Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2015/2052(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0268/2015

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0268/2015

Συζήτηση :

PV 27/10/2015 - 14
CRE 27/10/2015 - 14

Ψηφοφορία :

PV 28/10/2015 - 7.11
CRE 28/10/2015 - 7.11
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2015)0385

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 509kWORD 107k
Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015 - Στρασβούργο Οριστική έκδοση
Τα ευρωπαϊκά διαρθρωτικά ταμεία, τα ταμεία επενδύσεων και η χρηστή οικονομική διακυβέρνηση
P8_TA(2015)0385A8-0268/2015

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 28ης Οκτωβρίου 2015 σχετικά με τα ευρωπαϊκά διαρθρωτικά και επενδυτικά ταμεία και τη χρηστή οικονομική διακυβέρνηση: κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του άρθρου 23 του κανονισμού περί καθορισμού κοινών διατάξεων (2015/2052(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής για τις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εφαρμογή των μέτρων που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των ευρωπαϊκών διαρθρωτικών και επενδυτικών ταμείων με τη χρηστή οικονομική διακυβέρνηση σύμφωνα με το άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 (COM(2014)0494) (εφεξής «κατευθυντήριες γραμμές»),

–  έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), ιδίως τα άρθρα 4, 162, 174 έως 178 και 349,

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006(1) (εφεξής «ΚΚΔ»),

–  έχοντας υπόψη τη δήλωση της Επιτροπής επί του άρθρου 23, η οποία περιλαμβάνεται στις δηλώσεις σχετικά με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1303/2013(2),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 8ης Οκτωβρίου 2013, σχετικά με τις συνέπειες των δημοσιονομικών περιορισμών για τις περιφερειακές και τοπικές αρχές όσον αφορά τις δαπάνες των διαρθρωτικών ταμείων της ΕΕ στα κράτη μέλη(3),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 20ής Μαΐου 2010, σχετικά με τη συμβολή της πολιτικής συνοχής στην επίτευξη των στόχων της Λισαβόνας και της ΕΕ2020(4),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με την 7η και την 8η έκθεση προόδου της Επιτροπής για την πολιτική συνοχής της ΕΕ και τη στρατηγική έκθεση του 2013 σχετικά με την υλοποίηση των προγραμμάτων της περιόδου 2007-2013(5),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 22ας Οκτωβρίου 2014, σχετικά με το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών: εφαρμογή των προτεραιοτήτων του 2014(6),

–  έχοντας υπόψη την έκτη έκθεση της Επιτροπής για την οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή, με τίτλο «Επενδύσεις για θέσεις εργασίας και ανάπτυξη: προώθηση της ανάπτυξης και της καλής διακυβέρνησης στις περιφέρειες και πόλεις της ΕΕ», της 23ης Ιουλίου 2014,

–  έχοντας υπόψη την «Πολιτική για τη συνοχή: Στρατηγική έκθεση του 2013 για την υλοποίηση των προγραμμάτων της περιόδου 2007-2013» της Επιτροπής, της 18ης Απριλίου 2013 (COM(2013)0210),

–  έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της Επιτροπής των Περιφερειών, της 12ης Φεβρουαρίου 2015, με θέμα «Κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με τα μέτρα που συνδέουν τα Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά και Επενδυτικά Ταμεία (ΕΔΕΤ) με τη χρηστή οικονομική διακυβέρνηση»,

–  έχοντας υπόψη τη μελέτη του Κοινοβουλίου, του Ιανουαρίου του 2014, με τίτλο «Ευρωπαϊκή Οικονομική Διακυβέρνηση και Πολιτική Συνοχής» (Γενική Διεύθυνση Εσωτερικών Πολιτικών, Θεματικό Τμήμα Β: Διαρθρωτικές Πολιτικές και Πολιτική Συνοχής),

–  έχοντας υπόψη την ενημέρωση του Κοινοβουλίου, του Δεκεμβρίου του 2014, με τίτλο «Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά και Επενδυτικά Ταμεία και χρηστή οικονομική διακυβέρνηση: κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του άρθρου 23 του κανονισμού περί κοινών διατάξεων (Γενική Διεύθυνση Εσωτερικών Πολιτικών, Θεματικό Τμήμα Β: Διαρθρωτικές Πολιτικές και Πολιτική Συνοχής),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 52 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Περιφερειακής Ανάπτυξης και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Προϋπολογισμών και της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων (A8-0268/2015),

A.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η πολιτική συνοχής αποτελεί πρωτίστως πολιτική που βασίζεται στη ΣΛΕΕ και έκφραση της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης και αποσκοπεί στην ενίσχυση της οικονομικής, κοινωνικής και εδαφικής συνοχής στην Ένωση, και ιδίως στη μείωση των αποκλίσεων μεταξύ των περιφερειών, προωθώντας μια ισόρροπη και αρμονική κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη· λαμβάνοντας υπόψη ότι αποτελεί επίσης μια επενδυτική πολιτική που συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων της στρατηγικής Ευρώπη 2020 για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη·

B.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο για την πολιτική συνοχής, αν και δημιουργεί δεσμούς με τη στρατηγική της ΕΕ για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, τις ολοκληρωμένες κατευθυντήριες γραμμές του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου και της Ευρώπης 2020, καθώς και με τις σχετικές ειδικές ανά χώρα συστάσεις και τις συστάσεις του Συμβουλίου, υπόκειται ωστόσο σε πολύ συγκεκριμένες αποστολές, στόχους και οριζόντιες αρχές·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο των ευρωπαϊκών διαρθρωτικών και επενδυτικών ταμείων (ΕΔΕΤ) αποσκοπεί στην ενίσχυση του συντονισμού, της συμπληρωματικότητας και των συνεργιών με άλλες πολιτικές και μέσα της ΕΕ·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η χρηστή διακυβέρνηση και τα αποτελεσματικά δημόσια θεσμικά όργανα αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για βιώσιμη και μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη, δημιουργία θέσεων εργασίας και κοινωνική και εδαφική ανάπτυξη, μολονότι υπάρχουν λιγότερα στοιχεία για τους μακροοικονομικούς παράγοντες που επηρεάζουν τον τρόπο λειτουργίας της πολιτικής συνοχής·

E.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η οικονομική και χρηματοπιστωτική έλλειψη προβλεψιμότητας και ασφάλειας δικαίου ενδέχεται να οδηγήσουν σε μείωση του ύψους των δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων, θέτοντας σε κίνδυνο την επίτευξη των στόχων της πολιτικής συνοχής·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι κατευθυντήριες γραμμές αφορούν το πρώτο σκέλος των μέτρων που συσχετίζουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ με τη χρηστή οικονομική διακυβέρνηση βάσει του άρθρου 23 του ΚΚΔ· λαμβάνοντας υπόψη ότι το σκέλος αυτό αφορά τον αναπρογραμματισμό και την αναστολή των πληρωμών που δεν έχουν υποχρεωτικό χαρακτήρα, σε αντίθεση με το δεύτερο σκέλος του άρθρου 23 του ΚΚΔ, το οποίο επιτάσσει την αναστολή των αναλήψεων υποχρεώσεων ή πληρωμών όταν τα κράτη μέλη δεν προβαίνουν σε διορθωτικά μέτρα στο πλαίσιο της διαδικασίας οικονομικής διακυβέρνησης·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα κράτη μέλη εμφανίζουν χαμηλές επιδόσεις στην υλοποίηση των ειδικών ανά χώρα συστάσεων βάσει των εκτιμήσεων της Επιτροπής για την πρόοδο που έχει καταγραφεί στην υλοποίηση των 279 ειδικών ανά χώρα συστάσεων που εκδόθηκαν το 2012 και το 2013, σύμφωνα με την οποία 28 συστάσεις εφαρμόστηκαν πλήρως ή σημείωσαν σημαντική πρόοδο (10%), 136 (48,7%) σημείωσαν σχετική πρόοδο ενώ σε 115 (41,2%) καταγράφηκε μικρή ή μηδενική πρόοδος·

Σύνδεση της αποτελεσματικότητας των ΕΔΕΤ με τη χρηστή οικονομική διακυβέρνηση

1.  τονίζει τη σημασία των μέσων και πόρων της πολιτικής συνοχής για να διατηρηθεί το ύψος των ευρωπαϊκών επενδύσεων προστιθέμενης αξίας στα κράτη μέλη και τις περιφέρειες, καθώς και για την ενίσχυση της δημιουργίας θέσεων εργασίας και τη βελτίωση των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών, ιδίως εκεί όπου οι επενδύσεις έχουν μειωθεί σημαντικά λόγω της οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης·

2.  πιστεύει ότι η επίτευξη των στόχων και σκοπών της πολιτικής των ΕΔΕΤ δεν θα πρέπει να παρεμποδίζονται από τους μηχανισμούς της οικονομικής διακυβέρνησης, αναγνωρίζοντας παράλληλα τη σημασία τους όσον αφορά τη συμβολή τους σε ένα σταθερό μακροοικονομικό περιβάλλον και σε μια ουσιαστική, αποτελεσματική και στραμμένη προς την επίτευξη αποτελεσμάτων πολιτική συνοχής·

3.  θεωρεί ότι το άρθρο 23 του ΚΚΔ πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο ως έσχατο μέσο προκειμένου να συμβάλει σε μια αποτελεσματική υλοποίηση των ΕΔΕΤ·

4.  υπενθυμίζει τον πολυετή και μακρόπνοο χαρακτήρα των προγραμμάτων και στόχων των ΕΔΕΤ, σε αντίθεση με τον ετήσιο κύκλο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου· επισημαίνει, στο πλαίσιο αυτό, την ανάγκη να διασφαλισθεί η σαφήνεια των μηχανισμών εφαρμογής τους, και ζητεί τον στενό συντονισμό μεταξύ των δύο αυτών διαδικασιών και μεταξύ των αρμόδιων φορέων για την αντίστοιχη εφαρμογή τους·

5.  υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή πρέπει να υποβάλει Λευκή Βίβλο στην οποία να λαμβάνει υπόψη τα αποτελέσματα των δημόσιων επενδύσεων σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα και να προσδιορίζει τυπολογικά τις ποιοτικές επενδύσεις, ώστε να εντοπίζονται σαφώς αυτές που παράγουν τα καλύτερα αποτελέσματα σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα·

6.  υπενθυμίζει ότι η πολιτική συνοχής έχει διαδραματίσει ζωτικής σημασίας ρόλο και επέδειξε σημαντική προσαρμογή στους μακροοικονομικούς και δημοσιονομικούς περιορισμούς στην παρούσα συγκυρία κρίσης, μέσω του αναπρογραμματισμού άνω του 11% του διαθέσιμου προϋπολογισμού της περιόδου 2007-2012, προκειμένου να υποστηριχθούν οι πιο επιτακτικές ανάγκες και να ενισχυθούν συγκεκριμένες παρεμβάσεις· υπογραμμίζει, στο πλαίσιο αυτό, ότι σε αρκετά κράτη μέλη η πολιτική συνοχής αντιπροσώπευε πάνω από το 80% των δημόσιων επενδύσεων κατά την περίοδο 2007-2013·

7.  ζητεί από την Επιτροπή να παράσχει περαιτέρω αναλυτικά στοιχεία για τον αντίκτυπο και τη σημασία των μακροοικονομικών μηχανισμών στην περιφερειακή ανάπτυξη και στην αποτελεσματικότητα της πολιτικής συνοχής, καθώς και στην αλληλεπίδραση μεταξύ του ευρωπαϊκού πλαισίου οικονομικής διακυβέρνησης και της πολιτικής συνοχής, όπως επίσης και να παράσχει συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο συμβολής της πολιτικής συνοχής στις σχετικές ειδικές ανά χώρα συστάσεις και στις συστάσεις του Συμβουλίου·

8.  καλεί τα κράτη μέλη να αξιοποιήσουν με τον καλύτερο τρόπο την ευελιξία που υπάρχει στο πλαίσιο των κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης·

Αναπρογραμματισμός βάσει του άρθρου 23 του ΚΚΔ

Γενικές παρατηρήσεις

9.  υπενθυμίζει ότι οποιαδήποτε απόφαση αφορά τον αναπρογραμματισμό ή την αναστολή βάσει του άρθρου 23 του ΚΚΔ πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε εξαιρετικές καταστάσεις και να είναι καλά σταθμισμένη, εκτενώς αιτιολογημένη και να εφαρμόζεται προσεκτικά, με αναφορά των σχετικών προγραμμάτων ή προτεραιοτήτων, προκειμένου να διασφαλίζεται η διαφάνεια και να παρέχεται δυνατότητα επαλήθευσης και ελέγχου· τονίζει, επιπλέον, ότι οι αποφάσεις αυτές δεν θα πρέπει να αυξάνουν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι περιφέρειες και τα κράτη μέλη λόγω του κοινωνικοοικονομικού περιβάλλοντος ή λόγω της γεωγραφικής τους θέσης και των ιδιαιτεροτήτων τους κατά την έννοια των άρθρων 174 και 349 της ΣΛΕΕ·

10.  θεωρεί ότι οι συμφωνίες εταιρικής σχέσης και τα προγράμματα που εγκρίθηκαν στην τρέχουσα περίοδο προγραμματισμού έχουν λάβει υπόψη τις σχετικές ειδικές ανά χώρα συστάσεις και τις συστάσεις του Συμβουλίου, διασφαλίζοντας βάσιμους λόγους για την αποφυγή κάθε μεσοπρόθεσμου αναπρογραμματισμού, εκτός εάν οι οικονομικές συνθήκες επιδεινωθούν σημαντικά·

11.  τονίζει ότι ο συχνός αναπρογραμματισμός θα ήταν αντιπαραγωγικός και θα πρέπει να αποφευχθεί, προκειμένου να μην διακοπεί η διαχείριση των κονδυλίων ούτε να υπονομευθεί η σταθερότητα και η προβλεψιμότητα της πολυετούς επενδυτικής στρατηγικής και να αποτραπούν οιεσδήποτε αρνητικές επιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένης της απορρόφησης των ΕΔΕΤ·

12.  χαιρετίζει την προσεκτική προσέγγιση της Επιτροπής όσον αφορά τον αναπρογραμματισμό και την πρόθεσή της να τον περιορίσει στο ελάχιστο δυνατό· ζητεί μια προσέγγιση «έγκαιρης προειδοποίησης», προκειμένου να ενημερώνονται τα κράτη μέλη για την έναρξη της διαδικασίας αναπρογραμματισμού σύμφωνα με το άρθρο 23 του ΚΚΔ, και τονίζει ότι κάθε αιτήματος αναπρογραμματισμού θα πρέπει να προηγείται διαβούλευση με την επιτροπή παρακολούθησης·

13.  ζητεί από την Επιτροπή να πραγματοποιεί, σε στενή συνεργασία με το οικείο κράτος μέλος, εμπεριστατωμένη ανάλυση όλων των διαθέσιμων επιλογών εκτός της εφαρμογής του άρθρου 23 του ΚΚΔ, προκειμένου να αντιμετωπίζονται ζητήματα που θα μπορούσαν να αποτελέσουν αφορμή για υποβολή αιτήματος αναπρογραμματισμού·

14.  εκφράζει τη λύπη του για οποιαδήποτε δυσανάλογη αύξηση του διοικητικού φόρτου και του συνακόλουθου κόστους για όλες τις διοικητικές βαθμίδες, δεδομένων των αυστηρών προθεσμιών και της πολυπλοκότητας της διαδικασίας αναπρογραμματισμού βάσει του άρθρου 23 του ΚΚΔ· προειδοποιεί για τον κίνδυνο αλληλεπικάλυψης των διαδικασιών αναπρογραμματισμού βάσει του άρθρου 23 του ΚΚΔ με τους μεταγενέστερους κύκλους του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου· καλεί την Επιτροπή να εξετάσει τη δυνατότητα επανεκτίμησης της εφαρμογής των προθεσμιών όσον αφορά την αναθεώρηση που προβλέπεται στο άρθρο 26 παράγραφος 13 του ΚΚΔ·

Οριζόντιες αρχές βάσει του ΚΚΔ

15.  εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι οι κατευθυντήριες γραμμές δεν κάνουν ρητή αναφορά στις γενικές και οριζόντιες αρχές που προβλέπονται στα άρθρα 4 έως 8 του ΚΚΔ, και υπενθυμίζει ότι η ερμηνεία του άρθρου 23 του ΚΚΔ πρέπει να λαμβάνει υπόψη και να συμμορφώνεται με τις αρχές αυτές, ιδίως με τις αρχές της εταιρικής σχέσης και της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης, καθώς και με τον κανονισμό και το κοινό στρατηγικό πλαίσιο στο σύνολό του· ζητεί από την Επιτροπή, στο πλαίσιο αυτό, να διευκρινίσει με ποιον τρόπο θα ληφθούν υπόψη οι αρχές αυτές κατά την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 23 του ΚΚΔ·

Η υποεθνική διάσταση του άρθρου 23 του ΚΚΔ

16.  τονίζει ότι η αύξηση του δημόσιου χρέους οφείλεται κυρίως στις πολιτικές που ακολουθούν οι κυβερνήσεις των κρατών μελών, και εκφράζει τη σοβαρή ανησυχία ότι η αδυναμία ορθής αντιμετώπισης των μακροοικονομικών ζητημάτων σε εθνικό επίπεδο μπορεί να ζημιώσει τις υπο-εθνικές αρχές, τους δικαιούχους των ΕΔΕΤ και τους αιτούντες για ΕΔΕΤ·

17.  υπενθυμίζει ότι οι κανόνες θεματικής επικέντρωσης που προβλέπει η πολιτική συνοχής 2014-2020 επιτρέπουν κάποιο βαθμό ευελιξίας στην αντιμετώπιση των αναγκών των κρατών μελών και των περιφερειών, και σημειώνει ότι η εφαρμογή του άρθρου 23 του ΚΚΔ ενδέχεται να περιορίσει αυτή την ευελιξία· υπενθυμίζει την ανάγκη να λαμβάνονται υπόψη βασικές εδαφικές προκλήσεις, καθώς και η αρχή της επικουρικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 του ΚΚΔ·

18.  ζητεί από την Επιτροπή να αξιολογήσει, σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη και τους εταίρους, όπως ορίζει το άρθρο 5 του ΚΚΔ, τον αντίκτυπο και τη σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο οποιωνδήποτε μέτρων υιοθετηθούν βάσει του άρθρου 23 του ΚΚΔ·

19.  τονίζει την ανάγκη ενεργού συμμετοχής των τοπικών και περιφερειακών αρχών σε οιοδήποτε εγχείρημα αναπρογραμματισμού, και είναι της γνώμης ότι, εφόσον τα ΕΔΕΤ συνδέονται με τη χρηστή οικονομική διακυβέρνηση, το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο θα πρέπει να αποκτήσει εδαφική διάσταση, επίσης με τη συμμετοχή των αρχών αυτών·

20.  ζητεί από την Επιτροπή να ερμηνεύσει το άρθρο 23 του ΚΚΔ σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση των κρατών μελών και περιφερειών που αντιμετωπίζουν κοινωνικοοικονομικές δυσκολίες και όπου τα ΕΔΕΤ αντιπροσωπεύουν σημαντικό μερίδιο των επενδύσεων, κάτι που είναι ακόμη πιο εμφανές σε ένα πλαίσιο κρίσης· τονίζει ότι τα κράτη μέλη και οι περιφέρειες, και ιδίως εκείνες που παρουσιάζουν υστέρηση, δεν θα πρέπει να υφίστανται περαιτέρω τις αρνητικές επιπτώσεις·

Συντονισμός, διαφάνεια και λογοδοσία θεσμικών οργάνων

21.  υπενθυμίζει ότι ο ισχυρός συντονισμός των θεσμικών οργάνων είναι εξαιρετικά σημαντικός για να διασφαλίζονται οι κατάλληλες συμπληρωματικότητες και συνέργειες κατά την άσκηση των πολιτικών, καθώς και για να υπάρχει κατάλληλη και σταθερή ερμηνεία του πλαισίου της χρηστής οικονομικής διακυβέρνησης και της αλληλεπίδρασής του με την πολιτική συνοχής·

22.  ζητεί να υπάρξει επαρκής ροή πληροφοριών μεταξύ της Επιτροπής, του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου και να διεξαχθεί συζήτηση στο κατάλληλο πολιτικό επίπεδο προκειμένου να εξασφαλιστεί κοινή αντίληψη ως προς την ερμηνεία των όρων εφαρμογής του άρθρου 23 του ΚΚΔ· υπενθυμίζει, στο πλαίσιο αυτό, την ανάγκη για μια ειδική δομή του Συμβουλίου που θα ασχολείται με την πολιτική συνοχής και θα είναι υπεύθυνη για τις αποφάσεις βάσει του άρθρου 23 του ΚΚΔ·

23.  θεωρεί σημαντικό να διασφαλιστεί διαφάνεια και λογοδοσία, αναθέτοντας στο Κοινοβούλιο τη δημοκρατική εποπτεία του συστήματος διακυβέρνησης στο πλαίσιο του άρθρου 23 του ΚΚΔ, το οποίο εισάγει σημαντικούς περιορισμούς στην προσέγγιση από τη βάση προς την κορυφή που αποτελεί σημαντικό χαρακτηριστικό της πολιτικής συνοχής·

Αναστολή πληρωμών

24.  υπενθυμίζει ότι η αναστολή πληρωμών αποτελεί ζήτημα που αποφασίζει το Συμβούλιο στη βάση πρότασης που έχει τη δυνατότητα να διατυπώσει η Επιτροπή σε περίπτωση που το εμπλεκόμενο κράτος μέλος δεν λάβει αποτελεσματικά μέτρα· υπογραμμίζει τις σημαντικές νομικές διασφαλίσεις που προβλέπονται από το άρθρο 23 του ΚΚΔ προκειμένου να διασφαλιστεί ο έκτακτος χαρακτήρας του μηχανισμού αναστολής·

25.  τονίζει τον τιμωρητικό χαρακτήρα οποιασδήποτε αναστολής πληρωμών και ζητεί από την Επιτροπή να αξιοποιήσει τη διακριτική ευχέρεια που διαθέτει ώστε να προτείνει την αναστολή πληρωμών με εξαιρετική προσοχή και με απαρέγκλιτη τήρηση του άρθρου 23 παράγραφος 6 του ΚΚΔ, μετά από προσήκουσα εξέταση όλων των σχετικών πληροφοριών και στοιχείων που προκύπτουν, καθώς και των απόψεων που διατυπώνονται μέσω του διαρθρωμένου διαλόγου·

26.  χαιρετίζει, στο πλαίσιο των κριτηρίων καθορισμού των προς αναστολή προγραμμάτων και του ύψους της αναστολής του πρώτου σκέλους, την προσεκτική προσέγγιση που υιοθετήθηκε στις κατευθυντήριες γραμμές βάσει της οποίας θα λαμβάνονται υπόψη οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες των κρατών μελών, εξετάζοντας ελαφρυντικούς παράγοντες ανάλογους με εκείνους που προβλέπονται στις αναστολές βάσει του άρθρου 23 παράγραφος 9 του ΚΚΔ·

27.  καλεί την Επιτροπή να ορίσει προθεσμία εντός της οποίας να άρει την αναστολή που αναφέρεται στο άρθρο 23 παράγραφος 8 του ΚΚΔ.

Ο ρόλος του Κοινοβουλίου στο πλαίσιο του άρθρου 23 του ΚΚΔ

28.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι στις κατευθυντήριες γραμμές δεν γίνεται καμιά αναφορά στον ρόλο του Κοινοβουλίου, παρά το γεγονός ότι ο ΚΚΔ θεσπίστηκε βάσει της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας και παρά τις συνεχείς εκκλήσεις του Κοινοβουλίου για ενίσχυση της δημοκρατικής λογοδοσίας και του ελέγχου στο πλαίσιο της οικονομικής διακυβέρνησης·

29.  θεωρεί ότι πρέπει να επισημοποιηθεί η συμμετοχή του Κοινοβουλίου ως του κύριου δημοκρατικού θεματοφύλακα για την ορθή εφαρμογή του άρθρου 23 παράγραφος 15 του ΚΚΔ, μέσω της θέσπισης μιας απλής διαδικασίας η οποία θα επιτρέπει τη διαβούλευση με το Κοινοβούλιο σε όλα τα στάδια σχετικά με την έγκριση αιτημάτων αναπρογραμματισμού ή οποιωνδήποτε προτάσεων και αποφάσεων που αφορούν αναστολή αναλήψεων υποχρεώσεων ή πληρωμών·

30.  τονίζει την ανάγκη για διαρκή, σαφή και διαφανή συνεργασία σε διοργανικό επίπεδο και θεωρεί ότι μια τέτοια διαδικασία πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα στάδια:

   η Επιτροπή θα πρέπει να ενημερώνει άμεσα το Κοινοβούλιο για τις ειδικές ανά χώρα συστάσεις και τις συστάσεις του Συμβουλίου που είναι συναφείς με το πλαίσιο των ΕΔΕΤ, καθώς και για τα προγράμματα χρηματοδοτικής βοήθειας ή τις αντίστοιχες τροποποιήσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην υποβολή αιτήματος αναπρογραμματισμού βάσει του άρθρου 23 παράγραφος 1 του ΚΚΔ·
   η Επιτροπή θα πρέπει να ενημερώνει άμεσα το Κοινοβούλιο για οποιοδήποτε αίτημα αναπρογραμματισμού βάσει του άρθρου 23 παράγραφος 1 του ΚΚΔ ή για τυχόν πρόταση για απόφαση αναστολής πληρωμών βάσει του άρθρου 23 παράγραφος 6 του ΚΚΔ, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στο Κοινοβούλιο να λάβει θέση υπό τη μορφή ψηφίσματος, προτού αναληφθούν περαιτέρω ενέργειες·
   η Επιτροπή πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη θέση του Κοινοβουλίου και όποια στοιχεία προκύπτουν ή όποιες γνώμες διατυπώνονται μέσω του διαρθρωμένου διαλόγου βάσει του άρθρου 23 παράγραφος 15 του ΚΚΔ·
   το Κοινοβούλιο πρέπει να καλεί την Επιτροπή να εξηγήσει εάν οι απόψεις του Κοινοβουλίου έχουν ληφθεί υπόψη στη διαδικασία, καθώς και τη συνέχεια που δόθηκε ενδεχομένως στον διαρθρωμένο διάλογο·
   η Επιτροπή των Περιφερειών και η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή θα πρέπει να ενημερώνονται και να ακούγεται η γνώμη τους όσον αφορά τα αιτήματα αναπρογραμματισμού·
   το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή πρέπει να καθιερώσουν διάλογο στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 23 του ΚΚΔ, εξασφαλίζοντας τον συντονισμό των θεσμικών οργάνων και την εύρυθμη ροή πληροφοριών, η οποία θα επιτρέπει την παρακολούθηση της εφαρμογής οποιασδήποτε διαδικασίας του άρθρου 23 του ΚΚΔ·

31.  καλεί την Επιτροπή να υποβάλλει εκθέσεις για τον αντίκτυπο και τα αποτελέσματα που επιτυγχάνονται κατά την εφαρμογή του άρθρου 23 του ΚΚΔ στο πλαίσιο της αναθεώρησης της εφαρμογής του σύμφωνα με την παράγραφο 17 του εν λόγω άρθρου, μεταξύ άλλων αναφέροντας λεπτομερώς κατά πόσον το εκάστοτε αίτημα αναπρογραμματισμού βασίζεται στην εφαρμογή των σχετικών ειδικών ανά χώρα συστάσεων ή των συστάσεων του Συμβουλίου ή έχει ενισχύσει τα αποτελέσματα της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας των διαθέσιμων ΕΔΕΤ στα κράτη μέλη που υπάγονται σε προγράμματα χρηματοδοτικής στήριξης, παρέχοντας επίσης στοιχεία για ποσά που έχουν ενδεχομένως ανασταλεί και για τα σχετικά προγράμματα·

o
o   o

32.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, καθώς και στα κράτη μέλη και στις περιφέρειές τους.

(1) ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320.
(2) ΕΕ C 375 της 20.12.2013, σ. 2.
(3) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2013)0401.
(4) ΕΕ C 161 E της 31.5.2011, σ. 120.
(5) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2014)0132.
(6) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2014)0038.

Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου