Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2014/2253(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0242/2015

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0242/2015

Συζήτηση :

PV 10/09/2015 - 3
CRE 10/09/2015 - 3

Ψηφοφορία :

PV 10/09/2015 - 8.9
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2015)0322

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 446kWORD 135k
Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2015 - Στρασβούργο Οριστική έκδοση
Ετήσιες εκθέσεις αριθ. 30 και 31 για την παρακολούθηση της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ (2012-2013)
P8_TA(2015)0322A8-0242/2015

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 10ης Σεπτεμβρίου 2015 σχετικά με την 30ή και 31η ετήσια έκθεση για τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ (2012-2013) (2014/2253(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την 30ή ετήσια έκθεση για τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ (2012) (COM(2013)0726),

–  έχοντας υπόψη την 31η ετήσια έκθεση για τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ (2013) (COM(2014)0612),

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής με τίτλο «Έκθεση αξιολόγησης της πρωτοβουλίας EU Pilot» (COM(2010)0070),

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής με τίτλο «Δεύτερη έκθεση αξιολόγησης της πρωτοβουλίας EU Pilot» (COM(2011)0930),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 20ής Μαρτίου 2002, όσον αφορά τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα στον τομέα των παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου (COM(2002)0141),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 2ας Απριλίου 2012 με τίτλο «Επικαιροποίηση του χειρισμού των σχέσεων με τους καταγγέλλοντες όσον αφορά την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης» (COM(2012)0154),

–  έχοντας υπόψη τη συμφωνία-πλαίσιο για τις σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής(1),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 4ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με την 29η ετήσια έκθεση για τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2011)(2),

–  έχοντας υπόψη τη μελέτη: «Οι επιπτώσεις της κρίσης στον τομέα των θεμελιωδών δικαιωμάτων στα κράτη μέλη της ΕΕ – Συγκριτική ανάλυση»(3),

–  έχοντας υπόψη τη δέσμη μέτρων για τη βελτίωση της νομοθεσίας που ενέκρινε η Επιτροπή στις 19 Μαΐου 2015,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 και το άρθρο 132 παράγραφος 2 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων, της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων, της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων και της Επιτροπής Αναφορών (A8-0242/2015),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 17 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) ορίζει τον θεμελιώδη ρόλο της Επιτροπής ως «θεματοφύλακα των Συνθηκών»·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 ΣΕΕ, ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ) έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες, απευθύνεται δε στα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης και στα κράτη μέλη όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης (άρθρο 51 παράγραφος 1 ΧΘΔΕΕ)·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 258 παράγραφοι 1 και 2 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή διαβιβάζει αιτιολογημένη γνώμη σε κράτος μέλος, όταν κρίνει ότι αυτό δεν εκπλήρωσε υποχρέωσή του εκ των Συνθηκών, και δύναται να προσφύγει στο Δικαστήριο, εάν το εν λόγω κράτος μέλος δεν συμμορφωθεί με τη γνώμη αυτή εντός προθεσμίας που του τάσσει η Επιτροπή·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η συμφωνία -πλαίσιο για τις σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προβλέπει ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με όλες τις διαδικασίες επί παραβάσει με βάση προειδοποιητικές επιστολές, αλλά δεν καλύπτει την άτυπη διαδικασία «EU Pilot», που προηγείται της κίνησης επίσημης διαδικασίας επί παραβάσει·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 41 ΧΘΔΕΕ ορίζει το δικαίωμα στη χρηστή διοίκηση ως το δικαίωμα κάθε προσώπου στην αμερόληπτη, δίκαιη και εντός ευλόγου προθεσμίας εξέταση των υποθέσεών του από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης και ότι το άρθρο 298 ΣΛΕΕ προβλέπει ότι, κατά την εκπλήρωση της αποστολής τους, τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί της Ένωσης στηρίζονται σε ευρωπαϊκή διοίκηση ανοιχτή, αποτελεσματική και ανεξάρτητη·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 51 ΧΘΔΕΕ περιορίζει την υποχρέωση συμμόρφωσης των κρατών μελών προς τον Χάρτη στις περιπτώσεις που εφαρμόζουν το δίκαιο της ΕΕ, αλλά δεν προβλέπει ανάλογο περιορισμό για τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον Χάρτη για τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, στο πλαίσιο της πρόσφατης χρηματοπιστωτικής κρίσης τα κράτη μέλη υποχρεώθηκαν να λάβουν μέτρα που θέτουν σε κίνδυνο το πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ, ιδίως διατάξεις σχετικά με την προστασία των κοινωνικών και οικονομικών δικαιωμάτων·

1.  σημειώνει ότι, σύμφωνα με την Κοινή Πολιτική Δήλωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 27ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα, η Επιτροπή υπέβαλε στους δύο συννομοθέτες έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της·

2.  χαιρετίζει την 30η και την 31η ετήσια έκθεση της Επιτροπής σχετικά με τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ, και επισημαίνει ότι, σύμφωνα με τις εκθέσεις αυτές, οι τέσσερεις τομείς στους οποίους τα κράτη μέλη υποβλήθηκαν σε διαδικασίες επί παραβάσει για θέματα μεταφοράς του δικαίου της ΕΕ κατά το 2012 ήταν οι μεταφορές, η προστασία της υγείας και των καταναλωτών, η προστασία του περιβάλλοντος και θέματα που συνδέονται με την εσωτερική αγορά και τις υπηρεσίες, ενώ το 2013 οι πλέον προβληματικοί τομείς ήταν το περιβάλλον, η προστασία της υγείας και των καταναλωτών, η εσωτερική αγορά και οι υπηρεσίες, καθώς και οι μεταφορές· υπενθυμίζει ωστόσο ότι αυτή η εκ των υστέρων αξιολόγηση δεν αντικαθιστά το καθήκον της Επιτροπής να εποπτεύει αποτελεσματικά και έγκαιρα την εφαρμογή και εκτέλεση του δικαίου της ΕΕ, επισημαίνει δε ότι το Κοινοβούλιο θα μπορούσε να βοηθήσει στην εξέταση της εφαρμογής της νομοθεσίας μέσω του ελέγχου που ασκεί στην Επιτροπή·

3.  υπενθυμίζει ότι σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση που εδράζεται στο κράτος δικαίου και στην ασφάλεια και προβλεψιμότητα του νόμου, θα πρέπει οι πολίτες της ΕΕ, πρώτα από όλους, να είναι σε θέση να γνωρίζουν με σαφή, προσιτό, διαφανή και γρήγορο τρόπο (μέσω Διαδικτύου και με άλλα μέσα) ποιοι εθνικοί νόμοι, εφόσον υπάρχουν, έχουν εγκριθεί με μεταφορά του δικαίου της ΕΕ στην εσωτερική νομοθεσία, και ποιες εθνικές αρχές είναι υπεύθυνες για τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής τους·

4.  επισημαίνει ότι οι πολίτες και οι επιχειρήσεις προσδοκούν ένα απλό, προβλέψιμο και αξιόπιστο κανονιστικό πλαίσιο·

5.  προτρέπει την Επιτροπή, όταν καταρτίζει και αξιολογεί νομοθεσία, να λαμβάνει περισσότερο υπόψη το βάρος που μπορεί να συνεπάγεται για τις ΜΜΕ·

6.  ζητεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να συντονίζουν τις προσπάθειές τους σε προγενέστερο στάδιο της νομοθετικής διαδικασίας, ώστε να εξασφαλίζεται ότι το τελικό αποτέλεσμα θα μπορεί να εφαρμοστεί πιο αποτελεσματικά·

7.  επισημαίνει ότι η καθυστερημένη μεταφορά, η μη σωστή μεταφορά και η κακή εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας μπορούν να οδηγήσουν σε διαφοροποίηση μεταξύ των κρατών μελών και να στρεβλώσουν τους όρους ανταγωνισμού σε ολόκληρη την ΕΕ·

8.  καλεί την Επιτροπή να αντιμετωπίζει σε βάση ισότητας όλα τα κράτη μέλη, ανεξαρτήτως μεγέθους ή χρονολογίας προσχώρησής τους στην ΕΕ·

9.  επισημαίνει ότι η εφαρμογή και μεταφορά της νομοθεσίας της ΕΕ εξακολουθούν να παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ των κρατών μελών· σημειώνει ότι οι πολίτες που επιθυμούν να ζήσουν, να εργαστούν και να αναπτύξουν επιχειρηματικές δραστηριότητες σε ένα άλλο κράτος μέλος αντιμετωπίζουν στην καθημερινότητά τους συνεχείς δυσκολίες λόγω της διαφορετικής εφαρμογής της νομοθεσίας της ΕΕ στις έννομες τάξεις των κρατών μελών·

10.  υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή είναι, σύμφωνα με το άρθρο 17 ΣΕΕ, υπεύθυνη για τη διασφάλιση της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρο 6 παράγραφος 1 ΣΕΕ), οι διατάξεις του οποίου απευθύνονται στα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης και στα κράτη μέλη όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης (άρθρο 51 παράγραφος 1 ΧΘΔΕΕ)· υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή έχει την εξουσία να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει σύμφωνα με τα άρθρα 258 και 260 ΣΛΕΕ, για να διασφαλίσει τον σεβασμό του δικαίου της ΕΕ· ζητεί ωστόσο από την Επιτροπή να διευκολύνει το Κοινοβούλιο κατά την άσκηση του ρόλου του ως συννομοθέτη, δίνοντάς του επαρκή πληροφόρηση και διατηρώντας τη λογοδοσία της προς αυτό·

11.  σημειώνει ότι συνολικά περατώθηκαν 731 υποθέσεις παράβασης των συνθηκών, επειδή τα ενεχόμενα κράτη μέλη απέδειξαν τη συμμόρφωσή τους με τη νομοθεσία της ΕΕ· επισημαίνει ότι το 2013 το Δικαστήριο εξέδωσε, βάσει του άρθρου 258 της ΣΛΕΕ, 52 αποφάσεις, εκ των οποίων σε 31 περιπτώσεις (59,6%) αποφάνθηκε κατά των κρατών μελών· υπενθυμίζει, προκειμένου οι στατιστικές αυτές να τεθούν στις σωστές τους διαστάσεις, ότι μέχρι σήμερα το Δικαστήριο έχει εκδώσει 3.274 (87,3% ) αποφάσεις σε διαδικασίες επί παραβάσει υπέρ της Επιτροπής· καλεί την Επιτροπή να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στην ουσιαστική επιβολή όλων αυτών των αποφάσεων·

12.  επιδοκιμάζει το γεγονός ότι η Επιτροπή κάνει όλο και πιο συχνή χρήση των σχεδίων εφαρμογής για νέες νομοθετικές πράξεις της ΕΕ που απευθύνονται στα κράτη μέλη, καθώς έτσι αυξάνονται οι πιθανότητες έγκαιρης και ορθής εφαρμογής, αποκλείονται εκ των προτέρων προβλήματα μεταφοράς και εφαρμογής, πράγμα που με τη σειρά του επηρεάζει τον αριθμό των σχετικών αναφορών που υποβάλλονται·

13.  επαναλαμβάνει ότι η Επιτροπή πρέπει να επικεντρώνεται στην αποτελεσματική επίλυση των προβλημάτων, την αποτελεσματική διαχείριση και τα προληπτικά μέτρα, προτείνει ωστόσο να εξετάσει η Επιτροπή και νέους τρόπους, εκτός της τυπικής διαδικασίας επί παραβάσει, για τη βελτίωση της μεταφοράς και της επιβολής της νομοθεσίας της ΕΕ·

14.  υποστηρίζει ότι η ενωσιακή νομοθεσία πρέπει να μεταφέρεται ορθά και εγκαίρως στη νομική τάξη κάθε κράτους μέλους· καλεί μετ’ επιτάσεως τις αρχές των κρατών μελών να αποφεύγουν τον κανονιστικό υπερθεματισμό, καθώς συχνά αυτό οδηγεί σε έντονες αποκλίσεις στη διαδικασία εφαρμογής σε επίπεδο κράτους μέλους, όπερ, με τη σειρά του, αποδυναμώνει τον σεβασμό για την ενωσιακή νομοθεσία, καθώς οι πολίτες αντιλαμβάνονται σοβαρές διαφορές εντός της ΕΕ· τονίζει την ανάγκη περαιτέρω σύσφιξης της συνεργασίας μεταξύ των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των επιτροπών ευρωπαϊκών υποθέσεων των εθνικών και περιφερειακών κοινοβουλίων· χαιρετίζει ένθερμα την καινοτομία της Συνθήκης της Λισαβόνας, βάσει της οποίας το Δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, θα είναι δυνατόν να επιβάλλει κυρώσεις στα κράτη μέλη για καθυστερημένη μεταφορά, χωρίς να χρειάζεται να αναμένει μία δεύτερη απόφαση· προτρέπει τα θεσμικά όργανα της ΕΕ (Συμβούλιο, Επιτροπή, ΕΚΤ) να σέβονται το πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ (τις Συνθήκες και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων) κατά τη θέσπιση διατάξεων του δευτερογενούς δικαίου ή κατά την έγκριση πολιτικών για οικονομικά και κοινωνικά θέματα, οι οποίες επηρεάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κοινό καλό·

15.  επισημαίνει την αναφορά που κάνει η Επιτροπή στον κανονιστικό υπερθεματισμό («gold-plating»), ο οποίος αναφέρεται σε υποχρεώσεις που προχωρούν πέρα από τις απαιτήσεις της ΕΕ, δηλαδή υπερβολή διατάξεων, κατευθυντήριων γραμμών και διαδικασιών, οι οποίες σωρεύονται σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο και εμπλέκονται με τους προσδοκώμενους πολιτικούς στόχους· καλεί την Επιτροπή να προσδιορίσει με σαφήνεια τι εννοεί μιλώντας για κανονιστικό υπερθεματισμό («gold-plating»)· υπογραμμίζει ότι ο εν λόγω ορισμός πρέπει να καθιστά σαφές ότι τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να καθορίζουν αυστηρότερα πρότυπα όπου είναι απαραίτητο, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη το γεγονός ότι η καλύτερη εναρμόνιση της εφαρμογής της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ είναι σημαντική για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς·

16.  σημειώνει ότι η μείωση των διαδικασιών επί παραβάσει για καθυστερημένη μεταφορά το 2012 σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος οφειλόταν κυρίως στο γεγονός ότι υπήρχαν λιγότερες οδηγίες προς μεταφορά το 2012 σε σύγκριση με τα προηγούμενα έτη· αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι τα στατιστικά στοιχεία για το 2013 εμφανίζουν μια πραγματική μείωση των διαδικασιών επί παραβάσει για καθυστερημένη μεταφορά, καθώς ο αριθμός των διαδικασιών αυτών κατά το τέλος του έτους αυτού ήταν ο χαμηλότερος της τελευταίας πενταετίας, πράγμα που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα θετικό αποτέλεσμα της θέσπισης στο άρθρο 260 παράγραφος 3 ΣΛΕΕ μιας ταχείας διαδικασίας («fast-track») για την επιβολή χρηματικών ποινών σε περιπτώσεις παράβασης της υποχρέωσης μεταφοράς·

17.  σημειώνει ότι η μείωση των διαδικασιών επί παραβάσει για καθυστερημένη μεταφορά το 2013, το 2012 και κατά τα τελευταία πέντε έτη μπορεί να εξηγηθεί αφενός από την αυξημένη χρήση του «EU Pilot» και άλλων μηχανισμών (συμπεριλαμβανομένου του Solvit2) και από τη θέσπιση, σύμφωνα με το άρθρο 260 παράγραφος 3 της ΣΕΕ, της ταχείας διαδικασίας για ποινές που επιβάλλονται σε περιπτώσεις παράβασης της υποχρέωσης μεταφοράς· τονίζει ότι η έγκαιρη μεταφορά των οδηγιών θα πρέπει να συνεχίσει να αποτελεί θέμα ύψιστης προτεραιότητας στο πλαίσιο της Επιτροπής και ότι θα πρέπει να επιβάλλονται οι προθεσμίες μεταφοράς

18.  επισημαίνει ότι η αύξηση του αριθμού των νέων υποθέσεων «EU Pilot», ιδίως σχετικά με το περιβάλλον, τη φορολογία, τη δικαιοσύνη και τις τελωνειακές αρχές κατά την υπό εξέταση περίοδο και η μείωση του αριθμού των ανοικτών διαδικασιών επί παραβάσει δείχνουν μία θετική τάση στα κράτη μέλη όσον αφορά την εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ, καταδεικνύοντας ότι η διαδικασία «EU Pilot» έχει αποδειχθεί αποτελεσματική στην επίλυση σε πρώιμο στάδιο υποθέσεων πιθανών παραβάσεων· θεωρεί ωστόσο ότι πρέπει να καταβληθούν περαιτέρω προσπάθειες στον τομέα της επιβολής του δικαίου της ΕΕ, για να ενισχυθεί η διαφάνεια και ο έλεγχός της εκ μέρους των καταγγελλόντων και των ενδιαφερομένων μερών, εκφράζει δε τη λύπη του που, παρά τις επανειλημμένες αιτήσεις του, το Κοινοβούλιο εξακολουθεί να έχει περιορισμένη και ανεπαρκή πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία «EU Pilot» και τις εκκρεμείς υποθέσεις· επισημαίνει την ανάγκη να ενισχυθεί το νομικό καθεστώς και να ενδυναμωθεί η νομιμοποίηση της πρωτοβουλίας «EU Pilot», θεωρεί δε ότι η νομιμοποίηση μπορεί να εξασφαλιστεί με την αύξηση της διαφάνειας και της συμμετοχής των καταγγελλόντων και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου·

