Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις

Η δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων και διαταγών και περιλαμβάνει μέτρα για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σε διάφορους τομείς. Η Συνθήκη της Λισαβόνας παρέχει μια ισχυρότερη βάση για την ανάπτυξη ενός χώρου ποινικής δικαιοσύνης, ενώ παράλληλα προβλέπει νέες εξουσίες για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Νομική βάση

Άρθρα 82 έως 86 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ).

Στόχοι

Η σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα σύνορα εντός της ΕΕ έχει διευκολύνει σημαντικά την ελεύθερη κυκλοφορία των ευρωπαίων πολιτών αλλά έχει επίσης καταστήσει ευκολότερη και τη διαμεθοριακή δράση των εγκληματιών. Προκειμένου να αντιμετωπιστεί η πρόκληση του διασυνοριακού εγκλήματος, ο χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης (ΧΕΑΔ) περιλαμβάνει μέτρα για την προώθηση της δικαστικής συνεργασίας, μεταξύ των κρατών μελών, σε ποινικές υποθέσεις. Αφετηρία αποτελεί η τήρηση της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης. Έχουν εγκριθεί συγκεκριμένα μέτρα για την καταπολέμηση του διεθνικού εγκλήματος και της τρομοκρατίας, καθώς και για τη διασφάλιση της προστασίας των δικαιωμάτων των θυμάτων, των υπόπτων και των κρατουμένων σε ολόκληρη την Ένωση.

Επιτεύγματα

A. Κύριες νομοθετικές προτάσεις για τη δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις

1. Διαδικασίες έγκρισης

Σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ, τα περισσότερα μέτρα για τη δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις εγκρίνονται σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία και υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, ακόμη και αν παραμεριστούν τα ειδικά χαρακτηριστικά του Χώρου Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης, οι ρήτρες αυτοεξαίρεσης για την Ιρλανδία και τη Δανία, (βλ. πρωτόκολλα 21 και 22 προσαρτημένα στη ΣΛΕΕ) και ο προνομιακός ρόλος των εθνικών κοινοβουλίων (βλ. πρωτόκολλα 1 και 2), οι τομείς της αστυνομικής και της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις δεν έχουν ενταχθεί πλήρως στο ενωσιακό πλαίσιο και διατηρούν σε κάποιο βαθμό τα αρχικά τους χαρακτηριστικά, πριν από τη Συνθήκη της Λισαβόνας:

  • πέρα από την Επιτροπή, αρμοδιότητα πρωτοβουλίας έχουν και τα κράτη μέλη, υπό την προϋπόθεση ότι εκπροσωπούν το ένα τέταρτο των μελών του Συμβουλίου (άρθρο 76 της ΣΛΕΕ)·
  • ζητείται απλώς η γνώμη του Κοινοβουλίου σχετικά με ειδικά μέτρα για τη δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις, τα οποία εγκρίνονται, ακολούθως, ομόφωνα από το Συμβούλιο. Εάν δεν επιτευχθεί ομοφωνία στο Συμβούλιο, υπάρχει ακόμη η δυνατότητα να συνεργαστούν εννέα ή περισσότερα κράτη μέλη στη βάση της ενισχυμένης συνεργασίας.

2. Κύριες νομοθετικές πράξεις που έχουν εγκριθεί βάσει της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας

a. Κοινά ελάχιστα πρότυπα για τις ποινικές διαδικασίες:

  • Οδηγία 2010/64/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 2010, σχετικά με το δικαίωμα σε διερμηνεία και μετάφραση κατά την ποινική διαδικασία·
  • Οδηγία 2012/13/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2012, σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών·
  • Οδηγία 2013/48/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2013, σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας και διαδικασίας εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, καθώς και σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης τρίτου προσώπου σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας του και με το δικαίωμα επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα και προξενικές αρχές κατά τη διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας·
  • Οδηγία (ΕΕ) 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας·
  • Οδηγία (ΕΕ) 2016/800 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, σχετικά με τις δικονομικές εγγυήσεις για τα παιδιά που είναι ύποπτοι ή κατηγορούμενοι στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών·
  • Οδηγία (ΕΕ) 2016/1919 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2016, σχετικά με τη δικαστική αρωγή για υπόπτους και κατηγορουμένους στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών και για καταζητουμένους σε διαδικασίες εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.

b. Την καταπολέμηση της τρομοκρατίας:

  • Οδηγία (EE) 2016/681 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, σχετικά με τη χρήση των δεδομένων που περιέχονται στις καταστάσεις ονομάτων επιβατών (PNR) για την πρόληψη, ανίχνευση, διερεύνηση και δίωξη τρομοκρατικών και σοβαρών εγκλημάτων·
  • Οδηγία (ΕΕ) 2017/541 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2017, για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2002/475/ΔΕΥ του Συμβουλίου και για την τροποποίηση της απόφασης 2005/671/ΔΕΥ του Συμβουλίου.

c. Την καταπολέμηση της διαφθοράς, του ηλεκτρονικού εγκλήματος, της απάτης και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες:

  • Οδηγία 2013/40/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Αυγούστου 2013, για τις επιθέσεις κατά συστημάτων πληροφοριών και την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2005/222/ΔΕΥ του Συμβουλίου·
  • Οδηγία 2014/42/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Απριλίου 2014, σχετικά με τη δέσμευση και τη δήμευση οργάνων και προϊόντων εγκλήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση·
  • Οδηγία 2014/57/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, περί ποινικών κυρώσεων για την κατάχρηση αγοράς (οδηγία για την κατάχρηση αγοράς)·
  • Οδηγία 2014/62/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, σχετικά με την προστασία του ευρώ και άλλων νομισμάτων από την παραχάραξη και την κιβδηλεία μέσω του ποινικού δικαίου, και για την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2000/383/ΔΕΥ του Συμβουλίου·
  • Οδηγία (ΕΕ) 2017/1371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2017, σχετικά με την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης·
  • Οδηγία (ΕΕ) 2018/843 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2018, για την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (ΕΕ L 156 της 5.6.2015, σ. 43).
  • Oδηγία (ΕΕ) 2018/1673 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2018, σχετικά με την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες μέσω του ποινικού δικαίου·
  • Kανονισμός (ΕΕ) 2018/1805 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Νοεμβρίου 2018, σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση των αποφάσεων δέσμευσης και δήμευσης·
  • Oδηγία (ΕΕ) 2019/713 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 2019, για την καταπολέμηση της απάτης και της πλαστογραφίας μέσων πληρωμής πλην των μετρητών και την αντικατάσταση της απόφασης-πλαίσιο 2001/413/ΔΕΥ του Συμβουλίου.

d. Ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ κρατών μελών και των οργανισμών της ΕΕ:

  • Oδηγία 2014/41/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Απριλίου 2014, περί της ευρωπαϊκής εντολής έρευνας σε ποινικές υποθέσεις·
  • Kανονισμός (EE) 2018/1726 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Νοεμβρίου 2018, σχετικά με τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη λειτουργική διαχείριση συστημάτων ΤΠ μεγάλης κλίμακας στον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης (eu-LISA), και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1987/2006 και της απόφασης 2007/533/ΔΕΥ του Συμβουλίου και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1077/2011·
  • Kανονισμός (ΕΕ) 2018/1862 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2018, σχετικά με την εγκατάσταση, τη λειτουργία και τη χρήση του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν (SIS) στον τομέα της αστυνομικής συνεργασίας και της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις, την τροποποίηση και κατάργηση της απόφασης 2007/533/ΔΕΥ του Συμβουλίου και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1986/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της απόφασης 2010/261/ΕΕ της Επιτροπής·
  • Kανονισμός (ΕΕ) 2019/816 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 2019, για τη θέσπιση κεντρικού συστήματος εντοπισμού των κρατών μελών που διαθέτουν πληροφορίες σχετικά με καταδικαστικές αποφάσεις εις βάρος υπηκόων τρίτων χωρών και ανιθαγενών (ECRIS-TCN) με σκοπό τη συμπλήρωση του Ευρωπαϊκού Συστήματος Πληροφοριών Ποινικού Μητρώου, και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1726. Ο κανονισμός αυτός συνδέεται με την οδηγία 2019/884, της 17ης Απριλίου 2019, για την τροποποίηση της απόφασης-πλαισίου 2009/315/ΔΕΥ του Συμβουλίου όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με υπηκόους τρίτων χωρών και όσον αφορά το Ευρωπαϊκό Σύστημα Πληροφοριών Ποινικού Μητρώου (ECRIS)·
  • Κανονισμός (ΕΕ) 2019/818 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2019, για τη θέσπιση πλαισίου διαλειτουργικότητας μεταξύ των συστημάτων πληροφοριών της ΕΕ στον τομέα της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας, του ασύλου και της μετανάστευσης και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) 2018/1726, (ΕΕ) 2018/1862 και (ΕΕ) 2019/816.

e. Προστασία των θυμάτων:

  • Οδηγία 2011/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2011, για την πρόληψη και την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων και για την προστασία των θυμάτων της, καθώς και για την αντικατάσταση της απόφασης-πλαίσιο 2002/629/ΔΕΥ του Συμβουλίου·
  • Οδηγία 2011/93/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας και την αντικατάσταση της απόφασης-πλαίσιο 2004/68/ΔΕΥ του Συμβουλίου·
  • Οδηγία 2011/99/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, περί της ευρωπαϊκής εντολής προστασίας·
  • Οδηγία 2012/29/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, για τη θέσπιση ελάχιστων προτύπων σχετικά με τα δικαιώματα, την υποστήριξη και την προστασία θυμάτων της εγκληματικότητας και για την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2001/220/ΔΕΥ του Συμβουλίου.

B. Οργανισμοί για τη δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις και άλλα σχετικά όργανα

1. Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεργασία στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης (Eurojust)

Η Eurojust ενθαρρύνει και βελτιώνει τον συντονισμό των ερευνών και των διώξεων, καθώς και τη συνεργασία μεταξύ των αρχών των κρατών μελών. Ειδικότερα, διευκολύνει την εκτέλεση διεθνών αιτήσεων αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής και την εκτέλεση αιτήσεων έκδοσης. Η Eurojust υποστηρίζει τις αρχές των κρατών μελών με κάθε τρόπο, προκειμένου να καταστούν αποτελεσματικότερες οι έρευνές τους και οι διώξεις του διασυνοριακού εγκλήματος.

Η Eurojust μπορεί να συνδράμει κράτος μέλος, κατόπιν αιτήματός του, σε έρευνες και διώξεις που αφορούν το επίμαχο κράτος μέλος και μια τρίτη χώρα, εφόσον η Eurojust και η τρίτη χώρα έχουν συνάψει συμφωνία συνεργασίας ή εάν έχει αποδειχθεί ουσιώδες συμφέρον.

Η Eurojust καλύπτει τα ίδια είδη εγκλημάτων και αδικημάτων για τα οποία έχει αρμοδιότητα ο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ), όπως η τρομοκρατία, η παράνομη διακίνηση ναρκωτικών, η εμπορία ανθρώπων, η παραχάραξη, η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, το έγκλημα στον κυβερνοχώρο, τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας ή των δημοσίων αγαθών, συμπεριλαμβανομένης της απάτης και της διαφθοράς, τα ποινικά αδικήματα που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το περιβαλλοντικό έγκλημα και η συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση. Η Eurojust δύναται, κατόπιν αιτήσεως κράτους μέλους, να συνδράμει επίσης σε έρευνες και διώξεις άλλων ειδών αξιόποινων πράξεων.

Το προηγούμενο νομικό πλαίσιο για την Eurojust (απόφαση 2009/426/JHA του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, για την ενίσχυση της Eurojust και την τροποποίηση της απόφασης 2002/187/JHA σχετικά με τη σύσταση της Eurojust προκειμένου να ενισχυθεί η καταπολέμηση των σοβαρών μορφών εγκλήματος), τέθηκε σε ισχύ την 4 Ιουνίου 2009. Ωστόσο, από τις 12 Δεκεμβρίου 2019, εφαρμόζεται ο κανονισμός (ΕΕ) 2018/1727 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Νοεμβρίου 2018, σχετικά με τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Ποινικής Δικαιοσύνης (Eurojust) και την αντικατάσταση και κατάργηση της απόφασης 2002/187/ΔΕΥ του Συμβουλίου.

Η Eurojust δημοσιεύει ετήσιες εκθέσεις. Στις 9 Οκτωβρίου 2020, οι υπουργοί Δικαιοσύνης ενέκριναν τα συμπεράσματα του Συμβουλίου σχετικά με την ετήσια έκθεση της Eurojust για το 2019. Στις 23 Μαρτίου 2021, η Eurojust δημοσίευσε την ετήσια έκθεσή της για το 2020.

Η έδρα της βρίσκεται στην Χάγη, στις Κάτω Χώρες.

2. H Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO)

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2017/1939, της 12ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO) έχει τεθεί σε ισχύ από τις 20 Νοεμβρίου 2017. Στο νομοθετικό του ψήφισμα της 5ης Οκτωβρίου 2017, το Κοινοβούλιο έδωσε την έγκρισή του στο σχέδιο κανονισμού του Συμβουλίου.

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποτελεί ανεξάρτητη υπηρεσία υπεύθυνη για τη διερεύνηση, τη δίωξη και τη διαχείριση της δικαιοσύνης για εγκλήματα κατά του προϋπολογισμού της ΕΕ, όπως η απάτη, η διαφθορά ή η διασυνοριακή απάτη στον τομέα του ΦΠΑ, αξίας άνω των 10 εκατ. EUR. Ο κατάλογος των εγκλημάτων θα μπορούσε να επεκταθεί στο μέλλον ώστε να συμπεριλάβει, για παράδειγμα, την τρομοκρατία.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έχουν διορίσει με κοινή συμφωνία ως τον πρώτο ευρωπαίο γενικό εισαγγελέα, την Laura Codruța Kövesi, για μια μη ανανεώσιμη θητεία επτά ετών.

Μέχρι τούδε (έως τον Απρίλιο του 2021), 22 κράτη μέλη έχουν προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και τα λίγα κράτη μέλη που επί του παρόντος δεν συμμετέχουν μπορούν να συμμετάσχουν ανά πάσα στιγμή. Η κεντρική υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας εδρεύει στο Λουξεμβούργο, μαζί με τα γραφεία του Γενικού Εισαγγελέα, καθώς και ένα σώμα εισαγγελέων που αποτελείται από μέλη από όλα τα συμμετέχοντα κράτη μέλη. Θα είναι επικεφαλής στις ποινικές έρευνες που διεξάγονται από τους εντεταλμένους εισαγγελείς σε καθημερινή βάση.

Η ημερομηνία ανάληψης από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία των διερευνητικών και διωκτικών καθηκόντων της θα καθοριστεί από την Επιτροπή βάσει πρότασης του Ευρωπαίου Γενικού Εισαγγελέα και κατόπιν της σύστασης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, όταν θα έχει οργανωθεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Οι διαδικασίες επιλογής των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη σε ορισμένα κράτη μέλη. Οι εργασιακές διευθετήσεις και οι προσλήψεις προσωπικού βρίσκονται στα τελικά στάδια. Η αναμενόμενη ημερομηνία έναρξης των δραστηριοτήτων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας είναι η 1 Ιουνίου 2021.

Ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Το Κοινοβούλιο έχει διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο στη διαμόρφωση της ενωσιακής νομοθεσίας στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις και η καταπολέμηση του εγκλήματος και της διαφθοράς συνιστούν προτεραιότητα για το Κοινοβούλιο. Εργάζεται επί της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις επί ίσοις όροις με το Συμβούλιο. Η συνήθης νομοθετική διαδικασία εφαρμόζεται σε όλους σχεδόν τους τομείς του ποινικού δικαίου της ΕΕ, με ελάχιστες εξαιρέσεις — συμπεριλαμβανομένης, ιδιαιτέρως, της διαδικασίας έγκρισης για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

Η Eurojust αποτελεί το βασικό μέσο για την επίτευξη δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις μεταξύ των κρατών μελών. Στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης της Eurojust, το Κοινοβούλιο τάχθηκε ενεργά υπέρ ενός διεξοδικότερου κοινοβουλευτικού ελέγχου και της βελτίωσης των κανόνων προστασίας των δεδομένων.

Την 1η Δεκεμβρίου 2020, το Κοινοβούλιο διοργάνωσε (μέσω εξ αποστάσεως συμμετοχής λόγω της νόσου COVID-19) την πρώτη διακοινοβουλευτική συνεδρίαση επιτροπών (ΔΣΕ) σχετικά με την αξιολόγηση των δραστηριοτήτων της Eurojust. Η ΔΣΕ είχε ως αντικείμενο την πρώτη αξιολόγηση των δραστηριοτήτων της Eurojust από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα εθνικά κοινοβούλια σύμφωνα με το άρθρο 85 της ΣΛΕΕ και τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1727.

Το Κοινοβούλιο, στις 20 Ιανουαρίου 2021, ενέκρινε ψήφισμα σχετικά με την εφαρμογή του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (έκθεση εφαρμογής σχετικά με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584/JHA του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, που εγκρίθηκε πριν από τη Συνθήκη της Λισαβόνας). Στο εν λόγω ψήφισμα, το Κοινοβούλιο προέβη σε αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της απλουστευμένης διασυνοριακής δικαστικής διαδικασίας παράδοσης, η οποία το 2004 αντικατέστησε τις χρονοβόρες διαδικασίες έκδοσης της ΕΕ, βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων.

Το Κοινοβούλιο προετοιμάζει επί του παρόντος εκθέσεις (και ψηφίσματα) σχετικά με τα ακόλουθα ζητήματα: την καταπολέμηση της έμφυλης βίας και της βίας στον κυβερνοχώρο· την τεχνητή νοημοσύνη στο ποινικό δίκαιο και τη χρήση της από την αστυνομία και τις δικαστικές αρχές σε ποινικές υποθέσεις· την πρόληψη και την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων, καθώς και την προστασία των θυμάτων· την ευρωπαϊκή εντολή υποβολής και ευρωπαϊκή εντολή διατήρησης ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων σε ποινικές υποθέσεις.

Στις 28 Απριλίου 2021, το Κοινοβούλιο ενέκρινε σε δεύτερη ανάγνωση πρόταση κανονισμού σχετικά με την πρόληψη της διάδοσης τρομοκρατικού περιεχομένου στο διαδίκτυο, με τον οποίο κανονισμό θα υποχρεούνται οι διαδικτυακές πλατφόρμες να αφαιρούν επισημασμένο περιεχόμενο ή να απενεργοποιούν την πρόσβαση σε αυτό σε όλα τα κράτη μέλη εντός μίας ώρας από την παραλαβή αιτήματος απόσυρσης.

Το Κοινοβούλιο θα παρακολουθήσει επίσης τις πρόσφατες και επικείμενες πρωτοβουλίες της Επιτροπής στους τομείς της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, του οργανωμένου εγκλήματος, του ηλεκτρονικού εγκλήματος, των δικαιωμάτων των θυμάτων, της ψηφιοποίησης της δικαιοσύνης, της κατάρτισης των δικαστικών, των εξελίξεων στον τομέα του κράτους δικαίου στον τομέα της δικαιοσύνης και της ρητορικής μίσους στο διαδίκτυο.

Οι πολιτικές για τη δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις εξακολουθούν να αναπτύσσονται, με ιδιαίτερη έμφαση στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των απειλών και της εγκληματικότητας σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Το Κοινοβούλιο έχει εγκρίνει ειδικά μέτρα για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, του διεθνικού εγκλήματος, της διαφθοράς, της απάτης και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, καθώς και για την προστασία των δικαιωμάτων των θυμάτων, των υπόπτων και των κρατουμένων σε ολόκληρη την Ένωση. Εγκρίθηκαν επίσης διάφορα μέτρα που αποσκοπούν στη βελτίωση της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών.

 

Alessandro Davoli