Δημόσιες συμβάσεις

Οι δημόσιες αρχές συνάπτουν συμβάσεις προκειμένου να διασφαλίσουν την εκτέλεση έργων και την παροχή υπηρεσιών. Οι συμβάσεις αυτές αντιστοιχούν σε όγκο συναλλαγών ύψους 2 448 δισεκατομμυρίων EUR, γεγονός που μαρτυρά ότι οι ευρωπαϊκές δημόσιες συμβάσεις αποτελούν σημαντική κινητήρια δύναμη για την οικονομική ανάπτυξη, τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την καινοτομία. Η δέσμη μέτρων για τις δημόσιες συμβάσεις που εγκρίθηκε το 2014 από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο προσθέτει 2,88 δισεκατομμύρια EUR ετησίως στο ΑΕΠ της ΕΕ. Επιπλέον, οι οδηγίες της ΕΕ για τις δημόσιες συμβάσεις έχουν οδηγήσει σε αύξηση της συνολικής αξίας των αναθέσεων από λιγότερα από 200 δισεκατομμύρια EUR σε περίπου 525 δισεκατομμύρια EUR.

Νομική βάση

Άρθρα 26, 34, 53 παράγραφος 1, 56, 57, 62 και 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ).

Στόχοι

Οι δημόσιες συμβάσεις διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στις οικονομίες των κρατών μελών, και εκτιμάται ότι παράγουν περισσότερο από το 16% του ΑΕΠ της Ένωσης. Πριν από την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας, το ποσοστό των δημοσίων συμβάσεων που ανατίθεντο σε αλλοδαπές επιχειρήσεις ήταν μόλις 2%. Οι εν λόγω συμβάσεις είναι καίριας σημασίας για ορισμένους τομείς (κατασκευές, δημόσια έργα, ενέργεια, τηλεπικοινωνίες και βαριά βιομηχανία) και χαρακτηρίζονται ιστορικά από την προτίμηση στους εγχώριους προμηθευτές, βάσει νομοθετικών ή διοικητικών κανόνων. Αυτή η απουσία ανοικτού και αποτελεσματικού ανταγωνισμού αποτελούσε εμπόδιο στην ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς, με αποτέλεσμα να αυξάνεται το κόστος για τις αναθέτουσες αρχές και να παρεμποδίζεται η ανάπτυξη της ανταγωνιστικότητας σε ορισμένους καίριους κλάδους.

Η εφαρμογή των αρχών της εσωτερικής αγοράς στις συμβάσεις αυτές διασφαλίζει καλύτερη κατανομή των οικονομικών πόρων και πιο ορθολογική χρήση των δημόσιων κονδυλίων, αφού οι δημόσιες αρχές αποκτούν προϊόντα και υπηρεσίες της υψηλότερης διαθέσιμης ποιότητας στην καλύτερη τιμή λόγω του εντονότερου ανταγωνισμού. Η προτίμηση στις επιχειρήσεις με τις καλύτερες επιδόσεις σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή αγορά προάγει την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών εταιρειών και ενισχύει τον σεβασμό των αρχών της διαφάνειας, της ίσης μεταχείρισης και της αποδοτικότητας μειώνοντας, ως εκ τούτου, τον κίνδυνο απάτης και διαφθοράς.

Επιτεύγματα

Η Κοινότητα ενέκρινε νομοθετικές διατάξεις με στόχο τον συντονισμό των εθνικών κανόνων, επιβάλλοντας υποχρεώσεις όσον αφορά τη δημοσίευση των προσκλήσεων υποβολής προσφορών και τα αντικειμενικά κριτήρια εξέτασης των προσφορών. Αρχής γενομένης από τη δεκαετία του 1960 εγκρίθηκαν αρκετές κανονιστικές πράξεις αλλά αργότερα η Κοινότητα αποφάσισε να απλοποιήσει και να συντονίσει τη νομοθεσία περί δημόσιων συμβάσεων εγκρίνοντας τέσσερις οδηγίες[1]. Για λόγους απλοποίησης και αποσαφήνισης, τρεις από τις οδηγίες αυτές συγχωνεύθηκαν στην οδηγία 2004/18/ΕΚ, περί των δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών και στην οδηγία 2004/17/ΕΚ σχετικά με τους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών. Με την οδηγία 2009/81/ΕΚ θεσπίστηκαν συγκεκριμένοι κανόνες για την προμήθεια αμυντικού εξοπλισμού, με σκοπό να γίνει ευκολότερη η πρόσβαση στις αγορές αμυντικού εξοπλισμού άλλων κρατών μελών.

Μεταρρύθμιση

Το 2014, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενέκριναν μια νέα δέσμη μέτρων για τις δημόσιες συμβάσεις, η οποία περιλαμβάνει την οδηγία 2014/24/EΕ σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις (κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ) και την οδηγία 2014/25/EΕ, σχετικά με συμβάσεις που συνάπτονται από φορείς που δραστηριοποιούνται στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών (κατάργηση της οδηγίας 2004/17/ΕΚ). Η δέσμη μέτρων για τις δημόσιες συμβάσεις ολοκληρώθηκε με μια νέα οδηγία για τις συμβάσεις παραχώρησης (οδηγία 2014/23/EΕ), η οποία θεσπίζει το νομικό πλαίσιο για την ανάθεση των συμβάσεων παραχώρησης, διασφαλίζοντας ότι όλοι οι οικονομικοί παράγοντες της ΕΕ θα έχουν αποτελεσματική και χωρίς διακρίσεις πρόσβαση στην αγορά της ΕΕ και παρέχοντας μεγαλύτερη βεβαιότητα όσον αφορά τις ισχύουσες νομικές διατάξεις.

Η εξωτερική πτυχή των δημοσίων συμβάσεων λήφθηκε επίσης υπόψη στην πρόταση κανονισμού της Επιτροπής του 2012 για τη θέσπιση κανόνων σχετικά με την πρόσβαση των αγαθών και υπηρεσιών τρίτων χωρών στην εσωτερική αγορά της ΕΕ στις διαδικασίες δημόσιων συμβάσεων, που υποστηρίζει τις διαπραγματεύσεις σχετικά με την πρόσβαση αγαθών και υπηρεσιών της ΕΕ στις αγορές δημοσίων συμβάσεων τρίτων χωρών.

Τον Απρίλιο του 2012, η Επιτροπή ενέκρινε μια στρατηγική για τις ηλεκτρονικές δημόσιες συμβάσεις με στόχο την επίτευξη της πλήρους καθιέρωσης τους από τα μέσα του 2016. Στις 16 Απριλίου 2014, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενέκριναν την οδηγία 2014/55/ΕΕ για την έκδοση ηλεκτρονικών τιμολογίων στο πλαίσιο των δημόσιων συμβάσεων.

Στις 3 Οκτωβρίου 2017, η Επιτροπή εξέδωσε τις εξής δύο ανακοινώσεις: «Να γίνουν οι δημόσιες συμβάσεις προμηθειών αποτελεσματικές μέσα στην Ευρώπη και για την Ευρώπη» (COM(2017)0572) και «Στήριξη των επενδύσεων μέσα από προαιρετική εκ των προτέρων αξιολόγηση των πτυχών των μεγάλων έργων υποδομής που άπτονται των δημόσιων συμβάσεων» (COM(2017)0573). Αποσκοπώντας στην περαιτέρω βελτίωση των ευρωπαϊκών δημόσιων συμβάσεων (δέσμη μέτρων στρατηγικής για τις δημόσιες συμβάσεις), δημοσίευσε επίσης μια σύσταση με τίτλο «Για την επαγγελματοποίηση των δημόσιων συμβάσεων — Δημιουργία δομής για την επαγγελματοποίηση των δημόσιων συμβάσεων».

Ορισμοί

Ως «δημόσιες συμβάσεις» νοούνται οι συμβάσεις εξ επαχθούς αιτίας οι οποίες συνάπτονται μεταξύ ενός ή περισσότερων οικονομικών φορέων («οικονομικών παραγόντων») και μιας ή περισσότερων αναθετουσών αρχών και έχουν ως αντικείμενο την εκτέλεση έργων, την προμήθεια προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών.

Ως «αναθέτουσες αρχές» νοούνται το κράτος, οι περιφερειακές ή οι τοπικές αρχές, οι οργανισμοί δημοσίου δικαίου ή οι ενώσεις μίας ή περισσότερων από αυτές τις αρχές ή ενός ή περισσότερων από αυτούς τους οργανισμούς δημοσίου δικαίου.

Ως «παραχωρήσεις» νοούνται οι συμβάσεις εξ επαχθούς αιτίας μέσω των οποίων μία ή περισσότερες αναθέτουσες αρχές ή αναθέτοντες φορείς αναθέτουν την εκτέλεση έργων, ή την παροχή ή τη διαχείριση υπηρεσιών, σε έναν ή περισσότερους οικονομικούς φορείς. Οι οικονομικοί φορείς στους οποίους αναθέτεται μια παραχώρηση αποκτούν το αποκλειστικό δικαίωμα να εκμεταλλεύονται τα έργα ή τις υπηρεσίες που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, ή το δικαίωμα αυτό σε συνδυασμό με καταβολή αμοιβής.

Διαδικασία δημοσίων συμβάσεων

Όλες οι διαδικασίες πρέπει να συμμορφώνονται με τις αρχές του ενωσιακού δικαίου και, ειδικότερα, με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, την ελευθερία εγκατάστασης και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, καθώς και με τις αρχές που απορρέουν από αυτές, όπως η ίση μεταχείριση, η μη εφαρμογή διακρίσεων, η αμοιβαία αναγνώριση, η αναλογικότητα και η διαφάνεια. Πρέπει επίσης να τηρούνται οι αρχές του ανταγωνισμού, της εμπιστευτικότητας και της αποδοτικότητας.

A. Είδη διαδικασιών

Οι προσκλήσεις υποβολής προσφορών πρέπει να αντιστοιχούν σε τρία είδη διαδικασιών, που χρησιμοποιούνται βάσει ενός συστήματος κατώτατων ορίων. Οι οδηγίες προσδιορίζουν επίσης τις μεθόδους υπολογισμού της εκτιμώμενης αξίας κάθε δημόσιας σύμβασης και τις ενδείξεις για τη διαδικασία που θα χρησιμοποιηθεί. Στην «ανοικτή διαδικασία» μπορεί να υποβάλει προσφορά κάθε ενδιαφερόμενος οικονομικός φορέας. Στην «κλειστή διαδικασία» μπορούν να υποβάλουν προσφορά μόνο προσκεκλημένοι υποψήφιοι. Στην «διαδικασία με διαπραγμάτευση ανταγωνιστικού χαρακτήρα» μπορεί να υποβάλει αίτηση συμμετοχής οποιοσδήποτε οικονομικός φορέας αλλά αρχική προσφορά μπορούν να υποβάλουν μόνο οι υποψήφιοι που κλήθηκαν να το κάνουν έπειτα από αξιολόγηση των πληροφοριών που κατέθεσαν. Στο πλαίσιο της διαδικασίας του «ανταγωνιστικού διαλόγου», κάθε οικονομικός φορέας μπορεί να υποβάλει αίτηση συμμετοχής, αλλά μόνο όσοι υποψήφιοι προσκληθούν θα μπορούν να συμμετάσχουν στον διάλογο. Χρησιμοποιείται όταν οι αναθέτουσες αρχές δεν είναι σε θέση να ορίσουν τα μέσα που απαιτούνται για να ικανοποιηθούν οι ανάγκες τους ή να εκτιμήσουν τη λύση που μπορεί να προσφέρει η αγορά. Η σύμβαση ανατίθεται αποκλειστικά βάσει του κριτηρίου ανάθεσης της καλύτερης σχέσης ποιότητας-τιμής. Έχει δημιουργηθεί μια νέα διαδικασία, η «σύμπραξη καινοτομίας», για τις περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει ανάγκη για καινοτόμο λύση που δεν είναι ήδη διαθέσιμη στην αγορά. Η αναθέτουσα αρχή αποφασίζει να δημιουργήσει σύμπραξη καινοτομίας με έναν ή περισσότερους εταίρους για να εκτελεστούν χωριστές δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης, προκειμένου να διαπραγματευτεί νέα καινοτόμο λύση κατά τη διάρκεια της διαδικασίας υποβολής προσφορών. Τέλος, σε ειδικές περιπτώσεις και περιστάσεις, οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις μέσω διαδικασίας με διαπραγμάτευση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση.

B. Κριτήρια για την ανάθεση της σύμβασης

Οι αναθέτουσες αρχές πρέπει να αναθέτουν τις δημόσιες συμβάσεις στην πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά. Η μεταρρύθμιση των κανόνων περί δημοσίων συμβάσεων εισήγαγε αυτό το νέο κριτήριο ανάθεσης, την αρχή της «πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς» (το κριτήριο «MEAT»), η οποία έχει ως στόχο να εξασφαλίσει την καλύτερη αξιοποίηση των χρημάτων (και όχι την χαμηλότερη τιμή), δηλαδή, συνεκτιμά την ποιότητα των επίμαχων έργων, προϊόντων ή υπηρεσιών καθώς και την τιμή ή το κόστος του κύκλου ζωής. Το κριτήριο αυτό δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην ποιότητα, στο περιβάλλον και σε κοινωνικές πτυχές, καθώς και στην καινοτομία.

C. Κανόνες δημοσίευσης και διαφάνειας

Οι διαδικασίες σύναψης συμβάσεων πρέπει να διασφαλίζουν την απαραίτητη διαφάνεια σε όλα τα στάδια. Αυτό επιτυγχάνεται κυρίως μέσω της δημοσίευσης των βασικών στοιχείων των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων και των πληροφοριών σχετικά με τους υποψηφίους και τους προσφέροντες καθώς και μέσω της παροχής επαρκούς τεκμηρίωσης για όλα τα στάδια της διαδικασίας.

D. Διαδικασίες προσφυγής

Προκειμένου να αντιμετωπιστούν περιπτώσεις παραβίασης των κανόνων περί δημοσίων συμβάσεων από τις αναθέτουσες αρχές, η οδηγία για τις διαδικασίες προσφυγής (οδηγία 2007/66/ΕΚ) προβλέπει ένα αποτελεσματικό σύστημα αξιολόγησης που καλύπτει τόσο τις οδηγίες για τις δημόσιες συμβάσεις όσο και την οδηγία για τις συμβάσεις παραχώρησης, και εισάγει δύο σημαντικά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένης της «ανασταλτικής προθεσμίας». Μετά την απόφαση ανάθεσης, η ανασταλτική προθεσμία επιτρέπει στους προσφέροντες να εξετάσουν την απόφαση και να αποφασίσουν εάν θα κινήσουν διαδικασία προσφυγής. Σε αυτό το διάστημα των τουλάχιστον 10 ημερών, οι αναθέτουσες αρχές δεν μπορούν να υπογράψουν τη σύμβαση.

E. Άλλες πτυχές των δημόσιων συμβάσεων

Οι νέοι κανόνες προωθούν τις πράσινες δημόσιες συμβάσεις μέσω της κοστολόγησης του κύκλου ζωής και επιτρέπουν τη δυνατότητα αναφοράς σε ειδικό σήμα ή σε οικολογικό σήμα. Εξίσου σημαντικές είναι και οι κοινωνικές πτυχές, με οδηγίες που περιλαμβάνουν ειδικές διατάξεις για την κοινωνική ένταξη, τα κοινωνικά κριτήρια, την υπεργολαβία, καθώς και απλουστευμένο καθεστώς για τις συμβάσεις υπηρεσιών. Κεντρικό στοιχείο των δημοσίων συμβάσεων είναι και η περιστολή της γραφειοκρατίας και η βελτίωση της πρόσβασης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στις δημόσιες συμβάσεις. Οι νέοι κανόνες εισάγουν το «Ευρωπαϊκό Ενιαίο Έγγραφο Προμήθειας» και τη χρήση των υπεύθυνων δηλώσεων. Η πρόσβαση των ΜΜΕ στις δημόσιες συμβάσεις θα πρέπει να ενισχυθεί, ιδίως χάρη στη δυνατότητα διαίρεσης των συμβάσεων σε παρτίδες και τον περιορισμό των απαιτήσεων περί ετησίου κύκλου εργασιών. Οι νέες οδηγίες καθιστούν υποχρεωτική τη σταδιακά όλο και συχνότερη χρήση ηλεκτρονικών δημόσιων συμβάσεων και τον ορισμό ειδικών κανόνων σχετικά με τις τεχνικές και τα μέσα για ηλεκτρονικές και συγκεντρωτικές δημόσιες συμβάσεις, όπως συμφωνίες-πλαίσια, δυναμικά συστήματα αγορών, ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς κ.λπ. Οι οδηγίες περιλαμβάνουν και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τις αυτεπιστασίες (in-house), καθιστώντας δυνατή, υπό προϋποθέσεις, για τις αναθέτουσες αρχές την ανάθεση σύμβασης σε επιχείρηση χωρίς τη διαδικασία προμηθειών. Οι νέοι κανόνες ενισχύουν την ισχύουσα νομοθεσία σε ό,τι αφορά τις συγκρούσεις συμφερόντων, την ευνοιοκρατία και τη διαφθορά.

Στις 11 Μαρτίου 2020, η Επιτροπή δημοσίευσε έγγραφο εργασίας σχετικά με τα κριτήρια της ΕΕ για τις πράσινες δημόσιες συμβάσεις όσον αφορά κέντρα δεδομένων, αίθουσες εξυπηρετητών και υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους, με στόχο να διασφαλιστεί ότι ο εξοπλισμός και οι υπηρεσίες των κέντρων δεδομένων παρέχονται κατά τρόπο φιλικό προς το περιβάλλον, σύμφωνα με τους στόχους της ΕΕ για την ενέργεια, την κλιματική αλλαγή και την αποδοτική χρήση των πόρων.

Μετά την επιδημιολογική έξαρση της νόσου COVID-19, η Επιτροπή πρότεινε κανονισμό για τη θέσπιση προγράμματος σχετικά με τη δράση της Ένωσης στον τομέα της υγείας (EU4Health, COM(2020)0405), ο οποίος προβλέπει υψηλότερη ανάθεση δημόσιων συμβάσεων σε τομείς όπως τα φάρμακα, τα εμβόλια, οι νέες θεραπείες και τα δεδομένα. Εξέδωσε επίσης νέες κατευθυντήριες γραμμές για τους αγοραστές που είναι δημόσιοι φορείς, προκειμένου να βοηθήσει τις δημόσιες αρχές να χρησιμοποιούν το πλαίσιο δημόσιων συμβάσεων της ΕΕ για τη διασφάλιση ταχειών αγορών του απαραίτητου εξοπλισμού ενώ δρομολόγησε και πέντε κοινές προμήθειες εξοπλισμού ατομικής προστασίας με τα κράτη μέλη. Στις 27 Μαΐου 2020, η Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση σχετικά με το σχέδιο ανάκαμψης για την περίοδο μετά την πανδημία COVID-19 (COM(2020)0456) και τόνισε την ανάγκη ψηφιοποίησης των δημόσιων συμβάσεων χάρη στην ανάπτυξη εθνικών συστημάτων και πλατφορμών ηλεκτρονικών δημόσιων συμβάσεων.

Παραχωρήσεις

Οι νέοι κανόνες για τις συμβάσεις παραχώρησης είναι πολύ πιο συγκεκριμένοι από εκείνους που διέπουν τις γενικές δημόσιες συμβάσεις και αναφέρονται στην οδηγία 2014/23/ΕΕ.

Η οδηγία ισχύει μόνο για συμβάσεις παραχώρησης αξίας ίσης ή μεγαλύτερης των 5,35 εκατομμυρίων EUR, ενώ ορισμένα είδη παραχωρήσεων εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, όπως οι παραχωρήσεις που συνδέονται με το πόσιμο νερό. Σε αντίθεση με τις γενικές διαδικασίες δημοσίων συμβάσεων, οι αναθέτουσες αρχές είναι ελεύθερες να δομήσουν τη διαδικασία για τις συμβάσεις παραχώρησης σύμφωνα με τα εθνικά πρότυπα ή τις δικές τους προτιμήσεις. Οφείλουν να τηρούν ορισμένους βασικούς κανόνες, π.χ.: δημοσίευση προκήρυξης παραχώρησης, παροχή πληροφοριών για τις ελάχιστες απαιτήσεις, κριτήρια ανάθεσης, συμμόρφωση με τις καθιερωμένες προϋποθέσεις, απόρριψη υποψηφίων που δεν τις πληρούν κ.λπ. Επιπλέον, το αντικείμενο της παραχώρησης, τα κριτήρια ανάθεσης και οι ελάχιστες απαιτήσεις δεν μπορούν να αποτελούν αντικείμενο διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων παραχώρησης. Οι συμβάσεις παραχώρησης είναι περιορισμένης χρονικής διάρκειας και η επέκτασή τους πρέπει να αξιολογείται βάσει της διαδικασίας τροποποίησης της σύμβασης.

Ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Προτού εγκρίνει τη δέσμη μέτρων για τις δημόσιες συμβάσεις στις 15 Ιανουαρίου 2014, το Κοινοβούλιο είχε εγκρίνει διάφορα ψηφίσματα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων της 18ης Μαΐου 2010 σχετικά με τις νέες εξελίξεις στις δημόσιες συμβάσεις, της 12ης Μαΐου 2011 σχετικά με την ισότιμη πρόσβαση στις αγορές του δημόσιου τομέα στην ΕΕ και σε τρίτες χώρες, και της 25ης Οκτωβρίου 2011 σχετικά με τον εκσυγχρονισμό των δημοσίων συμβάσεων. Στα ψηφίσματα αυτά, το Κοινοβούλιο υποστήριζε ιδίως τη λήψη μέτρων απλούστευσης και απηύθυνε έκκληση για ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου. Υποστήριζε ότι κατά την ανάθεση των συμβάσεων το μοναδικό κριτήριο δεν πρέπει να είναι η φθηνότερη τιμή, αλλά μάλλον να συνεκτιμάται η καλύτερη σχέση ποιότητας-τιμής, που θα καλύπτει και κριτήρια βιωσιμότητας (όπως το κόστος κύκλου ζωής και περιβαλλοντικά και κοινωνικά κριτήρια).

Στο πλαίσιο των προσπαθειών για περαιτέρω βελτίωση των ευρωπαϊκών δημόσιων συμβάσεων, το Κοινοβούλιο ενέκρινε στις 4 Οκτωβρίου 2018 ψήφισμα σχετικά με τη δέσμη στρατηγικών για τις δημόσιες συμβάσεις, το οποίο ζητούσε να υιοθετηθούν ευρύτερα στην Ένωση στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων οι ψηφιακές τεχνολογίες, μέτρα διευκόλυνσης για τις ΜΜΕ και τις επιχειρήσεις της κοινωνικής οικονομίας, βελτιωμένη πρόσβαση των ενωσιακών προμηθευτών στις αγορές δημόσιων συμβάσεων τρίτων χωρών, και επαγγελματοποίηση των αγοραστών[2].

Σύμφωνα με έρευνες, η πρόσφατη νομοθετική δραστηριότητα του Κοινοβουλίου μπορεί να αποφέρει έως και 2,88 δισεκατομμύρια EUR ετησίως. Ταυτόχρονα, οι οδηγίες της ΕΕ για τις δημόσιες συμβάσεις οδήγησαν σε αύξηση της συνολικής αξίας των αναθέσεων από λιγότερα από 200 δισεκατομμύρια EUR σε περίπου 525 δισεκατομμύρια EUR[3].

Τον Απρίλιο του 2020, δημοσιεύθηκε ένα ενημερωτικό σημείωμα σχετικά με «Το πλαίσιο της ΕΕ για τις δημόσιες συμβάσεις», που εξετάζει τον τρόπο που το προαναφερθέν πλαίσιο συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων της συμφωνίας του Παρισιού και της στρατηγικής κυκλικής οικονομίας. Η εν λόγω μελέτη ζητήθηκε από την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών (IMCO) στο πλαίσιο της μελλοντικής της έκθεσης πρωτοβουλίας με τίτλο «Προς μια πιο βιώσιμη ενιαία αγορά για τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές».

 

[1]Οδηγίες 92/50/ΕΟΚ, 93/36/ΕΟΚ, 93/37/ΕΟΚ και 93/38/ΕΟΚ.
[2]Μελέτη «Contribution to Growth: European Public Procurement. Delivering improved rights for European citizens and businesses» (Συμβολή στην ανάπτυξη: Η ευρωπαϊκή ενιαία ψηφιακή αγορά. Επίτευξη βελτιωμένων δικαιωμάτων για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις της Ευρώπης) (2018), εκπονηθείσα από το Θεματικό Τμήμα Α και το Πανεπιστήμιο του Hull για την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών,
https://www.europarl.europa.eu/RegDataetudes/STUD/2019/626088/IPOL_STU(2019)626088_EN.pdf
[3]Μελέτη «Contribution to Growth: European Public Procurement. Delivering improved rights for European citizens and businesses» (Συμβολή στην ανάπτυξη: Η ευρωπαϊκή ενιαία ψηφιακή αγορά. Επίτευξη βελτιωμένων δικαιωμάτων για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις της Ευρώπης) (2019), εκπονηθείσα από το Θεματικό Τμήμα Α και το Πανεπιστήμιο Munster για την Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών,
http://www.europarl.europa.eu/RegData/etudes/STUD/2018/631048/IPOL_STU(2018)631048_EN.pdf

Mariusz Maciejewski / Christina Ratcliff / Louise Blandin