19.  καλεί, ως εκ τούτου, για μία ακόμη φορά την Επιτροπή να προτείνει δεσμευτικούς κανόνες υπό μορφή κανονισμού δυνάμει της νέας νομικής βάσης του άρθρου 298 της ΣΛΕΕ, προκειμένου να διασφαλιστεί ο πλήρης σεβασμός του δικαιώματος των πολιτών σε χρηστή διοίκηση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων·

20.  αναγνωρίζει ότι η πρωταρχική ευθύνη για την ορθή εφαρμογή και επιβολή του δικαίου της ΕΕ βαρύνει πρωτίστως τα κράτη μέλη, τονίζει δε το καθήκον που έχουν τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα να τηρούν το πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ όταν καταρτίζουν παράγωγο δίκαιο της ΕΕ ή όταν αποφασίζουν, εφαρμόζουν και επιβάλλουν σε κράτη μέλη κοινωνικές, οικονομικές ή άλλες πολιτικές· τονίζει επίσης το καθήκον τους να βοηθούν με κάθε διαθέσιμο μέσο τα κράτη μέλη στην προσπάθειά τους να τηρούν τις δημοκρατικές και κοινωνικές αξίες και να μεταφέρουν τη νομοθεσία της ΕΕ σε εποχές λιτότητας και οικονομικών περιορισμών, υπενθυμίζει δε ότι τα ενωσιακά θεσμικά όργανα δεσμεύονται από την αρχή της επικουρικότητας και των σχετικών προνομίων των κρατών μελών·

21.  εκφράζει ανησυχία ότι τα μέτρα λιτότητας που έχουν επιβληθεί σε υπερχρεωμένα κράτη μέλη της ΕΕ, και τα οποία κατόπιν ενσωματώθηκαν σε πράξεις παράγωγου δικαίου της ΕΕ προτού μεταφερθούν στην εσωτερική νομοθεσία, κατά την περίοδο που καλύπτεται από τις δύο υπό εξέταση ετήσιες εκθέσεις, ιδίως οι δραστικές περικοπές στις δημόσιες δαπάνες, είχαν ως αποτέλεσμα να μειωθεί σημαντικά η ικανότητα της διοίκησης και των δικαστηρίων των κρατών μελών να αναλαμβάνουν την ευθύνη τους για την ορθή εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ·

22.  θεωρεί ότι τα κράτη μέλη που τελούν υπό προγράμματα οικονομικής προσαρμογής πρέπει να εξακολουθούν να μπορούν να πληρούν την υποχρέωσή τους να σέβονται τα κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα·

23.  υπενθυμίζει ότι όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, ακόμη και όταν ενεργούν ως μέλη ομάδων διεθνών δανειστών («τρόικες»), δεσμεύονται από τις Συνθήκες και τον ΧΘΔΕΕ·

24.  τονίζει ότι έχει πρωταρχική σημασία να τηρούν τα θεσμικά όργανα της Συνθήκες· επισημαίνει ότι η Επιτροπή πρέπει να βοηθά τα κράτη μέλη τα εφαρμόζουν ορθά την ενωσιακή νομοθεσία για να ενισχυθεί η στήριξη προς την ΕΕ και η εμπιστοσύνη στη νομιμότητά της· ενθαρρύνει την Επιτροπή να δημοσιοποιεί τις ανησυχίες που εκφράζουν τα κράτη μέλη κατά τη διαδικασία εφαρμογής· τονίζει ότι η υποστήριξη των εθνικών κοινοβουλίων κατά τη μεταφορά της νομοθεσίας είναι καθοριστικής σημασίας για τη βελτίωση της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ και, ως εκ τούτου, ζητεί να εντατικοποιηθεί ο διάλογος με τα εθνικά κοινοβούλια, μεταξύ άλλων και στις περιπτώσεις που έχει εκφραστεί προβληματισμός σχετικά με την επικουρικότητα· επισημαίνει τον καίριο ρόλο των τακτικών εκ των υστέρων αξιολογήσεων και τη σημασία του να ζητείται η γνώμη των εθνικών κοινοβουλίων προκειμένου να αντιμετωπίζονται ανησυχίες ή περίπλοκα ζητήματα όσον αφορά τη νομοθεσία τα οποία ενδεχομένως δεν θα ήταν προηγουμένως εμφανή·

25.  σημειώνει ότι το δικαίωμα υποβολής αναφορών στο Κοινοβούλιο αποτελεί έναν από τους πυλώνες της ιδιότητας του ευρωπαίου πολίτη, όπως προβλέπεται στο άρθρο 44 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο άρθρο 227 ΣΛΕΕ· επισημαίνει ότι αυτό το δικαίωμα παρέχει μέσα απαραίτητα αλλά μη επαρκή για μεγαλύτερη συμμετοχή του κοινού στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ΕΕ και διαδραματίζει σημαντικό ρόλο για τον εντοπισμό και την εκτίμηση τυχόν κενών και παραβιάσεων κατά την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας από τα κράτη μέλη και για την ενημέρωση των θεσμικών οργάνων της ΕΕ σχετικά· υπογραμμίζει, υπό το πρίσμα αυτό, τον καθοριστικό ρόλο της Επιτροπής Αναφορών ως αποτελεσματικού συνδέσμου μεταξύ των πολιτών της ΕΕ, του Κοινοβουλίου, της Επιτροπής και των εθνικών κοινοβουλίων·

26.  χαιρετίζει το γεγονός ότι η Επιτροπή αναγνωρίζει την καθοριστική συμβολή των καταγγελλόντων στην προσπάθειά της να εντοπίσει παραβιάσεις της νομοθεσίας της ΕΕ·

27.  υπενθυμίζει ότι τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, και ιδίως η Επιτροπή και το Συμβούλιο, πρέπει να εφαρμόζουν και να τηρούν πλήρως το δίκαιο και τη νομολογία της ΕΕ στον τομέα της διαφάνειας και της πρόσβασης σε έγγραφα· ζητεί, στο πλαίσιο αυτό, την αποτελεσματική εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής(4) και των συναφών αποφάσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

28.  υπογραμμίζει ότι η ΕΕ ιδρύθηκε ως Ένωση που εδράζεται στο κράτος δικαίου και στον σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου (άρθρο 2 ΣΕΕ)· επαναλαμβάνει ότι η προσεκτική παρακολούθηση των πράξεων και των παραλείψεων των κρατών μελών και των θεσμικών οργάνων της ΕΕ είναι άκρως σημαντική και υπογραμμίζει ότι ο αριθμός των αναφορών προς το Κοινοβούλιο και των καταγγελιών προς την Επιτροπή σχετικά με προβλήματα που υποτίθεται ότι είχε επιλύσει η Επιτροπή καταδεικνύει ότι οι πολίτες δείχνουν αυξανόμενη προσοχή στην ανάγκη να εφαρμόζεται καλύτερα η ενωσιακή νομοθεσία· καλεί την Επιτροπή να απαντά ταχύτερα και σαφέστερα σε μηνύματα πολιτών που αφορούν παραβιάσεις της ενωσιακής νομοθεσίας·

29.  σημειώνει τον μεγάλο αριθμό υποθέσεων παράβασης των συνθηκών που περατώθηκαν το 2013, πριν να φθάσουν στο Δικαστήριο, ενώ σε μόνο το 6,6% του συνόλου των υποθέσεων εκδόθηκε δικαστική απόφαση· ως εκ τούτου, θεωρεί ότι πρέπει να συνεχίσει να παρακολουθεί προσεκτικά τα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη, λαμβανομένου υπόψη ότι ορισμένες αναφορές αφορούν ακόμη προβλήματα που εξακολουθούν να υφίστανται ακόμη και μετά την περάτωση της υπόθεσης·

30.  χαιρετίζει το γεγονός ότι η Επιτροπή αποδίδει συνεχώς μεγαλύτερη σημασία στις αναφορές ως πηγή πληροφόρησης και για καταγγελίες πολιτών εις βάρος των δημόσιων αρχών, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και για ενδεχόμενες παραβάσεις της νομοθεσίας της ΕΕ κατά την εφαρμογή της στην πράξη, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι στις δύο ετήσιες εκθέσεις δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στις αναφορές· σημειώνει ότι τούτο συνοδεύθηκε από αντίστοιχη αύξηση του αριθμού των αναφορών που διαβιβάστηκαν από την Επιτροπή Αναφορών στην Επιτροπή με αίτηση παροχής πληροφοριών· εκφράζει ωστόσο τη λύπη του που η Επιτροπή απαντά με καθυστέρηση όταν καλείται να γνωμοδοτήσει σε περίπτωση πολυάριθμων αναφορών·

31.  επισημαίνει επίσης την ανάγκη για εποικοδομητικό διάλογο με τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της Επιτροπής Αναφορών και καλεί τα κράτη μέλη τα οποία αφορούν οι σχετικές αναφορές να αποστέλλουν αντιπροσώπους που θα απευθύνονται στην επιτροπή κατά τις συνεδριάσεις της·

32.  τονίζει ότι οι αναφορές που κατέθεσαν πολίτες της ΕΕ ή κάτοικοι κράτους μέλους της αφορούν παραβιάσεις της ενωσιακής νομοθεσίας, ιδίως στον τομέα των θεμελιωδών δικαιωμάτων, των εσωτερικών υποθέσεων, της δικαιοσύνης, της εσωτερικής αγοράς, της υγείας, της προστασίας των καταναλωτών, των μεταφορών, της φορολογίας, της γεωργίας, της αγροτικής ανάπτυξης και του περιβάλλοντος· θεωρεί ότι οι αναφορές πιστοποιούν το γεγονός ότι εξακολουθούν να υφίστανται συχνά και εκτεταμένα περιστατικά πλημμελούς μεταφοράς και έλλειψη ενδεδειγμένης επιβολής, γεγονός που τελικά οδηγεί σε κακή εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ· τονίζει ότι η κατάσταση αυτή απαιτεί αυξημένες προσπάθειες από τα κράτη μέλη και συνεχή παρακολούθηση εκ μέρους της Επιτροπής· τονίζει ιδίως τον μεγάλο αριθμό αναφορών που καταγγέλλουν τις διακρίσεις και τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν τα άτομα με αναπηρία·

33.  επισημαίνει ότι εξακολουθούν να υφίστανται δυσκολίες στον διάλογο με ορισμένα κράτη μέλη και περιφέρειες που διστάζουν να παρέχουν τα έγγραφα ή τις διευκρινίσεις που ζητούνται·

34.  χαιρετίζει τη δέσμευση που έχουν αναλάβει οι υπηρεσίες της Επιτροπής για την ενίσχυση της ανταλλαγής πληροφοριών με την Επιτροπή Αναφορών και επιθυμεί να επαναλάβει τα ακόλουθα αιτήματά του:

   α) να βελτιωθεί η επικοινωνία ανάμεσα στα δύο μέρη, ιδίως όσον αφορά την έναρξη και τη συνέχιση των διαδικασιών επί παραβάσει από την Επιτροπή, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας «EU Pilot», ώστε να διασφαλιστεί ότι το Κοινοβούλιο είναι πλήρως ενήμερο, με στόχο τη συνεχή βελτίωση του νομοθετικού του έργου·
   β) να καταβληθούν προσπάθειες ώστε να παρέχεται εγκαίρως στην Επιτροπή Αναφορών κάθε δυνατή σχετική πληροφορία για αναφορές που αφορούν διαδικασίες έρευνας και διαδικασίες επί παραβάσει, ώστε να μπορεί η Επιτροπή Αναφορών να απαντά με αποτελεσματικότερο τρόπο στα αιτήματα των πολιτών·
   γ) να λαμβάνει υπόψη της η Επιτροπή, όταν καταρτίζει τις ανακοινώσεις της και όταν ετοιμάζει τροπολογίες επί της νομοθεσίας, τις εκθέσεις της Επιτροπής Αναφορών και κυρίως τα πορίσματα και τις συστάσεις που περιέχονται σε αυτές·

35.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο, το οποίο εκπροσωπεί άμεσα τους ευρωπαίους πολίτες και είναι συννομοθέτης με πλήρη εξουσία, και αναλαμβάνει ολοένα και πιο πρωταγωνιστικό ρόλο στις διαδικασίες καταγγελίας, ιδίως μέσω κοινοβουλευτικών ερωτήσεων ή διά της Επιτροπής Αναφορών, εξακολουθεί να μη λαμβάνει αυτομάτως διαφανή και έγκαιρη πληροφόρηση σχετικά με την εφαρμογή των νόμων της ΕΕ, παρά το γεγονός ότι μια τέτοια πληροφόρηση είναι ουσιώδης, όχι μόνο ως μέσον για την ενίσχυση της προσβασιμότητας και της ασφάλειας δικαίου για τους ευρωπαίους πολίτες, αλλά και για την υιοθέτηση τροποποιήσεων οι οποίες αποσκοπούν στη βελτίωση των νόμων αυτών· θεωρεί ότι η βελτίωση της επικοινωνίας μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων θα μπορούσε να είναι ένα χρήσιμο βήμα προς την κατεύθυνση αυτή· ζητεί μετ’ επιτάσεως αποτελεσματικότερη και ουσιαστικότερη συνεργασία μεταξύ των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και αναμένει από την Επιτροπή να εφαρμόσει με καλή πίστη τη ρήτρα της αναθεωρημένης συμφωνίας πλαισίου για τις σχέσεις με το Κοινοβούλιο, επί τη βάσει της οποίας αναλαμβάνει να «θέτει στη διάθεση του Κοινοβουλίου συνοπτικές πληροφορίες σχετικά με όλες τις διαδικασίες επί παραβάσει ήδη από το στάδιο της προειδοποιητικής επιστολής αλλά και, εφόσον ζητηθεί, σχετικά με τα ζητήματα στα οποία αναφέρεται η διαδικασία επί παραβάσει»·

36.  ζητεί τη δημιουργία, στους κόλπους των αρμόδιων Γενικών Διευθύνσεων του Κοινοβουλίου (ΓΔ IPOL, ΓΔ EXPO και ΓΔ Έρευνας), ενός ανεξάρτητου συστήματος εκ των υστέρων αξιολόγησης του αντικτύπου των βασικών νόμων της ΕΕ που εγκρίνονται από το Κοινοβούλιο στο πλαίσιο της διαδικασίας συναπόφασης και σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, μεταξύ άλλων και διά της συνεργασίας με τα εθνικά κοινοβούλια·

37.  σημειώνει ότι το Δικαστήριο απεφάνθη ότι «οι ζημιές που προκαλούν τα εθνικά θεσμικά όργανα μπορεί μόνο να θεμελιώσουν την ευθύνη εκ μέρους των οργάνων αυτών, και τα εθνικά δικαστήρια παραμένουν τα μόνα αρμόδια για τη διασφάλιση της αποκατάστασης των ζημιών αυτών»(5)· υπογραμμίζει ως εκ τούτου τη σπουδαιότητα που έχει η ενίσχυση των διαθέσιμων ένδικων μέσων σε εθνικό επίπεδο, τα οποία επιτρέπουν στους καταγγέλλοντες να διεκδικούν τα δικαιώματά τους με πιο άμεσο και πιο προσωπικό τρόπο·

38.  σημειώνει ότι οι περισσότερες καταγγελίες πολιτών στον τομέα της δικαιοσύνης αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία και την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα· επαναλαμβάνει ότι το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας αποτελεί μία από τις τέσσερις θεμελιώδεις ελευθερίες της ΕΕ που κατοχυρώνονται στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εξασφαλίζονται για όλους τους ευρωπαίους πολίτες· υπενθυμίζει ότι, ως μία από τις θεμελιώδεις ελευθερίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το δικαίωμα των πολιτών της ΕΕ να κυκλοφορούν ελεύθερα και να διαμένουν και να εργάζονται σε άλλα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίζεται και να προστατεύεται·

39.  υπογραμμίζει ότι η πλήρης μεταφορά στο εθνικό δίκαιο και η αποτελεσματική εφαρμογή του Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου είναι απόλυτη προτεραιότητα· καλεί τα κράτη μέλη να καταβάλουν κάθε προσπάθεια προκειμένου η νέα δέσμη μέτρων για το άσυλο να μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο ορθά, έγκαιρα και πλήρως·

40.  επισημαίνει ότι στον τομέα των εσωτερικών υποθέσεων ήταν το 2012 ανοικτές 22 υποθέσεις επί παραβάσει και 44 το 2013· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι το 2013 οι περισσότερες διαδικασίες επί παραβάσει για καθυστερημένη μεταφορά κινήθηκαν λόγω της καθυστερημένης μεταφοράς της οδηγίας 2011/36/EΕ σχετικά με την πρόληψη και την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων· επισημαίνει ότι το άσυλο παραμένει ένας τομέας στον οποίο έχει υποβληθεί μεγάλος αριθμός καταγγελιών·

41.  επισημαίνει ότι, στον τομέα της δικαιοσύνης, το 2012 ήταν ανοικτές 61 διαδικασίες επί παραβάσει και, το 2013, 67· υπογραμμίζει ότι οι περισσότερες από τις υποθέσεις αυτές αφορούσαν θέματα ιθαγένειας και ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι οι περισσότερες διαδικασίες επί παραβάσει για καθυστερημένη μεταφορά κινήθηκαν λόγω της καθυστερημένης μεταφοράς της οδηγίας 2010/64/EΕ σχετικά με το δικαίωμα σε διερμηνεία και μετάφραση κατά την ποινική διαδικασία· εκφράζει ανησυχία για τη σημαντική αύξηση του αριθμού των καταγγελιών στον τομέα της δικαιοσύνης το 2013·

42.  χαιρετίζει τη σημαντική πρόοδο που έχει επιτευχθεί κατά τα τελευταία έτη όσον αφορά την ενίσχυση των δικαιωμάτων υπεράσπισης των υπόπτων ή κατηγορουμένων στην ΕΕ· υπογραμμίζει την καίρια σημασία της έγκαιρης, πλήρους και ορθής μεταφοράς όλων των μέτρων που ορίζονται στον οδικό χάρτη του Συμβουλίου για την ενίσχυση των δικονομικών δικαιωμάτων των υπόπτων ή κατηγορουμένων σε ποινικές διαδικασίες· επισημαίνει ότι τα μέτρα αυτά είναι καίριας σημασίας για την για την εύρυθμη λειτουργία της ενωσιακής δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις·

43.  τονίζει ότι η εμπορία ανθρώπων αποτελεί σοβαρό έγκλημα και συνιστά παραβίαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που η Ένωση δεν μπορεί να ανεχθεί· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι αυξάνεται ο αριθμός των ανθρώπων που γίνονται αντικείμενο εμπορίας από και προς την ΕΕ· επισημαίνει ότι, αν και το νομικό πλαίσιο είναι επαρκές, η εφαρμογή του στην πράξη από τα κράτη μέλη εξακολουθεί να είναι ελλιπής· υπογραμμίζει ότι η παρούσα κατάσταση στη Μεσόγειο έχει μεγεθύνει τον κίνδυνο εμπορίας ανθρώπων και ζητεί από τα κράτη μέλη να επιδείξουν άκρα αυστηρότητα έναντι όσων ευθύνονται για τέτοια εγκλήματα και να προστατέψουν τα θύματα όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερα·

44.  υπενθυμίζει ότι η μεταβατική περίοδος που προβλέπεται από το Πρωτόκολλο 36 της Συνθήκης της Λισαβόνας έληξε την 1η Δεκεμβρίου 2014· υπογραμμίζει ότι, μετά τη λήξη της εν λόγω μεταβατικής περιόδου, πρέπει να ακολουθήσει μια αυστηρή διαδικασία αξιολόγησης των μέτρων του πρώην τρίτου πυλώνα και της εφαρμογής τους στις εθνικές νομοθεσίες των κρατών μελών· επισημαίνει ότι από τον Απρίλιο του 2015 το Κοινοβούλιο δεν έχει ενημερωθεί σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση κάθε νομικού μέσου που προϋπήρχε της Συνθήκης της Λισαβόνας στους τομείς της δικαστικής και αστυνομικής συνεργασίας, σε κάθε κράτος μέλος· καλεί την Επιτροπή να συμμορφωθεί προς την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας και να γνωστοποιήσει τις πληροφορίες αυτές στο Κοινοβούλιο το συντομότερο δυνατό·

45.  υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Ιουνίου 2014, η συνεκτική μεταφορά, η αποτελεσματική εφαρμογή και η ενοποίηση των ισχυόντων νομικών μέσων και μέτρων πολιτικής αποτελούν γενική προτεραιότητα στο Χώρο Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης (ΧΕΑΔ) για τα επόμενα πέντε έτη· ζητεί από την Επιτροπή να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στην εποπτεία και τη διασφάλιση της ουσιαστικής εφαρμογής της ενωσιακής νομοθεσίας από τα κράτη μέλη· θεωρεί ότι αυτό πρέπει να αποτελέσει μια πολιτική προτεραιότητα, λαμβάνοντας υπόψη το μεγάλο χάσμα που συχνά παρατηρείται μεταξύ πολιτικών που εγκρίνονται σε ενωσιακό επίπεδο και της εφαρμογής τους σε εθνικό επίπεδο· παροτρύνει τα εθνικά κοινοβούλια να συμμετάσχουν περισσότερο στη συζήτηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο και στην παρακολούθηση της εφαρμογής της νομοθεσίας της ΕΕ, ιδίως στον τομέα των εσωτερικών υποθέσεων·

46.  τονίζει ότι, στο ψήφισμά του, της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τις ευρωπαϊκές γλώσσες που απειλούνται με εξαφάνιση και τη γλωσσική πολυμορφία στην Ευρωπαϊκή Ένωση(6), το Κοινοβούλιο υπενθύμισε πως η Επιτροπή θα πρέπει να δώσει προσοχή στο γεγονός ότι, με τις πολιτικές τους, ορισμένα κράτη μέλη και περιφέρειες θέτουν σε κίνδυνο την επιβίωση γλωσσών εντός των συνόρων τους, ακόμη και αν οι γλώσσες αυτές δεν βρίσκονται σε κίνδυνο στο πλαίσιο της Ευρώπης, και κάλεσε επίσης την Επιτροπή να εξετάσει τα διοικητικά και νομοθετικά εμπόδια στα οποία προσκρούουν προγράμματα σχετικά με τις γλώσσες αυτές, εξαιτίας του μικρού μεγέθους των εν λόγω γλωσσικών κοινοτήτων· καλεί την Επιτροπή, στο πλαίσιο αυτό, να εξετάσει ενδελεχώς, κατά την αξιολόγηση της εφαρμογής της νομοθεσίας της ΕΕ, τα δικαιώματα των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες·

47.  τονίζει ότι, όχι μόνο στον ΧΕΑΔ αλλά και σε άλλους τομείς πολιτικής, απαιτείται να ενισχυθεί η πρόσβαση των πολιτών σε πληροφορίες και έγγραφα όσον αφορά την εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ· καλεί την Επιτροπή να προσδιορίσει τους καλύτερους δυνατούς τρόπους προκειμένου να επιτευχθεί αυτό, να χρησιμοποιήσει τα υφιστάμενα εργαλεία επικοινωνίας για να ενισχυθεί η διαφάνεια και να διασφαλίσει κατάλληλη πρόσβαση στις πληροφορίες και στα έγγραφα σχετικά με την εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ· καλεί την Επιτροπή να προτείνει ένα νομικά δεσμευτικό μέσο για τη διοικητική διαδικασία που αφορά τη διεκπεραίωση των καταγγελιών των πολιτών·

48.  υπενθυμίζει ότι είναι ζωτικής σημασίας για την ΕΕ η ομαλή λειτουργία ενός πραγματικού ευρωπαϊκού χώρου δικαιοσύνης, με σεβασμό για τα διαφορετικά νομικά συστήματα και τις παραδόσεις των κρατών μελών, και ότι η πλήρης, ορθή και έγκαιρη εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την επίτευξη του στόχου αυτού.

49.  υπογραμμίζει ότι η βελτίωση της εφαρμογής αποτελεί μια από τις προτεραιότητες του Έβδομου Προγράμματος Δράσης για το Περιβάλλον·

50.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η περιβαλλοντική και υγειονομική νομοθεσία της ΕΕ εξακολουθεί να πάσχει λόγω του υψηλού αριθμού περιπτώσεων καθυστερημένης μεταφοράς, εσφαλμένης μεταφοράς και κακής εφαρμογής από τα κράτη μέλη· σημειώνει ότι η 31η ετήσια έκθεση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ δείχνει ότι η μεγαλύτερη κατηγορία διαδικασιών που κινήθηκαν λόγω παραβάσεως το 2013 αφορούσε το περιβάλλον· υπενθυμίζει ότι το κόστος από τη μη εφαρμογή της περιβαλλοντικής πολιτικής –του κόστους των διαδικασιών επί παραβάσει συμπεριλαμβανομένου– είναι υψηλό, εκτιμάται δε περίπου σε 50 δισ. ευρώ ετησίως (COWI et al. 2011)· τονίζει, επιπλέον, ότι η εφαρμογή της περιβαλλοντικής πολιτικής θα αποδώσει πολλά κοινωνικοοικονομικά οφέλη τα οποία δεν σημειώνονται πάντα στις αναλύσεις ωφελείας-κόστους·

51.  ζητεί από την Επιτροπή να είναι πιο αυστηρή όταν πρόκειται για την εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ και να διεξάγει ταχύτερες και αποτελεσματικότερες έρευνες για παραβάσεις που αφορούν τη ρύπανση του περιβάλλοντος·

52.  καλεί την Επιτροπή να λαμβάνει αποφασιστικότερα μέτρα κατά της καθυστερημένης μεταφοράς των περιβαλλοντικών οδηγιών και να κάνει μεγαλύτερη χρήση της επιβολής προστίμων·

53.  καλεί την Επιτροπή να υποβάλει νέα πρόταση σχετικά με την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα καθώς και πρόταση σχετικά με τους περιβαλλοντικούς ελέγχους, ει δυνατόν χωρίς να αυξήσει τη γραφειοκρατία και το διοικητικό κόστος·

54.  υπογραμμίζει την ανάγκη να διατηρηθεί υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος και εκφράζει την αντίθεσή του στη σύνδεση της μεγάλης συχνότητας παραβάσεων με την ανάγκη να περιοριστούν οι φιλοδοξίες της περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

55.  εκφράζει την ανησυχία του επειδή στην επικοινωνιακή πολιτική της Επιτροπής σχετικά με το πρόγραμμα βελτίωσης της καταλληλότητας και της αποδοτικότητας του κανονιστικού πλαισίου (REFIT) υπερτονίζεται η δυσκολία εφαρμογής της περιβαλλοντικής και υγειονομικής νομοθεσίας· τονίζει ότι τα πρότυπα στους τομείς του περιβάλλοντος, της ασφάλειας των τροφίμων και της υγείας δεν θα πρέπει να υπονομεύονται στο πλαίσιο του προγράμματος REFIT· αναγνωρίζει την ανάγκη καλύτερης ρύθμισης και θεωρεί ότι η ρυθμιστική απλοποίηση θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να αντιμετωπίζει προβλήματα που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή· θεωρεί ότι το REFIT θα πρέπει να παράγει αποτελέσματα για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις κατά τον λιγότερο γραφειοκρατικό τρόπο·

56.  εκφράζει την ικανοποίησή του για τη νέα πρακτική, σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή, σε δικαιολογημένες περιπτώσεις, μπορεί να ζητεί από τα κράτη μέλη, όταν ανακοινώνουν στην Επιτροπή τα μέτρα μεταφοράς, να συμπεριλαμβάνουν επεξηγηματικά έγγραφα· επαναλαμβάνει, ωστόσο, το αίτημά του για υποχρεωτικούς πίνακες αντιστοιχίας σχετικά με τη μεταφορά των οδηγιών, οι οποίοι θα πρέπει να είναι δημοσίως διαθέσιμοι σε όλες τις γλώσσες της ΕΕ, και εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι το REFIT υπήρξε το αποτέλεσμα μονομερούς απόφασης της Επιτροπής, χωρίς πραγματικό κοινωνικό και κοινοβουλευτικό διάλογο·

57.  Επισημαίνει, σε συνάρτηση με την πρωτοβουλία REFIT, ότι η Επιτροπή πρέπει να προωθήσει τον διάλογο σχετικά με την καταλληλότητα του κανονιστικού πλαισίου με τους πολίτες, τα κράτη μέλη, τις επιχειρήσεις και την κοινωνία πολιτών εν γένει, ώστε να διασφαλιστεί η διατήρηση των ποιοτικών και κοινωνικών πτυχών της νομοθεσίας της ΕΕ, καθώς και ότι η πρόοδος ενός στοχούμενου ιδανικού δεν γίνεται εις βάρος των άλλων·

58.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

(1) ΕΕ L 304 της 20.11.2010, σ. 47.
(2) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2014)0051.
(3) Θεματικό Τμήμα Γ: Δικαιώματα των Πολιτών και Συνταγματικές Υποθέσεις για την Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (2015)
(4) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ L 145 της 31.5.2001, σ. 43).
(5) Βλ. απόφαση στην υπόθεση 175/84.
(6) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2013)0350.

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου