Αστυνομική συνεργασία

Ο οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) αποτελεί τον βασικό άξονα της ευρύτερης ενωσιακής υποδομής για την εσωτερική ασφάλεια. Η συνεργασία και οι πολιτικές στον τομέα της επιβολής του νόμου εξακολουθούν να αναπτύσσονται, με ιδιαίτερη έμφαση στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας, του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο και άλλων σοβαρών και οργανωμένων μορφών εγκλήματος. Βασικός στόχος είναι να καταστεί η Ευρώπη μια ασφαλέστερη περιοχή προς όφελος όλων των πολιτών της ΕΕ, όπου ταυτόχρονα θα γίνονται σεβαστά τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι κανόνες για την προστασία των δεδομένων, όπως έχει ζητήσει επανειλημμένα το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Νομική βάση

Άρθρα 33, (τελωνειακή συνεργασία), 87, 88 και 89 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ).

Στόχοι

Η αποτελεσματική αστυνομική συνεργασία είναι νευραλγικής σημασίας, προκειμένου η Ένωση να μετατραπεί σε χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, που θα βασίζεται στον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η διασυνοριακή συνεργασία στον τομέα της επιβολής του νόμου, στην οποία εμπλέκονται οι αστυνομικές, τελωνειακές και άλλες αρχές επιβολής του νόμου, αποβλέπει στην πρόληψη, τον εντοπισμό και τη διερεύνηση ποινικών αδικημάτων σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην πράξη, αυτή η συνεργασία αφορά κατά βάση τις σοβαρές μορφές εγκληματικότητας (όπως το οργανωμένο έγκλημα, η διακίνηση ναρκωτικών, η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η παραχάραξη νομίσματος, η εμπορία ανθρώπων, εγκλήματα στον κυβερνοχώρο) και την τρομοκρατία. Η Ευρωπόλ είναι ο οργανισμός της ΕΕ για την επιβολή του νόμου.

Επιτεύγματα

A. Απαρχές

Η αστυνομική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών άρχισε το 1976 μέσω της αποκαλούμενης «ομάδας Trevi», ενός διακυβερνητικού δικτύου εκπροσώπων των Υπουργείων Δικαιοσύνης και Εσωτερικών. Στη συνέχεια, η Συνθήκη του Μάαστριχτ καθόρισε τα ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος που θεμελίωσαν την ανάγκη για αστυνομική συνεργασία (τρομοκρατία, ναρκωτικά και άλλες μορφές διεθνούς εγκληματικότητας). Έθεσε επίσης την αρχή, βάσει της οποίας δημιουργήθηκε μια «Ευρωπαϊκή Αστυνομική Υπηρεσία» (Ευρωπόλ), η οποία υλοποιήθηκε αρχικά ως Μονάδα Ναρκωτικών Ευρωπόλ. Η Σύμβαση Ευρωπόλ υπεγράφη στις 26 Ιουλίου 1995, επισήμως όμως η υπηρεσία άρχισε να ασκεί τα καθήκοντά της μόλις την 1η Ιουλίου 1999, βάσει των ενισχυμένων αρμοδιοτήτων της που κατοχυρώθηκαν με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ (που υπεγράφη στις 2 Οκτωβρίου 1997). Ωστόσο, είχε ήδη σημειωθεί πρόοδος στον τομέα της αστυνομικής συνεργασίας πριν από την ίδρυση της Ευρωπόλ. H διασυνοριακή αστυνομική συνεργασία είχε ήδη ξεκινήσει με τη δημιουργία του Χώρου Σένγκεν το 1985, στον οποίο αρχικά συμμετείχε περιορισμένος αριθμός κρατών μελών (βλέπε επίσης δελτίο 4.2.4). Με την έναρξη ισχύος της Συνθήκης του Άμστερνταμ, το κεκτημένο του Σένγκεν, συμπεριλαμβανομένων των πτυχών που σχετίζονταν με την αστυνομική συνεργασία, ενσωματώθηκε στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αν και περιλήφθηκε στον τρίτο πυλώνα που έχει ως αντικείμενο τη διακυβερνητική συνεργασία. Η ίδια διακυβερνητική προσέγγιση χρησιμοποιήθηκε για τα μέτρα αστυνομικής συνεργασίας που θεσπίστηκαν από έναν μικρό αριθμό κρατών μελών στο πλαίσιο της Συνθήκης του Prüm, η οποία περιείχε διατάξεις σχετικά με την ανταλλαγή DNA, δακτυλικών αποτυπωμάτων και λεπτομερών στοιχείων όσον αφορά την ταξινόμηση οχημάτων. Η Συνθήκη του Prüm ενσωματώθηκε πλήρως στην έννομη τάξη της Ένωσης με την απόφαση του Συμβουλίου 2008/615/ΔΕΥ της 23ης Ιουνίου 2008.

B. Ισχύον θεσμικό πλαίσιο

Το θεσμικό πλαίσιο απλοποιήθηκε σημαντικά με τη Συνθήκη της Λισαβόνας (ΣΛΕΕ) και πλέον τα περισσότερα μέτρα αστυνομικής συνεργασίας εγκρίνονται βάσει της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας (συναπόφαση) και υπόκεινται σε έλεγχο νομιμότητας από το Δικαστήριο. Ωστόσο, πέρα από το γεγονός ότι ο Χώρος Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης έχει ούτως ή άλλως ειδικά χαρακτηριστικά [ρήτρες εξαίρεσης για την Ιρλανδία και τη Δανία (πρωτόκολλα 21 και 22 προσαρτημένα στη ΣΛΕΕ) και προνομιακός ρόλος των εθνικών κοινοβουλίων (πρωτόκολλα 1 και 2)], οι τομείς της αστυνομικής και της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις δεν έχουν ενταχθεί πλήρως στο κοινοτικό πλαίσιο και διατηρούν σε κάποιο βαθμό τα αρχικά τους χαρακτηριστικά:

  • εκτός από την Επιτροπή, αρμοδιότητα πρωτοβουλίας έχουν και τα κράτη μέλη, υπό την προϋπόθεση ότι εκπροσωπούν το ένα τέταρτο των μελών του Συμβουλίου (άρθρο 76 της ΣΛΕΕ)·
  • το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απλά καλείται να εκφράσει τη γνώμη του για μέτρα επιχειρησιακής συνεργασίας, τα οποία εγκρίνονται ομόφωνα από το Συμβούλιο. Εάν δεν επιτευχθεί ομοφωνία στο Συμβούλιο, υπάρχει η δυνατότητα να συνεργαστούν εννέα ή περισσότερα κράτη μέλη στο πλαίσιο ενισχυμένης συνεργασίας. Στην περίπτωση αυτή, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αναστέλλει τη διαδικασία προκειμένου να επιτευχθεί συναίνεση («ρήτρα συγκράτησης» σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ).

C. Κύριες νομοθετικές πράξεις στον τομέα της αστυνομικής συνεργασίας που έχουν εγκριθεί δυνάμει της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας

  • Οδηγία 2013/40/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Αυγούστου 2013, για τις επιθέσεις κατά συστημάτων πληροφοριών και την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2005/222/ΔΕΥ του Συμβουλίου (γνωστή ως οδηγία για το κυβερνοέγκλημα). Τα κράτη μέλη κλήθηκαν να ενσωματώσουν την οδηγία στην εθνική τους νομοθεσία το αργότερο έως τις 4 Σεπτεμβρίου 2015·
  • Κανονισμός (ΕΕ) 2015/2219 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Κατάρτιση στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (ΕΑΑ) και για την αντικατάσταση και κατάργηση της απόφασης 2005/681/ΔΕΥ του Συμβουλίου, σε ισχύ από 1η Ιουλίου 2016·
  • Οδηγία (ΕΕ) 2016/681 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, σχετικά με τη χρήση των δεδομένων που περιέχονται στις καταστάσεις ονομάτων επιβατών (PNR) για την πρόληψη, ανίχνευση, διερεύνηση και δίωξη τρομοκρατικών και σοβαρών εγκλημάτων. Τα κράτη μέλη κλήθηκαν να ενσωματώσουν την οδηγία στην εθνική τους νομοθεσία το αργότερο έως τις 25 Μαΐου 2018·
  • Κανονισμός (ΕΕ) 2016/794 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, για τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) και την αντικατάσταση και κατάργηση των αποφάσεων του Συμβουλίου 2009/371/ΔΕΥ, 2009/934/ΔΕΥ, 2009/935/ΔΕΥ, 2009/936/ΔΕΥ και 2009/968/ΔΕΥ, σε ισχύ από 1η Μαΐου 2017·
  • Οδηγία (EE) 2016/1148 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουλίου 2016, σχετικά με μέτρα για υψηλό κοινό επίπεδο ασφάλειας συστημάτων δικτύου και πληροφοριών σε ολόκληρη την Ένωση. Τα κράτη μέλη κλήθηκαν να ενσωματώσουν την οδηγία στην εθνική τους νομοθεσία το αργότερο έως τις 9 Μαΐου 2018·
  • Οδηγία (ΕΕ) 2017/541 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2017, για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2002/475/ΔΕΥ του Συμβουλίου και για την τροποποίηση της απόφασης 2005/671/ΔΕΥ του Συμβουλίου. Τα κράτη μέλη κλήθηκαν να ενσωματώσουν την οδηγία στην εθνική τους νομοθεσία το αργότερο έως τις 8 Σεπτεμβρίου 2018·
  • Οδηγία (ΕΕ) 2017/853 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2017, για την τροποποίηση της οδηγίας 91/477/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με τον έλεγχο της απόκτησης και της κατοχής όπλων Τα κράτη μέλη κλήθηκαν να ενσωματώσουν την οδηγία στην εθνική τους νομοθεσία το αργότερο έως τις 14 Σεπτεμβρίου 2018·
  • Κανονισμός (EE) 2018/1726 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Νοεμβρίου 2018, σχετικά με τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη λειτουργική διαχείριση συστημάτων ΤΠ μεγάλης κλίμακας στον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης (eu-LISA), και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1987/2006 και της απόφασης 2007/533/ΔΕΥ του Συμβουλίου και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1077/2011, σε ισχύ από 11ης Δεκεμβρίου 2018·
  • Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1862 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2018, σχετικά με την εγκατάσταση, τη λειτουργία και τη χρήση του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν (SIS) στον τομέα της αστυνομικής συνεργασίας και της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις, την τροποποίηση και κατάργηση της απόφασης 2007/533/ΔΕΥ του Συμβουλίου και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1986/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της απόφασης 2010/261/ΕΕ της Επιτροπής, σε ισχύ από 28ης Δεκεμβρίου 2021 το αργότερο·
  • Κανονισμός (ΕΕ) 2019/818 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2019, για τη θέσπιση πλαισίου διαλειτουργικότητας μεταξύ των συστημάτων πληροφοριών της ΕΕ στον τομέα της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας, του ασύλου και της μετανάστευσης και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) 2018/1726, (ΕΕ) 2018/1862 και (ΕΕ) 2019/816.
  • Οδηγία (ΕΕ) 2019/1153 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019, για τη θέσπιση κανόνων με σκοπό τη διευκόλυνση της χρήσης χρηματοοικονομικών και άλλων πληροφοριών για την πρόληψη, την ανίχνευση, τη διερεύνηση ή τη δίωξη ορισμένων ποινικών αδικημάτων και την κατάργηση της απόφασης 2000/642/ΔΕΥ του Συμβουλίου. Τα κράτη μέλη κλήθηκαν να ενσωματώσουν την οδηγία στην εθνική τους νομοθεσία το αργότερο έως την 1η Αυγούστου 2021.

D. Οι οργανισμοί και τα υπόλοιπα όργανα αστυνομικής συνεργασίας

1. Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ)

Η Ευρωπόλ είναι ένας οργανισμός με βασικό στόχο την ενίσχυση της ασφάλειας της Ευρώπης. Στηρίζει τα κράτη μέλη της ΕΕ στην καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, της τρομοκρατίας, του κυβερνοεγκλήματος και άλλων σοβαρών μορφών οργανωμένου εγκλήματος. Επίσης συνεργάζεται με πολλά κράτη εταίρους εκτός ΕΕ και διεθνείς οργανισμούς. Η Ευρωπόλ λειτουργεί ως κέντρο υποστήριξης των επιχειρήσεων επιβολής του νόμου και ως κόμβος ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με εγκληματικές δραστηριότητες.

Τα εγκληματικά και τρομοκρατικά δίκτυα μεγάλης κλίμακας αποτελούν σοβαρή απειλή για την εσωτερική ασφάλεια της ΕΕ. Οι μεγαλύτερες απειλές για την ασφάλεια προέρχονται από την τρομοκρατία, το διεθνές λαθρεμπόριο ναρκωτικών και τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, την οργανωμένη απάτη, την παραχάραξη νομίσματος και την εμπορία ανθρώπων.

Η Ευρωπόλ έχει συγκροτήσει τις εξής ειδικές μονάδες, μεταξύ άλλων, για την αντιμετώπιση των εν λόγω απειλών:

  • το Ευρωπαϊκό Κέντρο για τα εγκλήματα στον κυβερνοχώρο (EC3) που ενισχύει την επιβολή του νόμου όσον αφορά το κυβερνοέγκλημα στην ΕΕ και, ως εκ τούτου, συμβάλλει στην προστασία των πολιτών, των επιχειρήσεων και των κυβερνήσεων της Ευρώπης από το διαδικτυακό έγκλημα·
  • το Ευρωπαϊκό Κέντρο κατά της Παράνομης Διακίνησης Μεταναστών (EMSC) που στηρίζει τα κράτη μέλη της ΕΕ όσον αφορά τη στοχοθέτηση και την εξάρθρωση των πολύπλοκων και σύνθετων εγκληματικών δικτύων που εμπλέκονται στην παράνομη διακίνηση μεταναστών·
  • το Ευρωπαϊκό Αντιτρομοκρατικό Κέντρο της Ευρωπόλ (ECTC) που αποτελεί επιχειρησιακό κέντρο και κόμβο εμπειρογνωμοσύνης και αντανακλά την αυξανόμενη ανάγκη της ΕΕ να ενισχύσει την αντίδρασή της στην τρομοκρατία·
  • τον συντονισμένο συνασπισμός κατά του εγκλήματος στον τομέα της διανοητικής ιδιοκτησίας (IPC3) που παρέχει επιχειρησιακή και τεχνική υποστήριξη στις υπηρεσίες επιβολής του νόμου και σε άλλους εταίρους·
  • το Ευρωπαϊκό Κέντρο Χρηματοοικονομικού και Οικονομικού Εγκλήματος (EFECC) που αποτελεί μια επιχειρησιακή πλατφόρμα για τη στήριξη των κρατών μελών σε εν εξελίξει υποθέσεις στους τομείς του χρηματοπιστωτικού και οικονομικού εγκλήματος·
  • το FIU.net, ένα αποκεντρωμένο και εξελιγμένο δίκτυο υπολογιστών που υποστηρίζει τις μονάδες χρηματοοικονομικών πληροφοριών (ΜΧΠ) της ΕΕ στην καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας·
  • τη μονάδα της ΕΕ για την αναφορά διαδικτυακού περιεχομένου (EU IRU) που εντοπίζει και ερευνά κακόβουλο περιεχόμενο στο διαδίκτυο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Η Ευρωπόλ συστάθηκε βάσει του ομώνυμου κανονισμού. Η έδρα της βρίσκεται στην Χάγη, στις Κάτω Χώρες.

Η Ευρωπόλ εκπονεί διάφορες εκθέσεις, όπως η έκθεση για την κατάσταση και τις τάσεις της τρομοκρατίας στην ΕΕ (TE-SAT), η αξιολόγηση απειλής όσον αφορά το σοβαρό και οργανωμένο έγκλημα (SOCTA), την αξιολόγηση απειλών όσον αφορά το οργανωμένο έγκλημα στο διαδίκτυο (IOCTA) και μια ετήσια επισκόπηση. Η Ευρωπόλ δημοσίευσε την πλέον πρόσφατη SOCTA στις 12 Απριλίου 2021.

Προκειμένου να επιτευχθεί μεγαλύτερη λογοδοσία του οργανισμού, συστάθηκε μια μεικτή ομάδα κοινοβουλευτικού ελέγχου (ΜΟΚΕ) για την Ευρωπόλ βάσει του ομώνυμου κανονισμού. Το άρθρο 88 της ΣΛΕΕ προβλέπει τον έλεγχο των δραστηριοτήτων της Ευρωπόλ από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από κοινού με τα εθνικά κοινοβούλια. Σύμφωνα με το άρθρο 51 του κανονισμού Ευρωπόλ, «η ΜΟΚΕ παρακολουθεί σε πολιτική βάση τις δραστηριότητες της Ευρωπόλ κατά την εκπλήρωση της αποστολής της, μεταξύ άλλων και όσον αφορά τις επιπτώσεις τους στα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες των φυσικών προσώπων». Η όγδοη συνεδρίαση της ΜΟΚΕ πραγματοποιήθηκε στις 1 και 2 Φεβρουαρίου 2021 στη Λισαβόνα και τα μέλη της συμμετείχαν εξ αποστάσεως λόγω των περιορισμών που έχουν επιβληθεί εξαιτίας της πανδημίας COVID-19.

2. Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την κατάρτιση στον τομέα της επιβολής του νόμου (CEPOL)

Ο CEPOL επικεντρώνεται στην ανάπτυξη, την εφαρμογή και τον συντονισμό της κατάρτισης των οργάνων επιβολής του νόμου. Συμβάλλει σε μια ασφαλέστερη Ευρώπη διευκολύνοντας τη συνεργασία και την ανταλλαγή γνώσεων μεταξύ των οργάνων επιβολής του νόμου από τα κράτη μέλη της ΕΕ και, σε κάποιο βαθμό, από τρίτες χώρες, επί θεμάτων που απορρέουν από τις προτεραιότητες της ΕΕ στον τομέα της ασφάλειας· συγκεκριμένα, από τον κύκλο πολιτικής της ΕΕ για το σοβαρό και οργανωμένο έγκλημα. Ο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την κατάρτιση στον τομέα της επιβολής του νόμου συστάθηκε από τον ομώνυμο κανονισμό. Η έδρα του βρίσκεται στη Βουδαπέστη της Ουγγαρίας.

3. Μόνιμη Επιτροπή Επιχειρησιακής Συνεργασίας σε θέματα εσωτερικής ασφάλειας (COSI)

Σύμφωνα με το άρθρο 71 της ΣΛΕΕ, «συνιστάται μόνιμη επιτροπή εντός του Συμβουλίου προκειμένου να διασφαλισθούν εντός της Ένωσης η προώθηση και η ενίσχυση της επιχειρησιακής συνεργασίας σε θέματα εσωτερικής ασφάλειας. Η επιτροπή αυτή, με την επιφύλαξη του άρθρου 240, προάγει τον συντονισμό της δράσης των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών. Οι αντιπρόσωποι των σχετικών λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης μπορούν να συμμετέχουν στις εργασίες της. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καθώς και τα κοινοβούλια των κρατών μελών τηρούνται ενήμερα για τις εργασίες». Η Μόνιμη Επιτροπή Επιχειρησιακής Συνεργασίας σε θέματα εσωτερικής ασφάλειας (COSI) συστάθηκε βάσει της απόφασης του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 2010, για τη σύσταση της μόνιμης επιτροπής όσον αφορά την επιχειρησιακή συνεργασία για την εσωτερική ασφάλεια ((2010/131/ΕΕ).

4. Κέντρο Ανάλυσης Πληροφοριών της ΕΕ (INTCEN)

Το Κέντρο ανάλυσης πληροφοριών της ΕΕ (INTCEN) δεν αποτελεί, με τη στενή έννοια του όρου, φορέα αστυνομικής συνεργασίας, καθώς αποτελεί Διεύθυνση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ) και ασχολείται αποκλειστικά με τη στρατηγική ανάλυση. Ωστόσο, συμβάλλει στην αστυνομική συνεργασία με την εκπόνηση αξιολογήσεων των απειλών, που βασίζονται στα στοιχεία που του παρέχουν οι υπηρεσίες πληροφοριών, ο στρατός, το διπλωματικό σώμα και οι αστυνομικές υπηρεσίες. Η συμβολή του ΙΝTCEN μπορεί να είναι χρήσιμη και από επιχειρησιακή σκοπιά, όταν παρέχει, για παράδειγμα, πληροφορίες σε ολόκληρη την ΕΕ σχετικά με τους προορισμούς, τα κίνητρα και τις κινήσεις των τρομοκρατών.

Ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Το Κοινοβούλιο έχει διαδραματίσει βασικό ρόλο στη διαμόρφωση της νομοθεσίας της ΕΕ στον τομέα της αστυνομικής συνεργασίας, καθιστώντας την ασφάλεια των Ευρωπαίων πολιτών πολιτική προτεραιότητα. Επιπλέον, στο πλαίσιο της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας, εργάζεται για τη βελτίωση της αστυνομικής συνεργασίας επί ίσοις όροις με το Συμβούλιο.

Το κύριο όργανο της αστυνομικής συνεργασίας είναι η Ευρωπόλ, η οποία αποτελεί κεντρικό πυλώνα της ευρύτερης ενωσιακής υποδομής για την εσωτερική ασφάλεια. Στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης της Ευρωπόλ, το Κοινοβούλιο τάχθηκε ενεργά υπέρ ενός διεξοδικότερου κοινοβουλευτικού ελέγχου και της βελτίωσης των κανόνων προστασίας των δεδομένων. Το Κοινοβούλιο συμμετέχει (δυνάμει της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας) στην ενίσχυση των αρμοδιοτήτων της Ευρωπόλ μετά την πρόταση της Επιτροπής που εγκρίθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 2020. Η νέα αρμοδιότητα θα επιτρέψει στην Ευρωπόλ να επεξεργάζεται μεγάλα σύνολα δεδομένων και να αναπτύσσει νέες τεχνολογίες που ανταποκρίνονται στις ανάγκες των αρχών επιβολής του νόμου. Θα ενισχύσει επίσης το πλαίσιο της Ευρωπόλ για την προστασία των δεδομένων και την κοινοβουλευτική εποπτεία.

Στη διάρκεια συζήτησης για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και την ελευθερία της έκφρασης στη σύνοδο Ολομέλειας του Κοινοβουλίου στις 11 Νοεμβρίου 2020, οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου καταδίκασαν ομόφωνα τις πρόσφατες τρομοκρατικές επιθέσεις στην Ευρώπη, ζήτησαν ενότητα και ισχυρή αντίδραση στις τρομοκρατικές επιθέσεις. Ζήτησαν επίσης να καταβληθούν πρόσθετες προσπάθειες για την προώθηση των θεμελιωδών ελευθεριών και της ένταξης, ενώ αναφέρθηκαν επίσης στην ανάγκη να αντιμετωπιστούν επειγόντως οι διαδικτυακές εκφάνσεις της ριζοσπαστικοποίησης και της ρητορικής μίσους.

Στις 17 Δεκεμβρίου 2020, το Κοινοβούλιο ενέκρινε ψήφισμα σχετικά με τη στρατηγική της ΕΕ για την Ένωση Ασφάλειας για την περίοδο 2020--2025, έπειτα από πρόταση της Επιτροπής στις 24 Ιουλίου 2020. Η στρατηγική προτείνει τα εργαλεία και τα μέτρα που θα αναπτυχθούν την επόμενη πενταετία για τη διασφάλιση της ασφάλειας στο φυσικό και ψηφιακό περιβάλλον μας. Θα χρησιμοποιηθούν σε ένα ευρύ φάσμα ενεργειών που θα εκτείνεται από την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος έως την πρόληψη και τον εντοπισμό υβριδικών απειλών και την αύξηση της ανθεκτικότητας των υποδομών ζωτικής σημασίας, αλλά και την προώθηση της κυβερνοασφάλειας, της έρευνας και της καινοτομίας.

Το Κοινοβούλιο θα συμμετάσχει στην αξιολόγηση και τον έλεγχο των ακολούθων στοιχείων και θα επανεξετάσει τις σχετικές νομοθετικές προτάσεις:

Για να διασφαλιστεί ότι οι αρχές επιβολής του νόμου σε ολόκληρη την ΕΕ μπορούν να συνεργάζονται καλύτερα βάσει εκσυγχρονισμένων κοινών κανόνων, η Επιτροπή θα προτείνει την κατάρτιση ενός κώδικα αστυνομικής συνεργασίας της ΕΕ για την απλούστευση του υφιστάμενου συνονθυλεύματος διαφόρων εργαλείων της ΕΕ και πολυμερών συμφωνιών συνεργασίας.

Το Κοινοβούλιο προετοιμάζει επί του παρόντος εκθέσεις και ψηφίσματα σχετικά με τα ακόλουθα θέματα: την τεχνητή νοημοσύνη στο ποινικό δίκαιο και τη χρήση της από την αστυνομία και τις δικαστικές αρχές σε ποινικές υποθέσεις· την πρόληψη και την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων, καθώς και την προστασία των θυμάτων εμπορίας· την καταπολέμηση της έμφυλης βίας και της βίας στον κυβερνοχώρο· τη σεξουαλική κακοποίηση παιδιών στο διαδίκτυο· το κυβερνοέγκλημα και την κυβερνοασφάλεια· τις ευρωπαϊκές εντολές υποβολής και διατήρησης ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων σε ποινικές υποθέσεις· τη μεταρρύθμιση των κανόνων σχετικά με την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και με το ψηφιακό απόρρητο· τη λειτουργία του χώρου Σένγκεν· την ανταλλαγή πληροφοριών και δεδομένων με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Στις 28 Απριλίου 2021, το Κοινοβούλιο ενέκρινε, σε δεύτερη ανάγνωση, μια πρόταση κανονισμού σχετικά με την πρόληψη της διάδοσης τρομοκρατικού περιεχομένου στο διαδίκτυο, υποχρεώνοντας τις διαδικτυακές πλατφόρμες να αφαιρούν επισημασμένο περιεχόμενο ή να απενεργοποιούν την πρόσβαση σε αυτό σε όλα τα κράτη μέλη εντός μίας ώρας από την υποβολή αιτήματος απόσυρσης, με εξαιρέσεις να ισχύουν μόνο όταν συντρέχουν δημοσιογραφικοί και εκπαιδευτικοί λόγοι. Ο κανονισμός θα τεθεί σε ισχύ την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα. Θα τεθεί σε εφαρμογή 12 μήνες από την έναρξη ισχύος του.

Η συνεργασία και οι πολιτικές στον τομέα της αστυνόμευσης και της εσωτερικής ασφάλειας εξελίσσονται συνεχώς, με έμφαση στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των απειλών και της εγκληματικότητας σε πανευρωπαϊκό επίπεδο και, όσον αφορά συγκεκριμένα το Κοινοβούλιο, πρέπει να συνάδουν με τους κανόνες για τα θεμελιώδη δικαιώματα και την προστασία των δεδομένων. Ενώ έχει γίνει πλήρης αναθεώρηση των κανόνων που ισχύουν για τους οργανισμούς αστυνομικής συνεργασίας της ΕΕ, θα χρειαστούν συντονισμένες προσπάθειες για την περαιτέρω ενίσχυση των μέτρων αστυνομικής συνεργασίας, ιδίως όσον αφορά την ανταλλαγή δεδομένων και αποδεικτικών στοιχείων μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου των κρατών μελών και μεταξύ αυτών και των οργανισμών της ΕΕ. Το Κοινοβούλιο έχει καλέσει τα κράτη μέλη να προβούν στις αναγκαίες τεχνικές βελτιώσεις στον τομέα της τυποποίησης όσον αφορά την ποιότητα των δεδομένων και να θεσπίσουν ένα νομικό πλαίσιο για μια μελλοντική προσέγγιση της «εξ ορισμού ανταλλαγής πληροφοριών». Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΕ θα πρέπει να ασχοληθεί προσεκτικά με τις προκλήσεις που απορρέουν από τις νέες τεχνολογίες, την τεχνητή νοημοσύνη, την κρυπτογράφηση και τη διαλειτουργικότητα των συστημάτων πληροφοριών για τα σύνορα, την ασφάλεια και τη μετανάστευση.

Καθώς αυξάνεται ο αριθμός των καθηκόντων και των προσδοκιών, πρέπει να εξασφαλιστούν επαρκείς οικονομικοί και ανθρώπινοι πόροι για τους οργανισμούς της ΕΕ. Επιπλέον, ο ρόλος του Κοινοβουλίου θα μετατοπιστεί, κατά πάσα πιθανότητα, από τη θέσπιση νέας νομοθεσίας στην παρακολούθηση της εφαρμογής της νομοθεσίας.

Το Κοινοβούλιο αποτελεί πλέον έναν πλήρως ανεπτυγμένο θεσμικό παράγοντα στον τομέα των πολιτικών εσωτερικής ασφάλειας και θα πρέπει να διαδραματίσει σημαντικότερο ρόλο στην αξιολόγηση και τη χάραξη των πολιτικών αστυνομικής συνεργασίας.

 

Alessandro Davoli