Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2019/2208(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A9-0238/2020

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A9-0238/2020

Συζήτηση :

PV 14/12/2020 - 28
CRE 14/12/2020 - 28

Ψηφοφορία :

PV 16/12/2020 - 2
PV 17/12/2020 - 2

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P9_TA(2020)0362

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 200kWORD 60k
Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2020 - Βρυξέλλες
Εφαρμογή της οδηγίας για την επιστροφή
P9_TA(2020)0362A9-0238/2020

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 17ης Δεκεμβρίου 2020 σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας για την επιστροφή (2019/2208(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την Οικουμενική Διακήρυξη για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, που εγκρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το 1948,

–  έχοντας υπόψη τη Σύμβαση του ΟΗΕ για τα δικαιώματα του παιδιού,

–  έχοντας υπόψη την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου,

–  έχοντας υπόψη τη Σύμβαση του 1951 και το Πρωτόκολλο του 1967 σχετικά με το καθεστώς των προσφύγων (Σύμβαση της Γενεύης), ειδικότερα δε το δικαίωμα μη επαναπροώθησης,

–  έχοντας υπόψη τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως τα άρθρα 1, 3, 4, 6, 7, 18, 19, 20 και 47,

–  έχοντας υπόψη το Παγκόσμιο Σύμφωνο για την ασφαλή, ομαλή και νόμιμη μετανάστευση, που εγκρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στις 19 Δεκεμβρίου 2018,

–  έχοντας υπόψη τις Είκοσι κατευθυντήριες γραμμές για την αναγκαστική επιστροφή, τις οποίες ενέκρινε η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης στις 4 Μαΐου 2005,

–  έχοντας υπόψη την οδηγία 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών(1) («οδηγία για την επιστροφή»),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1860 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2018, σχετικά με τη χρήση του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν για την επιστροφή παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών(2) («SIS για την επιστροφή»),

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) 2020/851 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2020, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 862/2007 περί κοινοτικών στατιστικών για τη μετανάστευση και τη διεθνή προστασία(3),

–  έχοντας υπόψη τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την οδηγία 2008/115/ΕΚ, συμπεριλαμβανομένων των υποθέσεων C‑357/09 Kadzoev(4), C‑61/11 El Dridi(5), C‑534/11 Arslan(6), C-146/14 Mahdi(7), C‑554/13 Z. Zh.(8), C‑47/15 Sélina Affum(9), C-82/16 K.A. κ.λπ.(10) και C-181/16 Gnandi(11),

–  έχοντας υπόψη τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σχετικά με την οδηγία 2008/115/ΕΚ, συμπεριλαμβανομένων των Amie κ.λπ. κατά Βουλγαρίας (προσφυγή αριθ. 58149/08), N.D. και N.T. κατά Ισπανίας (προσφυγές αριθ. 8675/15 και 8697/15) και Haghilo κατά Κύπρου (προσφυγή αριθ. 47920/12),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 28ης Μαρτίου 2014, σχετικά με την πολιτική επιστροφής της ΕΕ (COM(2014)0199),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 13ης Μαΐου 2015, σχετικά με το ευρωπαϊκό πρόγραμμα δράσης για τη μετανάστευση (COM(2015)0240),

–   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα των συνόδων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Οκτωβρίου του 2016 και του Ιουνίου του 2018,

–  έχοντας υπόψη τους μη δεσμευτικούς κοινούς κανόνες του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, για την υλοποίηση προγραμμάτων επικουρούμενης οικειοθελούς επιστροφής (και επανένταξης) από κράτη μέλη,

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 2ας Μαρτίου 2017, σχετικά με μια αποτελεσματικότερη πολιτική επιστροφής στην Ευρωπαϊκή Ένωση – ανανεωμένο σχέδιο δράσης (COM(2017)0200),

–  έχοντας υπόψη τη σύσταση (ΕΕ) 2017/432 της Επιτροπής, της 7ης Μαρτίου 2017, για μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα των επιστροφών στο πλαίσιο της εφαρμογής της οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(12),

–  έχοντας υπόψη τη σύσταση (ΕΕ) 2017/2338 της Επιτροπής, της 16ης Νοεμβρίου 2017, για την καθιέρωση κοινού «εγχειριδίου περί επιστροφής» προς χρήση από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών κατά την εκτέλεση σχετικών με την επιστροφή καθηκόντων(13),

–  έχοντας υπόψη τη συγκεφαλαιωτική έκθεση του Ευρωπαϊκού Δικτύου Μετανάστευσης για το 2017, με τίτλο «The effectiveness of return in EU Member States: challenges and good practices linked to EU rules and standards» (Η αποτελεσματικότητα της επιστροφής στα κράτη μέλη της ΕΕ: Προκλήσεις και ορθές πρακτικές που συνδέονται με τους κανόνες και τα πρότυπα της ΕΕ),

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής για οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Σεπτεμβρίου 2018, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (αναδιατύπωση) (COM(2018)0634),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 4ης Δεκεμβρίου 2018, σχετικά με τη διαχείριση της μετανάστευσης σε όλες της τις πτυχές: η πρόοδος στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος δράσης για τη μετανάστευση (COM(2018)0798),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 16ης Απριλίου 2020, σχετικά με την COVID-19: οδηγίες σχετικά με την εφαρμογή των σχετικών ενωσιακών διατάξεων στον τομέα του ασύλου και των διαδικασιών επιστροφής και σχετικά με την επανεγκατάσταση (C(2020)2516),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 12ης Απριλίου 2016, σχετικά με την κατάσταση στην περιοχή της Μεσογείου και την ανάγκη για μια ολιστική προσέγγιση της ΕΕ όσον αφορά τη μετανάστευση(14),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 5ης Απριλίου 2017, σχετικά με την αντιμετώπιση των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών: ο ρόλος της εξωτερικής δράσης της ΕΕ(15),

–  έχοντας υπόψη τη θέση του, της 13ης Μαρτίου 2019, σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση του Ταμείου Ασύλου και Μετανάστευσης(16),

—  έχοντας υπόψη την ειδική έκθεση αριθ. 24/2019 του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, του Νοεμβρίου του 2019, με τίτλο «Άσυλο, μετεγκατάσταση και επιστροφή μεταναστών: καιρός να εντατικοποιηθεί η δράση ώστε να αντιμετωπιστούν οι αποκλίσεις μεταξύ στόχων και αποτελεσμάτων»,

–  έχοντας υπόψη την υποκατάστατη εκτίμηση αντικτύπου που δημοσίευσε η Υπηρεσία Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (EPRS) τον Μάρτιο του 2019 σχετικά με την προτεινόμενη αναδιατύπωση της οδηγίας για την επιστροφή,

–  έχοντας υπόψη την ευρωπαϊκή αξιολόγηση που δημοσίευσε η EPRS τον Ιούνιο του 2020, με την οποία αξιολογείται η εφαρμογή της οδηγίας για την επιστροφή και η εξωτερική διάσταση της εν λόγω οδηγίας,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση αξιολόγησης του Frontex, της 15ης Ιουνίου 2020, σχετικά με τις επιχειρήσεις επιστροφής για το 2ο εξάμηνο του 2019,

–  έχοντας υπόψη την 4η ετήσια έκθεση του Ευρωπαϊκού Κέντρου κατά της Παράνομης Διακίνησης Μεταναστών της Ευρωπόλ, της 15ης Μαΐου 2020,

–  έχοντας υπόψη τις εκθέσεις σχετικά με την εφαρμογή του κεκτημένου του Σένγκεν στον τομέα της επιστροφής που εκπονήθηκαν σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1053/2013 του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 2013, σχετικά με τη θέσπιση ενός μηχανισμού αξιολόγησης και παρακολούθησης για την επαλήθευση της εφαρμογής του κεκτημένου του Σένγκεν και την κατάργηση της απόφασης της εκτελεστικής επιτροπής, της 16ης Σεπτεμβρίου 1998, σχετικά με τη σύσταση της μόνιμης επιτροπής για την αξιολόγηση και την εφαρμογή της σύμβασης Σένγκεν(17),

–  έχοντας υπόψη το εγχειρίδιο του Συμβουλίου της Ευρώπης, της 17ης Σεπτεμβρίου 2019, με τίτλο «Practical Guidance on Alternatives to Immigration Detention: Fostering Effective Results» (Πρακτική καθοδήγηση σχετικά με εναλλακτικές της κράτησης λύσεις στο πλαίσιο της μετανάστευσης: Προώθηση ουσιαστικών αποτελεσμάτων),

–  έχοντας υπόψη την ανάλυση της Διευθύνουσας Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (CDDH) του Συμβουλίου της Ευρώπης, της 7ης Δεκεμβρίου 2017, για τις νομικές και πρακτικές πτυχές των αποτελεσματικών εναλλακτικών της κράτησης λύσεων στο πλαίσιο της μετανάστευσης,

–  έχοντας υπόψη τη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου(18),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 30ής Μαΐου 2018 σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου(19),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 54 του Κανονισμού του, καθώς και το άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο ε) και το παράρτημα 3 της απόφασης της Διάσκεψης των Προέδρων, της 12ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με τη διαδικασία για την εξουσιοδότηση εκπόνησης εκθέσεων πρωτοβουλίας,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (A9-0238/2020),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή έχει αξιολογήσει μόνο μία φορά την εφαρμογή της οδηγίας για την επιστροφή (το 2014), παρά τη νομική υποχρέωση που υπέχει βάσει του άρθρου 19 της εν λόγω οδηγίας να υποβάλλει έκθεση για την εφαρμογή της κάθε τρία έτη, αρχής γενομένης από το 2013· λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2015 η Επιτροπή δημοσίευσε μια ανακοίνωση που περιείχε ένα σχέδιο δράσης για τις επιστροφές· λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2017 εξέδωσε μια σύσταση για να καταστούν οι επιστροφές πιο αποτελεσματικές κατά την εφαρμογή της οδηγίας για την επιστροφή και δημοσίευσε ένα εγχειρίδιο περί επιστροφής· λαμβάνοντας υπόψη ότι, τον Σεπτέμβριο του 2018, χωρίς να πραγματοποιήσει εκτίμηση αντικτύπου, η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση αναδιατύπωσης της οδηγίας για την επιστροφή με σκοπό την επίτευξη μιας πιο αποτελεσματικής και συνεκτικής πολιτικής επιστροφής· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (LIBE) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ανέθεσε στην EPRS να παράσχει μια υποκατάστατη εκτίμηση αντικτύπου σχετικά με την προτεινόμενη αναδιατύπωση· λαμβάνοντας υπόψη ότι η εν λόγω εκτίμηση επισημαίνει την έλλειψη στοιχείων που αποδεικνύουν ότι η αναδιατυπωμένη πρόταση θα οδηγούσε σε πιο αποτελεσματικές επιστροφές·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο διττός στόχος της οδηγίας για την επιστροφή είναι η θέσπιση κοινών κανόνων σχετικά με την αποτελεσματική επιστροφή σε συμμόρφωση με τα θεμελιώδη δικαιώματα και την αρχή της αναλογικότητας· λαμβάνοντας υπόψη ότι, στη σύστασή της για μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα των επιστροφών, η Επιτροπή εστιάζει στο ποσοστό των επιστροφών ως δείκτη για την αποτελεσματικότητα της οδηγίας για την επιστροφή και προτείνει μέτρα που ενδέχεται να έχουν το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα περιορισμού ορισμένων εγγυήσεων της εν λόγω οδηγίας, όπως το δικαίωμα προσφυγής και η χρήση περιόδων κράτησης μεγαλύτερης διάρκειας· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι βιώσιμες επιστροφές και η επιτυχής επανένταξη αποτελούν σημαντικούς δείκτες για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των επιστροφών· λαμβάνοντας υπόψη ότι, επί του παρόντος, η παρακολούθηση μετά την επιστροφή δεν είναι επαρκώς ολοκληρωμένη και ακριβής· λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι έχουν προκύψει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι δεν είναι βιώσιμες όλες οι επιστροφές, ιδίως σε σχέση με τους ασυνόδευτους ανηλίκους, λόγω έλλειψης προσωπικού σχεδίου επανένταξης ή υποστήριξης κατά την επιστροφή·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή έχει επισημάνει ότι τα κράτη μέλη αντιμετωπίζουν διάφορα εμπόδια, διαδικαστικού, τεχνικού και επιχειρησιακού χαρακτήρα, όσον αφορά την αποτελεσματικότητα των επιστροφών, μεταξύ άλλων το επίπεδο συνεργασίας ανάμεσα σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των τρίτων χωρών· λαμβάνοντας υπόψη ότι η ταυτοποίηση των επαναπατριζόμενων και η ανάγκη λήψης των απαραίτητων εγγράφων από τρίτες χώρες έχει επισημανθεί από την Επιτροπή ως ένας από τους κύριους λόγους μη επιστροφής·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η έλλειψη εναρμόνισης έχει βαθύ αντίκτυπο στις πρακτικές επιστροφής μεταξύ των κρατών μελών· λαμβάνοντας υπόψη ότι από τις αξιολογήσεις που πραγματοποίησε η Επιτροπή με την ευκαιρία της δημοσίευσης της σύστασής της για να καταστούν οι επιστροφές πιο αποτελεσματικές, προέκυψε ότι «ο βαθμός διακριτικής ευχέρειας που αφήνει στα κράτη μέλη η οδηγία για την επιστροφή έχει οδηγήσει σε μη συνεκτική μεταφορά στις εθνικές νομοθεσίες, με αρνητικό αντίκτυπο στην αποτελεσματικότητα της πολιτικής επιστροφών της Ένωσης» και ότι «μια αποτελεσματικότερη εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας θα μείωνε τις πιθανότητες κατάχρησης των διαδικασιών και θα περιόριζε την αναποτελεσματικότητα, εξασφαλίζοντας παράλληλα την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων που ορίζονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης»·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή, στο σχέδιο δράσης της για την επιστροφή που δημοσιεύτηκε το 2015, θεωρεί ότι η οικειοθελής επιστροφή παραμένει η προτιμώμενη λύση όπου είναι εφικτή· λαμβάνοντας υπόψη ότι, πάντα σύμφωνα με τις δηλώσεις της Επιτροπής στο σχέδιο δράσης της, «το 2013 εκτιμάται ότι το 40 % περίπου των επιστροφών έγιναν οικειοθελώς, τη στιγμή που το 2009 ήταν μόλις 14 %»· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, 300 000 άτομα ετησίως δεν μπορούν να επιστραφούν λόγω διοικητικών εμποδίων, προβλημάτων υγείας ή του κινδύνου επαναπροώθησης· λαμβάνοντας υπόψη ότι η κατάστασή τους θα πρέπει να αντιμετωπιστεί, μεταξύ άλλων μέσω της χορήγησης σε αυτούς νομικού καθεστώτος για ανθρωπιστικούς λόγους·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα στοιχεία που αφορούν την εφαρμογή της οδηγίας για την επιστροφή είναι δημοσίως διαθέσιμα μέσω της Eurostat αλλά δεν είναι σε όλες τις περιπτώσεις αναλυτικά και συγκρίσιμα· λαμβάνοντας υπόψη ότι ενδέχεται να διατεθούν περισσότερες πληροφορίες με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1860 σχετικά με τη χρήση του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν για την επιστροφή παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών («SIS για την επιστροφή») και με τον κανονισμό (ΕΕ) 2020/851 για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 862/2007 περί κοινοτικών στατιστικών για τη μετανάστευση και τη διεθνή προστασία·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, μεταξύ 2014 και 2018, ο αριθμός των παράτυπων διελεύσεων των συνόρων μειώθηκε από 1,82 εκατομμύρια σε 142 000· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα κράτη μέλη εξέδωσαν περίπου 3 εκατομμύρια πρώτες άδειες διαμονής το 2019· λαμβάνοντας υπόψη ότι ο αριθμός των αιτήσεων ασύλου μειώθηκε από 1,29 εκατομμύρια το 2015 σε 698 000 το 2019· λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2018 τα κράτη μέλη εξέδωσαν 283 880 αποφάσεις επιστροφής, βάσει των οποίων επέστρεψαν 147 815 άτομα·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα κράτη μέλη δεν κοινοποιούν συστηματικά πληροφορίες σχετικά με τις αποφάσεις επιστροφής ή τις απαγορεύσεις εισόδου που εκδίδουν, γεγονός που σημαίνει ότι η αμοιβαία αναγνώριση των αποφάσεων επιστροφής που εκδίδονται από τα κράτη μέλη και η επιβολή τους σε ολόκληρη την Ένωση είναι, στην πράξη, αδύνατες· λαμβάνοντας υπόψη ότι, για να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα των επανεισδοχών και να εξασφαλιστεί η συνοχή των επιστροφών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι επίσημες συμφωνίες της ΕΕ θα πρέπει να υπερισχύουν έναντι των διμερών συμφωνιών μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών·

Γενικές παρατηρήσεις

1.  σημειώνει την έλλειψη αξιολόγησης της εφαρμογής από την Επιτροπή και καλεί την Επιτροπή να πραγματοποιήσει την εν λόγω αξιολόγηση, η οποία αναμενόταν το 2017, σύμφωνα με το άρθρο 19 της οδηγίας για την επιστροφή και σύμφωνα με την αρχή για βελτίωση του νομοθετικού έργου·

2.  επαναλαμβάνει ότι είναι σημαντικό να υιοθετηθεί μια τεκμηριωμένη κοινή προσέγγιση που να καθοδηγεί τη συνεκτική χάραξη πολιτικής και τον βασιζόμενο σε καλή πληροφόρηση δημόσιο διάλογο, και καλεί την Επιτροπή να παροτρύνει τα κράτη μέλη να συλλέγουν και να δημοσιεύουν ποιοτικά και ποσοτικά δεδομένα σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας για την επιστροφή, ιδίως δεδομένα σχετικά με τις απαγορεύσεις εισόδου και τις κρατήσεις, καθώς οι εν λόγω κατηγορίες δεδομένων δεν συλλέγονται επί του παρόντος από την Eurostat, και να τους προσφέρει σχετική στήριξη, χρησιμοποιώντας ιδίως τα νέα διαθέσιμα μέσα, όπως το SIS για την επιστροφή και τον κανονισμό (ΕΕ) 2020/851 για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 862/2007 περί κοινοτικών στατιστικών για τη μετανάστευση και τη διεθνή προστασία· καλεί τα κράτη μέλη να συλλέξουν στατιστικά στοιχεία σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2020/851 το συντομότερο δυνατόν και να συμμετάσχουν στις συναφείς πιλοτικές μελέτες· σημειώνει με ανησυχία την έλλειψη διαθέσιμων δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων ανά φύλο και ηλικία, σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας για την επιστροφή·

3.  εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι, από το 2015, ο αριθμός των αποφάσεων επιστροφής που εκτελούνται βαίνει μειούμενος και σημειώνει ότι ο αριθμός αυτός δεν αντιστοιχεί κατ’ ανάγκη σε αύξηση ή μείωση των παράτυπων εισόδων· τονίζει ότι η αποτελεσματική πολιτική επιστροφής αποτελεί ένα από τα βασικά στοιχεία μιας εύρυθμης πολιτικής της ΕΕ για το άσυλο και τη μετανάστευση· σημειώνει ότι , σύμφωνα με τη δήλωση της Επιτροπής, το ποσοστό επιστροφής μειώθηκε από 46 % το 2016 σε 37 % το 2017 και ότι αυτό ενδέχεται να μην αποτυπώνει την πλήρη εικόνα, λόγω του εγγενούς περιθωρίου διακριτικής ευχέρειας που διαθέτουν τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή της οδηγίας για την επιστροφή, συγκεκριμένα δυσκολίες συνεργασίας με τρίτες χώρες, το γεγονός ότι ορισμένα κράτη μέλη εκδίδουν περισσότερες από μία αποφάσεις επιστροφής για το ίδιο πρόσωπο, ότι οι αποφάσεις δεν αποσύρονται εάν η επιστροφή δεν πραγματοποιηθεί για ανθρωπιστικούς λόγους, ότι ορισμένα πρόσωπα δεν μπορούν να επιστραφούν καθώς η επιστροφή τους θα παραβίαζε την αρχή της μη επαναπροώθησης, ή ότι ορισμένα πρόσωπα επιστρέφουν οικειοθελώς χωρίς να καταχωρίζεται η επιστροφή τους υπογραμμίζει ότι δεν ακολουθείται κάθε απόφαση επιστροφής από ταχείες διαδικασίες επιστροφής και επανεισδοχής εξαιτίας πρακτικών και νομικών εμποδίων και σημειώνει με ανησυχία ότι αυτό μπορεί να προκαλέσει σοβαρή πίεση, όχι μόνο στις τοπικές εγκαταστάσεις, αλλά και στα εμπλεκόμενα πρόσωπα·

4.  συμμερίζεται τον στόχο της Επιτροπής να βελτιωθεί η αποτελεσματική εφαρμογή της οδηγίας για την επιστροφή και η αποτελεσματικότητα των διαδικασιών επιστροφής στα κράτη μέλη· καλεί την Επιτροπή να κινεί διαδικασίες επί παραβάσει εφόσον δικαιολογείται· επισημαίνει ότι η αποτελεσματικότητα της οδηγίας για την επιστροφή θα πρέπει να μετράται με αναφορά στο ποσοστό επιστροφής καθώς και με βάση τη βιωσιμότητα των επιστροφών και την εφαρμογή των εγγυήσεων για τα θεμελιώδη δικαιώματα, τον σεβασμό των διαδικαστικών εγγυήσεων και την αποτελεσματικότητα των οικειοθελών επιστροφών· τονίζει ότι η μέτρηση της αποτελεσματικής εφαρμογής της οδηγίας για την επιστροφή θα πρέπει να ενισχυθεί και να εξορθολογιστεί περαιτέρω μεταξύ των κρατών μελών, προκειμένου να ενισχυθεί η διαφάνεια και η συγκρισιμότητα των δεδομένων·

5.  σημειώνει ότι η Επιτροπή έχει δηλώσει ότι η έλλειψη προσδιορισμού της προέλευσης των επαναπατριζόμενων από τρίτες χώρες και επανεισδοχής τους είναι ένας από τους κύριους λόγους της μη επιστροφής· τονίζει ότι είναι αναγκαίο να βελτιωθούν οι σχέσεις με τρίτες χώρες μέσω εποικοδομητικού διαλόγου για τη μετανάστευση ο οποίος θα βασίζεται στην ισότητα, ώστε να διασφαλιστεί αμοιβαία επωφελής συνεργασία για αποτελεσματικές και βιώσιμες επιστροφές·

6.  λαμβάνει υπό σημείωση τη μετάβαση σε άτυπες μορφές συνεργασίας με τρίτες χώρες· καλεί τα κράτη μέλη να παροτρύνουν την Επιτροπή και να της παρέχουν στήριξη, προκειμένου να συνάπτει επίσημες συμφωνίες επανεισδοχής της ΕΕ, που θα συνοδεύονται από τον κοινοβουλευτικό έλεγχο και τη δικαστική εποπτεία της ΕΕ· τονίζει ότι θα πρέπει να προσφέρονται κίνητρα για τη διευκόλυνση της συνεργασίας· σημειώνει ότι οι διμερείς συμφωνίες επανεισδοχής που χρησιμοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 3 της οδηγίας για την επιστροφή δεν παρέχουν επαρκείς διαδικαστικές εγγυήσεις, συμπεριλαμβανομένης της ενημέρωσης του ενδιαφερόμενου προσώπου σχετικά με ένα ατομικό μέτρο και με τα διαθέσιμα και πραγματικά μέσα έννομης προστασίας και προσφυγής· σημειώνει ότι τα κράτη μέλη αντιμετωπίζουν δυσκολίες στο να διασφαλίζουν τακτικά την πλήρη κάλυψη των διαθέσιμων θέσεων για τους επαναπατριζόμενους στις επιχειρήσεις επιστροφής με χρήση ναυλωμένων πτήσεων που συντονίζονται από τον Frontex· σημειώνει με ανησυχία ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, η δυνατότητα πραγματοποίησης κοινών επιχειρήσεων επιστροφής του Frontex αποκλείεται από τις διμερείς συμφωνίες μεταξύ των διοργανωνόντων ή συμμετεχόντων κρατών μελών και των χωρών προορισμού εκτός ΕΕ·

7.  τονίζει ότι είναι αναγκαίο να ενισχυθεί η συνεργασία σε ζητήματα επιστροφής μεταξύ των κρατών μελών, μεταξύ άλλων όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών και την εφαρμογή της οδηγίας 2001/40/ΕΚ σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση αποφάσεων απομάκρυνσης υπηκόων τρίτων χωρών, σύμφωνα με τις εγγυήσεις για τα θεμελιώδη δικαιώματα· υπογραμμίζει την ανάγκη στήριξης, συμπεριλαμβανομένης της επιχειρησιακής στήριξης, από τους οικείους οργανισμούς της Ένωσης· τονίζει ότι είναι αναγκαίο να αυξηθεί η συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και του Frontex·

8.  καλεί τα κράτη μέλη να διαθέσουν επαρκή ικανότητα, μεταξύ άλλων όσον αφορά το ανθρώπινο δυναμικό και την επαρκή κατάρτιση, στις αρχές που είναι αρμόδιες για τη λήψη και την εφαρμογή αποφάσεων επιστροφής και, με αυτόν τον τρόπο, να επενδύσουν στην ποιότητά της διαδικασίας λήψης αποφάσεων που ακολουθούν και της εφαρμογής τους·

9.  τονίζει ότι είναι σημαντικό να ακολουθούνται δίκαιες, ταχείες και αποτελεσματικές διαδικασίες για την επιστροφή υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν παράτυπα στην επικράτεια της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων αυτών οι αιτήσεις των οποίων έχουν απορριφθεί, με σεβασμό προς τα θεμελιώδη δικαιώματα των ενδιαφερομένων προσώπων·

Αποφάσεις επιστροφής και οικειοθελής αναχώρηση

10.  τονίζει ότι είναι σημαντικό να εξασφαλιστεί στην οδηγία για την επιστροφή η συμμόρφωση των μεταναστών με τις αποφάσεις επιστροφής και υπενθυμίζει τη βασική αρχή που κατοχυρώνεται στην εν λόγω οδηγία, σύμφωνα με την οποία οι οικειοθελείς επιστροφές θα πρέπει να έχουν προτεραιότητα έναντι των αναγκαστικών επιστροφών, εφόσον δεν υφίστανται σοβαροί λόγοι βάσει των οποίων θεωρείται ότι αυτό θα υπονόμευε τον σκοπό μιας διαδικασίας επιστροφής, καθώς οι οικειοθελείς επιστροφές είναι πιο βιώσιμες, λιγότερο δαπανηρές και επαχθείς για τα κράτη, και τείνουν να σέβονται περισσότερο τα θεμελιώδη δικαιώματα του ενδιαφερόμενου προσώπου· καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει να θεωρεί τις οικειοθελείς επιστροφές την προτιμώμενη επιλογή έναντι των αναγκαστικών επιστροφών και να παροτρύνει τα κράτη μέλη να καταρτίσουν ένα αποτελεσματικό πλαίσιο για την πρόσβαση στα προγράμματα οικειοθελούς επιστροφής·

11.  καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει να παρέχει χρηματοδότηση και να αυξήσει τους διαθέσιμους πόρους για προγράμματα επικουρούμενης οικειοθελούς επιστροφής, προκειμένου να ενθαρρυνθεί η χρήση τέτοιων προγραμμάτων με απώτερο σκοπό τη διασφάλιση βιώσιμων επιστροφών και επανένταξης·

12.  επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας για την επιστροφή, η απόφαση επιστροφής, κατά γενικό κανόνα, προβλέπει κατάλληλο χρονικό διάστημα για την οικειοθελή αναχώρηση μεταξύ 7 και 30 ημερών, το οποίο τα κράτη μέλη παρατείνουν, εφόσον απαιτείται, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές περιστάσεις της εκάστοτε περίπτωσης· επισημαίνει τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 7 παράγραφος 4 της οδηγίας για την επιστροφή· σημειώνει ότι τα εθνικά προγράμματα των κρατών μελών για την υποστήριξη της οικειοθελούς αναχώρησης είναι ορισμένες φορές ανεπαρκή ως προς το πεδίο εφαρμογής και τα μέσα τους· υπενθυμίζει ότι τα κράτη μέλη που παρέχουν το εν λόγω χρονικό διάστημα για την οικειοθελή αναχώρηση, μόνο κατόπιν αίτησης, πρέπει να ενημερώνουν τους ενδιαφερόμενους υπηκόους τρίτων χωρών σχετικά με τη δυνατότητα υποβολής τέτοιας αίτησης·

13.  επικροτεί τις διατάξεις που ισχύουν σε πολλά κράτη μέλη, οι οποίες επιτρέπουν να λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι επιμέρους περιστάσεις και τη χορήγηση παρατάσεων του χρονικού διαστήματος για την οικειοθελή αναχώρηση· υπενθυμίζει ότι, σε περιπτώσεις όπου η οδηγία για την επιστροφή απαιτεί από τα κράτη μέλη να αναβάλουν την απομάκρυνση, όπως όταν αυτή θα συνιστούσε παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης, το άρθρο 14 παράγραφος 2 της οδηγίας για την επιστροφή απαιτεί από τα κράτη μέλη να παρέχουν στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα γραπτή επιβεβαίωση ότι η απόφαση επιστροφής προσωρινά δεν θα εκτελεστεί·

14.  τονίζει ότι ένας ευρύς ορισμός του κινδύνου διαφυγής ενδέχεται να οδηγήσει τα κράτη μέλη στη μη χορήγηση χρονικού διαστήματος για την οικειοθελή αναχώρηση· υπενθυμίζει ότι η άρση του χρονικού διαστήματος για την οικειοθελή αναχώρηση οδηγεί επίσης στην επιβολή απαγόρευσης εισόδου, η οποία ενδέχεται να υπονομεύσει περαιτέρω την οικειοθελή αναχώρηση· τονίζει ότι είναι αναγκαίο να ενισχυθεί η εφαρμογή του ισχύοντος νομικού πλαισίου, προκειμένου να επιταχυνθούν οι επιτυχείς οικειοθελείς επιστροφές·

15.  καλεί τα κράτη μέλη και τον Frontex να ανταλλάσσουν πληροφορίες και βέλτιστες πρακτικές σχετικά με επιτυχείς και αξιοπρεπείς οικειοθελείς επιστροφές, και να διασφαλίζουν την αμοιβαία παροχή επιχειρησιακής βοήθειας μεταξύ των κρατών μελών, κατόπιν αίτησης, ώστε να ενισχύσουν και να βελτιώσουν την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα των οικειοθελών επιστροφών·

16.  υπογραμμίζει ότι είναι σημαντικό να παρέχονται διαχείριση και βοήθεια ανάλογα με την εκάστοτε περίπτωση, οι οποίες θα προσαρμόζονται στις ατομικές περιστάσεις και προοπτικές του επαναπατριζόμενου, με ιδιαίτερη προσοχή στους ασυνόδευτους ανηλίκους·

Διαδικαστικές εγγυήσεις

17.  τονίζει ότι η οδηγία για την επιστροφή απαιτεί οι αποφάσεις επιστροφής και απαγόρευσης εισόδου και οι αποφάσεις όσον αφορά την απομάκρυνση να είναι εξατομικευμένες, σαφώς δικαιολογημένες με νομικούς και πραγματικούς λόγους, να εκδίδονται γραπτώς και να περιέχουν πληροφορίες σχετικά με τα διαθέσιμα μέσα έννομης προστασίας και τις σχετικές προθεσμίες· τονίζει ότι είναι σημαντικό οι πληροφορίες αυτές να παρέχονται σε γλώσσα την οποία κατανοεί το πρόσωπο· εκφράζει την ανησυχία του σχετικά με την έλλειψη επαρκών λεπτομερειών και επαρκούς αιτιολόγησης στις αποφάσεις επιστροφής·

18.  θεωρεί ότι τα ασυνόδευτα παιδιά δεν θα πρέπει να επιστρέφονται, εκτός εάν μπορεί να αποδειχθεί ότι είναι προς το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, καθώς και ότι τα παιδιά θα πρέπει να ενημερώνονται για τα δικαιώματα τους και τα μέσα έννομης προστασίας που έχουν στη διάθεσή τους, με τρόπο φιλικό προς τα παιδιά και σε γλώσσα που κατανοούν·

19.  υπενθυμίζει ότι η αρχή της μη επαναπροώθησης είναι δεσμευτική για τα κράτη μέλη σε κάθε περίπτωση, συμπεριλαμβανομένων διαδικασιών επιστροφής που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για την επιστροφή·

20.  λαμβάνει υπό σημείωση τις σημαντικές διαφορές μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά το δικαίωμα προσφυγής, ιδίως όσον αφορά το είδος του οργάνου προσφυγής και τις προθεσμίες προσφυγής· τονίζει ότι είναι αναγκαίο να διασφαλίζεται το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής, μεταξύ άλλων μέσω της παροχής κατάλληλων και προσβάσιμων πληροφοριών και δικαστικής αρωγής, καθώς και επαρκών κονδυλίων για την παροχή νομικής συνδρομής·

21.  σημειώνει ότι η χρήση της προαιρετικής ρήτρας στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο α) ενδέχεται να οδηγήσει σε μείωση της εφαρμογής των εγγυήσεων στα σύνορα σε σύγκριση με την κανονική διαδικασία επιστροφής· παροτρύνει, συνεπώς, τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν τις διαδικαστικές εγγυήσεις και τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και να εφαρμόζουν την οδηγία για την επιστροφή σε καταστάσεις στα σύνορα·

22.  επισημαίνει ότι η οδηγία για την επιστροφή προβλέπει την προσωρινή αναστολή της εκτέλεσης της απομάκρυνσης, όταν εκκρεμεί απόφαση σχετικά με την επιστροφή· υπογραμμίζει ότι είναι αναγκαίο να διασφαλίζεται η εν λόγω αναστολή σε περιπτώσεις όπου υπάρχει κίνδυνος επαναπροώθησης· σημειώνει ότι, στις περισσότερες χώρες, η προσφυγή κατά απόφασης επιστροφής δεν έχει αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα, γεγονός που ενδέχεται να μειώνει την προστασία· τονίζει ότι ένα αυτόματο ανασταλτικό ένδικο μέσο θα διασφάλιζε ότι τα άτομα δεν θα επιστρέφονται πριν από τη λήψη τελικής απόφασης σχετικά με τη διαδικασία επιστροφής· τονίζει ότι το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού πρέπει να αποτελεί πρωταρχικό μέλημα όλων των αποφάσεων που αφορούν παιδιά, συμπεριλαμβανομένων των εκκρεμών αποφάσεων σχετικά με την επιστροφή·

23.  υπενθυμίζει ότι το άρθρο 6 παράγραφος 4 της οδηγίας για την επιστροφή παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να χορηγούν αυτόνομη άδεια διαμονής για λόγους συμπόνιας, για ανθρωπιστικούς λόγους ή για άλλους λόγους σε υπήκοο τρίτης χώρας που διαμένει παράτυπα στην επικράτειά τους· τονίζει ότι είναι σημαντικό να εξαντλούνται επιτυχώς οι επιλογές που προβλέπονται στην οδηγία για την επιστροφή για την εκτέλεση αποφάσεων επιστροφής, και να δίδεται έμφαση στην οικειοθελή επιστροφή· σημειώνει, ωστόσο, την περιορισμένη χρήση του άρθρου 6 παράγραφος 4 της οδηγίας για την επιστροφή και ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να επεκτείνουν τη χρήση της συγκεκριμένης ρήτρας· εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι τα κράτη μέλη δεν εκδίδουν προσωρινή άδεια διαμονής στις περιπτώσεις που έχει αποδειχθεί ότι δεν είναι δυνατή η επιστροφή, πράγμα που συχνά δεν επιτρέπει στους μετανάστες για τους οποίους δεν μπορεί να εκδοθεί απόφαση επιστροφής να έχουν πρόσβαση στα θεμελιώδη δικαιώματά τους· υπογραμμίζει ότι η χορήγηση αδειών διαμονής σε άτομα που δεν μπορούν να επιστρέψουν στη χώρα καταγωγής τους θα μπορούσε να συμβάλει στην πρόληψη της παρατεταμένης διαμονής σε παράτυπη κατάσταση, να μειώσει την ευαλωτότητα στην εργασιακή εκμετάλλευση και ενδέχεται να διευκολύνει την κοινωνική ένταξη των ατόμων και τη συνεισφορά τους στην κοινωνία· σημειώνει ότι αυτό θα βοηθούσε επίσης να ξεπεραστεί η κατάσταση διοικητικής αβεβαιότητας στην οποία ενδεχομένως έχουν εγκλωβιστεί τα άτομα· τονίζει, ταυτόχρονα, ότι είναι αναγκαίος ο συντονισμός εντός της Ένωσης με στόχο την πρόληψη περαιτέρω παράτυπων μετακινήσεων προσώπων που υπόκεινται σε απόφαση επιστροφής·

Απαγορεύσεις εισόδου

24.  σημειώνει με ανησυχία τη γενικευμένη αυτόματη επιβολή απαγόρευσης εισόδου, η οποία, σε ορισμένα κράτη μέλη, εφαρμόζεται παράλληλα με την οικειοθελή αναχώρηση· τονίζει ότι η προσέγγιση αυτή ενέχει τον κίνδυνο μείωσης των κινήτρων για οικειοθελή επιστροφή· καλεί τα κράτη μέλη να συμμορφωθούν με την υποχρέωση, βάσει της οδηγίας για την επιστροφή, να εξετάζουν το ενδεχόμενο ανάκλησης ή αναστολής της απαγόρευσης σε περιπτώσεις όπου ένας υπήκοος τρίτης χώρας μπορεί να αποδείξει ότι έχει εγκαταλείψει το έδαφος ενός κράτους μέλους·

25.  σημειώνει ότι η κατάσταση ενός ατόμου μπορεί να μεταβληθεί κατά τη διάρκεια της περιόδου που επιβάλλεται από μια απαγόρευση εισόδου και ότι ένα άτομο ενδέχεται να αντιμετωπίσει κίνδυνο δίωξης στη χώρα στην οποία έχει επιστραφεί· καλεί τα κράτη μέλη να αίρουν την απαγόρευση εισόδου για ανθρωπιστικούς λόγους σε τέτοιες περιπτώσεις· επαναλαμβάνει ότι η απαγόρευση εισόδου δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται αυτόματα, αλλά αντίθετα θα πρέπει να βασίζεται σε ατομική αξιολόγηση· καλεί τα κράτη μέλη να καθιερώσουν αποτελεσματικές διαδικασίες για την υποβολή αιτημάτων άρσης της απαγόρευσης εισόδου, στο πλαίσιο των οποίων διασφαλίζεται η ατομική αξιολόγηση, το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού αποτελεί ύψιστο μέλημα, και, παράλληλα, γίνονται σεβαστά το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή, το δικαίωμα στην οικογενειακή επανένωση και η αρχή της αναλογικότητας·

26.  σημειώνει ότι, μολονότι η απειλή της επιβολής απαγόρευσης εισόδου μπορεί να λειτουργήσει ως κίνητρο για την αναχώρηση από μια χώρα εντός της προθεσμίας οικειοθελούς αναχώρησης, η πραγματική επιβολή της μπορεί να μειώσει το κίνητρο για συμμόρφωση με την απόφαση επιστροφής και ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο διαφυγής· καλεί τα κράτη μέλη να εξετάσουν το ενδεχόμενο καθορισμού του χρόνου επιβολής των απαγορεύσεων εισόδου με στόχο την επιτυχή εκτέλεση των αποφάσεων επιστροφής· τονίζει ότι η οδηγία για την επιστροφή περιλαμβάνει διατάξεις που επιτρέπουν την άρση των απαγορεύσεων εισόδου και καλεί τα κράτη μέλη να κάνουν χρήση των εν λόγω διατάξεων όταν είναι απαραίτητο·

27.  τονίζει ότι οι απαγορεύσεις εισόδου ενδέχεται να έχουν δυσανάλογες επιπτώσεις, ιδίως για τις οικογένειες και τα παιδιά· εκφράζει την ικανοποίησή του για τη δυνατότητα που εισήγαγαν ορισμένα κράτη μέλη να εξαιρούν τα παιδιά από την επιβολή απαγόρευσης εισόδου, αλλά τονίζει ότι το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη και κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με την απαγόρευση εισόδου των γονέων του ή την ανάκληση της εν λόγω απαγόρευσης· καλεί τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν την οικογενειακή επανένωση και τον σεβασμό του δικαιώματος στην οικογενειακή ζωή, μεταξύ άλλων με την εφαρμογή της εν λόγω αρχής ως βάσης για την μη επιβολή απαγορεύσεων εισόδου·

Κράτηση και κίνδυνος διαφυγής

28.  υπενθυμίζει ότι το άρθρο 3 παράγραφος 7 της οδηγίας για την επιστροφή ορίζει ότι «κίνδυνος διαφυγής» σημαίνει την ύπαρξη λόγων, σε ατομική περίπτωση, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων οριζομένων από το δίκαιο, οι οποίοι οδηγούν στην εικασία ότι υπήκοος τρίτης χώρας υποκείμενος σε διαδικασίες επιστροφής μπορεί να διαφύγει· σημειώνει ότι υπάρχουν διαφορές στον τρόπο με τον οποίο έχει μεταφερθεί ο ορισμός του «κινδύνου διαφυγής» στις εθνικές νομοθεσίες· υπογραμμίζει ότι, για λόγους συμμόρφωσης με το άρθρο 3 παράγραφος 7 της οδηγίας για την επιστροφή, πρέπει να λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι ατομικές περιστάσεις του ενδιαφερόμενου προσώπου κατά τον προσδιορισμό κινδύνου διαφυγής, προκειμένου να δικαιολογηθεί η κράτηση·

29.  εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι η νομοθεσία πολλών κρατών μελών περιλαμβάνει εκτενείς και ενίοτε αποκλίνοντες καταλόγους «αντικειμενικών κριτηρίων» για τον καθορισμό του κινδύνου διαφυγής, στα οποία περιλαμβάνονται και γενικά κριτήρια όπως η έλλειψη χρημάτων· εκφράζει την ανησυχία ότι οι διαφορετικοί ορισμοί των αντικειμενικών κριτηρίων για την εκτίμηση του κινδύνου διαφυγής στην εθνική νομοθεσία των κρατών μελών ενδέχεται να οδηγήσουν σε ασυνεπή χρήση της κράτησης σε ολόκληρη την Ένωση· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι αυτά τα κριτήρια συχνά εφαρμόζονται με έναν κατά το μάλλον ή ήττον αυτόματο τρόπο, ενώ οι ατομικές περιστάσεις λαμβάνονται υπόψη οριακά· τονίζει ότι το γεγονός αυτό οδήγησε στην επιβολή της κράτησης με συστηματικό τρόπο σε πολλά κράτη μέλη· υπογραμμίζει ότι είναι αναγκαίο να εναρμονιστούν ο ορισμός και η εφαρμογή των αντικειμενικών κριτηρίων για τον προσδιορισμό του κινδύνου διαφυγής·

30.  τονίζει ότι, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα, η κράτηση πρέπει να παραμείνει μέτρο έσχατης ανάγκης, να προβλέπεται από τον νόμο και να είναι αναγκαία, εύλογη και ανάλογη προς τους επιδιωκόμενους στόχους· σημειώνει, επίσης, ότι η κράτηση πρέπει να διαρκεί όσο το δυνατόν λιγότερο και ότι η απόφαση επιβολής κράτησης πρέπει πάντα να βασίζεται σε εκτίμηση των ατομικών περιστάσεων, η οποία έχει λάβει υπόψη τα συμφέροντα του ενδιαφερόμενου προσώπου·

31.  επαναλαμβάνει ότι η μεγαλύτερης διάρκειας κράτηση δεν αυξάνει αυτόματα την πιθανότητα επιστροφής, και γενικά κοστίζει περισσότερο από τις εναλλακτικές στην κράτηση· προσθέτει ότι τα κράτη δεν θα πρέπει να καταφεύγουν αυτόματα στο μέγιστο επιτρεπόμενο χρονικό διάστημα βάσει της οδηγίας για την επιστροφή και, επιπλέον ότι θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για να είναι νόμιμη η κράτηση καθ’ όλη τη διάρκειά της·

32.  σημειώνει ότι η οδηγία για την επιστροφή ορίζει υπό ποιες συνθήκες η νόμιμη κράτηση των επαναπατριζόμενων δικαιολογείται· σημειώνει ότι η κράτηση είναι δυνατή μόνον εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν δύνανται να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα επαρκή αλλά λιγότερο αναγκαστικά μέτρα· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι, στην πράξη, ελάχιστες βιώσιμες, εναλλακτικές της κράτησης λύσεις αναπτύσσονται και εφαρμόζονται στα κράτη μέλη· καλεί τα κράτη μέλη να προσφέρουν επειγόντως βιώσιμες, εναλλακτικές της κράτησης λύσεις σε επίπεδο κοινότητας, οι οποίες έχουν λιγότερο αρνητικό αντίκτυπο στους μετανάστες, ειδικά στα παιδιά και στα ευάλωτα άτομα· καλεί τα κράτη μέλη να υποβάλουν έκθεση για τα μέτρα που λαμβάνουν ως εναλλακτικές προς την κράτηση λύσεις·

33.  υπενθυμίζει ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να σέβονται τις εντολές των σχετικών και αρμόδιων εθνικών και διεθνών φορέων, όπως είναι οι εθνικοί φορείς για τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι θεσμοί των διαμεσολαβητών και οι εθνικοί προληπτικοί μηχανισμοί, που ασκούν ανεξάρτητη εποπτεία των συνθηκών κράτησης·

34.  σημειώνει ότι σημαντικός αριθμός παιδιών εξακολουθούν να κρατούνται στην Ευρωπαϊκή Ένωση στο πλαίσιο διαδικασιών επιστροφής· συμφωνεί με την Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού η οποία έχει διευκρινίσει ότι τα παιδιά δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να κρατούνται για λόγους μετανάστευσης, και ότι η κράτηση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να δικαιολογείται ως προάγουσα το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, σύμφωνα επίσης με τη διακήρυξη της Νέας Υόρκης για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες της 19ης Σεπτεμβρίου 2016· καλεί τα κράτη μέλη να παράσχουν επαρκείς, ανθρώπινες και μη στερητικές της ελευθερίας εναλλακτικές λύσεις αντί της κράτησης·

35.  καλεί την Επιτροπή να εξασφαλίσει ότι τα κράτη μέλη και ο Frontex διαθέτουν όργανα παρακολούθησης που υποστηρίζονται από κατάλληλη εντολή, ικανότητα και αρμοδιότητα, υψηλό επίπεδο ανεξαρτησίας και εμπειρογνωμοσύνης, και διαφανείς διαδικασίες· τονίζει ότι η παρακολούθηση της επιστροφής θα πρέπει να περιλαμβάνει όλες τις φάσεις των επιχειρήσεων επιστροφής, με επαρκείς πόρους· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να αξιοποιήσουν τα υφιστάμενα ανεξάρτητα όργανα παρακολούθησης, όπως είναι οι εθνικοί και διεθνείς οργανισμοί και οι εθνικοί φορείς για τα ανθρώπινα δικαιώματα, μέσω της συνεργασίας μαζί τους ή με τον ορισμό τους ως συστημάτων παρακολούθησης της αναγκαστικής επιστροφής· προτρέπει την Επιτροπή να διασφαλίσει τη δημιουργία ενός μηχανισμού παρακολούθησης μετά την επιστροφή, ώστε να γίνεται κατανοητή η τύχη των ατόμων που επιστρέφουν, εφόσον αυτό είναι νομικά και πρακτικά εφικτό, με ιδιαίτερη προσοχή στις ευάλωτες ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των ασυνόδευτων ανηλίκων και των οικογενειών· καλεί τα κράτη μέλη να πραγματοποιούν καταλλήλως τις παραδόσεις από υπηρεσίες προστασίας του παιδιού μεταξύ των εθνικών αρχών, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα παιδιά που επιστρέφουν τυγχάνουν φροντίδας και έχουν πρόσβαση στις εθνικές υπηρεσίες προστασίας του παιδιού· υπογραμμίζει ότι είναι αναγκαίο να παρακολουθούνται τα σχέδια επανένταξης των επαναπατριζόμενων, προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματική εφαρμογή τους· καλεί την Επιτροπή να διευκολύνει την ανταλλαγή ορθών πρακτικών μεταξύ των κρατών μελών σχετικά με την παρακολούθηση μετά την επιστροφή και να διαθέσει επαρκή χρηματοδότηση για αυτόν τον σκοπό·

36.  καλεί τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν την ορθή εφαρμογή όλων των πτυχών της οδηγίας για την επιστροφή· καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει να παρακολουθεί την εφαρμογή και να αναλαμβάνει δράση σε περίπτωση μη συμμόρφωσης·

o
o   o

37.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

(1) ΕΕ L 348 της 24.12.2008, σ. 98.
(2) ΕΕ L 312 της 7.12.2018, σ. 1.
(3) ΕΕ L 198 της 22.6.2020, σ. 1.
(4) ECLI:EU:C:2009:741.
(5) ECLI:EU:C:2011:268.
(6) ECLI:EU:C:2013:343.
(7) ECLI:EU:C:2014:1320.
(8) ECLI:EU:C:2015:377.
(9) ECLI:EU:C:2016:408.
(10) ECLI:EU:C:2018:308.
(11) ECLI:EU:C:2018:465.
(12) ΕΕ L 66 της 11.3.2017, σ. 15.
(13) ΕΕ L 339 της 19.12.2017, σ. 83.
(14) ΕΕ C 58 της 15.2.2018, σ. 9.
(15) ΕΕ C 298 της 23.8.2018, σ. 39.
(16) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P8_TA(2019)0175.
(17) ΕΕ L 295 της 6.11.2013, σ. 27.
(18) ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1.
(19) ΕΕ C 76 της 9.3.2020, σ. 86.

Τελευταία ενημέρωση: 16 Μαρτίου 2021Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου