Επιστροφή στη διαδικτυακή πύλη Europarl

Choisissez la langue de votre document :

ΕΚΘΕΣΗ     *
PDF 453kWORD 146k
26 Φεβρουαρίου 2004
PE 329.360 A5-0119/2004
σχετικά με την πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για την υπογραφή συμφωνίας πολιτικού διαλόγου και συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Κοινότητας των Άνδεων και των χωρών μελών της, των Δημοκρατιών της Βολιβίας, της Κολομβίας, του Ισημερινού και του Περού και της Βολιβαριανής Δημοκρατίας της Βενεζουέλας, αφετέρου
(COM(2003) 695 – C5‑0657/2003 – 2003/0268(CNS))
Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων, Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Κοινής Ασφάλειας και Αμυντικής Πολιτικής
Εισηγητής: José Ignacio Salafranca Sánchez-Neyra
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
 ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ, ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ, ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

Με την από 22ας Δεκεμβρίου 2003 επιστολή του, το Συμβούλιο κάλεσε το Συμβούλιο να γνωμοδοτήσει, σύμφωνα με το άρθρο 300, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ, σχετικά με την πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για την υπογραφή συμφωνίας πολιτικού διαλόγου και συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Κοινότητας των Άνδεων και των χωρών μελών της, των Δημοκρατιών της Βολιβίας, της Κολομβίας, του Ισημερινού και του Περού και της Βολιβαριανής Δημοκρατίας της Βενεζουέλας, αφετέρου (COM(2003) 695 – 2003/0268(CNS)).

Κατά τη συνεδρίαση της 12ης Ιανουαρίου 2004, ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου ανακοίνωσε ότι παρέπεμψε την εν λόγω πρόταση, για εξέταση επί της ουσίας, στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων, Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Κοινής Ασφάλειας και Αμυντικής Πολιτικής και, για γνωμοδότηση, στην Επιτροπή Ανάπτυξης και Συνεργασίας και στην Επιτροπή Βιομηχανίας, Εξωτερικού Εμπορίου, Έρευνας και Ενέργειας (C5‑0657/2003).

Κατά τη συνεδρίασή της στις 26 Νοεμβρίου 2003, η Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων, Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Κοινής Ασφάλειας και Αμυντικής Πολιτικής, όρισε εισηγητή τον José Ignacio Salafranca Sánchez-Neyra.

Κατά τις συνεδριάσεις της στις 21 Ιανουαρίου 2004 και 19 Φεβρουαρίου 2004, η επιτροπή εξέτασε την πρόταση απόφασης του Συμβουλίου καθώς και το σχέδιο έκθεσης.

Κατά την τελευταία ως άνω συνεδρίαση, η επιτροπή ενέκρινε το σχέδιο νομοθετικού ψηφίσματος ομόφωνα.

Ήσαν παρόντες κατά την ψηφοφορία οι βουλευτές Elmar Brok (πρόεδρος), Βαρόνη Nicholson of Winterbourne (1η αντιπρόεδρος), Geoffrey Van Orden (2ος αντιπρόεδρος) και Χρήστος Ζαχαράκις (3ος αντιπρόεδρος), Raimon Obiols i Germà (εισηγητής), Per-Arne Arvidsson, Ole Andreasen, Bastiaan Belder, John Walls Cushnahan, Gianfranco Dell'Alba (αναπλ. Emma Bonino, σύμφωνα με το άρθρο 153, παράγραφος 2, του Κανονισμού), Rosa M. Díez González, Andrew Nicholas Duff (αναπλ. Joan Vallvé), Hélène Flautre (αναπλ. Per Gahrton), José María Gil-Robles Gil-Delgado (αναπλ. Armin Laschet, σύμφωνα με το άρθρο 153, παράγραφος 2, του Κανονισμού), Alfred Gomolka, Elisabeth Jeggle (αναπλ. Michael Gahler, σύμφωνα με το άρθρο 153, παράγραφος 2, του Κανονισμού), Γιώργος Κατηφόρης (αναπλ. Αλέξανδρος Μπάλτας), Catherine Lalumière, Jules Maaten (αναπλ. Bob van den Bos), Μινέρβα Μελπομένη Μαλλιώρη (αναπλ. Hannes Swoboda, dσύμφωνα με το άρθρο 153, παράγραφος 2, του Κανονισμού), Cecilia Malmström, Helmuth Markov (αναπλ. de André Brie, σύμφωνα με το άρθρο 153, παράγραφος 2, του Κανονισμού), Emilio Menéndez del Valle, Arie M. Oostlander, Jacques F. Poos, Jannis Sakellariou, José Ignacio Salafranca Sánchez-Neyra, Jürgen Schröder, Elisabeth Schroedter, The Earl of Stockton (αναπλ. David Sumberg), Charles Tannock, Paavo Väyrynen, Demetrio Volcic, Peder Wachtmeister (αναπλ. Hugues Martin, σύμφωνα με το άρθρο 153, παράγραφος 2, του Κανονισμού), Karl von Wogau, Jan Marinus Wiersma.

Οι γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Ανάπτυξης και Συνεργασίας και της Επιτροπής Βιομηχανίας, Εξωτερικού Εμπορίου, Έρευνας και Ενέργειας επισυνάπτονται στην παρούσα έκθεση.

Η έκθεση κατατέθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 2004.


ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για την υπογραφή συμφωνίας πολιτικού διαλόγου και συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Κοινότητας των Άνδεων και των χωρών μελών της, των Δημοκρατιών της Βολιβίας, της Κολομβίας, του Ισημερινού και του Περού και της Βολιβαριανής Δημοκρατίας της Βενεζουέλας, αφετέρου

(COM(2003) 695 – C5‑0657/2003 – 2003/0268(CNS))

(Διαδικασία διαβούλευσης)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη την πρόταση απόφασης του Συμβουλίου (COM(2003) 695)(1),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 181 της Συνθήκης ΕΚ, σε συνδυασμό με την πρώτη φράση του πρώτου εδαφίου, της παραγράφου 2, του άρθρου 300,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 300, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, σύμφωνα με το οποίο κλήθηκε από το Συμβούλιο να γνωμοδοτήσει (C5‑0657/2003),

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 67 και το άρθρο 97, παράγραφος 7, του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων, Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Κοινής Ασφάλειας και Αμυντικής Πολιτικής και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Ανάπτυξης και Συνεργασίας και της Επιτροπής Βιομηχανίας, Εξωτερικού Εμπορίου, Έρευνας και Ενέργειας (A5‑0119/2004),

1.   εγκρίνει τη σύναψη της συμφωνίας·

2.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, καθώς και στις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών και στην Κοινότητα των Άνδεων και τις χώρες μέλη της, τις Δημοκρατίες της Βολιβίας, της Κολομβίας, του Ισημερινού και του Περού και την Βολιβαριανή Δημοκρατία της Βενεζουέλας.

(1)Δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στην ΕΕ.


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1.   Απολογισμός της συμφωνίας στο πλαίσιο της διπεριφερειακής στρατηγικής σύνδεσης κατά την παρούσα κοινοβουλευτική περίοδο

Η κοινοβουλευτική περίοδος που οδεύει προς τη λήξη της σηματοδοτήθηκε από κάποια ασυμφωνία ανάμεσα στις αντιλήψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσον αφορά τις σχέσεις ΕΕ-Λατινικής Αμερικής. Ελλείψει πρωτοβουλιών, προσεγγίσεων και στρατηγικού οράματος ισάξιων εκείνων που επί δεκαετίες την έκαναν να διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο και να καθοδηγεί τις σχέσεις αυτές, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέβαλε επίπονες προσπάθειες προκειμένου να διαχειρισθεί τις εκκρεμότητες της στρατηγικής προσέγγισης που είχε καταρτίσει η Επιτροπή με προγενέστερες συνθέσεις της (όπως η σύναψη της συμφωνίας σύνδεσης ΕΕ-Χιλής). Στην πραγματικότητα, καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου δεν εμφανίσθηκε έστω και μία καινούρια πρωτοβουλία με πραγματική εμβέλεια, οπότε η Επιτροπή, από παράγοντα ώθησης άρχισε μάλλον να μετατρέπεται σε τροχοπέδη για τη διπεριφερειακή στρατηγική σύνδεση, αποστασιοποιούμενη με τον τρόπο αυτό από ένα θεσμικό όργανο, το ΕΚ, που θα έπρεπε μάλλον να εξακολουθεί να είναι ο παραδοσιακός της σύμμαχος κατά τη χάραξη της πολιτικής της Ένωσης για την υποήπειρο. Πώς θα μπορούσαμε αλλιώς να εξηγήσουμε τις περικοπές που εισήγαγε κάθε χρόνο η Επιτροπή στις δημοσιονομικές της πρωτοβουλίες για τη Λατινική Αμερική, τις οποίες με πάρα πολλές προσπάθειες κατάφερνε το ΕΚ να διορθώνει προς τα πάνω; Πώς θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η συχνή προσφυγή της στο RAL κατά την εκκαθάριση του ετήσιου κοινοτικού προϋπολογισμού, αφαιρώντας από τη Λατινική Αμερική τα κονδύλια που με τόσο κόπο εγγράφηκαν στον προϋπολογισμό, όχι τόσο λόγω της εικαζόμενης ανικανότητας απορρόφησης από πλευράς των δικαιούχων αλλά μάλλον λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος, λόγω έλλειψης ιδεών και ελπιδοφόρων στρατηγικών σχεδίων, για μια περιοχή στην οποία υφίστανται μάλιστα κάθε τόσο περικοπές και αυθαίρετη μεταχείριση προς όφελος άλλων συμφερόντων και τομέων; Η πρόταση του ΕΚ - του δεύτερου σκέλους της αρμόδιας επί του προϋπολογισμού αρχής - να τεθεί σε λειτουργία ένα Διπεριφερειακό Ταμείο Αλληλεγγύης δεν υπήρξε καν αντικείμενο προσεκτικής εξέτασης από τότε που υπεβλήθη, τον Νοέμβριο του 2001. Και αυτό παρ’ όλο που το ταμείο, έχοντας χαρακτήρα μέσου κινητοποίησης χρηματοδοτικών πόρων χωρίς να συνεπάγεται πρόσθετες δημοσιονομικές δαπάνες, θα μπορούσε να παράγει ένα πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα ικανό να αντισταθμίσει, έστω και εν μέρει, τη μείωση του ύψους της επίσημης αναπτυξιακής βοήθειας (ΕΑΒ) που υφίσταται η Λατινική Αμερική από το 2000, για να μη μιλήσουμε για τη δυνητική συμβολή του στην πρόληψη και υπερνίκηση κρίσεων όπως αυτές που ξέσπασαν τα προηγούμενα χρόνια στη Βολιβία, στον Ισημερινό, στο Μεξικό και στην Αργεντινή, προσδίδοντάς του έτσι, για όλους αυτούς τους λόγους, απόλυτη αξιοπιστία έναντι κάθε σοβαρής εξέτασης. Αλλά ούτε και στις νομοθετικές πρωτοβουλίες της η Επιτροπή επιδίωξε τον συντονισμό με το Κοινοβούλιο, εμφανίζοντας την τάση να συμμερίζεται τις θέσεις του Συμβουλίου, όπως φάνηκε τόσο με τη συμπερίληψη του Πακιστάν στο ειδικό καθεστώς «ΣΓΠ-ναρκωτικά», παρά τις προειδοποιήσεις χωρών των Άνδεων, της Κεντρικής Αμερικής και του ίδιου του ΕΚ, αλλά όσο και από την αλαζονική στάση της έναντι της πρότασης του ΕΚ - η οποία κατατέθηκε από το 2001 – και κυρίως των δικαιούχων λατινοαμερικανικών χωρών να εκδοθεί ειδικός κανονισμός που θα ρυθμίζει τη συνεργασία της Κοινότητας με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, επιδεικνύοντας έτσι κατάφωρη περιφρόνηση του ρόλου του ΕΚ ως συννομοθέτη, και μάλιστα σε έναν τομέα που εντάσσεται στη διαδικασία συναπόφασης. Τέλος, ούτε στα θέματα που αφορούν τη συνεργασία για την ανάπτυξη τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά: μολονότι η ΕΕ - Επιτροπή συν κράτη μέλη - εξακολούθησε να είναι ο κυριότερος χορηγός επίσημης αναπτυξιακής βοήθειας στη λατινοαμερικανική ήπειρο (το ύψος της οποίας ανερχόταν μάλιστα το 2000 σε 45 % του συνόλου), η εν λόγω ΕΑΒ μειώθηκε δραστικά (παρουσιάζοντας, για παράδειγμα, πτώση κατά 29 %, από 2.580 δολάρια το 1981 σε 1.820 δολάρια το 2000). Από την άλλη, καμία ενέργεια δεν έγινε προκειμένου να προωθηθεί, στο μέτρο του δυνατού, η σύγκλιση προς το ύψος των κονδυλίων που προβλέπονται για παράδειγμα στη Συμφωνία της Κοτονού για τις χώρες ΑΚΕ, με την εγγραφή στον προϋπολογισμό πιστώσεων ύψους 13.500 ευρώ για την περίοδο μέχρι το 2005. Και αυτό συμβαίνει σε μια συγκυρία όπου, σύμφωνα με στοιχεία της ECLAC (Οικονομική Επιτροπή για τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική), η φτώχεια στη Λατινική Αμερική (ημερήσιο εισόδημα έως 2 δολάρια) αφορούσε 43 % του πληθυσμού το 2001, και η απόλυτη ένδεια (έως 1 δολάριο ημερησίως) περίπου το 18,6 %, ενώ συγχρόνως σημείωσαν αύξηση αρνητικοί δείκτες, όπως αυτοί της συγκέντρωσης του πλούτου και της μείωσης της σταθερής απασχόλησης. Τέλος, η προαναφερόμενη τάση κατέστη ιδιαίτερα εμφανής στο πλαίσιο πρωτοβουλιών, οι οποίες παρουσιάσθηκαν κάποτε με στόμφο ως βασικές συνεισφορές της δεύτερης συνόδου κορυφής, όπως το Πρόγραμμα Υποτροφιών ΕΕ-Λατινικής Αμερικής (ALBAN), κατά το πρώτο έτος εφαρμογής του οποίου χορηγήθηκαν μόνον 300 από τις 800 εξαγγελθείσες υποτροφίες, εκ των οποίων μάλιστα 80 % διατέθηκε στις 9 περισσότερο ανεπτυγμένες χώρες, και μόνον 20 % στις υπόλοιπες χώρες με σχετικά χαμηλότερο επίπεδο ανάπτυξης.

2.   Η νέα συμφωνία πολιτικού διαλόγου και συνεργασίας μεταξύ ΕΕ και Κοινότητας των Άνδεων, προετοιμασία για τη μελλοντική συμφωνία σύνδεσης

Η διαδικασία ενίσχυσης των σχέσεων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των χωρών των Άνδεων γνώρισε επίσης άσκοπες καθυστερήσεις κατά την τρέχουσα περίοδο. Σε αντίθεση με τις επιθυμίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, όπως αυτές εκφράσθηκαν στο ψήφισμά του της 15ης Νοεμβρίου 2001, παρά τις προσπάθειες που κατέβαλαν το εν λόγω θεσμικό όργανο, η τότε Προεδρία και ορισμένες αντιπροσωπείες του Συμβουλίου, και παρά τα πιεστικά αιτήματα των εταίρων των χωρών των Άνδεων, η δεύτερη σύνοδος κορυφής μεταξύ της ΕΕ και των χωρών της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής, που πραγματοποιήθηκε στη Μαδρίτη στις 17 Μαΐου 2002, απέρριψε την υποβολή οδηγιών διαπραγμάτευσης με σκοπό τη μεσοπρόθεσμη σύναψη συμφωνιών σύνδεσης της ΕΕ με την Κοινότητα των Άνδεων τις χώρες της Κεντρικής Αμερικής. Πράγματι, με δεδομένη την κατηγορηματικά αντίθετη θέση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ορισμένων αντιπροσωπειών του Συμβουλίου, το μόνο που μπόρεσε να επιτευχθεί, εν είδει συμβιβαστικής λύσης, ήταν μια πρωτοβουλία για διαπραγμάτευση των συμφωνιών πολιτικού διαλόγου και συνεργασίας, καθώς και η απόφαση ενίσχυσης της συνεργασίας στους τομείς του εμπορίου, των επενδύσεων και των οικονομικών σχέσεων. Αναμένεται ότι η επίτευξη των στόχων των προαναφερόμενων συμφωνιών και η ενίσχυση της συνεργασίας θα δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες, με βάση τα αποτελέσματα του προγράμματος εργασίας της Ντόχα που δεσμευθήκαμε να υπογράψουμε το αργότερο έως τα τέλη του 2004, θα μπορέσουν τα μέρη να διαπραγματευθούν εφικτές και αμοιβαία επωφελείς συμφωνίες σύνδεσης μεταξύ, αντιστοίχως, της ΕΕ και των χωρών της Κεντρικής Αμερικής και της ΕΕ και της Κοινότητας των Άνδεων, συμπεριλαμβανομένης μιας συμφωνίας ελεύθερων συναλλαγών. Αυτός ήταν λοιπόν ο μοναδικός εφικτός συμβιβασμός, όπως καταγράφεται στο άρθρο 17 της Πολιτικής Διακήρυξης της Μαδρίτης, η οποία συγκεντρώνει τις 33 δεσμεύσεις της δεύτερης συνόδου κορυφής στον πολιτικό και τον οικονομικό τομέα, στον τομέα της συνεργασίας, καθώς και σε θέματα πολιτιστικού, εκπαιδευτικού, επιστημονικού, τεχνολογικού, κοινωνικού και ανθρωπιστικού χαρακτήρα.

Η δεύτερη σύνοδος κορυφής δεν κατάφερε, επομένως, να επιτύχει ένα ποιοτικό άλμα, εφόσον δεν καθόρισε ημερομηνίες για απευθείας διαπραγματεύσεις μίας συμφωνίας σύνδεσης, σηματοδοτώντας με τον τρόπο αυτό ένα νέο στάδιο στις σχέσεις ΕΕ-Κοινότητας των Άνδεων. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι πρόεδροι των χωρών των Άνδεων επωφελήθηκαν από τη συνάντησή τους στη Μαδρίτη για να στείλουν, στις 18 του μηνός, ένα διττό μήνυμα: αφενός, ένα μήνυμα σαφούς απογοήτευσης, εκδηλώνοντας έντονες ανησυχίες για τις προστατευτικές τάσεις στον τομέα του εμπορίου και εμμένοντας στην αναγκαιότητα περαιτέρω εμβάθυνσης και επιτάχυνσης των διαδικασιών για τη σύναψη συμφωνιών με την ΕΕ, οι οποίες θα προσβλέπουν στην πολιτική, οικονομική και εμπορική σύνδεση με την Κοινότητα των Άνδεων και άλλα σχήματα περιφερειακής ολοκλήρωσης· αφετέρου, ένα μήνυμα διαφοροποίησης, ζητώντας την άμεση έγκριση από το Κογκρέσο των ΗΠΑ της Πράξης δασμολογικών προτιμήσεων προς όφελος των χωρών των Άνδεων, εκλαμβάνοντας την προτροπή του Προέδρου Bush ως σαφή ένδειξη της κοινής δέσμευσης για καταπολέμηση του εμπορίου ναρκωτικών και της τρομοκρατίας. Επιπλέον, πολύ σύντομα περάσαμε από τις προθέσεις στις έμπρακτες ενέργειες, οι οποίες κατέληξαν στο να βρεθούν η Ένωση και οι περισσότερες χώρες των Άνδεων μαζί στην Ομάδα των 22 και να αντιμετωπίζουν τις άκαρπες διαπραγματεύσεις του Κανκούν. Από την άλλη, η ακόμη αναμενόμενη ενίσχυση των σχέσεων ΕΕ-Κοινότητας των Άνδεων άρχισε να αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς εντείνονται οι προσπάθειες για τη συγκρότηση της ονομαζόμενης Παναμερικανικής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών (ΠΖΕΣ). Αφενός, διότι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι χώρες των Άνδεων ενδιαφέρονται για τη δημιουργία μιας ζώνης ελεύθερων συναλλαγών, η οποία θα καλύπτει το δυτικό ημισφαίριο (γύρω στο έτος 2005, όπως ανακηρύχθηκε, εάν και εφόσον διευθετηθούν οι υφιστάμενες διαφορές σχετικά με τις γεωργικές επιδοτήσεις, την πνευματική ιδιοκτησία ή τις κοινωνικές πτυχές που σχετίζονται με τη συγκεκριμένη ζώνη). Αφετέρου, επειδή το πάγωμα της πρωτοβουλίας ενδέχεται επίσης να αποβεί εις βάρος των εταίρων των χωρών των Άνδεων, στον βαθμό που πολλοί από αυτούς θα υποχρεώνονταν να συνάψουν διμερείς εμπορικές συμφωνίες με τις ΗΠΑ - οι οποίες ποτέ δεν έκρυψαν την προτίμησή τους για τη μέθοδο αυτή προτού εξαγγελθεί η εν λόγω πρωτοβουλία - υπό ολοφάνερους όρους δυσμενούς διαπραγματευτικής θέσης. Στην πραγματικότητα, έτσι ακριβώς πρέπει να ερμηνευθεί η παράλληλη διαδικασία διαπραγματεύσεων που εγκαινίασαν οι ΗΠΑ στις 18 Νοεμβρίου, όταν εξήγγειλαν την έναρξη διμερών διαπραγματεύσεων με τέσσερις χώρες των Άνδεων (Κολομβία, Ισημερινός, Περού και Βολιβία) και με τον Παναμά.

Με βάση τα προαναφερθέντα, αναμένουμε μια άμεση, προορατική και διορατική, αντίδραση εκ μέρους της Επιτροπής και του Συμβουλίου της Ένωσης, με σκοπό τη λήψη απόφασης για την ημερομηνία έναρξης διαπραγματεύσεων, το αργότερο επ’ ευκαιρία της τρίτης συνόδου κορυφής που θα πραγματοποιηθεί στο Μεξικό, για τη σύναψης των δύο συμφωνιών σύνδεσης, με την Κοινότητα των Άνδεων και τις χώρες της Κεντρικής Αμερικής, οι οποίες θα είναι mutatis mutandis παρεμφερείς με αυτές που υπεγράφησαν με το Μεξικό και τη Χιλή και με αυτήν που βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση με την Mercosur, προοίμιο για τη μεταγενέστερη υπογραφή διαπεριφερειακής συνολικής συμφωνίας η οποία θα οδηγήσει, το αργότερο έως το 2010, στη δημιουργία μιας ευρωλατινοαμερικανικής ζώνης ελευθέρων συναλλαγών που θα αντισταθμίζει την ΠΖΕΣ, έτσι όπως έχει ζητήσει το ΕΚ στο προαναφερθέν ψήφισμά του της 15ης Νοεμβρίου 2001.

Στο μεταξύ, η νέα συμφωνία πολιτικού διαλόγου και συνεργασίας εστιάζεται αποκλειστικά στα δύο αυτά ζητήματα, μολονότι επιδιώκει να προχωρήσει πέρα από τη συμφωνία-πλαίσιο του 1993 για τη συνεργασία και από τη διακήρυξη της Ρώμης του 1996. Απεναντίας, ωστόσο, δεν περιέχει κανένα εμπορικό στοιχείο. Οι βασικοί της στόχοι, έτσι όπως ανακηρύσσονται από την Επιτροπή, είναι δύο: α) η ενίσχυση των σχέσεων ΕΕ-Κοινότητας των Άνδεων μέσω της ανάπτυξης του πολιτικού διαλόγου και της ενίσχυσης της συνεργασίας, και β) η δημιουργία των προϋποθέσεων υπό τις οποίες, με βάση τα αποτελέσματα του προγράμματος εργασίας της Ντόχα, να μπορέσουν τα μέρη να διαπραγματευτούν μία «εφικτή και αμοιβαία επωφελή» (sic) συμφωνία σύνδεσης, συμπεριλαμβανομένης μιας συμφωνίας ελεύθερων συναλλαγών. Από πολιτική σκοπιά, το μόνο σχεδόν θετικό σημείο της νέας συμφωνίας συνίσταται στη θεσμοθέτηση (η πράξη θα δείξει μέχρι ποιο σημείο θα υπάρξει πραγματική ανάπτυξη) του πολιτικού διαλόγου, που μέχρι τώρα βασιζόταν στις άτυπες ρυθμίσεις της διακήρυξης της Ρώμης του 1996. Η ρήτρα περί σεβασμού των δημοκρατικών αρχών, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των αρχών του κράτους δικαίου εμφανίζεται και πάλι ως ουσιαστικό στοιχείο της νέας συμφωνίας, έτσι όπως συνέβαινε προφανώς και με τη συμφωνία του 1993. Το πρόγραμμα πολιτικού διαλόγου επεκτάθηκε αισθητά και, στο πλαίσιο των μηχανισμών διεξαγωγής διαλόγου, προβλέπεται η πραγματοποίηση διασκέψεων κορυφής σε επίπεδο αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων (εφόσον παρίσταται ανάγκη και κατόπιν συμφωνίας αμφοτέρων των πλευρών), καθώς και συναντήσεων σε επίπεδο υπουργών, ανώτερων υπαλλήλων και υπαλλήλων των αρμόδιων υπηρεσιών. Όσον αφορά τον κοινοβουλευτικό τομέα, στην παράγραφο 4, του άρθρου 52, περιλαμβάνεται μια κοινότυπη παρότρυνση προς το ΕΚ και το Κοινοβούλιο των Άνδεων να συγκροτήσουν διακοινοβουλευτική επιτροπή που θα λειτουργεί βάσει προηγούμενων πρακτικών, σαν να μην ήταν υπεραρκετές για την παρακολούθηση των περιορισμένων αποτελεσμάτων της νέας συμφωνίας οι τακτικές συναντήσεις που πραγματοποιούν τα δύο κοινοβούλια, σε διμερή βάση και στο πλαίσιο των διακοινοβουλευτικών διασκέψεων από το 1974. Όπως θα ενθυμείσθε, η πρόταση του ίδιου του ΕΚ και της τελευταίας εκ των ανωτέρω διασκέψεων ενόψει της δεύτερης συνόδου κορυφής ήταν πολύ περισσότερο ουσιαστική και έκανε λόγο για τη συγκρότηση μίας Ευρωλατινοαμερικανικής Διατλαντικής Συνέλευσης (βλέπε σημείο 9 και επόμενα του ψηφίσματός του της 15ης Νοεμβρίου 2001). Από πολιτική άποψη, η κυριότερη καινοτομία της νέας συμφωνίας είναι η πρόταση για συνεργασία στους τομείς της εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας, με μοναδικό προβλεπόμενο μέσο τον πιθανό συντονισμό θέσεων και την από κοινού ανάληψη πρωτοβουλιών στα κατάλληλα διεθνή φόρα. Στον τομέα της συνεργασίας, η νέα συμφωνία εδραιώνει και επεκτείνει σε νέα πεδία την ήδη προβλεπόμενη συνεργασία στη συμφωνία-πλαίσιο του 1993: έτσι, η νέα συμφωνία περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με τη συνεργασία σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δημοκρατίας, χρηστής διακυβέρνησης, πρόληψης των συγκρούσεων, εκσυγχρονισμού της κρατικής και δημόσιας διοίκησης, περιφερειακής ολοκλήρωσης, περιφερειακής συνεργασίας, συνεργασίας στους τομείς του εμπορίου, της παροχής υπηρεσιών, της πνευματικής ιδιοκτησίας, των δημοσίων συμβάσεων, της πολιτικής ανταγωνισμού, τελωνειακής συνεργασίας κλπ. Ειδική μνεία αξίζει να γίνει στις διατάξεις που αναφέρονται στη συνεργασία για την καταπολέμηση των ναρκωτικών, της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της συνδεδεμένης οργανωμένης εγκληματικότητας, καθώς και στον τομέα της μετανάστευσης. Επίσης, κατόπιν επιμονής της Ένωσης, το άρθρο 50 της νέας συμφωνίας περιλαμβάνει διατάξεις που αφορούν τη συνεργασία για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Σε γενικές γραμμές, οφείλουμε να θεωρήσουμε κατάλληλα τα θέματα και τους τομείς που περιλαμβάνονται στο σχέδιο της νέας συμφωνίας, εκφράζοντας την ευχή να συγκρατηθούν και να επεκταθούν καταλλήλως στο πλαίσιο της μελλοντικής συμφωνίας σύνδεσης, που πρέπει να συμπεριλάβει μια συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών και να αποτελέσει το συντομότερο δυνατόν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

3.   Συμπεράσματα

1)   Η σύναψη της συμφωνίας πολιτικού διαλόγου και συνεργασίας ΕΕ-Κοινότητας των Άνδεων, που αποφασίσθηκε στη δεύτερη σύνοδο κορυφής της Μαδρίτης, από την οποία θα προσδοκούσαμε να αποτελέσει, καταρχήν, κάτι περισσότερο από μια απλή αναδιαμόρφωση και επικαιροποίηση των ισχυουσών διατάξεων που ρυθμίζουν τις διμερείς σχέσεις μεταξύ των δύο περιφερειών - συμφωνία-πλαίσιο του 1993 για τη συνεργασία και πολιτική διακήρυξη του 1996, έχει αναδειχθεί πρωτίστως σε μεταβατικό στάδιο και προετοιμασία για τη συμφωνία σύνδεσης, η οποία θα περιλαμβάνει τη βαθμιαία και αμοιβαία απελευθέρωση των συναλλαγών, όραμα των εταίρων από τις χώρες των Άνδεων, που συν τοις άλλοις συμβαδίζει με τα πολιτικά, οικονομικά, εμπορικά και κοινωνικά, με την ευρύτερη έννοια, συμφέροντα της Ένωσης.

2)   Η τρίτη σύνοδος κορυφής, που θα πραγματοποιηθεί στο Μεξικό τον Μάιο του 2004, πρέπει τουλάχιστον να επιδείξει ικανότητα αντίδρασης σε σχέση με τα τελευταία γεγονότα που έλαβαν χώρα στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων του Κανκούν, αποφασίζοντας επιτέλους να ορίσει ημερομηνία για την έναρξη διαπραγματεύσεων ενόψει της σύναψης των δύο συμφωνιών σύνδεσης, με την Κοινότητα των Άνδεων και τις χώρες της Κεντρικής Αμερικής, οι οποίες θα είναι mutatis mutandis παρεμφερείς με αυτές που υπεγράφησαν με το Μεξικό και τη Χιλή και με αυτήν που βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση με τη Mercosur, προοίμιο για τη μεταγενέστερη υπογραφή διαπεριφερειακής συνολικής συμφωνίας η οποία θα οδηγήσει, το αργότερο έως το 2010, στη δημιουργία μιας ευρωλατινοαμερικανικής ζώνης ελευθέρων συναλλαγών.

3)   Οι εν λόγω συμφωνίες πρέπει να προβλέπουν ένα βιώσιμο και αμοιβαία επωφελές πρότυπο εταιρικής σχέσης, το οποίο θα συνεπάγεται πραγματική σύνδεση σε επίπεδο πολιτικό, οικονομικό και ανάπτυξης και θα περιλαμβάνει μια συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών με τις δύο περιφέρειες, εξαλείφοντας ειδικότερα κάθε ρητή ή σιωπηρή εξάρτηση της διαπραγμάτευσης για τη σύναψή τους από την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων του γύρου του ΠΟΕ, με την επιφύλαξη ότι θα ενσωματωθούν στις συμφωνίες, την κατάλληλη στιγμή, τα αποτελέσματα του προγράμματος εργασίας της Ντόχα που είναι σύμφωνα προς τον τελικό στόχο της εταιρικής σχέσης ΕΕ-Κοινότητας των Άνδεων και ΕΕ-χώρες της Κεντρικής Αμερικής.

4)   Η μετανάστευση πρέπει να αποτελέσει βασική παράμετρο της έγκρισης των προγραμμάτων συνεργασίας που προβλέπονται σε αυτές και σε μελλοντικές συμφωνίες, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τα προβλήματα των πιο ευάλωτων τμημάτων του πληθυσμού, όπως είναι οι γυναίκες, τα παιδιά και οι ιθαγενείς, και σύμφωνα με τους ισχύοντες διεθνείς κανόνες.

5)   Οι διατάξεις της νέας συμφωνίας πρέπει να στηρίζονται με επαρκείς πόρους και, εν πάση περιπτώσει, να είναι συμπληρωματικές προς τις δραστηριότητες του Διπεριφερειακού Ταμείου Αλληλεγγύης η δημιουργία του οποίου έχει ζητηθεί από το Κοινοβούλιο με το ψήφισμά του της 15ης Νοεμβρίου 2001, συνεισφέροντας ουσιαστικά στον μηχανισμό χρηματοδοτικής αλληλεγγύης που προορίζεται για την ενίσχυση της δημοκρατικής διακυβέρνησης και την εξάλειψη της φτώχειας, όπως προτάθηκε στη Διακήρυξη του Γκουαγιακίλ του Ιουλίου 2002, στο πλαίσιο της δεύτερης συνόδου των Προέδρων της Νοτίου Αμερικής, και επιβεβαιώθηκε τον Μάιο του 2003, στο πλαίσιο της Συναίνεσης του Κούσκο, από τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων των χωρών που συμμετέχουν στο Μόνιμο Συμβούλιο Πολιτικών Διαβουλεύσεων και Συντονισμού, κατά τη διάρκεια της δέκατης έβδομης διάσκεψης κορυφής της Ομάδας του Ρίο.

6)   Σύμφωνα με την προγενέστερη σύσταση για διεύρυνση του πολιτικού και κοινοβουλευτικού διαλόγου προς τον κοινωνικό, επιχειρηματικό και συνδικαλιστικό τομέα, καθώς και προς την ακαδημαϊκή και επιστημονική κοινότητα, υποστηρίζουμε τη σύσταση της κοινής συμβουλευτικής επιτροπής που προβλέπεται από το άρθρο 52 της συμφωνίας με σκοπό να βοηθήσει την μεικτή επιτροπή να προωθήσει το διάλογο με την κοινωνία των πολιτών. Ταυτόχρονα, σύμφωνα με το άρθρο 43 της συμφωνίας, στο οποίο αναγνωρίζεται από τους εταίρους ο ρόλος και η πιθανή συμβολή της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών στη διαδικασία της συνεργασίας και συμφωνούν να προωθήσουν αποτελεσματικό διάλογο μαζί της, καθορίζονται τρόποι που θα επιτρέψουν τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών στη χάραξη στρατηγικών συνεργασίας μεταξύ των δύο περιοχών.

7)   Προσωρινά, μέχρις ότου τεθούν σε ισχύ οι νέες συμφωνίες, οι χώρες των Άνδεων και της Κεντρικής Αμερικής πρέπει να διατηρήσουν τις εμπορικές διευκολύνσεις που απολαμβάνουν στο πλαίσιο του Συστήματος Γενικευμένων Προτιμήσεων «ειδικό καθεστώς για τα ναρκωτικά».


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ

3 Φεβρουαρίου 2004

προς την Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων, Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Κοινής Ασφάλειας και Αμυντικής Πολιτικής

σχετικά με την υπογραφή συμφωνίας πολιτικού διαλόγου και συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Κοινότητας των Άνδεων και των χωρών μελών της, των Δημοκρατιών της Βολιβίας, της Κολομβίας, του Ισημερινού και του Περού και της Βολιβαριανής Δημοκρατίας της Βενεζουέλας, αφετέρου

(COM(2003)0695 – C5-0657/2003 – 2003/0268(CΝS))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Hans Modrow

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

Κατά τη συνεδρίασή της στις 2 Δεκεμβρίου 2003, η Επιτροπή Ανάπτυξης και Συνεργασίας όρισε συντάκτη γνωμοδότησης τον Hans Modrow.

Κατά τη συνεδρίασή της στις 13 Ιανουαρίου 2004, η επιτροπή εξέτασε το σχέδιο γνωμοδότησης.

Κατά τη συνεδρίασή της στις 20 Ιανουαρίου 2004, η επιτροπή ενέκρινε τις ακόλουθες προτάσεις ομόφωνα.

Ήσαν παρόντες κατά την ψηφοφορία οι βουλευτές: Margrietus J. van den Berg (ασκών την προεδρία), Marieke Sanders-ten Holte (αντιπρόεδρος), Anders Wijkman (αντιπρόεδρος), Hans Modrow (συντάκτης γνωμοδότησης), Niall Andrews (αναπλ. Isabelle Caullery), Jean-Pierre Bebear, John Bowis, John Alexander Corrie, Nirj Deva, Colette Flesch, Michael Gahler (αναπλ. Karsten Knolle), Karin Junker, Bashir Khanbhai (αναπλ. Luigi Cesaro), Glenys Kinnock, Miguel Angel Martínez Martínez, Linda McAvan,Ulla Margrethe Sandbæk, Karin Scheele (αναπλ. Wolfgang Kreissl-Dörfler), Maj Britt Theorin και Jürgen Zimmerling.

ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ

Αντικείμενο του παρόντος σχεδίου συμφωνίας είναι ο πολιτικός διάλογος και η συνεργασία αλλά όχι το εμπόριο. Πρόκειται για απλή συμφωνία πλαίσιο με την οποία υποκαθίσταται η συμφωνία πλαίσιο συνεργασίας του 1993. Τα επανειλημμένα αιτήματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για συμφωνία σύνδεσης δεν βρήκαν δηλαδή ανταπόκριση. Σύμφωνα με το άρθρο 300 ΣΕΚ η συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσον αφορά αυτή την πρόταση περιορίζεται στη διαδικασία διαβούλευσης.

Είναι ωστόσο λυπηρό το γεγονός ότι η συμφωνία προσανατολίζεται πρωτίστως στην προετοιμασία πολιτικού πλαισίου για συμφωνία ελεύθερου εμπορίου, χωρίς να αποσκοπεί και σε μια ολοκληρωμένη οικονομική και κοινωνική στρατηγική ανάπτυξης, ιδίως για την καταπολέμηση της φτώχειας. Προτεραιότητα δίνεται σε θέματα η περαιτέρω ανάπτυξη των οποίων απορρίφθηκε από τις αναπτυσσόμενες χώρες κατά την τελευταία συνεδρίαση του ΠΟΕ στο Κανκούν, έχουν δε την τάση να καταργούν τα δικαιώματα εθνικής αυτοδιάθεσης στον τομέα του οικονομικού σχεδιασμού και της οικονομικής ανάπτυξης. Η πρόταση συμφωνίας δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη το γεγονός π.χ. ότι για την εξασφάλιση του εθνικού ελέγχου των ενεργειακών πηγών και πρώτων υλών καθώς και της χρήσης τους στις εν λόγω χώρες διεξάγεται σκληρός αγώνας από τις πλειοψηφίες των λαών, ο οποίος έχει ήδη οδηγήσει σε ορισμένα σοβαρά ξεσπάσματα κοινωνικής και πολιτικής δυσαρέσκειας και απειλεί τη δυνατότητα διακυβέρνησης αυτών των χωρών. Μια συμφωνία που έχει διαμορφωθεί ώστε να έχει εταιρικό χαρακτήρα όσον αφορά τη συνεργασία με την περιοχή των Άνδεων πρέπει να συμβάλει στην άμβλυνση της τεταμένης πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης στην περιοχή.

Όσον αφορά τα όσα πρέπει να επιτύχουν οι χώρες της περιοχής των Άνδεων για μια μελλοντική συμφωνία σύνδεσης και ελεύθερου εμπορίου, η ΕΕ οφείλει να λάβει επίσης τα αναγκαία μέτρα, ώστε να διευκολύνει τις σχέσεις ελεύθερου εμπορίου προς αμοιβαίο όφελος, όπως να άρει τις αγροτικές επιδοτήσεις. Πέραν τούτου στο άρθρο 3, παρ. 2, για παράδειγμα, γίνεται λόγος για πρωτοβουλίες που πρέπει να αναληφθούν σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική κατά της εμπορίας όπλων, του ξεπλύματος βρόμικου χρήματος, της εμπορίας ναρκωτικών και κατά της εμπορίας χημικών πρώτων υλών για την παραγωγή ναρκωτικών, όχι όμως για ανάλογα μέτρα στην Ευρώπη, τα οποία είναι εξίσου αναγκαία. Ιδιαίτερα επιθυμητό θα ήταν να έδειχνε η ΕΕ κατανόηση ως προς την αναγκαιότητα επιλεκτικών προστατευτικών μέτρων για την εθνική βιομηχανία και γεωργία των χωρών των Άνδεων και να αποδεχόταν μέτρα τέτοιου χαρακτήρα. Δεν γίνεται λόγος για το πρόβλημα των χρεών αυτών των χωρών, το οποίο προκαλεί αδιάκοπα σοβαρή απώλεια πόρων, ούτε για ενδεχόμενες πρωτοβουλίες της ΕΕ προς την κατεύθυνση απαλοιφής των χρεών.

Οι εν λόγω 5 χώρες σύμφωνα με την κατηγοριοποίηση του αναπτυξιακού προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών (UNDP) χαρακτηρίζονται σε σχέση με την ανάπτυξή τους ως εκβιομηχανιζόμενες χώρες, αν και υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ τους. Η Κολομβία και η Βενεζουέλα βρίσκονται, όσον αφορά την ανάπτυξή τους, σε πρώτη θέση, ενώ η Βολιβία στην τελευταία. Αυτή η κατάταξή τους στις εκβιομηχανιζόμενες χώρες αποκρύπτει ωστόσο το γεγονός ότι σημαντικό μέρος του πληθυσμού τους εξακολουθεί να ζει σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας. Έτσι στην Κολομβία 26,5% του πληθυσμού πρέπει να επιβιώνει με λιγότερα από 2 δολάρια ημερησίως· στο Περού το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 32%, στη Βενεζουέλα στο 34,3%, στη Βολιβία στο 41,4% και στον Ισημερινό ούτε λίγο ούτε πολύ στο 52,3%. Το χάσμα είναι εντονότερο στην Κολομβία: το 1996 αναλογούσε στο 10% του φτωχότερου τμήματος του πληθυσμού το 1,1% επί της εγχώριας κατανάλωσης, ενώ στο 10% των πλουσιότερων κατοίκων της χώρας αναλογούσε το 46,1% επί της κατανάλωσης.

Η πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη είναι περιορισμένη και πολύ διαφορετική ανά πληθυσμιακή ομάδα. Παρ’ όλο που οι 5 χώρες, οι οποίες αποτελούν αντικείμενο της συμφωνίας, έχουν επιτύχει σημαντικά βήματα προόδου κατά τα τελευταία 10 χρόνια ως προς τον περιορισμό της βρεφικής θνησιμότητας, η τελευταία παραμένει εξαιρετικά υψηλή στη Βολιβία. Ο ιός ΗΙV/Aids φαίνεται να είναι περισσότερο διαδεδομένος από ό,τι σε άλλες περιοχές του κόσμου. Χρειάζονται όμως αξιόπιστες στατιστικές, για να μπορέσει κανείς να εκτιμήσει τις ακριβείς διαστάσεις του φαινομένου.

Η βασική εκπαίδευση στις 5 αυτές χώρες μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητική με ποσοστό εγγραμμάτων άνω του 95% στις ηλικίες μεταξύ 15 και 24 ετών.

Οι κοινωνίες των εν λόγω χωρών ταλανίζονται επιπλέον από συγκρούσεις, πολέμους και βία, φαινόμενα που αποτελούν έκφραση της ελλιπούς ανάπτυξης της δημοκρατίας και των δυνατοτήτων συμμετοχής της κοινωνίας των πολιτών, εθνοτικών διακρίσεων, της όξυνσης του αγροτικού ζητήματος, του προβλήματος της εμπορίας και καλλιέργειας ναρκωτικών. Πρωτίστως υποφέρουν τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα, ιδιαίτερα οι ομάδες των αυτοχθόνων. Έτσι ο εμφύλιος πόλεμος στην Κολομβία κατά τα τελευταία 15 χρόνια έχει οδηγήσει στη δίωξη περισσότερων από 2 εκατομμύρια ανθρώπων και σε τεράστιες ανάγκες ανθρωπιστικής βοήθειας. Απαιτείται να καταβληθούν μεγαλύτερες προσπάθειες για να ξεπεραστούν οι ένοπλες συγκρούσεις με πολιτικά μέσα και να εγκαθιδρυθεί ειρήνη σε συνδυασμό με κοινωνική δικαιοσύνη. Επιπλέον πρέπει να διασφαλισθεί νομικώς και πολιτικώς η επιτυχής πολιτική επανένταξη των πρώην μαχητών, πράγμα που επιβάλλει ταυτόχρονα την επιβεβλημένη δίωξη των εγκλημάτων εις βάρος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και το τέλος της ατιμωρησίας για εγκλήματα που διαπράχθηκαν από όργανα των κρατικών δυνάμεων ή που ενθαρρύνθηκαν από αυτά.

Ανάγκες ανθρωπιστικής βοήθειας έχουν επίσης προκύψει ως συνέπεια φυσικών καταστροφών, για παράδειγμα ηφαιστειακών εκρήξεων, οι οποίες είναι σύνηθες φαινόμενο στην περιοχή. Τόσο σε σχέση με τις φυσικές καταστροφές και τις συνέπειές τους όσο και σε σχέση με τις εσωτερικές συγκρούσεις πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στα προληπτικά μέτρα.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη της είναι βασικοί δότες σε αυτήν την περιοχή. Το περιφερειακό ενδεικτικό πρόγραμμα και τα πέντε εθνικά ενδεικτικά προγράμματα δρομολογήθηκαν το Μάιο του 2002 για τη χρονική περίοδο 2002-2006. Η Ευρωπαϊκή Ένωση σχεδιάζει να χορηγήσει για αυτή τη χρονική περίοδο οικονομική βοήθεια ύψους 420 εκατομμυρίων ευρώ. Η συνεργασία στοχεύει πρωτίστως στην καταπολέμηση της φτώχειας, στην ενίσχυση της δημόσιας διοίκησης, στην καταπολέμηση των ναρκωτικών και στην υποστήριξη της περιφερειακής ολοκλήρωσης. Από το σύνολο των 420 εκατομμυρίων τα 30 εκατομμύρια προορίζονται για τη δημόσια διοίκηση και τα 50 εκατομμύρια για την οικονομική συνεργασία. Το σύνολο της βοήθειας για την καταπολέμηση των ναρκωτικών ανέρχεται στα 100 εκατομμύρια ευρώ. Πρέπει να δοθεί ισχυρότερη υποστήριξη μέσω προγραμμάτων συνεργασίας της ΕΕ σε σχέδια των τοπικών κοινοτήτων για τον εθελοντικό περιορισμό της καλλιέργειας ναρκωτικών, ως αντιστάθμισμα στους ψεκασμούς με χημικές και βιολογικές ουσίες που πραγματοποιούν οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίοι έχουν καταστρεπτικές συνέπειες για τους ανθρώπους και το περιβάλλον.

Κάτι τέτοιο απαιτεί τη δημιουργία σχετικών θεσμικών μηχανισμών.

Πρέπει να διασφαλισθεί ο σεβασμός των δικαιωμάτων του πολίτη και του ανθρώπου.

Στα συμπεράσματά του ο συντάκτης της γνωμοδότησης αξιολογεί θετικά το σχέδιο συμφωνίας κατ’ αρχήν, ασκεί ωστόσο κριτική στις αδυναμίες που αναφέρθηκαν παραπάνω, εν όψει μάλιστα της απαιτήσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τη σύναψη συμφωνίας σύνδεσης. Πέραν τούτου εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η Επιτροπή και το Συμβούλιο δεν έχουν επιλέξει ολοκληρωμένη προσέγγιση της αναπτυξιακής συνεργασίας με τη Νότιο Αμερική.

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Ανάπτυξης και Συνεργασίας καλεί την Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων, Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Κοινής Ασφάλειας και Αμυντικής Πολιτικής, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες συστάσεις:

1.   συμφωνεί κατ’ αρχήν με το περιεχόμενο του σχεδίου συμφωνίας πλαισίου για τον πολιτικό διάλογο, εκφράζει ωστόσο τη λύπη του για το γεγονός ότι δεν βρήκε ανταπόκριση το αίτημα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για επεξεργασία συμφωνίας σύνδεσης, η οποία θα προσανατολίζεται σε ενισχυμένη συνεργασία εταιρικής σχέσης με σκοπό μια βιώσιμη και ολοκληρωμένη στρατηγική ανάπτυξης και την εμβάθυνση της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής συσσωμάτωσης των εν λόγω κοινωνιών· καλεί τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων που θα συμμετάσχουν στην Συνάντηση Κορυφής του Μεξικού την άνοιξη του 2004 να δεσμευθούν για τη σύναψη συμφωνίας σύνδεσης, σύμφωνα με τα αιτήματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου·

2.   εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η Επιτροπή και το Συμβούλιο δεν έχουν επιλέξει ολοκληρωμένη προσέγγιση για την αναπτυξιακή συνεργασία με τη Νότιο Αμερική· καλεί την Επιτροπή και το Συμβούλιο να στηρίξουν την ολοκλήρωση της Νοτίου Αμερικής επί τη βάσει των εποικοδομητικών προσπαθειών που καταβάλλουν αυτόνομα οι εν λόγω χώρες·

3.   εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι στο πλαίσιο του άρθρου 4 του σχεδίου συμφωνίας δεν συγκαταλέγονται τα κοινοβούλια και η κοινωνία των πολιτών στους μηχανισμούς πολιτικού διαλόγου και καλεί το Συμβούλιο και την Επιτροπή να τα ενσωματώσουν δεόντως στην περαιτέρω διαδικασία υλοποίησης της συμφωνίας·

4.   καλεί την Επιτροπή στο πλαίσιο της πολιτικής της αναπτυξιακής συνεργασίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εντάξει σταθερότερα στην εφαρμογή των εθνικών ενδεικτικών προγραμμάτων την ανεξάρτητη από την εξουσία κοινωνία των πολιτών καθώς και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, συμβάλλοντας έτσι στο σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στην ενίσχυση της δημοκρατίας·

5.   τονίζει τη σημασία του πολιτικού διαλόγου μεταξύ της ΕΕ και της περιοχής των Άνδεων και επισημαίνει ότι η αποτροπή και η πολιτική επίλυση των συγκρούσεων στην περιοχή, η μείωση των στρατιωτικών δαπανών και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων πρέπει να παίξουν σε όλα αυτά σημαντικότερο ρόλο·

6.   είναι της άποψης ότι ο ορισμός που περιλαμβάνεται στο άρθρο 3, παρ. 2 είναι πολύ περιοριστικός καθώς και ότι ο πολιτικός διάλογος πρέπει να συμπεριλάβει γεωπολιτικά και στρατιωτικά ζητήματα, συμπεριλαμβανομένου του ζητήματος της στρατιωτικής παρουσίας τρίτων χωρών στην περιοχή·

7.   θεωρεί απαραίτητο να τονισθεί ότι η συνεργασία της ΕΕ με τις χώρες της Κοινότητας των Άνδεων στην καταπολέμηση των ναρκωτικών δεν ακολουθεί τη στρατηγική των ψεκασμών με χημικές ουσίες και της στρατιωτικοποίησης, αλλά προσανατολίζεται σε οικονομικώς και κοινωνικώς βιώσιμα εναλλακτικά προγράμματα για τους μικροκαλλιεργητές, στα οποία περιλαμβάνονται οι κοινωνικές προσπάθειες των τοπικών κοινοτήτων για την εθελοντική εγκατάλειψη της καλλιέργειας ναρκωτικών· στο πλαίσιο αυτό υπογραμμίζει την ανάγκη να διευρυνθεί, στο μέτρο του δυνατού, η ποικιλία των προϊόντων που συμπεριλαμβάνονται στο Γενικευμένο Σύστημα Προτιμήσεων - σχεδιασμένο για να ανοίξει η ευρωπαϊκή αγορά στα προϊόντα τρίτων χωρών και ειδικής σημασίας όσον αφορά τις ανταλλαγές μεταξύ της Ένωσης και της Κοινότητας των Άνδεων - ούτως ώστε να ενισχυθεί ως στοιχείο-κλειδί στον αγώνα κατά της καλλιέργειας ναρκωτικών·

8.   τονίζει ότι στις χώρες των Άνδεων, παρ’ όλο που θεωρούνται από αναπτυξιακής απόψεως εκβιομηχανιζόμενες χώρες, διατηρούνται τα σημαντικά προβλήματα κοινωνικής συνοχής και κατανομής του πλούτου, ενώ μεγάλο μέρος του πληθυσμού εξακολουθεί να ζει σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι το ζήτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης δεν αναφέρεται στη συμφωνία· απαιτεί σε αυτό το πλαίσιο από το Συμβούλιο και την Επιτροπή να εξακολουθήσουν τις προσπάθειές τους για την απαλοιφή των χρεών αυτών των χωρών, ώστε να απελευθερωθούν οικονομικοί πόροι για την καταπολέμηση της φτώχειας·

9.   εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η συνεργασία στον τομέα του τουρισμού περιορίζεται μονομερώς στην οικονομική διάσταση και δεν δίνει έμφαση σε πτυχές όπως οι πολιτιστικές ανταλλαγές και η αμοιβαία κατανόηση των λαών·

10.   χαιρετίζει το γεγονός ότι στο σχέδιο συμφωνίας αποδίδεται προσοχή στις ιδιαίτερες ανάγκες των αυτοχθόνων πληθυσμών και στο γεγονός ότι αυτές οι κοινότητες πλήττονται ιδιαίτερα από τη φτώχεια· υπενθυμίζει ότι τα πρόσφατα γεγονότα στη Βολιβία πρέπει να αποδοθούν πρωτίστως στο ότι μεγάλα τμήματα της κοινωνίας της Βολιβίας, όπως οι Ινδιάνοι Αϊμάρα και Κέτσουα, είναι αποκλεισμένα από την πολιτική και οικονομική ζωή· χαιρετίζει ιδιαιτέρως τον συμβιβασμό που επιτεύχθηκε από τα ενδιαφερόμενα μέρη τα οποία ενσωμάτωσαν την ειδική κατάσταση των αυτόχθονων ομάδων ως συνδετικό παράγοντα κλειδί στην κατάρτιση των πολιτικών τους για τη συνεργασία καθώς επίσης και την μνεία της σημασίας της συμμετοχής στην σύσταση ενώσεων με τις αυτόχθονες εθνότητες στο πλαίσιο της προώθησης των στόχων της εξάλειψης της φτώχιας, της βιώσιμης διαχείρισης των φυσικών πόρων και τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημοκρατίας·

11.   καλεί την ΕΕ να εμμείνει στην τήρηση των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η κυβέρνηση της Κολομβίας στην Διεθνή Διάσκεψη του Λονδίνου το 2003 σχετικά με την εξεύρεση λύσεως για την διένεξη στη χώρα και την εφαρμογή των συστάσεων του Ύπατου Αρμοστή του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα καθώς και την προστασία των ενεργών μελών οργανώσεων για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα·

12.   εκφράζει επίσης την ανησυχία του για την ασφάλεια των κοινοτήτων Cacarica στην Κολομβία·

13.   απαιτεί από τα συμβαλλόμενα μέρη να ενισχύσουν στο πλαίσιο της συμφωνίας τη συνεργασία τους στην αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών, συμπληρωματικά προς τις δραστηριότητες του ECHO στον τομέα της ανθρωπιστικής βοήθειας και του DIPECHO στον τομέα της πρόληψης καταστροφών, για να είναι καλύτερα προετοιμασμένα έναντι καταστροφών όπως η έκρηξη του ηφαιστείου El Reventador στον Ισημερινό τον Νοέμβριο του 2002·

14.   εκφράζει την άποψη σε σχέση με το άρθρο 49, παρ. 3 του σχεδίου συμφωνίας σχετικά με τη λαθρομετανάστευση ότι η αναπτυξιακή βοήθεια δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να συνδεθεί με την υποχρέωση της επανυποδοχής λαθρομεταναστών·

15.   καλεί την Επιτροπή να εξετάσει τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλισθεί ότι οι τεράστιες χρηματικές ροές από τα εμβάσματα των μεταναστών που ζουν και εργάζονται στην επικράτεια ΕΕ συμβάλλουν στην ανάπτυξη των χωρών καταγωγής των μεταναστών και δεν υφίστανται τις συνέπειες καταχραστικών τραπεζικών όρων·

16.   απαιτεί από το Συμβούλιο και την Επιτροπή να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες επιρροής της ΕΕ για την υποστήριξη ειρηνευτικών και συμφιλιωτικών διαδικασιών στην περιοχή καθώς και των δεόντων πολιτικών, νομικών και κοινωνικών μέτρων για την επανένταξη πρώην ένοπλων μαχητών στον πολιτικό βίο, να ασκήσουν ωστόσο πίεση για τη συστηματική ποινική δίωξη των εγκλημάτων κατά των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως προϋπόθεση για την κοινωνική συμφιλίωση και την ενίσχυση της δημοκρατίας·

17.   καλεί το Συμβούλιο και την Επιτροπή να αυξήσουν την πίεση σε όλα τα επίπεδα και να μεταχειρισθούν όλα τα μέσα που διαθέτουν για να απαιτήσουν την απελευθέρωση της πρώην υποψήφιας στις προεδρικές εκλογές της Κολομβίας κυρίας Ingrid Betancourt η οποία κρατείται από τις Επαναστατικές Ένοπλες Δυνάμεις της Κολομβίας (FARC) από τις 23 Φεβρουαρίου 2002, γεγονός που αποτελεί σαφή ύβρη προς το κράτος δικαίου και τις αρχές του δημοκρατικού πλουραλισμού·

18.   χαιρετίζει το γεγονός ότι στο άρθρο 50 του σχεδίου συμφωνίας περιλαμβάνεται ο στόχος της καταπολέμησης της τρομοκρατίας, εφιστά ωστόσο την προσοχή στο ενδεχόμενο κατάχρησης της έννοιας "τρομοκρατικές ομάδες" εις βάρος της αντιπολίτευσης και των συνδικαλιστικών οργανώσεων και επισημαίνει ότι η διασφάλιση των θεμελιωδών πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης καθώς και η τήρηση των δημοκρατικών αρχών παραμένουν στοιχεία εκ των ων ουκ άνευ.


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ, ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ, ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

18 Φεβρουαρίου 2004

προς την Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων, Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Κοινής Ασφάλειας και Αμυντικής Πολιτικής

σχετικά με την πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για την υπογραφή συμφωνίας πολιτικού διαλόγου και συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της αφενός και της Κοινότητας των Άνδεων και των κρατών μελών της, των Δημοκρατιών της Βολιβίας, της Κολομβίας, του Εκουαδόρ, του Περού και της Βολιβαριανής Δημοκρατίας της Βενεζουέλας, αφετέρου

(COM(2003) 695 - C5-0657/2003 - 2003/0268(CNS))

Συντάκτρια γνωμοδότησης: Ana Miranda de Lage

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

Κατά τη συνεδρίασή της 16ης Δεκεμβρίου 2003, η Επιτροπή Βιομηχανίας, Εξωτερικού Εμπορίου, Έρευνας και Ενέργειας όρισε συντάκτρια γνωμοδότησης την Ana Miranda de Lage.

Κατά τις συνεδριάσεις της στις 20 και 26 Ιανουαρίου και 18 Φεβρουαρίου 2004, η επιτροπή εξέτασε το σχέδιο γνωμοδότησης.

Κατά την τελευταία από τις συνεδριάσεις αυτές η επιτροπή ενέκρινε τις εν λόγω προτάσεις με 35 ψήφους υπέρ και 2 ψήφους κατά.

΄Ηταν παρόντες βουλευτές Luis Berenguer Fuster (πρόεδρος), Peter Michael Mombaur (αντιπρόεδρος), Jaime Valdivielso de Cué (αντιπρόεδρος), Ana Miranda de Lage (συντάκτρια γνωμοδότησης), Gordon J. Adam (αναπλ. Imelda Mary Read), Per-Arne Arvidsson (αναπλ. Bashir Khanbhai), Sir Robert Atkins, Guido Bodrato, Felipe Camisón Asensio (αναπλ. Concepció Ferrer), Marie-Françoise Duthu (αναπλ. Claude Turmes, σύμφωνα με το άρθρο 153 (2) του Κανονισμού), Giles Bryan Chichester, Nicholas Clegg, Francesco Fiori (αναπλ. Ρaolo Pastorelli), Neena Gill (αναπλ. Gary Titley), Michel Hansenne, Hans Karlsson, Bernd Lange (αναπλ. Norbert Glante), Rolf Linkohr, Eryl Margaret McNally, Erika Mann, Hans-Peter Martin, Elizabeth Montfort, Bill Newton Dunn (αναπλ. Willy C.E.H. De Clercq), Angelika Niebler, Giuseppe Nisticò (αναπλ. Umberto Scapagnini), Seán Ó Neachtain, Reino Paasilinna, Fernando Pérez Royo (αναπλ. Harlem Désir, σύμφωνα με το άρθρο 153 (2) του Κανονισμού), Elly Plooij-van Gorsel, Godelieve Quisthoudt-Rowohl, Alexander Radwan (αναπλ. Paul Rübig), Konrad K. Schwaiger, Esko Olavi Seppänen, W.G. van Velzen, Alejo Vidal-Quadras Roca, Μυρσίνη Ζορμπά και Olga Zrihen Zaari.

Η Επιτροπή Βιομηχανίας, Εξωτερικού Εμπορίου, Έρευνας και Ενέργειας ζητεί από την Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων, Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Κοινής Ασφάλειας και Αμυντικής Πολιτικής, αρμόδια επί της ουσίας, να εγκρίνει τη σύναψη της συμφωνίας.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

H Επιτροπή Βιομηχανίας, Εξωτερικού Εμπορίου, Έρευνας και Ενέργειας καλεί την Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων, Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Κοινής Ασφάλειας και Αμυντικής Πολιτικής, αρμόδια επί της ουσίας, να εγκρίνει τη σύναψη της συμφωνίας.

Η συμφωνία πολιτικού διαλόγου και συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των χωρών της Κοινότητας των Άνδεων, που αποτελεί το αντικείμενο αυτής της έκθεσης, συνιστά ποιοτικό άλμα στις σχέσεις μεταξύ των δύο πλευρών οι οποίες ερείδονται σήμερα σε δύο πυλώνες. Τη συμφωνία πλαίσιο για τη συνεργασία μεταξύ των δύο πλευρών που υπογράφηκε το έτος 1993 και τέθηκε σε ισχύ το 1999 και το πρόγραμμα SPG για τα ναρκωτικά που παρέχει δασμολογικές ελαφρύνσεις εκτός από αυτές που παρέχονται από το σχετικό γενικό καθεστώς για να διευκολυνθεί η υποκατάσταση της καλλιέργειας κοκαΐνης και να αυξηθεί ο αριθμός των αγροτικών προϊόντων που προορίζονται για εξαγωγή.

Παρ’ όλο που η Διάσκεψη της Μαδρίτης που διεξήχθη το Μάιο του 2001, δεν υλοποίησε την εντολή διαπραγμάτευσης για μια συνεργασία σύνδεσης, γεγονός που προκάλεσε μεγάλη απογοήτευση στις χώρες αυτές, άνοιξε παρ’ όλ’ αυτά μια πόρτα με την απόφαση να δρομολογηθεί μια νέα σχέση, της οποίας οι αρχές και οι στόχοι που αναφέρονται με σαφήνεια στο άρθρο 2 εδάφιο 3 του κειμένου που μας απασχολεί σε αυτήν την έκθεση. Στο άρθρο αυτό αναφέρεται ότι στόχος της συμφωνίας είναι « η δημιουργία των προϋποθέσεων που θα επιτρέπουν τις διαπραγματεύσεις μεταξύ τους βάσει των αποτελεσμάτων του προγράμματος εργασίας της Ντόχα, διαπραγματεύσεις που δεσμεύθηκαν να ολοκληρώσουν πριν από το 2004 για μια συμφωνία σύνδεσης ρεαλιστική και αμοιβαία επωφελή, συμπεριλαμβανομένης και μιας συμφωνίας ελευθέρου εμπορίου ». Κατά συνέπεια, ο στόχος, έστω και μακροπρόθεσμα, παραμένει εφικτός.

Η συμφωνία αυτή αποσκοπεί επίσης να συμβάλει στη δημιουργία των πιο πρόσφορων προϋποθέσεων για την ολοκλήρωση της σύνδεσης. Προτείνουν για το λόγο αυτό νέους αναγκαίους μηχανισμούς που θα στοχεύουν αφενός στην ενθάρρυνση της περιφερειακής ολοκλήρωσης και αφετέρου στην ενίσχυση των σχέσεων μεταξύ των συμβαλλομένων πλευρών.

Η Ευρωπαϊκή Ένωσή είναι ο δεύτερος εμπορικός εταίρος αυτών των χωρών της Λατινικής Αμερικής, παρ' όλο που οι εμπορικές συναλλαγές παραμένουν προς το παρόν σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Καλύπτουν σήμερα μόνο το 6% των εξαγωγών μας και το 5% των εισαγωγών μας. Κατά περιφέρειες και για τις χώρες της Κοινότητας των Άνδεων το ποσοστό ανέρχεται σε 0,8% για τις εισαγωγές και στο 0,7% για τις εξαγωγές το έτος 2000 (πηγή: Eurostat) και κατά προϊόντα σε 19% για τις εξαγωγές πετρελαίου, 11% άνθρακα και 12% οπωροκηπευτικών.

Η συμφωνία αποσκοπεί, όπως προανέφερα, στην ενθάρρυνση μέσω διαφόρων μηχανισμών της περιφερειακής ολοκλήρωσης και στην ενίσχυση του κράτους δικαίου. Δεν μπορεί να λησμονήσει κανείς ότι πολλές από τις χώρες αυτές που έχουν αντιμετωπίσει πρόσφατα σοβαρές και μακρόχρονες διενέξεις και για το λόγο αυτό ο περιορισμός της φτώχειας και η αποκατάσταση του πολιτικού διαλόγου πρέπει να παραμείνουν σημαντικές προτεραιότητες.

Μεσοπρόθεσμα, οι διαδικασίες περιφερειακής ολοκλήρωσης φαίνεται να αποτελούν την καλύτερη αφετηρία για τη βελτίωση των προοπτικών ανάπτυξης. Όπως προκύπτει από τους αριθμούς που αναφέρθηκαν προηγουμένως, παρ όλο που οι αποκλίσεις μεταξύ των οικονομιών είναι τεράστιες, η κατάσταση δεν είναι απελπιστική όπως αποδείχθηκε με την περίπτωση της Χιλής. Η εδραίωση της ολοκλήρωσης και η δημιουργία μιας τελωνειακής ένωσης στην περιοχή θα δώσουν μεγαλύτερη ώθηση τόσο για διμερείς συμφωνίες όσο και για πολυμερείς συμφωνίες σύνδεσης.

Εκ των πραγμάτων, οι χώρες της κεντρικής Αμερικής έχουν ήδη διμερείς σχέσεις για παράδειγμα με τις Ηνωμένες Πολιτείες σύμφωνα με το μοντέλο που εφαρμόζεται ήδη με τη Χιλή.

Η πραγματικότητα αυτή μπορεί να επηρεάσει θετικά τη σημερινή θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τρόπο ώστε να μπορεί να επιτευχθεί ο τελικός στόχος της σύμβασης σε εύλογο χρόνο.

Όσον αφορά τους τομείς της συνεργασίας που έχουν πιο άμεση σχέση με την επιτροπή μας, πρέπει να τονιστούν περισσότερο αυτοί που αφορούν την εμπορική συνεργασία, την πολιτική του ανταγωνισμού, τη βιομηχανική συνεργασία, την ανάπτυξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που απαριθμούνται στα άρθρα 11 έως 21 και στο άρθρο 36 για την επιστημονική και τεχνική συνεργασία και την έρευνα.

Απομένει, τέλος, το πάντοτε ακανθώδες θέμα των πόρων και των μέσων χρηματοδότησης που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τους στόχους της συμφωνίας, αφού δεν υπάρχει ειδικό δημοσιονομικό δελτίο. Τόσο η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων όσο και η BIRD διέθεσαν την τελευταία δεκαετία πιστώσεις για επιχειρήσεις και σχέδια του δημόσιου τομέα. Εάν το ζητούμενο είναι η περιφερειακή ολοκλήρωση, θα έπρεπε να έχουν προτεραιότητα οι αιτήσεις για σχέδια περιφερειακού χαρακτήρα, όπως είναι η βελτίωση των υποδομών και των δημοσίων υπηρεσιών, το οδικό δίκτυο, η ενέργεια, επιπλέον της εκπαίδευσης, της υγείας και των νέων τεχνολογιών.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

1.   Η σύναψη νέας συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ Ευρωπαϊκής Κοινότητας και Κοινότητας των Άνδεων είναι ο ενδεδειγμένος μηχανισμός για να δρομολογηθεί η μελλοντική σύνδεση που θα διευρύνει τις ήδη υπάρχουσες ανταλλαγές με τη Λατινική Αμερική, τη Χιλή και το Μεξικό μέχρι την ολοκλήρωση το 2010 μιας ευρω-λατινοαμερικανικής ζώνης ελευθέρου εμπορίου.

2.   Η Τρίτη Διάσκεψη Κορυφής ΕΕ- Λατινικής Αμερικής και Καραϊβικής που θα διεξαχθεί στη Γουαδαλαχάρα του Μεξικού τον επόμενο Μάιο, αποτελεί θαυμάσια ευκαιρία για τη σύσφιξη των σχέσεων με το σύνολο των εταίρων μας και τη θέσπιση χρονοδιαγράμματος για τη διαπραγμάτευση μιας συμφωνίας σύνδεσης όπως ορίζεται στο άρθρο 2.1. της Συμφωνίας Πολιτικού Διαλόγου και Συνεργασίας μεταξύ Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της και της Κοινότητας των Άνδεων και των κρατών μελών της.

3.   Η Επιτροπή Βιομηχανίας, Εξωτερικού Εμπορίου, Έρευνας και Ενέργειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επικροτεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2211/2003 του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 2003, που παρατείνει έως τις 31 Δεκεμβρίου 2005 το ΣΓΠ για τα ναρκωτικά και ζητεί να μην εξαιρεθεί κανένας από τους σημερινούς δικαιούχους του, ούτε και στην περίπτωση που κάποιος από αυτούς υπερβεί τις παραμέτρους βάσει των οποίων συμπεριλήφθηκε. Η έξοδος από το σύστημα θα προκαλούσε άμεσες επιπτώσεις στην εξαγωγική ικανότητα της χώρας ή των χωρών που θα αποκλείονταν εξαιτίας της καλής τους επίδοσης, αποβαίνοντας σε όφελος αυτού ή αυτών που ήταν λιγότερο συνεπείς ή που αντιμετώπισαν περισσότερες δυσκολίες στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους για την καταπολέμηση των ναρκωτικών.

4.   Ζητούμε από τη ΓΔ Εμπορίου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να επιληφθεί του θέματος των καθυστερήσεων στις διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο του στοχοδιαγράμματος της Ντόχα για την Ανάπτυξη. Στόχος της νέας συμφωνίας είναι η ενίσχυση των σχέσεων μεταξύ της ΕΕ και των χωρών των Άνδεων. Η εισαγωγή της ρήτρας της εκπλήρωσης προϋποθέσεων και η επέκταση του πολιτικού διαλόγου αποτελούν δύο σημαντικά στοιχεία. Ωστόσο, η κοινωνική ειρήνη και η αποτροπή διενέξεων δεν είναι ακόμη ορατή στην περιοχή. Η φτώχεια δεν υποχωρεί και η πραγματικότητα αυτή συνιστά επίσης απειλή για τη δημοκρατία. Μια πιο στενή σχέση μεταξύ των περιφερειών, συνοδευόμενη από ένα κλίμα μεγαλύτερης ησυχίας και ασφάλειας στην περιοχή των Άνδεων θα ενθαρρύνει τις επενδύσεις και θα συντελέσει στην παραγωγική διαφοροποίηση. Η διατήρηση των πόρων για τις ΜΜΕ μπορεί εξάλλου να αποτελέσει παράγοντα κοινωνικής σταθερότητας μέσω της δημιουργίας απασχολήσεων από αυτού του είδους τις επιχειρηματικές πρωτοβουλίες.

5.   Συνιστά να μη συναρτηθεί η απόφαση για τη διαπραγμάτευση μιας συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου ΕΕ-χωρών των Άνδεων με την ολοκλήρωση του γύρου διαπραγματεύσεων του ΠΟΕ.

Τελευταία ενημέρωση: 18 Μαρτίου 2004Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου