Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2020/2791(RSP)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : B9-0421/2020

Κείμενα που κατατέθηκαν :

B9-0421/2020

Συζήτηση :

PV 16/12/2020 - 13
CRE 16/12/2020 - 13

Ψηφοφορία :

PV 17/12/2020 - 2
PV 17/12/2020 - 15

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P9_TA(2020)0378

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 192kWORD 68k
Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2020 - Βρυξέλλες
Στρατηγική της ΕΕ για την Ένωση Ασφάλειας
P9_TA(2020)0378B9-0421/2020

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 17ης Δεκεμβρίου 2020 σχετικά με τη στρατηγική της ΕΕ για την Ένωση Ασφάλειας (2020/2791(RSP))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και ιδίως τα άρθρα 2 και 3, καθώς και τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) και ιδίως τα άρθρα 4, 16, 67, 70-72, 75, 82-87 και 88,

–  έχοντας υπόψη τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως τα άρθρα 6, 7, 8, 11, 14, 21 και 24,

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 24ης Ιουλίου 2020, σχετικά με τη στρατηγική της ΕΕ για την Ένωση Ασφάλειας (COM(2020)0605),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 24ης Ιουλίου 2020, σχετικά με τη στρατηγική της ΕΕ για αποτελεσματικότερη καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών (COM(2020)0607),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 24ης Ιουλίου 2020, σχετικά με το σχέδιο δράσης της ΕΕ κατά της διακίνησης πυροβόλων όπλων για την περίοδο 2020-2025 (COM(2020)0608),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 24ης Ιουλίου 2020, σχετικά με το θεματολόγιο και σχέδιο δράσης της ΕΕ για τα ναρκωτικά (2021-2025) (COM(2020)0606),

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 9ης Δεκεμβρίου 2020, με τίτλο «Αντιτρομοκρατικό θεματολόγιο της ΕΕ: πρόβλεψη, πρόληψη, προστασία, απόκριση» (COM(2020)0795),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 19ης Σεπτεμβρίου 2019, σχετικά με την κατάσταση της εφαρμογής της ενωσιακής νομοθεσίας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες(1),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 10ης Ιουλίου 2020, σχετικά με μια ολοκληρωμένη πολιτική της Ένωσης για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας –το σχέδιο δράσης της Επιτροπής και άλλες πρόσφατες εξελίξεις(2),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 12ης Δεκεμβρίου 2018, σχετικά με τα πορίσματα και τις συστάσεις της ειδικής επιτροπής για την τρομοκρατία(3),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 19ης Σεπτεμβρίου 2019, σχετικά με τη σημασία της ευρωπαϊκής μνήμης για το μέλλον της Ευρώπης(4),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 19ης Ιουνίου 2020, σχετικά με τις αντιρατσιστικές διαμαρτυρίες μετά τον θάνατο του George Floyd(5),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 26ης Νοεμβρίου 2019, σχετικά με τα δικαιώματα των παιδιών επ’ ευκαιρία της 30ής επετείου της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού(6),

–  έχοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), της 6ης Οκτωβρίου 2020, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-511/18 La Quadrature du Net και άλλοι, C-512/18 French Data Network και άλλοι και C-520/18 Ordre des barreaux francophones et germanophone και άλλοι,

–  έχοντας υπόψη τη νομολογία του ΔΕΕ σχετικά με τη μαζική παρακολούθηση και τη διατήρηση δεδομένων,

–  έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 12ης Σεπτεμβρίου 2018, με τίτλο «Μια Ευρώπη που προστατεύει: πρωτοβουλία για την επέκταση των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στα διασυνοριακά εγκλήματα τρομοκρατίας (COM(2018)0641),

–  έχοντας υπόψη τις πρόσφατες εκθέσεις της Ευρωπόλ(7),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 132 παράγραφος 2 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση ψηφίσματος της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων,

A.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η πολιτική ασφάλειας της Ένωσης πρέπει να συνεχίζει να βασίζεται στις αξίες στις οποίες θεμελιώθηκε η ΕΕ και οι οποίες κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των αρχών της δημοκρατίας, των ατομικών ελευθεριών και του κράτους δικαίου, και στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων· λαμβάνοντας υπόψη ότι το δικαίωμα στην ασφάλεια, όπως ορίζεται στο άρθρο 6 του Χάρτη, αναφέρεται στην ασφάλεια από αδικαιολόγητες συλλήψεις, έρευνες και άλλες κρατικές επεμβάσεις· λαμβάνοντας υπόψη ότι το ευρωπαϊκό εγχείρημα βασίζεται στην ιδέα μιας ανοικτής κοινωνίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε περιορισμός της άσκησης αυτών των δικαιωμάτων και ελευθεριών πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο και να τηρεί το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών· λαμβάνοντας υπόψη ότι, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, επιτρέπεται να θεσπίζονται περιορισμοί μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού συμφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων·

B.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η νέα στρατηγική της ΕΕ για την Ένωση Ασφάλειας θα πρέπει να παρέχει τις κατάλληλες απαντήσεις για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των υφιστάμενων και αναδυόμενων προκλήσεων σε ένα ταχέως μεταβαλλόμενο ευρωπαϊκό τοπίο των απειλών κατά της ασφάλειας· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή έχει ορίσει ως κύριες προκλήσεις το κυβερνοέγκλημα, συμπεριλαμβανομένης της υποκλοπής ταυτότητας, και την κυβερνοασφάλεια, τις υβριδικές επιθέσεις, την παραπληροφόρηση, τις τρομοκρατικές επιθέσεις και το οργανωμένο έγκλημα, από την εμπορία ανθρώπων έως την εμπορία πυροβόλων όπλων, την εμπορία και διακίνηση ναρκωτικών και το χρηματοοικονομικό, οικονομικό και περιβαλλοντικό έγκλημα·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2019 σημειώθηκε πτωτική τάση στον αριθμό των τρομοκρατικών επιθέσεων στην ΕΕ, αλλά η ΕΕ βίωσε πρόσφατα τρεις νέες τρομοκρατικές επιθέσεις· λαμβάνοντας υπόψη ότι ορισμένες επιθέσεις που διαπράχθηκαν από ακροδεξιούς εξτρεμιστές δεν αναγνωρίστηκαν επίσημα ως τρομοκρατικές επιθέσεις(8)· λαμβάνοντας υπόψη ότι η απειλή της τζιχαντιστικής τρομοκρατίας εξακολουθεί να είναι μεγάλη και ότι η απειλή της ακροδεξιάς τρομοκρατίας αυξάνεται τα τελευταία έτη· λαμβάνοντας υπόψη ότι η απειλή της ακροαριστερής τρομοκρατίας εξακολουθεί να εκδηλώνεται σε ορισμένα κράτη μέλη· λαμβάνοντας υπόψη ότι η τρομοκρατία, σε όλες τις μορφές και εκδηλώσεις της, πρέπει να καταδικαστεί και να αντιμετωπιστεί· λαμβάνοντας υπόψη ότι το διαδίκτυο είναι ένα από τα μέσα που χρησιμοποιούν περισσότερο οι τρομοκρατικές οργανώσεις για τη διάδοση τρομοκρατικού περιεχομένου(9), τη στρατολόγηση νέων μελών και την υποκίνηση βίας·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με έκθεση της Επιτροπής που δημοσιεύθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 2020(10), έχουν αναφερθεί σημαντικά κενά στην εφαρμογή της οδηγίας (ΕΕ) 2017/541(11) στην πλειονότητα των κρατών μελών·

E.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στην Ευρώπη εξακολουθούν να αναδύονται νέες μορφές οργανωμένης εγκληματικής δραστηριότητας, οι οποίες εκμεταλλεύονται τις μεταβαλλόμενες κοινωνικές ευπάθειες, ενώ οι περισσότερες ομάδες οργανωμένου εγκλήματος εμπλέκονται σε πολλαπλές εγκληματικές δραστηριότητες· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα κέρδη των ομάδων οργανωμένου εγκλήματος στην ΕΕ εκτιμώνται σε 110 δισεκατομμύρια EUR ετησίως, αλλά μόνο το 1 % αυτών των κερδών κατάσχεται(12)· λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχει ισχυρή σύνδεση μεταξύ του οργανωμένου εγκλήματος και της διαφθοράς·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2019 η Επιτροπή κίνησε διαδικασίες επί παραβάσει κατά 23 κρατών μελών για μη συμμόρφωση με την οδηγία 2011/93/ΕΕ, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας(13)· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα κράτη μέλη έχουν σημειώσει πρόοδο στην εφαρμογή της οδηγίας αλλά ότι εξακολουθούν να υπάρχουν προκλήσεις, ιδίως όσον αφορά την πρόληψη, το ποινικό δίκαιο, καθώς και την προστασία, τη στήριξη και τη συνδρομή των θυμάτων· λαμβάνοντας υπόψη ότι ο διαδικτυακός σεξουαλικός εξαναγκασμός και ο εκβιασμός παιδιών, καθώς και η σεξουαλική εκμετάλλευση βάσει υλικού σεξουαλικού χαρακτήρα που παράγεται από τα ίδια τα παιδιά, διευκολύνονται από την ευρεία διαθεσιμότητα επιγραμμικών συσκευών· λαμβάνοντας υπόψη ότι όλο και περισσότερα παιδιά και έφηβοι πέφτουν θύματα διαδικτυακής αθέμιτης προσέγγισης·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η σεξουαλική εκμετάλλευση εξακολουθεί να αποτελεί το πιο διαδεδομένο κίνητρο για την εμπορία ανθρώπων στην ΕΕ, ενώ έχει καταγραφεί αύξηση της εμπορίας ανθρώπων για εργασιακή εκμετάλλευση σε αρκετά κράτη μέλη(14)· λαμβάνοντας υπόψη ότι ο αριθμός των καταδικαστικών αποφάσεων και των διώξεων παραμένει χαμηλός σε σχέση με τον αναφερόμενο αριθμό θυμάτων· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ψηφιακές τεχνολογίες, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και οι διαδικτυακές υπηρεσίες αποτελούν σημαντικά εργαλεία που χρησιμοποιούνται για την προσέλκυση θυμάτων εμπορίας ανθρώπων·

H.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με εκθέσεις του Ευρωπαϊκού Κέντρου Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας (ΕΚΠΝΤ) και της Ευρωπόλ, η αγορά παράνομων ναρκωτικών στην ΕΕ, η οποία γίνεται όλο και πιο περίπλοκη, ευέλικτη και καινοτόμος, έχει εκτιμώμενη αξία λιανικής πώλησης περίπου 30 δισεκατομμυρίων EUR ετησίως, η δε διακίνηση παράνομων ναρκωτικών αποτελεί σημαντική πηγή εσόδων για ομάδες οργανωμένου εγκλήματος, οι οποίες μπορεί να έχουν δεσμούς με άλλες παράνομες δραστηριότητες και τρομοκρατία· λαμβάνοντας υπόψη ότι η παράνομη διακίνηση ναρκωτικών καθίσταται κινητήρια δύναμη για την αύξηση της βίας και της διαφθοράς και μπορεί να έχει ευρείες αρνητικές επιπτώσεις στην κοινωνία· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι θάνατοι που συνδέονται με τα ναρκωτικά στην Ευρώπη φαίνεται να είναι σταθεροί στους περισσότερους από 9 000 θανάτους κάθε χρόνο(15) και ότι η χρήση ναρκωτικών εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό ζήτημα δημόσιας υγείας·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2019 η Ευρωπόλ συνέχισε να παρέχει στα κράτη μέλη επιχειρησιακή ανάλυση και επεξεργασία των συνεισφορών, καθώς και προορατική στήριξη στις έρευνες με μεγάλη προβολή οι οποίες καλύπτουν τους τρεις τομείς που συνιστούν συνεχή απειλή για την εσωτερική ασφάλεια της Ένωσης, και συγκεκριμένα το κυβερνοέγκλημα, το σοβαρό και οργανωμένο έγκλημα και την τρομοκρατία·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το 2019, το δίκτυο Prüm διέθετε περισσότερα από 9,2 εκατομμύρια προφίλ DNA διαθέσιμα προς σύγκριση από τις βάσεις δεδομένων όλων των κρατών μελών και ότι πραγματοποιήθηκαν περισσότερες από 2,2 εκατομμύρια αναζητήσεις DNA κατά το έτος αυτό· λαμβάνοντας επίσης υπόψη ότι το 2019 πραγματοποιήθηκαν σχεδόν 400 000 αναζητήσεις δακτυλικών αποτυπωμάτων που οδήγησαν σε 10 000 επαληθευμένα αποτελέσματα, καθώς και περισσότερες από 16 εκατομμύρια αναζητήσεις δεδομένων σχετικά με άδειες κυκλοφορίας οχημάτων(16)·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις είναι ένα από τα θεμέλια του ενωσιακού χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης της Ένωσης και βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών διαταγών και αποφάσεων· λαμβάνοντας υπόψη ότι η αμοιβαία αναγνώριση πρέπει να βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών· λαμβάνοντας υπόψη ότι διερεύνηση των περισσότερων εγκλημάτων περιλαμβάνει δεδομένα τα οποία αποθηκεύονται ηλεκτρονικά (ψηφιακά πειστήρια)· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αρμόδιες αρχές αντιμετωπίζουν συχνά πρακτικές δυσκολίες στην απόκτηση των σχετικών δεδομένων από παρόχους υπηρεσιών στο πλαίσιο διασυνοριακών ερευνών λόγω της αναποτελεσματικότητας των υφιστάμενων μέσων, όπως οι συμφωνίες αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής και η ευρωπαϊκή εντολή έρευνας· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι υφιστάμενες διαδικασίες μπορεί να είναι χρονοβόρες και συχνά τα σχετικά δεδομένα έχουν διαγραφεί τη στιγμή που η αίτηση παραλαμβάνεται από τον πάροχο υπηρεσιών· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι συννομοθέτες εξετάζουν επί του παρόντος μια δέσμη νομοθετικών μέτρων για τα ψηφιακά πειστήρια·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η εφαρμογή της οδηγίας για τις δικονομικές εγγυήσεις(17), σκοπός της οποίας ήταν να διασφαλιστεί ο δίκαιος χαρακτήρας των ποινικών διαδικασιών, δεν είναι ικανοποιητική, με αποτέλεσμα να θίγεται η αμοιβαία εμπιστοσύνη και η συνεργασία μεταξύ των δικαστικών αρχών·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το ΔΕΕ έχει αποφασίσει επανειλημμένα ότι η γενικευμένη διατήρηση δεδομένων και η μαζική παρακολούθηση των ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή των δεδομένων μετακινήσεων δεν συνάδει με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων· λαμβάνοντας υπόψη ότι, στην απόφασή του στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-511/18, C-512/18 και C520/18, το ΔΕΕ επιβεβαίωσε τη νομολογία της Tele2, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι επιτρέπεται μόνο η στοχευμένη διατήρηση δεδομένων που περιορίζονται σε συγκεκριμένα πρόσωπα ή σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή· λαμβάνοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο, ωστόσο, διευκρίνισε ότι οι διευθύνσεις IP που αποδίδονται από τον πάροχο στους χρήστες στην πηγή μιας επικοινωνίας μπορούν να υπόκεινται σε γενική και χωρίς διάκριση διατήρηση με σκοπό την καταπολέμηση σοβαρών εγκλημάτων και σοβαρών απειλών κατά της δημόσιας ασφάλειας, με την επιφύλαξη αυστηρών διασφαλίσεων·

ΙΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η εφαρμογή της οδηγίας για τα δικαιώματα των θυμάτων(18) δεν υπήρξε ικανοποιητική, ιδίως λόγω ελλιπούς και/ή εσφαλμένης μεταφοράς(19)·

ΙΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η κρίση της COVID-19 έχει επιδεινώσει σημαντικά την κατάσταση όσον αφορά ορισμένα εγκλήματα, όπως η παραγωγή και διανομή υλικού σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών στο διαδίκτυο, καθώς, σύμφωνα με εκθέσεις, εκτιμάται ότι η παραγωγή και διανομή τέτοιου υλικού έχει αυξηθεί κατά 25 % σε ορισμένα κράτη μέλη· λαμβάνοντας υπόψη ότι το 70 % έως το 85 % των παιδιών που έχουν υποστεί κακοποίηση γνωρίζουν τον κακοποιητή τους και ότι η συντριπτική πλειονότητα των παιδιών έπεσαν θύματα ατόμων που εμπιστεύονταν· λαμβάνοντας υπόψη ότι η ενδοοικογενειακή βία, ιδίως κατά των γυναικών και των παιδιών, έχει αυξηθεί σημαντικά την περίοδο αυτή· λαμβάνοντας υπόψη ότι η πανδημία έχει αποδεδειγμένα σημαντικό αντίκτυπο στο τοπίο του σοβαρού και οργανωμένου εγκλήματος σε ολόκληρη την Ευρώπη, σε τομείς όπως το κυβερνοέγκλημα, η παραποίηση προϊόντων και το οργανωμένο έγκλημα κατά της ιδιοκτησίας(20)· λαμβάνοντας υπόψη ότι η κρίση προκαλεί καθυστερήσεις και παρεμποδίζει την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, τη συνδρομή και τη στήριξη, ενώ επίσης επιδεινώνει τις συνθήκες στις φυλακές· λαμβάνοντας υπόψη ότι η κρίση έχει επιδεινώσει την κατάσταση των μεταναστών, καθιστώντας τους πιο ευάλωτους στην κακοποίηση από εγκληματίες, και έχει προκαλέσει μετατόπιση των οδών διακίνησης·

1.  επικροτεί τη δημοσίευση της νέας στρατηγικής της ΕΕ για την Ένωση Ασφάλειας και επισημαίνει την ανάγκη να εφαρμόζεται αποτελεσματικά και να αξιολογείται η υφιστάμενη νομοθεσία της ΕΕ στον τομέα· συμφωνεί με την Επιτροπή ότι, όπου εντοπίζονται κενά στο κανονιστικό πλαίσιο και στο πλαίσιο επιβολής, απαιτείται επακολούθηση με τη μορφή νομοθετικών και μη νομοθετικών πρωτοβουλιών· τονίζει, επιπλέον, ότι τα μέτρα στο πλαίσιο της στρατηγικής για την Ένωση Ασφάλειας πρέπει να είναι επαρκώς ευέλικτα ώστε να ανταποκρίνονται στις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες και στις αλλαγές των μεθόδων λειτουργίας των εγκληματικών οργανώσεων·

2.  τονίζει ότι κάθε νέα νομοθετική πρόταση πρέπει να συνοδεύεται από διεξοδική και πλήρη εκτίμηση επιπτώσεων, μεταξύ άλλων όσον αφορά τον αντίκτυπο στα θεμελιώδη δικαιώματα και τους κινδύνους διακρίσεων· τονίζει τον καίριο ρόλο του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (FRA) όσον αφορά την αξιολόγηση του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων·

3.  τονίζει ότι η τρομοκρατία, ανεξάρτητα από τη φύση της, έχει σκοπό να απειλήσει τις δημοκρατικές κοινωνίες στην Ευρώπη και στοχεύει τις ευρωπαϊκές αξίες· εκφράζει τη λύπη του για τον μεγάλο αριθμό θυμάτων, ιδίως των τζιχαντιστικών επιθέσεων και του ακροδεξιού εξτρεμισμού, κατά τα τελευταία έτη· τονίζει το σημαντικό έργο των αρχών επιβολής του νόμου, οι οποίες έχουν συμβάλει στην αποτροπή πολλών επιθέσεων· σημειώνει, ωστόσο, ότι η τρομοκρατική απειλή στην ΕΕ παραμένει υψηλή· προτρέπει την Επιτροπή να διασφαλίσει την πλήρη και άμεση εφαρμογή της οδηγίας (ΕΕ) 2017/541 σχετικά με την καταπολέμηση της τρομοκρατίας σε όλα τα κράτη μέλη· επιδοκιμάζει το νέο αντιτρομοκρατικό θεματολόγιο της ΕΕ, που πρότεινε η Επιτροπή στις 9 Δεκεμβρίου 2020 και που προωθεί μια κοινή προσέγγιση με βάση τις υφιστάμενες εργασίες και τις νέες πρωτοβουλίες που αναφέρονται για την πρόβλεψη, την πρόληψη, την προστασία και την αντιμετώπιση για την αντιμετώπιση σε τρομοκρατικές απειλές, οι οποίες βασίζονται σε διάφορους παράγοντες, όπως αυτούς που αναφέρονται στις εκθέσεις TE-SAT της Ευρωπόλ· πιστεύει ότι τα μέτρα και οι δράσεις που αναφέρονται σε αυτό, και ιδίως όσα σχετίζονται με τον συντονισμό, την εντατικοποίηση της συνεργασίας σε εθνικό, περιφερειακό και διεθνές επίπεδο και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών, τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την καταπολέμηση της ριζοσπαστικοποίησης εντός και εκτός διαδικτύου, την πρόληψη και την εκπαίδευση, την καταπολέμηση της ρητορικής μίσους, του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας, καθώς και την προστασία, συνδρομή και στήριξη των θυμάτων της τρομοκρατίας, θα συμβάλουν στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της τρομοκρατικής απειλής στο μέλλον·

4.  καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν μια ολιστική προσέγγιση για την πρόληψη και την καταπολέμηση της ριζοσπαστικοποίησης, η οποία θα πρέπει να συνδυάζει τις πολιτικές για την ασφάλεια και την εκπαίδευση, τις κοινωνικές και πολιτισμικές πολιτικές, καθώς και τις πολιτικές κατά των διακρίσεων και να περιλαμβάνει όλους τους σχετικούς συμφεροντούχους, συμπεριλαμβανομένου του δικτύου για την ευαισθητοποίηση σχετικά με τη ριζοσπαστικοποίηση (RAN), κοινοτικών πρωτοβουλιών σε επίπεδο βάσης και κοινοτικής εργασίας στη βάση, τοπικής αστυνόμευσης, γλωσσικής και αξιακής ενσωμάτωσης και διά βίου μάθησης· καλεί εκ νέου την Επιτροπή να αξιοποιεί αποτελεσματικότερα τα κονδύλια της ΕΕ για τον σκοπό αυτόν και να αναπτύξει μεθοδολογίες για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των σχετικών προγραμμάτων·

5.  τονίζει ότι η εκπαίδευση, μεταξύ άλλων η ανάπτυξη κριτικής σκέψης, δεξιοτήτων για ασφάλεια στο διαδίκτυο και βασικών δεξιοτήτων κυβερνοασφάλειας, έχει κρίσιμη σημασία για τη μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη πρόληψη και τη μείωση της ριζοσπαστικοποίησης και της στέρησης δικαιωμάτων, που οδηγεί σε εγκληματική δραστηριότητα·

6.  επαναλαμβάνει ότι, αν και δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας, το τρομοκρατικό περιεχόμενο στο διαδίκτυο έχει αποδειχθεί ότι έχει καταλυτικό ρόλο για τη ριζοσπαστικοποίηση ατόμων, ιδίως νέων, ορισμένα από τα οποία έχουν διαπράξει τρομοκρατικά εγκλήματα όπως ορίζονται στην οδηγία (ΕΕ) 2017/541· θεωρεί ότι η καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων είναι κρίσιμης σημασίας για την αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτιών της ριζοσπαστικοποίησης· τονίζει την ανάγκη για ταχεία ταυτοποίηση και πλήρη αφαίρεση τρομοκρατικού περιεχομένου στο διαδίκτυο βάσει σαφών νομικών διατάξεων, συμπεριλαμβανομένης της επανεξέτασης από άνθρωπο και κατάλληλων και ισχυρών διασφαλίσεων για τη διασφάλιση του πλήρους σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των συνταγματικών προτύπων· υπογραμμίζει ότι, αν και έχει σημειωθεί κάποια πρόοδος στο θέμα αυτό, οι εταιρείες πρέπει να συμμετέχουν πολύ περισσότερο στη διαδικασία αυτή· ζητεί να θεσπιστούν διαφανείς μηχανισμοί οι οποίοι θα καθιστούν δυνατό τον εντοπισμό και την ταχεία καταγγελία του τρομοκρατικού περιεχομένου στο διαδίκτυο και θα δίνουν στους πολίτες τη δυνατότητα να επισημαίνουν τέτοιου είδους περιεχόμενο· θεωρεί ότι η πρόταση κανονισμού για την πρόληψη της διάδοσης τρομοκρατικού περιεχομένου στο διαδίκτυο(21) που συμφωνήθηκε πρόσφατα μεταξύ Κοινοβουλίου και Συμβουλίου αποτελεί σημαντικό μέσο στο πλαίσιο αυτό και ζητεί την πλήρη εφαρμογή της μόλις αρχίσει να ισχύει· τονίζει την ανάγκη ενίσχυσης των ικανοτήτων της Μονάδας της ΕΕ για την αναφορά διαδικτυακού περιεχομένου (EU IRU) της Ευρωπόλ·

7.  υπενθυμίζει ότι η θρησκευτική ελευθερία και η ελευθερία της έκφρασης αποτελούν θεμελιώδη δικαιώματα, τα οποία κατοχυρώνονται στα άρθρα 10 και 11 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης· καλεί την ΕΕ και τα κράτη μέλη της να προασπίζονται τα εν λόγω θεμελιώδη δικαιώματα υπό το πρίσμα των πρόσφατων τρομοκρατικών επιθέσεων οι οποίες είχαν θρησκευτικά κίνητρα·

8.  επικροτεί το θεματολόγιο για την αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος, που ανακοίνωσε η Επιτροπή· επαναλαμβάνει τις προηγούμενες εκκλήσεις του για αναθεώρηση της απόφασης-πλαισίου 2008/841/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 2008, για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος(22) και την ανάγκη θέσπισης κοινού ορισμού του οργανωμένου εγκλήματος· θεωρεί ότι αυτός ο κοινός ορισμός θα πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη τη χρήση βίας, διαφθοράς ή εκφοβισμού από εγκληματικές ομάδες για την απόκτηση ελέγχου οικονομικών δραστηριοτήτων ή δημόσιων συμβάσεων ή για την άσκηση επιρροής σε δημοκρατικές διαδικασίες· πιστεύει ότι οι ομάδες οργανωμένου εγκλήματος μπορούν να εξαρθρωθούν αποτελεσματικότερα εάν στερηθούν τα κέρδη που αποκομίζουν από το έγκλημα· τονίζει, στο πλαίσιο αυτό, την ανάγκη λήψης περαιτέρω μέτρων για τη δέσμευση και τη δήμευση περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων που δεν βασίζονται σε καταδίκη, και καλεί τα κράτη μέλη να εντείνουν τη συνεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών στο πλαίσιο αυτό· παρατηρεί ότι δεν θα πρέπει να παραβλέπονται αναδυόμενες εγκληματικές δραστηριότητες, όπως το περιβαλλοντικό έγκλημα, το οργανωμένο έγκλημα κατά της ιδιοκτησίας ή η εμπορία πολιτισμικών αγαθών, καθώς συχνά παρέχουν χρηματοδότηση για άλλες εγκληματικές δραστηριότητες·

9.  χαιρετίζει την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 7ης Μαΐου 2020, σχετικά με σχέδιο δράσης για ολοκληρωμένη ενωσιακή πολιτική με σκοπό την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, όπου ορίζονται περαιτέρω βελτιώσεις στην απόκριση της ΕΕ σε αυτά τα εγκλήματα, ιδίως όσον αφορά την επιβολή και την εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας· επαναλαμβάνει την ανάγκη για καλύτερη συνεργασία μεταξύ των διοικητικών και δικαστικών αρχών και των αρχών επιβολής του νόμου εντός της ΕΕ, και ιδίως των μονάδων χρηματοοικονομικών πληροφοριών (ΜΧΠ) των κρατών μελών, μεταξύ άλλων μέσω του FIU.net· πιστεύει ότι θα πρέπει να αυξηθεί η προβολή των σημερινών μοντέλων συνεργασίας στον τομέα της ασφάλειας, όπως είναι η Ευρωπαϊκή Πολυκλαδική Πλατφόρμα κατά των Εγκληματικών Απειλών (EMPACT)· πιστεύει ότι η ΕΕ θα πρέπει να διαδραματίσει ηγετικό ρόλο σε απαραίτητες μεταρρυθμίσεις της ομάδας χρηματοοικονομικής δράσης (FATF)· πιστεύει ότι η οδηγία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες πρέπει να αξιολογηθεί ενδελεχώς και, εάν είναι απαραίτητο, να αναθεωρηθεί·

10.  επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς τα θεσμικά όργανα και τα κράτη μέλη της ΕΕ να καταπολεμήσουν με αποφασιστικότητα τη συστημική διαφθορά και να σχεδιάσουν αποτελεσματικά μέσα για την πρόληψη, την καταπολέμηση και την επιβολή κυρώσεων κατά της διαφθοράς και την καταπολέμηση της απάτης, και να παρακολουθούν σε τακτική βάση τη χρήση των δημόσιων κονδυλίων· καλεί, ως εκ τούτου, την Επιτροπή να αρχίσει και πάλι άμεσα την ετήσια παρακολούθηση και υποβολή εκθέσεων σχετικά με την καταπολέμηση της διαφθοράς, που θα πρέπει να καλύπτει όλα τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα, τους οργανισμούς και τα λοιπά όργανα της ΕΕ· τονίζει, επομένως, ότι πρέπει να αποτραπεί αποτελεσματικά η διαφθορά και η απάτη από ομάδες οργανωμένου εγκλήματος στη χρηματοδότηση της ΕΕ στο πλαίσιο του νέου ΠΔΠ και του σχεδίου ανάκαμψης·

11.  υπενθυμίζει ότι τα κράτη μέλη με προγράμματα χορήγησης άδειας διαμονής ή ιθαγένειας ως αντάλλαγμα για επενδύσεις συχνά διευκολύνουν τη διαφθορά και τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, και, συνεπώς, εισάγουν κινδύνους στην Ένωση· εκφράζει την ικανοποίησή του για τις διαδικασίες επί παραβάσει που κίνησε η Επιτροπή(23) ως προς το θέμα αυτό· καλεί εκ νέου την Επιτροπή να αξιοποιήσει πλήρως το δικαίωμα νομοθετικής πρωτοβουλίας και να υποβάλει νομοθετική πρόταση για την απαγόρευση ή τη ρύθμιση των εν λόγω προγραμμάτων·

12.  τονίζει την ανάγκη να ενταθούν οι προσπάθειες σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο για την αντιμετώπιση του εξελισσόμενου φαινομένου της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών εντός και εκτός διαδικτύου, μεταξύ άλλων για την πρόληψη, τον εντοπισμό και την καταγγελία σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών και για την αφαίρεση υλικού σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών από το διαδίκτυο, καθώς και για τη βελτίωση της έρευνας και της δίωξης σχετικών αδικημάτων· λαμβάνει υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 24ης Ιουλίου 2020, σχετικά με τη στρατηγική της ΕΕ για αποτελεσματικότερη καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών· λαμβάνει επίσης υπό σημείωση την πρόθεση της Επιτροπής να υποβάλει μια νέα ολοκληρωμένη νομοθετική πρόταση που θα απαιτεί από τους παρόχους υπηρεσιών να εντοπίζουν και να αναφέρουν τη σεξουαλική κακοποίηση παιδιών στο διαδίκτυο, πριν από τον Ιούνιο 2021· αναμένει ότι η πρόταση αυτή θα συμμορφώνεται πλήρως με τα θεμελιώδη δικαιώματα και θα συνοδεύεται από ενδελεχή εκτίμηση επιπτώσεων·

13.  τονίζει ότι τα μέτρα αυτά πρέπει να συνοδεύονται από μια εκστρατεία ευαισθητοποίησης του κοινού, σχεδιασμένη σε στενή συνεργασία με όλους τους συμφεροντούχους, μεταξύ των οποίων οργανώσεις για τα δικαιώματα των παιδιών, η οποία θα εκπαιδεύσει τα παιδιά, τους γονείς και τους δασκάλους για τους κινδύνους στο διαδίκτυο· ζητεί την καλύτερη προστασία των παιδιών στο διαδίκτυο, μεταξύ άλλων των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικότητάς τους, και ζητεί από τα κράτη μέλη να υποστηρίζουν υφιστάμενα δίκτυα και εκστρατείες που δραστηριοποιούνται στον τομέα·

14.  καλεί τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν πλήρως την οδηγία 2011/93/ΕΕ και να προσφέρουν κατάλληλους ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους ώστε να εφαρμοστεί πλήρως και επειγόντως η εν λόγω οδηγία· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι ο ποινικός κώδικας σε πολλά κράτη μέλη προβλέπει πολύ χαμηλές ποινές για την τέλεση σεξουαλικών δραστηριοτήτων με παιδί, οι οποίες δεν λειτουργούν ως αποτελεσματικό αποτρεπτικό μέσο(24)· καλεί τα κράτη μέλη να επανεκτιμήσουν τις εν λόγω ποινές και να προβούν στις απαραίτητες νομοθετικές αλλαγές για να ευθυγραμμίσουν άμεσα το νομοθετικό τους κώδικα με τις διατάξεις της οδηγίας 2011/93/ΕΕ· προτρέπει την Επιτροπή να αξιολογήσει κατά πόσον η οδηγία αυτή πρέπει να ενισχυθεί και να συμπεριλάβει διατάξεις σχετικά με την προστασία και τη στήριξη των θυμάτων και την πρόληψη των εν λόγω αδικημάτων·

15.  υπενθυμίζει στην Επιτροπή την έκκλησή του για τον διορισμό εντεταλμένου της ΕΕ για τα δικαιώματα του παιδιού, ο οποίος θα πρέπει να λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για όλα τα θέματα και τους τομείς πολιτικής της ΕΕ που σχετίζονται με τα παιδιά· χαιρετίζει την απόφαση της Επιτροπής να συμπεριλάβει στη στρατηγική της ΕΕ της 24ης Ιουλίου 2020 για την αποτελεσματικότερη καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, τη δημιουργία ευρωπαϊκού κέντρου για την πρόληψη και την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, όπως είχε ζητηθεί από το Κοινοβούλιο στο ψήφισμά του, της 26ης Νοεμβρίου 2019 σχετικά με τα δικαιώματα των παιδιών, ως εστιακού σημείου για μια συντονισμένη ευρωπαϊκή και πολυσυμμετοχική προσέγγιση η οποία περιλαμβάνει την επιβολή του νόμου, την πρόληψη και τη συνδρομή των θυμάτων σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών·

16.  τονίζει ότι η διατερματική κρυπτογράφηση συμβάλλει στην προστασία της ιδιωτικότητας των πολιτών, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας των παιδιών στο διαδίκτυο, συμβάλλει στην ασφάλεια των συστημάτων ΤΠ, και είναι απαραίτητη, μεταξύ άλλων, στους ερευνητές δημοσιογράφους και τους καταγγέλτες που επιθυμούν να καταγγείλουν ατασθαλίες· τονίζει ότι οι «κερκόπορτες» ενδέχεται να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την ισχύ και την αποδοτικότητα της κρυπτογράφησης, και μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο κατάχρησης από εγκληματίες και εξωτερικούς κρατικούς παράγοντες εκτός ΕΕ που επιδιώκουν την αποσταθεροποίηση της κοινωνίας μας· επισημαίνει το γεγονός ότι οι εγκληματίες προσαρμόζονται γρήγορα στις νέες εξελίξεις και εκμεταλλεύονται τις αναδυόμενες τεχνολογίες για παράνομους σκοπούς· ζητεί, επομένως, από τα κράτη μέλη και τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Κατάρτιση στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (CEPOL) να παρέχουν στις αρχές επιβολής του νόμου κατάρτιση υψηλής ποιότητας σε σχετικούς τομείς· καλεί την Επιτροπή να εκτιμήσει κατά πόσον θα μπορούσε να βρεθεί μια κανονιστική λύση ώστε να καταστεί δυνατή η νόμιμη και στοχευμένη πρόσβαση των αρχών επιβολής του νόμου σε δεδομένα, σύμφωνα με τα θεμελιώδη δικαιώματα·

17.  τονίζει ότι η παραπληροφόρηση, ιδίως όταν ενισχύεται μέσω νέων τεχνολογιών όπως είναι η τεχνητή νοημοσύνη και οι βαθιά ψευδείς πληροφορίες (deep fakes), ανεξάρτητα αν χρησιμοποιούνται από κρατικούς ή μη κρατικούς φορείς, μπορεί να αποτελέσει απειλή για τη δημοκρατία και την ασφάλειά μας· καλεί την Επιτροπή να αναδείξει την καταπολέμηση της παραπληροφόρησης σε αναπόσπαστο πυλώνα της στρατηγικής μας για την Ένωση Ασφάλειας, μεταξύ άλλων μέσω της παροχής επαρκούς χρηματοδότησης· λαμβάνει υπό σημείωση το ευρωπαϊκό σχέδιο δράσης για τη δημοκρατία, το οποίο αντιμετωπίζει την πρόκληση της παραπληροφόρησης ως δυνητική απειλή για την εσωτερική ασφάλεια· υπενθυμίζει τη σημασία των εκστρατειών ευαισθητοποίησης για την ενημέρωση των πολιτών σχετικά με το γεγονός ότι χρησιμοποιούνται τέτοιες τεχνικές παραπληροφόρησης·

18.  αναγνωρίζει ότι η αντιμετώπιση υβριδικών απειλών, οι οποίες αποσκοπούν στην αποδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής και την υπονόμευση της εμπιστοσύνης στα θεσμικά όργανα, και η ενίσχυση της ανθεκτικότητας της ΕΕ αποτελούν σημαντικό στοιχείο της στρατηγικής για την Ένωση Ασφάλειας· τονίζει, στο πλαίσιο αυτό, την ανάγκη για ισχυρότερη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και για καλύτερο συντονισμό σε επίπεδο ΕΕ, μεταξύ όλων των φορέων, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι εν λόγω απειλές· επικροτεί τα βασικά μέτρα για την αντιμετώπιση υβριδικών απειλών που θέσπισε η Επιτροπή και τονίζει την ανάγκη να ενσωματωθούν οι υβριδικές πτυχές στην ευρύτερη διαδικασία χάραξης πολιτικής·

19.  τονίζει ότι οι νέες και εξελισσόμενες τεχνολογίες διεισδύουν σε κάθε πτυχή της ασφάλειας και δημιουργούν νέες προκλήσεις και απειλές για την ασφάλεια· τονίζει τη σημασία των ασφαλών υποδομών ζωτικής σημασίας, συμπεριλαμβανομένων των ψηφιακών υποδομών και των υποδομών επικοινωνίας· καλεί την Επιτροπή να προγραμματίσει προορατικά την έρευνα, ανάπτυξη και χρήση νέων τεχνολογιών για τη διασφάλιση της εσωτερικής ασφάλειας της ΕΕ, με πλήρη σεβασμό προς τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ευρωπαϊκές αξίες· υπογραμμίζει ότι η ΕΕ δεν πρέπει να χρηματοδοτεί τεχνολογίες που παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα·

20.  τονίζει ότι οι υποδομές 5G αποτελούν στρατηγική συνιστώσα της μελλοντικής ευρωπαϊκής ασφάλειας και βασική συνιστώσα της ευρωπαϊκής στρατηγικής ανθεκτικότητας· καλεί την Επιτροπή να καταρτίσει ένα σχέδιο για την οικοδόμηση ευρωπαϊκού δικτύου 5G, μεταξύ άλλων τη χρηματοδότηση της ανάπτυξής του στην Ευρώπη και ένα σχέδιο για τη σταδιακή κατάργηση και την αντικατάσταση της τεχνολογίας 5G από τρίτες χώρες οι οποίες δεν τηρούν τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ευρωπαϊκές αξίες·

21.  σημειώνει ότι η οργανωμένη παράνομη διακίνηση εγκληματιών συνδέεται συχνά με άλλες μορφές οργανωμένου εγκλήματος· εκφράζει την προσδοκία ότι το σχέδιο δράσης της ΕΕ κατά της παράνομης διακίνησης μεταναστών για την περίοδο 2021-2025 θα περιέχει προτάσεις για δράσεις με σκοπό τη βελτίωση της ικανότητας πρόληψης, εντοπισμού, διερεύνησης και δίωξης των δικτύων παράνομης διακίνησης εγκληματιών· θεωρεί ότι, μεταξύ των βασικών πτυχών του, το σχέδιο δράσης θα πρέπει να καλύπτει τη χρήση πλατφορμών μέσων κοινωνικής δικτύωσης και διαδικτυακών μηνυμάτων τις οποίες χρησιμοποιούν οι διακινητές για τη διαφήμιση των υπηρεσιών τους και την προσέλκυση πελατών· πιστεύει ότι θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στους ασυνόδευτους ανηλίκους, οι οποίοι αποτελούν μια εξαιρετικά ευάλωτη ομάδα και αντιμετωπίζουν διάφορους κινδύνους, μεταξύ άλλων βία, κακοποίηση και εκμετάλλευση, κατά μήκος των μεταναστευτικών οδών προς την ΕΕ και εντός αυτής(25)· λαμβάνει υπό σημείωση τον ρόλο των οργανισμών και οντοτήτων της ΕΕ, ιδίως του Κέντρου κατά της Παράνομης Διακίνησης Μεταναστών (EMSC) της Ευρωπόλ· καλεί τα κράτη μέλη να συμμορφώνονται με το διεθνές δίκαιο όταν εξετάζουν περιπτώσεις ανθρωπιστικής βοήθειας προς άτομα που βρίσκονται σε κίνδυνο στη θάλασσα, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής του 2020·

22.  χαιρετίζει την έγκριση του σχεδίου δράσης της ΕΕ κατά της διακίνησης πυροβόλων όπλων για την περίοδο 2020-2025, το οποίο περιλαμβάνει κατάλληλους δείκτες και διατάξεις περί υποβολής στοιχείων και καλύπτει τους εταίρους της Νοτιοανατολικής Ευρώπης (Δυτικά Βαλκάνια, Μολδαβία και Ουκρανία), παράλληλα με την ενίσχυση της συνεργασίας με χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής· χαιρετίζει την πρόθεση της Επιτροπής να καθιερώσει τη συστηματική και εναρμονισμένη συλλογή δεδομένων για τις κατασχέσεις πυροβόλων όπλων·

23.  ζητεί να εφαρμοστούν άμεσα οι προπαρασκευαστικές ενέργειες που πρότεινε το Κοινοβούλιο σχετικά με τη μόνιμη παρακολούθηση του σκοτεινού δικτύου σε επίπεδο ΕΕ και καλεί τα κράτη μέλη και την Επιτροπή να εξετάσουν και άλλες ενέργειες για την πρόληψη της εμπορίας πυροβόλων όπλων στο σκοτεινό δίκτυο·

24.  εκφράζει την ικανοποίησή του για την πρόταση της Επιτροπής να επιβεβαιώσει τη δέσμευση της Ένωσης και των κρατών μελών για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των πολιτών από απειλές που σχετίζονται με τα ναρκωτικά μέσω της έγκρισης ενός νέου θεματολογίου της ΕΕ για τα ναρκωτικά για την επόμενη πενταετία· φρονεί ότι η πολιτική της Ένωσης για τα ναρκωτικά πρέπει να συνεχίσει να επιδιώκει μια ολοκληρωμένη, ισορροπημένη, πολυκλαδική και τεκμηριωμένη προσέγγιση με βάση τα ανθρώπινα δικαιώματα και να βρίσκεται σε στενό συντονισμό με την εξωτερική δράση της Ένωσης· επιμένει ότι η δράση της Ένωσης στον τομέα των παράνομων ναρκωτικών θα πρέπει να αποδίδει προσοχή και να διαθέτει πόρους ισοβαρώς τόσο ως προς την πλευρά της προσφοράς όσο και ως προς την πλευρά της ζήτησης σε σχέση με το φαινόμενο, ζητεί δε στο σχέδιο δράσης της ΕΕ να δοθεί αυξημένη έμφαση στην αποκατάσταση και την πρόληψη, μεταξύ άλλων μέσω εκστρατειών ευαισθητοποίησης του κοινού με ειδική εστίαση σε παιδιά και νέους·

25.  υποστηρίζει τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών και άλλων σχετικών ενδιαφερόμενων μερών στις εν εξελίξει συζητήσεις με θέμα την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με το θεματολόγιο και σχέδιο δράσης της ΕΕ για τα ναρκωτικά για την περίοδο 2021-2025· θεωρεί ότι οι ενωσιακές και εθνικές αποκρίσεις σε προκλήσεις που σχετίζονται με τα ναρκωτικά θα πρέπει να σχεδιάζονται με την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή των ενδιαφερόμενων μερών, συμπεριλαμβανομένων των χρηστών ναρκωτικών· ζητεί να επεκταθεί η εντολή του ΕΚΠΝΤ ώστε να καλύπτει τους πολλαπλούς εθισμούς·

26.  λαμβάνει υπόψη τη νομοθετική πρόταση της Επιτροπής, της 9ης Δεκεμβρίου 2020(26) για να ενισχυθεί η εντολή της Ευρωπόλ στο πλαίσιο της αποστολής και των καθηκόντων του οργανισμού όπως ορίζονται στη Συνθήκη ώστε να της δοθεί η δυνατότητα να εκπληρώσει καλύτερα τον ρόλο της ως κόμβου ανταλλαγής πληροφοριών στον τομέα της επιβολής του νόμου και ως προς τη συνεργασία για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και του σοβαρού και οργανωμένου εγκλήματος στην ΕΕ και να παρασχεθούν στην Ευρωπόλ τα κατάλληλα εργαλεία για την αποτελεσματικότερη συνεργασία με όλους τους σχετικούς εταίρους· τονίζει ότι οι αλλαγές αυτές πρέπει να συνοδεύονται από ενισχυμένη πολιτική λογοδοσία, καθώς και από ενισχυμένο δικαστικό και κοινοβουλευτικό έλεγχο, με ιδιαίτερη έμφαση στη λογοδοσία, τη διαφάνεια και τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων· τονίζει ότι κατά την αναθεώρηση της εντολής της Ευρωπόλ, θα πρέπει το καθεστώς προστασίας δεδομένων του οργανισμού να ευθυγραμμιστεί πλήρως με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1725(27)· ζητεί να υποβληθεί η αξιολόγηση του ισχύοντος νομικού πλαισίου για την εντολή της Ευρωπόλ, όπως προβλέπεται στο άρθρο 68 του ισχύοντος κανονισμού για την Ευρωπόλ·

27.  λαμβάνει υπόψη τον ενδεχόμενο εκσυγχρονισμό του νομοθετικού πλαισίου των αποφάσεων Prüm· αναγνωρίζει τις αδυναμίες και τις δυνητικές βελτιώσεις τις οποίες έχουν εντοπίσει διάφοροι εμπειρογνώμονες και οι οποίες αποδίδονται, μεταξύ άλλων, σε ανεπαρκή ποιότητα των δεδομένων· υπενθυμίζει τη σημασία των δημόσια διαθέσιμων και αξιόπιστων δεδομένων σχετικά με τη χρήση των Prüm και καλεί την Επιτροπή να συγκεντρώσει αυτά τα δεδομένα από όλα τα συμμετέχοντα κράτη μέλη προκειμένου να αξιολογηθεί δεόντως το ισχύον πλαίσιο Prüm και να καταστεί δυνατός ο ουσιαστικός δημοκρατικός έλεγχος· ζητεί κάθε τέτοια νέα πρόταση να περιλαμβάνει την υποχρέωση των κρατών μελών να παρέχουν στην Επιτροπή τα εν λόγω δεδομένα, τα οποία πρέπει να χρησιμοποιούνται για τακτικές, δημόσια διαθέσιμες εκθέσεις επανεξέτασης· ζητεί, επιπλέον, η πρόταση να συνοδεύεται από διεξοδική εκτίμηση επιπτώσεων, η οποία να καλύπτει τις επιπτώσεις στα θεμελιώδη δικαιώματα, που θα πρέπει να καταδεικνύει κατά πόσον θα υπάρξει προστιθέμενη αξία στην αυτόματη ανταλλαγή δεδομένων, καθώς και κατά πόσον απαιτούνται πρόσθετες κατηγορίες βιομετρικών δεδομένων· τονίζει ότι κάθε νέα λύση πρέπει να σέβεται τις αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, καθώς και το κεκτημένο της ΕΕ όσον αφορά την προστασία των δεδομένων και να προβλέπει ισχυρές διασφαλίσεις για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων·

28.  τονίζει ότι η οδηγία για τις εκ των προτέρων πληροφορίες σχετικά με τους επιβάτες («οδηγία API»)(28) έχει συμβάλει σε πιο αποδοτικούς συνοριακούς ελέγχους και στην αναγνώριση ατόμων που συνιστούν απειλή για την ασφάλεια· σημειώνει την πρόθεση της Επιτροπής να προτείνει μια νέα έκδοση της οδηγίας API ώστε να συνάδει με τις διατάξεις της Συνθήκης της Λισαβόνας και το κεκτημένο για την προστασία των δεδομένων· αναμένει ότι η αναθεώρηση αυτή θα συνοδεύεται από διεξοδική εκτίμηση επιπτώσεων, λαμβάνοντας υπόψη τις επιπτώσεις στα θεμελιώδη δικαιώματα·

29.  υπενθυμίζει ότι τα τελευταία χρόνια έχουν ολοκληρωθεί σημαντικές νομοθετικές πρωτοβουλίες της ΕΕ για τον εντοπισμό εγκληματιών στα εξωτερικά της σύνορα και για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της αστυνομικής συνεργασίας με στόχο τη συμβολή σε υψηλό επίπεδο ασφάλειας εντός του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης της Ένωσης· υπενθυμίζει επίσης ότι οι πρωτοβουλίες αυτές περιλαμβάνουν μια νέα αρχιτεκτονική για τα συστήματα πληροφοριών της ΕΕ και τη διαλειτουργικότητά τους, και ότι η προσοχή θα πρέπει τώρα να επικεντρωθεί στην έγκαιρη εφαρμογή τους, με πλήρη σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων·

30.  τονίζει ότι οι επαρκείς ικανότητες για την επεξεργασία πληροφοριών από τις αρχές επιβολής του νόμου αποτελούν ουσιώδες τμήμα της συνολικής αλυσίδας προσπαθειών για την ασφάλεια στην Ένωση συνολικά· τονίζει ότι οι ανεπαρκείς ικανότητες σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη αποδυναμώνουν σοβαρά την αποτελεσματικότητα των πολιτικών ασφάλειας της ΕΕ· καλεί την Επιτροπή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, για να διασφαλίσει επαρκείς ικανότητες για την επεξεργασία πληροφοριών στα κράτη μέλη·

31.  αναγνωρίζει το έργο της Eurojust στην υποστήριξη και στον συντονισμό του έργου των εθνικών δικαστικών αρχών όσον αφορά τη διερεύνηση και τη δίωξη του διακρατικού εγκλήματος· ζητεί να ενταθούν οι προσπάθειες για την προώθηση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των δικαστικών αρχών, μεταξύ άλλων μέσω της αποτελεσματικής εφαρμογής των οδηγιών για τα δικονομικά δικαιώματα του οδικού χάρτη, και για τη διευκόλυνση και επιτάχυνση της ανταλλαγής πληροφοριών και της επικοινωνίας εντός του δικαστικού τομέα στην Ευρωπαϊκή Ένωση· τονίζει ότι η δικαστική συνεργασία σε ποινικά θέματα υστερεί όσον αφορά την ψηφιοποίηση· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να παράσχουν στις δικαστικές αρχές οικονομική στήριξη με στόχο τη διασφάλιση επαρκών αναλυτικών προτύπων και κατάλληλων ψηφιακών εργαλείων για τη διευκόλυνση και την επιτάχυνση της συνεργασίας τους, καθώς και για να καταστεί δυνατή η ασφαλής ανταλλαγή πληροφοριών· χαιρετίζει την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 2ας Δεκεμβρίου 2020, σχετικά με την ψηφιοποίηση της δικαιοσύνης στην ΕΕ, και την πρόταση κανονισμού σχετικά με ένα ηλεκτρονικό σύστημα επικοινωνίας στο πλαίσιο διασυνοριακών αστικών και ποινικών διαδικασιών (σύστημα e-CODEX)·

32.  επισημαίνει ότι η δικαστική συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και η αμοιβαία αναγνώριση των δικαστικών αποφάσεων και διαταγών θα πρέπει να βελτιωθούν, μεταξύ άλλων μέσω της έγκαιρης και ορθής εφαρμογής των μέσων δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις· τονίζει ότι ορισμένες εξελίξεις σχετικά με την κατάσταση του κράτους δικαίου σε πολλά κράτη μέλη καθιστούν δυσκολότερη αυτή την ανταλλαγή και την αστυνομική και δικαστική συνεργασία γενικότερα· τονίζει, στο πλαίσιο αυτό, ότι η αμοιβαία εμπιστοσύνη βασίζεται σε μια κοινή αντίληψη των αξιών της ΕΕ οι οποίες κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, συμπεριλαμβανομένου του κράτους δικαίου, βασικές συνιστώσες της οποίας αποτελούν η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και η καταπολέμηση της διαφθοράς·

33.  επαναλαμβάνει την έκκλησή του για ανάληψη περαιτέρω δράσης για τη βελτίωση της κατάρτισης των υπηρεσιών επιβολής του νόμου όσον αφορά στρατηγικές για την καταπολέμηση του ρατσισμού και των διακρίσεων και για την πρόληψη, την αναγνώριση και την απαγόρευση της κατάρτισης προφίλ με βάση τη φυλετική ή την εθνοτική καταγωγή και της βίας· καλεί τα κράτη μέλη να επενδύσουν σε αυτόν τον τομέα και να συνεργαστούν με τον CEPOL και το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Κατάρτισης Δικαστικών· υπογραμμίζει ότι υπάρχει διαρκής ανάγκη για κατάρτιση σχετικά με τις τάσεις στη ριζοσπαστικοποίηση, την τρομοκρατία και τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες·

34.  επικροτεί τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO)· ζητεί να διατηρηθεί η ανεξαρτησία της και να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της στις εθνικές δικαστικές διαδικασίες· εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι η Επιτροπή έχει διαπράξει σημαντική παράλειψη μη λαμβάνοντας υπόψη τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στην ενίσχυση της Ένωσης Ασφάλειάς μας: ζητεί να εκτιμηθεί το ενδεχόμενο της επέκτασης της εντολής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σύμφωνα με το άρθρο 83 ΣΛΕΕ, μόλις η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία καταστεί πλήρως λειτουργική·

35.  καλεί τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν την πλήρη και ορθή εφαρμογή της οδηγίας για τα δικαιώματα των θυμάτων, καθώς και άλλων κανόνων της ΕΕ σχετικά με τα δικαιώματα των θυμάτων· επικροτεί την έγκριση της στρατηγικής για τα δικαιώματα των θυμάτων και τη δημιουργία της θέσης του συντονιστή της Επιτροπής για τα δικαιώματα των θυμάτων· ζητεί εκ νέου να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή σε ευάλωτα θύματα και για ενδεχόμενη αποζημίωσή τους μέσω των δημευμένων και κατασχεθέντων περιουσιακών στοιχείων και εσόδων από εγκλήματα· επαναλαμβάνει την έκκλησή του για εξασφάλιση βιώσιμης χρηματοδότησης για τις υπηρεσίες υποστήριξης των θυμάτων·

36.  επαναλαμβάνει την ανάγκη για αποτελεσματική προστασία και συνδρομή των ευάλωτων θυμάτων εμπορίας ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένης της ένταξής τους στην κοινωνία, με ιδιαίτερη προσοχή στους ασυνόδευτους ανήλικους· υπογραμμίζει την ανάγκη να εκπαιδευτεί το προσωπικό επιβολής του νόμου στις ψυχολογικές πτυχές της εμπορίας ανθρώπων και να υιοθετηθεί μια προσέγγιση φιλική προς τα παιδιά και ευαίσθητη ως προς τη διάσταση του φύλου η οποία θα υλοποιεί τη νομοθεσία κατά των διακρίσεων·

37.  τονίζει ότι η ισότητα των φύλων αποτελεί καίρια πτυχή για την καταπολέμηση της ριζοσπαστικοποίησης, τη μείωση της ενδοοικογενειακής βίας και την πρόληψη της σεξουαλικής κακοποίησης και της κακοποίησης παιδιών· καλεί την Επιτροπή να συμπεριλάβει μέτρα για τη στήριξη της ισότητας των φύλων ως σημαντικό στοιχείο πρόληψης της στρατηγικής της για την ασφάλεια, και καλεί το Συμβούλιο να ενεργοποιήσει τη ρήτρα γέφυρας, εγκρίνοντας ομόφωνη απόφαση για τον προσδιορισμό της βίας κατά των γυναικών και των κοριτσιών (και άλλων μορφών έκφυλης βίας) ως έναν από τους τομείς εγκληματικότητας που ορίζονται στο άρθρο 83 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να δώσουν προτεραιότητα στην καταπολέμηση της ενδοοικογενειακής βίας παρέχοντας υπηρεσίες υποστήριξης, δημιουργώντας εξειδικευμένες μονάδες επιβολής του νόμου και διώκοντας τα εγκλήματα αυτά· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να παρουσιάσουν επικαιροποιημένα δεδομένα για το θέμα αυτό· καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να κυρώσουν τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης·

38.  εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για την έλλειψη πλήρους και έγκαιρης εφαρμογής των μέτρων ασφάλειας της ΕΕ στα κράτη μέλη· θεωρεί ότι τα μέτρα ασφάλειας πρέπει να εφαρμόζονται όχι μόνο κατά το γράμμα, αλλά και κατά το πνεύμα του νόμου· σημειώνει ότι, εάν τα μέτρα ασφάλειας δεν εφαρμόζονται συστηματικά, πλήρως και έγκαιρα, ελλοχεύει ο κίνδυνος να καταστούν άκυρα και ενδέχεται να μην οδηγήσουν σε ενίσχυση της ασφάλειας και, κατά συνέπεια, να μην πληρούν πλέον τις απαιτήσεις περί αναγκαιότητας και αναλογικότητας· καλεί την Επιτροπή να κινήσει διαδικασίες επί παραβάσει αμέσως μετά τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο ή αφότου αναγνωριστεί παράβαση·

39.  τονίζει τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζουν τα αποδεικτικά στοιχεία όσον αφορά την αποτελεσματικότητα των τρεχόντων μέτρων ασφάλειας της ΕΕ· τονίζει ότι ο βαθμός στον οποίο ο περιορισμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων μπορεί να θεωρηθεί απαραίτητος και αναλογικός εξαρτάται από την αποτελεσματικότητα των εν λόγω πολιτικών, η οποία αποδεικνύεται με δημόσια διαθέσιμα ποσοτικά και ποιοτικά στοιχεία· εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι η Επιτροπή έως τώρα έχει δημοσιοποιήσει μόνο ανεπίσημα στοιχεία σχετικά με τα μέτρα ασφάλειας, αλλά όχι ποσοτικά αποδεικτικά στοιχεία·

40.  καλεί την Επιτροπή να αξιολογεί σε τακτική βάση τις τρέχουσες πολιτικές και συμφωνίες ασφάλειας και να τις εναρμονίζει, όπου απαιτείται, με τη νομολογία του ΔΕΕ· θεωρεί ότι οι συμφωνίες για την επεξεργασία και τη διαβίβαση δεδομένων από τις καταστάσεις με τα ονόματα των επιβατών (PNR) με τις ΗΠΑ και την Αυστραλία πρέπει να τροποποιηθούν επειγόντως ώστε να συνάδουν με τη νομολογία του ΔΕΕ και θεωρεί σοβαρή παράλειψη την άρνηση της Επιτροπής να ενεργήσει εν προκειμένω·

41.  εκφράζει την ανησυχία του για την εξωτερική ανάθεση ορισμένων δραστηριοτήτων από τις υπηρεσίες επιβολής του νόμου στον ιδιωτικό τομέα και ζητεί καλύτερη εποπτεία οποιασδήποτε συνεργασίας μεταξύ του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα στον τομέα της ασφάλειας· εκφράζει δυσαρέσκεια για την έλλειψη διαφάνειας όσον αφορά τη χρηματοδότηση που χορηγεί η ΕΕ σε ιδιωτικές εταιρείες οι οποίες δημιουργούν συστήματα ασφαλείας ή τμήματα αυτών·

42.  εκφράζει έντονη ανησυχία για την ελλιπή διάθεση πόρων σε ορισμένους οργανισμούς της ΕΕ που δραστηριοποιούνται στον τομέα της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων ώστε να εκπληρώνουν πλήρως την εντολή τους· ζητεί την κατάλληλη χρηματοδότηση και στελέχωση των οργανισμών και των υπηρεσιών της ΕΕ στον τομέα της δικαιοσύνης και εσωτερικών υποθέσεων ώστε να επιτύχει η ΕΕ την υλοποίηση της στρατηγικής για την Ένωση Ασφάλειας·

43.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και την Επιτροπή.

(1) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P9_TA(2019)0022.
(2) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P9_TA(2020)0204
(3) ΕΕ C 388 της 13.11.2020, σ. 42.
(4) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P9_TA(2019)0021.
(5) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P9_TA(2020)0173
(6) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P9_TA(2019)0066.
(7) Έκθεση για την κατάσταση και τις τάσεις της τρομοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (TE-SAT) 2020, που δημοσιεύτηκε στις 23 Ιουνίου 2020· Αξιολόγηση απειλών όσον αφορά το οργανωμένο έγκλημα στο Διαδίκτυο (IOCTA) 2000, που δημοσιεύτηκε στις 5 Οκτωβρίου 2020· Εκμετάλλευση της απομόνωσης: δράστες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών στο διαδίκτυο, και τα θύματα τους, κατά την διάρκεια της πανδημίας COVID-19, που δημοσιεύτηκε στις 19 Ιουνίου 2020.
(8) Ευρωπόλ TE-SAT 2020, σ. 66.
(9) Ευρωπόλ TE-SAT 2020, σ. 24.
(10) Έκθεση της Επιτροπής της 30ής Σεπτεμβρίου 2020 με βάση το άρθρο 29 παράγραφος 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2017/541 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2017, για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας (COM(2020)0619).
(11) ΕΕ L 88 της 31.3.2017, σ. 6.
(12) Στρατηγική της ΕΕ για την Ένωση Ασφάλειας, σ. 19.
(13) ΕΕ L 335 της 17.12.2011, σ. 1.
(14) Έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής που συνοδεύει την τρίτη έκθεση σχετικά με την πρόοδο που σημειώνεται στις ενέργειες για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων (2020), όπως απαιτείται βάσει του άρθρου 20 της οδηγίας 2011/36/ΕΕ για την πρόληψη και την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων και για την προστασία των θυμάτων της, σ. 3 (SWD(2020)0226).
(15) EMCDDA, European Drug Report 2020: Trends and Developments (Ευρωπαϊκή Έκθεση για τα Ναρκωτικά 2020: Τάσεις και εξελίξεις), Σεπτέμβριος 2020, σ. 66.
(16) Deloitte Consulting & Advisory CVBA, Study on the Feasibility of Improving Information Exchange under the Prüm Decisions (Μελέτη για τη σκοπιμότητα της βελτίωσης της ανταλλαγής πληροφοριών δυνάμει των αποφάσεων Prüm), Μάιος 2020, σ. 7.
(17) ΕΕ L 132 της 21.5.2016, σ. 1.
(18) ΕΕ L 315 της 14.11.2012, σ. 57.
(19) Έκθεση της Επιτροπής, της 11ης Μαΐου 2020, σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 2012/29/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, για τη θέσπιση ελάχιστων προτύπων σχετικά με τα δικαιώματα, την υποστήριξη και την προστασία θυμάτων της εγκληματικότητας και για την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2001/220/ΔΕΥ του Συμβουλίου, σ. 9 (COM(2020)0188).
(20) Έκθεση της Ευρωπόλ, How COVID-19-related crime infected Europe during 2020 (Πώς το έγκλημα που σχετίζεται με τη νόσο COVID-19 έπληξε την Ευρώπη το 2020), 12 Νοεμβρίου 2020.
(21) COM(2018)0640.
(22) ΕΕ L 300 της 11.11.2008, σ. 42.
(23) Διαδικασίες επί παραβάσει κατά της Κύπρου και της Μάλτας, της 20ής Οκτωβρίου 2020, σχετικά με τα προγράμματα χορήγησης ιθαγένειας σε επενδυτές, τα οποία αναφέρονται επίσης ως προγράμματα «χρυσού διαβατηρίου».
(24) Έκθεση της Επιτροπής της 16ης Δεκεμβρίου 2016, για την αξιολόγηση του βαθμού στον οποίο τα κράτη μέλη έχουν λάβει τα απαραίτητα μέτρα για τη συμμόρφωση με την οδηγία 2011/93/ΕΕ της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας, σ. 8 (COM(2016)0871).
(25) Ευρωπαϊκό Κέντρο κατά της παράνομης διακίνησης μεταναστών (Ευρωπόλ), Τέταρτη Έκθεση Δραστηριοτήτων – 2020.
(26) Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/794, όσον αφορά τη συνεργασία της Ευρωπόλ με ιδιωτικούς φορείς, την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Ευρωπόλ προς υποστήριξη ποινικών ερευνών και τον ρόλο της Ευρωπόλ στην έρευνα και την καινοτομία (COM(2020)0796).
(27) ΕΕ L 295 της 21.11.2018, σ. 39.
(28) Οδηγία 2004/82/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με την υποχρέωση των μεταφορέων να κοινοποιούν τα στοιχεία των επιβατών (ΕΕ L 261 της 6.8.2004, σ. 24).

Τελευταία ενημέρωση: 16 Μαρτίου 2021Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου