας μεταξύ της Ευρωπόλ και της εν λόγω τρίτης χώρας πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού. Βάσει του άρθρου 9 του προσαρτώμενου στη Συνθήκη πρωτοκόλλου 36 σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις, τα νομικά αποτελέσματα αυτών των συμφωνιών πρέπει να διατηρούνται μέχρι την κατάργηση, ακύρωση ή τροποποίησή τους κατά την εφαρμογή της Συνθήκης.

(29)  Σε περίπτωση που μια διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν είναι δυνατό να στηριχθεί σε απόφαση της Επιτροπής περί της επάρκειας, ούτε σε διεθνή συμφωνία συναφθείσα από την Ένωση αλλά ούτε και σε ισχύουσα συμφωνία συνεργασίας, το διοικητικό συμβούλιο και ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων θα πρέπει να έχουν την ευχέρεια να επιτρέπουν διαβίβαση ή σειρά διαβιβάσεων, εφόσον παρέχονται επαρκείς εγγυήσεις. Εάν δεν ισχύσει καμία από τις ανωτέρω περιπτώσεις, ο εκτελεστικός διευθυντής θα πρέπει να έχει την ευχέρεια να επιτρέπει τη διαβίβαση των δεδομένων κατ' εξαίρεση ή ανάλογα με την περίπτωση, εάν αυτή είναι αναγκαία για τη διασφάλιση των ουσιωδών συμφερόντων ενός κράτους μέλους, για την πρόληψη επικείμενου κινδύνου ο οποίος σχετίζεται με την εγκληματικότητα ή την τρομοκρατία, ή εάν η διαβίβαση είναι άλλως αναγκαία ή επιβαλλόμενη από τον νόμο για σοβαρούς δημόσιους λόγους, ή εάν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δηλώσει ότι συναινεί στη διαβίβαση, ή εάν διακυβεύονται ζωτικά συμφέροντα του υποκειμένου των δεδομένων.

(30)  Η Ευρωπόλ θα πρέπει να μπορεί να λαμβάνει και να επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα προερχόμενα από ιδιωτικούς φορείς και ιδιώτες, μόνον εάν τα δεδομένα αυτά διαβιβάζονται στην Ευρωπόλ από εθνική μονάδα της Ευρωπόλ σε κράτος μέλος σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία ή από σημείο επαφής τρίτης χώρας με την οποία υπάρχει παγιωμένη συνεργασία βάσει συμφωνίας η οποία έχει συναφθεί δυνάμει του άρθρου 23 της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου πριν από την έναρξη ισχύς του παρόντος κανονισμού ή από αρχή τρίτης χώρας ή από διεθνή οργανισμό με τον οποίο η Ένωση έχει συνάψει διεθνή συμφωνία κατ’ εφαρμογή του άρθρου 218 ΣΛΕΕ.

(31)  Τυχόν πληροφορίες οι οποίες είναι σαφές ότι ελήφθησαν από τρίτη χώρα ή διεθνή οργανισμό κατά παράβαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας. [Τροπολογία 27]

(32)  Οι κανόνες περί προστασίας δεδομένων στο πλαίσιο της Ευρωπόλ θα πρέπει να ενισχυθούν και να ευθυγραμμίζονται με άλλες συναφείς πράξεις για την προστασία δεδομένων οι οποίες εφαρμόζονται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον τομέα της αστυνομικής συνεργασίας στην Ένωση, ούτως ώστε να διασφαλίζεται υψηλό επίπεδο προστασίας των φυσικών προσώπων σε σχέση με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Μολονότι η απόφαση 2009/371/ΔΕΥ προβλέπει αυστηρό καθεστώς προστασίας δεδομένων για την Ευρωπόλ, το εν λόγω καθεστώς πρέπει να τύχει περαιτέρω επεξεργασίας ώστε να ευθυγραμμίζεται η Ευρωπόλ με τις απαιτήσεις της Συνθήκης της Λισαβόνας, να λαμβάνεται υπόψη ο διαρκώς αυξανόμενος ρόλος της Ευρωπόλ και να βελτιωθεί η εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών και της Ευρωπόλ, πράγμα αναγκαίο για την επιτυχή ανταλλαγή πληροφοριών. Οι κανόνες περί προστασίας δεδομένων στο πλαίσιο της Ευρωπόλ θα πρέπει να ενισχυθούν και να στηριχθούν στις βασικές αρχές του κανονισμού (EΚ) αριθ. 45/2001(7) ή στην πράξη που αντικαθιστά τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 ούτως ώστε να διασφαλίζεται υψηλό επίπεδο προστασίας των φυσικών προσώπων σε σχέση με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και σε άλλες αρχές προστασίας δεδομένων, συμπεριλαμβανομένης της αρχής της λογοδοσίας, της εκτίμησης επιπτώσεων σχετικά με την προστασία δεδομένων, της προστασίας της ιδιωτικής ζωής ήδη από τον σχεδιασμό και εξ ορισμού και της κοινοποίησης παραβιάσεων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Μόλις εγκριθεί το νέο πλαίσιο περί προστασίας δεδομένων των θεσμικών οργάνων και οργανισμών της ΕΕ, θα πρέπει να εφαρμοστεί στην Ευρωπόλ.

Δεδομένου ότι η προσαρτώμενη στη Συνθήκη δήλωση 21 αναγνωρίζει την ιδιαίτερη φύση της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο της επιβολής του νόμου, οι κανόνες της καταδεικνύει ότι είναι αναγκαίο να θεσπιστούν για την Ευρωπόλ ειδικοί κανόνες περί της προστασίας δεδομένων πρέπει να είναι αυτόνομοι προσωπικού χαρακτήρα και της ελεύθερης κυκλοφορίας των δεδομένων αυτών βάσει του άρθρου 16 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και να ευθυγραμμίζονται με άλλες συναφείς πράξεις για την προστασία δεδομένων οι οποίες εφαρμόζονται στην τομέα της αστυνομικής συνεργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδίως με τη Σύμβαση αριθ. 108(8) και το πρόσθετο πρωτόκολλο της 8ης Νοεμβρίου 2001, και τη Σύσταση αριθ. R(87) 15 του Συμβουλίου της Ευρώπης(9), καθώς και με το αυστηρό καθεστώς για την προστασία δεδομένων που θεσπίζεται στην την απόφαση πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τυγχάνουν επεξεργασίας στο πλαίσιο της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις(10) [να αντικατασταθεί με τη συναφή οδηγία που ισχύει κατά τον χρόνο της έκδοσης]. Η διαφάνεια είναι κρίσιμο τμήμα της προστασίας δεδομένων λόγω του ότι παρέχει τη δυνατότητα να εφαρμόζονται και άλλες αρχές και δικαιώματα σχετικά με την προστασία δεδομένων. Για την ενίσχυση της διαφάνειας, η Ευρωπόλ θα πρέπει να διαθέτει διαφανείς πολιτικές προστασίας δεδομένων, οι οποίες θα πρέπει να είναι εύκολα προσβάσιμες στο κοινό και οι οποίες αναφέρουν με κατανοητό τρόπο και χρησιμοποιώντας σαφή και απλή γλώσσα τις διατάξεις που αφορούν τη διαδικασία επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και τα διαθέσιμα μέσα για την άσκηση των δικαιωμάτων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα, καθώς επίσης να δημοσιεύει κατάλογο των διεθνών συνθηκών και συμφωνιών συνεργασίας που διατηρεί με τρίτες χώρες, οργανισμούς της Ένωσης και διεθνείς οργανισμούς. [Τροπολογία 28]

(33)  Στον βαθμό του εφικτού, Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να διακρίνονται ανάλογα με τον βαθμό ακρίβειας και αξιοπιστίας τους. Τα πραγματικά περιστατικά πρέπει να διακρίνονται από τις προσωπικές εκτιμήσεις, προκειμένου να διασφαλίζεται τόσο η προστασία των φυσικών προσώπων όσο και η ποιότητα και η αξιοπιστία των πληροφοριών που επεξεργάζεται η Ευρωπόλ. [Τροπολογία 29]

(33α)  Δεδομένου του ειδικού του χαρακτήρα, ο οργανισμός θα πρέπει να διαθέτει το δικό του καθεστώς, το οποίο εγγυάται την προστασία δεδομένων και σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να είναι τουλάχιστον εφάμιλλο του γενικού καθεστώτος που ισχύει για την Ένωση και τους οργανισμούς της. Για τον σκοπό αυτό, οι μεταρρυθμίσεις που αφορούν τους γενικούς κανόνες περί προστασίας των δεδομένων θα πρέπει να εφαρμόζονται το ταχύτερο δυνατόν στην Ευρωπόλ και το αργότερο δύο έτη μετά την έναρξη ισχύος των νέων γενικών κανόνων· η εν λόγω κανονιστική ευθυγράμμιση μεταξύ των ειδικών καθεστώτων της Ευρωπόλ και της ΕΕ σχετικά με την προστασία των δεδομένων θα πρέπει να υλοποιείται εντός δύο ετών από την έγκριση κάθε συναφούς κανόνα. [Τροπολογία 30]

(34)  Στον τομέα της αστυνομικής συνεργασίας υποβάλλονται σε επεξεργασία δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία αφορούν διαφορετικές κατηγορίες προσώπων. Η Ευρωπόλ θα πρέπει να διακρίνει όσο το δυνατόν σαφέστερα μεταξύ των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία αφορούν διαφορετικές κατηγορίες προσώπων. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα π.χ. θυμάτων, μαρτύρων, προσώπων που έχουν στην κατοχή τους συναφείς πληροφορίες, καθώς και τα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των ανηλίκων θα πρέπει να απολαύουν αυξημένου βαθμού προστασίας. Κατά συνέπεια, η Ευρωπόλ δεν θα πρέπει να υποβάλλει τέτοια δεδομένα σε επεξεργασία εκτός εάν κάτι τέτοιο είναι απολύτως αναγκαίο για την πρόληψη και καταπολέμηση αξιόποινων πράξεων που εμπίπτουν στην αποστολή της, και υπό την προϋπόθεση ότι τα δεδομένα αυτά συμπληρώνουν άλλα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που έχουν ήδη υποβληθεί σε επεξεργασία από την Ευρωπόλ.

(35)  Βάσει των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η Ευρωπόλ δεν θα πρέπει να αποθηκεύει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για περισσότερο χρόνο από αυτόν που είναι αναγκαίος για την εκτέλεση των καθηκόντων της. Το αργότερο τρία έτη από τη συλλογή των εν λόγω δεδομένων θα πρέπει να ελέγχεται αν είναι ανάγκη να παραμείνουν αποθηκευμένα. [Τροπολογία 32]

(36)  Η Ευρωπόλ πρέπει να λαμβάνει τα κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά αναγκαία μέτρα για την κατοχύρωση της ασφάλειας των προσωπικών δεδομένων. [Τροπολογία 33]

(37)  Κάθε πρόσωπο θα πρέπει να έχει δικαίωμα πρόσβασης σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, καθώς επίσης δικαίωμα διόρθωσής τους σε περίπτωση που τα δεδομένα είναι ανακριβή, και διαγραφής ή απαγόρευσης της πρόσβασης σε αυτά σε περίπτωση που τα δεδομένα έχουν παύσει να είναι αναγκαία. Τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται στο πρόσωπο το οποίο αφορούν τα δεδομένα και η άσκησή τους δεν πρέπει να θίγουν τις υποχρεώσεις που βαρύνουν την Ευρωπόλ και πρέπει να υπόκεινται στους περιορισμούς οι οποίοι καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό. [Τροπολογία 34]

(38)  Η προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των υποκειμένων των δεδομένων προϋποθέτει τον επακριβή επιμερισμό ευθυνών στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι υπεύθυνα για την ακρίβεια και την επικαιροποίηση των δεδομένων που διαβιβάζουν στην Ευρωπόλ, καθώς και για τη νομιμότητα κάθε τέτοιας διαβίβασης. Η Ευρωπόλ θα πρέπει να είναι υπεύθυνη για την ακρίβεια και την επικαιροποίηση των δεδομένων που της διαβιβάζουν άλλοι πάροχοι δεδομένων. Η Ευρωπόλ πρέπει επίσης να μεριμνά για τη θεμιτή και σύννομη επεξεργασία των δεδομένων, για τη συλλογή και επεξεργασία τους για συγκεκριμένο σκοπό, για την καταλληλότητα, συνάφεια και αναλογικότητά τους προς τους σκοπούς της επεξεργασίας τους, καθώς και για τη μη αποθήκευσή τους επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από αυτό που είναι αναγκαίο για την επίτευξη αυτών των σκοπών. [Τροπολογία 35]

(39)  Για τους σκοπούς της εξακρίβωσης της νομιμότητας της επεξεργασίας δεδομένων, του αυτοελέγχου και της κατοχύρωσης της ακεραιότητας και ασφάλειας των δεδομένων, η Ευρωπόλ θα πρέπει να τηρεί αρχεία συλλογής, μεταβολής, πρόσβασης, ανακοίνωσης, συνδυασμού ή διαγραφής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Η Ευρωπόλ πρέπει να είναι υποχρεωμένη να συνεργάζεται με τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων και να θέτει, κατόπιν αιτήματος, στη διάθεσή του τις συναφείς καταχωρίσεις ή την τεκμηρίωση, ώστε να μπορούν να χρησιμεύσουν για την παρακολούθηση των πράξεων επεξεργασίας. [Τροπολογία 36]

(40)  Η Ευρωπόλ θα πρέπει να διορίσει έναν υπεύθυνο προστασίας δεδομένων, ο οποίος θα τη συνδράμει κατά την παρακολούθηση της συμμόρφωσης προς τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού. Ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων θα πρέπει να είναι σε θέση να εκτελεί τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντά του με ανεξαρτησία και αποτελεσματικότητα. Θα πρέπει να τίθενται στη διάθεση του υπευθύνου προστασίας δεδομένων τα μέσα που είναι αναγκαία για την εκτέλεση των καθηκόντων του. [Τροπολογία 37]

(41)  Μια δομή ελέγχου ανεξάρτητη, με επαρκή αυτονομία, διαφανής, υποκείμενη σε λογοδοσία και αποτελεσματική είναι απολύτως απαραίτητη για την προστασία των φυσικών προσώπων όσον αφορά την επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως απαιτείται από το άρθρο 8 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και από το άρθρο 16 ΣΛΕΕ. Οι εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να ελέγχουν τη νομιμότητα της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα κράτη μέλη, ο δε Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων θα πρέπει να ελέγχει τη νομιμότητα των δραστηριοτήτων επεξεργασίας δεδομένων που εκτελούνται από την Ευρωπόλ στο πλαίσιο της εκτέλεσης των δραστηριοτήτων της υπό καθεστώς πλήρους ανεξαρτησίας. [Τροπολογία 38]

(42)  Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων και οι εθνικές εποπτικές αρχές θα πρέπει να συνεργάζονται μεταξύ τους σε σχέση με ειδικά ζητήματα για τα οποία απαιτείται ανάμειξη κράτους μέλους και προκειμένου να διασφαλίζεται η συνεκτική εφαρμογή του παρόντος κανονισμού στο σύνολο της Ένωσης.

(43)  Η επεξεργασία μη επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Ευρωπόλ τα οποία δεν σχετίζονται με ποινικές έρευνες, όπως τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των στελεχών της Ευρωπόλ, των πάροχων υπηρεσιών ή επισκεπτών, θα πρέπει να υπόκειται στον κανονισμό (EΚ) αριθ. 45/2001. [Τροπολογία 40]

(44)  Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων θα πρέπει να επιλαμβάνεται κάθε καταγγελίας η οποία υποβάλλεται από το υποκείμενο των δεδομένων και να διενεργεί συναφή έρευνα. Η διερεύνηση σε συνέχεια καταγγελίας θα πρέπει να διενεργείται, με την επιφύλαξη δικαστικού ελέγχου, στον βαθμό που ενδείκνυται είναι αναγκαία στην εκάστοτε περίπτωση προκειμένου να εξασφαλισθεί πλήρης διαλεύκανση. Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων θα πρέπει να ενημερώνει πάραυτα το υποκείμενο των δεδομένων σχετικά με την πρόοδο και την έκβαση της καταγγελίας εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. [Τροπολογία 41]

(45)  Κάθε φυσικό πρόσωπο θα πρέπει να έχει δικαίωμα δικαστικής προσφυγής κατά αποφάσεων του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων που το αφορούν.

(46)  Η Ευρωπόλ θα πρέπει να υπόκειται στους γενικούς κανόνες περί συμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης οι οποίοι εφαρμόζονται στα θεσμικά και λοιπά όργανα και στους οργανισμούς της Ένωσης, με εξαίρεση την ευθύνη για παράνομη επεξεργασία δεδομένων.

(47)  Στην περίπτωση φυσικού προσώπου, ενδέχεται ενίοτε να μην είναι σαφές κατά πόσον η βλάβη την οποία υπέστη εξαιτίας παράνομης επεξεργασίας είναι αποτέλεσμα ενέργειας της Ευρωπόλ ή κράτους μέλους. Κατά συνέπεια, σε τέτοια περίπτωση η Ευρωπόλ και το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου επήλθε το ζημιογόνο γεγονός θα πρέπει να ευθύνονται από κοινού και εις ολόκληρον.

(48)  Για να διασφαλίζεται ότι Προκειμένου να διασφαλίζονται ο ρόλος των κοινοβουλίων κατά τον έλεγχο του ευρωπαϊκού χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, καθώς και οι πολιτικές αρμοδιότητες των εθνικών κοινοβουλίων και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κατά την άσκηση των αντίστοιχων εξουσιών τους στο πλαίσιο της νομοθετικής διαδικασίας, είναι απαραίτητο η Ευρωπόλ να υπόκειται σε πλήρη λογοδοσία και διαφάνεια., είναι απαραίτητο, Για τον σκοπό αυτό, δυνάμει του άρθρου 88 ΣΛΕΕ, θα πρέπει να θεσπισθούν διαδικασίες για τον έλεγχο των δραστηριοτήτων της Ευρωπόλ από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, από κοινού με τα εθνικά κοινοβούλια, σύμφωνα με τις διατάξεις περί διακοινοβουλευτικής συνεργασίας που περιλαμβάνονται στον τίτλο ΙΙ του πρωτοκόλλου αριθ. 1 σχετικά με τον ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, λαμβανομένης δεόντως υπόψη της ανάγκης προστασίας του απορρήτου επιχειρησιακών πληροφοριών. [Τροπολογία 42]

(49)  Για το προσωπικό της Ευρωπόλ θα πρέπει να ισχύουν ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων όπως καθορίζεται στον κανονισμό (EΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 259/68(11). Η Ευρωπόλ θα πρέπει να μπορεί να απασχολεί προσωπικό το οποίο προσλαμβάνεται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών σε θέσεις έκτακτων υπαλλήλων η θητεία των οποίων θα πρέπει να είναι περιορισμένη, ώστε να τηρείται η αρχή της εκ περιτροπής μετακίνησης, καθώς η επακόλουθη επανενσωμάτωσή τους στο δυναμικό της αρμόδιας αρχής από την οποία προέρχονται θα διευκολύνει τη στενή συνεργασία μεταξύ της Ευρωπόλ και των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν κάθε μέτρο που είναι αναγκαίο ώστε να διασφαλίζεται ότι το προσωπικό που προσλαμβάνεται από την Ευρωπόλ στις θέσεις έκτακτων υπαλλήλων μπορεί, μετά τη λήξη της θητείας στην Ευρωπόλ, να επιστρέψει στην εθνική πολιτική υπηρεσία στην οποία ανήκει.

(50)  Λόγω της φύσεως των καθηκόντων της Ευρωπόλ και του ρόλου του εκτελεστικού διευθυντή, ενδέχεται ο εκτελεστικός διευθυντής θα πρέπει να να καλείται να προβεί σε δήλωση και να απαντά σε ερωτήσεις στην αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ενώπιον της μικτής ομάδας κοινοβουλευτικού ελέγχου, πριν από τον διορισμό του και πριν από ενδεχόμενη παράταση της θητείας του. Ο εκτελεστικός διευθυντής θα πρέπει επίσης να υποβάλλει την ετήσια έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην μικτή ομάδα κοινοβουλευτικού ελέγχου και στο Συμβούλιο. Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να καλεί τον εκτελεστικό διευθυντή να υποβάλει αναφορά σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του. [Τροπολογία 43]

(51)  Για να εξασφαλιστεί η πλήρης αυτονομία και η ανεξαρτησία της, η Ευρωπόλ θα πρέπει να διαθέτει αυτόνομο προϋπολογισμό τα έσοδα του οποίου θα προέρχονται κυρίως από συνεισφορά από τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η δημοσιονομική διαδικασία της Ένωσης θα πρέπει να εφαρμόζεται όσον αφορά τη συνεισφορά της Ένωσης καθώς και οποιεσδήποτε άλλες επιδοτήσεις που βαρύνουν τον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης. Ο λογιστικός έλεγχος θα πρέπει να ασκείται από το Ελεγκτικό Συνέδριο.

(52)  Για την Ευρωπόλ θα πρέπει να ισχύει ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12).

(53)  Για την Ευρωπόλ θα πρέπει να ισχύει ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(13).

(54)  Η Ευρωπόλ επεξεργάζεται δεδομένα τα οποία χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας καθώς περιλαμβάνουν διαβαθμισμένες πληροφορίες της ΕΕ και ευαίσθητες μη διαβαθμισμένες πληροφορίες. Κατά συνέπεια, η Ευρωπόλ θα πρέπει να θεσπίσει κανόνες περί απορρήτου και περί της επεξεργασίας αυτών των πληροφοριών, λαμβάνοντας υπόψη τις βασικές αρχές και τις ελάχιστες προδιαγραφές που καθορίζονται στην απόφαση 2011/292/ΕΕ του Συμβουλίου(14).

(55)  Είναι σκόπιμο να αξιολογείται σε τακτική βάση η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

(56)  Οι διατάξεις που απαιτούνται όσον αφορά τη στέγαση της Ευρωπόλ στο κράτος μέλος της έδρας, ήτοι στις Κάτω Χώρες, καθώς και οι ειδικοί κανόνες που εφαρμόζονται στο σύνολο του προσωπικού της Ευρωπόλ και στα μέλη των οικογενειών τους είναι σκόπιμο να καθορισθούν με συμφωνία περί της έδρας. Περαιτέρω, το κράτος μέλος υποδοχής οφείλει να παρέχει τις καλύτερες δυνατές συνθήκες για την εξασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της Ευρωπόλ, συμπεριλαμβανομένων της σχολικής φοίτησης των παιδιών και των συγκοινωνιών, ώστε ο οργανισμός να μπορεί να προσελκύει ανθρώπινους πόρους υψηλής ποιότητας από μια όσο το δυνατόν ευρύτερη γεωγραφική βάση. [Τροπολογία 44]

(57)  Η Ευρωπόλ, όπως ιδρύεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, αντικαθιστά και διαδέχεται, αφενός, την Ευρωπόλ, η οποία έχει ιδρυθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου και, αφετέρου, τη CEPOL, η οποία έχει ιδρυθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης του Συμβουλίου 2005/681/ΔΕΥ. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να υποκαταστήσει νομικώς τους δύο ανωτέρω οργανισμούς σε όλες τις συμβάσεις τις οποίες έχουν συνάψει, περιλαμβανομένων των συμβάσεων εργασίας, των υποχρεώσεων που υπέχουν και των περιουσιακών στοιχείων που έχουν αποκτήσει. Οι διεθνείς συμφωνίες που έχουν συναφθεί από την Ευρωπόλ, η οποία έχει ιδρυθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου, και από τη CEPOL, η οποία έχει ιδρυθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης του Συμβουλίου 2005/681/ΔΕΥ, θα πρέπει να παραμένουν σε ισχύ, με εξαίρεση τη συμφωνία περί της έδρας που έχει συναφθεί από τη CEPOL. [Τροπολογία 45]

(58)  Για να μπορεί η Ευρωπόλ να εξακολουθήσει να ασκεί όσο το δυνατόν καλύτερα τα καθήκοντα της Ευρωπόλ, η οποία έχει ιδρυθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου, και της CEPOL, η οποία έχει ιδρυθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης του Συμβουλίου 2005/681/ΔΕΥ, θα πρέπει να θεσπισθούν μεταβατικές ρυθμίσεις, ιδίως όσον αφορά το διοικητικό συμβούλιο, τον εκτελεστικό διευθυντή και την οριοθέτηση ενός μέρους του προϋπολογισμού της Ευρωπόλ που προορίζεται για παροχή κατάρτισης, επί μία τριετία από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού. [Τροπολογία 46]

(59)  Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η ίδρυση οντότητας αρμόδιας για τη συνεργασία και την επαγγελματική κατάρτιση στον τομέα της επιβολής του νόμου σε επίπεδο Ένωσης, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη και μπορεί, κατά συνέπεια, αλλά, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων της δράσης, μπορεί μάλλον να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως αυτή διατυπώνεται στο άρθρο 5 της ΣΕΕ. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο προαναφερθέν άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου αυτού. [Τροπολογία 47]

(60)  [Σύμφωνα με το άρθρο 3 του πρωτοκόλλου (αριθ. 21) για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας, όσον αφορά το χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, που προσαρτάται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ, τα συγκεκριμένα κράτη μέλη κοινοποίησαν την πρόθεσή τους να συμμετάσχουν στην έκδοση και στην εφαρμογή του παρόντος κανονισμού] Ή [με την επιφύλαξη του άρθρου 4 του πρωτοκόλλου (αριθ. 21) για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, που προσαρτάται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ, τα συγκεκριμένα κράτη μέλη δεν θα συμμετάσχουν στην έκδοση του παρόντος κανονισμού και δεν θα δεσμεύονται από αυτόν ούτε θα υπόκεινται στην εφαρμογή του].

(61)  Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου (αριθ. 22) σχετικά με τη θέση της Δανίας που προσαρτάται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ, η Δανία δεν συμμετέχει στην έκδοση του παρόντος κανονισμού και δεν δεσμεύεται από αυτόν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του.

(62)  Ο παρών κανονισμός σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως το δικαίωμα της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και το δικαίωμα της προστασίας της ιδιωτικής ζωής, όπως αυτά κατοχυρώνονται από τα άρθρα 8 και 7 του Χάρτη, καθώς και από το άρθρο 16 ΣΛΕΕ,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Κεφάλαιο I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΣΤΟΧΟΙ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΟΛ

Άρθρο 1

Ίδρυση του οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεργασία και την κατάρτιση στον τομέα της επιβολής του νόμου [Τροπολογία 48]

1.  Ιδρύεται ο οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεργασία και την κατάρτιση στον τομέα της επιβολής του νόμου (Ευρωπόλ) με σκοπό τη βελτίωση της αμοιβαίας συνεργασίας μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και την ενίσχυση και την υποστήριξη των ενεργειών τους, καθώς και για την επίτευξη μιας συνεκτικής ευρωπαϊκής πολιτικής για την κατάρτιση. [Τροπολογία 49]

2.  Η Ευρωπόλ, όπως ιδρύεται με τον παρόντα κανονισμό, αντικαθιστά και διαδέχεται, αφενός, την Ευρωπόλ που ιδρύθηκε με την απόφαση 2009/371/ΔΕΥ και, αφετέρου, την Ευρωπαϊκή Αστυνομική Ακαδημία (CEPOL) που ιδρύθηκε με την απόφαση 2005/681/ΔΕΥ. [Τροπολογία 50]

2α.  Η Ευρωπόλ συνδέεται σε κάθε κράτος μέλος με μία μόνον εθνική μονάδα, η οποία συστήνεται ή ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 7. [Τροπολογία 51]

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού:

α)  ως «αρμόδιες αρχές των κρατών μελών» νοούνται όλες οι αστυνομικές δημόσιες αρχές και άλλες υπηρεσίες επιβολής του νόμου που υπάρχουν στα κράτη μέλη και είναι επιφορτισμένες βάσει της εθνικής νομοθεσίας, σύμφωνα με την ισχύουσα εθνική νομοθεσία, με την πρόληψη και την καταπολέμηση αξιόποινων πράξεων για τις οποίες είναι αρμόδια η Ευρωπόλ· [Τροπολογία 52]

β)  ως «ανάλυση» νοείται η συγκέντρωση, η επεξεργασία ή η χρήση δεδομένων προσεκτική εξέταση πληροφοριών με σκοπό την ανακάλυψη του συγκεκριμένου νοήματός τους και των βασικών χαρακτηριστικών τους προς υποβοήθηση ποινικής έρευνας καθώς και η εκτέλεση οποιουδήποτε από τα άλλα καθήκοντα που απαριθμούνται στο άρθρο 4· [Τροπολογία 53]

γ)  ως «φορείς της Ένωσης» νοούνται θεσμικά όργανα, φορείς, αποστολές, οργανισμοί και υπηρεσίες που έχουν ιδρυθεί δυνάμει ή επί τη βάσει της ΣΕΕ και της ΣΛΕΕ·

δ)  ως «λειτουργοί επιβολής του νόμου» νοούνται οι αξιωματικοί της αστυνομίας και οι υπάλληλοι των τελωνείων και άλλων συναφών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των φορέων της Ένωσης, οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με την πρόληψη και την καταπολέμηση σοβαρών μορφών εγκληματικότητας που επηρεάζουν δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, της τρομοκρατίας και μορφών εγκληματικότητας που θίγουν κοινά συμφέροντα τα οποία καλύπτονται από πολιτική της Ένωσης, καθώς και με τη διαχείριση μη στρατιωτικών κρίσεων και με τη διεθνή αστυνόμευση συμβάντων μείζονος σημασίας·

ε)  ως «τρίτες χώρες» νοούνται οι χώρες που δεν είναι κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

στ)  ως «διεθνείς οργανισμοί» νοούνται οι διεθνείς οργανισμοί και οι υπαγόμενοι σε αυτούς φορείς δημοσίου δικαίου ή άλλοι φορείς οι οποίοι έχουν ιδρυθεί δυνάμει ή επί τη βάσει συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων κρατών·

ζ)  ως «ιδιωτικοί φορείς» νοούνται οι φορείς και οι οργανισμοί που έχουν συσταθεί κατά το δίκαιο κράτους μέλους ή τρίτης χώρας, ιδίως επιχειρήσεις και εταιρείες, επιχειρηματικές ενώσεις, οργανισμοί μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και άλλα νομικά πρόσωπα που δεν υπάγονται στο στοιχείο στ)·

η)  ως «ιδιώτες» νοούνται όλα τα φυσικά πρόσωπα·

θ)  ως «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» νοούνται κάθε είδους πληροφορίες που αναφέρονται σε φυσικό πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί (στο εξής αποκαλούμενο «υποκείμενο των δεδομένων»). Ως πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί λογίζεται το πρόσωπο εκείνο που μπορεί να προσδιοριστεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας μέσω αναφοράς σε προσδιοριστικό στοιχείο όπως όνομα, αριθμός ταυτότητας, δεδομένα χώρου, μοναδικό αναγνωριστικό ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, γενετική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική ή από την άποψη του φύλου· [Τροπολογία 54]

ι)  ως «επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», στο εξής αποκαλούμενη «επεξεργασία», νοείται κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιούνται με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η τροποποίηση, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η ανακοίνωση με διαβίβαση, η διάδοση και κάθε άλλη μορφή διάθεσης, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, καθώς και το κλείδωμα, η διαγραφή ή η καταστροφή·

ια)  ως «αποδέκτης» νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή, η υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος φορέας στον οποίο ανακοινώνονται τα δεδομένα, είτε πρόκειται για τρίτο, είτε όχι. Ωστόσο, οι αρχές οι οποίες ενδεχομένως λαμβάνουν δεδομένα, στα πλαίσια ειδικής έρευνας, δεν θεωρούνται ως αποδέκτες· [Τροπολογία 55]

ιβ)  ως «διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» νοείται η ανακοίνωση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ περιορισμένου αριθμού καθορισμένων μερών, στο πλαίσιο της οποίας αυτός που ανακοινώνει παρέχει εν γνώσει του ή σκοπίμως στον αποδέκτη πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα·

ιγ)  ως «αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», στο εξής αποκαλούμενο «αρχείο», νοείται κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, είτε το σύνολο αυτό είναι συγκεντρωμένο είτε αποκεντρωμένο είτε κατανεμημένο σε λειτουργική ή γεωγραφική βάση·

ιδ)  ως «συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων» νοείται κάθε ελεύθερη, ρητή και εν πλήρη επιγνώσει δήλωση βουλήσεως, με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων δέχεται σαφώς και ρητά να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν· [Τροπολογία 56]

ιε)  ως «διοικητικά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» νοούνται όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που επεξεργάζεται η Ευρωπόλ, εκτός από δεδομένα τα οποία υποβάλλονται σε επεξεργασία προς εκπλήρωση των στόχων που καθορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφοι 1 και 2.

Άρθρο 3

Στόχοι

1.  Η Ευρωπόλ στηρίζει και ενισχύει τις ενέργειες των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών καθώς και την αμοιβαία συνεργασία τους για την πρόληψη και την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, της τρομοκρατίας και άλλων σοβαρών μορφών εγκληματικότητας, όπως ορίζονται στο παράρτημα 1, που επηρεάζουν δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, της τρομοκρατίας και μορφών εγκληματικότητας που θίγουν κοινά συμφέροντα τα οποία καλύπτονται από πολιτική της Ένωσης, όπως ορίζεται στο Παράρτημα 1 κατά τρόπο που να απαιτείται κοινή προσέγγιση από τα κράτη μέλη, λαμβάνοντας υπόψη την κλίμακα, τη σημασία και τις συνέπειες των αξιόποινων πράξεων. [Τροπολογία 57]

2.  Η Ευρωπόλ στηρίζει επίσης και ενισχύει ενέργειες των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών καθώς και την αμοιβαία συνεργασία τους για την πρόληψη και την καταπολέμηση αξιόποινων πράξεων συναφών με τις αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στο στοιχείο α). Ως συναφείς αξιόποινες πράξεις λογίζονται οι ακόλουθες:

α)  αξιόποινες πράξεις που διαπράττονται με σκοπό την απόκτηση των μέσων για την τέλεση πράξεων που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιότητας της Ευρωπόλ·

β)  αξιόποινες πράξεις που διαπράττονται με σκοπό τη διευκόλυνση ή την τέλεση πράξεων που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιότητας της Ευρωπόλ·

γ)  αξιόποινες πράξεις που διαπράττονται με σκοπό την εξασφάλιση της ατιμωρησίας για πράξεις που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιότητας της Ευρωπόλ.

3.  Η Ευρωπόλ στηρίζει, αναπτύσσει, παρέχει και συντονίζει δραστηριότητες κατάρτισης για τους λειτουργούς επιβολής του νόμου. [Τροπολογία 58]

Κεφάλαιο II

ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ

Άρθρο 4

Καθήκοντα

1.  Η Ευρωπόλ είναι ο οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο οποίος ασκεί τα ακόλουθα καθήκοντα σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό:

α)  συλλογή, αποθήκευση, επεξεργασία, ανάλυση και ανταλλαγή πληροφοριών·

β)  άμεση ενημέρωση των κρατών μελών, μέσω των εθνικών μονάδων της Ευρωπόλ όπως αναφέρεται στο άρθρο 7, για πληροφορίες που τα αφορούν και για τη συνάφεια που ενδεχομένως διαπιστώνεται μεταξύ αξιόποινων πράξεων· [Τροπολογία 59]

γ)  συντονισμό, οργάνωση και υλοποίηση ερευνητικών και επιχειρησιακών δράσεων

i)  από κοινού με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, είτε σε έρευνες που είχαν ήδη ξεκινήσει από τα κράτη μέλη είτε ως αποτέλεσμα αιτήματος που υποβάλλει η Ευρωπόλ σε κράτος μέλος για την έναρξη ποινικής έρευνας· ή [Τροπολογία 60]

ii)  στους κόλπους κοινών ομάδων έρευνας, σύμφωνα με το άρθρο 5, ενδεχομένως σε συνεννόηση με την Eurojust·

δ)  συμμετοχή σε κοινές ομάδες έρευνας και εισήγηση περί της σύστασής τους σύμφωνα με το άρθρο 5·

ε)  παροχή στοιχείων και αναλυτικής υποστήριξης στα κράτη μέλη σε σχέση με μείζονος σημασίας διεθνή συμβάντα·

στ)  εκπόνηση αξιολόγησης απειλών, στρατηγικών και επιχειρησιακών αναλύσεων και γενικών εκθέσεων προόδου των εργασιών·

ζ)  ανάπτυξη, διάδοση και προώθηση ειδικών γνώσεων σχετικά με μεθόδους πρόληψης της εγκληματικότητας, ερευνητικές διαδικασίες και τεχνικές και εγκληματολογικές μεθόδους, και παροχή συμβουλών στα κράτη μέλη·

η)  τεχνική και οικονομική υποστήριξη των διασυνοριακών επιχειρήσεων και ερευνών των κρατών μελών, περιλαμβανομένων μεταξύ άλλων μέσω των κοινών ομάδων έρευνας, σύμφωνα με το άρθρο 5· [Τροπολογία 61]

θ)  υποστήριξη, ανάπτυξη, παροχή, συντονισμό και υλοποίηση δράσεων κατάρτισης για τους λειτουργούς επιβολής του νόμου σε συνεργασία με το δίκτυο των ιδρυμάτων κατάρτισης των κρατών μελών, όπως ορίζεται στο κεφάλαιο III· [Τροπολογία 62]

ι)  παροχή στους φορείς της Ένωσης που συστάθηκαν δυνάμει του Τίτλου V της Συνθήκης και στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) πληροφοριών ασφαλείας σε ποινικές υποθέσεις και αναλυτικής υποστήριξης στους τομείς που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους· [Τροπολογία 63]

ια)  παροχή πληροφοριών και υποστήριξης στις δομές διαχείρισης κρίσεων της ΕΕ και στις αποστολές διαχείρισης κρίσεων της ΕΕ οι οποίες προβλέπονται στη ΣΕΕ·

ιβ)  ανάπτυξη κέντρων εμπειρογνωσίας στην Ένωση για την καταπολέμηση ορισμένων μορφών εγκληματικότητας που εμπίπτουν στην αποστολή της Ευρωπόλ, συγκεκριμένα ανάπτυξη του Ευρωπαϊκού Κέντρου για τα Εγκλήματα στον Κυβερνοχώρο·

ιβα)  διευκόλυνση ερευνών που διεξάγονται στα κράτη μέλη, ιδίως, με τη διαβίβαση όλων των συναφών πληροφοριών στις εθνικές μονάδες. [Τροπολογία 64]

2.  Η Ευρωπόλ παρέχει στρατηγικές αναλύσεις και αξιολογήσεις απειλών προς συνδρομή του Συμβουλίου και της Επιτροπής στον καθορισμό στρατηγικών και επιχειρησιακών προτεραιοτήτων για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας. Η Ευρωπόλ επικουρεί επίσης την επιχειρησιακή υλοποίηση αυτών των προτεραιοτήτων.

3.  Η Ευρωπόλ παρέχει στρατηγικής σημασίας στοιχεία προκειμένου να διευκολύνει την αποτελεσματική και αποδοτική χρήση των πόρων που είναι διαθέσιμοι σε εθνικό επίπεδο και σε επίπεδο Ένωσης για επιχειρησιακές δραστηριότητες και για την υποστήριξη των δραστηριοτήτων αυτών.

4.  Η Ευρωπόλ ενεργεί επίσης ως Κεντρική Υπηρεσία για την καταπολέμηση της παραχάραξης και κιβδηλείας του ευρώ σύμφωνα με την απόφαση 2005/511/ΔΕΥ του Συμβουλίου(15). Η Ευρωπόλ ενθαρρύνει επίσης τον συντονισμό των μέτρων που εφαρμόζουν οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών για την καταπολέμηση της παραχάραξης και κιβδηλείας του ευρώ ή στους κόλπους κοινών ομάδων έρευνας, ενδεχομένως σε συνεννόηση με φορείς της Ένωσης και αρχές τρίτων χωρών.

4α.  Η Ευρωπόλ δεν εφαρμόζει μέτρα καταναγκασμού. [Τροπολογία 65]

Άρθρο 5

Συμμετοχή σε κοινές ομάδες έρευνας

1.  Η Ευρωπόλ δύναται να συμμετέχει σε εργασίες των κοινών ομάδων έρευνας με αντικείμενο αξιόποινες πράξεις οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Ευρωπόλ.

2.  Η Ευρωπόλ δύναται, εντός των ορίων που προβλέπει η νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο δραστηριοποιείται η εκάστοτε κοινή ομάδα έρευνας, να παρέχει βοήθεια για όλες τις δραστηριότητες και να ανταλλάσσει πληροφορίες με όλα τα μέλη της κοινής ομάδας έρευνας. Οι υπάλληλοι της Ευρωπόλ δεν συμμετέχουν στην επιβολή μέτρων καταναγκασμού. [Τροπολογία 66]

3.  Στις περιπτώσεις όπου η Ευρωπόλ έχει λόγους να φρονεί ότι η σύσταση κοινής ομάδας έρευνας μπορεί να αποβεί επωφελής για μια έρευνα, μπορεί να υποβάλει σχετική πρόταση στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη και να τα συνδράμει στη σύσταση της κοινής ομάδας έρευνας.

3α.  Η συμμετοχή της Ευρωπόλ σε κοινή ομάδα έρευνας θα πρέπει να συμφωνείται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών που την απαρτίζουν και να περιέχεται σε έγγραφο, το οποίο υπογράφεται από τον Διευθυντή της Ευρωπόλ και επισυνάπτεται στην εν λόγω συμφωνία σύστασης της κοινής ομάδας έρευνας. [Τροπολογία 67]

3β.  Στο παράρτημα που αναφέρεται στην παράγραφο 3α ορίζονται οι όροι συμμετοχής των υπαλλήλων της Ευρωπόλ στην κοινή ομάδα έρευνας, συμπεριλαμβανομένων των ρυθμίσεων περί προνομίων και ασυλιών των εν λόγω υπαλλήλων, καθώς και των ευθυνών που επισύρουν τυχόν παράτυπες ενέργειες αυτών. [Τροπολογία 68]

3γ.  Οι υπάλληλοι της Ευρωπόλ οι οποίοι συμμετέχουν σε κοινή ομάδα έρευνας υπόκεινται, όσον αφορά τυχόν παραβάσεις των οποίων είναι θύματα ή δράστες, στο εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο δραστηριοποιείται η κοινή ομάδα έρευνας και το οποίο εφαρμόζεται για τα μέλη αυτής τα οποία ασκούν αντίστοιχα καθήκοντα στο εν λόγω κράτος μέλος. [Τροπολογία 69]

3δ.  Οι υπάλληλοι της Ευρωπόλ που συμμετέχουν σε κοινή ομάδα έρευνας μπορούν να ανταλλάσουν πληροφορίες προερχόμενες από το σύστημα αποθήκευσης δεδομένων της Ευρωπόλ με τα μέλη της ομάδας. Δεδομένου ότι αυτό αποτελεί άμεση επαφή σύμφωνα με το άρθρο 7, η Ευρωπόλ ενημερώνει ταυτόχρονα τις εθνικές μονάδες της Ευρωπόλ στα κράτη μέλη που εκπροσωπούνται στην κοινή ομάδα έρευνας καθώς και τις εθνικές μονάδες της Ευρωπόλ στα κράτη μέλη που έχουν παράσχει τις πληροφορίες. [Τροπολογία 70]

3ε.  Οι πληροφορίες που λαμβάνει ένας υπάλληλος της Ευρωπόλ στο πλαίσιο μιας κοινής ομάδας έρευνας μπορούν να ενσωματωθούν μέσω των εθνικών μονάδων της Ευρωπόλ σε όλα τα συστήματα αποθήκευσης δεδομένων της Ευρωπόλ κατόπιν συμφωνίας και υπό την ευθύνη της αρμόδιας αρχής που διεβίβασε τις πληροφορίες. [Τροπολογία 71]

4.  Η Ευρωπόλ δεν εφαρμόζει μέτρα καταναγκασμού.

Άρθρο 6

Αιτήματα της Ευρωπόλ για την έναρξη ποινικών ερευνών

1.  Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες η Ευρωπόλ κρίνει σκόπιμη τη διενέργεια ποινικής έρευνας για αξιόποινη πράξη η οποία εμπίπτει στο πεδίο αρμοδιοτήτων της, ενημερώνει την Εurojust. [Τροπολογία 72]

2.  Παράλληλα, η Ευρωπόλ μπορεί να ζητά από τις εθνικές μονάδες των ενδιαφερόμενων κρατών μελών, οι οποίες συστήνονται βάσει του άρθρου 7 παράγραφος 2, να κινήσουν, να διεξαγάγουν ή να συντονίσουν μια ποινική έρευνα. [Τροπολογία 73]

2α.  Σε περίπτωση υποψίας για κακόβουλη επίθεση σε δίκτυο και σύστημα πληροφοριών δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών ή φορέων της Ένωσης, η οποία πραγματοποιείται από κρατικό ή μη κρατικό φορέα εγκατεστημένο σε τρίτη χώρα, η Ευρωπόλ ξεκινά έρευνα με δική της πρωτοβουλία. [Τροπολογία 74]

3.  Οι εθνικές αρχές Τα κράτη μέλη λαμβάνουν δεόντως υπόψη τέτοια αιτήματα και, μέσω των εθνικών μονάδων τους, ενημερώνουν πάραυτα την Ευρωπόλ σχετικά με την έναρξη της έρευνας για το εάν θα ξεκινήσει έρευνα. [Τροπολογία 75]

4.  Σε περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερομένων κρατών μελών αποφασίσουν να μην ικανοποιήσουν το αίτημα της Ευρωπόλ, την ενημερώνουν σχετικά με τους λόγους της απόφασής τους, εντός ενός μήνα από την υποβολή του αιτήματος. Μπορούν επίσης να μην παραθέσουν τους σχετικούς λόγους εάν η παράθεσή τους:

α)  θα έθιγε ουσιώδη εθνικά συμφέροντα ασφαλείας· ή

β)  θα έθετε σε κίνδυνο την επιτυχή έκβαση ερευνών που βρίσκονται σε εξέλιξη ή την ασφάλεια φυσικών προσώπων.

5.  Η Ευρωπόλ ενημερώνει την Eurojust σχετικά με απόφαση αρμόδιας αρχής κράτους μέλους να κινήσει έρευνα ή να αρνηθεί την εκκίνηση έρευνας.

Άρθρο 7

Συνεργασία των κρατών μελών με την Ευρωπόλ

1.  Τα κράτη μέλη και η Ευρωπόλ συνεργάζονται με την Ευρωπόλ κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της Ευρωπόλ. [Τροπολογία 76]

2.  Κάθε κράτος μέλος συγκροτεί ή ορίζει μια εθνική μονάδα που αποτελεί την υπηρεσία-σύνδεσμο μεταξύ της Ευρωπόλ και των ορισθεισών αρμόδιων αρχών των κρατών μελών., καθώς επίσης και με τα ιδρύματα κατάρτισης για τους λειτουργούς επιβολής του νόμου. Σε Κάθε κράτος μέλος διορίζεται ένας δημόσιος λειτουργός ως προϊστάμενος διορίζει έναν προϊστάμενο της εθνικής μονάδας. [Τροπολογία 77]

3.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικές μονάδες είναι σε θέση να φέρουν σε πέρας τα καθήκοντα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, ιδίως ότι έχουν πρόσβαση στις εθνικές βάσεις δεδομένων επιβολής του νόμου.

4.  Η εθνική μονάδα αποτελεί τη μοναδική υπηρεσία-σύνδεσμο μεταξύ της Ευρωπόλ και των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών. Ωστόσο, η Ευρωπόλ δύναται να συνεργάζεται απευθείας με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών σε ό, τι αφορά τις διάφορες έρευνες. Στην περίπτωση αυτή, στο πλαίσιο διαφόρων ερευνών τις οποίες διεξάγουν οι εν λόγω αρχές, υπό τον όρο ότι αυτή η απευθείας επαφή συνεπάγεται προστιθέμενη αξία για τη επιτυχή έκβαση της έρευνας και σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Η Ευρωπόλ ενημερώνει πάραυτα εκ των προτέρων την εθνική μονάδα σχετικά με την ανάγκη για την εν λόγω επαφή. Η Ευρωπόλ και διαβιβάζει, το συντομότερο δυνατό, αντίγραφο από όλες τις πληροφορίες που ανταλλάσσονται κατά τη διάρκεια των των πληροφοριών που ανταλλάχθηκαν μέσω των απευθείας επαφών μεταξύ της Ευρωπόλ και των αντίστοιχων αρμόδιων αρχών. [Τροπολογία 78]

5.  Ειδικότερα, τα κράτη μέλη, μέσω των εθνικών μονάδων ή των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών: [Τροπολογία 79]

α)  παρέχουν ιδία πρωτοβουλία στην Ευρωπόλ τις πληροφορίες και τα δεδομένα που είναι αναγκαίες για την επίτευξη των στόχων της. Η δραστηριότητα αυτή περιλαμβάνει την άμεση παροχή στην Ευρωπόλ πληροφοριών σχετικά με τομείς εγκληματικότητας που συγκαταλέγονται στις προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Περιλαμβάνει επίσης την υποβολή αντιγράφου των διμερών ή πολυμερών συνομιλιών με άλλο ή άλλα κράτη μέλη, στον βαθμό που η ανταλλαγή αφορά αξιόποινη πράξη η οποία εμπίπτει στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Ευρωπόλ αναγκαία για την εκτέλεση των καθηκόντων της και ανταποκρίνονται σε αιτήματα ενημέρωσης, παροχής δεδομένων και συμβουλών που υποβάλλονται από την Ευρωπόλ·

Υπό την επιφύλαξη της εκ μέρους των κρατών μελών άσκησης των καθηκόντων τους αναφορικά με την τήρηση του νόμου και της τάξης και τη διασφάλιση της εσωτερικής ασφάλειας, μια εθνική μονάδα δεν υποχρεούται, σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, να διαθέσει πληροφορίες και στοιχεία, εάν κάτι τέτοιο:

i)  θα έθιγε ουσιώδη συμφέροντα εθνικής ασφαλείας·

ii)  θα έθετε σε κίνδυνο την επιτυχή έκβαση διεξαγόμενης έρευνας ή την ασφάλεια φυσικών προσώπων· ή

iii)  θα συνεπάγετο την κοινολόγηση πληροφοριών σχετικά με οργανώσεις ή συγκεκριμένες δραστηριότητες των υπηρεσιών πληροφοριών στον τομέα της κρατικής ασφάλειας. [Τροπολογία 80]

β)  διασφαλίζουν την αποτελεσματική επικοινωνία και συνεργασία όλων των συναφών αρμόδιων αρχών των κρατών μελών και των ιδρυμάτων κατάρτισης για τους λειτουργούς επιβολής του νόμου στα κράτη μέλη με την Ευρωπόλ· [Τροπολογία 81]

γ)  παρέχουν ενημέρωση σχετικά με τις δραστηριότητες της Ευρωπόλ. [Τροπολογία 82]

γα)  ζητούν από την Ευρωπόλ τις συναφείς πληροφορίες προς διευκόλυνση των ερευνών που διεξάγουν οι ορισθείσες αρμόδιες αρχές· [Τροπολογία 83]

γβ)  εξασφαλίζουν αποτελεσματική επικοινωνία και συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές· [Τροπολογία 84]

γγ)  μεριμνούν ώστε κάθε ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Ευρωπόλ και των ιδίων να γίνεται σύμφωνα με τον νόμο. [Τροπολογία 85]

6.  Οι προϊστάμενοι των εθνικών μονάδων συνεδριάζουν τακτικά, με σκοπό ιδίως την επεξεργασία και την επίλυση προβλημάτων που προκύπτουν στο πλαίσιο της επιχειρησιακής τους συνεργασίας με την Ευρωπόλ.

7.  Κάθε κράτος μέλος καθορίζει την οργάνωση και το προσωπικό της εθνικής μονάδας σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία.

8.  Τα έξοδα επικοινωνίας των εθνικών μονάδων και των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών με την Ευρωπόλ βαρύνουν τα κράτη μέλη και, με εξαίρεση τα έξοδα διασύνδεσης, δεν βαρύνουν την Ευρωπόλ.

9.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ελάχιστο το υψηλότερο δυνατό επίπεδο ασφάλειας όλων των συστημάτων που χρησιμοποιούνται για τη διασύνδεση με την Ευρωπόλ. [Τροπολογία 86]

10.  Η Ευρωπόλ συντάσσει σε ετήσια βάση έκθεση σχετικά με τον όγκο και την ποιότητα των την ανταλλαγή πληροφοριών που παρέχονται από κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 5 στοιχείο α), καθώς και σχετικά με τις επιδόσεις της εκάστοτε εθνικής μονάδας. Η έκθεση αναλύεται από το διοικητικό συμβούλιο με στόχο τη διαρκή βελτίωση της αμοιβαίας συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπόλ και των κρατών μελών. Η ετήσια έκθεση διαβιβάζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια. [Τροπολογία 229]

Άρθρο 8

Αξιωματικοί-σύνδεσμοι

1.  Έκαστη εθνική μονάδα διορίζει τουλάχιστον έναν αξιωματικό-σύνδεσμο στην Ευρωπόλ. Με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετων διατάξεων του παρόντος κανονισμού, οι αξιωματικοί-σύνδεσμοι υπόκεινται στην εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους από το οποίο έχουν διορισθεί.

2.  Οι αξιωματικοί-σύνδεσμοι στελεχώνουν τα εθνικά γραφεία σύνδεσης στην Ευρωπόλ και λαμβάνουν εντολές από την εθνική τους μονάδα στους κόλπους της Ευρωπόλ, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους από το οποίο έχουν διορισθεί και με τις διατάξεις που εφαρμόζονται για τη διοίκηση της Ευρωπόλ.

3.  Οι αξιωματικοί-σύνδεσμοι βοηθούν στην ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της διαβιβάζουν πληροφορίες από τις εθνικές τους μονάδες προς την Ευρωπόλ και των κρατών μελών τους και από την Ευρωπόλ προς τις εθνικές μονάδες. [Τροπολογία 87]

4.  Οι αξιωματικοί-σύνδεσμοι βοηθούν στην ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών τους και των αξιωματικών-συνδέσμων άλλων κρατών μελών, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Στο πλαίσιο αυτών των διμερών επαφών μπορεί να χρησιμοποιείται η υποδομή της Ευρωπόλ, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, ώστε να καλύπτονται επίσης αξιόποινες πράξεις που δεν εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Ευρωπόλ. Το διοικητικό συμβούλιο καθορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των αξιωματικών-συνδέσμων έναντι της Ευρωπόλ. Όλες αυτές οι ανταλλαγές πληροφοριών συνάδουν με τη νομοθεσία της Ένωσης και την εθνική νομοθεσία, ιδίως με την απόφαση 2008/977/ΔΕΥ ή την οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(16), κατά περίπτωση. Η Ευρωπόλ επεξεργάζεται δεδομένα που λαμβάνονται δυνάμει της παρούσας διάταξης μόνο όταν μπορεί να θεωρηθεί νόμιμος αποδέκτης δυνάμει του εθνικού δικαίου ή του δικαίου της Ένωσης. [Τροπολογία 88]

5.  Οι αξιωματικοί-σύνδεσμοι απολαύουν των αναγκαίων για την άσκηση των καθηκόντων τους προνομίων και ασυλιών σύμφωνα με το άρθρο 65.

6.  Η Ευρωπόλ λαμβάνει μέριμνα ώστε οι αξιωματικοί-σύνδεσμοι να ενημερώνονται πλήρως και να συμμετέχουν στην άσκηση του συνόλου των δραστηριοτήτων της, στον βαθμό που κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο για την άσκηση των καθηκόντων τους.

7.  Η Ευρωπόλ θέτει με δικά της έξοδα στη διάθεση των κρατών μελών τους αναγκαίους χώρους στο κτίριό της και κατάλληλη υποστήριξη για την άσκηση των καθηκόντων των αξιωματικών-συνδέσμων. Όλα τα υπόλοιπα έξοδα που ανακύπτουν σε σχέση με τον διορισμό των αξιωματικών-συνδέσμων, συμπεριλαμβανομένου του κόστους του εξοπλισμού που τους παρέχεται, βαρύνουν το κράτος μέλος από το οποίο έχουν διορισθεί, υπό την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης απόφασης της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής κατόπιν εισήγησης του διοικητικού συμβουλίου.

Κεφάλαιο ΙΙΙ

ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ ΤΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ

Άρθρο 9

Ακαδημία της Ευρωπόλ

1.  Δυνάμει του παρόντος κανονισμού συστήνεται στους κόλπους της Ευρωπόλ υπηρεσία με την ονομασία Ακαδημία της Ευρωπόλ, η οποία υποστηρίζει, αναπτύσσει, παρέχει και συντονίζει την κατάρτιση των λειτουργών επιβολής του νόμου, ιδίως στους τομείς της καταπολέμησης σοβαρών μορφών εγκληματικότητας που επηρεάζουν δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, της τρομοκρατίας, της διαχείρισης καταστάσεων υψηλού κινδύνου για τα δημόσια τάξη και αθλητικών διοργανώσεων, του στρατηγικού σχεδιασμού και της διοίκησης μη στρατιωτικών αποστολών της Ένωσης, της ανάπτυξης επιτελικών ικανοτήτων στον τομέα επιβολής του νόμου, καθώς και γλωσσικών δεξιοτήτων, με σκοπό ιδίως:

α)  την ενίσχυση της ενημέρωσης και της εξοικείωσης με:

(i)  τις διεθνείς και ενωσιακές νομικές πράξεις στον τομέα της συνεργασίας για την επιβολή του νόμου·

(ii)  τους φορείς της Ένωσης, ιδίως την Ευρωπόλ, την Eurojust και τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για τη Διαχείριση της Συνεργασίας στα Εξωτερικά Σύνορα (FRONTEX), τη λειτουργία και το ρόλο τους·

(iii)  τις δικαστικές πτυχές της συνεργασίας για την επιβολή του νόμου και τις πρακτικές γνώσεις σχετικά με την πρόσβαση σε διαύλους πληροφόρησης·

β)  την ενθάρρυνση της ανάπτυξης της περιφερειακής και διμερούς συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και μεταξύ των κρατών μελών και τρίτων χωρών·

γ)  την επεξεργασία συγκεκριμένων ποινικών θεμάτων και θεμάτων αστυνόμευσης που επιλέγονται με γνώμονα την προστιθέμενη αξία της συναφούς κατάρτισης στο επίπεδο της Ένωσης·

δ)  την ανάπτυξη κοινών προγραμμάτων κατάρτισης των λειτουργών επιβολής του νόμου με αντικείμενο τη συμμετοχή σε μη στρατιωτικές αποστολές της Ένωσης·

ε)  την παροχή συνδρομής στα κράτη μέλη στο πλαίσιο διμερών δραστηριοτήτων ανάπτυξης ικανοτήτων επιβολής του νόμου σε τρίτες χώρες·

στ)  την κατάρτιση εκπαιδευτών και τη συμβολή στη βελτίωση και στην ανταλλαγή ορθών πρακτικών μάθησης.

2.  Η Ακαδημία της Ευρωπόλ καταρτίζει και επικαιροποιεί τακτικά τα εργαλεία και τις μεθοδολογίες μάθησης και μεριμνά για την εφαρμογή τους σε ένα πλαίσιο διά βίου μάθησης με γνώμονα την ενίσχυση των δεξιοτήτων των λειτουργών επιβολής του νόμου. Η Ακαδημία της Ευρωπόλ αξιολογεί τα αποτελέσματα αυτών των δραστηριοτήτων με σκοπό τη βελτίωση της ποιότητας, της συνοχής και της αποτελεσματικότητας των μελλοντικών δράσεων.

Άρθρο 10

Καθήκοντα της Ακαδημίας της Ευρωπόλ

1.  Η Ακαδημία της Ευρωπόλ εκπονεί αναλύσεις πολυετών στρατηγικών αναγκών κατάρτισης και καταρτίζει πολυετή προγράμματα μάθησης.

2.  Η Ακαδημία της Ευρωπόλ αναπτύσσει και υλοποιεί δραστηριότητες κατάρτισης και αξιοποιεί προϊόντα μάθησης, όπου περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων:

α)  κύκλοι μαθημάτων, σεμινάρια, διασκέψεις, διαδικτυακές δραστηριότητες και δραστηριότητες ηλεκτρονικής μάθησης·

β)  κοινά προγράμματα κατάρτισης για την ευαισθητοποίηση, την κάλυψη κενών ή/και τη διευκόλυνση μιας κοινής προσέγγισης σε ό,τι αφορά διασυνοριακά εγκληματικά φαινόμενα·

γ)  ενότητες κατάρτισης, διαρθρωμένες σε προοδευτικά στάδια ή επίπεδα συνθετότητας των δεξιοτήτων που καλείται να διαθέτει η ομάδα εκπαιδευομένων στην οποία απευθύνονται, οι οποίες επικεντρώνονται σε μια δεδομένη γεωγραφική περιοχή ή σε ένα συγκεκριμένο θεματικό πεδίο εγκληματικής δραστηριότητας ή σε μια συγκεκριμένη ομάδα επαγγελματικών δεξιοτήτων·

δ)  προγράμματα ανταλλαγών και αποσπάσεων των λειτουργών επιβολής του νόμου στο πλαίσιο προσέγγισης κατάρτισης με επιχειρησιακή βάση.

3.  Για τη διασφάλιση μιας συνεκτικής ευρωπαϊκής πολιτικής κατάρτισης με σκοπό τη στήριξη μη στρατιωτικών αποστολών και τη ανάπτυξη ικανοτήτων σε τρίτες χώρες, η Ακαδημία της Ευρωπόλ:

α)  αξιολογεί τον αντίκτυπο των υφιστάμενων πολιτικών και πρωτοβουλιών κατάρτισης στον τομέα της επιβολής του νόμου στο επίπεδο της Ένωσης·

β)  αναπτύσσει και παρέχει προπαρασκευαστική κατάρτιση για τη συμμετοχή των λειτουργών επιβολής του νόμου των κρατών μελών σε μη στρατιωτικές αποστολές, στην οποία περιλαμβάνεται η ανάπτυξη των ενδεικνυόμενων γλωσσικών δεξιοτήτων·

γ)  αναπτύσσει και παρέχει κατάρτιση στους λειτουργούς επιβολής του νόμου από τρίτες χώρες, ιδίως από υποψήφιες για προσχώρηση στην Ένωση χώρες·

δ)  διαχειρίζεται ειδικά κονδύλια της Ένωσης για την παροχή εξωτερικής βοήθειας σε τρίτες χώρες με σκοπό την ανάπτυξη των ικανοτήτων τους στους συναφείς τομείς πολιτικής, σύμφωνα με τις καθορισμένες προτεραιότητες της Ένωσης.

4.  Η Ακαδημία της Ευρωπόλ προωθεί την αμοιβαία αναγνώριση, εκ μέρους των κρατών μελών, της κατάρτισης στον τομέα της επιβολής του νόμου και των υφιστάμενων ευρωπαϊκών προτύπων ποιότητας στον τομέα αυτόν.

Άρθρο 11

Έρευνα σε θέματα κατάρτισης

1.  Η Ακαδημία της Ευρωπόλ συμβάλλει στην ανάπτυξη έρευνας για τις δραστηριότητες κατάρτισης που καλύπτονται από το παρόν κεφάλαιο.

2.  Η Ακαδημία της Ευρωπόλ προωθεί και συνάπτει εταιρικές σχέσεις με τους φορείς της Ένωσης, καθώς και με ακαδημαϊκά ιδρύματα του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, ενθαρρύνει δε τη σύναψη ισχυρότερων εταιρικών σχέσεων μεταξύ των πανεπιστημίων και των ιδρυμάτων κατάρτισης σε θέματα επιβολής του νόμου στα κράτη μέλη. [Τροπολογία 89]

Κεφάλαιο IV

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΟΛ

Άρθρο 12

Δομή της διοίκησης και της διαχείρισης της Ευρωπόλ

Η δομή της διοίκησης και της διαχείρισης της Ευρωπόλ περιλαμβάνει:

α)  το διοικητικό συμβούλιο, το οποίο ασκεί τις αρμοδιότητες που καθορίζονται στο άρθρο 14·

β)  τον εκτελεστικό διευθυντή, ο οποίος ασκεί τις αρμοδιότητες που καθορίζονται στο άρθρο 19·

γ)  την επιστημονική επιτροπή κατάρτισης, σύμφωνα με το άρθρο 20· [Τροπολογία 90]

δ)  ενδεχομένως, κάθε άλλο συμβουλευτικό όργανο που συγκροτείται από το διοικητικό συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχείο ιστ)·.

ε)  ενδεχομένως, μια εκτελεστική επιτροπή, σύμφωνα με τα άρθρα 21 και 22. [Τροπολογία 91]

ΤΜΗΜΑ 1

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Άρθρο 13

Σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου

1.  Το διοικητικό συμβούλιο απαρτίζεται από έναν αντιπρόσωπο κάθε κράτους μέλους και από δύο αντιπροσώπους έναν αντιπρόσωπο της Επιτροπής. Όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου έχουν δικαίωμα ψήφου. [Τροπολογία 92]

1α.  Ένας εκπρόσωπος της μικτής ομάδας κοινοβουλευτικού ελέγχου έχει τη δυνατότητα να συμμετέχει ως παρατηρητής στις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου. Ο εκπρόσωπος αυτός δεν έχει δικαίωμα ψήφου. [Τροπολογία 93]

2.  Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου διορίζονται με βάση την πείρα τους στη διαχείριση οργανισμών του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα και τις γνώσεις τους σε θέματα συνεργασίας στον τομέα της επιβολή του νόμου.

3.  Κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου εκπροσωπείται από αναπληρωματικό μέλος που ορίζεται με βάση την πείρα του στη διαχείριση οργανισμών του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα και τις γνώσεις του σε θέματα εθνικής πολιτικής για την κατάρτιση των λειτουργών επιβολής του νόμου. Το αναπληρωματικό μέλος ενεργεί ως τακτικό μέλος σε θέματα που σχετίζονται με την κατάρτιση των λειτουργών επιβολής του νόμου από το τακτικό μέλος βάσει των κριτηρίων που προβλέπονται στο άρθρο 13 παράγραφος 2. Το αναπληρωματικό μέλος εκπροσωπεί το τακτικό μέλος σε περίπτωση απουσίας του. Το τακτικό μέλος εκπροσωπεί το αναπληρωματικό μέλος κατά την απουσία του για κάθε θέμα που σχετίζεται με την κατάρτιση των λειτουργών επιβολής του νόμου. [Τροπολογία 94]

4.  Όλα τα μέρη που εκπροσωπούνται στο διοικητικό συμβούλιο καταβάλλουν κάθε προσπάθεια να περιορίσουν τη συχνή εναλλαγή των αντιπροσώπων τους, ώστε να διασφαλίζεται η συνέχεια των εργασιών του διοικητικού συμβουλίου. Όλα τα μέρη επιδιώκουν την επίτευξη ισόρροπης εκπροσώπησης ανδρών και γυναικών στο διοικητικό συμβούλιο. [Τροπολογία 95]

5.  Η διάρκεια της θητείας των τακτικών και των αναπληρωματικών μελών είναι τετραετής με δυνατότητα ανανέωσης. Κατά τη λήξη της θητείας τους ή σε περίπτωση παραίτησης, τα μέλη συνεχίζουν να ασκούν τα καθήκοντά τους μέχρις ότου ανανεωθεί η θητεία τους ή αντικατασταθούν εξαρτάται από το χρονικό διάστημα που ορίζει το εκάστοτε κράτος μέλος που τα διορίζει. [Τροπολογία 96]

5α.  Τον πρόεδρο επικουρεί η γραμματεία του διοικητικού συμβουλίου. Ειδικότερα, η γραμματεία:

α)  συμμετέχει σε στενή και συνεχή βάση στη διοργάνωση, τον συντονισμό και τον έλεγχο της συνοχής των εργασιών του διοικητικού συμβουλίου. Υπό την ευθύνη και την καθοδήγηση του προέδρου,

β)  παρέχει στο διοικητικό συμβούλιο την αναγκαία διοικητική υποστήριξη για την εκτέλεση των καθηκόντων του. [Τροπολογία 97]

5β.  Έκαστο μέλος του διοικητικού συμβουλίου υποβάλλει κατά την έναρξη της θητείας του δήλωση των συμφερόντων του. [Τροπολογία 98]

Άρθρο 14

Αρμοδιότητες του διοικητικού συμβουλίου

1.  Το διοικητικό συμβούλιο:

α)  εκδίδει σε ετήσια βάση το πρόγραμμα εργασιών της Ευρωπόλ για το επόμενο έτος με πλειοψηφία δύο τρίτων των μελών του σύμφωνα με το άρθρο 15·

β)  εκδίδει πολυετές πρόγραμμα εργασιών με πλειοψηφία δύο τρίτων των μελών του σύμφωνα με το άρθρο 15·

γ)  θεσπίζει, με πλειοψηφία δύο τρίτων των μελών του, τον ετήσιο προϋπολογισμό της Ευρωπόλ και ασκεί άλλες αρμοδιότητες σε σχέση με τον προϋπολογισμό της Ευρωπόλ δυνάμει του κεφαλαίου ΧI·

δ)  εκδίδει ενοποιημένη ετήσια έκθεση πεπραγμένων της Ευρωπόλ, και τη διαβιβάζει, και την υποβάλλει στην μικτή ομάδα κοινοβουλευτικού ελέγχου, και τη διαβιβάζει, το αργότερο έως την 1η Ιουλίου του επόμενου έτους, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στο Ελεγκτικό Συνέδριο, και στα εθνικά κοινοβούλια και στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων. Η ενοποιημένη ετήσια έκθεση πεπραγμένων πρέπει να δημοσιεύεται· [Τροπολογία 99]

ε)  θεσπίζει τους δημοσιονομικούς κανόνες στους οποίους υπόκειται η Ευρωπόλ σύμφωνα με το άρθρο 63·

στ)  θεσπίζει, έως την 31η Ιανουαρίου κάθε έτους, το πολυετές σχέδιο πολιτικής για το προσωπικό, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής·

ζ)  θεσπίζει στρατηγική για την καταπολέμηση της απάτης, η οποία είναι ανάλογη προς τους κινδύνους απάτης, λαμβάνοντας υπόψη τη σχέση κόστους-οφέλους των εφαρμοζόμενων μέτρων· [Τροπολογία 100]

η)  θεσπίζει κανόνες για την πρόληψη και τη διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων στις οποίες εμπλέκονται τα μέλη του, καθώς και τα μέλη της επιστημονικής επιτροπής κατάρτισης· [Τροπολογία 101]

θ)  σύμφωνα με την παράγραφο 2, ασκεί, έναντι του προσωπικού της Ευρωπόλ, εξουσίες αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής και αρμόδιας αρχής για τη σύναψη συμβάσεων εργασίας, οι οποίες του ανατίθενται δυνάμει του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού αντιστοίχως («εξουσίες αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής»)· [Τροπολογία 102]

ι)  κατόπιν προτάσεως του διευθυντή, θεσπίζει κατάλληλους κανόνες εφαρμογής του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, σύμφωνα με το άρθρο 110 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης· [Τροπολογία 103]

ια)  διορίζει τον εκτελεστικό διευθυντή και τους αναπληρωτές εκτελεστικούς διευθυντές και, ανάλογα με την περίπτωση, ανανεώνει τη θητεία τους ή τους παύει από τα καθήκοντά τους, σύμφωνα με τα άρθρα 56 και 57·

ιβ)  καταρτίζει δείκτες επιδόσεων και εποπτεύει τις επιδόσεις του εκτελεστικού διευθυντή, καθώς και την εφαρμογή των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου·

ιγ)  διορίζει υπόλογο, δυνάμει του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, ο οποίος λειτουργεί υπό καθεστώς ανεξαρτησίας κατά την άσκηση των καθηκόντων του·

ιδ)  διορίζει τα μέλη της επιστημονικής επιτροπής κατάρτισης· [Τροπολογία 104]

ιε)  μεριμνά για τη δέουσα συνέχεια στα πορίσματα και στις συστάσεις που προκύπτουν από τις διάφορες εσωτερικές ή εξωτερικές εκθέσεις ελέγχου και αξιολογήσεις, καθώς και από τις έρευνες της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων· [Τροπολογία 105]

ιστ)  λαμβάνει όλες τις αποφάσεις σχετικά με τη δημιουργία και, εφόσον χρειάζεται, την τροποποίηση των εσωτερικών δομών της Ευρωπόλ· [Τροπολογία 106]

ιζ)  θεσπίζει τον εσωτερικό του κανονισμό·

ιζ)  διορίζει υπεύθυνο προστασίας δεδομένων, ο οποίος είναι ανεξάρτητος κατά την άσκηση των καθηκόντων του από το διοικητικό συμβούλιο, και είναι υπεύθυνος για τη δημιουργία και διαχείριση των συστημάτων επεξεργασίας δεδομένων. [Τροπολογία 107]

Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί, κατόπιν συστάσεως του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων που υποβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 3 στοιχείο στ), να επιβάλει προσωρινή ή οριστική απαγόρευση της επεξεργασίας με πλειοψηφία δύο τρίτων των μελών του. [Τροπολογία 108]

2.  Το διοικητικό συμβούλιο εκδίδει, σύμφωνα με το άρθρο 110 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, απόφαση με βάση το άρθρο 2 παράγραφος 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και το άρθρο 6 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, για την ανάθεση των συναφών εξουσιών της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής στον εκτελεστικό διευθυντή και τον καθορισμό των όρων αναστολής της εν λόγω ανάθεσης εξουσιών. Ο εκτελεστικός διευθυντής έχει το δικαίωμα να αναθέσει περαιτέρω τις εν λόγω εξουσίες.

Το διοικητικό συμβούλιο δύναται, όταν είναι αναγκαίο σε άκρως εξαιρετικές περιστάσεις, να αποφασίσει να αναστείλει προσωρινά την ανάθεση των εξουσιών της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής στον εκτελεστικό διευθυντή, καθώς και των εξουσιών τις οποίες έχει αναθέσει περαιτέρω ο εκτελεστικός διευθυντής, και να ασκήσει το ίδιο τις εν λόγω εξουσίες ή να τις αναθέσει σε μέλος του ή σε μέλος του προσωπικού, πλην του εκτελεστικού διευθυντή. [Τροπολογία 109]

Άρθρο 15

Ετήσιο πρόγραμμα εργασιών και πολυετές πρόγραμμα εργασιών

1.  Το διοικητικό συμβούλιο εγκρίνει το ετήσιο πρόγραμμα εργασιών έως τις 30 Νοεμβρίου κάθε έτους το αργότερο, βάσει σχεδίου προγράμματος το οποίο υποβάλλεται διαβιβάζεται από τον εκτελεστικό διευθυντή και υποβάλλεται στην μικτή ομάδα κοινοβουλευτικού ελέγχου, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής. Το διοικητικό συμβούλιο διαβιβάζει το ετήσιο πρόγραμμα εργασιών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στη μικτή ομάδα κοινοβουλευτικού ελέγχου, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, και στα εθνικά κοινοβούλια και στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων. [Τροπολογία 110]

2.  Το ετήσιο πρόγραμμα εργασιών περιλαμβάνει λεπτομερείς στόχους και προσδοκώμενα αποτελέσματα, καθώς και δείκτες επιδόσεων. Περιλαμβάνει επίσης περιγραφή των δράσεων που θα χρηματοδοτηθούν, καθώς και αναφορά των χρηματοοικονομικών και των ανθρώπινων πόρων που διατίθενται για κάθε δράση, σύμφωνα με τις αρχές κατάρτισης και διαχείρισης του προϋπολογισμού βάσει δραστηριοτήτων. Το ετήσιο πρόγραμμα εργασιών πρέπει να συμβαδίζει με εξαρτάται από το πολυετές πρόγραμμα εργασιών που αναφέρεται στην παράγραφο 4. Υποδεικνύει με σαφήνεια τα καθήκοντα που προστίθενται, τροποποιούνται ή καταργούνται σε σχέση με το προηγούμενο οικονομικό έτος. [Τροπολογία 111]

3.  Το διοικητικό συμβούλιο τροποποιεί το εγκριθέν ετήσιο πρόγραμμα εργασιών σε περίπτωση ανάθεσης νέων καθηκόντων στην Ευρωπόλ.

Οποιαδήποτε ουσιαστική τροποποίηση Οι τροποποιήσεις στο ετήσιο πρόγραμμα εργασιών εγκρίνεται εγκρίνονται σύμφωνα με την ίδια διαδικασία που εφαρμόζεται και για τον αρχικό ετήσιο πρόγραμμα εργασιών. Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέσει στον εκτελεστικό διευθυντή την εξουσία να επιφέρει μη ουσιώδεις τροποποιήσεις στο ετήσιο πρόγραμμα εργασιών. [Τροπολογία 112]

4.  Το διοικητικό συμβούλιο εγκρίνει επίσης το πολυετές πρόγραμμα εργασιών και το επικαιροποιεί μέχρι τις 30 Νοεμβρίου κάθε έτους, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής και κατόπιν διαβούλευσης με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και με τα εθνικά κοινοβούλια, καθώς και με τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων. [Τροπολογία 114]

Το εγκριθέν πολυετές πρόγραμμα εργασιών διαβιβάζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, και παρουσιάζεται στη μικτή ομάδα κοινοβουλευτικού ελέγχου και ακολούθως κοινοποιείται στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια και στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων. [Τροπολογία 113]

Στο πολυετές πρόγραμμα εργασιών καθορίζονται στρατηγικοί στόχοι και προσδοκώμενα αποτελέσματα, καθώς και δείκτες επιδόσεων. Στο πολυετές πρόγραμμα εργασιών αναφέρονται επίσης τα κονδύλια και το προσωπικό που διατίθενται για κάθε στόχο, σύμφωνα με το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο και το πολυετές σχέδιο πολιτικής για το προσωπικό. Ακόμη, το πολυετές σχέδιο εργασιών περιλαμβάνει τη στρατηγική για τις σχέσεις με τις τρίτες χώρες ή τους διεθνείς οργανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 29.

Το πολυετές πρόγραμμα εργασιών υλοποιείται μέσω των ετήσιων προγραμμάτων εργασιών και επικαιροποιείται, εάν ενδείκνυται, σύμφωνα με την έκβαση των εξωτερικών και των εσωτερικών αξιολογήσεων. Τα πορίσματα αυτών των αξιολογήσεων αποτυπώνονται, εφόσον ενδείκνυται, στο ετήσιο πρόγραμμα εργασιών του επόμενου έτους.

Άρθρο 16

Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου

1.  Το διοικητικό συμβούλιο εκλέγει πρόεδρο και αναπληρωτή πρόεδρο μεταξύ των μελών του. Ο πρόεδρος και ο αναπληρωτής πρόεδρος εκλέγονται από πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών του διοικητικού συμβουλίου.

Ο αντιπρόεδρος αντικαθιστά αυτομάτως τον πρόεδρο σε περίπτωση που αυτός κωλύεται να εκτελέσει τα καθήκοντά του.

2.  Η διάρκεια της θητείας του προέδρου και του αναπληρωτή προέδρου είναι τετραετής πενταετής με δυνατότητα μίας ανανέωσης. Εάν, ωστόσο, ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος παύσουν να είναι μέλη του διοικητικού συμβουλίου σε οποιαδήποτε στιγμή της θητείας τους, η θητεία τους λήγει αυτομάτως την ίδια ημερομηνία. [Τροπολογία 115]

Άρθρο 17

Συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου

1.  Ο πρόεδρος συγκαλεί τις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου.

2.  Ο εκτελεστικός διευθυντής λαμβάνει μέρος στις συζητήσεις.

3.  Το διοικητικό συμβούλιο πραγματοποιεί τουλάχιστον δύο τακτικές συνεδριάσεις τον χρόνο. Επιπλέον, συνέρχεται με πρωτοβουλία του προέδρου του, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής ή κατόπιν αιτήματος του ενός τρίτου τουλάχιστον των μελών του.

4.  Το διοικητικό συμβούλιο δύναται να προσκαλέσει στις συνεδριάσεις του οποιονδήποτε μπορεί να συνεισφέρει στη συναφή συζήτηση, ο οποίος μπορεί να συμμετάσχει ως παρατηρητής χωρίς δικαίωμα ψήφου.

4α.  Παρέχεται η δυνατότητα σε έναν εκπρόσωπο της μικτής ομάδας κοινοβουλευτικού ελέγχου να συμμετέχει ως παρατηρητής στις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου. [Τροπολογία 116]

5.  Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου μπορούν, υπό τους όρους του εσωτερικού του κανονισμού, να επικουρούνται από συμβούλους ή εμπειρογνώμονες.

6.  Η Ευρωπόλ παρέχει γραμματειακή υποστήριξη στο διοικητικό συμβούλιο.

Άρθρο 18

Κανόνες ψηφοφορίας

1.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 14 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) και γ), και του άρθρου 14 παράγραφος 1 εδάφιο 1α, του άρθρου 16 παράγραφος 1 και του άρθρου 56 παράγραφος 8, το διοικητικό συμβούλιο λαμβάνει τις αποφάσεις του με πλειοψηφία των μελών του. [Τροπολογία 117]

2.  Κάθε μέλος έχει δικαίωμα μίας ψήφου. Κατά την απουσία μέλους, το δικαίωμα ψήφου του δικαιούται να ασκήσει ο αναπληρωτής του.

3.  Ο πρόεδρος συμμετέχει στην ψηφοφορία.

4.  Ο εκτελεστικός διευθυντής δεν συμμετέχει στην ψηφοφορία.

4α.  Ο εκπρόσωπος της μικτής ομάδας κοινοβουλευτικού ελέγχου δεν συμμετέχει στην ψηφοφορία. [Τροπολογία 118]

5.  Λεπτομερέστερες ρυθμίσεις σχετικά με την ψηφοφορία καθορίζονται στον εσωτερικό κανονισμό του διοικητικού συμβουλίου, ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα μέλος μπορεί να ενεργεί για λογαριασμό άλλου μέλους, καθώς και τις απαιτήσεις απαρτίας, οσάκις απαιτείται.

ΤΜΗΜΑ 2

ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ

Άρθρο 19

Αρμοδιότητες του εκτελεστικού διευθυντή

1.  Ο εκτελεστικός διευθυντής διευθύνει την Ευρωπόλ και λογοδοτεί στο διοικητικό συμβούλιο.

2.  Με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής, του διοικητικού συμβουλίου ή της εκτελεστικής επιτροπής, ο εκτελεστικός διευθυντής ενεργεί υπό καθεστώς πλήρους ανεξαρτησίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και δεν επιζητεί ούτε λαμβάνει οδηγίες από κυβέρνηση ή από οποιονδήποτε άλλο φορέα.

3.  Όταν του ζητηθεί, ο εκτελεστικός διευθυντής παρουσιάζεται ενώπιον της μικτής ομάδας κοινοβουλευτικού ελέγχου και της υποβάλλει τακτική έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του. Έκθεση σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του μπορεί να κληθεί να υποβάλει ο εκτελεστικός διευθυντής και κατόπιν αιτήματος του Συμβουλίου. [Τροπολογία 119]

4.  Ο εκτελεστικός διευθυντής είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος της Ευρωπόλ.

5.  Ο εκτελεστικός διευθυντής είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση των καθηκόντων που ανατίθενται στην Ευρωπόλ δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Ο εκτελεστικός διευθυντής είναι ιδίως υπεύθυνος για:

α)  την καθημερινή διοίκηση της Ευρωπόλ·

β)  την εφαρμογή των αποφάσεων που εκδίδει το διοικητικό συμβούλιο·

γ)  την κατάρτιση του ετήσιου προγράμματος εργασιών και του πολυετούς προγράμματος εργασιών και για την υποβολή τους στο διοικητικό συμβούλιο κατόπιν διαβούλευσης με την Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής· [Τροπολογία 120]

δ)  την υλοποίηση του ετήσιου προγράμματος εργασιών και του πολυετούς προγράμματος εργασιών και την υποβολή συναφών εκθέσεων στο διοικητικό συμβούλιο·

ε)  την κατάρτιση της ενοποιημένης ετήσιας έκθεσης πεπραγμένων της Ευρωπόλ και την υποβολή της στο διοικητικό συμβούλιο προς έγκριση·

στ)  την κατάρτιση σχεδίου δράσης σε συνέχεια των πορισμάτων εσωτερικών ή εξωτερικών εκθέσεων ελέγχου, αξιολογήσεων, εκθέσεων ερευνών και συστάσεων που προκύπτουν από έρευνες της OLAF, καθώς και για την υποβολή έκθεσης προόδου δύο φορές τον χρόνο στην Επιτροπή και τακτικά στο διοικητικό συμβούλιο·

ζ)  την προάσπιση των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης μέσω της εφαρμογής προληπτικών μέτρων κατά της απάτης, της διαφθοράς και οποιωνδήποτε άλλων παράνομων δραστηριοτήτων και, με την επιφύλαξη της ερευνητικής αρμοδιότητας της OLAF, μέσω αποτελεσματικών ελέγχων και, εάν εντοπίζονται παρατυπίες, μέσω της ανάκτησης των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών και, εάν ενδείκνυται, μέσω αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών διοικητικών και οικονομικών κυρώσεων·

η)  τη χάραξη στρατηγικής ανάλυσης για την καταπολέμηση της απάτης και στρατηγικής για την πρόληψη και διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων της Ευρωπόλ για την καταπολέμηση της απάτης και για την υποβολή της τους στο διοικητικό συμβούλιο προς έγκριση· [Τροπολογία 121]

θ)  την εκπόνηση σχεδίου των δημοσιονομικών κανόνων που εφαρμόζονται στην Ευρωπόλ

ι)  την κατάρτιση του σχεδίου κατάστασης των προβλεπόμενων εσόδων και δαπανών της Ευρωπόλ και την εκτέλεση του προϋπολογισμού της·

ια)  την κατάρτιση προκαταρκτικής έκδοσης του πολυετές σχεδίου πολιτικής για το προσωπικό και την υποβολή της στο διοικητικό συμβούλιο κατόπιν διαβούλευσης με την Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής· [Τροπολογία 122]

ιαα)  την άσκηση, με την επιφύλαξη του άρθρου 14 παράγραφος 1 στοιχείο ι), έναντι του προσωπικού της Ευρωπόλ, εξουσιών αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής και εξουσιών αρμόδιας αρχής για τη σύναψη συμβάσεων εργασίας, οι οποίες ανατίθενται δυνάμει του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αντιστοίχως («εξουσίες αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής»)· [Τροπολογία 123]

ιαβ)  τη λήψη όλων των αποφάσεων σχετικά με τη δημιουργία και, εφόσον χρειάζεται, την τροποποίηση των εσωτερικών δομών της Ευρωπόλ· [Τροπολογία 124]

ιβ)  την παροχή συνδρομής στον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου κατά την προετοιμασία των συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου·

ιγ)  την ενημέρωση του διοικητικού συμβουλίου σε τακτική βάση σχετικά με την υλοποίηση των στρατηγικών και επιχειρησιακών προτεραιοτήτων της Ένωσης για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας.

ΤΜΗΜΑ 3

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ

Άρθρο 20

Επιστημονική Επιτροπή Κατάρτισης

1.  Η επιστημονική επιτροπή κατάρτισης είναι ανεξάρτητο συμβουλευτικό όργανο το οποίο παρέχει εγγυήσεις και καθοδήγηση για την επιστημονική αρτιότητα των δραστηριοτήτων κατάρτισης της Ευρωπόλ. Για τον σκοπό αυτό, ο εκτελεστικός διευθυντής μεριμνά για τη συμμετοχή της επιστημονικής επιτροπής κατάρτισης στα πρώτα στάδια εκπόνησης όλων των εγγράφων που αναφέρονται στο άρθρο 14 και αφορούν θέματα κατάρτισης.

2.  Η επιστημονική επιτροπή κατάρτισης απαρτίζεται από 11 μέλη, άκρως καταρτισμένα από ακαδημαϊκής ή επαγγελματικής άποψης στα θέματα που καλύπτονται από το κεφάλαιο ΙΙΙ του παρόντος κανονισμού. Το διοικητικό συμβούλιο διορίζει τα μέλη της επιτροπής βάσει διαφανούς πρόσκλησης υποβολής αιτήσεων και διαδικασίας επιλογής που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου δεν συμμετέχουν στην επιστημονική επιτροπή κατάρτισης. Τα μέλη της επιστημονικής επιτροπής κατάρτισης είναι ανεξάρτητα. Δεν επιζητούν ούτε δέχονται υποδείξεις από καμία κυβέρνηση ή άλλον φορέα.

3.  Ο κατάλογος των μελών της επιστημονικής επιτροπής κατάρτισης δημοσιεύεται και επικαιροποιείται από την Ευρωπόλ στον δικτυακό της τόπο.

4.  Η θητεία των μελών της επιστημονικής επιτροπής κατάρτισης είναι πενταετής και δεν είναι ανανεώσιμη. Σε περίπτωση που δεν πληρούν τα κριτήρια της ανεξαρτησίας, τα μέλη της επιτροπής παύονται από τα καθήκοντά τους.

5.  Η επιστημονική επιτροπή κατάρτισης εκλέγει πρόεδρο και αναπληρωτή πρόεδρο για πενταετή θητεία και εκδίδει αποφάσεις με απλή πλειοψηφία. Η επιτροπή συγκαλείται από τον πρόεδρό της έως και τέσσερις φορές ετησίως. Εάν είναι αναγκαίο, ο πρόεδρος συγκαλεί έκτακτες συνεδριάσεις με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήσεως τουλάχιστον τεσσάρων μελών της επιτροπής.

6.  Ο εκτελεστικός διευθυντής, ο αρμόδιος για θέματα κατάρτισης αναπληρωτής εκτελεστικός διευθυντής ή οι εκπρόσωποί τους προσκαλούνται στις συνεδριάσεις ως παρατηρητές χωρίς δικαίωμα ψήφου.

7.  Την επιστημονική επιτροπή κατάρτισης επικουρεί γραμματέας από το προσωπικό της Ευρωπόλ που ορίζεται από την Επιτροπή και διορίζεται από τον εκτελεστικό διευθυντή.

8.  Ειδικότερα, η επιστημονική επιτροπή κατάρτισης:

α)  παρέχει συμβουλές στον εκτελεστικό διευθυντή και στον αρμόδιο για θέματα κατάρτισης αναπληρωτή εκτελεστικό διευθυντή σχετικά με την εκπόνηση του ετήσιου προγράμματος εργασιών και άλλων στρατηγικών εγγράφων, προκειμένου να διασφαλίζεται η επιστημονική τους αρτιότητα και η συνοχή τους με τις συναφείς τομεακές πολιτικές και προτεραιότητες της ΕΕ·

β)  παρέχει ανεξάρτητες γνωμοδοτήσεις και συμβουλές στο διοικητικό συμβούλιο σε θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της·

γ)  παρέχει ανεξάρτητες γνωμοδοτήσεις και συμβουλές σχετικά με την ποιότητα των προγραμμάτων κατάρτισης, τις εφαρμοζόμενες μεθόδους μάθησης, επιλογές μάθησης και επιστημονικές εξελίξεις·

δ)  φέρει εις πέρας κάθε άλλη συμβουλευτική δραστηριότητα που της ζητά να εκτελέσει το διοικητικό συμβούλιο ή ο εκτελεστικός διευθυντής ή ο αρμόδιος για θέματα κατάρτισης αναπληρωτής εκτελεστικός διευθυντής στο πλαίσιο των επιστημονικών πτυχών του έργου της Ευρωπόλ στον τομέα της κατάρτισης.

9.  Ο ετήσιος προϋπολογισμός για την επιστημονική επιτροπή κατάρτισης εγγράφεται σε χωριστή γραμμή του προϋπολογισμού της Ευρωπόλ. [Τροπολογία 125]

ΤΜΗΜΑ 4

ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Άρθρο 21

Σύσταση

Το διοικητικό συμβούλιο δύναται να συστήσει εκτελεστική επιτροπή.

Άρθρο 22

Αρμοδιότητες και οργάνωση

1.  Η εκτελεστική επιτροπή συνδράμει το διοικητικό συμβούλιο.

2.  Η εκτελεστική επιτροπή έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:

α)  προετοιμάζει τις αποφάσεις που εκδίδονται από το διοικητικό συμβούλιο·

β)  μεριμνά, από κοινού με το διοικητικό συμβούλιο, για τη δέουσα συνέχεια στα πορίσματα και στις συστάσεις που προκύπτουν από διάφορες εσωτερικές ή εξωτερικές εκθέσεις ελέγχου και αξιολογήσεις, καθώς και στις εκθέσεις έρευνας και στις συστάσεις που απορρέουν από τις έρευνες της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF)·

γ)  με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του εκτελεστικού διευθυντή, όπως ορίζονται στο άρθρο 19, συνδράμει και συμβουλεύει τον εκτελεστικό διευθυντή κατά την εφαρμογή των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου με σκοπό την ενίσχυση της εποπτείας της διοικητικής διαχείρισης.

3.  Όταν είναι αναγκαίο για λόγους κατεπείγοντος, η εκτελεστική επιτροπή δύναται να λαμβάνει προσωρινές αποφάσεις για λογαριασμό του διοικητικού συμβουλίου, ιδίως σε θέματα διοικητικής διαχείρισης, περιλαμβανομένης της αναστολής της ανάθεσης των εξουσιών της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής.

4.  Η εκτελεστική επιτροπή απαρτίζεται από τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου, έναν εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο διοικητικό συμβούλιο και τρία ακόμη μέλη τα οποία διορίζονται από το διοικητικό συμβούλιο μεταξύ των μελών του. Της εκτελεστικής επιτροπής προεδρεύει ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου. Ο εκτελεστικός διευθυντής συμμετέχει στις συνεδριάσεις της εκτελεστικής επιτροπής χωρίς δικαίωμα ψήφου.

5.  Η διάρκεια της θητείας των μελών της εκτελεστικής επιτροπής είναι τετραετής και λήγει μόλις παύσουν να είναι μέλη του διοικητικού συμβουλίου.

6.  Η εκτελεστική επιτροπή πραγματοποιεί τουλάχιστον μία τακτική συνεδρίαση κάθε τρεις μήνες. Επιπλέον, συνέρχεται με πρωτοβουλία του προέδρου της ή κατόπιν αιτήματος των μελών της.

7.  Η εκτελεστική επιτροπή συμμορφώνεται προς τον εσωτερικό κανονισμό που καθορίζεται από το διοικητικό συμβούλιο. [Τροπολογία 126]

Κεφάλαιο V

ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

Άρθρο 23

Πηγές πληροφοριών

1.  Η Ευρωπόλ επεξεργάζεται μόνο πληροφορίες οι οποίες της έχουν διαβιβαστεί:

α)  από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία τους·

β)  από φορείς της Ένωσης, τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς σύμφωνα με το κεφάλαιο VI·

γ)  από ιδιωτικούς φορείς σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 2.

2.  Η Ευρωπόλ μπορεί να προβαίνει σε απευθείας ανάκτηση και επεξεργασία πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, από πηγές διαθέσιμες στο κοινό, όπως τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, συμπεριλαμβανομένου του Διαδικτύου και των δημόσιων δεδομένων.

3.  Η Ευρωπόλ μπορεί να ανακτά και να επεξεργάζεται πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, από συστήματα πληροφοριών, σε εθνικό, ενωσιακό ή διεθνές επίπεδο, μεταξύ άλλων μέσω άμεσης ηλεκτρονικής πρόσβασης, στον βαθμό που κάτι τέτοιο επιτρέπεται βάσει των νομικών πράξεων της Ένωσης, του διεθνούς δικαίου ή της νομοθεσίας των κρατών μελών και εφόσον μπορεί να αποδειχτεί η ανάγκη και η αναλογικότητα της πρόσβασης αυτής για την εκτέλεση καθήκοντος που εμπίπτει στις αρμοδιότητες της Ευρωπόλ. Η πρόσβαση και χρήση τέτοιων δεδομένων από την Ευρωπόλ υπόκεινται στις εφαρμοστέες διατάξεις των σχετικών νομικών πράξεων της Ένωσης, του διεθνούς δικαίου ή της νομοθεσίας των κρατών μελών, στον βαθμό που αυτές προβλέπουν αυστηρότερους κανόνες για την πρόσβαση και τη χρήση σε σύγκριση με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

Καθορίζουν τους στόχους, τις κατηγορίες των προσωπικών δεδομένων και τον σκοπό, τα μέσα και τις διαδικασίες που ακολουθούνται για την ανάκτηση και την επεξεργασία των πληροφοριών, τηρώντας την ισχύουσα νομοθεσία και τις αρχές περί προστασίας δεδομένων. Πρόσβαση στα εν λόγω συστήματα πληροφοριών χορηγείται μόνο σε δεόντως εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους της Ευρωπόλ, στον βαθμό που είναι απολύτως αναγκαία και αναλογική για την άσκηση των καθηκόντων τους. [Τροπολογία 127]

Άρθρο 24

Σκοποί των δραστηριοτήτων επεξεργασίας πληροφοριών

1.  Στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων της, όπως αυτοί καθορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφοι 1 και 2, η Ευρωπόλ μπορεί να επεξεργάζεται πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να γίνεται, αποκλειστικά και μόνο για σκοπούς:

α)  διασταυρούμενου ελέγχου με στόχο τη συσχέτιση πληροφοριών ή τον εντοπισμό άλλων ουσιωδών συνδέσεων μεταξύ πληροφοριών που περιορίζονται:

i)  στα πρόσωπα που είναι ύποπτα για διάπραξη αξιόποινης πράξης ή για συμμετοχή σε αυτήν, για την οποία είναι αρμόδια η Ευρωπόλ, ή στα πρόσωπα που έχουν καταδικασθεί για τη διάπραξη μιας τέτοιας αξιόποινης πράξης,

ii)  στα πρόσωπα για τα οποία υπάρχουν πραγματικές ενδείξεις ή εύλογοι λόγοι ότι πρόκειται να διαπράξουν αξιόποινες πράξεις·

β)  στρατηγικών ή θεματικών αναλύσεων·

γ)  επιχειρησιακών αναλύσεων στο πλαίσιο συγκεκριμένων υποθέσεων.

Τα καθήκοντα αυτά εκτελούνται βάσει των ακόλουθων κριτηρίων:

—  οι έλεγχοι του στοιχείο α) διενεργούνται σύμφωνα με τις απαραίτητες εγγυήσεις περί προστασίας δεδομένων και, ειδικότερα, αιτιολογούνται επαρκώς όσον αφορά τα ζητηθέντα δεδομένα και το σκοπό τους. Τα απαραίτητα μέτρα λαμβάνονται επίσης προκειμένου να διασφαλιστεί ότι μόνο οι αρχές εκείνες που ήταν αρχικά υπεύθυνες για τη συλλογή των δεδομένων μπορούν στη συνέχεια να τα τροποποιήσουν·

—  για κάθε επιχειρησιακή ανάλυση υπόθεσης που αναφέρεται στο στοιχείο γ), ισχύουν οι ακόλουθες ειδικές εγγυήσεις:

i)  καθορίζεται συγκεκριμένος σκοπός· τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας μόνο όταν σχετίζονται με τον εν λόγω ειδικό σκοπό·

ii)  όλες οι διασταυρούμενες εργασίες των υπαλλήλων της Ευρωπόλ συνοδεύονται από συγκεκριμένη αιτιολόγηση· η ανάκτηση δεδομένων κατόπιν διαβούλευσης περιορίζεται αυστηρά στις ελάχιστες απαιτήσεις και συνοδεύεται από συγκεκριμένη αιτιολόγηση·

iii)  μόνο δεόντως εξουσιοδοτημένοι υπάλληλοι, αρμόδιοι για τον σκοπό για τον οποίον είχαν συλλεχθεί αρχικά τα δεδομένα, μπορούν να τροποποιήσουν αυτά τα δεδομένα.

Η Ευρωπόλ τεκμηριώνει δεόντως αυτές τις εργασίες. Κατόπιν αιτήματος, η τεκμηρίωση τίθεται στη διάθεση του υπεύθυνου προστασίας δεδομένων και του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων για τους σκοπούς της εξακρίβωσης της νομιμότητας της επεξεργασίας.

2.  Στο παράρτημα 2 απαριθμούνται οι κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και οι κατηγορίες προσώπων των οποίων τα δεδομένων μπορούν να συλλεχθούν για κάθε έναν από τους συγκεκριμένους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

2α.  Η Ευρωπόλ μπορεί, προσωρινά και σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να επεξεργάζεται δεδομένα προκειμένου να καθορίσει κατά πόσον αυτά τα δεδομένα σχετίζονται με τα καθήκοντά της και σε ποιον από τους σκοπούς της παραγράφου 1 αντιστοιχούν. Το διοικητικό συμβούλιο, έπειτα από πρόταση του διευθυντή και αφού ζητήσει τη γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, καθορίζει τις προϋποθέσεις επεξεργασίας των δεδομένων αυτών, ιδίως όσον αφορά την πρόσβαση στα δεδομένα και τη χρήση τους, καθώς και τις προθεσμίες για την αποθήκευση και τη διαγραφή των δεδομένων, οι οποίες δεν επιτρέπεται να υπερβαίνουν τους έξι μήνες, λαμβανομένων υπόψη των αρχών που αναφέρονται στο άρθρο 34.

2β.  Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων συντάσσει κατευθυντήριες γραμμές που αναφέρουν τους σκοπούς που απαριθμούνται στην παράγραφο 1 στοιχεία α), β) και γ). [Τροπολογία 128]

Άρθρο 25

Καθορισμός του σκοπού των δραστηριοτήτων επεξεργασίας πληροφοριών

1.  Τα κράτη μέλη, οι φορείς της Ένωσης, οι τρίτες χώρες ή οι διεθνείς οργανισμοί που παρέχουν πληροφορίες στην Ευρωπόλ, καθορίζουν τον ειδικό και σαφώς οριοθετημένο σκοπό για τον οποίο αυτές υποβάλλονται σε επεξεργασία σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 24. Σε αντίθετη περίπτωση, η καταλληλότητα αυτών των πληροφοριών και ο σκοπός για τον οποίο υποβάλλονται σε επεξεργασία καθορίζονται από την Ευρωπόλ. Η Ευρωπόλ δύναται να επεξεργάζεται πληροφορίες για σκοπό, ειδικό και ρητό, διαφορετικό από αυτόν για τον οποίο αυτές διαβιβάστηκαν μόνον εφόσον κάτι τέτοιο επιτρέπεται ρητά από τον πάροχο των δεδομένων, σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο. [Τροπολογία 129]

2.  Τα κράτη μέλη, οι φορείς της Ένωσης, οι τρίτες χώρες και οι διεθνείς οργανισμοί δύνανται να υποδεικνύουν κατά τον χρόνο της διαβίβασης πληροφοριών τυχόν περιορισμούς στην πρόσβαση ή στη χρήση, υπό γενικούς ή ειδικούς όρους, μεταξύ άλλων όσον αφορά και τη διαγραφή ή την καταστροφή τους. Σε περίπτωση όπου η ανάγκη των περιορισμών αυτών καθίσταται πρόδηλη μετά τη διαβίβαση, η Ευρωπόλ ενημερώνεται σχετικά και οφείλει να συμμορφώνεται προς τους περιορισμούς.

3.  Η Ευρωπόλ δύναται να επιβάλλει περιορισμούς στη χρήση πληροφοριών τις οποίες ανέκτησε από πηγές διαθέσιμες στο κοινό ή στην πρόσβαση κρατών μελών, φορέων της Ένωσης, τρίτων χωρών και διεθνών οργανισμών στις πληροφορίες αυτές.

Άρθρο 25α

Εκτίμηση επιπτώσεων σχετικά με την προστασία δεδομένων

1.  Πριν από οποιεσδήποτε επεξεργασίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η Ευρωπόλ διενεργεί εκτίμηση των επιπτώσεων που έχουν τα προβλεπόμενα συστήματα και διαδικασίες επεξεργασίας στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την κοινοποιεί στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων.

2.  Η εκτίμηση περιέχει τουλάχιστον γενική περιγραφή των προβλεπόμενων πράξεων επεξεργασίας, εκτίμηση των κινδύνων για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα, τα μέτρα που προβλέπονται για την αντιμετώπιση των κινδύνων αυτών, εγγυήσεις, μέτρα ασφαλείας και μηχανισμούς, ώστε να διασφαλίζεται η προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και να αποδεικνύεται η συμμόρφωση προς τις διατάξεις που εγκρίνονται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και άλλων ενδιαφερόμενων προσώπων. [Τροπολογία 130]

Άρθρο 26

Πρόσβαση του προσωπικού των κρατών μελών και της Ευρωπόλ σε πληροφορίες που αποθηκεύονται από την Ευρωπόλ

1.  Τα κράτη μέλη, εφόσον μπορούν να αιτιολογήσουν ότι η νόμιμη άσκηση των καθηκόντων τους είναι επιβεβαιωμένη, έχουν πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες που έχουν παρασχεθεί για τους σκοπούς του άρθρου 24 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) και μπορούν να πραγματοποιούν αναζήτηση σε αυτές, με την επιφύλαξη του δικαιώματος των κρατών μελών, φορέων της Ένωσης, τρίτων χωρών και διεθνών οργανισμών να υποδεικνύουν περιορισμούς στην πρόσβαση και στη χρήση των δεδομένων αυτών. Οι αρμόδιες αρχές που επιτρέπεται να πραγματοποιούν αναζήτηση αυτού του είδους ορίζονται από τα κράτη μέλη.

2.  Τα κράτη μέλη έχουν απευθείας πρόσβαση, βάσει συστήματος σύμπτωσης/απουσίας σύμπτωσης (hit/no hit), σε πληροφορίες που παρέχονται για τους σκοπούς ειδικό σκοπό δυνάμει του άρθρου 24 παράγραφος 1 στοιχείο γ), με την επιφύλαξη τυχόν περιορισμών οι οποίοι υποδεικνύονται από τα κράτη μέλη, τους φορείς της Ένωσης, τις τρίτες χώρες ή τους διεθνείς οργανισμούς που παρέχουν τις πληροφορίες, σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2. Σε περίπτωση σύμπτωσης (hit), η Ευρωπόλ ενημερώνει τον πάροχο των πληροφοριών και κινεί διαδικασία ώστε να επιτραπεί η διάδοση των πληροφοριών που κατέληξαν σε σύμπτωση, ανάλογα με την απόφαση του κράτους μέλους που παρέσχε τις πληροφορίες στην Ευρωπόλ παρόχου των πληροφοριών προς την Ευρωπόλ και στον βαθμό που απαιτείται για τη τη νόμιμη άσκηση των καθηκόντων των σχετικών κρατών μελών.

3.  Πρόσβαση στις πληροφορίες που επεξεργάζεται η Ευρωπόλ έχουν υπάλληλοι της Ευρωπόλ οι οποίοι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένοι από τον εκτελεστικό διευθυντή, στον βαθμό που κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο για την άσκηση των καθηκόντων τους.

3α.  Η Ευρωπόλ διατηρεί λεπτομερή αρχεία όλων των συμπτώσεων (hits) και των πληροφοριών στις οποίες υπήρξε πρόσβαση σύμφωνα με το άρθρο 43. [Τροπολογία 131]

Άρθρο 27

Πρόσβαση της Eurojust και της OLAF στις πληροφορίες της Ευρωπόλ

1.  Η Ευρωπόλ λαμβάνει κάθε κατάλληλο μέτρο ώστε να μπορούν μπορεί η Eurojust και η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους της, να έχουν έχει πρόσβαση και να πραγματοποιούν πραγματοποιεί αναζήτηση σε όλες τις πληροφορίες που έχουν παρασχεθεί για τους σκοπούς του άρθρου 24 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β), με την επιφύλαξη του δικαιώματος των κρατών μελών, των φορέων της Ένωσης, τρίτων χωρών και διεθνών οργανισμών να υποδεικνύουν περιορισμούς στην πρόσβαση και στη χρήση των δεδομένων αυτών. Η Ευρωπόλ πρέπει να ενημερώνεται για τις αναζητήσεις της Eurojust ή της OLAF από τις οποίες προκύπτει σύμπτωση με τις πληροφορίες που επεξεργάζεται η Ευρωπόλ.

2.  Η Ευρωπόλ λαμβάνει κάθε κατάλληλο μέτρο ώστε να μπορούν μπορεί η Eurojust και η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους της, να έχουν έχει έμμεση πρόσβαση βάσει συστήματος σύμπτωσης/απουσίας σύμπτωσης (hit/no hit ) σε πληροφορίες που παρέχονται για τους ειδικούς σκοπούς του άρθρου 24 παράγραφος 1 στοιχείο γ), με την επιφύλαξη τυχόν περιορισμών που υποδεικνύονται από τα κράτη μέλη, τους φορείς της Ένωσης, τις τρίτες χώρες και τους διεθνείς οργανισμούς που παρέχουν τις πληροφορίες, σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2. Σε περίπτωση σύμπτωσης (hit), η Ευρωπόλ κινεί διαδικασία ώστε να επιτραπεί η διάδοση των πληροφοριών που κατέληξαν σε σύμπτωση, ανάλογα με την απόφαση του κράτους μέλους, του φορέα της Ένωσης, της τρίτης χώρας ή του διεθνούς οργανισμού που παρέσχε τις πληροφορίες στην Ευρωπόλ. Σε περίπτωση σύμπτωσης (hit), η Eurojust προσδιορίζει ποια δεδομένα χρειάζεται και η Ευρωπόλ δύναται να διαδίδει τα δεδομένα μόνο στον βαθμό που τα δεδομένα τα οποία καταλήγουν σε σύμπτωση είναι απαραίτητα για τη νόμιμη εκπλήρωση των καθηκόντων της. Η Ευρωπόλ καταχωρίζει σε ποιες πληροφορίες υπήρξε πρόσβαση.

3.  Οι αναζητήσεις πληροφοριών σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 πραγματοποιούνται αποκλειστικά και μόνο με σκοπό να καθορίζεται το κατά πόσον οι πληροφορίες που έχουν έχει στη διάθεσή τους της η Eurojust ή η OLAF αντιστοίχως συμπίπτουν με πληροφορίες τις οποίες επεξεργάζεται η Ευρωπόλ.

4.  Η Ευρωπόλ επιτρέπει την πραγματοποίηση αναζήτησης σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 μόνο αφού λάβει πληροφορίες από την μεν Eurojust σχετικά με το ποια εθνικά μέλη, αναπληρωτές, βοηθοί και υπάλληλοι της Eurojust, από τη δε OLAF σχετικά με το ποιοι υπάλληλοί της, έχουν εξουσιοδοτηθεί να πραγματοποιούν τέτοιου είδους αναζήτηση.

5.  Εάν κατά τη διάρκεια των δραστηριοτήτων επεξεργασίας της Ευρωπόλ στο πλαίσιο κάποιας έρευνας η Ευρωπόλ ή κάποιο κράτος μέλος διαπιστώσουν την ανάγκη συντονισμού, συνεργασίας ή συνδρομής, εντός του πεδίου αρμοδιοτήτων της Eurojust ή της OLAF, η Ευρωπόλ ενημερώνει σχετικά τους εν λόγω οργανισμούς και κινεί διαδικασία για τη διάδοση των πληροφοριών, ανάλογα με την απόφαση του κράτους μέλους που παρέσχε τις πληροφορίες. Σε αυτήν την περίπτωση, η Eurojust ή η OLAF συμμετέχουν συμμετέχει σε διαβουλεύσεις με την Ευρωπόλ.

6.  Η Eurojust, περιλαμβανομένου του συλλογικού οργάνου, των εθνικών μελών, των αναπληρωτών, των βοηθών και των υπαλλήλων της, και η OLAF τηρούν τηρεί κάθε περιορισμό στην πρόσβαση ή στη χρήση, υπό γενικούς ή ειδικούς όρους, που υποδεικνύεται από κράτη μέλη, φορείς της Ένωσης, τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2.

6α.  Η Ευρωπόλ και η Eurojust ανταλλάσσουν πληροφορίες για το εάν, κατόπιν εξέτασης των δεδομένων που έχουν στη διάθεσή τους, προκύψουν ενδείξεις ότι τα δεδομένα μπορεί να είναι εσφαλμένα ή να συγκρούονται μεταξύ τους. [Τροπολογία 132]

Άρθρο 28

Υποχρέωση ενημέρωσης των κρατών μελών

1.  Εάν η Ευρωπόλ, στο πλαίσιο του οικείου καθήκοντος που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β), πρέπει να ενημερώσει κάποιο κράτος μέλος σχετικά με πληροφορίες που το αφορούν, και οι πληροφορίες αυτές υπόκεινται σε περιορισμούς πρόσβασης σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2 βάσει των οποίων απαγορεύεται η κοινοποίηση των πληροφοριών, η Ευρωπόλ συμβουλεύεται τον πάροχο των δεδομένων που επιβάλει τον περιορισμό στην πρόσβαση και του ζητά να εγκρίνει την κοινοποίηση των πληροφοριών.

Χωρίς αυτήν την ρητή έγκριση, οι πληροφορίες δεν πρέπει να κοινοποιούνται.

Εάν οι πληροφορίες δεν υπόκεινται σε περιορισμούς πρόσβασης σύμφωνα με το άρθρο 25, η Ευρωπόλ ενημερώνει, ωστόσο, το κράτος μέλος που παρέσχε τις πληροφορίες σχετικά με τη διαβίβασή τους. [Τροπολογία 133]

2.  Η Ευρωπόλ ενημερώνει τα κράτη μέλη σχετικά με πληροφορίες που τα αφορούν, ανεξαρτήτως τυχόν περιορισμών στην πρόσβαση:

α)  εάν κάτι τέτοιο είναι απολύτως αναγκαίο για την αποτροπή επικείμενου κινδύνου διάπραξης σοβαρών εγκληματικών πράξεων ή πράξεων τρομοκρατίας· ή

β)  εάν κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο για την αποσόβηση άμεσης και σοβαρής απειλής κατά της δημόσιας ασφάλειας του εκάστοτε κράτους μέλους.

Στην περίπτωση αυτή, η Ευρωπόλ ενημερώνει πάραυτα τον πάροχο των δεδομένων σχετικά με την κοινοποίησή τους και εκθέτει την κατάσταση παρέχοντας συναφή αιτιολόγηση.

Κεφάλαιο VI

ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΤΑΙΡΟΥΣ

ΤΜΗΜΑ 1

ΚΟΙΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 29

Κοινές διατάξεις

1.  Στον βαθμό που είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση των καθηκόντων της , η Ευρωπόλ δύναται να συνάπτει και να διατηρεί σχέσεις συνεργασίας με φορείς της Ένωσης στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, τις αρχές επιβολής του νόμου τρίτων χωρών, ιδρύματα κατάρτισης σε θέματα επιβολής του νόμου τα οποία εδρεύουν σε τρίτες χώρες, διεθνείς οργανισμούς και ιδιωτικούς φορείς.

2.  Στον βαθμό που είναι σκόπιμο για την εκπλήρωση των καθηκόντων της και με την επιφύλαξη τυχόν περιορισμών σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2, η Ευρωπόλ δύναται να ανταλλάσσει απευθείας κάθε πληροφορία με τους φορείς που αναφέρονται στην παράγραφο 1, με εξαίρεση δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

3.  Η Ευρωπόλ δύναται να παραλαμβάνει και να επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα από τις που διαθέτουν οι οντότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, εκτός από ιδιωτικούς φορείς, στον βαθμό που είναι αυστηρώς αναγκαίο και αναλογικό για την νόμιμη εκπλήρωση των καθηκόντων της και με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου.

4.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 36 παράγραφος 4) 5, επιτρέπεται μόνο η διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Ευρωπόλ προς τους φορείς της Ένωσης, τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς, εφόσον κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο για την πρόληψη και την καταπολέμηση αξιόποινων πράξεων που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων στα καθήκοντα της Ευρωπόλ, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου και εφόσον ο αποδέκτης δεσμεύεται ρητά ότι τα δεδομένα θα χρησιμοποιηθούν μόνο για τον σκοπό για τον οποίο διαβιβάστηκαν. Εάν τα δεδομένα που πρόκειται να διαβιβασθούν έχουν παρασχεθεί από κράτος μέλος, η Ευρωπόλ οφείλει να λάβει τη εκ των προτέρων την ρητή συγκατάθεσή του, εκτός εάν:

α)  η μη επιβολή από το κράτος μέλος ρητού περιορισμού στην περαιτέρω διαβίβαση μπορεί να εκληφθεί ως έγκριση ή

β)  το κράτος μέλος έχει χορηγήσει εκ των προτέρων τη συγκατάθεσή του στην περαιτέρω διαβίβαση, υπό γενικούς ή ειδικούς όρους. Η συγκατάθεση αυτή μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή.

5.  Η περαιτέρω διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα κράτη μέλη, φορείς της Ένωσης, τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς απαγορεύεται, εκτός εάν η Ευρωπόλ έχει δώσει ρητά τη εκ των προτέρων τη ρητή συγκατάθεσή της και ο αποδέκτης δεσμευτεί ρητά ότι τα δεδομένα χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τον σκοπό για τον οποίο διαβιβάστηκαν.

5α.  Η Ευρωπόλ εξασφαλίζει ότι τα λεπτομερή στοιχεία για όλες τις διαβιβάσεις των προσωπικών δεδομένων και οι λόγοι της διαβίβασής τους έχουν καταγραφεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

5β.  Τυχόν πληροφορίες οι οποίες έχουν ληφθεί από τρίτη χώρα, διεθνή οργανισμό ή ιδιωτικό φορέα κατά παράβαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως εμπεριέχονται στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας. [Τροπολογία 134]

ΤΜΗΜΑ 2

ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ/ΔΙΑΒΙΒΑΣΗ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

Άρθρο 30

Διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε φορείς της Ένωσης

Με την επιφύλαξη πιθανών περιορισμών δυνάμει του άρθρου 25 παράγραφος 2 ή 3 και με την επιφύλαξη του άρθρου 27, η Ευρωπόλ δύναται να διαβιβάζει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα απευθείας στους φορείς της Ένωσης, στον βαθμό που είναι αναγκαίο για την εκτέλεση των καθηκόντων της ή των καθηκόντων του φορέα της Ένωσης που είναι αποδέκτης των δεδομένων. Η Ευρωπόλ δημοσιοποιεί τον κατάλογο των θεσμικών οργάνων και των οργανισμών της ΕΕ στους οποίους διαβιβάζει πληροφορίες, αναρτώντας τον εν λόγω κατάλογο στον ιστότοπό της. [Τροπολογία 135]

Άρθρο 31

Διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς

1.  Στον βαθμό που είναι αναγκαίο για την εκτέλεση των καθηκόντων της, η Ευρωπόλ δύναται να διαβιβάζει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε αρχή τρίτης χώρας ή σε διεθνή οργανισμό, με βάση:

α)  απόφαση της Επιτροπής, εκδοθείσα δυνάμει [των άρθρων 25 και 31 της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών], σύμφωνα με την οποία η εν λόγω χώρα ή ο εν λόγω διεθνής οργανισμός, ή κάποιος τομέας επεξεργασίας στο έδαφος της τρίτης χώρας ή στους κόλπους του διεθνούς οργανισμού διασφαλίζει επαρκές επίπεδο προστασίας (απόφαση περί επάρκειας), ή

β)  διεθνή συμφωνία συναφθείσα μεταξύ της Ένωσης και της εν λόγω τρίτης χώρας ή του εν λόγω διεθνούς οργανισμού δυνάμει του άρθρου 218 ΣΛΕΕ, η οποία παρέχει επαρκείς εγγυήσεις όσον αφορά την προστασία της ιδιωτικής ζωής, των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών των προσώπων, ή

γ)  συμφωνία συνεργασίας που έχει συναφθεί μεταξύ της Ευρωπόλ και της εν λόγω τρίτης χώρας ή του εν λόγω διεθνούς οργανισμού, σύμφωνα με το άρθρο 23 της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

Οι εν λόγω συμφωνίες συνεργασίας τροποποιούνται εντός πέντε ετών μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού και αντικαθίστανται από έτερη συμφωνία σύμφωνα με το στοιχείο β). [Τροπολογία 136]

Για τις διαβιβάσεις αυτές δεν απαιτείται περαιτέρω έγκριση. Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων διατυπώνει τη γνώμη του εγκαίρως πριν και κατά τη διαπραγμάτευση μιας διεθνούς συμφωνίας που αναφέρεται στο στοιχείο β) και ιδίως πριν από την έγκριση της διαπραγματευτικής εντολής, καθώς και πριν από την οριστικοποίηση της συμφωνίας.

Η Ευρωπόλ δημοσιεύει στο κοινό τακτικό και ενημερωμένο κατάλογο των διεθνών συμφωνιών και των συμφωνιών συνεργασίας που συνάπτει με τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς, αναρτώντας τον εν λόγω κατάλογο στον ιστότοπό της. [Τροπολογία 137]

Η Ευρωπόλ δύναται να συνάψει συμφωνίες συνεργασίας για την εφαρμογή των εν λόγω συμφωνιών ή αποφάσεων περί επάρκειας.

2.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, ο εκτελεστικός διευθυντής, τηρώντας τις υποχρεώσεις εχεμύθειας, εμπιστευτικότητας και αναλογικότητας, δύναται να επιτρέπει τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς σε περιπτωσιολογική βάση, εάν:

α)  η διαβίβαση των δεδομένων είναι απολύτως αναγκαία για τη διασφάλιση των ουσιωδών συμφερόντων ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών στο πλαίσιο των στόχων της Ευρωπόλ για την προστασία των ζωτικών συμφερόντων του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα ή άλλου προσώπου· ή

β)  η διαβίβαση των δεδομένων είναι απολύτως αναγκαία για την αποτροπή επικείμενου κινδύνου σε σχέση με τη διάπραξη αξιόποινων πράξεων ή πράξεων τρομοκρατίας·για την προστασία έννομων συμφερόντων του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα, εφόσον το δίκαιο του κράτους μέλους ή της τρίτης χώρας που διαβιβάζει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα προβλέπει κάτι τέτοιο· ή

γ)  η διαβίβαση των δεδομένων είναι αναγκαία ή απαιτείται εκ του νόμου για σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος ή για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση ενός δικαιώματος ενώπιον του δικαστηρίουγια την πρόληψη άμεσης και σοβαρής απειλής στη δημόσια ασφάλεια κράτους μέλους ή τρίτης χώρας· ή

δ)  η διαβίβαση είναι αναγκαία για την προάσπιση ζωτικών συμφερόντων του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα ή άλλου προσώπου. σε μεμονωμένες περιπτώσεις για τους σκοπούς της πρόληψης, της διερεύνησης, της ανίχνευσης ή της δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων· ή

δα)  η διαβίβαση είναι αναγκαία σε μεμονωμένες περιπτώσεις για την απόδειξη, την άσκηση ή την υπεράσπιση νομικών απαιτήσεων οι οποίες σχετίζονται με την πρόληψη, τη διερεύνηση, την ανίχνευση ή τη δίωξη συγκεκριμένου ποινικού αδικήματος ή την εκτέλεση συγκεκριμένης ποινικής κύρωσης.

Ο εκτελεστικός διευθυντής εξετάζει σε κάθε περίπτωση το επίπεδο προστασίας δεδομένων που ισχύει για την εν λόγω τρίτη χώρα ή τον διεθνή οργανισμό, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των δεδομένων, τον σκοπό για τον οποίο προορίζονται τα δεδομένα, τη διάρκεια της επιδιωκόμενης επεξεργασίας, τις γενικές ή ειδικές διατάξεις προστασίας δεδομένων που ισχύουν για την εν λόγω χώρα και κατά πόσον έχουν γίνει αποδεκτές οι ειδικές συνθήκες που απαιτούνται από την Ευρωπόλ σχετικά με τα δεδομένα.

Δύναται να μην ισχύουν παρεκκλίσεις για συστηματικές, μαζικές ή διαρθρωτικές διαβιβάσεις.

Επιπλέον, το διοικητικό συμβούλιο ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων μπορεί, σε συνεννόηση με τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, να επιτρέψει την πραγματοποίηση διαβίβασης ή διαβιβάσεων σύμφωνα με τα ανωτέρω στοιχεία α) έως δ), εφόσον υπάρχουν παρέχοντας επαρκείς εγγυήσεις για την προστασία της ιδιωτικής ζωής, των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών των προσώπων, για ανανεώσιμο χρονικό διάστημα διάρκειας το πολύ ενός έτους. [Τροπολογία 138]

3.  Ο εκτελεστικός διευθυντής ενημερώνει πάραυτα το διοικητικό συμβούλιο και τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων σχετικά με περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζει την παράγραφο 2. [Τροπολογία 139]

3α.  Η Ευρωπόλ διατηρεί λεπτομερή αρχεία όλων των διαβιβάσεων δυνάμει του παρόντος άρθρου. [Τροπολογία 140]

Άρθρο 32

Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα από ιδιωτικούς φορείς

1.  Στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την εκτέλεση των καθηκόντων της, η Ευρωπόλ δύναται να επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που προέρχονται από ιδιωτικούς φορείς, υπό την προϋπόθεση ότι δεν λαμβάνει αυτά τα δεδομένα απευθείας από τους ιδιωτικούς φορείς αλλά μόνο από: [Τροπολογία 141]

α)  εθνική μονάδα κράτους μέλους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία·

β)  σημείο επαφής τρίτης χώρας με την οποία η Ευρωπόλ έχει συνάψει συμφωνία συνεργασίας δυνάμει του άρθρου 23 της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, ή

γ)  αρχή τρίτης χώρας ή διεθνή οργανισμό με την οποία ή τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συνάψει διεθνή συμφωνία σύμφωνα με το άρθρο 218 ΣΛΕΕ.

2.  Εάν τα ληφθέντα δεδομένα θίγουν συμφέροντα κράτους μέλους, η Ευρωπόλ ενημερώνει πάραυτα την εθνική μονάδα του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.

3.  Η Ευρωπόλ δεν έρχεται σε απευθείας επαφή με ιδιωτικούς φορείς για την ανάκτηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. [Τροπολογία 142]

4.  Η Επιτροπή αξιολογεί εντός τριών ετών μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού την αναγκαιότητα και τον πιθανό αντίκτυπο των άμεσων ανταλλαγών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με ιδιωτικούς φορείς. Στην αξιολόγηση αυτή παρατίθενται, μεταξύ άλλων, οι λόγοι για τους οποίους οι ανταλλαγές δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με ιδιωτικούς φορείς είναι αναγκαίες για την Ευρωπόλ.

Άρθρο 33

Πληροφορίες από ιδιώτες

1.  Η Ευρωπόλ δύναται να επεξεργάζεται πληροφορίες, περιλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, οι οποίες προέρχονται από ιδιώτες, υπό την προϋπόθεση ότι λαμβάνει αυτές τις πληροφορίες από:

α)  εθνική μονάδα κράτους μέλους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία·

β)  σημείο επαφής τρίτης χώρας με την οποία η Ευρωπόλ έχει συνάψει συμφωνία συνεργασίας δυνάμει του άρθρου 23 της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, ή

γ)  αρχή τρίτης χώρας ή διεθνή οργανισμό με την οποία ή τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συνάψει διεθνή συμφωνία σύμφωνα με το άρθρο 218 ΣΛΕΕ.

2.  Εάν η Ευρωπόλ λάβει πληροφορίες, περιλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, από ιδιώτη που διαμένει σε τρίτη χώρα με την οποία δεν έχει συναφθεί διεθνής συμφωνία βάσει το άρθρου 23 της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ ούτε βάσει του άρθρου 218 ΣΛΕΕ, η Ευρωπόλ δύναται να διαβιβάσει τις πληροφορίες αυτές μόνο στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ή τρίτο κράτος με το οποίο η Ευρωπόλ έχει συνάψει τέτοιου είδους διεθνείς συμφωνίες.

3.  Η Ευρωπόλ δεν έρχεται σε απευθείας επαφή με ιδιώτες με σκοπό την ανάκτηση πληροφοριών. [Τροπολογία 143]

Κεφάλαιο VII

ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ

Άρθρο 34

Γενικές αρχές για την προστασία των δεδομένων

1.  Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα:

α)  υποβάλλονται σε θεμιτή και σύννομη και θεμιτή επεξεργασία με διαφανή και επαληθεύσιμο τρόπο σε σχέση με το πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα·

β)  συλλέγονται για καθορισμένους, ρητούς και νόμιμους σκοπούς και δεν υποβάλλονται σε περαιτέρω επεξεργασία κατά τρόπο μη συμβατό προς τους σκοπούς αυτούς. Περαιτέρω επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για ιστορικούς, στατιστικούς ή επιστημονικούς σκοπούς δεν θεωρείται ασυμβίβαστη, υπό την προϋπόθεση ότι η Ευρωπόλ παρέχει κατάλληλες εγγυήσεις, ιδίως για να διασφαλίζεται ότι τα δεδομένα δεν υποβάλλονται σε επεξεργασία για άλλους σκοπούς·

γ)  είναι κατάλληλα, συναφή και όχι υπερβολικά περιορίζονται στα ελάχιστα αναγκαία σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία· υποβάλλονται σε επεξεργασία μόνον εάν και εφόσον οι σκοποί δεν μπορούν να επιτευχθούν μέσω επεξεργασίας πληροφοριών οι οποίες δεν περιλαμβάνουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα·

δ)  είναι ακριβή και, όταν απαιτείται, επικαιροποιούνται. Πρέπει να λαμβάνεται κάθε εύλογο μέτρο ώστε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία είναι ανακριβή, σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία, να διαγράφονται ή να διορθώνονται χωρίς καθυστέρηση·

ε)  διατηρούνται σε μορφή που επιτρέπει ταυτοποίηση του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα για χρονικό διάστημα το οποίο δεν υπερβαίνει όχι μεγαλύτερο από το απαιτούμενο για τους σκοπούς για τους οποίους τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υποβάλλονται σε επεξεργασία·

εα)  υποβάλλονται σε επεξεργασία κατά τρόπον ώστε να δίνεται ουσιαστικά στο πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα η δυνατότητα να ασκεί τα δικαιώματά του·

εβ)  να υποβάλλονται σε επεξεργασία κατά τρόπον ώστε να προστατεύονται από μη εξουσιοδοτημένη ή παράνομη επεξεργασία και τυχαία απώλεια, καταστροφή ή φθορά, χρησιμοποιώντας κατάλληλα τεχνικά ή οργανωτικά μέτρα·

εγ)  γίνονται αντικείμενο επεξεργασίας μόνο από δεόντως εξουσιοδοτημένο προσωπικό που τα χρειάζεται για την εκπλήρωση των καθηκόντων του.

1α.  Η Ευρωπόλ καθιστά διαθέσιμο στο κοινό ένα έγγραφο όπου διατυπώνονται υπό κατανοητή μορφή οι διατάξεις σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και τα μέσα που διατίθενται για την άσκηση των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων. [Τροπολογία 144]

Άρθρο 35

Διαφορετικοί βαθμοί ακρίβειας και αξιοπιστίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

1.  Η πηγή πληροφοριών που προέρχονται από κράτος μέλος αξιολογείται κατά το δυνατόν από το κράτος μέλος που παρέχει τις πληροφορίες, βάσει των ακόλουθων κωδικών αξιολόγησης πηγής: [Τροπολογία 145]

(A): δεν υπάρχει αμφιβολία για την αυθεντικότητα, την αξιοπιστία και την εγκυρότητα της πηγής, ή οι πληροφορίες παρέχονται από πηγή που η οποία έχει αποδειχθεί σε κάθε περίπτωση αξιόπιστη·

(B): οι πληροφορίες προέρχονται από πηγή που έχει αποδειχθεί αξιόπιστη στην πλειονότητα των περιπτώσεων·

(Γ): οι πληροφορίες προέρχονται από πηγή η οποία έχει αποδειχθεί αναξιόπιστη στην πλειονότητα των περιπτώσεων·

(X): η αξιοπιστία της πηγής δεν μπορεί να εξακριβωθεί.

2.  Οι πληροφορίες που προέρχονται από κράτος μέλος αξιολογούνται ως προς την αξιοπιστία τους κατά το δυνατόν από το κράτος μέλος που τις παρέχει, μέσων των ακόλουθων κωδικών αξιολόγησης πληροφοριών: [Τροπολογία 146]

(1): πληροφορίες αναμφίβολης ακρίβειας·

(2): πληροφορίες τις οποίες γνωρίζει προσωπικά η πηγή, αλλά όχι και ο αξιωματούχος που τις διαβιβάζει·

(3): πληροφορίες που δεν γνωρίζει προσωπικά η πηγή, αλλά οι οποίες επιβεβαιώνονται από άλλες πληροφορίες που έχουν ήδη καταγραφεί·

(4): πληροφορίες που δεν γνωρίζει προσωπικά η πηγή και οι οποίες δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν.

3.  Εάν η Ευρωπόλ, βάσει των πληροφοριών που ήδη διαθέτει, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αξιολόγηση χρήζει διόρθωσης, ενημερώνει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και επιζητά να καταλήξουν από κοινού σε τροποποίηση της αξιολόγησης. Η Ευρωπόλ δεν τροποποιεί την αξιολόγηση χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του κράτους μέλους.

4.  Εάν η Ευρωπόλ λάβει από κράτος μέλος πληροφορίες χωρίς αξιολόγηση, προσπαθεί κατά το δυνατόν να αξιολογήσει αξιολογεί την αξιοπιστία της πηγής ή των πληροφοριών βάσει των πληροφοριών που ήδη έχει στη διάθεσή της. Για την αξιολόγηση συγκεκριμένων δεδομένων και πληροφοριών απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του κράτους μέλους που παρέχει τα δεδομένα και τις πληροφορίες. Τα κράτη μέλη και η Ευρωπόλ μπορούν επίσης να καταλήξουν σε γενική συμφωνία επί της αξιολόγησης συγκεκριμένων κατηγοριών δεδομένων και συγκεκριμένων πηγών. Εάν σε μια συγκεκριμένη υπόθεση δεν επιτευχθεί συμφωνία ή εάν δεν υφίσταται γενικής φύσεως συμφωνία, η Ευρωπόλ αξιολογεί τις πληροφορίες ή τα δεδομένα και τους αποδίδει τους κωδικούς αξιολόγησης (Χ) και (4), σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 1 και 2. [Τροπολογία 147]

5.  Στις περιπτώσεις όπου η Ευρωπόλ λαμβάνει δεδομένα ή πληροφορίες από τρίτη χώρα ή διεθνή οργανισμό, ή φορέα της Ένωσης, το παρόν άρθρο εφαρμόζεται ανάλογα.

6.  Οι πληροφορίες από πηγές διαθέσιμες στο κοινό αξιολογούνται από την Ευρωπόλ βάσει των κωδικών αξιολόγησης που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (Χ) και (4). [Τροπολογία 148]

Άρθρο 36

Επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και διαφόρων κατηγοριών υποκειμένων των δεδομένων

1.  Απαγορεύεται η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θυμάτων αξιόποινων πράξεων, μαρτύρων ή άλλων προσώπων που μπορούν να δώσουν πληροφορίες για αξιόποινες πράξεις, ή προσώπων ηλικίας κάτω των 18 ετών, εκτός εάν είναι απολύτως αναγκαία και δεόντως αιτιολογημένη για την αποτροπή ή την καταπολέμηση αξιόποινων πράξεων που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Ευρωπόλ. [Τροπολογία 149]

2.  Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με αυτοματοποιημένα ή άλλα μέσα, τα οποία αποκαλύπτουν τη φυλετική, ή εθνοτική καταγωγή ή την κοινωνική προέλευση, , τη θρησκεία ή τα πολιτικά φρονήματα και τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, καθώς και η επεξεργασία δεδομένων που αφορούν την υγεία και τη σεξουαλική ζωή απαγορεύεται, εκτός εάν είναι απολύτως αναγκαία και δεόντως αιτιολογημένη για την αποτροπή ή την καταπολέμηση αξιόποινων πράξεων που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Ευρωπόλ και εάν τα δεδομένα αυτά συμπληρώνουν άλλα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο επεξεργασίας από την Ευρωπόλ. [Τροπολογία 150]

3.  Μόνο η Ευρωπόλ έχει πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2. Ο εκτελεστικός διευθυντής εξουσιοδοτεί δεόντως περιορισμένο αριθμό υπαλλήλων οι οποίοι θα έχουν την εν λόγω πρόσβαση εάν κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο για την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

4.  Οι αποφάσεις που παράγουν νομικά αποτελέσματα σχετικά με τα υποκείμενα των δεδομένων δεν μπορούν να λαμβάνονται βάσει αποκλειστικά και μόνο αυτοματοποιημένης επεξεργασίας των δεδομένων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, εκτός εάν η λήψη μιας τέτοιας απόφασης εγκρίνεται ρητώς δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας ή της νομοθεσίας της Ένωσης ή, εφόσον επιβάλλεται από τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων. [Τροπολογία 151]

5.  Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 δεν διαβιβάζονται σε κράτη μέλη, φορείς της Ένωσης, τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς, εκτός εάν είναι απολύτως αναγκαίο και δεόντως αιτιολογημένο σε μεμονωμένες περιπτώσεις αξιόποινων πράξεων που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Ευρωπόλ. Η εν λόγω διαβίβαση πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου VI του παρόντος κανονισμού. [Τροπολογία 152]

6.  Η Ευρωπόλ παρέχει ανά εξάμηνο στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων ανασκόπηση όλων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 και έχουν υποστεί επεξεργασία από αυτήν.

Άρθρο 37

Προθεσμίες αποθήκευσης και διαγραφής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

1.  Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία επεξεργάζεται η Ευρωπόλ αποθηκεύονται από την Ευρωπόλ μόνο για όσο διάστημα είναι αυστηρώς αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων της για τον σκοπό για τον οποίο τα δεδομένα γίνονται αντικείμενο επεξεργασίας. [Τροπολογία 153]

2.  Η Ευρωπόλ επανεξετάζει σε κάθε περίπτωση την ανάγκη συνέχισης της αποθήκευσης το αργότερο τρία χρόνια μετά την έναρξη της αρχικής επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Εάν η συνέχιση της αποθήκευσης εξακολουθεί να είναι αναγκαία για την εκπλήρωση των καθηκόντων της Ευρωπόλ, η Ευρωπόλ δύναται να αποφασίσει σχετικά με τη συνέχιση της αποθήκευσης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μέχρι την επόμενη επανεξέταση, η οποία πραγματοποιείται έπειτα από ακόμη μία τριετία. Οι λόγοι για τη συνέχιση της αποθήκευσης πρέπει να αιτιολογούνται και να καταγράφονται. Εάν δεν ληφθεί απόφαση για τη συνέχιση της αποθήκευσης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αυτά διαγράφονται αυτομάτως μετά από τρία έτη.

3.  Εάν δεδομένα σχετικά με τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 36 παράγραφοι 1 και 2 αποθηκεύονται για περίοδο μεγαλύτερη των πέντε ετών, ενημερώνεται σχετικά ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων.

4.  Στην περίπτωση που κατά τον χρόνο της διαβίβασης κράτος μέλος, φορέας της Ένωσης, τρίτη χώρα ή διεθνής οργανισμός υποδεικνύει περιορισμό που αφορά προγενέστερη ανάγκη διαγραφής ή καταστροφής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2, η Ευρωπόλ διαγράφει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με αυτόν τον περιορισμό. Εάν η συνέχιση της αποθήκευσης των δεδομένων κρίνεται, βάσει πληροφοριών οι οποίες είναι λεπτομερέστερες από εκείνες που έχει στη διάθεσή του ο πάροχος των δεδομένων, απαραίτητη για την εκτέλεση των καθηκόντων της Ευρωπόλ, η Ευρωπόλ ζητά άδεια από τον πάροχο των δεδομένων να συνεχίσει να αποθηκεύει τα δεδομένα, αιτιολογώντας το αίτημά της.

5.  Στην περίπτωση που κράτος μέλος, φορέας της Ένωσης, τρίτη χώρα ή διεθνής οργανισμός διαγράψει από τα εθνικά αρχεία δεδομένα τα οποία έχουν διαβιβάσει στην Ευρωπόλ, οφείλει να ενημερώσει σχετικά την Ευρωπόλ. Η Ευρωπόλ διαγράφει τα δεδομένα αυτά, εκτός εάν η συνέχιση της αποθήκευσής τους κριθεί απαραίτητη για την άσκηση των καθηκόντων της Ευρωπόλ, βάσει πληροφοριών οι οποίες είναι λεπτομερέστερες από εκείνες που έχει στη διάθεσή του ο πάροχος των δεδομένων. Η Ευρωπόλ ενημερώνει τον πάροχο των δεδομένων σχετικά με τη συνέχιση της αποθήκευσής τους την οποία οφείλει να αιτιολογήσει.

6.  Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν διαγράφονται εάν:

α)  η διαγραφή θίγει τα συμφέροντα του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα, το οποίο χρήζει προστασίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα δεδομένα επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν μόνο με τη ρητή και γραπτή συγκατάθεση του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα· [Τροπολογία 154]

β)  η ακρίβειά τους αμφισβητείται από το υποκείμενο των δεδομένων, για όσο χρονικό διάστημα απαιτείται ώστε τα κράτη μέλη ή η Ευρωπόλ, ανάλογα με την περίπτωση, να εξακριβώσουν την ακρίβειά τους·

γ)  επιβάλλεται να διατηρηθούν για σκοπούς απόδειξης ή για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση ενός δικαιώματος ενώπιον του δικαστηρίου [Τροπολογία 155]

δ)  το υποκείμενο των δεδομένων αντιτάσσεται στη διαγραφή τους και ζητά αντ’ αυτής την επιβολή περιορισμών στη χρήση τους.

Άρθρο 38

Ασφάλεια της επεξεργασίας

1.  Η Ευρωπόλ εφαρμόζει τα κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τυχαία ή παράνομη καταστροφή, τυχαία απώλεια ή απαγορευμένη διάδοση, αλλοίωση και πρόσβαση ή από κάθε άλλη μορφή παράνομης επεξεργασίας.

2.  Όσον αφορά την αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων, η Ευρωπόλ εφαρμόζει μέτρα με σκοπό:

α)  να απαγορεύεται σε μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα η πρόσβαση σε εξοπλισμό επεξεργασίας δεδομένων που χρησιμοποιείται για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (έλεγχος της πρόσβασης σε εξοπλισμό)·

β)  να εμποδίζεται η άνευ εξουσιοδότησης ανάγνωση, αντιγραφή, τροποποίηση ή απομάκρυνση υποθεμάτων δεδομένων (έλεγχος των υποθεμάτων δεδομένων)·

γ)  να εμποδίζεται η άνευ εξουσιοδότησης καταχώριση δεδομένων, καθώς και η άνευ εξουσιοδότησης εξέταση, τροποποίηση ή διαγραφή αποθηκευμένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (έλεγχος της αποθήκευσης)·

δ)  να εμποδίζεται η χρήση συστημάτων αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων από μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα με τη χρήση εξοπλισμού διαβίβασης δεδομένων (έλεγχος των χρηστών)·

ε)  να διασφαλίζεται ότι πρόσωπα που διαθέτουν εξουσιοδότηση για τη χρήση συστήματος αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων διαθέτουν πρόσβαση μόνο στα δεδομένα που καλύπτονται από το δικαίωμα πρόσβασης που τους αναγνωρίζεται (έλεγχος της πρόσβασης σε δεδομένα)·

στ)  να διασφαλίζεται ότι είναι δυνατό να εξακριβώνεται και να αποδεικνύεται σε ποιους φορείς επιτρέπεται να διαβιβάζονται ή έχουν διαβιβαστεί δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα με τη χρήση εξοπλισμού διαβίβασης δεδομένων (έλεγχος της διαβίβασης)·

ζ)  να διασφαλίζεται ότι είναι δυνατό να εξακριβώνεται και να αποδεικνύεται ποια δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα έχουν εισαχθεί στα συστήματα αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων, πότε και από ποιον (έλεγχος της εισαγωγής)·

ζα)  να διασφαλίζεται ότι είναι δυνατό να εξακριβώνεται και να αποδεικνύεται ποιο μέλος του προσωπικού και τι ώρα έχει αποκτήσει πρόσβαση σε ποια δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα (καταχώριση πρόσβασης)· [Τροπολογία 156]

η)  να εμποδίζεται η άνευ εξουσιοδότησης ανάγνωση, αντιγραφή, τροποποίηση ή διαγραφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή κατά τη μεταφορά υποθεμάτων δεδομένων (έλεγχος της μεταφοράς)·

θ)  να διασφαλίζεται η δυνατότητα άμεσης αποκατάστασης της λειτουργίας εγκατεστημένων συστημάτων σε περίπτωση διακοπής (αποκατάσταση)·

ι)  να διασφαλίζεται ότι το σύστημα λειτουργεί αλάνθαστα, ότι γνωστοποιείται αμέσως κάθε ελαττωματική λειτουργία που παρουσιάζεται (αξιοπιστία) και ότι τα αποθηκευμένα δεδομένα δεν είναι δυνατό να υποστούν αλλοίωση εξαιτίας κακής λειτουργίας του συστήματος (ακεραιότητα).

3.  Η Ευρωπόλ και τα κράτη μέλη καθορίζουν μηχανισμούς οι οποίοι διασφαλίζουν ότι οι ανάγκες ασφάλειας λαμβάνονται υπόψη στην οριοθέτηση των συστημάτων πληροφοριών.

Άρθρο 38α

Προστασία των δεδομένων ήδη από τον σχεδιασμό και εξ ορισμού

1.  Η Ευρωπόλ εφαρμόζει κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα και διαδικασίες έτσι ώστε η επεξεργασία να πληροί τις απαιτήσεις των διατάξεων που εγκρίνονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και να εξασφαλίζει την προστασία των δικαιωμάτων του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα.

2.  Η Ευρωπόλ εφαρμόζει μηχανισμούς ώστε να διασφαλίζεται ότι, εξ ορισμού, υποβάλλονται σε επεξεργασία μόνον εκείνα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία είναι αναγκαία για τους σκοπούς της επεξεργασίας. [Τροπολογία 157]

Άρθρο 38β

Κοινοποίηση παραβίασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων

1.  Σε περίπτωση παραβίασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η Ευρωπόλ κοινοποιεί στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων την παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αμελλητί και, ει δυνατόν, το αργότερο εντός 24 ωρών από τη στιγμή που την πληροφορείται. Η Ευρωπόλ παρέχει, κατόπιν αιτήσεως, αιτιολόγηση σε περιπτώσεις όπου η κοινοποίηση δεν πραγματοποιήθηκε εντός 24 ωρών.

2.  Η κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρέπει κατ’ ελάχιστον:

α)  να περιγράφει τη φύση της παραβίασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένων των κατηγοριών και του αριθμού των ενδιαφερόμενων προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα, των κατηγοριών και του πλήθους των σχετικών αρχείων δεδομένων·

β)  να συνιστά μέτρα για τον μετριασμό των ενδεχόμενων δυσμενών συνεπειών της παραβίασης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·

γ)  να περιγράφει τις ενδεχόμενες συνέπειες της παραβίασης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·

δ)  να περιγράφει τα μέτρα που προτείνονται ή που λήφθηκαν από τον υπεύθυνο επεξεργασίας για την αντιμετώπιση της παραβίασης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

3.  Η Ευρωπόλ τεκμηριώνει τυχόν παραβιάσεις δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβάνοντας τα πραγματικά περιστατικά που αφορούν την παραβίαση, τις επιπτώσεις τους και τα διορθωτικά μέτρα που ελήφθησαν, επιτρέποντας στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων να εξακριβώσει τη συμμόρφωση προς το παρόν άρθρο. [Τροπολογία 158]

Άρθρο 38γ

Γνωστοποίηση παραβίασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα

1.  Σε περίπτωση που μια παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αναφέρεται στο άρθρο 38β ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή την προστασία της ιδιωτικής ζωής του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα, η Ευρωπόλ γνωστοποιεί αμέσως την παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα.

2.  Η γνωστοποίηση στο πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα, όπως διατυπώνεται στην παράγραφο 1 περιγράφει τη φύση της παραβίασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμο και τα στοιχεία επικοινωνίας του υπεύθυνου προστασίας δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 44.

3.  Η γνωστοποίηση παραβίασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα δεν απαιτείται εάν η Ευρωπόλ αποδεικνύει προς ικανοποίηση του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων ότι εφάρμοσε κατάλληλα τεχνολογικά μέτρα προστασίας και ότι τα εν λόγω μέτρα εφαρμόσθηκαν στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία αφορά η συγκεκριμένη παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Τα εν λόγω τεχνολογικά μέτρα προστασίας καθιστούν τα δεδομένα ακατανόητα σε οποιοδήποτε πρόσωπο δεν διαθέτει εξουσία πρόσβασης σε αυτά.

4.  Η γνωστοποίηση στο πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα μπορεί να καθυστερήσει, να περιοριστεί ή να παραλειφθεί όποτε συνιστά απαραίτητο και αναλογικό μέτρο, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη, για τα έννομα συμφέροντα του ενδιαφερόμενου προσώπου:

α)  την αποφυγή της παρακώλυσης επίσημων ή νομικών ερευνών, διερευνήσεων ή διαδικασιών·

β)  την αποφυγή της παρεμπόδισης της πρόληψης, του εντοπισμού, της διερεύνησης και της δίωξης αξιόποινων πράξεων ή την εκτέλεση ποινικών κυρώσεων·

γ)  την προστασία της δημόσιας και εθνικής ασφάλειας·

δ)  την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων. [Τροπολογία 159]

Άρθρο 39

Δικαίωμα πρόσβασης του υποκειμένου των δεδομένων

1.  Κάθε πρόσωπο δικαιούται να λαμβάνει, σε τακτά χρονικά διαστήματα, πληροφορίες σχετικά με το αν η Ευρωπόλ επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Σε περίπτωση επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η Ευρωπόλ παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες: [Τροπολογία 160]

α)  επιβεβαίωση σχετικά με το εάν τα δεδομένα που το αφορούν υποβάλλονται ή όχι σε επεξεργασία·

β)  πληροφορίες τουλάχιστον σχετικά με τους σκοπούς της επεξεργασίας, τις κατηγορίες των υπό επεξεργασία δεδομένων, το χρονικό διάστημα αποθήκευσης των δεδομένων και τους αποδέκτες στους οποίους κοινοποιούνται τα δεδομένα· [Τροπολογία 161]

γ)  ανακοίνωση υπό κατανοητή μορφή των δεδομένων που υποβάλλονται σε επεξεργασία και τυχόν διαθέσιμων πληροφοριών σχετικά με τις πηγές τους·

γα)  αναφορά της νομικής βάσης στην οποία στηρίζεται η επεξεργασία των δεδομένων· [Τροπολογία 162]

γβ)  ύπαρξη του δικαιώματος υποβολής αιτήματος προς την Ευρωπόλ για αναγνώριση, διαγραφή ή περιορισμό της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σχετικά με το πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα· [Τροπολογία 163]

γγ)  αντίγραφο των δεδομένων που υποβάλλονται σε επεξεργασία. [Τροπολογία 164]

2.  Εάν τα υποκείμενα των δεδομένων επιθυμούν να ασκήσουν το δικαίωμα πρόσβασης σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να υποβάλλουν χωρίς υπερβολικά έξοδα δωρεάν σχετική αίτηση προς την αρχή που έχει ορισθεί για τον σκοπό αυτό στο κράτος μέλος της επιλογής τους. Η εν λόγω αρχή διαβιβάζει την αίτηση στην Ευρωπόλ πάραυτα και σε κάθε περίπτωση εντός μηνός από την παραλαβή της. Η Ευρωπόλ επιβεβαιώνει την παραλαβή της αίτησης. [Τροπολογίες 165 και 234]

3.  Η Ευρωπόλ απαντά χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην αίτηση και, σε κάθε περίπτωση, εντός τριών μηνών από την παραλαβή της αίτησης από την εθνική αρχή. [Τροπολογία 166]

4.  Η Ευρωπόλ ζητά τη γνώμη των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών σχετικά με την απόφαση που καλείται να λάβει. Η απόφαση για τη χορήγηση πρόσβασης σε δεδομένα τελεί υπό την αίρεση της στενής συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπόλ και των κρατών μελών που επηρεάζονται άμεσα από την πρόσβαση του προσώπου στα δεδομένα που το αφορούν. Σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος έχει αντίρρηση για την απάντηση που προτίθεται να δώσει η Ευρωπόλ, γνωστοποιεί τους λόγους της διαφωνίας του στην Ευρωπόλ.

5.  Η πρόσβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα Η παροχή πληροφοριών κατόπιν αιτήματος σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεν γίνεται δεκτή ή περιορίζεται, εάν στο βαθμό που η εν λόγω μερική ή πλήρης άρνηση αποτελεί αναγκαίο μέτρο προκειμένου: [Τροπολογία 167]

α)  να μπορέσει η Ευρωπόλ να εκπληρώσει δεόντως τα καθήκοντά της·

β)  να προστατευθεί η ασφάλεια και η δημόσια τάξη στα κράτη μέλη ή να αποτραπεί η τέλεση αξιόποινων πράξεων·

γ)  να διασφαλιστεί ότι δεν θα τεθεί σε κίνδυνο τυχόν εθνική έρευνα·

δ)  να προστατευθούν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες τρίτων.

Κάθε απόφαση σχετικά με τον περιορισμό ή την άρνηση των πληροφοριών που ζητούνται λαμβάνει υπόψη τα θεμελιώδη δικαιώματα και τα συμφέροντα του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα. [Τροπολογία 168]

6.  Η Ευρωπόλ ενημερώνει γραπτώς το υποκείμενο των δεδομένων για οποιαδήποτε άρνηση ή περιορισμό της πρόσβασης, για τους λόγους της απόφασης αυτής, καθώς και για το δικαίωμά του να υποβάλει καταγγελία στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων. Οι πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς και νομικούς λόγους στους οποίους βασίζεται η απόφαση ενδέχεται να παραλείπονται, εάν η παροχή τους εικάζεται ότι στερεί από τον περιορισμό που επιβάλλεται βάσει της παραγράφου 5 την ισχύ του.

Άρθρο 40

Δικαίωμα διόρθωσης, διαγραφής και κλειδώματος

1.  Τα υποκείμενα των δεδομένων έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από την Ευρωπόλ τη διόρθωση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν εάν αυτά είναι εσφαλμένα και, εφόσον υπάρχει δυνατότητα και ανάγκη, τη συμπλήρωση ή την επικαιροποίησή τους. [Τροπολογία 169]

2.  Τα υποκείμενα των δεδομένων έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από την Ευρωπόλ τη διαγραφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν, εάν αυτά δεν είναι πλέον απαραίτητα για τους σκοπούς για τους οποίους έγινε η σύννομη συλλογή ή η σύννομη περαιτέρω επεξεργασία τους.

3.  Εάν συντρέχουν βάσιμοι λόγοι ώστε να θεωρείται ότι η διαγραφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θα μπορούσε να βλάψει τα έννομα συμφέροντα του προσώπου στο οποίο αναφέρονται, τα δεδομένα δεν διαγράφονται αλλά κλειδώνονται. Τα κλειδωμένα δεδομένα υπόκεινται σε επεξεργασία μόνο για τον σκοπό για τον οποίο παρεμποδίσθηκε η διαγραφή τους.

4.  Η Ευρωπόλ διορθώνει, διαγράφει ή κλειδώνει δεδομένα όπως αυτά που περιγράφονται στις παραγράφους 1, 2 και 3, τα οποία έχουν περιέλθει στην κατοχή της κατόπιν διαβίβασης από τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς ή είναι τα αποτελέσματα των αναλύσεών της και ενημερώνει, κατά περίπτωση, τους αποστολείς των δεδομένων. [Τροπολογία 170]

5.  Τα κράτη μέλη διορθώνουν, διαγράφουν ή κλειδώνουν σε συνεργασία με την Ευρωπόλ δεδομένα όπως αυτά που περιγράφονται στις παραγράφους 1 και 2, τα οποία έχουν περιέλθει στην κατοχή της Ευρωπόλ κατόπιν απευθείας διαβίβασης από κράτη μέλη.

6.  Σε περίπτωση που ανακριβή δεδομένα έχουν διαβιβασθεί με άλλον κατάλληλο τρόπο ή σε περίπτωση που τα λάθη σε δεδομένα τα οποία έχουν παρασχεθεί από κράτη μέλη οφείλονται σε εσφαλμένη διαβίβαση ή έχουν διαβιβασθεί κατά παράβαση του παρόντος κανονισμού ή εάν τα λάθη είναι αποτέλεσμα της καταχώρισης, της απόκτησης ή της αποθήκευσης των δεδομένων με εσφαλμένο τρόπο ή κατά παράβαση του παρόντος κανονισμού από την Ευρωπόλ, η Ευρωπόλ διορθώνει ή διαγράφει τα δεδομένα σε συνεργασία με τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη.

7.  Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 4, 5 και 6, όλοι οι αποδέκτες των δεδομένων αυτών ενημερώνονται πάραυτα. Σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες, οι αποδέκτες στη συνέχεια διορθώνουν, διαγράφουν ή κλειδώνουν τα δεδομένα αυτά στα συστήματά τους.

8.  Η Ευρωπόλ ενημερώνει γραπτώς τα υποκείμενα των δεδομένων χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, και σε κάθε περίπτωση εντός τριών μηνών, ότι δεδομένα που τα αφορούν έχουν διορθωθεί, διαγραφεί ή κλειδωθεί.

9.  Η Ευρωπόλ ενημερώνει γραπτώς τα υποκείμενα των δεδομένων για τυχόν απόρριψη διόρθωσης, διαγραφής ή κλειδώματος, καθώς και για τη δυνατότητα υποβολής καταγγελίας στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων και άσκησης δικαστικής προσφυγής.

Άρθρο 41

Ευθύνη για θέματα προστασίας των δεδομένων

1.  Η Ευρωπόλ αποθηκεύει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κατά τρόπον ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί η πηγή τους σύμφωνα με το άρθρο 23.

1α.  Η Ευρωπόλ αποθηκεύει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κατά τέτοιον τρόπο ώστε να είναι δυνατή η διόρθωση και η διαγραφή τους. [Τροπολογία 171]

2.  Η ευθύνη για την ποιότητα των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με το άρθρο 34 στοιχείο δ) βαρύνει το κράτος μέλος το οποίο παρέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στην Ευρωπόλ, η δε ευθύνη για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που παρέχονται από φορείς της ΕΕ, τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς, καθώς και για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που ανακτώνται από την Ευρωπόλ από πηγές διαθέσιμες στο κοινό βαρύνει την Ευρωπόλ. Οι φορείς της Ένωσης ευθύνονται για την ποιότητα των δεδομένων μέχρι και τη στιγμή της διαβίβασης. [Τροπολογία 172]

3.  Υπεύθυνη για τη συμμόρφωση προς τις αρχές που καθορίζονται στο άρθρο 34 στοιχεία α), β), γ) και ε) είναι η Ευρωπόλ.

4.  Η ευθύνη για τη νομιμότητα της διαβίβασης τις ισχύουσες αρχές προστασίας δεδομένων: [Τροπολογία 173]

α)  δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα κράτη μέλη στην Ευρωπόλ βαρύνει τα κράτη μέλη· και

β)  δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Ευρωπόλ στα κράτη μέλη και σε τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς βαρύνει την Ευρωπόλ.

5.  Σε περίπτωση διαβίβασης μεταξύ της Ευρωπόλ και φορέα της Ένωσης, η ευθύνη για τη νομιμότητα της διαβίβασης βαρύνει την Ευρωπόλ. Με την επιφύλαξη της προηγούμενης πρότασης, σε περίπτωση διαβίβασης δεδομένων από την Ευρωπόλ κατόπιν αιτήματος του αποδέκτη, υπεύθυνοι για τη νομιμότητα της διαβίβασης είναι αμφότεροι η Ευρωπόλ και ο αποδέκτης. Επιπλέον, η Ευρωπόλ είναι υπεύθυνη για όλες τις πράξεις επεξεργασίας δεδομένων που εκτελεί η ίδια.

Η Ευρωπόλ εξακριβώνει την αρμοδιότητα του αποδέκτη και αξιολογεί την αναγκαιότητα της διαβίβασης των δεδομένων. Εάν ανακύπτουν αμφιβολίες ως προς την αναγκαιότητα της διαβίβασης αυτής, η Ευρωπόλ ζητεί περαιτέρω πληροφορίες από τον αποδέκτη. Ο αποδέκτης εξασφαλίζει ότι η ανάγκη διαβίβασης των δεδομένων μπορεί να εξακριβωθεί. Ο αποδέκτης επεξεργάζεται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μόνον για τους σκοπούς για τους οποίους διαβιβάστηκαν. [Τροπολογία 174]

Άρθρο 42

Προκαταρκτικός έλεγχος

1.  Η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων τα οποία συμπεριλαμβάνονται σε νέο αρχείο που δημιουργείται σε οποιαδήποτε σειρά πράξεων επεξεργασίας που εξυπηρετούν έναν ή περισσότερους σχετικούς σκοπούς σε σχέση με τις βασικές της δραστηριότητες της υποβάλλεται σε προκαταρκτικό έλεγχο όταν: [Τροπολογία 175]

α)  υποβάλλονται σε επεξεργασία ειδικές κατηγορίες δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 2·

β)  ο τύπος της επεξεργασίας, ειδικότερα μέσω της χρήσης νέων τεχνολογιών, μηχανισμών ή διαδικασιών, ενέχει ιδιαίτερους κινδύνους για τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες, και ιδίως για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των υποκειμένων των δεδομένων .

2.  Οι προκαταρκτικοί έλεγχοι διενεργούνται από τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων κατόπιν κοινοποίησης από τον υπεύθυνο προστασίας δεδομένων ο οποίος, σε περίπτωση αμφιβολίας σχετικά με την ανάγκη προκαταρκτικού ελέγχου, πρέπει να συμβουλεύεται τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας των Δεδομένων.

3.  Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων εκδίδει γνώμη εντός δύο μηνών από την παραλαβή της κοινοποίησης. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παρατείνεται οποιαδήποτε στιγμή έως ότου ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας των Δεδομένων λάβει τυχόν περαιτέρω πληροφορίες που έχει ζητήσει. Εάν η περιπλοκότητα κάποιου ζητήματος το επιβάλλει, η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί για δύο ακόμη μήνες, κατόπιν απόφασης του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων. Είναι δυνατές έως δύο παρατάσεις. Η απόφαση αυτή κοινοποιείται στην Ευρωπόλ πριν από την παρέλευση του αρχικού διμήνου. [Τροπολογία 176]

Η μη έκδοση γνώμης μέχρι τη λήξη της δίμηνης περιόδου, ή τυχόν παράτασής της, εκλαμβάνεται ως θετική γνώμη.

Εάν, κατά τη γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, η κοινοποιούμενη επεξεργασία μπορεί να συνεπάγεται παραβίαση των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων διατυπώνει, ανάλογα με την περίπτωση, προτάσεις για την αποτροπή της παραβίασης. Εάν η Ευρωπόλ δεν προβεί σε αντίστοιχη τροποποίηση της πράξης επεξεργασίας, ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων δύναται να ασκήσει τις εξουσίες του δυνάμει του άρθρου 46 παράγραφος 3.

4.  Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων τηρεί μητρώο όλων των πράξεων επεξεργασίας που του κοινοποιούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1. Το μητρώο αυτό ενσωματώνεται στο μητρώο που αναφέρεται στο άρθρο 27 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001.

Άρθρο 43

Καταχώριση και τεκμηρίωση

1.  Για τους σκοπούς της εξακρίβωσης της νομιμότητας της επεξεργασίας δεδομένων, του αυτοελέγχου και της διασφάλισης της ακεραιότητας και ασφάλειας των δεδομένων, η Ευρωπόλ τηρεί αρχεία συλλογής, μεταβολής, πρόσβασης, ανάκτησης, γνωστοποίησης, συνδυασμού ή διαγραφής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Καταχωρίσεις ή τεκμηριώσεις αυτού του είδους διαγράφονται μετά από τρία έτη, εκτός εάν τα δεδομένα εξακολουθούν να είναι αναγκαία για συνεχή έλεγχο. Οι καταχωρίσεις δεν τροποποιούνται σε καμία περίπτωση. [Τροπολογία 177]

2.  Καταχωρίσεις ή τεκμηριώσεις που πραγματοποιούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1 διαβιβάζονται, κατόπιν αιτήσεως, στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων για τον έλεγχο της προστασίας των δεδομένων. Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων χρησιμοποιεί τις πληροφορίες αυτές μόνο για τον έλεγχο της προστασίας των δεδομένων και για τη διασφάλιση της ορθής επεξεργασίας τους καθώς και της ακεραιότητας και της ασφάλειας των δεδομένων.

Άρθρο 44

Υπεύθυνος προστασίας δεδομένων

1.  Το διοικητικό συμβούλιο διορίζει υπεύθυνο προστασίας δεδομένων, ο οποίος πρέπει να είναι μέλος του προσωπικού. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων απολαύει πλήρους ανεξαρτησίας.

2.  Η επιλογή του υπευθύνου προστασίας δεδομένων γίνεται με κριτήριο τα προσωπικά και επαγγελματικά του προσόντα και, ιδίως, τις ειδικές του γνώσεις στον τομέα της προστασίας δεδομένων.

3.  Η επιλογή του υπευθύνου προστασίας δεδομένων δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ της ιδιότητάς του ως υπευθύνου και άλλων επισήμων καθηκόντων που μπορεί ενδεχομένως να ασκεί, ειδικότερα στο πλαίσιο της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κανονισμού.

4.  Η διάρκεια της θητείας του υπευθύνου προστασίας δεδομένων είναι από δύο ως πέντε έτη. Η θητεία του μπορεί να ανανεώνεται, χωρίς όμως η συνολική διάρκεια της θητείας να μπορεί να υπερβαίνει τα δέκα έτη. Ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων είναι δυνατό να απαλλάσσεται από τα καθήκοντά του ως υπευθύνου προστασίας δεδομένων από το θεσμικό όργανο ή τον φορέα της Ένωσης που τον διόρισε μόνο με τη συγκατάθεση του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, εφόσον έχει παύσει να πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του.

5.  Το θεσμικό όργανο ή ο φορέας που διορίζει τον υπεύθυνο προστασίας δεδομένων, γνωστοποιεί εν συνεχεία το όνομα αυτού στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων.

6.  Ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων δεν είναι δυνατό να λαμβάνει εντολές κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.

7.  Ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων έχει ειδικότερα τα ακόλουθα καθήκοντα όσον αφορά τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εξαιρουμένων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των υπαλλήλων της Ευρωπόλ, καθώς και δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα διοικητικής φύσεως:

α)  διασφαλίζει κατά ανεξάρτητο τρόπο ότι η την εσωτερική εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κανονισμού σε σχέση με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εκτελείται κατά τρόπο σύννομο και σύμφωνα με τις διατάξεις που προβλέπει ο παρών κανονισμός· [Τροπολογία 178]

β)  διασφαλίζει ότι τηρούνται αρχεία διαβίβασης και παραλαβής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού·

γ)  διασφαλίζει ότι τα υποκείμενα των δεδομένων ενημερώνονται κατόπιν αιτήσεώς τους σχετικά με τα δικαιώματά τους βάσει του παρόντος κανονισμού·

δ)  συνεργάζεται με το προσωπικό της Ευρωπόλ που είναι υπεύθυνο για τις διαδικασίες, την εκπαίδευση και την παροχή συμβουλών σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων·

ε)  συνεργάζεται με τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, ιδίως σε σχέση με τις πράξεις επεξεργασίας που αναφέρονται στο άρθρο 42· [Τροπολογία 179]

στ)  καταρτίζει ετήσια έκθεση και την κοινοποιεί στο διοικητικό συμβούλιο και στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων·

στα)  ενεργεί ως σημείο επαφής για αιτήματα πρόσβασης σύμφωνα με το άρθρο 39· [Τροπολογία 180]

στβ)  τηρεί μητρώο όλων των πράξεων επεξεργασίας που εκτελεί η Ευρωπόλ, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, πληροφοριών σχετικά με τον σκοπό, τις κατηγορίες δεδομένων, τους αποδέκτες, τις προθεσμίες για το κλείδωμα και τη διαγραφή, τις διαβιβάσεις σε τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς και τα μέτρα ασφαλείας· [Τροπολογία 181]

στγ)  τηρεί μητρώο συμβάντων και παραβιάσεων ασφαλείας που επηρεάζουν τα επιχειρησιακά ή τα διοικητικά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. [Τροπολογία 182]

8.  Επιπλέον, ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων εκτελεί τα καθήκοντα που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 όσον αφορά τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των υπαλλήλων της Ευρωπόλ, καθώς και δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διοικητικής φύσεως. [Τροπολογία 183]

9.  Στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων του, ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων διαθέτει πρόσβαση στο σύνολο των δεδομένων που επεξεργάζεται η Ευρωπόλ και σε όλους τους χώρους της Ευρωπόλ. Η εν λόγω πρόσβαση είναι δυνατή οποιαδήποτε στιγμή και χωρίς προηγούμενο αίτημα. [Τροπολογία 184]

10.  Σε περίπτωση που ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων θεωρεί ότι έχουν παραβιασθεί οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ενημερώνει σχετικά τον εκτελεστικό διευθυντή ζητώντας την επίλυση του ζητήματος της παραβίασης εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Αν ο εκτελεστικός διευθυντής δεν δώσει λύση στο ζήτημα της παραβίασης των διατάξεων περί επεξεργασίας εντός της συγκεκριμένης προθεσμίας, ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων ενημερώνει σχετικά το διοικητικό συμβούλιο και καθορίζουν από κοινού προθεσμία για τη διευθέτηση του ζητήματος. Αν το διοικητικό συμβούλιο δεν δώσει λύση στο ζήτημα της παραβίασης των διατάξεων περί επεξεργασίας εντός της προθεσμίας, ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων παραπέμπει το ζήτημα στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων.

11.  Το διοικητικό συμβούλιο θεσπίζει κανόνες εφαρμογής σχετικά με τον υπεύθυνο προστασίας δεδομένων. Οι εν λόγω κανόνες εφαρμογής αφορούν, ιδίως, τη διαδικασία επιλογής για τη θέση του υπευθύνου προστασίας δεδομένων και την καθαίρεσή του, τα καθήκοντα, τις υποχρεώσεις, τις εξουσίες και τα μέτρα διασφάλισης της ανεξαρτησίας του υπευθύνου προστασίας δεδομένων. Η Ευρωπόλ παρέχει στον υπεύθυνο επεξεργασίας δεδομένων το προσωπικό και τους πόρους που του είναι απαραίτητοι για την εκτέλεση των καθηκόντων του. Οι υπάλληλοι αυτοί έχουν πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία από την Ευρωπόλ και στους υπηρεσιακούς της χώρους μόνο στον βαθμό που είναι αναγκαίος για την άσκηση των καθηκόντων τους. Η εν λόγω πρόσβαση είναι δυνατή οποιαδήποτε στιγμή και χωρίς προηγούμενο αίτημα. [Τροπολογία 185]

11α.  Ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων διαθέτει τα κατάλληλα μέσα για την εκτέλεση των καθηκόντων του. [Τροπολογία 186]

Άρθρο 45

Εποπτεία από την εθνική εποπτική αρχή

1.  Κάθε κράτος μέλος ορίζει μια εθνική εποπτική αρχή, αποστολή της οποίας είναι να ελέγχει, σύμφωνα με το εθνικό της δίκαιο και υπό καθεστώς ανεξαρτησίας, τη νομιμότητα της διαβίβασης, ανάκτησης και κοινοποίησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στην Ευρωπόλ από το οικείο κράτος μέλος, καθώς επίσης να εξετάζει κατά πόσον μια τέτοια διαβίβαση, ανάκτηση ή κοινοποίηση παραβιάζει τα δικαιώματα του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα. Για τον σκοπό αυτό, η εθνική εποπτική αρχή έχει πρόσβαση στους χώρους της οικείας εθνικής μονάδας ή στους χώρους που χρησιμοποιούν οι αξιωματικοί-σύνδεσμοι, στα δεδομένα που υποβάλλονται από το οικείο κράτος μέλος στην Ευρωπόλ, σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές διαδικασίες.

2.  Για τους σκοπούς της άσκησης των εποπτικών τους καθηκόντων, οι εθνικές εποπτικές αρχές έχουν πρόσβαση στα γραφεία και στα έγγραφα των αξιωματικών-συνδέσμων τους στην Ευρωπόλ.

3.  Οι εθνικές εποπτικές αρχές εποπτεύουν, σύμφωνα με τις ισχύουσες εθνικές διαδικασίες, τις δραστηριότητες των εθνικών μονάδων και τις δραστηριότητες των αξιωματικών-συνδέσμων, στο μέτρο που οι δραστηριότητες αυτές αφορούν την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Τηρούν επίσης ενήμερο τον Ευρωπαίο Eπόπτη Προστασίας Δεδομένων για κάθε ενέργεια στην οποία προβαίνουν σε σχέση με την Ευρωπόλ.

4.  Κάθε πρόσωπο δικαιούται να ζητήσει από την εθνική εποπτική αρχή να διασφαλίσει τη νομιμότητα της διαβίβασης ή της κοινοποίησης στην Ευρωπόλ δεδομένων που το αφορούν υπό οποιαδήποτε μορφή, καθώς και τη νομιμότητα της πρόσβασης του οικείου κράτους μέλους στα δεδομένα. Το δικαίωμα αυτό ασκείται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο υποβάλλεται η σχετική αίτηση.

Άρθρο 46

Εποπτεία από τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων

1.  Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων είναι αρμόδιος για την παρακολούθηση και τη διασφάλιση της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κανονισμού σχετικά με την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Ευρωπόλ, καθώς και για παροχή συμβουλών προς την Ευρωπόλ και στα υποκείμενα των δεδομένων για κάθε θέμα που αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Για το σκοπό αυτό εκπληρώνει τα καθήκοντα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 και ασκεί τις εξουσίες που του παρέχονται σύμφωνα με την παράγραφο 3.

2.  Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων, βάσει του παρόντος κανονισμού, έχει τις παρακάτω αρμοδιότητες:

α)  εξετάζει και διερευνά ενστάσεις και ενημερώνει τα υποκείμενα των δεδομένων σχετικά με τα αποτελέσματα της έρευνάς του εντός εύλογης προθεσμίας·

β)  διενεργεί έρευνες είτε με δική του πρωτοβουλία είτε βάσει ένστασης, και ενημερώνει αμελλητί τα υποκείμενα των δεδομένων σχετικά τα αποτελέσματα της έρευνάς του εντός εύλογης προθεσμίας· [Τροπολογία 187]

γ)  παρακολουθεί και διασφαλίζει την εφαρμογή από την Ευρωπόλ των διατάξεων του παρόντος κανονισμού και άλλων νομικών πράξεων της Ένωσης σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·

δ)  συμβουλεύει την Ευρωπόλ, είτε με δική του πρωτοβουλία είτε αφού ζητηθεί η γνώμη του, επί όλων των θεμάτων που άπτονται της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως πριν από τη θέσπιση εσωτερικών κανόνων σχετικά με την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·

ε)  καθορίζει, αιτιολογεί και δημοσιοποιεί τις εξαιρέσεις, τις εγγυήσεις, τις άδειες και τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 36 παράγραφος 4·

στ)  τηρεί μητρώο με τις πράξεις επεξεργασίας οι οποίες του κοινοποιούνται δυνάμει του άρθρου 42 παράγραφος 1 και οι οποίες καταγράφονται σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 4·

ζ)  διενεργεί προκαταρκτικό έλεγχο επί των πράξεων επεξεργασίας που του κοινοποιούνται.

3.  Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων δύναται στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού:

α)  να παρέχει συμβουλές στα υποκείμενα των δεδομένων κατά την άσκηση των δικαιωμάτων τους·

β)  να παραπέμπει στην Ευρωπόλ περιπτώσεις εικαζόμενης παραβίασης των διατάξεων που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και, ενδεχομένως, να διατυπώνει προτάσεις για την επανόρθωση αυτής της παραβίασης και τη βελτίωση της προστασίας των υποκειμένων των δεδομένων ·

γ)  να εντέλλεται την ικανοποίηση των αιτημάτων για άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων όσον αφορά τα δεδομένα, εάν τα εν λόγω αιτήματα έχουν απορριφθεί κατά παράβαση των άρθρων 39 και 40·

δ)  να προειδοποιεί ή να επιπλήττει την Ευρωπόλ·

ε)  να εντέλλεται τη διόρθωση, το κλείδωμα, τη διαγραφή ή την καταστροφή οποιουδήποτε δεδομένου που έχει υποβληθεί σε επεξεργασία κατά παράβαση των διατάξεων που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και την κοινοποίηση των μέτρων αυτών στους τρίτους στους οποίους έχουν κοινολογηθεί τα δεδομένα·

στ)  να επιβάλλει να προτείνει στο διοικητικό συμβούλιο προσωρινή ή οριστική μερική ή ολική απαγόρευση της επεξεργασίας· [Τροπολογία 189]

ζ)  να προσφεύγει στην Ευρωπόλ και, εάν παρίσταται ανάγκη, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή·

η)  να προσφεύγει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπό τους όρους που προβλέπει η Συνθήκη·

θ)  να παρεμβαίνει σε υποθέσεις που εκδικάζονται ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

4.  Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων έχει την εξουσία:

α)  να απαιτεί από την Ευρωπόλ πρόσβαση σε όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και σε όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για τις έρευνές του·

β)  να απαιτεί πρόσβαση σε όλους τους χώρους στους οποίους ασκεί τις δραστηριότητές της η Ευρωπόλ, εφόσον εικάζεται ευλόγως ότι ασκείται δραστηριότητα διεπόμενη από τον παρόντα κανονισμό.

5.  Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων καταρτίζει ετήσια έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητές του στο πλαίσιο της εποπτείας της Ευρωπόλ. Η έκθεση αυτή αποτελεί τμήμα της ετήσιας έκθεσης του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων η οποία αναφέρεται στο άρθρο 48 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001.

Η έκθεση αυτή περιλαμβάνει στατιστικές πληροφορίες σχετικά με ενστάσεις, έρευνες, διερευνήσεις, την επεξεργασία ευαίσθητων πληροφοριών, τις διαβιβάσεις δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς, πριν από τον έλεγχο, τις κοινοποιήσεις και τη χρήση των εξουσιών που αναφέρονται στην παράγραφο 3.

Η εν λόγω έκθεση διαβιβάζεται και υποβάλλεται στην μικτή ομάδα κοινοβουλευτικού ελέγχου και διαβιβάζεται στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια. Βάσει της εν λόγω έκθεσης, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο δύναται να ζητήσουν από τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων να λάβει περαιτέρω μέτρα ώστε να εξασφαλίσει την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κανονισμού. [Τροπολογία 190]

6.  Τα μέλη και το προσωπικό του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων υπόκεινται στην υποχρέωση τήρησης του απορρήτου σύμφωνα με το άρθρο 69.

Άρθρο 47

Συνεργασία μεταξύ του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων και των εθνικών αρχών προστασίας των δεδομένων

1.  Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων ενεργεί σε στενή συνεργασία με τις εθνικές εποπτικές αρχές σε συγκεκριμένα ζητήματα που απαιτούν ανάμειξη των κρατών μελών, ιδίως σε περίπτωση που ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων ή μια εθνική εποπτική αρχή διαπιστώσει σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των πρακτικών των κρατών μελών ή δυνητικά παράνομη διαβίβαση κατά τη χρήση των διαύλων της Ευρωπόλ για την ανταλλαγή πληροφοριών, ή στο πλαίσιο ζητημάτων που εγείρονται από μία ή περισσότερες εθνικές εποπτικές αρχές σχετικά με την εφαρμογή και ερμηνεία του παρόντος κανονισμού.

2.  Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων χρησιμοποιεί, κατά περίπτωση, την εμπειρογνωσία και την εμπειρία των εθνικών αρχών προστασίας δεδομένων για την εκτέλεση των καθηκόντων του που καθορίζονται στο άρθρο 46 παράγραφος 2. Κατά την άσκηση δραστηριοτήτων σε συνεργασία με τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, τα μέλη και το προσωπικό των εθνικών αρχών προστασίας δεδομένων, λαμβάνουν υπόψη τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, διαθέτουν ισοδύναμες εξουσίες με εκείνες που θεσπίζονται στο άρθρο 46 παράγραφος 4 και δεσμεύονται από αντίστοιχη υποχρέωση με αυτή που θεσπίζεται στο άρθρο 46 παράγραφος 6. Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων και οι εθνικές εποπτικές αρχές ανταλλάσσουν, εντός του πεδίου των αντιστοίχων αρμοδιοτήτων τους, συναφείς πληροφορίες, παρέχουν αμοιβαία συνδρομή για τη διενέργεια ελέγχων και επιθεωρήσεων, εξετάζουν δυσκολίες στην ερμηνεία ή εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, διερευνούν προβλήματα που αφορούν την άσκηση ανεξάρτητης εποπτείας ή την άσκηση των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων, την εκπόνηση εναρμονισμένων προτάσεων για κοινές λύσεις σε προβλήματα και την ευαισθητοποίηση του κοινού όσον αφορά τα δικαιώματα προστασίας των δεδομένων, ανάλογα με τις ανάγκες. [Τροπολογία 191]

2α.  Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων ενημερώνει πλήρως τις εθνικές εποπτικές αρχές σχετικά με όλα τα ζητήματα που τις αφορούν. [Τροπολογία 192]

2β.  Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ειδικά ζητήματα αφορούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που προέρχονται από ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων προβαίνει σε διαβούλευσης με τις σχετικές και τις αρμόδιες εθνικές εποπτικές αρχές. Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων δεν αποφασίζει τη λήψη περαιτέρω μέτρων προτού οι σχετικές και οι αρμόδιες εθνικές εποπτικές αρχές τον ενημερώσουν σχετικά με τη θέση τους, εντός προθεσμίας δύο τουλάχιστον μηνών την οποία καθορίζει ο ΕΕΠΔ. Ο ΕΕΠΔ λαμβάνει στον ύψιστο βαθμό υπόψη τη θέση των σχετικών και των αρμόδιων εθνικών εποπτικών αρχών. Στις περιπτώσεις που ο ΕΕΠΔ προτίθεται να μην ακολουθήσει τη θέση τους, τις ενημερώνει και αιτιολογεί την απόφασή του. Στις περιπτώσεις τις οποίες ο ΕΕΠΔ κρίνει εξαιρετικά επείγουσες, μπορεί να αποφασίσει την λήψη άμεσων μέτρων. Στις περιπτώσεις αυτές, ο ΕΕΠΔ ενημερώνει πάραυτα τις σχετικές και τις αρμόδιες εθνικές εποπτικές αρχές και αιτιολογεί τον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης καθώς και τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. [Τροπολογία 193]

2γ.  Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων ζητεί τη γνώμη των σχετικών και των αρμόδιων εθνικών εποπτικών αρχών προτού ληφθεί οιοδήποτε από τα μέτρα που ορίζονται στο άρθρο 46 παράγραφος 3 στοιχεία 3) έως η). Ο ΕΕΠΔ λαμβάνει στον ύψιστο βαθμό υπόψη τη θέση των σχετικών και των αρμόδιων εθνικών εποπτικών αρχών η οποία του γνωστοποιείται εντός προθεσμίας τουλάχιστον δύο μηνών που ορίζει ο ίδιος. Σε περίπτωση που ο ΕΕΠΔ προτίθεται να μην ακολουθήσει τη θέση των εθνικών εποπτικών αρχών, τις ενημερώνει και αιτιολογεί την απόφασή του. Στις περιπτώσεις τις οποίες ο ΕΕΠΔ κρίνει εξαιρετικά επείγουσες, μπορεί να αποφασίσει την λήψη άμεσων μέτρων. Στις περιπτώσεις αυτές, ο ΕΕΠΔ ενημερώνει πάραυτα τις σχετικές και τις αρμόδιες εθνικές εποπτικές αρχές και αιτιολογεί τον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης καθώς και τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων δεν προβαίνει στη λήψη μέτρων στην περίπτωση που όλες οι εθνικές εποπτικές αρχές δηλώσουν την αντίθεσή τους. [Τροπολογία 194]

3.  Οι εθνικές εποπτικές αρχές επικεφαλής των εθνικών εποπτικών αρχών και ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων συνεδριάζουν όπου απαιτείται τουλάχιστον μια φορά το χρόνο για να συζητήσουν θέματα στρατηγικής και γενικής πολιτικής ή λοιπά θέματα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2. Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων αναλαμβάνει τη διοργάνωση και τα έξοδα των συνεδριάσεων αυτών. Κατά την πρώτη συνεδρίαση εγκρίνεται ο εσωτερικός κανονισμός. Ανάλογα με τις ανάγκες, πραγματοποιείται από κοινού η επεξεργασία περαιτέρω μεθόδων εργασίας. [Τροπολογία 195]

Άρθρο 48

Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διοικητικής φύσης και δεδομένα προσωπικού [Τροπολογία 196]

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 εφαρμόζεται σε όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των υπαλλήλων της Ευρωπόλ, καθώς και σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διοικητικής φύσης που τηρούνται από την Ευρωπόλ. [Τροπολογία 197]

Κεφάλαιο VIII

ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΚΑΙ ΕΥΘΥΝΗ

Άρθρο 49

Δικαίωμα υποβολής καταγγελίας στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων

1.  Τα υποκείμενα των δεδομένων έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν καταγγελία στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, εφόσον θεωρούν ότι η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν δεν συμμορφώνεται προς τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

2.  Όταν η καταγγελία αφορά απόφαση σύμφωνα με τα άρθρα 39 ή 40, ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων ζητά τη γνώμη της εθνικής εποπτικής αρχής ή της αρμόδιας δικαστικής αρχής του κράτους μέλους από το οποίο προέρχονται τα δεδομένα ή του άμεσα ενδιαφερομένου κράτους μέλους. Η απόφαση του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, η οποία μπορεί να συνίσταται και σε άρνηση κοινοποίησης οποιασδήποτε πληροφορίας, λαμβάνεται σε στενή συνεργασία με την εθνική εποπτική αρχή ή την αρμόδια δικαστική αρχή. [Τροπολογία 198]

3.  Όταν η καταγγελία αφορά την επεξεργασία δεδομένων που έχουν διαβιβασθεί στην Ευρωπόλ από κράτος μέλος, ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων διασφαλίζει, σε στενή συνεργασία με την εθνική εποπτική αρχή του κράτους μέλους το οποίο έχει διαβιβάσει τα δεδομένα, διασφαλίζει ότι η επεξεργασία δεδομένων στο οικείο κράτος μέλος ήταν νόμιμη και ότι έχουν διεξαχθεί ορθά οι απαραίτητοι έλεγχοι. [Τροπολογία 199]

4.  Όταν η καταγγελία αφορά την επεξεργασία δεδομένων που έχουν διαβιβασθεί στην Ευρωπόλ από φορείς της Ένωσης, τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς, ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων διασφαλίζει ότι έχουν διεξαχθεί οι απαραίτητοι έλεγχοι από την Ευρωπόλ.

Άρθρο 50

Δικαίωμα δικαστικής προσφυγής κατά του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων

Προσφυγές κατά των αποφάσεων του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων ασκούνται ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 51

Γενικές διατάξεις περί ευθύνης και δικαίωμα αποζημίωσης

1.  Η συμβατική ευθύνη της Ευρωπόλ διέπεται από το δίκαιο το οποίο εφαρμόζεται στην εκάστοτε σύμβαση.

2.  Αρμόδιο για τη λήψη αποφάσεων δυνάμει οποιασδήποτε ρήτρας διαιτησίας που περιλαμβάνεται σε σύμβαση που συνάπτει η Ευρωπόλ είναι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 52, σε περίπτωση εξωσυμβατικής ευθύνης, η Ευρωπόλ υποχρεούται να αποκαθιστά, σύμφωνα με τις γενικές αρχές που είναι κοινές στις νομοθεσίες των κρατών μελών, τις ζημίες που προξενούν οι υπηρεσίες της ή το προσωπικό της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

4.  Αρμόδιο για την εκδίκαση των διαφορών αποζημίωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 3 είναι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

5.  Η προσωπική ευθύνη του προσωπικού της Ευρωπόλ έναντι της Ευρωπόλ διέπεται από τις ισχύουσες για το προσωπικό αυτό διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ή του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού.

Άρθρο 52

Ευθύνη λόγω εσφαλμένης επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και δικαίωμα αποζημίωσης

1.  Τα πρόσωπα που έχουν υποστεί ζημία εξαιτίας παράνομης επεξεργασίας δεδομένων δικαιούνται αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν είτε εκ μέρους της Ευρωπόλ σύμφωνα με το άρθρο 340 ΣΛΕΕ, είτε εκ μέρους του κράτους μέλους στο οποίο επήλθε το ζημιογόνο γεγονός σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του. Το θιγέν πρόσωπο οφείλει να προσφύγει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εάν η αγωγή του στρέφεται κατά της Ευρωπόλ και, εάν η αγωγή του στρέφεται κατά κράτους μέλους, στο αρμόδιο εθνικό δικαστήριο του συγκεκριμένου κράτους μέλους.

2.  Τυχόν διαφορά μεταξύ της Ευρωπόλ και των κρατών μελών σχετικά με την τελική ευθύνη για την αποζημίωση που καταβάλλεται στα θιγέντα πρόσωπα σύμφωνα με την παράγραφο 1 παραπέμπεται στο διοικητικό συμβούλιο, το οποίο αποφαίνεται σχετικά με πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών του, με την επιφύλαξη του δικαιώματος προσβολής αυτής της απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 263 ΣΛΕΕ.

Κεφάλαιο IX

ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

Άρθρο 53

Μικτός κοινοβουλευτικός έλεγχος [Τροπολογία 200]

1.  Ο μηχανισμός ελέγχου των δραστηριοτήτων της Ευρωπόλ εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, από κοινού με τα εθνικά κοινοβούλια, υλοποιείται μέσω εξειδικευμένης μικτής ομάδας κοινοβουλευτικού ελέγχου που συγκροτείται στο πλαίσιο της αρμόδιας επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και απαρτίζεται από τα μέλη της αρμόδιας επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και έναν εκπρόσωπο της αρμόδιας επιτροπής του εθνικού κοινοβουλίου εκάστου κράτους μέλους και από έναν αναπληρωτή. Τα κράτη μέλη που διαθέτουν κοινοβουλευτικά συστήματα δύο βουλών μπορούν, αντιθέτως, να εκπροσωπούνται από έναν εκπρόσωπο κάθε βουλής.

2.  Η μικτή ομάδα κοινοβουλευτικού ελέγχου συγκαλείται πάντοτε στους χώρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από τον πρόεδρο της αρμόδιας επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Στις συνεδριάσεις συμπροεδρεύουν ο πρόεδρος της αρμόδιας επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και ο εκπρόσωπος του εθνικού κοινοβουλίου του κράτους μέλους που ασκεί την εκ περιτροπής Προεδρία του Συμβουλίου.

3.  Η μικτή ομάδα κοινοβουλευτικού ελέγχου παρακολουθεί την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, ιδίως σε σχέση με τον αντίκτυπό τους στα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες των φυσικών προσώπων.

4.  Για τον σκοπό αυτόν, η μικτή ομάδα κοινοβουλευτικού ελέγχου έχει τις παρακάτω αρμοδιότητες:

α)  ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου, και ο εκτελεστικός διευθυντής και ο εκπρόσωπος της Επιτροπής εμφανίζονται ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, από κοινού με τα εθνικά κοινοβούλια, της μικτής ομάδας κοινοβουλευτικού ελέγχου, μετά από αίτησή τους της, για να συζητήσουν ζητήματα που άπτονται της Ευρωπόλ, λαμβανομένων υπόψη, ενδεχομένως, των υποχρεώσεων εχεμύθειας και εμπιστευτικότητας. Η ομάδα αποφασίζει, ενδεχομένως, να προσκαλέσει στις συνεδριάσεις της άλλα σχετικά πρόσωπα.

2.  Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος των δραστηριοτήτων της Ευρωπόλ από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με τη συμμετοχή των εθνικών κοινοβουλίων, ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

β)  ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων εμφανίζεται ενώπιον της μικτής ομάδας κοινοβουλευτικού ελέγχου, κατόπιν αιτήσεώς της και τουλάχιστον μία φορά ετησίως για να συζητήσει με αυτήν ζητήματα που άπτονται της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών φυσικών προσώπων και, συγκεκριμένα, για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα όσον αφορά τις επιχειρήσεις της Ευρωπόλ, λαμβάνοντας υπόψη, κατά περίπτωση, τις υποχρεώσεις εχεμύθειας και εμπιστευτικότητας.

Κατά τις συνεδριάσεις της μικτής ομάδας κοινοβουλευτικού ελέγχου υποβάλλονται και συζητούνται τα ακόλουθα έγγραφα:

—  το σχέδιο του ετήσιου και του πολυετούς προγράμματος εργασίας, που αναφέρεται στο άρθρο 15·

—  η ενοποιημένη ετήσια έκθεση πεπραγμένων της Ευρωπόλ που αναφέρεται στο άρθρο 14·

—  η ετήσια έκθεση του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων σχετικά με τις δραστηριότητές του στο πλαίσιο της εποπτείας της Ευρωπόλ, που αναφέρεται στο άρθρο 46·

—  η έκθεση αξιολόγησης που συντάσσει η Επιτροπή σχετικά με την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα της Ευρωπόλ, που αναφέρεται στο άρθρο 70.

Τα ακόλουθα πρόσωπα εμφανίζονται ενώπιον της μικτής ομάδας κοινοβουλευτικού ελέγχου, εφόσον τους το ζητήσει:

—  οι ορισθέντες υποψήφιοι για τη θέση του εκτελεστικού διευθυντή, όπως αναφέρεται στο άρθρο 56 παράγραφος 2·

—  ο εκτελεστικός διευθυντής, του οποίου η θητεία πρόκειται να παραταθεί, όπως προβλέπεται στο άρθρο 56 παράγραφος 5·

—  ο εκτελεστικός διευθυντής, προκειμένου να αναφέρει τις επιδόσεις του κατά την άσκηση των καθηκόντων του.

Ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου ενημερώνει τη μικτή ομάδα κοινοβουλευτικού ελέγχου πριν απαλλάξει από τα καθήκοντά του τον εκτελεστικό διευθυντή, καθώς και για τους λόγους της απόφασης αυτής.

35.  Πέραν των υποχρεώσεων ενημέρωσης και διαβούλευσης που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, Επιπλέον, η Ευρωπόλ διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στα εθνικά κοινοβούλια, λαμβανομένων υπόψη των υποχρεώσεων εχεμύθειας και εμπιστευτικότητας, διαβιβάζει στη μικρή ομάδα κοινοβουλευτικού ελέγχου τις ακόλουθες πληροφορίες προς ενημέρωσή τους της:

α)  αξιολογήσεις απειλών, στρατηγικές αναλύσεις και γενικές εκθέσεις προόδου σχετικά με τους στόχους της Ευρωπόλ, καθώς και τα αποτελέσματα μελετών και αξιολογήσεων που διενεργήθηκαν για λογαριασμό της Ευρωπόλ·

β)  τις συμφωνίες συνεργασίας που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 1.

6.  Η μικτή ομάδα κοινοβουλευτικού ελέγχου μπορεί να ζητήσει όλα τα σχετικά έγγραφα που είναι απαραίτητα για την εκπλήρωση των καθηκόντων της, με την επιφύλαξη του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001(17) και των κανόνων που διέπουν τη διαχείριση εμπιστευτικών πληροφοριών από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

7.  Η μικτή ομάδα κοινοβουλευτικού ελέγχου μπορεί να υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συνοπτικά συμπεράσματα σχετικά με τις εποπτικές δραστηριότητες της Ευρωπόλ. [Τροπολογία 200]

Άρθρο 54

Πρόσβαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε διαβαθμισμένες πληροφορίες, των οποίων η επεξεργασία πραγματοποιείται από ή μέσω της Ευρωπόλ

1.  Για τον σκοπό του κοινοβουλευτικού ελέγχου των δραστηριοτήτων της Ευρωπόλ σύμφωνα με το άρθρο 53, πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες και σε ευαίσθητες μη διαβαθμισμένες πληροφορίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των οποίων η επεξεργασία πραγματοποιείται από ή μέσω της Ευρωπόλ, μπορεί να χορηγείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην μικτή ομάδα κοινοβουλευτικού ελέγχου και στους εκπροσώπους του της κατόπιν αιτήσεως και, κατά περίπτωση, κατόπιν συγκατάθεσης του παρόχου των δεδομένων.

2.  Λόγω του ευαίσθητου και διαβαθμισμένου χαρακτήρα των εν λόγω πληροφοριών, η πρόσβαση στις διαβαθμισμένες πληροφορίες και στις ευαίσθητες μη διαβαθμισμένες πληροφορίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι σύμφωνη προς τις βασικές αρχές και τις ελάχιστες προδιαγραφές που αναφέρονται στο άρθρο 69 τους κανόνες που διέπουν τη μεταχείριση εμπιστευτικών πληροφοριών από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο(18). Οι Περαιτέρω λεπτομέρειες διέπονται από συμφωνία συνεργασίας που συνάπτεται μεταξύ της Ευρωπόλ και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. [Τροπολογία 201]

Κεφάλαιο X

ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ

Άρθρο 55

Γενικές διατάξεις

1.  Στο προσωπικό της Ευρωπόλ εφαρμόζονται ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης και το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, καθώς και οι κανόνες που εκδίδονται κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των οργάνων της Ένωσης για την εφαρμογή του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και του καθεστώτος που ισχύει επί του λοιπού προσωπικού, με εξαίρεση τους υπαλλήλους οι οποίοι κατά την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού καλύπτονται από συμβάσεις που έχουν συναφθεί από την Ευρωπόλ κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της σύμβασης Ευρωπόλ.

2.  Το προσωπικό της Ευρωπόλ είναι έκτακτο ή/και επί συμβάσει. Το διοικητικό συμβούλιο αποφασίζει των αριθμό των εκτάκτων θέσεων του πίνακα προσωπικού που μπορούν να καλυφθούν μόνο από προσωπικό που προέρχεται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών. Οι υπάλληλοι που προσλαμβάνονται για τις εν λόγω θέσεις είναι έκτακτοι και συνάπτουν μόνο συμβάσεις ορισμένου χρόνου, ανανεώσιμες μία φορά για ορισμένο χρονικό διάστημα.

2α.  Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητες που παρέχονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης και παρέχει εξειδικευμένο προσωπικό, όπως ειδικούς σε θέματα τεχνολογίας των πληροφοριών με υψηλότερη ομάδα καθηκόντων και βαθμό σύμφωνα με τα προσόντα τους για την βέλτιστη εκπλήρωση των καθηκόντων του οργανισμού σύμφωνα με το άρθρο 4. [Τροπολογία 202]

Άρθρο 56

Εκτελεστικός διευθυντής

1.  Ο εκτελεστικός διευθυντής διορίζεται ως έκτακτος υπάλληλος της Ευρωπόλ σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο α) του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού.

2.  Ο εκτελεστικός διευθυντής διορίζεται από το διοικητικό συμβούλιο, από κατάλογο υποψηφίων που προτείνει η Επιτροπή, μετά από ανοικτή και διαφανή διαδικασία επιλογής. σύμφωνα με μια διαδικασία συνεργασίας, η οποία έχει ως εξής:

α)  βάσει καταλόγου τριών τουλάχιστον υποψηφίων τους οποίους προτείνει μια επιτροπή αποτελούμενη από τον εκπρόσωπο της Επιτροπής στο διοικητικό συμβούλιο και δύο άλλα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, μετά από ανοικτή και διαφανή διαδικασία επιλογής, οι υποψήφιοι θα κληθούν, πριν από τον διορισμό, να εμφανιστούν ενώπιον του Συμβουλίου και της μικτής ομάδας κοινοβουλευτικού ελέγχου και να απαντήσουν σε ερωτήσεις.

β)  η μικτή ομάδα κοινοβουλευτικού ελέγχου και το Συμβούλιο θα διατυπώσουν, στη συνέχεια, τη γνώμη τους και θα δηλώσουν τη σειρά προτίμησής τους·

γ)  το Διοικητικό Συμβούλιο θα διορίσει τον εκτελεστικό διευθυντή λαμβάνοντας υπόψη τις γνώμες αυτές.

Για τους σκοπούς της σύναψης σύμβασης με τον εκτελεστικό διευθυντή, η Ευρωπόλ εκπροσωπείται από τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου.

Προτού διορισθεί, ο επιλεγόμενος από το διοικητικό συμβούλιο υποψήφιος ενδέχεται να κληθεί να προβεί σε δήλωση ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και να απαντήσει σε ερωτήσεις των μελών της. [Τροπολογία 203]

3.  Η θητεία του εκτελεστικού διευθυντή είναι πενταετής. Κατά το τέλος αυτής της περιόδου, η Επιτροπή διενεργεί αξιολόγηση στην οποία λαμβάνονται υπόψη η αξιολόγηση των επιδόσεων του εκτελεστικού διευθυντή, καθώς και οι μελλοντικές δραστηριότητες της Ευρωπόλ και οι προκλήσεις με τις οποίες θα έρθει αντιμέτωπη.

4.  Το διοικητικό συμβούλιο, αφού ζητήσει τη γνώμη της μικτής ομάδας κοινοβουλευτικού ελέγχου και ενεργώντας κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, στην οποία λαμβάνεται υπόψη η αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 3, μπορεί να παρατείνει άπαξ τη θητεία του εκτελεστικού διευθυντή για διάστημα που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη. [Τροπολογία 204]

5.  Το διοικητικό συμβούλιο γνωστοποιεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο την πρόθεσή του να παρατείνει τη θητεία του εκτελεστικού διευθυντή. Εντός του μήνα πριν από την παράταση αυτή, ο εκτελεστικός διευθυντής ενδέχεται να κληθεί καλείται να προβεί σε δήλωση ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μικτής ομάδας κοινοβουλευτικού ελέγχου και να απαντήσει σε ερωτήσεις των μελών της. [Τροπολογία 205]

6.  Ο εκτελεστικός διευθυντής του οποίου η θητεία έχει παραταθεί δεν μπορεί να συμμετάσχει στο τέλος της συνολικής περιόδου σε νέα διαδικασία επιλογής για την ίδια θέση.

7.  Ο εκτελεστικός διευθυντής μπορεί να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του μόνο με αιτιολογημένη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου βάσει πρότασης της Επιτροπής, η οποία διαβιβάζεται στη μικτή ομάδα κοινοβουλευτικού ελέγχου και στο Συμβούλιο. [Τροπολογία 206]

8.  Το διοικητικό συμβούλιο λαμβάνει αποφάσεις σχετικά με τον διορισμό, την παράταση της θητείας και την παύση των καθηκόντων του εκτελεστικού διευθυντή ή/και του(ων) αναπληρωτή(ών) εκτελεστικού(ών) διευθυντή(ών), με πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών του με δικαίωμα ψήφου.

Άρθρο 57

Αναπληρωτές εκτελεστικοί διευθυντές

1.  Ο εκτελεστικός διευθυντής επικουρείται από τέσσερις τρεις αναπληρωτές εκτελεστικούς διευθυντές, μεταξύ των οποίων έναν αναπληρωτή εκτελεστικό διευθυντή αρμόδιο για θέματα κατάρτισης, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τη διοίκηση της Ακαδημίας της Ευρωπόλ και τη διαχείριση των δραστηριοτήτων της. Τα καθήκοντα των υπόλοιπων αναπληρωτών εκτελεστικών διευθυντών καθορίζονται από τον εκτελεστικό διευθυντή. [Τροπολογία 207]

2.  Οι αναπληρωτές εκτελεστικοί διευθυντές υπόκεινται στις διατάξεις του άρθρου 56. Πριν από τον διορισμό ή την απαλλαγή τους από τα καθήκοντά τους, ζητείται η γνώμη του εκτελεστικού διευθυντή.

Άρθρο 58

Αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες και λοιπό προσωπικό

1.  Η Ευρωπόλ δύναται να προσφεύγει στις υπηρεσίες αποσπασμένων εθνικών εμπειρογνωμόνων ή λοιπού προσωπικού του οποίου η Ευρωπόλ δεν είναι εργοδότης.

2.  Το διοικητικό συμβούλιο εκδίδει απόφαση για τη θέσπιση κανόνων σχετικά με την απόσπαση εθνικών εμπειρογνωμόνων.

Κεφάλαιο XI

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 59

Προϋπολογισμός

1.  Για κάθε οικονομικό έτος, το οποίο συμπίπτει με το ημερολογιακό έτος, καταρτίζονται προβλέψεις όλων των εσόδων και των δαπανών της Ευρωπόλ οι οποίες εγγράφονται στον προϋπολογισμό της.

2.  Ο προϋπολογισμός της Ευρωπόλ πρέπει να είναι ισοσκελισμένος ως προς τα έξοδα και τις δαπάνες.

3.  Με την επιφύλαξη άλλων πόρων, τα έσοδα της Ευρωπόλ προέρχονται από συνεισφορά της Ένωσης, η οποία εγγράφεται στον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

4.  Η Ευρωπόλ δύναται να επωφελείται της χρηματοδότησης της Ένωσης στο πλαίσιο συμφωνίας εξουσιοδότησης ή ad-hoc και κατ’ εξαίρεση επιχορήγησης σύμφωνα με τις διατάξεις των συναφών νομικών πράξεων που πλαισιώνουν τις πολιτικές της Ένωσης.

5.  Οι δαπάνες της Ευρωπόλ περιλαμβάνουν τις αμοιβές του προσωπικού, διοικητικές δαπάνες και δαπάνες υποδομής, καθώς και τα έξοδα λειτουργίας.

Άρθρο 60

Κατάρτιση του προϋπολογισμού

1.  Κάθε έτος, ο εκτελεστικός διευθυντής καταρτίζει σχέδιο κατάστασης προβλέψεων των εσόδων και δαπανών της Ευρωπόλ για το επόμενο οικονομικό έτος, το οποίο περιλαμβάνει και τον πίνακα προσωπικού, και το διαβιβάζει στο διοικητικό συμβούλιο.

2.  Βάσει του σχεδίου αυτού, το διοικητικό συμβούλιο καταρτίζει προσωρινό σχέδιο προβλέψεων των εσόδων και των δαπανών της Ευρωπόλ για το επόμενο οικονομικό έτος. Το προσωρινό σχέδιο προβλέψεων των εσόδων και των δαπανών της Ευρωπόλ για το επόμενο οικονομικό έτος διαβιβάζεται στην Επιτροπή μέχρι τις [ημερομηνία που καθορίζεται στον δημοσιονομικό κανονισμό-πλαίσιο] κάθε έτους. Το διοικητικό συμβούλιο διαβιβάζει και υποβάλλει το τελικό σχέδιο προβλέψεων, το οποίο περιλαμβάνει σχέδιο του πίνακα προσωπικού, στην μικτή ομάδα κοινοβουλευτικού ελέγχου, στην Επιτροπή, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο και στα εθνικά κοινοβούλια μέχρι τις 31 Μαρτίου. [Τροπολογία 208]

3.  Η Επιτροπή διαβιβάζει την κατάσταση προβλέψεων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο («η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή») μαζί με το σχέδιο του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

4.  Βάσει της κατάστασης προβλέψεων, η Επιτροπή εγγράφει στο σχέδιο γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης τις προβλέψεις που κρίνει αναγκαίες για τον πίνακα προσωπικού και το ποσό της συνεισφοράς από τον γενικό προϋπολογισμό, και καταθέτει το σχέδιο αυτό στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή σύμφωνα με τα άρθρα 313 και 314 ΣΛΕΕ.

5.  Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει τις πιστώσεις για τη συνεισφορά προς την Ευρωπόλ.

6.  Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει τον πίνακα προσωπικού της Ευρωπόλ.

7.  Ο προϋπολογισμός της Ευρωπόλ εγκρίνεται από το διοικητικό συμβούλιο. Καθίσταται οριστικός μετά την οριστική έγκριση του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εφόσον κριθεί αναγκαίο, αναπροσαρμόζεται δεόντως.

8.  Για κάθε έργο, ιδίως κατασκευαστικά έργα, που μπορεί να έχει σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις στον προϋπολογισμό, ισχύουν οι διατάξεις του [δημοσιονομικού κανονισμού-πλαισίου].

Άρθρο 61

Εκτέλεση του προϋπολογισμού

1.  Ο εκτελεστικός διευθυντής εκτελεί τον προϋπολογισμό της Ευρωπόλ.

2.  Ο εκτελεστικός διευθυντής διαβιβάζει ετησίως στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή όλες τις πληροφορίες σχετικά με τα πορίσματα των διαδικασιών αξιολόγησης.

Άρθρο 62

Απόδοση λογαριασμών και απαλλαγή

1.  Το αργότερο την 1η Μαρτίου εκάστου οικονομικού έτους, ο υπόλογος της Ευρωπόλ κοινοποιεί τους προσωρινούς λογαριασμούς στον υπόλογο της Επιτροπής και στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

2.  Η Ευρωπόλ διαβιβάζει και υποβάλλει την έκθεση σχετικά με τη δημοσιονομική και οικονομική διαχείριση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στη μικτή ομάδα κοινοβουλευτικού ελέγχου, στο Συμβούλιο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο μέχρι τις 31 Μαρτίου του επόμενου οικονομικού έτους. [Τροπολογία 209]

3.  Το αργότερο στις 31 Μαρτίου έκαστου οικονομικού έτους, ο υπόλογος της Επιτροπής διαβιβάζει τους προσωρινούς λογαριασμούς της Ευρωπόλ, αφού τους έχει ενοποιήσει με τους λογαριασμούς της Επιτροπής, στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

4.  Μετά την παραλαβή των παρατηρήσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τους προσωρινούς λογαριασμούς της Ευρωπόλ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 148 του δημοσιονομικού κανονισμού, ο υπόλογος καταρτίζει τους οριστικούς λογαριασμούς της Ευρωπόλ, τους οποίους ο εκτελεστικός διευθυντής διαβιβάζει προς γνωμοδότηση στο διοικητικό συμβούλιο.

5.  Το διοικητικό συμβούλιο γνωμοδοτεί επί των οριστικών λογαριασμών της Ευρωπόλ.

6.  Το αργότερο την 1η Ιουλίου εκάστου οικονομικού έτους, ο εκτελεστικός διευθυντής αποστέλλει και υποβάλλει τους οριστικούς λογαριασμούς, μαζί με τη γνωμοδότηση του διοικητικού συμβουλίου, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στη μικτή ομάδα κοινοβουλευτικού ελέγχου, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στα εθνικά κοινοβούλια. [Τροπολογία 210]

7.  Δημοσιεύονται οι οριστικοί λογαριασμοί.

8.  Ο εκτελεστικός διευθυντής αποστέλλει στο Ελεγκτικό Συνέδριο απάντηση στις παρατηρήσεις που αυτό διατυπώνει στην ετήσια έκθεσή του το αργότερο [ημερομηνία που καθορίζεται στον δημοσιονομικό κανονισμό-πλαίσιο]. Αποστέλλει επίσης την απάντηση αυτή στο διοικητικό συμβούλιο.

9.  Ο εκτελεστικός διευθυντής υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατόπιν αιτήσεώς του, κάθε πληροφορία που είναι αναγκαία για την ομαλή διεξαγωγή της διαδικασίας απαλλαγής για το συγκεκριμένο οικονομικό έτος, όπως προβλέπεται στο άρθρο 165 παράγραφος 3 του δημοσιονομικού κανονισμού.

10.  Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, λαμβάνοντας υπόψη σύσταση του Συμβουλίου που αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, απαλλάσσει τον εκτελεστικό διευθυντή, πριν από τις 15 Μαΐου του έτους n + 2, από την ευθύνη εκτέλεσης του προϋπολογισμού για το έτος n.

Άρθρο 63

Δημοσιονομικοί κανόνες

1.   Το διοικητικό συμβούλιο, αφού ζητήσει τη γνώμη της Επιτροπής, θεσπίζει τους δημοσιονομικούς κανόνες στους οποίους υπόκειται η Ευρωπόλ. Αυτοί δεν παρεκκλίνουν από [τον δημοσιονομικό κανονισμό-πλαίσιο] παρά μόνον εάν η παρέκκλιση αυτή επιβάλλεται λόγω των ειδικών αναγκών λειτουργίας της Ευρωπόλ και έχει προηγουμένως συμφωνήσει η Επιτροπή. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενημερώνεται για κάθε σχετική παρέκκλιση. [Τροπολογία 211]

2.  Λόγω της ιδιαιτερότητας των μελών του Δικτύου των εθνικών ιδρυμάτων κατάρτισης, τα οποία αποτελούν τους μοναδικούς φορείς που διαθέτουν ειδικά χαρακτηριστικά και την τεχνική ικανότητα για την υλοποίηση των συναφών δραστηριοτήτων κατάρτισης, τα μέλη αυτά μπορούν να λαμβάνουν επιχορηγήσεις εκτός πλαισίου πρόσκλησης υποβολής προτάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 190 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1268/2012 της Επιτροπής(19). [Τροπολογία 212]

Κεφάλαιο XII

ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 64

Νομικό καθεστώς

1.  Η Ευρωπόλ είναι φορέας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διαθέτει νομική προσωπικότητα.

2.  Σε όλα τα κράτη μέλη, η Ευρωπόλ έχει την ευρύτερη νομική ικανότητα που αναγνωρίζεται σε νομικά πρόσωπα από την εθνική νομοθεσία τους. Η Ευρωπόλ, ειδικότερα, μπορεί να αποκτά και να διαθέτει κινητή και ακίνητη περιουσία και να παρίσταται ενώπιον δικαστηρίου.

3.  Η Χάγη στις Κάτω Χώρες είναι η έδρα της Ευρωπόλ.

Άρθρο 65

Προνόμια και ασυλίες

1.  To Πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζεται στην Ευρωπόλ και στο προσωπικό της.

2.  Τα προνόμια και οι ασυλίες των αξιωματικών συνδέσμων και των μελών των οικογενειών τους αποτελούν αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ του Βασιλείου των Κάτω Χωρών και των άλλων κρατών μελών. Η συμφωνία αυτή προβλέπει τα προνόμια και τις ασυλίες που απαιτούνται για την προσήκουσα εκτέλεση των καθηκόντων των αξιωματικών συνδέσμων.

Άρθρο 66

Γλωσσικό καθεστώς

1.  Η Ευρωπόλ υπόκειται στις διατάξεις του κανονισμού αριθ. 1(20).

2.  Οι μεταφραστικές υπηρεσίες που απαιτούνται για τη λειτουργία της Ευρωπόλ παρέχονται από το Μεταφραστικό Κέντρο των Οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 67

Διαφάνεια

1.  Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 εφαρμόζεται στα σε όλα τα διοικητικά έγγραφα που έχει στην κατοχή της η Ευρωπόλ. [Τροπολογία 213]

2.  Το διοικητικό συμβούλιο, βάσει πρότασης του εκτελεστικού διευθυντή, θεσπίζει, το αργότερο εντός έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 σε σχέση με τα έγγραφα της Ευρωπόλ.

3.  Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από την Ευρωπόλ δυνάμει του άρθρου 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο καταγγελίας στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή ή προσφυγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπό τους όρους που προβλέπονται στα άρθρα 228 και 263 ΣΛΕΕ, αντίστοιχα.

3α.  Η Ευρωπόλ δημοσιοποιεί στον ιστότοπό της κατάλογο των μελών του διοικητικού της συμβουλίου και των εξωτερικών και εσωτερικών της εμπειρογνωμόνων μαζί με την αντίστοιχη δήλωση συμφερόντων και το βιογραφικό σημείωμα εκάστου. Τα πρακτικά των συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου δημοσιεύονται συστηματικά. Η Ευρωπόλ, λαμβάνοντας υπόψη τις υποχρεώσεις εχεμύθειας και εμπιστευτικότητας, μπορεί να περιορίζει σε προσωρινή ή σε μόνιμη βάση τη δημοσιοποίηση εγγράφων εάν η δημοσίευσή τους ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την εκπλήρωση των καθηκόντων της Ευρωπόλ. [Τροπολογία 214]

Άρθρο 67α

Εκ των προτέρων κοινοποίηση και μηχανισμός κόκκινης σημαίας

Η Επιτροπή ενεργοποιεί ένα σύστημα προειδοποίησης εάν έχει σοβαρές επιφυλάξεις για το γεγονός ότι το διοικητικό συμβούλιο προτίθεται να λάβει αποφάσεις που πιθανόν δεν συμμορφώνονται με την εντολή της Ευρωπόλ, παραβιάζουν το δίκαιο της Ένωσης ή αντιστρατεύονται τους στόχους πολιτικής της Ένωσης. Στις περιπτώσεις αυτές η Επιτροπή θέτει επίσημα το ζήτημα στο διοικητικό συμβούλιο και του ζητά να μην εγκρίνει την εν λόγω απόφαση. Σε περίπτωση που το διοικητικό συμβούλιο αρνηθεί να συμμορφωθεί με το αίτημα, η Επιτροπή ενημερώνει επίσημα το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για το θέμα αυτό προκειμένου να υπάρξει ταχεία αντίδραση. Η Επιτροπή δύναται να ζητήσει από το διοικητικό συμβούλιο να μην εφαρμόσει την επίμαχη απόφαση για όσο διάστημα οι εκπρόσωποι των θεσμικών οργάνων συζητούν το θέμα. [Τροπολογία 215]

Άρθρο 68

Καταπολέμηση της απάτης

1.  Για τη διευκόλυνση της καταπολέμησης της απάτης, της διαφθοράς και άλλων παράνομων πράξεων δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999, η Ευρωπόλ, εντός έξι μηνών από την ημέρα που τέθηκε σε λειτουργία, προσχωρεί στη διοργανική συμφωνία της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με τις εσωτερικές έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF)(21) και θεσπίζει τις ενδεδειγμένες διατάξεις που εφαρμόζονται σε όλους τους υπαλλήλους της Ευρωπόλ, χρησιμοποιώντας το υπόδειγμα που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της εν λόγω συμφωνίας.

2.  Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο έχει αρμοδιότητα ελέγχου βάσει παραστατικών και επιτόπιου ελέγχου, η οποία ασκείται σε όλους τους δικαιούχους, αντισυμβαλλόμενους και υπεργολάβους που έλαβαν κονδύλια της Ένωσης από την Ευρωπόλ.

3.  Η OLAF μπορεί να διενεργεί έρευνες, μεταξύ των οποίων επιτόπιους ελέγχους και επιθεωρήσεις για να διαπιστώσει εάν έχει διαπραχθεί απάτη, διαφθορά ή άλλη παράνομη δραστηριότητα που επηρεάζει τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης όσον αφορά επιχορήγηση ή σύμβαση που χρηματοδοτείται από την Ευρωπόλ, σύμφωνα με τις διατάξεις και τις διαδικασίες που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την ευρωπαϊκή υπηρεσία καταπολέμησης της απάτης (OLAF) και τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96 του Συμβουλίου, της 11ης Νοεμβρίου 1996, σχετικά με τους ελέγχους και εξακριβώσεις που διεξάγει επιτοπίως η Επιτροπή με σκοπό την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων από απάτες και λοιπές παρατυπίες(22).

4.  Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1, 2 και 3, οι συμφωνίες συνεργασίας με τρίτες χώρες και με διεθνείς οργανισμούς, οι συμβάσεις, οι συμφωνίες επιχορήγησης και οι αποφάσεις επιχορήγησης της Ευρωπόλ περιέχουν διατάξεις οι οποίες εξουσιοδοτούν ρητά το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο και την OLAF να διεξάγει λογιστικούς ελέγχους και έρευνες, σύμφωνα με τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους.

Άρθρο 69

Κανόνες ασφάλειας για την προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών

Η Ευρωπόλ θεσπίζει τους δικούς της κανόνες για την εχεμύθεια και την εμπιστευτικότητα, καθώς και για την προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών και ευαίσθητων μη διαβαθμισμένων πληροφοριών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λαμβανομένων υπόψη των βασικών αρχών και των ελάχιστων προδιαγραφών της απόφασης 2011/292/ΕΕ. Οι κανόνες αυτοί καλύπτουν, μεταξύ άλλων, τις διατάξεις για την ανταλλαγή, την επεξεργασία και την αποθήκευση τέτοιων πληροφοριών.

Άρθρο 70

Αξιολόγηση και αναθεώρηση

1.  Το αργότερο πέντε έτη [από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού], και ανά πενταετία εφεξής, η Επιτροπή αναθέτει αξιολόγηση, ιδίως, των επιπτώσεων, της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας της Ευρωπόλ και των εργασιακών πρακτικών της, καθώς και της λειτουργίας των μηχανισμών ελέγχου των δραστηριοτήτων της Ευρωπόλ από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα εθνικά κοινοβούλια. Η αξιολόγηση, ιδιαίτερα, εξετάζει την ενδεχόμενη ανάγκη τροποποίησης των στόχων της Ευρωπόλ και τις χρηματοδοτικές επιπτώσεις μιας τέτοιας τροποποίησης. [Τροπολογία 216]

2.  Η Επιτροπή διαβιβάζει και υποβάλλει την έκθεση αξιολόγησης μαζί με τα συμπεράσματά της επί της έκθεσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, συνοδευόμενη ενδεχομένως από πρόταση τροποποίησης του παρόντος κανονισμού, στη μικτή ομάδα κοινοβουλευτικού ελέγχου, στο Συμβούλιο, στα εθνικά κοινοβούλια και στο διοικητικό συμβούλιο. Επιπροσθέτως η Επιτροπή παρέχει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και τα εθνικά κοινοβούλια οιεσδήποτε άλλες πληροφορίες σχετικά με την αξιολόγηση, εάν της ζητηθεί. [Τροπολογία 217]

3.  Σε κάθε δεύτερη αξιολόγηση, η Επιτροπή αξιολογεί επίσης τα αποτελέσματα που πέτυχε η Ευρωπόλ σε σχέση με τους στόχους, την εντολή και τα καθήκοντά της. Αν η Επιτροπή κρίνει ότι δεν δικαιολογείται πλέον η συνέχιση της λειτουργίας της Ευρωπόλ σε σχέση με τους προκαθορισμένους στόχους και καθήκοντά της, μπορεί να εισηγηθεί την τροποποίηση ή την κατάργηση του παρόντος κανονισμού σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία. [Τροπολογία 218]

Άρθρο 71

Διοικητικές έρευνες

Οι δραστηριότητες της Ευρωπόλ υπόκεινται στον έλεγχο του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σύμφωνα με το άρθρο 228 ΣΛΕΕ.

Άρθρο 72

Έδρα

1.  Οι απαραίτητες ρυθμίσεις σχετικά με τη στέγαση της Ευρωπόλ στο κράτος μέλος υποδοχής και τις εγκαταστάσεις που πρέπει να θέσει στη διάθεσή της το εν λόγω κράτος μέλος, καθώς και οι ειδικοί κανόνες που ισχύουν στο κράτος μέλος υποδοχής για τον εκτελεστικό διευθυντή, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, το προσωπικό της Ευρωπόλ και τα μέλη των οικογενειών τους, ορίζονται στο πλαίσιο συμφωνίας σχετικά με την έδρα η οποία συνάπτεται μεταξύ της Ευρωπόλ και του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται η έδρα, η οποία συνάπτεται μόλις ληφθεί η έγκριση του διοικητικού συμβουλίου και σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός [2 ετών από την έναρξη ισχύος του κανονισμού].

2.  Το κράτος μέλος υποδοχής της Ευρωπόλ διασφαλίζει τις βέλτιστες δυνατές συνθήκες για την εύρυθμη λειτουργία της, συμπεριλαμβανομένων της πολύγλωσσης και με ευρωπαϊκό προσανατολισμό σχολικής εκπαίδευσης και των κατάλληλων δρομολογίων των μέσων μεταφοράς.

Κεφάλαιο XIII

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 73

Γενική νομική διαδοχή

1.  Η Ευρωπόλ, όπως ιδρύεται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, είναι ο γενικός νομικός διάδοχος όλων των συμβάσεων, υποχρεώσεων και περιουσιακών στοιχείων της Ευρωπόλ, όπως αυτή ιδρύθηκε με την απόφαση 2009/371/ΔΕΥ, και της Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Ακαδημίας (ΕΑΑ), όπως αυτή ιδρύθηκε με την απόφαση 2005/681/ΔΕΥ. [Τροπολογία 219]

2.  Ο παρών κανονισμός δεν επηρεάζει τη νομική ισχύ συμφωνιών που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού από την Ευρωπόλ, όπως ιδρύθηκε με την απόφαση 2009/371/ΔΕΥ.

3.  Ο παρών κανονισμός δεν επηρεάζει τη νομική ισχύ συμφωνιών που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού από την ΕΑΑ, όπως ιδρύθηκε βάσει της απόφασης 2005/681/ΔΕΥ του Συμβουλίου. [Τροπολογία 220]

4.  Κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου 3, η συμφωνία για την έδρα που συνήφθη βάσει της απόφασης 2005/681/ΔΕΥ του Συμβουλίου παύει να ισχύει από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. [Τροπολογία 221]

Άρθρο 74

Μεταβατικές ρυθμίσεις για το διοικητικό συμβούλιο

1.  Η θητεία των μελών του διοικητικού συμβουλίου της ΕΑΑ βάσει του άρθρου 10 της απόφασης 2005/681/ΔΕΥ του Συμβουλίου λήγει στις [ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού]. [Τροπολογία 222]

2.  Η θητεία των μελών του διοικητικού συμβουλίου της Ευρωπόλ βάσει του άρθρου 37 της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ λήγει στις [ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού].

3.  Το διοικητικό συμβούλιο, το οποίο συγκροτήθηκε βάσει του άρθρου 37 της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ, στο διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της ημερομηνίας έναρξης ισχύος και της ημερομηνίας εφαρμογής:

α)  ασκεί τα καθήκοντα του διοικητικού συμβουλίου που προβλέπονται στο άρθρο 14 του παρόντος κανονισμού·

β)  προετοιμάζει την έκδοση των κανόνων για τις υποχρεώσεις εμπιστευτικότητας και εχεμύθειας, καθώς και για την προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών της ΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 69 του παρόντος κανονισμού

γ)  καταρτίζει κάθε νομική πράξη η οποία είναι αναγκαία για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και

δ)  αναθεωρεί τα μη νομοθετικά μέτρα για την εφαρμογή της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ ώστε να μπορεί το διοικητικό συμβούλιο που συγκροτείται βάσει του άρθρου 13 του παρόντος κανονισμού να λάβει απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 78 παράγραφος 2.

4.  Η Επιτροπή λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, αμέσως μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, για να διασφαλίσει ότι το διοικητικό συμβούλιο που συγκροτείται σύμφωνα με το άρθρο 13 αρχίζει τις εργασίες του στις [ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού]

5.  Εντός έξι μηνών το αργότερο από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τα ονόματα των προσώπων που διόρισαν ως μέλη και αναπληρωματικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 13.

6.  Το διοικητικό συμβούλιο που συγκροτείται βάσει του άρθρου 13 του παρόντος κανονισμού πραγματοποιεί την πρώτη συνεδρίασή του στις [ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού]. Κατά τη συνεδρίαση αυτή λαμβάνει, εφόσον είναι αναγκαίο, απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 78 παράγραφος 2.

6α.  Το διοικητικό συμβούλιο εκπονεί λεπτομερείς διατάξεις σχετικά με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 67α και τις υποβάλλει στην Επιτροπή προς έγκριση. [Τροπολογία 223]

Άρθρο 75

Μεταβατικές διατάξεις για τον εκτελεστικό διευθυντή και τους αναπληρωτές διευθυντές

1.  Ο διευθυντής που διορίζεται βάσει του άρθρου 38 της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ εξακολουθεί, μέχρι τη λήξη της θητείας του, να ασκεί καθήκοντα εκτελεστικού διευθυντή κατά την έννοια του άρθρου 19 του παρόντος κανονισμού. Οι λοιποί όροι της σύμβασής του παραμένουν αμετάβλητοι. Εάν η θητεία του λήγει μετά την [ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] αλλά πριν από [ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού], τότε παρατείνεται αυτομάτως για ένα έτος από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

2.  Σε περίπτωση που ο εκτελεστικός διευθυντής δεν επιθυμεί ή δεν δύναται να ενεργήσει σύμφωνα με την παράγραφο 1, η Επιτροπή διορίζει έναν υπάλληλό της στη θέση αυτού ως προσωρινού εκτελεστικού διευθυντή ο οποίος ασκεί καθήκοντα εκτελεστικού διευθυντή για μέγιστο χρονικό διάστημα 18 μηνών, μέχρι να πραγματοποιηθούν οι διορισμοί που προβλέπονται στο άρθρο 56.

3.  Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζονται στους αναπληρωτές διευθυντές που διορίζονται βάσει του άρθρου 38 της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ.

4.  Ο διευθυντής της ΕΑΑ, ο οποίος διορίζεται βάσει του άρθρου 11 παράγραφος 1 της απόφασης 2005/681/ΔΕΥ, ασκεί, για το υπόλοιπο της θητείας του, καθήκοντα αναπληρωτή εκτελεστικού διευθυντή της Ευρωπόλ αρμόδιου για θέματα κατάρτισης. Οι λοιποί όροι της σύμβασής του παραμένουν αμετάβλητοι. Εάν η θητεία του λήγει μετά την [ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] αλλά πριν από [ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού], τότε παρατείνεται αυτομάτως για ένα έτος από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. [Τροπολογία 224]

Άρθρο 76

Μεταβατικές διατάξεις για τον προϋπολογισμό

1.  Για κάθε ένα από τα τρία οικονομικά έτη που έπονται της έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού, τουλάχιστον 8 εκατομμύρια ευρώ των δαπανών λειτουργίας της Ευρωπόλ αντιστοιχούν σε δαπάνες για την κατάρτιση, όπως περιγράφεται στο κεφάλαιο ΙΙΙ. [Τροπολογία 225]

2.  Η διαδικασία απαλλαγής ως προς τα κονδύλια που εγκρίνονται βάσει του άρθρου 42 της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ διεξάγεται σύμφωνα με τους κανόνες του άρθρου 43 της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ και τους δημοσιονομικούς κανόνες της Ευρωπόλ.

Κεφάλαιο XIV

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 77

Αντικατάσταση

Ο παρών κανονισμός αντικαθιστά και καταργεί την απόφαση 2009/371/ΔΕΥ και την απόφαση 2005/681/ΔΕΥ.

Οι παραπομπές στις αντικατασταθείσες αποφάσεις στην αντικατασταθείσα απόφαση εκλαμβάνονται ως παραπομπές στον παρόντα κανονισμό. [Τροπολογία 226]

Άρθρο 78

Κατάργηση

1.  Όλα τα νομοθετικά μέτρα για την εφαρμογή των αποφάσεων της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ και 2005/681/ΔΕΥ καταργούνται από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

2.  Όλα τα μη νομοθετικά μέτρα για την εφαρμογή της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (Ευρωπόλ) και της απόφασης 2005/681/ΔΕΥ για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Ακαδημίας (ΕΑΑ) παραμένουν σε ισχύ μετά την [ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού], με την επιφύλαξη διαφορετικής απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της Ευρωπόλ κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. [Τροπολογία 227]

Άρθρο 79

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

1.  Ο παρών κανονισμός τίθεται σε ισχύ την 20ή ημέρα μετά τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.  Εφαρμόζεται από [ημερομηνία εφαρμογής].

Εντούτοις, τα άρθρα 73, 74 και 75 εφαρμόζονται από [ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

...,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

Κατάλογος αξιόποινων πράξεων σε σχέση με τις οποίες η Ευρωπόλ υποστηρίζει και ενισχύει τη δράση των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών και την αμοιβαία συνεργασία τους σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού

—  τρομοκρατία,

—  οργανωμένο έγκλημα,

—  παράνομη διακίνηση ναρκωτικών,

—  νομιμοποίηση προσόδων από παράνομες δραστηριότητες,

—  εγκληματικές πράξεις συνδεόμενες με πυρηνικές και ραδιενεργές ουσίες,

—  κυκλώματα παράνομης μετανάστευσης,

—  εμπορία ανθρώπων,

—  εγκλήματα σχετικά με μηχανοκίνητα οχήματα,

—  ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, βαριά σωματική βλάβη,

—  παράνομο εμπόριο ανθρωπίνων οργάνων και ιστών,

—  απαγωγή, παράνομη κατακράτηση και περιαγωγή σε ομηρία,

—  ρατσισμός και ξενοφοβία,

—  ληστεία,

—  παράνομη διακίνηση πολιτιστικών αγαθών, συμπεριλαμβανομένων των αρχαιοτήτων και των έργων τέχνης,

—  υπεξαίρεση και απάτη, περιλαμβανομένης απάτης που θίγει τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης

—  «προστασία» έναντι χρημάτων και εκβίαση,

—  παραποίηση/απομίμηση και πειρατεία προϊόντων,

—  πλαστογραφία και διακίνηση διοικητικών εγγράφων,

—  πλαστογραφία χρημάτων και μέσων πληρωμής,

—  εγκλήματα στον τομέα της πληροφορικής,

—  διαφθορά,

—  παράνομη διακίνηση όπλων, πυρομαχικών και εκρηκτικών,

—  παράνομο εμπόριο απειλούμενων ζωικών ειδών,

—  παράνομο εμπόριο απειλούμενων φυτικών ειδών και φυτικών ποικιλιών,

—  περιβαλλοντικά αδικήματα, περιλαμβανομένης της ρύπανσης από τα πλοία,

—  παράνομη διακίνηση ορμονικών ουσιών και άλλων αυξητικών παραγόντων,

—  σεξουαλική κακοποίηση και σεξουαλική εκμετάλλευση ατόμων, ειδικότερα δε γυναικών και παιδιών. [Τροπολογία 228]

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

Κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και κατηγορίες προσώπων τα δεδομένα των οποίων μπορούν να συλλέγονται και να υποβάλλονται σε επεξεργασία για τον σκοπό του διασταυρούμενου ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 24 παράγραφος 1 στοιχείο α)

1.  Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που συλλέγονται για σκοπούς διασταυρούμενου ελέγχου αφορούν:

α)  πρόσωπα τα οποία, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους, είναι ύποπτα για διάπραξη ή συμμετοχή σε αξιόποινη πράξη η οποία εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Ευρωπόλ ή τα οποία έχουν καταδικασθεί για τη διάπραξη μιας τέτοιας αξιόποινης πράξης·

β)  πρόσωπα για τα οποία υπάρχουν πραγματικές ενδείξεις ή εύλογοι λόγοι δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους για να πιστεύεται ότι πρόκειται να διαπράξουν αξιόποινες πράξεις οι οποίες εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρωπόλ.

2.  Στα δεδομένα που αφορούν τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 πρόσωπα επιτρέπεται να συμπεριλαμβάνονται μόνο οι ακόλουθες κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα:

α)  επώνυμο, πατρικό όνομα γυναίκας, ονόματα και ενδεχομένως προσωνυμίες ή ψευδώνυμα·

β)  ημερομηνία και τόπο γέννησης·

γ)  ιθαγένεια·

δ)  φύλο·

ε)  τόπος διαμονής, επάγγελμα και τόπος όπου ενδέχεται να βρίσκεται ο ενδιαφερόμενος·

στ)  αριθμοί κοινωνικής ασφάλισης, άδειες οδήγησης, έγγραφα ταυτότητας και στοιχεία διαβατηρίου και

ζ)  εφόσον απαιτείται, άλλα χαρακτηριστικά που πιθανόν να διευκολύνουν την εξακρίβωση της ταυτότητας, συμπεριλαμβανομένων τυχόν ιδιαίτερων, αντικειμενικών και σταθερών σωματικών χαρακτηριστικών, όπως δακτυλοσκοπικά αποτυπώματα και προφίλ DNA (που έχουν καταρτισθεί από το μη κωδικοποιητικό τμήμα του DNA).

3.  Πέραν των δεδομένων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, μπορούν να συλλέγονται οι ακόλουθες κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σχετικά με τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1:

α)  αξιόποινες πράξεις, εικαζόμενες αξιόποινες πράξεις, καθώς και ο χρόνος, ο τόπος και ο τρόπος τέλεσης των (εικαζόμενων) αξιόποινων πράξεων·

β)  μέσα που χρησιμοποιήθηκαν ή ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν με σκοπό την τέλεση των αξιόποινων πράξεων, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών για νομικά πρόσωπα·

γ)  αρμόδιες για τη διεκπεραίωση της υπόθεσης μονάδες και σχετικά στοιχεία καταχώρισης·

δ)  υποψία συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση·

ε)  ποινικές καταδίκες, εφόσον αφορούν αξιόποινες πράξεις οι οποίες εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρωπόλ·

στ)  το μέρος που έχει εισαγάγει τα δεδομένα.

Τα δεδομένα αυτά επιτρέπεται επίσης να παρέχονται στην Ευρωπόλ έστω και αν δεν περιέχουν ακόμη αναφορές σε συγκεκριμένα πρόσωπα.

4.  Οι συμπληρωματικές πληροφορίες τις οποίες κατέχει η Ευρωπόλ ή οι εθνικές μονάδες και που αφορούν τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μπορούν να κοινολογούνται, κατόπιν αιτήσεως, σε οποιαδήποτε εθνική μονάδα ή στην Ευρωπόλ. Οι εθνικές μονάδες τηρούν εν προκειμένω τις διατάξεις της εθνικής τους νομοθεσίας.

5.  Αν η διαδικασία κατά του εμπλεκομένου προσώπου παύσει οριστικά ή αν το πρόσωπο αυτό αθωωθεί οριστικά, τα δεδομένα σχετικά με την υπόθεση για την οποία αποφασίστηκε η οριστική παύση ή αθώωση διαγράφονται.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ

Κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και κατηγορίες προσώπων των οποίων τα δεδομένα μπορούν να συλλέγονται και να υποβάλλονται σε επεξεργασία για τους σκοπούς στρατηγικών ή άλλων γενικών αναλύσεων και επιχειρησιακών αναλύσεων (όπως αναφέρεται στο άρθρο 24 παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ)

1.  Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που συλλέγοντα για σκοπούς στρατηγικών ή άλλων γενικών αναλύσεων και επιχειρησιακών αναλύσεων αφορούν:

α)  πρόσωπα τα οποία, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους, είναι ύποπτα για διάπραξη ή συμμετοχή σε αξιόποινη πράξη η οποία εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Ευρωπόλ ή τα οποία έχουν καταδικασθεί για τη διάπραξη μιας τέτοιας αξιόποινης πράξης·

β)  πρόσωπα για τα οποία υπάρχουν πραγματικές ενδείξεις ή εύλογοι λόγοι δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους για να πιστεύεται ότι πρόκειται να διαπράξουν αξιόποινες πράξεις οι οποίες εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρωπόλ·

γ)  πρόσωπα τα οποία ενδέχεται να κληθούν να καταθέσουν σε έρευνες σχετικές με τις εκάστοτε αξιόποινες πράξεις ή στο πλαίσιο συνακόλουθης ποινικής διαδικασίας·

δ)  πρόσωπα τα οποία υπήρξαν θύματα μιας εκ των επίμαχων αξιοποίνων πράξεων ή για τα οποία υπάρχουν ενδείξεις ότι θα μπορούσαν να είναι θύματα μιας τέτοιας αξιόποινης πράξης·

ε)  πρόσωπα επαφής και συμπράττοντα πρόσωπα και

στ)  πρόσωπα που δύνανται να παράσχουν πληροφορίες για τις εκάστοτε αξιόποινες πράξεις.

2.  Όσον αφορά τις κατηγορίες προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β), μπορεί να πραγματοποιείται επεξεργασία των ακόλουθων κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, περιλαμβανομένων και των συναφών διοικητικών δεδομένων:

α)  Προσωπικά στοιχεία:

i)  Σημερινό επώνυμο και παλαιότερα

ii)  Σημερινό όνομα και παλαιότερα

iii)  Πατρικό επώνυμο (για τις γυναίκες)

iv)  Όνομα πατέρα (όταν είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση ταυτότητας)

v)  Όνομα μητέρας (όταν είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση ταυτότητας)

vi)  Φύλο

vii)  Ημερομηνία γέννησης

viii)  Τόπος γέννησης

ix)  Ιθαγένεια

x)  Οικογενειακή κατάσταση

xi)  Άλλα ονόματα

xii)  Προσωνυμίες

xiii)  Ψευδώνυμα

xiv)  Σημερινή και παλαιότερη κατοικία ή/και μόνιμη διαμονή

β)  Σωματικά χαρακτηριστικά:

i)  Σωματική περιγραφή

ii)  Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (σημάδια/ουλές/τατουάζ κ.λπ.)

γ)  Στοιχεία εξακρίβωσης ταυτότητας:

i)  Έγγραφα αποδεικτικά ταυτότητας/άδεια οδήγησης

ii)  Αριθμός εθνικού δελτίου ταυτότητας/διαβατηρίου

iii)  Εθνικοί αριθμοί μητρώου/κοινωνικής ασφάλισης, εάν υπάρχουν

iv)  Οπτικές εικονίσεις και άλλες πληροφορίες για την εμφάνιση του προσώπου

v)  Αναγνωριστικά στοιχεία που υπάγονται στο πεδίο των εγκληματολογικών πληροφοριών, όπως δακτυλικά αποτυπώματα, προφίλ DNA (που λαμβάνεται από το μη κωδικοποιητικό τμήμα DNA), προφίλ φωνής, ομάδα αίματος, οδοντιατρικά στοιχεία

δ)  Επάγγελμα και δεξιότητες:

i)  Σημερινή απασχόληση και επαγγελματική δραστηριότητα

ii)  Παλαιότερη απασχόληση και επαγγελματική δραστηριότητα

iii)  Εκπαίδευση (σχολική/πανεπιστημιακή/επαγγελματική)

iv)  Επαγγελματικά προσόντα

v)  Δεξιότητες και άλλες γνώσεις (γλωσσικές/άλλες)

ε)  Οικονομικά στοιχεία:

i)  Χρηματοπιστωτικά στοιχεία (τραπεζικοί λογαριασμοί και κωδικοί, πιστωτικές κάρτες κ.λπ.)

ii)  Χρηματική περιουσία

iii)  Μετοχές και άλλα περιουσιακά στοιχεία

iv)  Ακίνητη περιουσία

v)  Σχέσεις με επιχειρήσεις

vi)  Τραπεζικές και πιστωτικές επαφές

vii)  Φορολογική κατάσταση

viii)  Άλλα στοιχεία για τη διαχείριση των οικονομικών του προσώπου

στ)  Πληροφορίες ως προς τη συμπεριφορά:

i)  Τρόπος ζωής (ενδεχομένως υπερβολικά πολυτελής) και συνήθειες

ii)  Μετακινήσεις

iii)  Μέρη στα οποία συχνάζει

iv)  Όπλα και άλλα επικίνδυνα όργανα

v)  Βαθμός επικινδυνότητας

vi)  Συγκεκριμένοι κίνδυνοι, όπως πιθανότητα φυγής, χρησιμοποίηση διπλών πρακτόρων, διασυνδέσεις με προσωπικό αρχών επιβολής του νόμου

vii)  Στοιχεία χαρακτήρα με εγκληματολογική σημασία

viii)  Χρήση ναρκωτικών

ζ)  Πρόσωπα επαφής και συνοδείας, περιλαμβανομένου του τύπου και της φύσης των επαφών ή της συνοδείας

η)  Χρησιμοποιούμενα μέσα επικοινωνίας, όπως τηλέφωνο (σταθερό/κινητό), φαξ, σύστημα τηλεειδοποίησης, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ταχυδρομικές διευθύνσεις, συνδέσεις στο Διαδίκτυο

θ)  Χρησιμοποιούμενα μεταφορικά μέσα, όπως αυτοκίνητα, σκάφη, αεροπλάνα, και αναγνωριστικά τους στοιχεία (αριθμοί κυκλοφορίας/νηολόγησης)

ι)  Πληροφορίες σχετικά με εγκληματικές δραστηριότητες:

i)  Προηγούμενες καταδίκες

ii)  Εικαζόμενη συμμετοχή σε εγκληματικές δραστηριότητες

iii)  Τρόποι δράσης

iv)  Μέσα που χρησιμοποιήθηκαν ή ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν για την προπαρασκευή ή/και τη διάπραξη εγκληματικών πράξεων

v)  Συμμετοχή σε εγκληματικές ομάδες/οργανώσεις και θέση μέσα στην ομάδα/οργάνωση

vi)  Ρόλος μέσα στην εγκληματική οργάνωση

vii)  Γεωγραφική κλίμακα εγκληματικών δραστηριοτήτων

viii)  Υλικό που συλλέχθηκε κατά τις έρευνες, όπως μαγνητοσκοπήσεις και φωτογραφίες

ια)  Αναφορές σε άλλα συστήματα πληροφοριών στα οποία έχουν καταχωρισθεί προσωπικά στοιχεία:

i)  Ευρωπόλ

ii)  Αστυνομικές/τελωνειακές υπηρεσίες

iii)  Άλλες αρχές επιβολής του νόμου

iv)  Διεθνείς οργανισμοί

v)  Δημόσιοι φορείς

vi)  Ιδιωτικοί φορείς

ιβ)  Πληροφορίες για νομικά πρόσωπα σχετιζόμενα με τα αναφερόμενα στα στοιχεία ε) και ι):

i)  Ονομασία νομικού προσώπου

ii)  Τόπος

iii)  Ημερομηνία και τόπος σύστασης

iv)  Αριθμός διοικητικού μητρώου

v)  Νομική μορφή

vi)  Κεφάλαιο

vii)  Τομέας δραστηριότητας

viii)  Θυγατρικές εσωτερικού και εξωτερικού

ix)  Διοικητικό συμβούλιο

x)  Δεσμοί με τράπεζες.

3.  Ως «πρόσωπα επαφής και συμπράττοντα πρόσωπα», σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο ε), λογίζονται τα πρόσωπα μέσω των οποίων υπάρχουν επαρκείς λόγοι να πιστεύεται ότι είναι δυνατόν να αντληθούν πληροφορίες για τα πρόσωπα της παραγράφου 1 στοιχεία α) και β) του παρόντος παραρτήματος, τα οποία έχουν σημασία για την ανάλυση, υπό την προϋπόθεση ότι δεν συμπεριλαμβάνονται σε κάποια από τις κατηγορίες προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α), β), γ), δ) και στ). Πρόσωπα επαφής είναι εκείνα τα οποία διατηρούν σποραδικές επαφές με τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β). Συμπράττοντα είναι τα πρόσωπα τα οποία διατηρούν τακτικές επαφές με τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β).

Όσον αφορά τα πρόσωπα επαφής και τα συμπράττοντα πρόσωπα, μπορούν σύμφωνα με την παράγραφο 2 να αποθηκεύονται δεδομένα ανάλογα με τις ανάγκες, εφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι τα δεδομένα αυτά χρειάζονται για την ανάλυση του ρόλου τους ως προσώπων επαφής ή συμπραττόντων.

Προς τούτο, λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα:

α)  η σχέση των προσώπων αυτών με τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β) αποσαφηνίζεται όσο το δυνατόν ταχύτερα·

β)  εάν αποδειχθεί αβάσιμη η πεποίθηση ύπαρξης σχέσης των προσώπων αυτών με τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β), τα δεδομένα διαγράφονται χωρίς καθυστέρηση·

γ)  εάν τα πρόσωπα αυτά είναι ύποπτα για διάπραξη αξιόποινης πράξης που εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Ευρωπόλ, ή έχουν καταδικαστεί για την τέλεση τέτοιων αξιόποινων πράξεων, ή υπάρχουν πραγματικές ενδείξεις ή εύλογοι λόγοι δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους να πιστεύεται ότι πρόκειται να διαπράξουν αξιόποινες πράξεις, μπορούν να αποθηκεύονται όλα τα δεδομένα που αναφέρονται στην παράγραφο 2·

δ)  δεν αποθηκεύονται δεδομένα σχετικά με τα πρόσωπα επαφής και τα συμπράττοντα πρόσωπα των προσώπων επαφής και των συμπραττόντων, εκτός από δεδομένα για το είδος και τη φύση των επαφών και σχέσεών τους με τα πρόσωπα της παραγράφου 1 στοιχεία α) και β)·

ε)  εάν δεν είναι δυνατό να διαπιστωθούν σαφώς τα αναφερόμενα στα προηγούμενα στοιχεία, αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν αποφασίζεται η ανάγκη και η έκταση της αποθήκευσης δεδομένων για την περαιτέρω ανάλυση.

4.  Όσον αφορά τα πρόσωπα που, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ), υπήρξαν θύματα ενός από τα υπό εξέταση αδικήματα ή για τα οποία υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι θα μπορούσαν να είναι θύματα τέτοιου αδικήματος, επιτρέπεται η αποθήκευση δεδομένων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο α) σημείο «i» έως την παράγραφο 2 στοιχείο γ) σημείο «iii» του παρόντος παραρτήματος, καθώς και δεδομένων των ακόλουθων κατηγοριών:

α)  Πληροφορίες αναγνώρισης των θυμάτων

β)  Για ποιους λόγους κατέστησαν θύματα

γ)  Βλάβες (σωματικές/οικονομικές/ψυχολογικές/άλλες)

δ)  Εγγύηση της ανωνυμίας

ε)  Δυνατότητα παραστάσεως σε ακροαματική διαδικασία

στ)  Πληροφορίες περί εγκλημάτων που παρέχονται εκ μέρους ή διαμέσου των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ), μεταξύ των οποίων και πληροφορίες για τις σχέσεις τους με άλλα πρόσωπα, εφόσον είναι αναγκαίες για την αναγνώριση των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β).

Εάν αυτό απαιτείται, μπορούν να αποθηκεύονται και άλλα δεδομένα, σύμφωνα με την παράγραφο 2, εφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι χρειάζονται για την ανάλυση του ρόλου των προσώπων ως θυμάτων ή δυνητικών θυμάτων.

Τα δεδομένα που δεν χρειάζονται για περαιτέρω ανάλυση διαγράφονται.

5.  Όσον αφορά τα πρόσωπα που, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ), μπορούν να κλητευθούν ως μάρτυρες σε έρευνες που έχουν σχέση με τις υπό εξέταση αξιόποινες πράξεις ή με συνακόλουθες ποινικές διώξεις, επιτρέπεται η αποθήκευση δεδομένων σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο α) σημείο «i» έως την παράγραφο 2 στοιχείο γ) σημείο «iii» του παρόντος παραρτήματος, καθώς και δεδομένων των κατηγοριών που ανταποκρίνονται στα ακόλουθα κριτήρια:

α)  Πληροφορίες περί εγκλημάτων παρεχόμενες από τα πρόσωπα αυτά, συμπεριλαμβανομένων και πληροφοριών για τις σχέσεις τους με άλλα πρόσωπα που περιέχονται στο αρχείο δεδομένων εργασίας προς ανάλυση

β)  Εγγύηση της ανωνυμίας

γ)  Εγγύηση προστασίας και εκ μέρους ποίου

δ)  Νέα ταυτότητα

ε)  Δυνατότητα παραστάσεως σε ακροαματική διαδικασία.

Εάν αυτό απαιτείται, μπορούν να αποθηκεύονται και άλλα δεδομένα, σύμφωνα με την παράγραφο 2, εφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι χρειάζονται για την ανάλυση του ρόλου των ανωτέρω προσώπων ως μαρτύρων.

Τα δεδομένα που δεν χρειάζονται για περαιτέρω ανάλυση διαγράφονται.

6.  Όσον αφορά τα πρόσωπα που, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο στ), μπορούν να παράσχουν πληροφορίες για τις υπό εξέταση αξιόποινες πράξεις, επιτρέπεται η αποθήκευση δεδομένων σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο α) σημείο «i» έως την παράγραφο 2 στοιχείο γ) σημείο «iii» του παρόντος παραρτήματος, καθώς και δεδομένων των κατηγοριών που ανταποκρίνονται στα ακόλουθα κριτήρια:

α)  Κωδικοποιημένα στοιχεία προσωπικού χαρακτήρα

β)  Τύπος των παρεχόμενων πληροφοριών

γ)  Εγγύηση της ανωνυμίας

δ)  Εξασφάλιση προστασίας και εκ μέρους ποίου

ε)  Νέα ταυτότητα

στ)  Δυνατότητα παραστάσεως σε ακροαματική διαδικασία

ζ)  Αρνητικές εμπειρίες

η)  Ανταμοιβή (Χρηματική/εξυπηρετήσεις).

Εάν απαιτείται, μπορούν να αποθηκεύονται και άλλα δεδομένα, σύμφωνα με την παράγραφο 2, εφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι χρειάζονται για την ανάλυση του ρόλου των ανωτέρω προσώπων ως πληροφοριοδοτών.

Τα δεδομένα που δεν χρειάζονται για περαιτέρω ανάλυση διαγράφονται.

7.  Εάν, οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της ανάλυσης, καταστεί σαφές, βάσει σοβαρών και αποδεδειγμένων ενδείξεων, ότι κάποιο πρόσωπο θα έπρεπε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν παράρτημα, να περιληφθεί σε άλλη κατηγορία προσώπων από εκείνη στην οποία είχε αρχικά περιληφθεί, τότε η Ευρωπόλ μπορεί να επεξεργάζεται μόνο τα δεδομένα που επιτρέπονται για τα πρόσωπα της νέας αυτής κατηγορίας, ενώ όλα τα άλλα δεδομένα διαγράφονται.

Εάν από τις παραπάνω ενδείξεις καταδεικνύεται ότι κάποιο πρόσωπο θα έπρεπε να περιληφθεί σε δύο ή περισσότερες κατηγορίες προσώπων σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν παράρτημα, τότε η Ευρωπόλ μπορεί να επεξεργάζεται όλα τα δεδομένα που επιτρέπονται για τα πρόσωπα των κατηγοριών αυτών.

(1) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 25ης Φεβρουαρίου 2014.
(2)Απόφαση 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 6ης Απριλίου 2009 , για την ίδρυση Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (Ευρωπόλ) (ΕΕ L 121 της 15.5.2009, σ. 37).
(3)ΕΕ C 316 της 27.11.1995, σ. 1.
(4)ΕΕ L 256 της 1.10.2005, σ. 63.
(5)ΕΕ C 115 της 4.5.2010, σ. 1.
(6)Να προστεθεί παραπομπή στην εκδοθείσα οδηγία (πρόταση: COM(2013)0048 τελικό).
(7)Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1).
(8)Σύμβαση για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, Στρασβούργο, 28.1.1981.
(9)Σύσταση αριθ. R(87) 15 της επιτροπής υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης προς τα κράτη μέλη σχετικά με τη ρύθμιση της χρήσης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον αστυνομικό τομέα, 17.9.1987.
(10)Απόφαση πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2008, για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τυγχάνουν επεξεργασίας στο πλαίσιο της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις (ΕΕ L 350 της 30.12.2008, σ. 60).
(11)Κανονισμός (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968, περί καθορισμού του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και περί θεσπίσεως ειδικών μέτρων προσωρινώς εφαρμοστέων στους υπαλλήλους της Επιτροπής (ΕΕ L 56 της 4.3.1968, σ. 1).
(12)Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου (ΕΕ L 298 της 26.10.2012, σ. 1).
(13)Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (ΕΕ L 136 της 31.5.1999, σ. 1).
(14)Απόφαση 2011/292/ΕΕ του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2011, σχετικά με τους κανόνες ασφαλείας για την προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών της ΕΕ (ΕΕ L 141 της 27.5.2011, σ. 17).
(15)Απόφαση 2005/511/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2005, σχετικά με την προστασία του ευρώ από την παραχάραξη και κιβδηλεία μέσω του ορισμού της Ευρωπόλ ως κεντρικής υπηρεσίας για την καταπολέμηση της παραχάραξης και κιβδηλείας του ευρώ (ΕΕ L 185 της 16.7.2005, σ. 35).
(16) Οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31).
(17) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ L 145 της 31.5.2001, σ. 43).
(18) Όπως ορίζεται στην απόφαση του Προεδρείου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 15 Απριλίου 2013.
(19)ΕΕ L 362 της 31.12.2012, σ. 1.
(20)ΕΟΚ Συμβούλιο: Κανονισμός αριθ. 1 περί καθορισμού του γλωσσικού καθεστώτος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ 17 της 6.10.1958, σ. 385/58).
(21)ΕΕ L 136 της 31.5.1999, σ. 15.
(22)Κανονισμός (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96 του Συμβουλίου, της 11ης Νοεμβρίου 1996, σχετικά με τους ελέγχους και εξακριβώσεις που διεξάγει επιτοπίως η Επιτροπή με σκοπό την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων από απάτες και λοιπές παρατυπίες (ΕΕ L 292 της 15.11.1996, σ. 2).

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου