Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2020/2133(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A9-0260/2021

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A9-0260/2021

Συζήτηση :

Ψηφοφορία :

PV 16/09/2021 - 2
PV 16/09/2021 - 8
PV 16/09/2021 - 15
CRE 16/09/2021 - 2

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P9_TA(2021)0396

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 202kWORD 66k
Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου 2021 - Στρασβούργο
Ενίσχυση της διαφάνειας και της ακεραιότητας στα θεσμικά όργανα της ΕΕ με τη σύσταση ανεξάρτητου φορέα δεοντολογίας της ΕΕ
P9_TA(2021)0396A9-0260/2021

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2021 σχετικά με την ενίσχυση της διαφάνειας και της ακεραιότητας στα θεσμικά όργανα της ΕΕ με τη σύσταση ανεξάρτητου φορέα δεοντολογίας της ΕΕ (2020/2133(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη τους πολιτικούς προσανατολισμούς για την επόμενη Ευρωπαϊκή Επιτροπή της περιόδου 2019-2024, που παρουσιάστηκαν στις 10 Σεπτεμβρίου 2019,

–  έχοντας υπόψη την επιστολή ανάθεσης καθηκόντων, της 1ης Δεκεμβρίου 2019, της Προέδρου της Επιτροπής στη Věra Jourová, ορισθείσας Αντιπροέδρου αρμόδιας για θέματα Αξιών και Διαφάνειας,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 14ης Σεπτεμβρίου 2017 σχετικά με τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την ακεραιότητα στα θεσμικά όργανα της ΕΕ(1),

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 26ης Νοεμβρίου 2020 σχετικά με τον απολογισμό των ευρωπαϊκών εκλογών(2),

–  έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), και ιδίως τα άρθρα 9 και 10, 13, 14, 15, 16 και 17,

–  έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), και ιδίως τα άρθρα 223 παράγραφος 2, 245 και 295,

–  έχοντας υπόψη την πράξη περί εκλογής των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με άμεση και καθολική ψηφοφορία (η «εκλογική πράξη»), που προσαρτάται στην απόφαση του Συμβουλίου της 20ής Σεπτεμβρίου 1976, όπως τροποποιήθηκε,

–  έχοντας υπόψη το σχέδιο διοργανικής συμφωνίας μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με υποχρεωτικό Μητρώο Διαφάνειας,

–  έχοντας υπόψη την ειδική έκθεση αριθ. 13/2019 του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τα πλαίσια δεοντολογίας των ελεγχθέντων θεσμικών οργάνων της ΕΕ,

–  έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου σχετικά με την ειδική έκθεση αριθ. 13/2019 του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου,

–  έχοντας υπόψη την απόφασή του της 28ης Σεπτεμβρίου 2005 για τη θέσπιση του καθεστώτος των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (2005/684/ΕΚ, Ευρατόμ)(3),

–  έχοντας υπόψη τον Κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, και ιδίως τα άρθρα 2, 10 και 11, 176 παράγραφος 1, το παράρτημα Ι, άρθρα 1 έως 3, 4 παράγραφος 6, 5 και 6, και το παράρτημα ΙΙ,

–  έχοντας υπόψη τις ετήσιες εκθέσεις της συμβουλευτικής επιτροπής δεοντολογίας των βουλευτών,

–  έχοντας υπόψη τις ετήσιες εκθέσεις σχετικά με την εφαρμογή του κώδικα δεοντολογίας για τα μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένων των γνωμοδοτήσεων της ανεξάρτητης επιτροπής δεοντολογίας,

–  έχοντας υπόψη τις συστάσεις της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας στην κοινή έρευνα σχετικά με τις καταγγελίες 194/2017/EA, 334/2017/EA και 543/2017/EA σχετικά με τον χειρισμό από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή της απασχόλησης μετά τη λήξη της θητείας πρώην Επιτρόπων, ενός πρώην Προέδρου της Επιτροπής και τον ρόλο της «Επιτροπής Δεοντολογίας» της,

–  έχοντας υπόψη τις συστάσεις του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), της ομάδας κρατών του Συμβουλίου της Ευρώπης κατά της διαφθοράς (GRECO) και διαφόρων ΜΚΟ,

–  έχοντας υπόψη τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων και το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και ιδίως τα άρθρα 11, 11α, 12, 12α, 12β, 13, 15, 16, 17, 19, 21α, 22α, 22γ, 24, 27 και 40,

–  έχοντας υπόψη τις εξουσίες και τις αρμοδιότητες της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, όπως ορίζονται στο παράρτημα VI του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 54 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων, της Επιτροπής Ελέγχου του Προϋπολογισμού, της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής και της Επιτροπής Αναφορών,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων (A9-0260/2021),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΣΕΕ ορίζει ότι «η Ένωση σέβεται την αρχή της ισότητας των πολιτών της, οι οποίοι τυγχάνουν ίσης προσοχής από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της»· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτό συνεπάγεται πως οι δημόσιες αποφάσεις λαμβάνονται υπέρ του κοινού συμφέροντος·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι Συνθήκες έχουν καθιερώσει ένα σύστημα κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, το οποίο αναθέτει σε κάθε θεσμικό όργανο τον δικό του ρόλο εντός της θεσμικής δομής της Ένωσης και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, ενώ κάθε θεσμικό όργανο της ΕΕ έχει δικαίωμα στην οργανωτική κυριαρχία, όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ πρέπει να πληρούν τα υψηλότερα δυνατά πρότυπα ανεξαρτησίας και αμεροληψίας·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ΣΕΕ και η ΣΛΕΕ ορίζουν ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο διακυβέρνησης που βασίζεται στη διάκριση των εξουσιών, καθορίζοντας διακριτά δικαιώματα και υποχρεώσεις για κάθε θεσμικό όργανο·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανεξαρτησία, η διαφάνεια και η λογοδοσία των δημόσιων θεσμών και των εκλεγμένων αντιπροσώπων τους, των Επιτρόπων και των υπαλλήλων τους είναι υψίστης σημασίας για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών, η οποία είναι απαραίτητη για τη νόμιμη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα δεοντολογικά πρότυπα που ισχύουν για τα θεσμικά όργανα της ΕΕ είναι από πολλές απόψεις υψηλότερα από εκείνα που ισχύουν σε εθνικό επίπεδο, αλλά δεν έχουν επιβληθεί με ικανοποιητικό τρόπο·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η επιβολή του δεοντολογικού πλαισίου θα μπορούσε να βελτιωθεί·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η εμπιστοσύνη των πολιτών στους δημόσιους θεσμούς και στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων αποτελεί πυλώνα κάθε δημοκρατικής κυβέρνησης και απαιτεί υποδειγματική στάση, ακεραιότητα, διαφάνεια, λογοδοσία και τα υψηλότερα δυνατά πρότυπα δεοντολογικής συμπεριφοράς·

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η απουσία αθέμιτης επιρροής από εκπροσώπους συμφερόντων, μεταξύ άλλων μέσω της παροχής αμειβόμενων δραστηριοτήτων για τους βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, δώρων ή ταξιδιωτικών προσκλήσεων, της δημιουργίας προσδοκιών για μελλοντική απασχόληση μετά τη λήξη της θητείας ενός βουλευτή ή την αποχώρηση ενός υπαλλήλου από τα καθήκοντά του, καθώς και αθέμιτης χρήσης πληροφοριών ή επαφών είναι καίριας σημασίας για να διασφαλιστεί ότι οι δημοκρατικές διαδικασίες δεν ποδηγετούνται από ιδιωτικά συμφέροντα και ότι τα δικαιώματα των πολιτών γίνονται πλήρως σεβαστά·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ελλείψεις του ισχύοντος δεοντολογικού πλαισίου της ΕΕ απορρέουν σε μεγάλο βαθμό από το γεγονός ότι βασίζεται σε μια αυτορρυθμιστική προσέγγιση, από την απουσία ενωσιακού ποινικού δικαίου και από τους ανεπαρκείς πόρους και ικανότητες για την εξακρίβωση πληροφοριών· λαμβάνοντας υπόψη ότι οποιαδήποτε εξέλιξη του δεοντολογικού πλαισίου της ΕΕ πρέπει να έχει σαφή νομική βάση, με παράλληλο σεβασμό της διάκρισης των εξουσιών όπως ορίζεται στις Συνθήκες· λαμβάνοντας υπόψη ότι η δημιουργία ανεξάρτητου φορέα δεοντολογίας θα μπορούσε να συμβάλει στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης στα θεσμικά όργανα της ΕΕ και στη δημοκρατική τους νομιμότητα·

ΙΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, κατά συνέπεια, έχουν προκύψει περιπτώσεις προβληματικής συμπεριφοράς· λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε κρούσμα αντιδεοντολογικής συμπεριφοράς και ο ανεπαρκής χειρισμός του από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ θέτουν σε κίνδυνο την εμπιστοσύνη που έχουν οι Ευρωπαίοι πολίτες στα θεσμικά όργανα της ΕΕ και έχουν συμβάλει σημαντικά στην υποβάθμιση της υπόληψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

ΙΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, ειδικότερα, το φαινόμενο της μεταπήδησης στον ιδιωτικό τομέα αυξάνεται σε μεγάλο βαθμό· λαμβάνοντας υπόψη ότι πολλοί Επίτροποι και το ένα τρίτο των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από το 2014 έως το 2019 έχουν προσληφθεί από οργανισμούς εγγεγραμμένους στο Ευρωπαϊκό Μητρώο Διαφάνειας· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτό συνεπάγεται κινδύνους σύγκρουσης συμφερόντων με τους νόμιμους τομείς αρμοδιότητας των κρατών μελών και των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και αποκάλυψης ή καταχρηστικής χρήσης εμπιστευτικών πληροφοριών, καθώς και τον κίνδυνο τα πρώην μέλη του προσωπικού να χρησιμοποιούν τις στενές προσωπικές τους επαφές και φιλίες με πρώην συναδέλφους τους για σκοπούς άσκησης πίεσης·

ΙΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα υφιστάμενα δεοντολογικά πρότυπα σε επίπεδο ΕΕ είναι προσαρμοσμένα στις ιδιαιτερότητες κάθε ενωσιακού θεσμικού οργάνου, με αποτέλεσμα να υπάρχουν διαφορετικές διαδικασίες και επίπεδα επιβολής ακόμη και του ίδιου του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης της ΕΕ σε διαφορετικά θεσμικά όργανα και οργανισμούς της ΕΕ, και να δημιουργείται με τον τρόπο αυτό ένα σύνθετο σύστημα που είναι δύσκολο να γίνει κατανοητό τόσο από τους πολίτες της ΕΕ όσο και από εκείνους που πρέπει να τηρούν τους κανόνες·

ΙΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, στην ειδική έκθεσή του αριθ. 13/2019, συνέστησε ότι σε πολλούς τομείς υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για εναρμονισμένες προσεγγίσεις όσον αφορά τον χειρισμό δεοντολογικών ζητημάτων εντός των θεσμικών οργάνων της ΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια και το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο προειδοποίησαν επανειλημμένα για σοβαρές ελλείψεις στις πολιτικές των θεσμικών οργάνων της ΕΕ για την πρόληψη των συγκρούσεων συμφερόντων· λαμβάνοντας υπόψη ότι τόσο η Διαμεσολαβήτρια όσο και το Ελεγκτικό Συνέδριο εξέφρασαν συγκεκριμένες ανησυχίες σχετικά με την απουσία κοινού δεοντολογικού πλαισίου της ΕΕ με σαφείς διαδικασίες και διαύλους καταγγελίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι το πρόβλημα αυτό αφορά ιδίως το έργο των αντιπροσώπων των κρατών μελών στο Συμβούλιο, το οποίο πρέπει να αντιμετωπίσει τις συγκρούσεις συμφερόντων υψηλού επιπέδου, τη μεταπήδηση στον ιδιωτικό τομέα και τους κανόνες διαφάνειας· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι δεοντολογικοί κανόνες της ΕΕ δεν είναι εναρμονισμένοι με τις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για τη διαχείριση της σύγκρουσης συμφερόντων στον δημόσιο τομέα·

ΙΕ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το παράδειγμα της «Haute Autorité pour la Transparence de la Vie Publique» στη Γαλλία καταδεικνύει ότι ένας ενιαίος και ανεξάρτητος φορέας αρμόδιος για την παρακολούθηση, την εφαρμογή και την επιβολή κυρώσεων όσον αφορά δεοντολογικούς κανόνες που ισχύουν για τους δημόσιους φορείς αποτελεί αποτελεσματικό και ισχυρό εργαλείο ικανό να επιτύχει μακροπρόθεσμη μείωση της αντιδεοντολογικής συμπεριφοράς·

ΙΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ισορροπία των εξουσιών που ανατίθενται στα θεσμικά όργανα αποτελεί θεμελιώδη εγγύηση που παρέχουν οι Συνθήκες στους πολίτες της ΕΕ·

ΙΖ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το δόγμα Meroni που αναπτύχθηκε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) επιτρέπει την ανάθεση αρμοδιοτήτων των θεσμικών οργάνων της ΕΕ σε εξωτερικούς φορείς, συμπεριλαμβανομένων αρμοδιοτήτων που δεν ασκούνται ακόμη· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το ΔΕΕ, κάθε ανάθεση αρμοδιοτήτων πρέπει να είναι περιορισμένη και μπορεί να αφορά μόνο σαφώς καθορισμένες εξουσίες, η χρήση των οποίων πρέπει να υπόκειται εξ ολοκλήρου στην εποπτεία των εκχωρούντων θεσμικών οργάνων και δεν μπορεί να αφορά διακριτική ευχέρεια που συνεπάγεται οποιαδήποτε πολιτική κρίση, προκειμένου να μην τίθεται σε κίνδυνο η ισορροπία των εξουσιών μεταξύ των θεσμικών οργάνων·

ΙΗ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με την αρχή της δοτής αρμοδιότητας, τα θεσμικά όργανα δεν μπορούν να μεταβιβάζουν, μέσω διοργανικής συμφωνίας, εξουσίες τις οποίες δεν διαθέτουν τα ίδια, για παράδειγμα όταν οι εν λόγω εξουσίες έχουν ανατεθεί από τις Συνθήκες στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή έχουν παραμείνει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών·

ΙΘ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, κατά την εξέταση πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων των ορισθέντων Επιτρόπων το 2019, τα μέλη της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων επεσήμαναν τους σοβαρούς περιορισμούς της ισχύουσας διαδικασίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι περιορισμοί αυτοί περιλαμβάνουν την πρόσβαση σε περιορισμένο μόνο φάσμα πληροφοριών, την έλλειψη χρόνου για εξέταση, την απουσία ερευνητικών εξουσιών και την απουσία στήριξης από εμπειρογνώμονες· λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 17 παράγραφος 3 ΣΕΕ προβλέπει ότι τα μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επιλέγονται «μεταξύ προσωπικοτήτων που παρέχουν πλήρη εχέγγυα ανεξαρτησίας»·

Κ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το υφιστάμενο αυστηρό δεοντολογικό πλαίσιο για τους Επιτρόπους πρέπει να αναπτυχθεί περαιτέρω, προκειμένου να καλυφθούν τα υφιστάμενα νομοθετικά κενά, όπως η μη ύπαρξη καθεστώτος Επιτρόπων· υπογραμμίζει ότι η διαδικασία αυτή συνδέεται στενά με τον κοινοβουλευτικό έλεγχο και την εποπτεία, είναι της γνώμης ότι το καθεστώς των Επιτρόπων πρέπει να καταρτιστεί σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία και καλεί την Επιτροπή να υποβάλει πρόταση·

ΚΑ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι όλοι οι κορυφαίοι υποψήφιοι στις ευρωπαϊκές εκλογές του 2019 υποστήριξαν τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου φορέα δεοντολογίας, κοινού για όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι η Πρόεδρος της Επιτροπής την υποστήριξε στους πολιτικούς προσανατολισμούς της·

ΚΒ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η ελευθερία άσκησης της εντολής των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είναι προς το συμφέρον των πολιτών τους οποίους εκπροσωπούν·

ΚΓ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ένα από τα κύρια καθήκοντα του Κοινοβουλίου, όπως ορίζεται στη ΣΕΕ, είναι η άσκηση πολιτικού ελέγχου·

ΚΔ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι τα θεσμικά όργανα καλύπτονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό της Ένωσης·

1.  πιστεύει ότι ένας ενιαίος ανεξάρτητος φορέας δεοντολογίας της ΕΕ θα μπορούσε να διασφαλίσει καλύτερα τη συνεπή και πλήρη εφαρμογή των προτύπων δεοντολογίας σε όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι δημόσιες αποφάσεις λαμβάνονται με γνώμονα το κοινό καλό και την εμπιστοσύνη των πολιτών στα θεσμικά όργανα της ΕΕ· Προτείνει τη σύναψη διοργανικής συμφωνίας βάσει του άρθρου 295 ΣΛΕΕ για τη σύσταση ενός ανεξάρτητου φορέα δεοντολογίας της ΕΕ για το Κοινοβούλιο και την Επιτροπή, ανοικτού στη συμμετοχή όλων των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της ΕΕ, καθώς και ο εν λόγω φορέας να παρέχει επίσης κατάρτιση και ενεργό καθοδήγηση στα συμμετέχοντα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς·

Αρχές

2.  θεωρεί ότι οι διατάξεις της εν λόγω διοργανικής συμφωνίας πρέπει να τηρούν τις ακόλουθες διατάξεις και αρχές:

   α) την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, διασφαλίζοντας την αποδοτική και αποτελεσματική διαχείριση των πόρων της Ένωσης,
   β) τις αρχές της δοτής αρμοδιότητας και της διάκρισης των εξουσιών,
   γ) την ελευθερία του επαγγέλματος και το δικαίωμα στην εργασία όπως κατοχυρώνονται στο άρθρο 15 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης·
   δ) το κράτος δικαίου και τις θεμελιώδεις ευρωπαϊκές αρχές, όπως το τεκμήριο αθωότητας, το δικαίωμα ακρόασης και τις αρχές της νομιμότητας και της αναλογικότητας,
   ε) το καθεστώς των βουλευτών και ιδίως την ελευθερία άσκησης της εντολής που κατοχυρώνεται στο άρθρο 2,
   στ) τη μη επικάλυψη ή παρέμβαση στις εργασίες της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO), του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου ή του ΔΕΕ,
   ζ) το δικαίωμα εξέτασης των πραγμάτων από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 226 ΣΛΕΕ·

3.  πιστεύει ότι, στο πλαίσιο των καθηκόντων του, μεταξύ άλλων όσον αφορά την παρακολούθηση και τη διερεύνηση, ο φορέας θα πρέπει να βασίζεται στις υφιστάμενες εξουσίες των θεσμικών οργάνων να ζητούν πληροφορίες από τα μέλη τους ή στη συμφωνία των εθνικών αρχών για την ανταλλαγή πληροφοριών· υπογραμμίζει ότι ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου, το σώμα των Επιτρόπων ή η αντίστοιχη αρχή ενός συμμετέχοντος θεσμικού οργάνου θα διατηρήσουν την εξουσία λήψης οριστικών αποφάσεων μέχρι την πιθανή αναθεώρηση των κανόνων·

4.  θεωρεί ότι η διαδικασία που θα ακολουθείται από τον ανεξάρτητο φορέα δεοντολογίας της ΕΕ θα πρέπει να διασφαλίζει το κατάλληλο επίπεδο διαφάνειας, προστατεύοντας παράλληλα τις διαδικαστικές εγγυήσεις όπως ορίζονται στον ευρωπαϊκό Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, και ότι η διοργανική συμφωνία θα πρέπει να περιλαμβάνει διαδικαστικούς κανόνες και επαρκές πρωτόκολλο προστασίας των δεδομένων, παραπέμποντας στο υφιστάμενο κεκτημένο των αρχών των υφιστάμενων οργάνων δεοντολογίας της ΕΕ, καθώς και στις κοινές αξίες της ΕΕ (άρθρο 2 ΣΕΕ), στα δικαιώματα ακρόασης και προσφυγής του ενδιαφερόμενου ατόμου, στην υποχρέωση συνεργασίας και στις απαιτήσεις δημοσίευσης·

Πεδίο εφαρμογής και εντολή

5.  θεωρεί ότι στον νέο φορέα δεοντολογίας της ΕΕ θα πρέπει να ανατεθεί κατάλογος συμφωνημένων καθηκόντων ώστε να διατυπώνει προτάσεις και συμβουλές σχετικά με δεοντολογικούς κανόνες για τους Επιτρόπους, τους βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και το προσωπικό των συμμετεχόντων θεσμικών οργάνων πριν, κατά τη διάρκεια και σε ορισμένες περιπτώσεις μετά τη λήξη της θητείας ή των καθηκόντων τους σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες, και μεταξύ άλλων τους εξής:

   α) το καθεστώς των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (άρθρα 2 και 3)·
   β) τον Κανονισμό του Κοινοβουλίου [άρθρα 2, 10 (παράγραφοι 5, 6 και 7) και 11, 176 (παράγραφος 1), παράρτημα I (άρθρα 1 έως 8) και παράρτημα ΙΙ]·
   γ) τον Κανονισμό της Επιτροπής (άρθρο 9), τον κώδικα δεοντολογίας της, (άρθρα 2 έως 13 και παράρτημα II), καθώς και την απόφασή της, της 25ης Νοεμβρίου 2014, για τη δημοσίευση πληροφοριών σχετικά με τις συνεδριάσεις που πραγματοποιούνται μεταξύ μελών της Επιτροπής και οργανώσεων ή αυτοαπασχολούμενων ατόμων, όπως και την ίδια απόφαση για τους γενικούς διευθυντές της·
   δ) τα άρθρα 11, 11α, 12, 12α, 12β, 13, 15, 16, 17, 19, 21α, 22, 22α, 22γ, 24, 26, 27, 40, 43, 86, 90, 91α και το παράρτημα IX του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, τα οποία ισχύουν τηρουμένων των αναλογιών για όλο το προσωπικό που απασχολείται από τους οργανισμούς, εάν έχουν υπογράψει τη διοργανική συμφωνία·
   ε) τη διοργανική συμφωνία για υποχρεωτικό Μητρώο Διαφάνειας·

6.  πιστεύει ότι οι βουλευτές και το προσωπικό των συμμετεχόντων θεσμικών οργάνων θα πρέπει να καλύπτονται από τη συμφωνία πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη λήξη της θητείας ή των καθηκόντων τους σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες· θεωρεί ότι αυτό θα πρέπει να ισχύει για τους βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τους Επιτρόπους και το σύνολο του προσωπικού της ΕΕ που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης·

7.  υπενθυμίζει ότι όσον αφορά τα άτομα που καλύπτονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, η αρμοδιότητα θα μπορούσε να ανατεθεί στον ανεξάρτητο φορέα δεοντολογίας της ΕΕ με χρήση των ρητρών εξουσιοδότησης των άρθρων 2 παράγραφος 2 ή 9 παράγραφος 1, ή και των δύο, και θα αφορούσε την παρακολούθηση και την επιβολή των δεοντολογικών υποχρεώσεων, ενώ άλλες επαγγελματικές υποχρεώσεις θα εξακολουθήσουν να επιβάλλονται από τις αρμόδιες για τους διορισμούς αρχές·

8.  επιμένει ότι η διοργανική συμφωνία θα πρέπει να είναι ανοικτή στη συμμετοχή όλων των θεσμικών οργάνων και οργανισμών της ΕΕ· επισημαίνει επίσης ότι οι συννομοθέτες μπορούν να αποφασίσουν να δεσμεύσουν τους οργανισμούς μέσω των ιδρυτικών κανονισμών τους· πιστεύει ότι η διοργανική συμφωνία θα πρέπει να επιτρέπει στον φορέα δεοντολογίας να ανταλλάσσει πληροφορίες με τις εθνικές αρχές, όπου αυτό είναι αναγκαίο για την εκτέλεση των καθηκόντων του, αντιμετωπίζοντας παράλληλα τις εν λόγω πληροφορίες με τον ίδιο εμπιστευτικό χαρακτήρα όπως η αρχή από την οποία προέρχονται, για παράδειγμα φορολογικές πληροφορίες, κτηματολόγια και δεδομένα που τηρούνται από εθνικούς φορείς δεοντολογίας, και να διερευνά βέλτιστες πρακτικές και αξιολογήσεις από ομοτίμους· θεωρεί ότι, με την επιφύλαξη των γενικών αρχών που ορίζονται στην παράγραφο 2, και εφόσον έχει σημασία για την εκτέλεση των καθηκόντων του, ο ανεξάρτητος φορέας δεοντολογίας θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να συμμετέχει σε συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών με σχετικούς φορείς της ΕΕ, όπως η OLAF, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ο Διαμεσολαβητής και το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, στο πλαίσιο των αντίστοιχων εντολών τους·

Αρμοδιότητες και εξουσίες

9.  θεωρεί ότι, με την επιφύλαξη της ισορροπίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων όπως θεσπίζεται από τις Συνθήκες, όλα τα συμμετέχοντα θεσμικά όργανα θα πρέπει να αναθέτουν, στο πλαίσιο της αντίστοιχης διαδικαστικής αυτονομίας τους, στον φορέα δεοντολογίας της ΕΕ, αφενός, προληπτικό ρόλο μέσω ευαισθητοποίησης και δεοντολογικής καθοδήγησης και, αφετέρου, ρόλο συμμόρφωσης και συμβουλευτικό ρόλο με την ικανότητα έκδοσης συστάσεων για δεοντολογικά ζητήματα, συμπεριλαμβανομένων των συγκρούσεων συμφερόντων · θεωρεί ότι οι εξουσίες λήψης αποφάσεων θα πρέπει να παραμείνουν εντός του αντίστοιχου θεσμικού οργάνου έως ότου ανατεθεί στον φορέα δεοντολογίας της ΕΕ εξουσία λήψης αποφάσεων επί κατάλληλης νομικής βάσης· υπενθυμίζει ότι τα καθήκοντα του οργάνου δεοντολογίας της ΕΕ θα περιορίζονται στον συμφωνημένο κατάλογο καθηκόντων που έχουν ανατεθεί από τα συμμετέχοντα θεσμικά όργανα και, ως εκ τούτου, δεν θα θίγουν και θα σέβονται πλήρως τις αρμοδιότητες της OLAF, της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και των εθνικών δικαιοδοσιών που σχετίζονται με τυχόν παραβίαση νόμων που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές τους· τονίζει ότι, για την παρακολούθηση της ακεραιότητας, το Κοινοβούλιο θα πρέπει να αναθέτει τακτικά μελέτες που ορίζουν την ακεραιότητα με ένα σύνολο σαφώς καθορισμένων στόχων και δεικτών επιδόσεων, και να υποβάλλει εκθέσεις σχετικά με την πρόοδο που σημειώνεται·

10.  θεωρεί ότι η εν λόγω ικανότητα παρακολούθησης θα πρέπει να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα ελέγχου της ακρίβειας της δήλωσης οικονομικών συμφερόντων, η οποία θα πρέπει να υποβάλλεται από τα ενδιαφερόμενα άτομα απευθείας στον φορέα δεοντολογίας της ΕΕ, πέραν του Κοινοβουλίου όσον αφορά τους ορισθέντες Επιτρόπους, ώστε να διασφαλίζεται ότι φθάνουν με τον ταχύτερο δυνατό τρόπο σε όλους αυτούς που είναι υπεύθυνοι για τον δημοκρατικό και/ή δημόσιο έλεγχο, όπως ορίζουν οι ισχύοντες κανόνες, τον χειρισμό των συγκρούσεων συμφερόντων, τους κανόνες που σχετίζονται με τις δραστηριότητες άσκησης πίεσης, τους έλεγχους των υποχρεώσεων διαφάνειας, μεταξύ άλλων κατά τη νομοθετική διαδικασία, και την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με όλες τις διατάξεις των κωδίκων δεοντολογίας και τους ισχύοντες κανόνες περί διαφάνειας, δεοντολογίας και ακεραιότητας·

11.  επισημαίνει ότι, στο πλαίσιο των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, σε διάφορες νομοθετικές και άλλες διατάξεις που αποσκοπούν στην πρόληψη συγκρούσεων συμφερόντων περιέχονται διαφορετικοί ορισμοί του όρου «σύγκρουση συμφερόντων»· επισημαίνει ότι ένας ορισμός εξαρτάται από τις περιστάσεις και εξελίσσεται διαρκώς, και ότι η πλήρης διαφάνεια δεν εγγυάται απαραιτήτως την απουσία σύγκρουσης συμφερόντων ούτε ότι θα εξασφαλιστεί ή θα αυξηθεί η εμπιστοσύνη του κοινού· σημειώνει ότι η επιβολή δεοντολογικών κανόνων και η δημόσια λογοδοσία για τις συγκρούσεις συμφερόντων αποτελούν προϋπόθεση για την εμπιστοσύνη των πολιτών στους δημόσιους θεσμούς·

12.  υπενθυμίζει ότι είναι σημαντικό να γίνεται διάκριση μεταξύ της σύγκρουσης συμφερόντων που προκύπτει κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων και της σύγκρουσης συμφερόντων που προκύπτει στη συνέχεια, καθώς και μεταξύ ενεργειών που επιτρέπονται εάν δηλωθούν και ενεργειών που δεν επιτρέπονται καθόλου·

13.  επισημαίνει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συνέστησε τη Συμβουλευτική Επιτροπή Δεοντολογίας των Βουλευτών ως το αρμόδιο όργανο για την καθοδήγηση των βουλευτών σχετικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή του κώδικα δεοντολογίας· σημειώνει, επιπλέον, ότι η Συμβουλευτική Επιτροπή εξετάζει επίσης τις εικαζόμενες παραβιάσεις του κώδικα δεοντολογίας και συμβουλεύει τον Πρόεδρο για την ενδεχόμενη λήψη μέτρων· θεωρεί ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πρέπει να δώσει το παράδειγμα όσον αφορά τους κανόνες δεοντολογίας και την επιβολή τους·

14.  είναι της άποψης ότι ο φορέας δεοντολογίας της ΕΕ θα μπορούσε επίσης να έχει εξουσία επί των υποχρεώσεων που επιβάλλει το Μητρώο Διαφάνειας, και θα πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο καλύτερης προστασίας των καταγγελλόντων δυσλειτουργίες και καλύτερης διαχείρισης των συγκρούσεων συμφερόντων σε περιπτώσεις διαφθοράς και απάτης·

15.  θεωρεί ότι ο φορέας δεοντολογίας της ΕΕ θα πρέπει να αναλάβει το καθήκον να αναπτύξει μια δημόσια πύλη της ΕΕ με συναφείς πληροφορίες σχετικά με τους κανόνες δεοντολογίας, εκθέσεις σχετικά με τις βέλτιστες πρακτικές, μελέτες και στατιστικές, καθώς και μια βάση δεδομένων που θα περιέχει τις δηλώσεις οικονομικών συμφερόντων όλων των συμμετεχόντων θεσμικών οργάνων·

16.  επιμένει ότι ο ανεξάρτητος φορέας δεοντολογίας της ΕΕ θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να ξεκινά έρευνες με δική του πρωτοβουλία και να διενεργεί επιτόπιες έρευνες και έρευνες βάσει αρχείων σύμφωνα τις πληροφορίες που έχει συλλέξει ή που έχει λάβει από τρίτους, όπως δημοσιογράφους, μέσα ενημέρωσης, ΜΚΟ, καταγγέλλοντες δυσλειτουργίες, την κοινωνία των πολιτών ή τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή· επιμένει ότι κάθε τρίτο μέρος που παραπέμπει καλόπιστα κάποιο ζήτημα στον ανεξάρτητο φορέα δεοντολογίας πρέπει να προστατεύεται και η ταυτότητά του πρέπει να παραμένει ανώνυμη· θεωρεί ότι, όταν ξεκινά έρευνα με δική του πρωτοβουλία, ο φορέας πρέπει να ενημερώνει, με εμπιστευτικό μήνυμα, τον ενδιαφερόμενο και την αρχή που είναι αρμόδια για την επιβολή κυρώσεων στα αντίστοιχα θεσμικά όργανα· πιστεύει ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, η αντίστοιχη αρχή του εν λόγω θεσμικού οργάνου ή οργανισμού μπορεί να ζητήσει την παροχή εξηγήσεων από τον φορέα·

17.  τονίζει ότι τα αιτήματα για φορολογικά έγγραφα και τραπεζικά αρχεία αποτελούν παρεμβάσεις στο ιδιωτικό δίκαιο, για τις οποίες πρέπει να υπάρχουν σοβαρές καταγγελίες που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της OLAF·

18.  τονίζει ότι ο φορέας πρέπει να προστατεύει τους καταγγέλλοντες δυσλειτουργίες, ιδίως τους Ευρωπαίους δημόσιους υπαλλήλους, ώστε να μπορούν να εκφράζουν τις ανησυχίες τους σχετικά με πιθανές παραβιάσεις των κανόνων χωρίς τον φόβο αντιποίνων· προτείνει, στο πλαίσιο αυτό, ο φορέας να εποπτεύει τους εσωτερικούς και εμπιστευτικούς μηχανισμούς υποβολής καταγγελιών βάσει του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό· τονίζει ότι μόνο ένα ασφαλές και προστατευτικό εργασιακό περιβάλλον θα επιτρέψει στους δημόσιους λειτουργούς να εκφράσουν τις ανησυχίες τους και, ως εκ τούτου, θα συμβάλει στην αποτελεσματικότητα του έργου του ανεξάρτητου φορέα δεοντολογίας·

19.  πιστεύει ότι, για να είναι πλήρως αποτελεσματικός, ο φορέας θα συγχωνεύσει τις λειτουργίες των υφιστάμενων οργάνων που είναι υπεύθυνα για τη δεοντολογία· θεωρεί ότι ο φορέας θα πρέπει να συμβουλεύει τους βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή τους Επιτρόπους όταν ζητούν καθοδήγηση σχετικά με δεοντολογικά ζητήματα· θεωρεί ότι ο φορέας θα πρέπει να εκδίδει συστάσεις για κυρώσεις προς την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή όσον αφορά τις δεοντολογικές υποχρεώσεις του προσωπικού και ότι, όσον αφορά τους βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή τους Επιτρόπους, ο φορέας θα πρέπει να εκδίδει συστάσεις προς τις αρμόδιες αρχές των αντίστοιχων συμμετεχόντων θεσμικών οργάνων· συνιστά ο φορέας δεοντολογίας να εκδίδει συστάσεις που μπορούν να χρησιμεύσουν ως προηγούμενο σε πανομοιότυπες ή παρόμοιες περιπτώσεις· θεωρεί ότι αυτό θα εξασφαλίσει την αποτελεσματικότητα και τη συνέπεια, ενώ επίσης θα μειώσει με προβλέψιμο και σημαντικό τρόπο τον φόρτο εργασίας, ιδίως για θέματα προσωπικού σε περίπτωση πολλών παρόμοιων υποθέσεων·

20.  θεωρεί ότι ο φορέας δεοντολογίας της ΕΕ θα πρέπει να προωθεί την ακεραιότητα και να έχει συμβουλευτικά καθήκοντα, προκειμένου να παρέχει αξιόπιστες και φερέγγυες συμβουλές σε κάθε άτομο και/ή θεσμικό όργανο που καλύπτεται από το πεδίο εφαρμογής του και επιθυμεί να ζητήσει ερμηνεία ενός δεοντολογικού προτύπου σε σχέση με την ενδεδειγμένη συμπεριφορά σε μια συγκεκριμένη περίπτωση· θεωρεί ότι, προκειμένου να διασφαλιστεί η συνεπής εφαρμογή των δεοντολογικών προτύπων και η προβλεψιμότητα, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι δεσμευτικές για τον ανεξάρτητο φορέα δεοντολογίας της ΕΕ στη θέση του για το ίδιο θέμα·

21.  υπενθυμίζει ότι η επιβεβαίωση από την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων της απουσίας σύγκρουσης συμφερόντων αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τον διορισμό των ορισθέντων Επιτρόπων και ότι η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων διαθέτει σαφείς αρμοδιότητες για την απόρριψη των ορισθέντων Επιτρόπων, εάν διαπιστωθεί σύγκρουση συμφερόντων·

22.  υπενθυμίζει ότι το Κοινοβούλιο μπορεί να αποσύρει την εμπιστοσύνη του σε μεμονωμένο μέλος της Επιτροπής, ενώ στη συνέχεια ο Πρόεδρος της Επιτροπής πρέπει είτε να απαιτεί την παραίτηση του εν λόγω μέλους είτε να εξηγεί την άρνησή του να παραιτηθεί ενώπιον του Κοινοβουλίου στην επόμενη περίοδο συνόδου, σύμφωνα με το σημείο 5 της διοργανικής συμφωνίας της 20ής Νοεμβρίου 2010·

23.  είναι της γνώμης ότι η εξέταση των δηλώσεων που υποβάλλουν οι ορισθέντες Επίτροποι με σκοπό να εντοπιστεί σύγκρουση συμφερόντων έχει θεμελιώδη θεσμική και δημοκρατική σημασία, και θα πρέπει να πραγματοποιείται με τη μέγιστη προσοχή, προσήλωση και με αίσθημα ευθύνης μέσω πλήρως αντικειμενικής, δημοκρατικής και ανεξάρτητης ερμηνείας· πιστεύει ότι οι κανόνες για την εξέταση πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων θα πρέπει να ισχύουν επίσης για τη δήλωση του εκλεγέντος Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής·

24.  υπογραμμίζει ότι η απόφαση σχετικά με τις συγκρούσεις συμφερόντων των ορισθέντων Επιτρόπων πριν από τις ακροάσεις παραμένει δημοκρατική και θεσμική αρμοδιότητα της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων του Κοινοβουλίου· τονίζει, στο πλαίσιο αυτό, ότι ο μελλοντικός ανεξάρτητος ενωσιακός φορέας δεοντολογίας θα πρέπει να διαθέτει κατάλληλες εξουσίες διερεύνησης, καθώς και την εξουσία να ζητεί και να έχει πρόσβαση σε διοικητικά έγγραφα, προκειμένου να μπορεί να διενεργεί αιτιολογημένες και τεκμηριωμένες αξιολογήσεις· τονίζει την ανάγκη πλήρους συμμόρφωσης με τους κανόνες σχετικά με την εμπιστευτικότητα, την ιδιωτική ζωή και την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά την εξακρίβωση των επιπτώσεων κάποιας σύγκρουσης συμφερόντων· είναι της άποψης ότι θα πρέπει να δίδεται περισσότερος χρόνος στην Επιτροπή Νομικών Θεμάτων και ότι, ενώ αυτή θα διατηρεί πλήρως την αρμοδιότητά της επί του θέματος, θα πρέπει να αποφασίζει σχετικά με την ύπαρξη σύγκρουσης συμφερόντων ορισθέντος Επιτρόπου αφότου λάβει μη δεσμευτικές, ακριβείς και αιτιολογημένες συστάσεις από τον ανεξάρτητο φορέα δεοντολογίας της ΕΕ, γεγονός που θα λειτουργήσει ενισχυτικά ως προς τη δράση της· θεωρεί ότι η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων θα πρέπει εν τέλει να πραγματοποιεί συζήτηση σχετικά με τις συστάσεις που εκδίδει ο ανεξάρτητος ενωσιακός φορέας δεοντολογίας· θεωρεί ότι οι συστάσεις θα πρέπει να δημοσιεύονται μαζί με τις δηλώσεις οικονομικών συμφερόντων των ορισθέντων Επιτρόπων· θεωρεί ότι, πέρα από τον έλεγχο των δηλώσεων των ορισθέντων Επιτρόπων από την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων, η εξέταση των συγκρούσεων συμφερόντων θα πρέπει να διενεργείται, σε γενικές γραμμές, πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη λήξη του δημόσιου αξιώματος ή της απασχόλησης, για όλα τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης· πιστεύει επίσης ότι θα πρέπει να παρέχονται στην Επιτροπή Νομικών Θεμάτων επαρκείς πόροι, εργαλεία και δεξιότητες για τη διασταύρωση και τον εντοπισμό των απαραίτητων πληροφοριών, καθώς και για να ζητούνται συμπληρωματικές πληροφορίες, όπου τούτο κρίνεται απαραίτητο·

Σύνθεση

25.  πιστεύει ότι ο φορέας δεοντολογίας θα πρέπει να απαρτίζεται από εννέα μέλη, τρία από τα οποία θα επιλέγονται από την Επιτροπή, τρία θα εκλέγονται από το Κοινοβούλιο και τρία εκ των οποίων θα ορίζονται de jure από τους πρώην δικαστές του ΔΕΕ, από το Ελεγκτικό Συνέδριο και από τους πρώην Ευρωπαίους Διαμεσολαβητές· πιστεύει ότι στα θέματα προσωπικού θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι εκπρόσωποι του προσωπικού από το θεσμικό όργανο του ενδιαφερόμενου προσώπου· επισημαίνει ότι το παράρτημα ΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως·

26.  θεωρεί ότι τα μέλη του φορέα πρέπει να είναι ανεξάρτητα, να επιλέγονται με βάση τις ικανότητες, την πείρα και τα επαγγελματικά τους προσόντα, καθώς και την προσωπική τους ακεραιότητα, να έχουν άψογη δεοντολογική συμπεριφορά και να παρέχουν δήλωση απουσίας σύγκρουσης συμφερόντων· είναι της άποψης ότι η σύνθεση του φορέα θα πρέπει να είναι ισόρροπη ως προς την εκπροσώπηση των φύλων· υπογραμμίζει ότι όλα τα μέλη πρέπει να ασκούν τα καθήκοντά τους με ανεξαρτησία· θεωρεί ότι τα μέλη θα πρέπει να επιλέγονται για περίοδο έξι ετών και να ανανεώνονται κατά ένα τρίτο ανά διετία·

27.  ζητεί να αναλαμβάνει την εξακρίβωση των δηλώσεων των υποψηφίων ένας υπεύθυνος δεοντολογίας· θεωρεί ότι τα μέλη θα πρέπει να εργάζονται με πνεύμα συνεργασίας και συνέπειας στις αναλύσεις και τις συστάσεις τους· ζητεί να διασφαλιστεί η ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων στη σύνθεση του σώματος·

28.  θεωρεί ότι η σύνθεση του φορέα δεοντολογίας θα πρέπει να συνοδεύεται από ένα πλαίσιο για την άσκηση της εντολής, καθώς και από μια διαδικασία για τον τερματισμό της εντολής·

29.  προτείνει, προκειμένου να εξασφαλίζεται εκτεταμένη στήριξη, το Κοινοβούλιο να εκλέγει τα μέλη του φορέα με την υποστήριξη ευρείας πλειοψηφίας, ενδεχομένως με τρόπο παρόμοιο με αυτόν της διαδικασίας για τα μέλη της Αρχής για τα Ευρωπαϊκά Πολιτικά Κόμματα και τα Ευρωπαϊκά Πολιτικά Ιδρύματα ή για τις αποφάσεις σχετικά με το Βραβείο Ζαχάρωφ·

30.  προτείνει κάθε θεσμικό όργανο να επιλέγει τα εν λόγω μέλη ιδίως μεταξύ πρώην δικαστών του ΔΕΕ, πρώην προέδρων της OLAF και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, πρώην ή νυν μελών των ανώτατων δικαστηρίων των κρατών μελών, πρώην βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, πρώην υπαλλήλων των συμμετεχόντων θεσμικών οργάνων και οργανισμών, πρώην Ευρωπαίων Διαμεσολαβητών και μελών των αρχών δεοντολογίας στα κράτη μέλη· προτείνει επίσης ο φορέας να εκλέγει έναν πρόεδρο και δύο αντιπροέδρους μεταξύ των μελών του· τονίζει ότι αυτό δεν θίγει το δικαίωμα του προσωπικού να αυτοοργανώνει τους εκπροσώπους του όσον αφορά θέματα προσωπικού·

31.  τονίζει την ανάγκη να διασφαλίζεται η πολυμορφία στο υπόβαθρο των μελών και η ανεξάρτητη εμπειρογνωμοσύνη· προτείνει να περιορίζεται η συμμετοχή πρώην βουλευτών του ΕΚ και Επιτρόπων στο ένα τρίτο της σύνθεσης του φορέα·

32.  συνιστά το σώμα να υποστηρίζεται από γραμματεία με ανθρώπινους, υλικούς και οικονομικούς πόρους ανάλογους με την εντολή και τα καθήκοντά του, συμπεριλαμβανομένου ενός υπευθύνου δεοντολογίας, αρμοδίου για τη δεοντολογική κατάρτιση και την παροχή συμβουλών στο πλαίσιο του ανεξάρτητου φορέα δεοντολογίας της ΕΕ· θεωρεί ότι η συγκέντρωση των προϋπολογισμών και του προσωπικού που διατίθεται επί του παρόντος στα διάφορα όργανα δεοντολογίας της ΕΕ κατά τη συγχώνευσή τους θα βελτιώσει την αποδοτικότητα στη χρήση των πόρων και θα μπορούσε να μειώσει το κόστος·

Διαδικασίες

33.  πιστεύει ότι η δημιουργία ενός φορέα δεοντολογίας της ΕΕ θα πρέπει να συμβάλει στην οικοδόμηση μιας θεσμικής νοοτροπίας που θα βασίζεται ουσιαστικά στην πρόληψη, την υποστήριξη και τη διαφάνεια· για τον σκοπό αυτόν, προτείνει μια προσέγγιση δύο σταδίων, σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση που ο φορέας δεοντολογίας της ΕΕ λάβει γνώση μιας παραβίασης ή πιθανής παραβίασης δεοντολογικών κανόνων, συνιστά καταρχάς την πραγματοποίηση ενεργειών για τον τερματισμό της παραβίασης εντός κάποιας προθεσμίας· θεωρεί ότι αυτό το πρώτο προληπτικό βήμα θα πρέπει να διασφαλίζει την εμπιστευτικότητα και το απόρρητο, όπως και το δικαίωμα του προσώπου σε ακρόαση και ανασκευή των κατηγοριών· προτείνει, σε περίπτωση που το ενδιαφερόμενο άτομο αρνηθεί να λάβει τα κατάλληλα μέτρα και η παραβίαση συνεχιστεί, ο φορέας δεοντολογίας της ΕΕ να προβαίνει σε αιτιολογημένη σύσταση για τη λήψη μέτρων επιβολής κυρώσεων και να διαβιβάζει όλες τις σχετικές πληροφορίες σχετικά με την υπόθεση στην αρμόδια αρχή, η οποία θα αποφασίζει πώς θα δώσει συνέχεια στη σύσταση εντός 20 εργάσιμων ημερών·

34.  πιστεύει ότι στο τέλος αυτής της περιόδου θα πρέπει να δημοσιοποιείται η αιτιολογημένη σύσταση του ανεξάρτητου φορέα δεοντολογίας, με την επιφύλαξη του γενικού κανονισμού για την προστασία δεδομένων και των προσωπικών δικαιωμάτων, μαζί με την απόφαση της αρμόδιας αρχής, η οποία θα πρέπει να παρέχει εξηγήσεις εάν οι συστάσεις δεν έχουν τηρηθεί πλήρως· θεωρεί ως πρώτο μέτρο ότι η δημοσίευση ή η διαβίβαση συστάσεων και αποφάσεων θα μπορούσε να συνιστά αφ’ εαυτής κύρωση· τονίζει ότι ένα τέτοιος φορέας δεν μπορεί να αντικαταστήσει το ΔΕΕ· προτείνει, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν η αρμόδια αρχή αιτιολογεί δεόντως ότι απαιτείται περισσότερος χρόνος για τη διερεύνηση της υπόθεσης, μπορεί να ζητεί από τον φορέα δεοντολογίας να παρατείνει την προθεσμία για τη λήψη απόφασης έως και κατά 20 εργάσιμες ημέρες· θεωρεί ότι αυτή η προσέγγιση δύο σταδίων θα πρέπει να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου το άτομο είχε βάσιμους λόγους να εικάζει ότι η πληροφορία ήταν αληθής κατά τον χρόνο της αποκάλυψης, και συνιστά η τυχόν εκ προθέσεως παραβίαση, η βαριά αμέλεια, η απόκρυψη αποδεικτικών στοιχείων και η μη συμμόρφωση ή μη συνεργασία να θεωρούνται επιβαρυντικοί παράγοντες όσον αφορά τις συστάσεις για κυρώσεις, ακόμη και όταν η ίδια η παραβίαση έχει παύσει·

35.  ζητεί σαφείς διατάξεις που θα αποδίδουν στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο το δικαίωμα προσφυγής κατά τέτοιας απόφασης την οποία λαμβάνει ο Πρόεδρος, με πλήρη σεβασμό στις βασικές αρχές του κράτους δικαίου·

36.  πιστεύει ότι, κατά γενικό κανόνα, ο φορέας δεοντολογίας της ΕΕ θα πρέπει να αποφασίζει με απλή πλειοψηφία των μελών του·

37.  επιμένει ότι πρέπει να εφαρμόζονται οι διαδικασίες που ορίζονται στις Συνθήκες, όπως η διαβίβαση των ερευνών από το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο στην OLAF και στο ΔΕΕ·

Γενικές διατάξεις

38.  πιστεύει ότι ο φορέας δεοντολογίας της ΕΕ θα πρέπει να διενεργεί μελέτες και να συγκεντρώνει ετήσιες στατιστικές σχετικά με τις δηλώσεις οικονομικών συμφερόντων, τις περιπτώσεις μεταπήδησης στον ιδιωτικό τομέα και άλλες σχετικές πληροφορίες, και να δημοσιεύει ετήσια έκθεση με πληροφορίες σχετικά με την εκπλήρωση των καθηκόντων του και, κατά περίπτωση, συστάσεις για τη βελτίωση των δεοντολογικών προτύπων, η οποία πρέπει να υποβάλλεται στο Κοινοβούλιο· συνιστά η ετήσια έκθεση να περιλαμβάνει τον αριθμό των υποθέσεων που διερευνήθηκαν, τα θεσμικά όργανα από τα οποία προέρχονταν τα άτομα, το είδος των σχετικών παραβιάσεων, τον χρόνο που χρειάστηκε για τις διαδικασίες, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο τερματίστηκε η παραβίαση, την αναλογία των κυρώσεων που αποφασίστηκαν και τις συστάσεις·

39.  πιστεύει ότι θα πρέπει να συμπεριληφθεί στη διοργανική συμφωνία ρήτρα επανεξέτασης η οποία θα διασφαλίζει ότι δύο έτη μετά τη σύστασή του, το αργότερο, τα συμμετέχοντα θεσμικά όργανα θα είναι σε θέση να εγκρίνουν αξιολόγηση των δραστηριοτήτων του, συμπεριλαμβανομένης μιας ανάλυσης της λειτουργίας των κανόνων και διαδικασιών, και της πείρας που αποκομίστηκε κατά την εφαρμογή τους· τονίζει, ειδικότερα, ότι αυτή η ρήτρα επανεξέτασης θα πρέπει να επικεντρώνεται στην αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας κατά την εκτέλεση της εντολής του φορέα δεοντολογίας της ΕΕ και ότι η αξιολόγηση του Κοινοβουλίου θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις παρατηρήσεις του ίδιου του φορέα δεοντολογίας·

40.  θεωρεί ότι ο νέος φορέας δεοντολογίας της ΕΕ θα πρέπει να έχει την αρμοδιότητα να συμβάλλει με προτάσεις στην ανάπτυξη και την περιοδική επικαιροποίηση ενός κοινού δεοντολογικού πλαισίου για τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων κοινών κανόνων και ενός κοινού υποδείγματος για τις δηλώσεις οικονομικών συμφερόντων σε μηχαναγνώσιμο μορφότυπο, καθώς και μιας πρότασης για την τροποποίηση των αρμοδιοτήτων του, και να το υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο· θεωρεί ότι τα δεοντολογικά πρότυπα όλων των θεσμικών και λοιπών οργάνων θα πρέπει να εναρμονιστούν το συντομότερο δυνατόν· είναι της γνώμης ότι το καθεστώς των Επιτρόπων πρέπει να καταρτιστεί σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία·

41.  προτείνει ότι ο ανεξάρτητος φορέας δεοντολογίας θα πρέπει να εργαστεί για τη θέσπιση κοινού ορισμού της σύγκρουσης συμφερόντων για τα θεσμικά όργανα της ΕΕ με βάση τα υψηλότερα δυνατά πρότυπα· τονίζει ότι πολλά κράτη μέλη έχουν απαιτητικούς κανόνες· σημειώνει τον ορισμό του ΟΟΣΑ για τη σύγκρουση συμφερόντων: «όταν ένα άτομο ή ένας οργανισμός (ιδιωτικός ή κρατικός) είναι σε θέση να εκμεταλλευτεί με οποιονδήποτε τρόπο το επάγγελμα ή την επίσημη ιδιότητά του για προσωπικό ή εταιρικό όφελος»·

42.  ζητεί πλήρη διαφάνεια όσον αφορά όλες τις συνεδριάσεις με ιδιωτικούς φορείς και τους εκπροσώπους τους οι οποίες διοργανώνονται από τον φορέα δεοντολογίας ή περιλαμβάνουν τη συμμετοχή του, συμπεριλαμβανομένων τόσο των κερδοσκοπικών όσο και των μη κερδοσκοπικών οργανώσεων·

43.  επιμένει ότι, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Κοινοβουλίου που αναφέρονται στην παράγραφο 24, οι συστάσεις του φορέα δεοντολογίας της ΕΕ θα πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένες, τεκμηριωμένες και διαθέσιμες στον βουλευτή ή το μέλος του προσωπικού και το οικείο θεσμικό όργανο· πιστεύει ότι τα συμμετέχοντα θεσμικά όργανα θα πρέπει να δεσμευτούν να συνεργάζονται πλήρως σε όλες τις διαδικασίες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνηθείσας διοργανικής συμφωνίας, και ιδίως να κοινοποιούν στον ανεξάρτητο φορέα δεοντολογίας της ΕΕ όλες τις πληροφορίες και τα έγγραφα που απαιτούνται για τον κατάλληλο έλεγχο των δεοντολογικών κανόνων· επισημαίνει ότι οι δραστηριότητες του φορέα δεοντολογίας θα υπόκεινται σε πιθανές καταγγελίες στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή και ότι οι αποφάσεις των συμμετεχόντων θεσμικών οργάνων βάσει των συστάσεων θα συνεχίσουν να υπόκεινται σε έλεγχο ενώπιον του ΔΕΕ·

44.  πιστεύει ότι η βελτίωση της ακεραιότητας, της διαφάνειας και της λογοδοσίας, καθώς και τα υψηλότερα δυνατά πρότυπα δεοντολογικής συμπεριφοράς στα θεσμικά όργανα και στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων της ΕΕ θα πρέπει να αποτελούν μέρος των θεμάτων που θα συζητηθούν στο πλαίσιο της Διάσκεψης για το Μέλλον της Ευρώπης· τονίζει ότι η τελευταία αποτελεί ευκαιρία για τους πολίτες της ΕΕ να συζητήσουν την αναθεώρηση των Συνθηκών και ότι αυτό θα εξασφαλίσει μια σαφή νομική βάση για τη θέσπιση ενός τέτοιου ανεξάρτητου φορέα δεοντολογίας της ΕΕ για όλα τα θεσμικά όργανα μέσω της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας·

45.  ζητεί να δώσει ο ανεξάρτητος φορέας δεοντολογίας το παράδειγμα της διαφάνειας δημοσιεύοντας όλες τις συστάσεις, τις ετήσιες εκθέσεις, τις αποφάσεις και τις δαπάνες σε μηχαναγνώσιμο μορφότυπο ανοικτών δεδομένων που θα είναι διαθέσιμος σε όλους τους πολίτες και σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες της προστασίας δεδομένων· συνιστά ένθερμα να διατίθεται κάθε λογισμικό που αναπτύσσεται για την τήρηση των δεοντολογικών προτύπων στη δημόσια διοίκηση της ΕΕ στο πλαίσιο δωρεάν άδειας λογισμικού με ανοικτή πηγή και να κοινοποιείται σε κάθε θεσμικό όργανο στην Ευρώπη που επιθυμεί να το χρησιμοποιήσει· ζητεί, στο πλαίσιο αυτό, στενότερη συνεργασία με τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων·

46.  καλεί τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι οι ποινικές υποθέσεις που σχετίζονται με παραβιάσεις των κανόνων ακεραιότητας, ιδίως εκείνες στις οποίες εμπλέκονται βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και πολιτικοί των κρατών μελών οι οποίοι διαδραματίζουν ρόλο στη χάραξη πολιτικής της ΕΕ, θα αντιμετωπίζονται με αποτελεσματικό τρόπο και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση·

47.  εκφράζει τη λύπη και την ανησυχία του για την έλλειψη εξέτασης μέτρων πρόληψης και επιβολής ώστε να αποφεύγονται συγκρούσεις συμφερόντων στο πλαίσιο της διαδικασίας της Επιτροπής για τη σύναψη δημόσιων συμβάσεων·

48.  σημειώνει ότι η εφαρμογή των υφιστάμενων κανόνων για τους Επιτρόπους, τους βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και τους υπαλλήλους της ΕΕ έχει παρουσιάσει υπερβολικά πολλές αδυναμίες· υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με έκθεση της Transparency International EU, στις αρχές του 2017 πάνω από το 50 % των πρώην Επιτρόπων και το 30 % των πρώην βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που είχαν αποχωρήσει από την πολιτική εργάζονταν για οργανισμούς εγγεγραμμένους στο Μητρώο Διαφάνειας της ΕΕ· τονίζει, ιδίως για τους εκλεγμένους βουλευτές, την ανάγκη διαφάνειας και λογοδοσίας όσον αφορά τις προσωπικές και οικονομικές δεσμεύσεις· υπογραμμίζει ότι τα ζητήματα διαφάνειας και ακεραιότητας σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο συνδέονται στενά μεταξύ τους· υποστηρίζει, επομένως, το έργο της ομάδας κρατών κατά της διαφθοράς (GRECO) του Συμβουλίου της Ευρώπης και καλεί τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν τις συστάσεις της, ιδίως εκείνες που αφορούν τη δημιουργία ενός αυστηρού κώδικα δεοντολογίας για τους πολιτικούς σε εθνικό επίπεδο και τη θέσπιση κανόνων για την απασχόληση μετά την αποχώρηση από δημόσια υπηρεσία·

49.  ζητεί να ενισχυθεί το υφιστάμενο ρυθμιστικό πλαίσιο και πλαίσιο επιβολής όσον αφορά τις συγκρούσεις συμφερόντων που ανακύπτουν τόσο πριν όσο και μετά τη θητεία σε δημόσια υπηρεσία, προκειμένου να καθοριστούν κατάλληλα, σαφή, δεσμευτικά και αναλογικά όρια μεταξύ δημόσιου, ιδιωτικού και μη κερδοσκοπικού τομέα και να βελτιωθεί, ως εκ τούτου, η αξιοπιστία της ΕΕ έναντι του ευρύτερου κοινού στον τομέα της λήψης αποφάσεων·

50.  τονίζει ότι οι καταστάσεις σύγκρουσης συμφερόντων μετά την αποχώρηση από δημόσια υπηρεσία και εκείνες που αφορούν μεταπηδήσεις από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα είναι ζητήματα συστημικού χαρακτήρα που ανακύπτουν επανειλημμένα και αποτελούν κοινό πρόβλημα για όλα τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ· συνιστά την έγκριση εναρμονισμένων και επαρκών περιόδων αναμονής από όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, και την ενίσχυση της επιβολής τους· θεωρεί ότι οι καταστάσεις σύγκρουσης συμφερόντων θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την ακεραιότητα των θεσμικών οργάνων και των οργανισμών της ΕΕ, διαβρώνοντας κατά συνέπεια την εμπιστοσύνη των πολιτών· υπογραμμίζει την ανάγκη ευθυγράμμισης και επιβολής της σχετικής νομοθεσίας και των κωδίκων δεοντολογίας της ΕΕ, μεταξύ άλλων με σκοπό την απαίτηση πλήρους διαφάνειας όσον αφορά την απασχόληση ή τα έργα που αναλαμβάνουν υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι της ΕΕ μετά την αποχώρησή τους από το δημόσιο αξίωμα, καθώς και τυχόν δευτερεύουσες δραστηριότητες των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου· εκφράζει την άποψη ότι οι κανόνες σχετικά με την πρόληψη συγκρούσεων συμφερόντων έπειτα από την αποχώρηση από δημόσιο αξίωμα ή απασχόληση θα πρέπει να εφαρμόζονται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, με παράλληλη τήρηση των κανόνων για κατάλληλη αποζημίωση· τονίζει την ανάγκη να αντληθούν διδάγματα από τις βέλτιστες πρακτικές στα κράτη μέλη που διαθέτουν ήδη εθνικές αρχές δεοντολογίας με σχετική εμπειρογνωμοσύνη· υπογραμμίζει ότι υπάρχουν διαφορετικές εθνικές πρακτικές όσον αφορά την επιβολή των προτύπων δεοντολογίας· σημειώνει ότι σε ορισμένα κράτη μέλη οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι υποχρεούνται να απέχουν από ψηφοφορίες επί θεμάτων για τα οποία έχουν προσωπικό συμφέρον και, ως εκ τούτου, ζητεί από τους βουλευτές του ΕΚ να μην αναλαμβάνουν καθήκοντα εισηγητή σε παρόμοιες περιπτώσεις· υπενθυμίζει, στο πλαίσιο αυτό, τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του κώδικα δεοντολογίας για τους βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσον αφορά τα οικονομικά συμφέροντα και τις συγκρούσεις συμφερόντων·

51.  υπογραμμίζει ότι, ελλείψει μηχανισμού αφιερωμένου στο καθήκον αυτό, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής, πέραν των άλλων αποστολών του, χειρίζεται καταγγελίες για συγκρούσεις συμφερόντων χωρίς ωστόσο να διαθέτει τα κατάλληλα μέσα και την εξουσία για την επιβολή των αποφάσεών του·

52.  τονίζει ότι ο ανεξάρτητος φορέας δεοντολογίας της ΕΕ δεν θα επαρκεί από μόνος του για την αποτελεσματική αντιμετώπιση καταστάσεων σύγκρουσης συμφερόντων εντός των θεσμικών οργάνων και οργανισμών της ΕΕ· θεωρεί ότι η αναθεώρηση των κανόνων δεοντολογίας και ακεραιότητας της ΕΕ θα μπορούσε να περιλαμβάνει μέτρα όπως η παράταση των περιόδων κοινοποίησης και αναμονής για τους ανώτερους υπαλλήλους σε αναλογική κατά περίπτωση βάση, με παράλληλη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης σύμφωνα με το άρθρο 15 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ενίσχυση της οδηγίας 2014/24/ΕΕ(4) σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις, η υποχρεωτική εκποίηση συμμετοχών σε επιχειρήσεις που υπόκεινται στην εξουσία θεσμικού οργάνου στο οποίο διορίστηκε προσφάτως υπάλληλος ή που έχουν επαφές με το εν λόγω θεσμικό όργανο, η υποχρεωτική εξαίρεση στο πλαίσιο της εξέτασης θεμάτων που αφορούν πρώην υπάλληλο του ιδιωτικού τομέα ή η απαγόρευση της προσωπικής κατοχής μετοχών από Επιτρόπους και ανώτερους υπαλλήλους θεσμικών οργάνων και οργανισμών της ΕΕ κατά τη διάρκεια της θητείας τους· επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς την Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο να προτείνει επανεξέταση του σχετικού νομικού πλαισίου·

53.  εκφράζει την άποψη ότι, εάν βασίζονται σε αντικειμενική διαδικασία με σαφή κριτήρια, οι μεγαλύτερες περίοδοι αναμονής για ανώτερους υπαλλήλους που αποχωρούν από οργανισμό ή θεσμικό όργανο αποτελούν δικαιολογημένα νομικά μέτρα για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος και της ακεραιότητας των δημόσιων φορέων·

54.  εκφράζει την ανησυχία του όσον αφορά τις διαδικασίες διορισμού ανώτερων υπαλλήλων της ΕΕ και τον χειρισμό των συγκρούσεων συμφερόντων μελών της Επιτροπής, καθώς και των παραβιάσεων του κώδικα δεοντολογίας των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, όπως και όσον αφορά τον έλεγχο των υποχρεώσεων διαφάνειας και την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τους κανόνες για τη μεταπήδηση στον ιδιωτικό τομέα·

55.  φρονεί ότι τα θεσμικά όργανα της ΕΕ θα πρέπει να τηρούν αυστηρά πρότυπα δεοντολογίας ώστε να αποτρέπονται περιπτώσεις μεταπήδησης στον ιδιωτικό τομέα ή σύγκρουσης συμφερόντων, μεταξύ δε άλλων και όσον αφορά διορισμούς σε ανώτερες θέσεις στα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ·

56.  θεωρεί ότι οι διαδικασίες επιλογής υποψηφίων για ανώτερες θέσεις πρέπει να διεξάγονται βάσει απολύτως αντικειμενικών κριτηρίων και να καθίστανται πλήρως διαφανείς για το ευρύ κοινό· τονίζει ότι θα πρέπει να θεσπιστεί ένα πλαίσιο για ερωτήσεις και ενστάσεις, συνοδευόμενο από ανοικτές διαδικασίες παρακολούθησης και από τη δυνατότητα ακύρωσης αποφάσεων οι οποίες αποδεικνύεται ότι στερούνται επαρκούς διαφάνειας και ακεραιότητας· τονίζει ότι οι διαδικασίες θα πρέπει να αξιολογούνται τακτικά, με σκοπό τον έλεγχο της αποτελεσματικότητάς τους και την πραγματοποίηση βελτιώσεων, όπου αυτό απαιτείται·

57.  τονίζει ότι το Κοινοβούλιο πρέπει να διαδραματίζει καίριο ρόλο στο πλαίσιο της διαδικασίας ενίσχυσης του υφιστάμενου εποπτικού συστήματος της ΕΕ σε θέματα δεοντολογίας το οποίο εφαρμόζεται σε όλα τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της ΕΕ, ώστε να αυξηθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στις ενωσιακές διαδικασίες λήψης αποφάσεων·

o
o   o

58.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

(1) ΕΕ C 337 της 20.9.2018, σ. 120.
(2) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P9_TA(2020)0327.
(3) ΕΕ L 262 της 7.10.2005, σ. 1.
(4) Οδηγία 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις δημόσιες προμήθειες και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ (ΕΕ L 94 της 28.3.2014, σ. 65).

Τελευταία ενημέρωση: 12 Ιανουαρίου 2022Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου - Πολιτική απορρήτου