Ο Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος (ΕΟΧ), η Ελβετία και ο Βορράς

Ο Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος (ΕΟΧ) δημιουργήθηκε το 1994 για να επεκτείνει την ισχύ των διατάξεων της ΕΕ για την εσωτερική αγορά της στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ). Συμβαλλόμενα μέρη του ΕΟΧ είναι η Νορβηγία, η Ισλανδία και το Λιχτενστάιν. Η Ελβετία είναι μέλος της ΕΖΕΣ αλλά όχι του ΕΟΧ. Η ΕΕ και οι βόρειοι εταίροι που συμμετέχουν στον ΕΟΧ και στην ΕΖΕΣ (Νορβηγία και Ισλανδία) συνδέονται επίσης με μια σειρά από «βόρειες πολιτικές» και φόρουμ που επικεντρώνονται στις ταχέως εξελισσόμενες βόρειες περιοχές της Ευρώπης και στην περιοχή της Αρκτικής στο σύνολό της.

Νομική βάση

Όσον αφορά τον ΕΟΧ: άρθρο 217 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (συμφωνίες σύνδεσης).

Όσον αφορά την Ελβετία: συμφωνία ασφάλισης (1989), διμερείς συμφωνίες Ι (1999), διμερείς συμφωνίες ΙΙ (2004).

ΕΟΧ

1. Στόχοι

Σκοπός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ) είναι η επέκταση της εσωτερικής αγοράς της ΕΕ σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελευθέρων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ). Οι σημερινές χώρες της ΕΖΕΣ δεν επιθυμούν να προσχωρήσουν στην ΕΕ. Η νομοθεσία της ΕΕ για την εσωτερική αγορά γίνεται μέρος της νομοθεσίας των χωρών ΕΟΧ-ΕΖΕΣ, εφόσον αυτές συμφωνήσουν να την ενσωματώσουν στο δίκαιό τους. Η διοίκηση και η διαχείριση του ΕΟΧ επιμερίζονται μεταξύ της ΕΕ και των χωρών ΕΟΧ-ΕΖΕΣ σε μια δομή που αποτελείται από δύο πυλώνες. Οι αποφάσεις λαμβάνονται από μικτά όργανα του ΕΟΧ (το Συμβούλιο του ΕΟΧ, τη Μικτή Επιτροπή του ΕΟΧ, τη Μικτή Κοινοβουλευτική Επιτροπή του ΕΟΧ και τη Συμβουλευτική Επιτροπή του ΕΟΧ).

2. Ιστορικό

Το 1992 τα τότε επτά μέλη της ΕΖΕΣ διαπραγματεύτηκαν μια συμφωνία που θα τους επέτρεπε να συμμετάσχουν στο φιλόδοξο σχέδιο της εσωτερικής αγοράς της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το οποίο δρομολογήθηκε το 1985 και ολοκληρώθηκε στα τέλη του 1992. Η συμφωνία ΕΟΧ υπεγράφη στις 2 Μαΐου 1992 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1994.

Ωστόσο, τα μέλη ΕΟΧ-ΕΖΕΣ σύντομα μειώθηκαν: η Ελβετία αποφάσισε να μην κυρώσει τη συμφωνία, ύστερα από το αρνητικό αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος για το εν λόγω θέμα, ενώ η Αυστρία, η Σουηδία και η Φινλανδία προσχώρησαν στην ΕΕ το 1995. Στον ΕΟΧ παρέμειναν μόνο η Ισλανδία, η Νορβηγία και το Λιχτενστάιν. Τα 10 νέα κράτη μέλη που προσχώρησαν στην ΕΕ την 1η Μαΐου 2004, καθώς και η Βουλγαρία και η Ρουμανία το 2007, εντάχθηκαν αυτόματα στον ΕΟΧ. Το ίδιο ίσχυσε και για την Κροατία το 2013, αν και στην προκειμένη περίπτωση, η συμφωνία για τη συμμετοχή της στον ΕΟΧ εφαρμόζεται προσωρινά από τον Απρίλιο του 2014. Θα τεθεί επίσημα σε ισχύ μόλις ολοκληρωθεί η κύρωσή της από όλα τα κράτη μέλη.

Τον Ιούνιο του 2009 η Ισλανδία υπέβαλε αίτηση ένταξης στην ΕΕ ως μία διέξοδο στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-2008. Το Συμβούλιο δέχθηκε την αίτηση της Ισλανδίας στις 17 Ιουνίου 2010, οι δε διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν τον Ιούνιο του 2011. Ωστόσο, τον Μάρτιο του 2015, η κυβέρνηση της Ισλανδίας, σε επιστολή προς το Συμβούλιο της ΕΕ, δήλωσε ότι «η Ισλανδία δεν θα πρέπει να θεωρείται υποψήφια προς ένταξη στην ΕΕ χώρα». Αν και η κυβέρνηση δεν απέσυρε επισήμως την αίτηση, η ΕΕ δεν αντιμετωπίζει επί του παρόντος την Ισλανδία ως υποψήφια χώρα.

3. Πεδίο του ΕΟΧ

Ο ΕΟΧ υπερβαίνει τις παραδοσιακές συμφωνίες ελεύθερων συναλλαγών, καθώς επεκτείνει τα πλήρη δικαιώματα και τις πλήρεις υποχρεώσεις της εσωτερικής αγοράς της ΕΕ στις χώρες της ΕΟΧ-ΕΖΕΣ (με την εξαίρεση της Ελβετίας). Ο ΕΟΧ ενσωματώνει τις τέσσερις ελευθερίες της εσωτερικής αγοράς (ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων, αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίων) και τις σχετιζόμενες με αυτές πολιτικές (ανταγωνισμού, μεταφορών, ενέργειας και οικονομικής και νομισματικής συνεργασίας). Η συμφωνία περιλαμβάνει οριζόντιες πολιτικές που σχετίζονται αποκλειστικά με τις τέσσερις ελευθερίες: κοινωνικές πολιτικές (μεταξύ άλλων για την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία, το εργατικό δίκαιο και την ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών)· πολιτικές για την προστασία των καταναλωτών, το περιβάλλον, τις στατιστικές και το εταιρικό δίκαιο· ορισμένες συνοδευτικές πολιτικές, όπως αυτές που σχετίζονται με την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη, οι οποίες δεν βασίζονται στο ενωσιακό κεκτημένο ή σε νομικά δεσμευτικές πράξεις, αλλά εφαρμόζονται μέσω δραστηριοτήτων συνεργασίας.

4. Τα όρια του ΕΟΧ

Η συμφωνία ΕΟΧ δεν θεσπίζει δεσμευτικές διατάξεις σε όλους τους τομείς της εσωτερικής αγοράς ή για άλλες πολιτικές στο πλαίσιο των Συνθηκών της ΕΕ. Συγκεκριμένα, οι δεσμευτικές της διατάξεις δεν αφορούν:

  • την κοινή γεωργική πολιτική και την κοινή αλιευτική πολιτική (παρότι η συμφωνία περιλαμβάνει διατάξεις για το εμπόριο γεωργικών και αλιευτικών προϊόντων)·
  • την τελωνειακή ένωση·
  • την κοινή εμπορική πολιτική·
  • την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας·
  • το πεδίο της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων (παρότι όλες οι χώρες της ΕΖΕΣ συμμετέχουν στον χώρο Σένγκεν)·
  • την Οικονομική και Νομισματική Ένωση.

5. Όργανα και μηχανισμοί του ΕΟΧ

1. Ενσωμάτωση της ενωσιακής νομοθεσίας

Τα νέα κείμενα για την εσωτερική αγορά της ΕΕ εξετάζονται από τη Μικτή Επιτροπή του ΕΟΧ, η οποία απαρτίζεται από εκπροσώπους της ΕΕ και των τριών χωρών ΕΟΧ-ΕΖΕΣ. Το όργανο αυτό, το οποίο συνεδριάζει μία φορά τον μήνα, αποφασίζει ποια νομοθετήματα και ποιες πράξεις της ΕΕ (δράσεις, προγράμματα, κ.λπ.) θα πρέπει να ενσωματωθούν στον ΕΟΧ. Η νομοθεσία ενσωματώνεται επισήμως με τη συμπερίληψη των σχετικών πράξεων στους καταλόγους των πρωτοκόλλων και των παραρτημάτων που προσαρτώνται στη συμφωνία ΕΟΧ. Με τον τρόπο αυτόν έχουν ήδη ενσωματωθεί στη συμφωνία ΕΟΧ αρκετές χιλιάδες νομοθετικές πράξεις. Το Συμβούλιο του ΕΟΧ, το οποίο απαρτίζεται από εκπροσώπους του Συμβουλίου της ΕΕ και από τους υπουργούς Εξωτερικών των κρατών ΕΟΧ-ΕΖΕΣ, συνέρχεται τουλάχιστον δύο φορές ετησίως, προκειμένου να καταρτίσει πολιτικές κατευθυντήριες γραμμές για τη Μικτή Επιτροπή. Η συμφωνία ΕΟΧ περιλαμβάνει διατάξεις για τη διευκόλυνση της συμβολής των χωρών ΕΟΧ-ΕΖΕΣ σε διάφορα στάδια της νομοθετικής διαδικασίας της ΕΕ πριν από την έγκριση νέας νομοθεσίας (διαμόρφωση αποφάσεων).

2. Μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο

Μόλις μια νομοθετική πράξη της ΕΕ ενσωματωθεί στη συμφωνία ΕΟΧ, πρέπει να μεταφερθεί στην εθνική νομοθεσία των χωρών ΕΟΧ-ΕΖΕΣ (εάν αυτό επιβάλλεται από την εθνική νομοθεσία τους). Για αυτό μπορεί να απαιτείται απλώς μια κυβερνητική απόφαση ή να απαιτείται η έγκριση του κοινοβουλίου. Η μεταφορά αποτελεί τυπική υπόθεση και στο στάδιο αυτό οι πράξεις μπορούν να προσαρμόζονται μόνο σε τεχνικό επίπεδο.

3. Παρακολούθηση

Μετά την επέκταση της νομοθεσίας της εσωτερικής αγοράς στις χώρες ΕΟΧ-ΕΖΕΣ, η μεταφορά και εφαρμογή της παρακολουθείται από την Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ και το Δικαστήριο της ΕΖΕΣ. Η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ τηρεί πίνακα αποτελεσμάτων της εσωτερικής αγοράς, με τον οποίο παρακολουθείται η εφαρμογή της νομοθεσίας στις χώρες ΕΟΧ.

4. Ο ρόλος των κοινοβουλίων

Τόσο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και τα εθνικά κοινοβούλια των κρατών ΕΟΧ-ΕΖΕΣ συμμετέχουν ενεργά στην παρακολούθηση της συμφωνίας ΕΟΧ. Το άρθρο 95 της συμφωνίας θεσπίζει μια Μικτή Κοινοβουλευτική Επιτροπή (ΜΚΕ) του ΕΟΧ, η οποία συνεδριάζει δύο φορές τον χρόνο. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα εθνικά κοινοβούλια των κρατών ΕΟΧ-ΕΖΕΣ φιλοξενούν εκ περιτροπής τη ΜΚΕ του ΕΟΧ, στην προεδρία της οποίας εναλλάσσονται, με ετήσια θητεία, βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και βουλευτής ενός εθνικού κοινοβουλίου κράτους ΕΟΧ-ΕΖΕΣ. Κάθε αντιπροσωπεία απαρτίζεται από 12 μέλη. Βουλευτές του Ομοσπονδιακού Κοινοβουλίου της Ελβετίας παρίστανται στις συνεδριάσεις ως παρατηρητές. Το σύνολο της ενωσιακής νομοθεσίας που ισχύει στον ΕΟΧ ελέγχεται από τη ΜΚΕ του ΕΟΧ, τα μέλη της οποίας έχουν το δικαίωμα να υποβάλλουν προφορικές ή γραπτές ερωτήσεις στους αντιπροσώπους του Συμβουλίου του ΕΟΧ και της Μικτής Επιτροπής του ΕΟΧ, καθώς και να εκφράζουν τις απόψεις τους με εκθέσεις ή ψηφίσματα. Η ίδια διαδικασία ισχύει και όσον αφορά τον έλεγχο της εφαρμογής της νομοθεσίας. Κάθε χρόνο, η ΜΚΕ εγκρίνει ψήφισμα σχετικά με την ετήσια έκθεση της Μικτής Επιτροπής με θέμα τη λειτουργία της συμφωνίας ΕΟΧ, στο οποίο εκφράζει τις απόψεις της σχετικά με την πρόοδο που έχει σημειωθεί όσον αφορά την ενσωμάτωση του ενωσιακού δικαίου και τις υφιστάμενες καθυστερήσεις και διατυπώνει συστάσεις για την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

Ελβετία

Ως μέλος της ΕΖΕΣ, η Ελβετία συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις για τη Συμφωνία ΕΟΧ και την υπέγραψε στις 2 Μαΐου 1992. Αμέσως μετά, στις 22 Μαΐου 1992, η ελβετική κυβέρνηση υπέβαλε αίτηση προσχώρησης στην ΕΕ. Ωστόσο, εν συνεχεία του δημοψηφίσματος της 6ης Δεκεμβρίου 1992, που είχε αρνητικό αποτέλεσμα ως προς τη συμμετοχή στον ΕΟΧ, το Ελβετικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο σταμάτησε να επιδιώκει την ένταξη της χώρας στην ΕΕ και στον ΕΟΧ. Έκτοτε, η Ελβετία ανέπτυξε τις σχέσεις της με την ΕΕ μέσω διμερών συμφωνιών, προκειμένου να διασφαλίσει την οικονομική ολοκλήρωση με την ΕΕ. Οι διμερείς σχέσεις δοκιμάστηκαν μετά την αντιμεταναστευτική πρωτοβουλία του Φεβρουαρίου του 2014 στην Ελβετία, η έκβαση της οποίας έθεσε υπό αμφισβήτηση τις αρχές της ελεύθερης κυκλοφορίας και της ενιαίας αγοράς, στις οποίες στηρίζονται οι εν λόγω σχέσεις. Στις 16 Δεκεμβρίου 2016 το Ελβετικό Κοινοβούλιο ενέκρινε τον ομοσπονδιακό νόμο περί αλλοδαπών και ένταξης, ο οποίος αποσκοπούσε στην εφαρμογή του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος του 2014, κατά τρόπο που περιόρισε την ισχύ του, γεγονός που προετοίμασε το έδαφος για την έναρξη της εξομάλυνσης των σχέσεων ΕΕ-Ελβετίας.

Η ΕΕ και η Ελβετία έχουν υπογράψει περισσότερες από 120 διμερείς συμφωνίες, μεταξύ των οποίων μια συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών το 1972, και δυο εκτενείς σειρές από τομεακές διμερείς συμφωνίες, με τις οποίες μεγάλο μέρος της ελβετικής νομοθεσίας ευθυγραμμίστηκε με την τότε νομοθεσία της ΕΕ. Η πρώτη δέσμη τομεακών συμφωνιών (γνωστή ως Διμερείς Ι) υπεγράφη το 1999 και τέθηκε σε ισχύ το 2002. Οι εν λόγω επτά συμφωνίες (για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, τις αεροπορικές μεταφορές, τις χερσαίες μεταφορές, το εμπόριο γεωργικών προϊόντων, τα τεχνικά εμπόδια στο εμπόριο, τις δημόσιες συμβάσεις και τη συνεργασία στον τομέα της έρευνας) ζητήματα της ελεύθερης κυκλοφορίας και του αμοιβαίου ανοίγματος των αγορών. Μια πρόσθετη δέσμη τομεακών συμφωνιών (Διμερείς ΙΙ) υπεγράφη το 2004 και τέθηκε σε ισχύ σταδιακά κατά την περίοδο 2005-2009. Αυτές οι συμφωνίες αφορούν την ενίσχυση της οικονομικής συνεργασίας και την επέκταση της συνεργασίας σε θέματα ασύλου και ελεύθερης μετακίνησης εντός των συνόρων του χώρου Σένγκεν. Καλύπτουν επίσης τη συμμετοχή της Ελβετίας στο σύστημα του Δουβλίνου, το πρόγραμμα MEDIA της ΕΕ και τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος, καθώς και τη φορολόγηση των αποταμιεύσεων, τα μεταποιημένα γεωργικά προϊόντα, τις στατιστικές, την καταπολέμηση της απάτης και τις χρηματοδοτικές συνεισφορές της Ελβετίας στην οικονομική και κοινωνική συνοχή στα νέα κράτη μέλη της ΕΕ.

Ενώ οι συμφωνίες εμβάθυναν τις οικονομικές σχέσεις, ταυτόχρονα δημιούργησαν ένα περίπλοκο και ενίοτε μη συνεκτικό δίκτυο υποχρεώσεων. Οι διμερείς συμφωνίες πρέπει να επικαιροποιούνται τακτικά και δεν έχουν τον δυναμικό χαρακτήρα της συμφωνίας ΕΟΧ. Επίσης, δεν διαθέτουν ρυθμίσεις παρακολούθησης ούτε αποτελεσματικούς μηχανισμούς επίλυσης διαφορών. Προκειμένου να επιλυθούν τα προβλήματα αυτά, ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις στις 22 Μαΐου 2014 μεταξύ ΕΕ-Ελβετίας για μια θεσμική συμφωνία πλαίσιο. Οι διαπραγματεύσεις επιδίωξαν να επιλύσουν διάφορα δύσκολα ζητήματα, από τις προϋποθέσεις για τους παρόχους υπηρεσιών της ΕΕ στην Ελβετία έως τον ρόλο του Δικαστηρίου στην επίλυση των διαφορών σε επίπεδο ΕΕ. Στις 23 Νοεμβρίου 2018 ολοκληρώθηκαν σε πολιτικό επίπεδο οι διαπραγματεύσεις για τη θεσμική συμφωνία πλαίσιο. Το Ελβετικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο ξεκίνησε έκτοτε ευρεία εσωτερική διαβούλευση με τις αρμόδιες επιτροπές της Ελβετικής Ομοσπονδιακής Συνέλευσης, τα κόμματα, τα καντόνια, τους κοινωνικούς εταίρους και την ακαδημαϊκή κοινότητα / την ερευνητική κοινότητα, η οποία επρόκειτο να αποτελέσει τη βάση για τη λήψη απόφασης σχετικά με την υποβολή της συμφωνίας προς έγκριση στην Ελβετική Ομοσπονδιακή Συνέλευση. Κατά τη διάρκεια της διαβούλευσης, η οποία ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο του 2019, τέθηκαν ορισμένα ζητήματα για τα οποία η ελβετική πλευρά ζήτησε περαιτέρω διευκρινίσεις.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 2020 η Ελβετία διεξήγαγε δημοψήφισμα, υπό την αιγίδα του Ελβετικού Λαϊκού Κόμματος (SVP), σχετικά με τη λήξη της συμφωνίας ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων με την ΕΕ. Περίπου 62% των ψηφοφόρων απέρριψαν την πρωτοβουλία του SVP.

Μετά το δημοψήφισμα και μόλις το επέτρεψαν οι σχετικές με τη νόσο COVID-19 συνθήκες, οι συζητήσεις σχετικά με τις διευκρινίσεις της διαπραγμάτευσης για τη θεσμική συμφωνία πλαίσιο άρχισαν εκ νέου τον Ιανουάριο του 2021. Ωστόσο, στις 26 Μαΐου 2021, το Ελβετικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο ενημέρωσε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την απόφασή του να περατώσει τις διαπραγματεύσεις.

Στις 23 Φεβρουαρίου 2022, το Ελβετικό Ομοσπονδιακό Συμβούλιο ενέκρινε ένα σύνολο κατευθυντήριων γραμμών για μια νέα δέσμη διαπραγματεύσεων με την ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων θεσμικών στοιχείων που πρέπει να περιλαμβάνονται σε κάθε υφιστάμενη και μελλοντική διμερή συμφωνία σχετικά με την εσωτερική αγορά.

Στα τέλη του 2024, η Ελβετία και η ΕΕ συμφώνησαν σε δέσμη νέων και αναθεωρημένων συμφωνιών συνεργασίας και πρόσβασης στην αγορά. Τον Μάιο του 2025 ολοκληρώθηκε η επίσημη σύναψη και το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο της Ελβετίας ενέκρινε τις συμφωνίες τον Ιούνιο του 2025. Στη συνέχεια δρομολογήθηκε εγχώρια διαδικασία διαβούλευσης, η οποία αναμένεται να διαρκέσει έως τις 31 Οκτωβρίου 2025.

Βόρειες πολιτικές

Η ΕΕ συμμετέχει ενεργά σε μια σειρά πολιτικών και φόρουμ που επικεντρώνονται στις ταχέως εξελισσόμενες βόρειες περιοχές της Ευρώπης και στην περιοχή της Αρκτικής στο σύνολό της. Αξίζει να σημειωθεί ότι, μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου 2022, όλη η συνεργασία με τη Ρωσία στο πλαίσιο αυτό διακόπηκε. Η ΕΕ δραστηριοποιείται σε διάφορα σχετικά φόρουμ.

  • Η «Βόρεια Διάσταση» που, από το 2007 και μετά, χρησιμεύει ως κοινή πολιτική για την ΕΕ, τη Ρωσία, τη Νορβηγία και την Ισλανδία. Η πολιτική αυτή έχει οδηγήσει σε αποτελεσματικές τομεακές συμπράξεις για τη συνεργασία στις περιοχές της Βαλτικής και της Θάλασσας του Μπάρεντς. Η «Βόρεια Διάσταση» περιλαμβάνει ένα κοινοβουλευτικό σώμα, το Κοινοβουλευτικό Φόρουμ της Βόρειας Διάστασης, ιδρυτικό μέλος του οποίου είναι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
  • Το Συμβούλιο των Κρατών της Βαλτικής Θάλασσας (CBSS), το οποίο ιδρύθηκε το 1992 από την ΕΕ και τις παράκτιες χώρες της Βαλτικής, μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Όλα τα κράτη μέλη του CBSS συμμετέχουν στην Κοινοβουλευτική Διάσκεψη της Βαλτικής Θάλασσας, της οποίας επίσης είναι μέλος το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
  • Η Συνεργασία της Θάλασσας του Μπάρεντς, όπου συμμετέχουν οι βόρειες περιοχές της Φινλανδίας, της Νορβηγίας, της Σουηδίας και οι βορειοδυτικές περιοχές της Ρωσίας. Η συνεργασία αυτή πραγματοποιείται μέσω του υπο-κρατικού Συμβουλίου της Θάλασσας του Μπάρεντς, του διακρατικού Ευρωαρκτικού Συμβουλίου της Θάλασσας του Μπάρεντς (BEAC), του οποίου είναι μέλος η ΕΕ, καθώς και μιας κοινοβουλευτικής διάσκεψης (της οποίας είναι μέλος το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο). Η Φινλανδία ανακοίνωσε ότι θα αποχωρήσει από το BEAC μετά το 2025, δηλώνοντας ότι το BEAC δεν είναι τόσο αποτελεσματικό όσο πριν από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Φιλοδοξία της Φινλανδίας στο μέλλον είναι να ενισχύσει τη σκανδιναβική συνεργασία της με τη Σουηδία και τη Νορβηγία σε άλλα πλαίσια.
  • Οι υποθέσεις της Αρκτικής περιοχής: η αρκτική πολιτική της ΕΕ βασίζεται σε ανακοινώσεις της Επιτροπής / Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ) (2008, 2012, 2016 και 2021), σε συμπεράσματα του Συμβουλίου (2009, 2014, 2016 και 2019) και σε ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (2011, 2014, 2017 και 2021). Στις 16 Μαρτίου 2017 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε ψήφισμα σχετικά με μια ολοκληρωμένη πολιτική της ΕΕ για την Αρκτική, ενώ το πλέον πρόσφατο ψήφισμά του σχετικά με την περιοχή αυτή, με τίτλο «Αρκτική: ευκαιρίες, ανησυχίες και προκλήσεις στον τομέα της ασφάλειας» εγκρίθηκε στην ολομέλεια στις 7 Οκτωβρίου 2021. Μια νέα πολιτική της ΕΕ για την Αρκτική βρίσκεται επί του παρόντος στο στάδιο της προετοιμασίας.
  • Στις 13 Οκτωβρίου 2021 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η ΕΥΕΔ παρουσίασαν τη νέα πολιτική της ΕΕ για την Αρκτική. Από το 2013, η ΕΕ συμμετέχει σε συνεδριάσεις του Αρκτικού Συμβουλίου, το οποίο, ωστόσο, δεν έχει ακόμη αποφασίσει σχετικά με το αίτημα της ΕΕ του 2008 για επίσημο καθεστώς παρατηρητή. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι μέλος της Διάσκεψης των Βουλευτών της Αρκτικής.
  • Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καλείται και συμμετέχει τακτικά στις ετήσιες συνόδους του Σκανδιναβικού Συμβουλίου. Στις 6 Οκτωβρίου 2020, η Διάσκεψη των Προέδρων του Κοινοβουλίου ενέκρινε το αίτημα του Σκανδιναβικού Συμβουλίου για την έναρξη πιο επίσημων σχέσεων μεταξύ των δύο θεσμικών οργάνων. Οι διακοινοβουλευτικές συνεδριάσεις ΕΕ-Σκανδιναβικού Συμβουλίου πραγματοποιούνται ετησίως, ενώ η τελευταία συνεδρίαση πραγματοποιήθηκε στις 19 Απριλίου 2023, στο Στρασβούργο. Παράλληλα, αντιπροσωπείες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Δυτικού Σκανδιναβικού Συμβουλίου (το οποίο απαρτίζεται από βουλευτές της Γροιλανδίας, της Ισλανδίας και των Νήσων Φερόε) συνεδριάζουν μία φορά ετησίως, ενώ η τελευταία συνεδρίαση πραγματοποιήθηκε στις 15 και 16 Σεπτεμβρίου 2025, στο Tórshavn στις Φερόες Νήσους.

 

Algirdas Razauskas