Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2018/0198(COD)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A8-0414/2018

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A8-0414/2018

Συζήτηση :

Ψηφοφορία :

PV 14/02/2019 - 10.4

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P8_TA(2019)0118

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 275kWORD 67k
Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2019 - Στρασβούργο Οριστική έκδοση
Μηχανισμός αντιμετώπισης νομικών και διοικητικών εμποδίων σε διασυνοριακό πλαίσιο ***I
P8_TA(2019)0118A8-0414/2018
Ψήφισμα
 Ενοποιημένο κείμενο

Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14ης Φεβρουαρίου 2019 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση μηχανισμού αντιμετώπισης νομικών και διοικητικών εμποδίων σε διασυνοριακό πλαίσιο (COM(2018)0373 – C8-0228/2018 – 2018/0198(COD))

(Συνήθης νομοθετική διαδικασία: πρώτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2018)0373),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και το άρθρο 175 τρίτο εδάφιο της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C8-0228/2018),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, της 19ης Σεπτεμβρίου 2018(1),

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών της 5ης Δεκεμβρίου 2018(2),

–  έχοντας υπόψη την αιτιολογημένη γνώμη που υποβλήθηκε από το Σουηδικό Κοινοβούλιο στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου αριθ. 2 σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, με οποία υποστηρίζεται ότι το σχέδιο νομοθετικής πράξης δεν συνάδει προς την αρχή της επικουρικότητας,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 59 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Περιφερειακής Ανάπτυξης και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων (A8-0414/2018),

1.  εγκρίνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει εκ νέου την πρόταση στο Κοινοβούλιο, αν την αντικαταστήσει με νέο κείμενο, αν της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή καθώς και στα εθνικά κοινοβούλια.

(1) ΕΕ C 440 της 6.12.2018, σ. 124.
(2) ΕΕ C ....


Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 14ης Φεβρουαρίου 2019 εν όψει της έγκρισης κανονισμού (ΕΕ) .../... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση μηχανισμού αντιμετώπισης νομικών και διοικητικών εμποδίων σε διασυνοριακό πλαίσιο
P8_TC1-COD(2018)0198

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 175 τρίτο εδάφιο,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών(2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία(3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)  Το άρθρο 175 τρίτο εδάφιο της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) προβλέπει την ανάληψη ειδικών δράσεων πέρα από τα πλαίσια των Ταμείων που αποτελούν αντικείμενο του πρώτου εδαφίου του εν λόγω άρθρου, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της κοινωνικής και οικονομικής συνοχής τον οποίο προβλέπει η ΣΛΕΕ. Η αρμονική ανάπτυξη του συνόλου του ενωσιακού εδάφους και η μεγαλύτερη οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή προϋποθέτουν την ενίσχυση της εδαφικής συνεργασίας. Για τον σκοπό αυτόν, είναι σκόπιμο να θεσπιστούν τα αναγκαία μέτρα για τη βελτίωση των όρων υλοποίησης των δράσεων εδαφικής συνεργασίας.

(2)  Το άρθρο 174 ΣΛΕΕ αναγνωρίζει τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι παραμεθόριες περιοχές και ορίζει ότι η Ένωση πρέπει να αποδίδει ιδιαίτερη προσοχή στις περιοχές αυτές κατά την ανάπτυξη και την υλοποίηση δράσεων που οδηγούν στην ενίσχυση της οικονομικής, κοινωνικής και εδαφικής συνοχής της Ένωσης. Λόγω της αύξησης του αριθμού των χερσαίων και θαλάσσιων συνόρων, η Ένωση και οι άμεσοι γείτονές της στην Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών («ΕΖΕΣ») έχουν 40 εσωτερικά χερσαία σύνορα.

(2α)   Για τη βελτίωση της ζωής των πολιτών σε διασυνοριακές περιοχές στα θαλάσσια σύνορα ή σε διασυνοριακές περιοχές μεταξύ των κρατών μελών και τρίτων χωρών, η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και η χρήση ενός μηχανισμού για την αντιμετώπιση των νομικών και διοικητικών εμποδίων θα πρέπει να επεκταθούν σε όλες τις παραμεθόριες περιοχές, με παράλληλο σεβασμό του δικαίου της Ένωσης. [Τροπολογία 1]

(3)  Στην ανακοίνωσή της με τίτλο «Ώθηση της ανάπτυξης και της συνοχής σε παραμεθόριες περιφέρειες της ΕΕ»(4) («Ανακοίνωση για τις παραμεθόριες περιοχές»), η Επιτροπή επισημαίνει ότι κατά τις προηγούμενες δεκαετίες η διαδικασία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης βοήθησε τις εσωτερικές παραμεθόριες περιοχές να μετατραπούν από βασικά απόκεντρες περιοχές σε περιοχές ανάπτυξης και ευκαιριών. Η ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς, το 1992, ενίσχυσε την παραγωγικότητα της Ένωσης και μείωσε το κόστος μέσω της κατάργησης των τελωνειακών διατυπώσεων, της εναρμόνισης ή της αμοιβαίας αναγνώρισης των τεχνικών κανόνων και της μείωσης των τιμών λόγω του ανταγωνισμού· το ενδοενωσιακό εμπόριο αυξήθηκε κατά 15 % σε διάστημα 10 ετών· έχει παραχθεί πρόσθετη ανάπτυξη και έχουν δημιουργηθεί περίπου 2,5 εκατομμύρια περισσότερες θέσεις εργασίας.

(4)  Η ανακοίνωση για τις παραμεθόριες περιοχές κατέδειξε επίσης ότι εξακολουθούν να υφίστανται ορισμένα νομικά εμπόδια στις παραμεθόριες περιοχές, και ιδίως εμπόδια που αφορούν τις υπηρεσίες υγείας, τους κανονισμούς εργασίας, τους φόρους και την επιχειρηματική ανάπτυξη, καθώς και εμπόδια που συνδέονται με τις διαφορές στη διοικητική νοοτροπία και στα εθνικά νομικά πλαίσια. Ούτε η χρηματοδότηση βάσει της ευρωπαϊκής εδαφικής συνεργασίας ούτε η θεσμική στήριξη της συνεργασίας από τους ευρωπαϊκούς ομίλους εδαφικής συνεργασίας (ΕΟΕΣ) επαρκούν από μόνες τους για την αντιμετώπιση αυτών των εμποδίων, που αποτελούν πραγματική τροχοπέδη για την αποτελεσματική συνεργασία.

(5)  Από το 1990, τα προγράμματα που υλοποιούνται στο πλαίσιο του στόχου της ευρωπαϊκής εδαφικής συνεργασίας, που είναι ευρύτερα γνωστός ως «Interreg»(5), υποστήριξαν προγράμματα διασυνοριακής συνεργασίας στις παραμεθόριες περιοχές της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων και περιοχών που συνορεύουν με χώρες της ΕΖΕΣ. Χρηματοδότησαν χιλιάδες έργα και πρωτοβουλίες, που συνέβαλαν στη βελτίωση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Τα κύρια επιτεύγματα των προγραμμάτων Interreg περιλαμβάνουν: αυξημένη εμπιστοσύνη, υψηλότερη συνδεσιμότητα, βελτιωμένο περιβάλλον, καλύτερη υγεία και οικονομική ανάπτυξη. Από τα διαπροσωπικά προγράμματα και τις επενδύσεις σε υποδομές έως τη στήριξη πρωτοβουλιών θεσμικής συνεργασίας, το Interreg έχει κάνει πραγματική διαφορά στις παραμεθόριες περιοχές και συνέβαλε στον μετασχηματισμό τους. Το Interreg έχει επίσης υποστηρίξει τη συνεργασία σε ορισμένα θαλάσσια σύνορα. Ωστόσο, τα νομικά εμπόδια είναι πολύ λιγότερα στις θαλάσσιες παραμεθόριες περιοχές λόγω της φυσικής αδυναμίας των ατόμων να διασχίζουν τα σύνορα καθημερινά ή πολλές φορές την εβδομάδα για εργασία, εκπαίδευση και κατάρτιση, για αγορές, για χρήση εγκαταστάσεων και υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος ή για συνδυασμό τους ή για ταχείες επείγουσες παρεμβάσεις.

(6)  Η χρηματοδοτική στήριξη της διασυνοριακής συνεργασίας από το Interreg συμπληρώθηκε από τους ΕΟΕΣ, που συστάθηκαν από το 2006 βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1082/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(6). Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1082/2006, οι ΕΟΕΣ δεν μπορούν να ασκήσουν κανονιστικές εξουσίες για την αντιμετώπιση νομικών και διοικητικών εμποδίων σε διασυνοριακό πλαίσιο.

(7)  Στην ανακοίνωσή της για τις παραμεθόριες περιοχές η Επιτροπή αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων μέτρων, σε μια πρωτοβουλία που ξεκίνησε κατά την Προεδρία του Λουξεμβούργου το 2015: Ορισμένα κράτη μέλη εξετάζουν τη χρησιμότητα που θα είχε η εφαρμογή ενός νέου μέσου για την απλούστευση των διασυνοριακών έργων, καθιστώντας δυνατή, σε εθελοντική βάση και κατόπιν συμφωνίας των σχετικών αρμόδιων αρχών, την εφαρμογή των κανόνων ενός κράτους μέλους στο γειτονικό κράτος μέλος. Αυτό θα γινόταν για ένα συγκεκριμένο έργο ή δράση περιορισμένης χρονικής διάρκειας, που βρίσκεται σε παραμεθόρια περιοχή και που δρομολογήθηκε από τοπικές ή περιφερειακές αρχές.

(8)  Αν και υπάρχουν ήδη διάφοροι αποτελεσματικοί μηχανισμοί διασυνοριακής συνεργασίας σε διακυβερνητικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο σε ορισμένες περιοχές της Ένωσης, οι μηχανισμοί αυτοί δεν καλύπτουν όλες τις παραμεθόριες περιοχές της Ένωσης. Συνεπώς, για να συμπληρωθούν τα υπάρχοντα συστήματα, είναι ανάγκη να θεσπιστεί ένας εθελοντικός μηχανισμός αντιμετώπισης νομικών και διοικητικών εμποδίων σε όλες τις παραμεθόριες περιοχές («ο Μηχανισμός»), αλλά αυτό δεν εμποδίζει τη δημιουργία παρόμοιων μηχανισμών ανάλογα με τις ειδικές ανάγκες σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο. [Τροπολογία 2]

(9)  Με πλήρη σεβασμό του συνταγματικού και θεσμικού πλαισίου των κρατών μελών, η χρήση του Μηχανισμού θα πρέπει να είναι προαιρετική σε σχέση με τις παραμεθόριες περιοχές ενός συγκεκριμένου κράτους μέλους όπου υπάρχει ή θα μπορούσε να δημιουργηθεί άλλος αποτελεσματικός μηχανισμός με το γειτονικό κράτος μέλος. Ο Μηχανισμός θα πρέπει να συνίσταται σε δύο μέτρα: την υπογραφή και σύναψη ευρωπαϊκής διασυνοριακής δέσμευσης («η Δέσμευση») ή την υπογραφή ευρωπαϊκής διασυνοριακής δήλωσης («η Δήλωση»). Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επιλέγουν τη χρήση του μέσου το οποίο θεωρούν πιο επωφελές. [Τροπολογία 3]

(9α)   Οι αρμόδιες αρχές των εμπλεκόμενων κρατών μελών, χωρών, οντοτήτων ή περιφερειών θα πρέπει να θεσπίζουν, σύμφωνα με τις συνταγματικές και τις νομοθετικώς καθοριζόμενες ειδικές αρμοδιότητές τους, την προτεινόμενη ad hoc νομική λύση πριν από τη σύναψη και την υπογραφή της Δέσμευσης ή την υπογραφή της Δήλωσης δυνάμει του παρόντος κανονισμού. [Τροπολογία 4]

(10)  Η Δέσμευση θα πρέπει να υλοποιείται αυτόματα, πράγμα που σημαίνει ότι, αμέσως μετά τη σύναψη της Δέσμευσης, ορισμένες νομικές διατάξεις ενός κράτους μέλους πρέπει να εφαρμόζονται στο έδαφος του γειτονικού κράτους μέλους. Θα πρέπει επίσης να γίνει δεκτό ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να θεσπίσουν νομοθετική πράξη που να επιτρέπει τη σύναψη Δέσμευσης, προκειμένου να αποτραπεί η παρέκκλιση από εθνική νομοθεσία την οποία εξέδωσε επίσημα νομοθετικό όργανο από αρχή διαφορετική από το εν λόγω νομοθετικό όργανο και η παραβίαση της νομικής σαφήνειας και διαφάνειας ή και των δύο.

(11)  Για τη Δήλωση θα εξακολουθήσει να απαιτείται νομοθετική διαδικασία στο κράτος μέλος. Η αρχή που συνάπτει τη Δήλωση θα πρέπει να προβεί σε επίσημη δήλωση ότι θα δρομολογήσει εντός ορισμένης προθεσμίας τη νομοθετική διαδικασία που είναι αναγκαία για την τροποποίηση του κανονικά εφαρμοστέου εθνικού δικαίου και για την εφαρμογή, μέσω ρητής παρέκκλισης, του δικαίου γειτονικού κράτους μέλους, προκειμένου να αρθούν τα εμπόδια κατά την υλοποίηση κοινών διασυνοριακών έργων. [Τροπολογία 5]

(12)  Τα νομικά εμπόδια τα βιώνουν κυρίως πρόσωπα που δραστηριοποιούνται στα χερσαία σύνορα, όπως οι διασυνοριακά εργαζόμενοι, επειδή οι πολίτες διασχίζουν τα σύνορα σε ημερήσια ή εβδομαδιαία βάση. Για να επικεντρωθεί το αποτέλεσμα του παρόντος κανονισμού στις περιοχές που βρίσκονται πλησιέστερα στα σύνορα και παρουσιάζουν τον υψηλότερο βαθμό ολοκλήρωσης και αλληλεπίδρασης μεταξύ γειτονικών κρατών μελών, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται στις διασυνοριακές περιοχές υπό την έννοια του εδάφους που καλύπτεται από γειτονικές χερσαίες παραμεθόριες περιοχές με χερσαία ή θαλάσσια σύνορα δύο ή περισσότερων κρατών μελών σε περιφέρειες επιπέδου NUTS 3(7). Αυτό δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν τον μηχανισμό και στα θαλάσσια και τα εξωτερικά σύνορα με χώρες διαφορετικές από τις χώρες της ΕΖΕΣ, σε εθελοντική βάση σε σχέση με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. [Τροπολογία 6]

(13)  Για τον συντονισμό των καθηκόντων των διαφόρων αρχών οι οποίες, σε ορισμένα κράτη μέλη, θα περιλαμβάνουν εθνικά και περιφερειακά νομοθετικά όργανα εντός ενός συγκεκριμένου κράτους μέλους, αλλά και για τον συντονισμό των αρχών μεταξύ ενός ή περισσότερων γειτονικών κρατών μελών, κάθε κράτος που επιλέγει τον Μηχανισμό μέλος θα πρέπει να είναι υποχρεωμένο να δημιουργήσει ένα εθνικό και, κατά περίπτωση όπου αρμόζει, περιφερειακά διασυνοριακά σημεία συντονισμού και να καθορίσει τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητές τους κατά τα διάφορα στάδια του Μηχανισμού, που καλύπτουν τη δρομολόγηση, τη σύναψη και την παρακολούθηση των Δεσμεύσεων και των Δηλώσεων. [Τροπολογία 7]

(14)  Η Επιτροπή θα πρέπει να δημιουργήσει ένα σημείο συντονισμού ενωσιακού επιπέδου, όπως εξαγγέλθηκε στην ανακοίνωση για τις παραμεθόριες περιοχές. Το εν λόγω σημείο συντονισμού θα πρέπει να συνδέεται με τα διάφορα εθνικά και, ενδεχομένως, περιφερειακά διασυνοριακά σημεία συντονισμού. Η Επιτροπή θα πρέπει να δημιουργήσει και να τηρεί μια βάση δεδομένων για τις Δεσμεύσεις και τις Δηλώσεις σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(8).

(15)  Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να ορίζει τη διαδικασία σύναψης Δέσμευσης ή Δήλωσης και να περιγράφει λεπτομερώς τα διάφορα στάδια: κατάρτιση και υποβολή εγγράφου πρωτοβουλίας, προκαταρκτική ανάλυση από το κράτος μέλος που θα εφαρμόσει τις νομικές διατάξεις του γειτονικού κράτους μέλους, κατάρτιση της Δέσμευσης ή της Δήλωσης που θα συναφθεί και, τέλος, διαδικασία σύναψης τόσο για τη Δέσμευση όσο και για τη Δήλωση. Θα πρέπει επίσης να περιγράφονται λεπτομερώς τα στοιχεία που πρέπει να καλύπτονται από το έγγραφο πρωτοβουλίας, το σχέδιο και την τελική Δέσμευση και Δήλωση, καθώς και οι αντίστοιχες προθεσμίες.

(16)  Ειδικότερα, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να ορίζει ποιος μπορεί να είναι ο «αιτών» κοινού σχεδίου. Δεδομένου ότι ο Μηχανισμός θα πρέπει να βελτιώσει την υλοποίηση κοινών διασυνοριακών έργων, η πρώτη ομάδα θα πρέπει να είναι φορείς που δρομολογούν ή δρομολογούν και υλοποιούν ένα τέτοιο κοινό έργο. Ο όρος «έργο» πρέπει να νοείται υπό ευρεία έννοια, καλύπτοντας τόσο ένα συγκεκριμένο στοιχείο υποδομής όσο και μια σειρά δραστηριοτήτων σε σχέση με μια συγκεκριμένη περιοχή ή και τα δύο. Δεύτερον, μια τοπική ή περιφερειακή αρχή που εδρεύει σε συγκεκριμένη διασυνοριακή περιοχή ή ασκεί δημόσια εξουσία σ’ αυτή τη διασυνοριακή περιοχή θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να αναλάβει την πρωτοβουλία να εφαρμόσει εθνικό δίκαιο το οποίο αποτελεί εμπόδιο, αλλά η τροποποίηση του οποίου ή η παρέκκλιση από το οποίο είναι εκτός των θεσμικών της αρμοδιοτήτων. Τρίτον, οι φορείς που έχουν συσταθεί για διασυνοριακή συνεργασία και εδρεύουν ή καλύπτουν τουλάχιστον εν μέρει συγκεκριμένη διασυνοριακή περιοχή, συμπεριλαμβανομένων των ΕΟΕΣ, ή παρόμοιοι φορείς που επιδιώκουν την οργανωμένη διασυνοριακή ανάπτυξη με δομημένο τρόπο θα πρέπει να μπορούν να είναι αιτούντες. Τέλος, θα πρέπει επίσης να δοθεί η δυνατότητα ανάληψης πρωτοβουλίας και σε φορείς που εξειδικεύονται στη διασυνοριακή συνεργασία, οι οποίοι μπορεί επίσης να γνωρίζουν αποτελεσματικές λύσεις που εφαρμόζονται σε άλλα μέρη της Ένωσης για παρόμοιο θέμα. Για να δημιουργηθεί συνέργεια μεταξύ των φορέων που επηρεάζονται άμεσα από το εμπόδιο και των φορέων που διαθέτουν εμπειρογνωσία σε θέματα διασυνοριακής συνεργασίας γενικά, όλες οι ομάδες θα μπορούν να ενεργοποιήσουν από κοινού τον Μηχανισμό.

(17)  Ο κύριος παράγοντας στα κράτη μέλη που καλούνται να συνάψουν Δέσμευση ή Δήλωση θα πρέπει να είναι το αντίστοιχο εθνικό ή περιφερειακό διασυνοριακό σημείο συντονισμού που θα συνεργάζεται με όλες τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους του και με το ομόλογο σημείο συντονισμού του γειτονικού κράτους μέλους. Θα πρέπει επίσης να οριστεί σαφώς ότι το διασυνοριακό σημείο συντονισμού μπορεί να αποφασίσει αν πρέπει να ξεκινήσει μια διαδικασία που οδηγεί στη σύναψη Δέσμευσης ή Δήλωσης ή αν για ένα ή περισσότερα νομικά εμπόδια έχει ήδη βρεθεί λύση που θα μπορούσε να εφαρμοστεί. Αφετέρου, θα πρέπει επίσης να οριστεί ότι το κράτος μέλος του οποίου οι νομικές διατάξεις πρόκειται να εφαρμοστούν στο άλλο κράτος μέλος μπορεί να αρνηθεί την εφαρμογή τους εκτός του εδάφους του. Κάθε απόφαση θα πρέπει να αιτιολογείται κατάλληλα και να κοινοποιείται εγκαίρως σε όλους τους εταίρους. [Τροπολογία 8]

(18)  Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να θεσπίσει λεπτομερείς κανόνες για την υλοποίηση, την εφαρμογή και την παρακολούθηση των Δεσμεύσεων και των Δηλώσεων που συνάπτονται και υπογράφονται.

(19)  Η υλοποίηση αυτόματα εκτελούμενης Δέσμευσης θα πρέπει να συνίσταται στην εφαρμογή των εθνικών διατάξεων άλλου κράτους μέλους κατά την υλοποίηση κοινών έργων. Αυτό θα πρέπει να σημαίνει είτε την τροποποίηση των νομικά δεσμευτικών διοικητικών πράξεων που έχουν ήδη εκδοθεί σύμφωνα με το κανονικά εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο είτε, αν αυτό δεν έχει γίνει ακόμη, την έκδοση νέων διοικητικών πράξεων βάσει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους εντός χρονικού πλαισίου που συμφωνήθηκε από όλους τους εταίρους, ώστε να είναι σε θέση να δρομολογήσουν εγκαίρως κοινά προγράμματα. Όταν πολλές αρχές είναι η καθεμία αρμόδια για διαφορετικές πτυχές ενός πολύπλοκου νομικού εμποδίου, η Δέσμευση θα πρέπει να συνοδεύεται από χρονοδιάγραμμα για καθεμία από τις πτυχές αυτές. Τηρουμένης της αρχής της επικουρικότητας, η έκδοση και η διαβίβαση αυτών των τροποποιημένων ή νέων διοικητικών πράξεων θα πρέπει να συνάδει με το εθνικό δίκαιο περί διοικητικών διαδικασιών. [Τροπολογία 9]

(20)  Η υλοποίηση των Δηλώσεων θα πρέπει να συνίσταται κυρίως στην κατάρτιση και την υποβολή νομοθετικής πρότασης για την τροποποίηση ή την παρέκκλιση από το ισχύον εθνικό δίκαιο. Αυτές οι τροποποιήσεις ή παρεκκλίσεις, μετά την έγκρισή τους, θα πρέπει να δημοσιοποιηθούν και στη συνέχεια να εφαρμοστούν όπως οι Δεσμεύσεις, με την τροποποίηση και την έκδοση νομικά δεσμευτικών διοικητικών πράξεων.

(21)  Με βάση τις νομικά δεσμευτικές πράξεις, θα πρέπει να παρακολουθείται η τήρηση των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων των αποδεκτών τους. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αποφασίζουν αν η παρακολούθηση αυτή θα ανατεθεί στις αρχές του κράτους μέλους που μεταβίβασε τις νομικές του διατάξεις, επειδή οι αρχές αυτές είναι περισσότερο εξοικειωμένες με τους εν λόγω κανόνες, ή αν η παρακολούθηση θα ανατεθεί στις αρχές του κράτους μέλους στο οποίο εφαρμόζονται οι εν λόγω διατάξεις, επειδή αυτές οι αρχές είναι περισσότερο εξοικειωμένες με το υπόλοιπο νομικό σύστημα των δεσμευόμενων κρατών μελών και με το δίκαιο που διέπει τους αποδέκτες.

(22)  Θα πρέπει να διευκρινιστεί η προστασία των προσώπων που διαμένουν σε διασυνοριακές περιοχές και τα οποία επηρεάζονται άμεσα ή έμμεσα από την εφαρμογή και την παρακολούθηση μιας Δέσμευσης και από τη νομοθεσία που τροποποιείται σύμφωνα με μια Δήλωση και θεωρούν ότι θίγονται από πράξεις ή παραλείψεις της εφαρμογής. Τόσο για τη Δέσμευση όσο και για τη Δήλωση, το δίκαιο του γειτονικού κράτους μέλους θα εφαρμόζεται στο δεσμευόμενο κράτος μέλος όπως ενσωματώθηκε στη νομοθεσία του και, επομένως, η έννομη προστασία πρέπει να παρέχεται από τα δικαστήρια των δεσμευόμενων κρατών μελών, ακόμη και όταν τα πρόσωπα έχουν τη νόμιμη διαμονή τους στο μεταβιβάζον κράτος μέλος. Η ίδια αρχή θα πρέπει να ισχύει και για την έννομη προστασία κατά του κράτους μέλους του οποίου προσβάλλεται η διοικητική πράξη. Ωστόσο, θα πρέπει να εφαρμοστεί διαφορετική προσέγγιση όσον αφορά την έννομη προστασία κατά της παρακολούθησης της εφαρμογής της Δέσμευσης ή της Δήλωσης. Όταν μια αρχή του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους έχει αποδεχθεί να παρακολουθεί την εφαρμογή των τροποποιημένων νομικών διατάξεων του δεσμευόμενου κράτους μέλους και μπορεί να ενεργεί, σε σχέση με τα πρόσωπα που διαμένουν στη διασυνοριακή περιοχή, για λογαριασμό των αρχών του δεσμευόμενου κράτους μέλους αλλά στο δικό της όνομα, τα αρμόδια δικαστήρια πρέπει να είναι εκείνα του κράτους μέλους στο οποίο τα εν λόγω πρόσωπα έχουν τη νόμιμη διαμονή τους. Αντίθετα, όταν η αρμόδια αρχή μεταβίβασης δεν μπορεί να ενεργήσει στο δικό της όνομα αλλά στο όνομα της αρμόδιας αρχής δέσμευσης, τα αρμόδια δικαστήρια πρέπει να είναι εκείνα του δεσμευόμενου κράτους μέλους, ανεξαρτήτως της νόμιμης διαμονής του προσώπου.

(23)  Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να ορίζει κανόνες για την εφαρμογή του, την παρακολούθηση της εφαρμογής του και τις υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά τους εθνικούς τους κανόνες εφαρμογής.

(24)  Για να δημιουργηθεί βάση δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 8 άρθρο 7, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες προκειμένου να θεσπίσει κανόνες για τη λειτουργία της βάσης δεδομένων, για την προστασία των δεδομένων και για το υπόδειγμα που πρέπει να χρησιμοποιείται όταν τα διασυνοριακά σημεία συντονισμού υποβάλλουν πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή και τη χρήση του Μηχανισμού. Οι αρμοδιότητες αυτές θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία που ορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(9). Για πρακτικούς και συντονιστικούς σκοπούς, αρμόδια για τη διαδικασία έκδοσης των εκτελεστικών πράξεων θα πρέπει να είναι η «επιτροπή συντονισμού των ευρωπαϊκών διαρθρωτικών και επενδυτικών ταμείων». [Τροπολογία 10]

(25)  Οι εθνικοί κανόνες εφαρμογής πρέπει να διευκρινίζουν ποιες παραμεθόριες περιοχές ενός συγκεκριμένου κράτους μέλους καλύπτονται από τη Δέσμευση ή τη Δήλωση. Με τον τρόπο αυτόν, η Επιτροπή θα είναι σε θέση να εκτιμήσει κατά πόσον τα κράτη μέλη επέλεξαν διαφορετικό μηχανισμό για τα μη αναφερόμενα σύνορα. [Τροπολογία 11]

(26)  Ο παρών κανονισμός σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (άρθρο 8), το δικαίωμα στην εκπαίδευση (άρθρο 14), την ελευθερία επιλογής επαγγέλματος και το δικαίωμα προς εργασία (άρθρο 15), ιδίως όσον αφορά την ελευθερία του ατόμου να αναζητά απασχόληση, να εργάζεται, να ασκεί το δικαίωμα εγκατάστασης και να παρέχει υπηρεσίες σε κάθε κράτος μέλος, την επιχειρηματική ελευθερία (άρθρο 16), την πρόσβαση στην κοινωνική ασφάλιση και την κοινωνική αρωγή (άρθρο 34), την πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη (άρθρο 35), και την πρόσβαση στις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος (άρθρο 36) και ένα υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος σύμφωνα με την αρχή της αειφόρου ανάπτυξης (άρθρο 37). [Τροπολογία 12]

(27)  Οι όροι της εδαφικής συνεργασίας θα πρέπει να θεσπιστούν σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 παράγραφος 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ). Τα κράτη μέλη έχουν αναλάβει ατομικές, διμερείς ή ακόμη και πολυμερείς πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση των διασυνοριακών νομικών εμποδίων. Ωστόσο, αυτοί οι μηχανισμοί δεν υπάρχουν σε όλα τα κράτη μέλη ή δεν υπάρχουν σε όλα τα σύνορα ενός συγκεκριμένου κράτους μέλους. Τα χρηματοδοτικά μέσα (κυρίως το Interreg) και τα νομικά μέσα (κυρίως οι ΕΟΕΣ) που παρέχονται μέχρι σήμερα σε επίπεδο Ένωσης αποδείχθηκαν ανεπαρκή για την αντιμετώπιση των διασυνοριακών νομικών εμποδίων στην Ένωση. Συνεπώς, οι στόχοι της προτεινόμενης δράσης δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, είτε σε κεντρικό επίπεδο είτε σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, αλλά μπορούν μάλλον, λόγω της κλίμακας ή των αποτελεσμάτων της προτεινόμενης δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης. Συνεπώς, απαιτείται περαιτέρω δράση του νομοθέτη της Ένωσης.

(28)  Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, που ορίζεται στο άρθρο 5 παράγραφος 4 ΣΕΕ, το περιεχόμενο και η μορφή της δράσης της Ένωσης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων των Συνθηκών. Η προσφυγή στον ειδικό Μηχανισμό που θεσπίζεται βάσει του παρόντος κανονισμού για την αντιμετώπιση νομικών εμποδίων σε διασυνοριακές περιοχές είναι εθελοντική και σε καμία περίπτωση δεν εμποδίζει τη χρήση εναλλακτικών παρόμοιων μέσων. Αν ένα κράτος μέλος αποφασίσει, σε συγκεκριμένα σύνορα για συγκεκριμένο κοινό έργο με ένα ή περισσότερα γειτονικά κράτη μέλη, να εξακολουθήσει να αντιμετωπίζει τα νομικά εμπόδια που ανακύπτουν σε μια συγκεκριμένη διασυνοριακή περιοχή βάσει των αποτελεσματικών μηχανισμών που έχει θεσπίσει σε εθνικό επίπεδο ή που έχει θεσπίσει επίσημα ή ανεπίσημα, μαζί με ένα ή περισσότερα γειτονικά κράτη μέλη, δεν χρειάζεται να επιλεγεί ο Μηχανισμός που θεσπίζεται βάσει του παρόντος κανονισμού. Ομοίως, αν ένα κράτος μέλος αποφασίσει, σε συγκεκριμένα σύνορα για συγκεκριμένο κοινό έργο με ένα ή περισσότερα γειτονικά κράτη μέλη, να προσχωρήσει σε υφιστάμενο αποτελεσματικό μηχανισμό που έχει θεσπιστεί επίσημα ή ανεπίσημα από ένα ή περισσότερα γειτονικά κράτη μέλη, υπό την προϋπόθεση ότι ο μηχανισμός επιτρέπει την προσχώρηση, και πάλι δεν χρειάζεται να επιλεγεί ο Μηχανισμός που θεσπίζεται βάσει του παρόντος κανονισμού. Τέλος, σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος αποφασίσει, από κοινού με ένα ή περισσότερα γειτονικά κράτη μέλη, να θεσπίσει επίσημα ή ανεπίσημα έναν νέο αποτελεσματικό μηχανισμό για την αντιμετώπιση νομικών εμποδίων που παρακωλύουν την υλοποίηση κοινού έργου σε διασυνοριακές περιοχές, δεν χρειάζεται να επιλεγεί ο Μηχανισμός που θεσπίζεται βάσει του παρόντος κανονισμού. Συνεπώς, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων του για τις διασυνοριακές περιφέρειες για τις οποίες τα κράτη μέλη δεν διαθέτουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς για την αντιμετώπιση των υφισταμένων νομικών εμποδίων. [Τροπολογία 13]

(28α)   Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να τηρεί την αρχή της επικουρικότητας. Δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να προσβάλλει την κυριαρχία των κρατών μελών ούτε να αντιβαίνει στα συντάγματά τους, [Τροπολογία 14]

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 1

Αντικείμενο

1.  Ο παρών κανονισμός θεσπίζει προαιρετικό μηχανισμό που θα καθιστά δυνατή την εφαρμογή σε ένα κράτος μέλος, όσον αφορά μεμονωμένο κοινό έργο σε μια διασυνοριακή περιοχή, των νομικών διατάξεων άλλου κράτους μέλους, όταν η εφαρμογή των νομικών διατάξεων του πρώτου κράτους μέλους θα συνιστούσε νομικό εμπόδιο ένα ή περισσότερα νομικά εμπόδια που θα παρεμπόδιζε παρεμπόδιζαν την εφαρμογή ενός κοινού έργου (ο «Μηχανισμός»). [Τροπολογία 15]

2.  Ο μηχανισμός αποτελείται από ένα από τα ακόλουθα μέτρα:

α)  τη σύναψη ευρωπαϊκής διασυνοριακής Δέσμευσης, η οποία θα εκτελείται αυτομάτως,

β)  τη σύναψη ευρωπαϊκής διασυνοριακής Δήλωσης, για την οποία θα απαιτείται νομοθετική διαδικασία στο κράτος μέλος.

3.  Ο παρών κανονισμός καθορίζει επίσης:

α)  την οργάνωση και τα καθήκοντα των διασυνοριακών σημείων συντονισμού στα κράτη μέλη,

β)  τον συντονιστικό ρόλο της Επιτροπής σε σχέση με τον Μηχανισμό,

γ)  τη νομική προστασία των κατοίκων μιας διασυνοριακής περιοχής ή όσων διαμένουν προσωρινά σε μια τέτοια περιοχή όσον αφορά τον Μηχανισμό. [Τροπολογία 16]

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

1.  Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις διασυνοριακές περιοχές, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 3 σημείο 1).

2.  Αν ένα κράτος μέλος περιλαμβάνει περισσότερες εδαφικές οντότητες που έχουν νομοθετικές εξουσίες, ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται επίσης και σ’ αυτές τις εδαφικές οντότητες, συμπεριλαμβανομένων των αντίστοιχων αρχών ή νομικών διατάξεών τους.

Άρθρο 3

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)  «διασυνοριακή περιοχή»: το έδαφος που καλύπτεται από γειτονικές χερσαίες ή θαλάσσιες παραμεθόριες περιοχές δύο ή περισσότερων κρατών μελών σε περιφέρειες επιπέδου NUTS 3· [Τροπολογία 17]

2)  «κοινό έργο»: κάθε υποδομή που έχει αντίκτυπο σε συγκεκριμένη διασυνοριακή περιοχή ή κάθε υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος που παρέχεται σε συγκεκριμένη διασυνοριακή περιοχή, ανεξάρτητα από το αν ο αντίκτυπος αυτός αφορά αμφότερες τις πλευρές ή μόνο μία πλευρά των συνόρων· [Τροπολογία 18]

3)  «νομική διάταξη»: κάθε νομική ή διοικητική διάταξη, κανόνας ή διοικητική πρακτική που εφαρμόζεται σε κοινό έργο, ανεξάρτητα από το αν έχει εκδοθεί ή εφαρμόζεται από νομοθετικό ή εκτελεστικό όργανο·

4)  «νομικό εμπόδιο»: κάθε νομική διάταξη σχετική με τον προγραμματισμό, την ανάπτυξη, τη στελέχωση, τη χρηματοδότηση ή τη λειτουργία ενός κοινού έργου η οποία παρεμποδίζει τις εγγενείς δυνατότητες μιας παραμεθόριας περιοχής, όταν έχει επίδραση σε διασυνοριακό επίπεδο·

5)  «αιτών»: ο παράγοντας που προσδιορίζει το νομικό εμπόδιο ένα ή περισσότερα νομικά εμπόδια και ενεργοποιεί τον μηχανισμό υποβάλλοντας έγγραφο πρωτοβουλίας· [Τροπολογία 19]

6)  «έγγραφο πρωτοβουλίας»: το έγγραφο που εκπονείται από έναν ή περισσότερους αιτούντες για την ενεργοποίηση του μηχανισμού·

7)  «δεσμευόμενο κράτος μέλος»: το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου θα εφαρμοστούν μία ή περισσότερες νομικές διατάξεις μεταβιβάζοντος κράτους μέλους στο πλαίσιο συγκεκριμένης ευρωπαϊκής διασυνοριακής Δέσμευσης (η «Δέσμευση») ή ευρωπαϊκής διασυνοριακής Δήλωσης (η «Δήλωση») ή στο οποίο, αν δεν υπάρχει κατάλληλη νομική διάταξη, θα εφαρμοστεί ad hoc νομική λύση·

8)  «μεταβιβάζον κράτος μέλος»: το κράτος μέλος του οποίου οι νομικές διατάξεις θα εφαρμοστούν στο δεσμευόμενο κράτος μέλος βάσει συγκεκριμένης Δέσμευσης ή Δήλωσης·

9)  «αρμόδια αρχή δέσμευσης»: η αρχή του δεσμευόμενου κράτους μέλους που είναι αρμόδια είτε να αποδεχθεί την εφαρμογή των νομικών διατάξεων του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους στο έδαφός του βάσει συγκεκριμένης Δέσμευσης είτε, σε περίπτωση Δήλωσης, να δεσμευτεί για τη δρομολόγηση της νομοθετικής διαδικασίας που απαιτείται για την παρέκκλιση από τις εθνικές νομικές του διατάξεις·

10)  «αρμόδια αρχή μεταβίβασης»: η αρχή του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους η οποία είναι αρμόδια για τη θέσπιση των νομικών διατάξεων που θα εφαρμοστούν στο δεσμευόμενο κράτος μέλος και για την εφαρμογή τους στο έδαφός του ή και για τα δύο·

11)  «περιοχή εφαρμογής»: η περιοχή του δεσμευόμενου κράτους μέλους στην οποία θα εφαρμοστεί η νομική διάταξη του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους ή η ad hoc νομική λύση.

Άρθρο 4

Επιλογές των κρατών μελών για την αντιμετώπιση των νομικών εμποδίων

1.  Κάθε κράτος μέλος επιλέγει μπορεί να επιλέξει είτε τον Μηχανισμό είτε άλλους υπάρχοντες τρόπους αντιμετώπισης των νομικών εμποδίων που παρακωλύουν την υλοποίηση ενός κοινού έργου σε διασυνοριακές περιοχές σε συγκεκριμένα σύνορα με ένα ή περισσότερα γειτονικά κράτη μέλη. [Τροπολογία 20]

2.  Ένα κράτος μέλος μπορεί, επίσης να αποφασίσει, όσον αφορά συγκεκριμένα σύνορα όσον αφορά ένα κοινό έργο σε διασυνοριακές περιοχές, με ένα ή περισσότερα γειτονικά κράτη μέλη, να προσχωρήσει σε υπάρχοντα αποτελεσματικό τρόπο αντιμετώπισης εμποδίων ο οποίος έχει θεσπιστεί επίσημα ή ανεπίσημα από ένα ή περισσότερα γειτονικά κράτη μέλη ή να εφαρμόσει τον Μηχανισμό σε σχέση με τη Δήλωση. [Τροπολογία 21]

3.  Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να χρησιμοποιούν εφαρμόσουν τον μηχανισμό σε διασυνοριακές περιοχές στα θαλάσσια σύνορα ή σε διασυνοριακές περιοχές κοινό έργο σε διασυνοριακή περιοχή μεταξύ ενός ή περισσότερων κρατών μελών και μιας ή περισσότερων τρίτων χωρών ή μιας ή περισσότερων υπερπόντιων χωρών και εδαφών, σε εθελοντική βάση για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. [Τροπολογία 22]

4.  Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για κάθε απόφαση που λαμβάνουν βάσει του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 5

Διασυνοριακά σημεία συντονισμού

1.  Αν Κάθε κράτος μέλος επιλέξει τον Μηχανισμό, ορίζει ή καθορίζει ένα ή περισσότερα διασυνοριακά σημεία συντονισμού με έναν από τους ακόλουθους τρόπους: [Τροπολογία 23]

α)  ορίζει, σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο ή και στα δύο επίπεδα, ένα διασυνοριακό σημείο συντονισμού ως χωριστό φορέα·

β)  θεσπίζει ένα διασυνοριακό σημείο συντονισμού εντός υφιστάμενης αρχής ή οργανισμού σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο·

γ)  αναθέτει σε κατάλληλη αρχή ή οργανισμό τα πρόσθετα καθήκοντα του εθνικού ή περιφερειακού διασυνοριακού σημείου συντονισμού.

2.  Το δεσμευόμενο και το μεταβιβάζον κράτος μέλος ορίζουν επίσης:

α)  αν το διασυνοριακό σημείο συντονισμού ή αρμόδια αρχή δέσμευσης/μεταβίβασης είναι ο φορέας που μπορεί να συνάψει και να υπογράψει Δέσμευση και να αποφασίσει ότι θα υπάρξει παρέκκλιση από την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της εν λόγω Δέσμευσης· ή

β)  αν το διασυνοριακό σημείο συντονισμού ή αρμόδια αρχή δέσμευσης/μεταβίβασης είναι ο φορέας που μπορεί να υπογράψει Δήλωση και να δηλώσει σ’ αυτήν επίσημα ότι η αρμόδια αρχή δέσμευσης θα πράξει τα δέοντα όσον αφορά τις νομοθετικές ή άλλες πράξεις που πρέπει να εκδοθούν από τα αρμόδια νομοθετικά όργανα αυτού του κράτους μέλους μέσα σε συγκεκριμένη προθεσμία.

3.  Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για τα οριζόμενα διασυνοριακά σημεία συντονισμού έως την ημερομηνία έναρξης της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 6

Καθήκοντα των διασυνοριακών σημείων συντονισμού

1.  Κάθε διασυνοριακό σημείο συντονισμού ασκεί τουλάχιστον τα ακόλουθα καθήκοντα:

α)  εφαρμόζει τη διαδικασία που ορίζεται στα άρθρα 10 και 11·

β)  συντονίζει την κατάρτιση, την υπογραφή, την εφαρμογή και την παρακολούθηση όλων των Δεσμεύσεων και Δηλώσεων που αφορούν το έδαφος του κράτους μέλους του·

γ)  δημιουργεί και διατηρεί βάση δεδομένων που καλύπτει όλα τα διασυνοριακά σημεία συντονισμού που αφορούν το έδαφος του κράτους μέλους του·

δ)  έρχεται σε επαφή, αν υπάρχουν, με τα διασυνοριακά σημεία συντονισμού του γειτονικού κράτους μέλους ή των γειτονικών κρατών μελών και με τα διασυνοριακά σημεία συντονισμού άλλων εδαφικών οντοτήτων του δικού του ή άλλου κράτους μέλους οι οποίες διαθέτουν νομοθετικές εξουσίες· [Τροπολογία 24]

ε)  συνεργάζεται με την Επιτροπή·

στ)  υποστηρίζει την Επιτροπή όσον αφορά τη βάση δεδομένων της για τις Δεσμεύσεις και τις Δηλώσεις.

2.  Κάθε κράτος μέλος ή κάθε εδαφική οντότητα που διαθέτει νομοθετικές εξουσίες στο εν λόγω κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει να αναθέσει στο αντίστοιχο διασυνοριακό σημείο συντονισμού και τα ακόλουθα καθήκοντα:

α)  κατά περίπτωση, να συνάπτει Δεσμεύσεις ή Δηλώσεις σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 2 και το άρθρο 17 παράγραφος 2·

β)  κατόπιν αιτήσεως συγκεκριμένου αιτούντος, να υποστηρίζει αυτόν τον αιτούντα, προσδιορίζοντας, μεταξύ άλλων, την αρμόδια αρχή δέσμευσης στο ίδιο κράτος μέλος ή την αρμόδια αρχή μεταβίβασης σε άλλο κράτος μέλος·

γ)  να εκτελεί την προκαταρκτική ανάλυση εγγράφου πρωτοβουλίας, κατόπιν αιτήματος αρμόδιας αρχής δέσμευσης που είναι εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος που δεν έχει δικό του διασυνοριακό σημείο συντονισμού· [Τροπολογία 25]

δ)  να παρακολουθεί την εφαρμογή όλων των Δεσμεύσεων και Δηλώσεων που αφορούν το έδαφος του κράτους μέλους του·

ε)  να υπενθυμίζει στην αρμόδια αρχή δέσμευσης την τήρηση των προθεσμιών που ορίζονται σε συγκεκριμένη Δέσμευση ή Δήλωση και να ζητά απάντηση εντός συγκεκριμένης προθεσμίας·

στ)  να ενημερώνει την αρχή που εποπτεύει την αρμόδια αρχή δέσμευσης για τις μη τηρηθείσες προθεσμίες που ορίζονται σε συγκεκριμένη Δέσμευση ή Δήλωση.

3.  Αν τουλάχιστον ένα από περισσότερα νομικά εμπόδια αφορά θέμα νομοθετικής αρμοδιότητας εθνικού επιπέδου, το εθνικό διασυνοριακό σημείο συντονισμού αναλαμβάνει τα καθήκοντα που ορίζονται στα άρθρα 9 έως 17 και συντονίζεται με το σχετικό περιφερειακό ή τα σχετικά περιφερειακά διασυνοριακά σημεία συντονισμού του ίδιου κράτους μέλους, εκτός αν το κράτος μέλος έχει αποφασίσει να αναθέσει τα καθήκοντα που ορίζονται στα άρθρα 14 έως 17 σε αρμόδια αρχή δέσμευσης σε εθνικό επίπεδο.

4.  Αν κανένα από τα νομικά εμπόδια δεν αφορά θέμα νομοθετικής αρμοδιότητας εθνικού επιπέδου, το αρμόδιο περιφερειακό διασυνοριακό σημείο συντονισμού αναλαμβάνει τα καθήκοντα που ορίζονται στα άρθρα 9 έως 17 και συντονίζεται με το άλλο ή τα άλλα περιφερειακά διασυνοριακά σημεία συντονισμού του ίδιου κράτους μέλους, όταν το κοινό έργο αφορά περισσότερες από μία εδαφικές οντότητες, εκτός αν το κράτος μέλος έχει αποφασίσει να αναθέσει τα καθήκοντα που ορίζονται στα άρθρα 14 έως 17 σε εθνικό διασυνοριακό σημείο συντονισμού. Το εν λόγω αρμόδιο περιφερειακό διασυνοριακό σημείο συντονισμού ενημερώνει το εθνικό διασυνοριακό σημείο συντονισμού για κάθε διαδικασία Δέσμευσης ή Δήλωσης.

Άρθρο 7

Συντονιστικός ρόλος της Επιτροπής

1.  Η Επιτροπή ασκεί τα ακόλουθα συντονιστικά καθήκοντα:

α)  έρχεται σε επαφή με τα διασυνοριακά σημεία συντονισμού·

β)  δημιουργεί, δημοσιεύει και τηρεί επικαιροποιημένο κατάλογο επικαιροποιημένη βάση δεδομένων όλων των εθνικών και περιφερειακών σημείων συντονισμού· [Τροπολογία 26]

γ)  δημιουργεί και διατηρεί βάση δεδομένων για όλες τις Δεσμεύσεις και Δηλώσεις.

1α.   Η Επιτροπή προετοιμάζει προς υποστήριξη μια στρατηγική επικοινωνίας με σκοπό:

α)  την προώθηση της ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών·

β)  την παροχή πρακτικών πληροφοριών και ερμηνείας σχετικά με τον θεματικό τομέα και τη θεματική εστίαση του παρόντος κανονισμού· και

γ)  τη διευκρίνιση της διαδικασίας ολοκλήρωσης μιας Δέσμευσης ή μιας Δήλωσης. [Τροπολογία 27]

2.  Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστική πράξη για τη λειτουργία της βάσης δεδομένων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ) και για τα έντυπα που πρέπει να χρησιμοποιούνται όταν τα διασυνοριακά σημεία συντονισμού υποβάλλουν πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή και τη χρήση του Μηχανισμού. Η εν λόγω εκτελεστική πράξη εκδίδεται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 23 παράγραφος 2.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ

Διαδικασία σύναψης και υπογραφής Δέσμευσης ή υπογραφής Δήλωσης

Άρθρο 8

Κατάρτιση και υποβολή του εγγράφου πρωτοβουλίας

1.  Ο αιτών προσδιορίζει το νομικό εμπόδιο που παρακωλύει ένα ή περισσότερα νομικά εμπόδια που παρακωλύουν τον προγραμματισμό, την ανάπτυξη, τη στελέχωση, τη χρηματοδότηση ή τη λειτουργία ενός κοινού έργου. [Τροπολογία 28]

2.  Ο αιτών είναι ένας από τους κάτωθι:

α)  ο δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας που είναι υπεύθυνος για τη δρομολόγηση ή για τη δρομολόγηση και την υλοποίηση ενός κοινού έργου·

β)  μία ή περισσότερες τοπικές ή περιφερειακές αρχές που βρίσκονται σε συγκεκριμένη διασυνοριακή περιοχή ή ασκούν δημόσια εξουσία στη συγκεκριμένη διασυνοριακή περιοχή·

γ)  οργανισμός με ή χωρίς νομική προσωπικότητα που έχει συσταθεί για διασυνοριακή συνεργασία και ο οποίος βρίσκεται ή καλύπτει τουλάχιστον εν μέρει μια συγκεκριμένη διασυνοριακή περιοχή, συμπεριλαμβανομένων των ευρωπαϊκών ομάδων εδαφικής συνεργασίας δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1082/2006, των ευρωπεριφερειών, των Euregios και παρόμοιων φορέων·

δ)  οργάνωση που συστάθηκε για λογαριασμό διασυνοριακών περιοχών με στόχο την προώθηση των συμφερόντων των διασυνοριακών εδαφών και τη διευκόλυνση της δικτύωσης των παραγόντων και της ανταλλαγής εμπειριών, όπως η Ένωση Ευρωπαϊκών Παραμεθόριων Περιοχών, η Mission Opérationnelle Transfrontalière ή η Κεντρική Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Διασυνοριακών Πρωτοβουλιών· είτε

ε)  πολλές από τις οντότητες που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως δ) από κοινού.

3.  Ο αιτών συντάσσει έγγραφο πρωτοβουλίας που καταρτίζεται σύμφωνα με το άρθρο 9.

4.  Ο αιτών υποβάλλει το έγγραφο πρωτοβουλίας στο αρμόδιο διασυνοριακό σημείο συντονισμού του δεσμευόμενου κράτους μέλους και αποστέλλει αντίγραφο στο αρμόδιο διασυνοριακό σημείο συντονισμού του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους.

Άρθρο 9

Περιεχόμενο του εγγράφου πρωτοβουλίας

1.  Το έγγραφο πρωτοβουλίας περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:

α)  περιγραφή του κοινού έργου και του πλαισίου του, του αντίστοιχου νομικού εμποδίου ενός ή περισσότερων αντίστοιχων νομικών εμποδίων στο δεσμευόμενο κράτος μέλος, καθώς και του λόγου που επιβάλλει την αντιμετώπιση του νομικού εμποδίου ενός ή περισσότερων νομικών εμποδίων· [Τροπολογία 29]

β)  κατάλογο των ειδικών νομικών διατάξεων του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους που αντιμετωπίζουν το νομικό εμπόδιο ένα ή περισσότερα νομικά εμπόδια ή, όταν δεν υπάρχει κατάλληλη νομική διάταξη, πρόταση για ad hoc νομική λύση· [Τροπολογία 30]

γ)  αιτιολόγηση για την περιοχή εφαρμογής·

δ)  την προβλεπόμενη διάρκεια ή, όταν είναι δεόντως αιτιολογημένη, την απεριόριστη διάρκεια της·

ε)  κατάλογο της αρμόδιας αρχής ή αρχών δέσμευσης·

στ)  κατάλογο της αρμόδιας αρχής ή αρχών μεταβίβασης.

2.  Η περιοχή εφαρμογής περιορίζεται στο ελάχιστο αναγκαίο για την αποτελεσματική υλοποίηση του κοινού έργου.

Άρθρο 10

Προκαταρκτική ανάλυση του εγγράφου πρωτοβουλίας από το δεσμευόμενο και το μεταβιβάζον κράτος μέλος ή κράτη μέλη [Τροπολογία 31]

1.  Το αρμόδιο διασυνοριακό σημείο συντονισμού του δεσμευόμενου κράτους μέλους αναλύει το έγγραφο πρωτοβουλίας. Συνεργάζεται με όλες τις αρμόδιες αρχές δέσμευσης και με τα εθνικά ή, ενδεχομένως, με τα άλλα περιφερειακά διασυνοριακά σημεία συντονισμού του δεσμευόμενου κράτους μέλους και με το εθνικό διασυνοριακό σημείο συντονισμού του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους. [Τροπολογία 32]

1α.   Εντός τριών μηνών από την παραλαβή εγγράφου πρωτοβουλίας, το αρμόδιο διασυνοριακό σημείο συντονισμού του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους αποστέλλει την προκαταρκτική απάντησή του στο αρμόδιο διασυνοριακό σημείο συντονισμού του δεσμευόμενου κράτους μέλους. [Τροπολογία 33]

2.  Εντός τριών έξι μηνών από την παραλαβή του εγγράφου πρωτοβουλίας το αρμόδιο διασυνοριακό σημείο συντονισμού του δεσμευόμενου κράτους μέλους προβαίνει σε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες ενέργειες, τις οποίες διαβιβάζει εγγράφως στον αιτούντα: [Τροπολογία 34]

α)  ενημερώνει τον αιτούντα ότι το έγγραφο πρωτοβουλίας καταρτίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 9 και είναι, συνεπώς, παραδεκτό·

β)  ζητά, αν το κρίνει απαραίτητο, την υποβολή αναθεωρημένου εγγράφου πρωτοβουλίας ή πρόσθετων ειδικών πληροφοριών, αναφέροντας συγχρόνως τους λόγους για τους οποίους και τις πτυχές ως προς τις οποίες το έγγραφο πρωτοβουλίας δεν θεωρείται επαρκές·

γ)  ενημερώνει τον αιτούντα σχετικά με την εκτίμησή του ότι δεν υπάρχει κανένα νομικό εμπόδιο, αναφέροντας συγχρόνως τους σχετικούς λόγους και προσδιορίζοντας τα μέσα έννομης προστασίας κατά της απόφασης αυτής σύμφωνα με το δίκαιο του δεσμευόμενου κράτους μέλους·

δ)  ενημερώνει τον αιτούντα σχετικά με την εκτίμησή του ότι το νομικό εμπόδιο συνίσταται ένα ή περισσότερα νομικά εμπόδια συνίστανται σε μία από τις περιπτώσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 12 παράγραφος 4 και περιγράφει τη δέσμευση της αρμόδιας αρχής δέσμευσης να τροποποιήσει ή να προσαρμόσει αυτό το νομικό εμπόδιο· [Τροπολογία 35]

ε)  ενημερώνει τον αιτούντα σχετικά με την εκτίμησή του ότι το νομικό εμπόδιο συνίσταται ένα ή περισσότερα νομικά εμπόδια συνίστανται σε μία από τις καταστάσεις του άρθρου 12 παράγραφος 4, αναφέροντας συγχρόνως τους λόγους για τους οποίους αρνείται να τροποποιήσει ή να προσαρμόσει το εν λόγω νομικό εμπόδιο και προσδιορίζοντας τα μέσα έννομης προστασίας κατά της απόφασης αυτής σύμφωνα με το δίκαιο του δεσμευόμενου κράτους μέλους· [Τροπολογία 36]

στ)  δεσμεύεται έναντι του αιτούντος να βρει λύση στο νομικό εμπόδιο ή εμπόδια εντός έξι μηνών, είτε υπογράφοντας Δέσμευση με το διασυνοριακό σημείο συντονισμού του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους ή με την αρμόδια αρχή μεταβίβασης, την οποία ορίζει το μεταβιβάζον κράτος μέλος, είτε προτείνοντας ad hoc νομική λύση εντός του νομικού πλαισίου του δεσμευόμενου κράτους μέλους·

στα)   ανακατευθύνει τον αιτούντα ώστε να επιλέξει έναν υπάρχοντα μηχανισμό, όπως αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2, για την αντιμετώπιση ενός ή περισσότερων νομικών εμποδίων που παρακωλύουν την υλοποίηση του κοινού έργου ή για την απευθείας διαβίβαση του εγγράφου πρωτοβουλίας στον αρμόδιο φορέα δυνάμει του αντίστοιχου μηχανισμού· [Τροπολογία 37]

στβ)   ενημερώνει τον αιτούντα ότι ένα ή περισσότερα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη αποφάσισαν να μην αντιμετωπίσουν ένα ή περισσότερα από τα νομικά εμπόδια που προσδιορίστηκαν από τον αιτούντα παραθέτοντας τους λόγους για την απόφαση εγγράφως. [Τροπολογία 38]

3.  Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, η αρμόδια αρχή δέσμευσης μπορεί να παρατείνει την προθεσμία που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο στ) μία φορά κατά έξι μήνες το πολύ και ενημερώνει σχετικά τον αιτούντα και το μεταβιβάζον κράτος μέλος, αναφέροντας τους λόγους εγγράφως.

Άρθρο 11

Προκαταρκτική ανάλυση του εγγράφου πρωτοβουλίας από το μεταβιβάζον κράτος μέλος

Μόλις παραλάβει έγγραφο πρωτοβουλίας, το αρμόδιο διασυνοριακό σημείο συντονισμού του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους ασκεί επίσης τα καθήκοντα που απαριθμούνται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 και μπορεί να αποστείλει την προκαταρκτική απάντησή του στο αρμόδιο διασυνοριακό σημείο συντονισμού του δεσμευόμενου κράτους μέλους. [Τροπολογία 39]

Άρθρο 12

Συνέχεια που δίνεται στην προκαταρκτική ανάλυση του εγγράφου πρωτοβουλίας

1.  Αν το αρμόδιο διασυνοριακό σημείο συντονισμού του δεσμευόμενου κράτους μέλους ζητήσει αναθεωρημένο έγγραφο πρωτοβουλίας ή πρόσθετες ειδικές πληροφορίες, αναλύει το αναθεωρημένο έγγραφο πρωτοβουλίας ή τις πρόσθετες ειδικές πληροφορίες ή και τα δύο και προβαίνει, εντός τριών έξι μηνών από την παραλαβή τους, στις αναγκαίες ενέργειες ως εάν το έγγραφο πρωτοβουλίας είχε υποβληθεί για πρώτη φορά. [Τροπολογία 40]

2.  Αν το αρμόδιο διασυνοριακό σημείο συντονισμού του δεσμευόμενου κράτους μέλους θεωρεί ότι το αναθεωρημένο έγγραφο πρωτοβουλίας εξακολουθεί να μην έχει καταρτιστεί σύμφωνα με το άρθρο 10 ή ότι οι πρόσθετες ειδικές πληροφορίες εξακολουθούν να μην είναι επαρκείς, ενημερώνει εγγράφως τον αιτούντα, εντός τριών έξι μηνών από την παραλαβή του αναθεωρημένου εγγράφου πρωτοβουλίας, για την απόφασή του να θέσει τέλος στη διαδικασία. Η απόφαση αυτή είναι δεόντως αιτιολογημένη. [Τροπολογία 41]

3.  Αν η ανάλυση του αρμόδιου διασυνοριακού σημείου συντονισμού του δεσμευόμενου κράτους μέλους ή της αρμόδιας αρχής δέσμευσης καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το νομικό εμπόδιο που περιγράφεται ένα ή περισσότερα νομικά εμπόδια που περιγράφονται στο έγγραφο πρωτοβουλίας βασίζεται βασίζονται σε παρανόηση ή εσφαλμένη ερμηνεία της σχετικής νομοθεσίας ή σε έλλειψη επαρκών πληροφοριών σχετικά με τη σχετική νομοθεσία, η διαδικασία τερματίζεται με την ενημέρωση του αιτούντος σχετικά με την εκτίμηση ότι δεν υπάρχει νομικό εμπόδιο. [Τροπολογία 42]

4.  Αν το νομικό εμπόδιο συνίσταται ένα ή περισσότερα νομικά εμπόδια συνίστανται απλώς σε διοικητική διάταξη, κανόνα ή διοικητική πρακτική του δεσμευόμενου κράτους μέλους ή σε διοικητική διάταξη, κανόνα ή διοικητική πρακτική σαφώς διαφορετική από διάταξη που έχει θεσπιστεί στο πλαίσιο νομοθετικής διαδικασίας και η οποία, κατά συνέπεια, μπορεί να τροποποιηθεί ή να προσαρμοστεί χωρίς νομοθετική διαδικασία, η αρμόδια αρχή δέσμευσης ενημερώνει εγγράφως τον αιτούντα για την άρνηση ή την προθυμία της να τροποποιήσει ή να προσαρμόσει τη σχετική διοικητική διάταξη, τον κανόνα ή τη διοικητική πρακτική εντός οκτώ μηνών. [Τροπολογία 43]

5.  Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, η αρμόδια αρχή δέσμευσης μπορεί να παρατείνει την προθεσμία που αναφέρεται στην παράγραφο 4 μία φορά κατά οκτώ μήνες και ενημερώνει σχετικά τον αιτούντα και το μεταβιβάζον κράτος μέλος, αναφέροντας τους λόγους εγγράφως.

Άρθρο 13

Κατάρτιση του σχεδίου Δέσμευσης ή Δήλωσης

Το διασυνοριακό σημείο συντονισμού ή η αρμόδια αρχή δέσμευσης του δεσμευόμενου κράτους μέλους καταρτίζει σχέδιο Δέσμευσης ή Δήλωσης σύμφωνα με το άρθρο 14 βάσει του εγγράφου πρωτοβουλίας.

Άρθρο 14

Περιεχόμενο του σχεδίου Δέσμευσης και του σχεδίου Δήλωσης

1.  Το σχέδιο Δέσμευσης περιέχει τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:

α)  περιγραφή του κοινού έργου και του πλαισίου του, του αντίστοιχου νομικού εμποδίου ενός ή περισσότερων αντίστοιχων νομικών εμποδίων καθώς και του λόγου που επιβάλλει την αντιμετώπιση του νομικού εμποδίου ενός ή περισσότερων νομικών εμποδίων· [Τροπολογία 44]

β)  κατάλογο της ειδικής νομοθετικής διάταξης ή διατάξεων που συνιστούν το νομικό εμπόδιο ένα ή περισσότερα νομικά εμπόδια και οι οποίες, ως εκ τούτου, δεν εφαρμόζονται στο κοινό έργο· [Τροπολογία 45]

γ)  την περιοχή εφαρμογής·

δ)  τη διάρκεια εφαρμογής, με παροχή σχετικής αιτιολογίας·

ε)  την αρμόδια αρχή ή αρχές δέσμευσης·

στ)  την ειδική νομική διάταξη του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους που εφαρμόζεται στο κοινό έργο·

ζ)  την πρόταση της ad hoc νομικής λύσης, αν δεν υπάρχει κατάλληλη νομική διάταξη στο νομικό πλαίσιο του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους·

η)  την αρμόδια αρχή ή αρχές μεταβίβασης·

θ)  την αρχή ή τις αρχές του δεσμευόμενου κράτους μέλους που είναι αρμόδιες για την εφαρμογή και την παρακολούθηση·

ι)  την αρχή ή τις αρχές του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους που προτείνεται να οριστούν από κοινού για την εφαρμογή και την παρακολούθηση·

ια)  την ημερομηνία έναρξης ισχύος της.

Η ημερομηνία έναρξης ισχύος που αναφέρεται στο στοιχείο ια) είναι είτε η ημερομηνία υπογραφής του τελευταίου από τα δύο διασυνοριακά σημεία συντονισμού ή της τελευταίας από τις δύο αρμόδιες αρχές είτε η ημερομηνία κοινοποίησής της στον αιτούντα.

2.  Επιπλέον των στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, το σχέδιο Δέσμευσης περιλαμβάνει επίσης ημερομηνία έναρξης της εφαρμογής, η οποία μπορεί:

α)  να συμπίπτει με την ημερομηνία έναρξης ισχύος της·

β)  να καθοριστεί με αναδρομική ισχύ·

γ)  να μετατεθεί σε μελλοντική ημερομηνία.

3.  Επιπλέον των στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, το σχέδιο Δήλωσης περιλαμβάνει επίσης επίσημη δήλωση που ορίζει την ημερομηνία ή τις ημερομηνίες έως την οποία ή τις οποίες κάθε αρμόδια αρχή δέσμευσης θα υποβάλει επίσημη πρόταση στο αντίστοιχο νομοθετικό όργανο προκειμένου να τροποποιήσει τις εθνικές νομικές διατάξεις αναλόγως.

Η ημερομηνία που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες από τη σύναψη της Δήλωσης.

Άρθρο 15

Διαβίβαση του σχεδίου Δέσμευσης ή Δήλωσης

1.  Όταν η αρμόδια αρχή δέσμευσης εκπονήσει το σχέδιο Δέσμευσης ή Δήλωσης, το διαβιβάζει στο αρμόδιο διασυνοριακό σημείο συντονισμού του δεσμευόμενου κράτους μέλους:

α)  το πολύ εντός τριών έξι μηνών από τη διαβίβαση των πληροφοριών που παρέχονται σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 2 ή το άρθρο 12 παράγραφοι 1 και 2· [Τροπολογία 46]

β)  το πολύ εντός οκτώ μηνών σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφοι 4 και 5.

2.  Όταν το αρμόδιο διασυνοριακό σημείο συντονισμού του δεσμευόμενου κράτους μέλους εκπονήσει το σχέδιο Δέσμευσης ή Δήλωσης ή όταν το έχει παραλάβει από την αρμόδια αρχή δέσμευσης, το διαβιβάζει στο αρμόδιο διασυνοριακό σημείο συντονισμού του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους εντός των προθεσμιών της παραγράφου 1 στοιχείο α) ή β).

3.  Και στις δύο περιπτώσεις αποστέλλεται επίσης αντίγραφο προς ενημέρωση στον αιτούντα.

Άρθρο 16

Καθήκοντα του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους όσον αφορά τη σύναψη και την υπογραφή της Δέσμευσης ή την υπογραφή της Δήλωσης

1.  Το αρμόδιο διασυνοριακό σημείο συντονισμού του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους εξετάζει το σχέδιο Δέσμευσης ή Δήλωσης που έλαβε σύμφωνα με το άρθρο 15 και προβαίνει, εντός τριών έξι μηνών από την παραλαβή του σχεδίου και μετά από διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές μεταβίβασης, σε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες ενέργειες: [Τροπολογία 47]

α)  συμφωνεί με το σχέδιο Δέσμευσης ή Δήλωσης, υπογράφει δύο πρωτότυπα και επιστρέφει το ένα στο αρμόδιο διασυνοριακό σημείο συντονισμού του δεσμευόμενου κράτους μέλους·

β)  συμφωνεί με το σχέδιο Δέσμευσης ή Δήλωσης, αφού διορθώσει ή συμπληρώσει τις πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία στ) και η) του άρθρου 14 παράγραφος 1, υπογράφει δύο πρωτότυπα του αναθεωρημένου σχεδίου Δέσμευσης ή Δήλωσης και επιστρέφει το ένα στο αρμόδιο διασυνοριακό σημείο συντονισμού του δεσμευόμενου κράτους μέλους·

γ)  αρνείται να υπογράψει το σχέδιο Δέσμευσης ή Δήλωσης και διαβιβάζει λεπτομερή αιτιολόγηση στο αρμόδιο διασυνοριακό σημείο συντονισμού του δεσμευόμενου κράτους μέλους·

δ)  αρνείται να υπογράψει το σχέδιο Δέσμευσης ή Δήλωσης και επιστρέφει στο αρμόδιο διασυνοριακό σημείο συντονισμού του δεσμευόμενου κράτους μέλους διορθωμένο σχέδιο όσον αφορά τις πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία γ), δ) και, κατά περίπτωση, ζ) του άρθρου 14 παράγραφος 1, καθώς και, για το σχέδιο Δέσμευσης, τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 14 παράγραφος 2, με αιτιολόγηση των τροποποιήσεων.

2.  Στα κράτη μέλη στα οποία η αρμόδια αρχή μεταβίβασης υπογράφει Δέσμευση ή Δήλωση, το αρμόδιο διασυνοριακό σημείο συντονισμού του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους αποστέλλει, σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχεία α) και β), ένα από τα δύο πρωτότυπα υπογεγραμμένα από την αρμόδια αρχή μεταβίβασης στο αρμόδιο διασυνοριακό σημείο συντονισμού του δεσμευόμενου κράτους μέλους. [Τροπολογία 48]

3.  Αν το κράτος μέλος μεταβίβασης συμφωνήσει, σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχεία α) ή β), να υπογράψει Δέσμευση ή Δήλωση, τότε, επιπλέον, επιβεβαιώνει ή αρνείται ρητά ότι η αρμόδια αρχή ή αρχές που προτείνεται να οριστούν από κοινού για την εφαρμογή και την παρακολούθηση της Δέσμευσης ή της Δήλωσης, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχείο ι), θα αναλάβουν τα καθήκοντα που πρέπει να εκτελούνται στην περιοχή εφαρμογής.

Άρθρο 17

Καθήκοντα του δεσμευόμενου κράτους μέλους όσον αφορά τη σύναψη και την υπογραφή της Δέσμευσης ή την υπογραφή της Δήλωσης

1.  Το αρμόδιο διασυνοριακό σημείο συντονισμού του δεσμευόμενου κράτους μέλους εξετάζει την απάντηση που διαβιβάζει το αρμόδιο διασυνοριακό σημείο συντονισμού του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους και προβαίνει, εντός ενός μηνός τριών μηνών από την παραλαβή της, σε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες ενέργειες, τις οποίες διαβιβάζει εγγράφως στην αρμόδια αρχή μεταβίβασης: [Τροπολογία 49]

α)  στην περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 16 παράγραφος 1 στοιχείο α), οριστικοποιεί τη Δέσμευση ή τη Δήλωση, υπογράφει δύο τρία πρωτότυπα και επιστρέφει το ένα στο αρμόδιο διασυνοριακό σημείο συντονισμού του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους προς υπογραφή· [Τροπολογία 50]

β)  στην περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 16 παράγραφος 1 στοιχείο β), τροποποιεί αναλόγως τη Δέσμευση ή τη Δήλωση με βάση τις πληροφορίες που περιέχονται στο σχέδιο Δέσμευσης ή στο σχέδιο Δήλωσης και οι οποίες καλύπτονται από το άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχεία στ) και η), οριστικοποιεί τη Δέσμευση ή τη Δήλωση, υπογράφει δύο τρία πρωτότυπα και επιστρέφει το ένα στο αρμόδιο διασυνοριακό σημείο συντονισμού του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους προς υπογραφή· [Τροπολογία 51]

γ)  στην περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 16 παράγραφος 1 στοιχείο γ), ενημερώνει τον αιτούντα και την Επιτροπή, προσθέτοντας την αιτιολόγηση που παρατίθεται από την αρμόδια αρχή μεταβίβασης· [Τροπολογία 52]

δ)  στην περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 16 παράγραφος 1 στοιχείο δ), εξετάζει τις τροποποιήσεις και είτε προχωρεί σύμφωνα με το στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου είτε δρομολογεί δεύτερη διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 9 σύμφωνα με το στοιχείο γ) της παρούσας παραγράφου, διευκρινίζοντας γιατί ορισμένες ή όλες οι τροποποιήσεις δεν κατέστη δυνατόν να γίνουν δεκτές από την αρμόδια αρχή δέσμευσης. [Τροπολογία 53]

2.  Με την παραλαβή της Δέσμευσης ή της Δήλωσης, όπως αυτή έχει επίσης υπογραφεί από το αρμόδιο διασυνοριακό σημείο συντονισμού ή την αρμόδια αρχή μεταβίβασης στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 στοιχείο α) ή β) ή αν το αρμόδιο διασυνοριακό σημείο συντονισμού του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους έχει αντιδράσει θετικά σύμφωνα με τη δεύτερη διαδικασία της παραγράφου 1 στοιχείο δ), το αρμόδιο διασυνοριακό σημείο συντονισμού του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους: [Τροπολογία 54]

α)  διαβιβάζει την τελική Δέσμευση ή Δήλωση στον αιτούντα·

β)  διαβιβάζει το δεύτερο πρωτότυπο στο αρμόδιο διασυνοριακό σημείο συντονισμού του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους·

γ)  αποστέλλει αντίγραφο σε όλες τις αρμόδιες αρχές δέσμευσης·

δ)  αποστέλλει αντίγραφο στο σημείο συντονισμού ενωσιακού επιπέδου· και

ε)  ζητά από την αρμόδια υπηρεσία του δεσμευόμενου κράτους μέλους που είναι υπεύθυνη για την επίσημη δημοσίευση να δημοσιεύσει τη Δέσμευση ή τη Δήλωση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Εφαρμογή και παρακολούθηση Δεσμεύσεων και Δηλώσεων

Άρθρο 18

Εφαρμογή της Δέσμευσης

1.  Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 2 στοιχείο γ) και αποστέλλονται σε όλες τις οικείες αρμόδιες αρχές δέσμευσης συνοδεύονται από χρονοδιάγραμμα έως το οποίο καθεμία από τις εν λόγω αρχές τροποποιεί, κατά περίπτωση, κάθε διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο σε σχέση με το κοινό έργο και εκδίδει κάθε διοικητική πράξη που είναι αναγκαία για την εφαρμογή της Δέσμευσης στο κοινό έργο, προκειμένου να εφαρμοστεί σ’ αυτό η νομική διάταξη του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους ή μια ad hoc νομική λύση.

2.  Αντίγραφο του χρονοδιαγράμματος αποστέλλεται στο εθνικό και, ενδεχομένως, περιφερειακό διασυνοριακό σημείο συντονισμού του δεσμευόμενου κράτους μέλους.

3.  Κάθε διοικητική πράξη που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εκδίδεται και κοινοποιείται στον αιτούντα, και ιδίως στον δημόσιο ή τον ιδιωτικό φορέα που είναι υπεύθυνος για τη δρομολόγηση ή για τη δρομολόγηση και την υλοποίηση κοινού έργου, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία που εφαρμόζεται στις εν λόγω διοικητικές πράξεις.

4.  Όταν εγκριθούν όλες οι διοικητικές πράξεις που αφορούν ένα συγκεκριμένο κοινό έργο, το διασυνοριακό σημείο συντονισμού του δεσμευόμενου κράτους μέλους ενημερώνει το διασυνοριακό σημείο συντονισμού του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους και το σημείο συντονισμού ενωσιακού επιπέδου.

5.  Το διασυνοριακό σημείο συντονισμού του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους ενημερώνει, κατά περίπτωση, τις αρμόδιες αρχές μεταβίβασης.

Άρθρο 19

Εφαρμογή της Δήλωσης

1.  Κάθε αρμόδια αρχή δέσμευσης που αναφέρεται σε Δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 3 υποβάλλει έως την αντίστοιχη ημερομηνία που έχει οριστεί στην υπογεγραμμένη Δήλωση επίσημη πρόταση στο αντίστοιχο νομοθετικό όργανο προκειμένου να τροποποιήσει αναλόγως τις εθνικές νομικές διατάξεις.

2.  Αν δεν είναι δυνατή η τήρηση της ημερομηνίας που καθορίζεται στην υπογεγραμμένη Δήλωση, ιδίως λόγω επικείμενων εκλογών για το αρμόδιο νομοθετικό όργανο, η αρμόδια αρχή δέσμευσης ενημερώνει εγγράφως τον αιτούντα, καθώς και το αρμόδιο διασυνοριακό σημείο συντονισμού τόσο του δεσμευόμενου όσο και του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους.

3.  Όταν υποβληθεί επίσημη πρόταση στο αντίστοιχο νομοθετικό όργανο, η αντίστοιχη αρμόδια αρχή δέσμευσης ενημερώνει εγγράφως τον αιτούντα, καθώς και το αρμόδιο διασυνοριακό σημείο συντονισμού τόσο του δεσμευόμενου όσο και του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους, σχετικά με την παρακολούθηση στο αντίστοιχο νομοθετικό όργανο, και τούτο κάθε έξι μήνες μετά την ημερομηνία της επίσημης υποβολής.

4.  Με την έναρξη ισχύος της τροποποιητικής νομοθετικής πράξης ή με τη δημοσίευσή της στην επίσημη εφημερίδα ή και τα δύο, κάθε αρμόδια αρχή δέσμευσης τροποποιεί κάθε διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο όσον αφορά το κοινό έργο και εκδίδει τις διοικητικές πράξεις που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή των τροποποιημένων νομικών διατάξεων στο κοινό έργο.

5.  Κάθε διοικητική πράξη αναφερόμενη στην παράγραφο 4 εκδίδεται και κοινοποιείται στον αιτούντα, ιδίως αν αυτός ο αιτών είναι δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας που είναι υπεύθυνος για τη δρομολόγηση ή για τη δρομολόγηση και την υλοποίηση κοινού έργου, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία που εφαρμόζεται στις εν λόγω διοικητικές πράξεις.

6.  Όταν εκδοθούν όλες οι διοικητικές πράξεις που αφορούν ένα συγκεκριμένο κοινό έργο, το διασυνοριακό σημείο συντονισμού του δεσμευόμενου κράτους μέλους ενημερώνει το διασυνοριακό σημείο συντονισμού του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους και το σημείο συντονισμού ενωσιακού επιπέδου.

7.  Το διασυνοριακό σημείο συντονισμού του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους ενημερώνει, κατά περίπτωση, τις αρμόδιες αρχές μεταβίβασης.

Άρθρο 20

Παρακολούθηση Δεσμεύσεων και Δηλώσεων

1.  Βάσει των διοικητικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 18 παράγραφος 1 και στο άρθρο 19 παράγραφος 4, τα δεσμευόμενα και τα μεταβιβάζοντα κράτη μέλη αποφασίζουν αν η παρακολούθηση της εφαρμογής Δέσμευσης ή της τροποποιημένης εθνικής νομοθεσίας σύμφωνα με Δήλωση θα ανατεθεί στις αρχές του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους, ιδίως λόγω της εμπειρογνωμοσύνης τους όσον αφορά τις μεταβιβαζόμενες νομικές διατάξεις, ή στις αρχές του δεσμευόμενου κράτους μέλους.

2.  Αν η παρακολούθηση της εφαρμογής των μεταβιβαζόμενων νομικών διατάξεων ανατεθεί στις αρχές του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους, το δεσμευόμενο κράτος μέλος αποφασίζει, σε συμφωνία με το μεταβιβάζον κράτος μέλος, αν οι αρχές του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους θα ενεργούν, σε σχέση με τους αποδέκτες των καθηκόντων παρακολούθησης, για λογαριασμό και στο όνομα των αρχών του δεσμευόμενου κράτους μέλους ή για λογαριασμό τους αλλά στο δικό τους όνομα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Νομική προστασία κατά της εφαρμογής και της παρακολούθησης Δεσμεύσεων και Δηλώσεων

Άρθρο 21

Νομική προστασία κατά της εφαρμογής Δέσμευσης ή Δήλωσης

1.  Κάθε πρόσωπο που κατοικεί στο έδαφος που καλύπτεται από Δέσμευση ή Δήλωση ή, αν και δεν κατοικεί στο έδαφος αυτό, είναι χρήστης υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος που παρέχεται στο έδαφος αυτό («κάτοικος της διασυνοριακής περιοχής») και το οποίο θεωρεί ότι θίγεται από πράξεις ή παραλείψεις που προκύπτουν από την εφαρμογή, σύμφωνα με Δέσμευση ή Δήλωση, νομικής διάταξης μεταβιβάζοντος κράτους μέλους έχει το δικαίωμα να ζητήσει έννομη προστασία από τα δικαστήρια του δεσμευόμενου κράτους μέλους.

2.  Ωστόσο, τα αρμόδια δικαστήρια για την παροχή έννομης προστασίας κατά διοικητικών πράξεων που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 18 παράγραφος 3 και του άρθρου 19 παράγραφος 5 είναι αποκλειστικά τα δικαστήρια του κράτους μέλους οι αρχές του οποίου εξέδωσαν τη διοικητική πράξη.

3.  Καμία διάταξη του παρόντος κανονισμού δεν στερεί από τα πρόσωπα την άσκηση των εθνικών συνταγματικών δικαιωμάτων τους να προσφεύγουν κατά των αρχών που είναι μέρη μιας Δέσμευσης όσον αφορά:

α)  διοικητικές αποφάσεις σχετικά με δραστηριότητες που εκτελούνται σύμφωνα με τη Δέσμευση·

β)  την πρόσβαση στις υπηρεσίες στη γλώσσα τους· και

γ)  την πρόσβαση σε πληροφορίες.

Στις περιπτώσεις αυτές, αρμόδια είναι τα δικαστήρια του κράτους μέλους βάσει του Συντάγματος του οποίου θεμελιώνεται το δικαίωμα προσφυγής.

Άρθρο 22

Νομική προστασία κατά της παρακολούθησης Δεσμεύσεων ή Δηλώσεων

1.  Αν η αρμόδια αρχή μεταβίβασης έχει αποδεχθεί να παρακολουθεί την εφαρμογή των νομικών διατάξεων του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους στη σχετική περιοχή και μπορεί να ενεργεί στο δικό της όνομα έναντι προσώπων που κατοικούν στη διασυνοριακή περιοχή του δεσμευόμενου κράτους μέλους, τα αρμόδια δικαστήρια για έννομη προστασία κατά οποιασδήποτε ενέργειας ή παράλειψης της εν λόγω αρχής είναι τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο τα εν λόγω πρόσωπα έχουν τη νόμιμη διαμονή τους.

2.  Αν η αρμόδια αρχή μεταβίβασης έχει αποδεχθεί να παρακολουθεί την εφαρμογή των νομικών διατάξεων του δεσμευόμενου κράτους μέλους στο έδαφος του δεσμευόμενου κράτους μέλους, αλλά δεν μπορεί να ενεργήσει στο δικό της όνομα έναντι προσώπων που κατοικούν στη διασυνοριακή περιοχή, τα αρμόδια δικαστήρια για έννομη προστασία κατά οποιασδήποτε ενέργειας ή παράλειψης της εν λόγω αρχής είναι μόνο τα δικαστήρια του δεσμευόμενου κράτους μέλους, πράγμα που ισχύει και για τα πρόσωπα που έχουν τη νόμιμη διαμονή τους στο μεταβιβάζον κράτος μέλος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

Τελικές διατάξεις

Άρθρο 23

Διαδικασία γνωμοδοτικής επιτροπής

1.  Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή συντονισμού των ευρωπαϊκών διαρθρωτικών και επενδυτικών ταμείων, που συστάθηκε με το άρθρο 108 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. .../... [νέος ΚΚΔ]. Η επιτροπή αυτή είναι επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

2.  Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

Άρθρο 24

Διατάξεις εφαρμογής στα κράτη μέλη

1.  Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις κατάλληλες διατάξεις για να εξασφαλίσουν την αποτελεσματική εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

2.  Έως την ... [ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του παρόντος κανονισμού], τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τις διατάξεις που θεσπίζουν δυνάμει της παραγράφου 1.

3.  Η Επιτροπή δημοσιοποιεί τις πληροφορίες που λαμβάνει από τα κράτη μέλη.

Άρθρο 25

Υποβολή έκθεσης

1.  Έως την ηη μμ εεεε [την πρώτη ημέρα του μήνα που ακολουθεί την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού + πέντε τρία έτη], η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή των Περιφερειών έκθεση αξιολόγησης της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού με βάση δείκτες σχετικούς με την αποτελεσματικότητα, την αποδοτικότητα, τη συνάφεια, την ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία και τις δυνατότητες απλούστευσής του.

2.   Στην έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή κάνει ειδική μνεία στο γεωγραφικό και θεματικό πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, όπως ορίζεται στα σημεία 1) και 2) του άρθρου 3, αντίστοιχα.

3.   Πριν από την κατάρτιση της έκθεσης η Επιτροπή πραγματοποιεί δημόσια διαβούλευση με τους διάφορους εμπλεκομένους φορείς, συμπεριλαμβανομένων των τοπικών και περιφερειακών αρχών και οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών. [Τροπολογία 55]

Άρθρο 26

Έναρξη ισχύος και εφαρμογής

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από ... [την πρώτη ημέρα του μήνα που ακολουθεί την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού + ένα έτος].

Ωστόσο, το άρθρο 24 εφαρμόζεται από ... [την πρώτη ημέρα του μήνα που ακολουθεί την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

...,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος

(1) ΕΕ C 440 της 6.12.2018, σ. 124.
(2) ΕΕ C ...
(3) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14ης Φεβρουαρίου 2019.
(4) Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο «Ώθηση της ανάπτυξης και της συνοχής σε παραμεθόριες περιφέρειες της ΕΕ» - COM(2017)0534 της 20.9.2017.
(5) Πέντε προγραμματικές περίοδοι του Interreg διαδέχθηκαν η μία την άλλη: Interreg I (1990-1993), Interreg II (1994-1999), Interreg III (2000-2006), Interreg IV (2007-2013) και Interreg V (2014-2020).
(6) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1082/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006, για τον ευρωπαϊκό όμιλο εδαφικής συνεργασίας (ΕΟΕΣ) (ΕΕ L 210 της 31.7.2006, σ. 19).
(7) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1059/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 2003, για την καθιέρωση κοινής ονοματολογίας των εδαφικών στατιστικών μονάδων (NUTS) (ΕΕ L 154 της 21.6.2003, σ. 1).
(8) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1).
(9) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).

Τελευταία ενημέρωση: 27 Ιανουαρίου 2020Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου