Επιστροφή στη διαδικτυακή πύλη Europarl

Choisissez la langue de votre document :

 Ευρετήριο 
Κείμενα που εγκρίθηκαν
Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2001 - ΒρυξέλλεςΟριστική έκδοση
Θέσπιση μέσου προενταξιακών διαρθρωτικών πολιτικών * (Διαδικασία χωρίς συζήτηση)
  Κείμενο
  Ψήφισμα
 Περιορισμός εκπομπών στην ατμόσφαιρα ορισμένων ρύπων από μεγάλες εγκαταστάσεις καύσης ***ΙΙΙ
 Εθνικά ανώτατα όρια εκπομπών για ορισμένους ατμοσφαιρικούς ρύπους ***ΙΙΙ
 Αποφάσεις δέσμευσης των περιουσιακών ή των αποδεικτικών στοιχείων *
  Κείμενο
  Ψήφισμα
 Ελάχιστες διαδικασίες χορήγησης και ανάκλησης του καθεστώτος του πρόσφυγα *
  Κείμενο
  Ψήφισμα
 Ετήσια έκθεση της Επιτροπής για το Ταμείο Συνοχής 1999
 Διαρθρωτικά Ταμεία (1999)
 Ακρωτηριασμοί των γυναικείων γεννητικών οργάνων
 ºση αμοιβή για εργασία ίσης αξίας
 Παρενόχληση στους χώρους εργασίας
 Εξωτερικά σύνορα και Σένγκεν

Θέσπιση μέσου προενταξιακών διαρθρωτικών πολιτικών * (Διαδικασία χωρίς συζήτηση)
Κείμενο
Ψήφισμα
Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1267/1999 για τη θέσπιση μέσου προενταξιακών διαρθρωτικών πολιτικών (CΟΜ(2001) 110 - C5-0152/2001 - 2001/0058(CNS) )
A5-0295/2001

Η εν λόγω πρόταση τροποποιείται ως ακολούθως:

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή(1)   Τροποποιήσεις του Κοινοβουλίου
Τροπολογία 1
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΣΚΕΨΗ 8
   (8) Οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1267/1999 θα πρέπει να προσαρμοσθούν ώστε να ληφθεί υπόψη η απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή.
   (8) Οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1267/1999 θα πρέπει να προσαρμοσθούν ώστε να ληφθεί υπόψη η απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή. Η απόφαση αυτή προβλέπει ότι η Επιτροπή οφείλει να ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε τακτική βάση σχετικά με τα πεπραγμένα των επιτροπών, ότι η Επιτροπή πρέπει να του διαβιβάζει έγγραφα που αφορούν τις δραστηριότητες των επιτροπών και να το ενημερώνει οποτεδήποτε η Επιτροπή διαβιβάζει στο Συμβούλιο μέτρα ή προτάσεις για ληπτέα μέτρα.
Τροπολογία 2
ΑΡΘΡΟ 1, ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 1α (νέα)
Αρθρο 7, παράγραφος 1 (κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1267/1999)
1α. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, τροποποιείται ως εξής:
"1. Η Επιτροπή λαμβάνει αποφάσεις επί των μέτρων που χρηματοδοτούνται δυνάμει του ΙSΡΑ και σχετικά με τη συμμετοχή τρίτων χωρών σε προσκλήσεις υποβολής προσφορών και σε συμβάσεις σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 14."
Τροπολογία 3
ΑΡΘΡΟ 1, ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 2α (νέα)
Αρθρο 9, παράγραφος 1, σημείο γ) (κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1267/1999)
2α. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, σημείο γ, τροποποιείται ως ακολούθως:
"γ) να προλαμβάνουν και να διώκουν τις ατασθαλίες και να ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή όποτε δημιουργείται υποψία για σοβαρές ατασθαλίες, καθώς επίσης να προβαίνουν σε τακτική ενημέρωση σχετικά με κάθε διοικητική ή ποινική έρευνα και να επιτρέπουν, κατόπιν αιτήματός τους, στους υπαλλήλους της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου να έχουν πρόσβαση στις σχετικές εκθέσεις με τα αποτελέσματα των ερευνών."
Τροπολογία 4
ΑΡΘΡΟ 1, ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 2β (νέα)
Αρθρο 9, παράγραφος 1, σημείο δα) (κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1267/1999)
2β. Στο άρθρο 9, παράγραφος 1, προστίθεται το ακόλουθο νέο σημείο δα):
"δα) να ποινικοποιήσει, το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 2002, τη διαφθορά και τη σύγκρουση συμφερόντων υπαλλήλων που είναι επιφορτισμένοι με τη διαχείριση κοινοτικού χρήματος."
Τροπολογία 5
ΑΡΘΡΟ 1, ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 2γ (νέα)
Αρθρο 9, παράγραφος 5α (κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1267/1999)
2γ) Στο άρθρο 9 προστίθεται η ακόλουθη νέα παράγραφος 5α:
"5α. Η Επιτροπή θα ενημερώσει το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έως τις 30 Μαρτίου 2002 σχετικά με τη συμμόρφωση των αποδεκτριών χωρών προς τις απαιτήσεις της παραγράφου 1."
Τροπολογία 6
ΑΡΘΡΟ 1, ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 3α (νέα)
Παράρτημα V, σημείο 9 (κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1267/1999)
3α. Το παράρτημα V, σημείο 9, τροποποιείται ως ακολούθως:
"9. πλήρεις και λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα αποτελέσματα των διεξαχθέντων ελέγχων, των διαπιστωθεισών παρατυπιών και των διοικητικών και δικαστικών διώξεων που ευρίσκονται εν εξελίξει·"
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1267/1999 για τη θέσπιση μέσου προενταξιακών διαρθρωτικών πολιτικών (CΟΜ(2001) 110 - C5-0152/2001 - 2001/0058(CNS) )
A5-0295/2001

(Διαδικασία διαβούλευσης)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

-   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο (CΟΜ(2001) 110 )(2) ,

-   έχοντας κληθεί από το Συμβούλιο να γνωμοδοτήσει σύμφωνα με το άρθρο 308, της Συνθήκης ΕΚ (C5-0152/2001 ),

-   έχοντας υπόψη το άρθρο 67 του Κανονισμού του,

-   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Ελέγχου του Προϋπολογισμού και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Περιφερειακής Πολιτικής, Μεταφορών και Τουρισμού (A5-0295/2001 ),

1.   εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής όπως τροποποιήθηκε·

2.   καλεί την Επιτροπή να τροποποιήσει αναλόγως την πρότασή της, σύμφωνα με το άρθρο 250, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ·

3.   καλεί το Συμβούλιο, σε περίπτωση που προτίθεται να απομακρυνθεί από το κείμενο που ενέκρινε το Κοινοβούλιο, να το ενημερώσει σχετικά·

4.   ζητεί να κληθεί εκ νέου να γνωμοδοτήσει σε περίπτωση που το Συμβούλιο προτίθεται να επιφέρει ουσιαστικές τροποποιήσεις στην πρόταση της Επιτροπής·

5.   αναθέτει στην Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και την Επιτροπή.

(1) ΕΕ C 180 Ε της 26.6.2001, σ. 197.
(2) ΕΕ C 180 Ε της 26.6.2001, σ. 197.


Περιορισμός εκπομπών στην ατμόσφαιρα ορισμένων ρύπων από μεγάλες εγκαταστάσεις καύσης ***ΙΙΙ
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με το εγκριθέν από την επιτροπή συνδιαλλαγής κοινό σχέδιο οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τον περιορισμό των εκπομπών στην ατμόσφαιρα ορισμένων ρύπων από μεγάλες εγκαταστάσεις καύσης (C5-0323/2001 - 1998/0225(COD) )
A5-0293/2001

(Διαδικασία συναπόφασης: τρίτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

-   έχοντας υπόψη το κοινό σχέδιο που εγκρίθηκε από την επιτροπή συνδιαλλαγής (C5-0323/2001 ),

-   έχοντας υπόψη τη θέση του κατά την πρώτη ανάγνωση(1) σχετικά με την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(1998) 415 )(2) ,

-   έχοντας υπόψη την τροποποιημένη πρόταση της Επιτροπής (COM(1999) 611 )(3) ,

-   έχοντας υπόψη τη θέση του κατά τη δεύτερη ανάγνωση(4) σχετικά με την κοινή θέση του Συμβουλίου(5) ,

-   έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής σχετικά με τις τροπολογίες του Κοινοβουλίου στην κοινή θέση (COM(2001) 222 - C5-0164/2001 ),

-   έχοντας υπόψη το άρθρο 251, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚ,

-   έχοντας υπόψη το άρθρο 83 του Κανονισμού του,

-   έχοντας υπόψη την έκθεση της αντιπροσωπείας του στην επιτροπή συνδιαλλαγής (A5-0293/2001 ),

1.   εγκρίνει το κοινό σχέδιο·

2.   αναθέτει στην Πρόεδρό του να υπογράψει την πράξη μαζί με τον Πρόεδρο του Συμβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 254, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ·

3.   αναθέτει στον Γενικό Γραμματέα του να υπογράψει την πράξη, ως προς ό,τι εμπίπτει στις αρμοδιότητές του, και να μεριμνήσει, σε συμφωνία με τον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου, για τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων·

4.   αναθέτει στην Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν νομοθετικό ψήφισμα στο Συμβούλιο και την Επιτροπή.

(1) ΕΕ C 219 της 30.7.1999, σ. 243 και ΕΕ C 54 της 25.2.2000, σ. 76.
(2) ΕΕ C 300 της 29.9.1998, σ. 6.
(3) ΕΕ C 212 Ε της 25.7.2000, σ. 36.
(4) Κείμενα που εγκρίθηκαν της 14.3.2001, σημείο 4.
(5) ΕΕ C 375 της 28.12.2000, σ. 12.


Εθνικά ανώτατα όρια εκπομπών για ορισμένους ατμοσφαιρικούς ρύπους ***ΙΙΙ
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με το εγκριθέν από την επιτροπή συνδιαλλαγής κοινό σχέδιο οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά τα εθνικά ανώτατα όρια εκπομπών για ορισμένους ατμοσφαιρικούς ρύπους (C5-0324/2001 - 1999/0067(COD) )
A5-0292/2001

(Διαδικασία συναπόφασης: τρίτη ανάγνωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

-   έχοντας υπόψη το κοινό σχέδιο που εγκρίθηκε από την Επιτροπή Συνδιαλλαγής (C5-0324/2001 ),

-   έχοντας υπόψη τη θέση του κατά την πρώτη ανάγνωση(1) σχετικά με την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(1999) 125 )(2) ,

-   έχοντας υπόψη τη θέση του κατά τη δεύτερη ανάγνωση(3) σχετικά με την κοινή θέση του Συμβουλίου(4) ,

-   έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής για τις τροπολογίες του Κοινοβουλίου στην κοινή θέση (COM(2001) 243 - C5-0170/2001 ),

-   έχοντας υπόψη το άρθρο 251, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚ,

-   έχοντας υπόψη το άρθρο 83 του Κανονισμού του,

-   έχοντας υπόψη την έκθεση της αντιπροσωπείας του στην Επιτροπή Συνδιαλλαγής (A5-0292/2001 ),

1.   εγκρίνει το κοινό σχέδιο·

2.   αναθέτει στην Πρόεδρό του να υπογράψει την πράξη μαζί με τον Πρόεδρο του Συμβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 254, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ·

3.   αναθέτει στον Γενικό Γραμματέα του να υπογράψει την πράξη και να μεριμνήσει, σε συμφωνία με τον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου, για τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων·

4.   αναθέτει στην Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν νομοθετικό ψήφισμα στο Συμβούλιο και την Επιτροπή.

(1) ΕΕ C 377 της 29.12.2000, σ. 159.
(2) ΕΕ C 56 Ε της 29.2.2000, σ 34.
(3) Κείμενα που εγκρίθηκαν της 14.3.2001, σημείο 5.
(4) ΕΕ C 375 της 28.12.2000, σ. 1.


Αποφάσεις δέσμευσης των περιουσιακών ή των αποδεικτικών στοιχείων *
Κείμενο
Ψήφισμα
Πρωτοβουλία των κυβερνήσεων της Γαλλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Σουηδίας και του Βασιλείου του Βελγίου αποσκοπούσα στην έκδοση, από το Συμβούλιο, απόφασης-πλαισίου σχετικά με την εκτέλεση, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, των αποφάσεων δέσμευσης των περιουσιακών ή των αποδεικτικών στοιχείων (5126/2001 - C5-0055/2001 - 2001/0803(CNS) )
A5-0274/2001

Η εν λόγω πρωτοβουλία τροποποιείται ως ακολούθως:

Κείμενο που προτείνουν οι κυβερνήσεις της Γαλλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Σουηδίας και του Βασιλείου του Βελγίου(1)   Τροποποιήσεις του Κοινοβουλίου
Τροπολογία 1
Αιτιολογική σκέψη 2
   (2) Η αρχή αυτή θα πρέπει να ισχύει και για τις προδικαστικές αποφάσεις, ιδίως εκείνες με τις οποίες οι αρμόδιες αρχές μπορούν να εξασφαλίζουν ταχέως αποδείξεις και να προβαίνουν στην κατάσχεση των ευχερώς μεταφερομένων περιουσιακών στοιχείων.
   (2) Η αρχή αυτή θα πρέπει να ισχύει και για τις προδικαστικές αποφάσεις, ιδίως εκείνες με τις οποίες οι αρμόδιες δικαστικές αρχές μπορούν να εξασφαλίζουν ταχέως αποδείξεις και να προβαίνουν στην κατάσχεση των ευχερώς μεταφερομένων περιουσιακών στοιχείων.
Τροπολογία 2
Αιτιολογική σκέψη 4
   (4) Η προκειμένη πράξη θα πρέπει, κατ" αρχάς να εφαρμοσθεί σε περιορισμένο αριθμό αξιόποινων πράξεων οι οποίες έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο κοινής δράσης στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Διαγράφεται
Τροπολογία 3
Αιτιολογική σκέψη 5α (νέα)
(5α) Η πρακτική εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων επιβάλλει, για λόγους καλής λειτουργίας, να δέχονται τα κράτη μέλη στην επικράτειά τους και άλλες επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκτός από τις δικές τους.
Τροπολογία 4
Αρθρο 1, σημείο γ), εισαγωγή
   γ) ως "απόφαση δέσμευσης" νοείται κάθε μέτρο που λαμβάνει αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης, προκειμένου να εμποδίσει προσωρινά κάθε πράξη καταστροφής, μετατροπής, μετατόπισης, μεταφοράς ή διάθεσης περιουσιακού στοιχείου που θα μπορούσε:
   γ) ως "απόφαση δέσμευσης" νοείται κάθε μέτρο που λαμβάνει αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας ή στην προδικαστική φάση, προκειμένου να εμποδίσει προσωρινά κάθε πράξη καταστροφής, μετατροπής, μετατόπισης, μεταφοράς ή διάθεσης περιουσιακού στοιχείου που θα μπορούσε:
Τροπολογία 5
Αρθρο 2
Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο εφαρμόζεται σε κάθε απόφαση δέσμευσης που αφορά πράξεις οι οποίες, σύμφωνα με την νομοθεσία του κράτους έκδοσης, συνιστούν ένα από τα ακόλουθα αδικήματα :
Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο θα εφαρμόζεται σε κάθε απόφαση δέσμευσης που αφορά πράξεις οι οποίες, σύμφωνα με την νομοθεσία του κράτους έκδοσης, συνιστούν αδίκημα που τιμωρείται με ποινή στέρησης της ελευθερίας ή με άλλα ασφαλιστικά μέτρα στέρησης ελευθεριών , διάρκειας τουλάχιστον έξι μηνών :
   α) παράνομη διακίνηση ναρκωτικών,
   β) απάτη εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά την έννοια της σύμβασης της 26ης Ιουλίου 1995 σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων1 και των πρωτοκόλλων αυτής της 29ης Νοεμβρίου 19962, της 27ης Σεπτεμβρίου 19963 και της 19ης Ιουνίου 19974,
   γ) νομιμοποίηση του προϊόντος του εγκλήματος,
   δ) παραχάραξη και κιβδηλεία του ευρώ,
   ε) δωροδοκία,
   στ) εμπορία ανθρώπων.
____________
1ΕΕ C 316 της 27.11.1995, σ. 48.
2ΕΕ C 151 της 20.5.1997, σ. 2.
3ΕΕ C 313 της 23.10.1996, σ. 2.
4ΕΕ C 221 της 19.7.1997, σ. 12.
Τροπολογία 6
Αρθρο 3
Κάθε απόφαση δέσμευσης κατά την έννοια της παρούσας απόφασης-πλαισίου συνοδευόμενη από το πιστοποιητικό κατ" άρθρο 7 διαβιβάζεται από τη δικαστική αρχή έκδοσης απ" ευθείας στην αρμόδια για την εκτέλεσή της δικαστική αρχή. Εάν αυτή της είναι άγνωστη, η δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης επιδιώκει με κάθε μέσον, συμπεριλαμβανομένων των σημείων επαφής του ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου, να λάβει πληροφορίες εκ μέρους του κράτους εκτέλεσης.
Κάθε απόφαση δέσμευσης κατά την έννοια της παρούσας απόφασης-πλαισίου συνοδευόμενη από το πιστοποιητικό κατ" άρθρο 7 διαβιβάζεται από τη δικαστική αρχή έκδοσης απ" ευθείας στην αρμόδια για την εκτέλεσή της δικαστική αρχή. Εάν αυτή της είναι άγνωστη, η δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης επιδιώκει με κάθε μέσον, συμπεριλαμβανομένων ειδικότερα των σημείων επαφής του ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου, να λάβει πληροφορίες εκ μέρους του κράτους εκτέλεσης, ή να τις διαβιβάσει στο υπουργείο δικαιοσύνης του κράτους εκτέλεσης, το οποίο χωρίς καθυστέρηση καθορίζει το αρμόδιο δικαστικό όργανο για την άμεση δικαστική εκτέλεση της απόφασης .
Τροπολογία 14
Αρθρο 5, παράγραφος 3
   3. Το κράτος εκτέλεσης, μετά από διαβούλευση με το κράτος έκδοσης, δύναται να θέσει τους δέοντες όρους προκειμένου να περιορίσει τη διάρκεια της δέσμευσης του στοιχείου. Εάν, σύμφωνα με τους όρους αυτούς, αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να προβεί στην άρση του μέτρου, πρέπει να ενημερώσει το κράτος έκδοσης και να του δώσει τη δυνατότητα να κάνει παρατηρήσεις.
   3. Το κράτος εκτέλεσης, μετά από διαβούλευση με το κράτος έκδοσης, δύναται να θέσει, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα για παρόμοιες περιπτώσεις στην εθνική του νομοθεσία, τους δέοντες όρους προκειμένου να περιορίσει τη διάρκεια της δέσμευσης του στοιχείου ή να αλλάξει τον προορισμό των στοιχείων. Εάν, σύμφωνα με τους όρους αυτούς, αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να προβεί στην άρση του μέτρου, πρέπει να ενημερώσει το κράτος έκδοσης και να του δώσει τη δυνατότητα να κάνει παρατηρήσεις.
Τροπολογία 7
Αρθρο 7, παράγραφος 2
   2. Το πιστοποιητικό μεταφράζεται στην επίσημη ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους εκτέλεσης.
   2. Το πιστοποιητικό μεταφράζεται στην επίσημη ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους εκτέλεσης, ή σε άλλη ή άλλες από τις επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τη μετάφραση της οποίας έχει δηλώσει ότι αποδέχεται σύμφωνα με την παράγραφο 3.
Τροπολογία 9
Αρθρο 8, παράγραφος 1, εισαγωγή
   1. Η αναφερόμενη στο άρθρο 3 διαβίβαση πρέπει επίσης να περιέχει ή να ακολουθείται εντός προθεσμίας 4 ημερών από:
   1. Η αναφερόμενη στο άρθρο 3 διαβίβαση πρέπει επίσης να περιέχει ή να ακολουθείται εντός προθεσμίας 15 ημερών από:
Τροπολογία 10
Αρθρο 9, παράγραφος 1
   1. Κατά των μέτρων δέσμευσης που εκτελούνται κατ" εφαρμογή του άρθρου 4 μπορεί να ασκηθεί προσφυγή χωρίς ανασταλτικό αποτέλεσμα από τον κατηγορούμενο, το θύμα ή κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο εμφανίζεται ως καλόπιστος τρίτος ενώπιον της αρμόδιας αρχής του κράτους έκδοσης ή του κράτους εκτέλεσης σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία εκάστου εξ αυτών των κρατών μελών.
   1. Κατά των μέτρων δέσμευσης που εκτελούνται κατ" εφαρμογή του άρθρου 4 μπορεί να ασκηθεί προσφυγή χωρίς ανασταλτικό αποτέλεσμα από τον κατηγορούμενο, το θύμα ή κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο εμφανίζεται ως καλόπιστος τρίτος ενώπιον της αρμόδιας αρχής του κράτους έκδοσης ή του κράτους εκτέλεσης σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία εκάστου εξ αυτών των κρατών μελών, σύμφωνα με όσα προβλέπει η επόμενη παράγραφος.
Τροπολογία 11
Αρθρο 9, παράγραφος 2
   2. Η προσφυγή δεν μπορεί να αφορά, στο κράτος εκτέλεσης, την ουσία της υπόθεσης .
   2. Η προσφυγή μπορεί να αφορά, στο κράτος εκτέλεσης, αποκλειστικά την αξιολόγηση των αιτίων μη εκτέλεσης που προβλέπονται στο άρθρο 6 και τους όρους εκτέλεσης που θέτει το άρθρο 5, παράγραφος 3, χωρίς να μπορεί να αναφέρεται σε καμία περίπτωση στην ουσία.
Τροπολογία 12
Αρθρο 11, παράγραφος 1
   1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαισίου έως τις 31 Δεκεμβρίου 2002.
   1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαισίου έως τις 30 Ιουνίου 2002.
Τροπολογία 13
Αρθρο 11, παράγραφος 2
   2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν, εντός της ίδιας προθεσμίας, στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου και στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων που ενσωματώνουν στο εθνικό δίκαιο τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλει η παρούσα απόφαση-πλαίσιο. Μέσω έκθεσης που καταρτίζεται βάσει των πληροφοριών αυτών και γραπτής έκθεσης της Επιτροπής, το Συμβούλιο ελέγχει, το αργότερο έως τις 30 Ιουνίου 2003 , κατά πόσον τα κράτη μέλη έλαβαν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με την παρούσα απόφαση-πλαίσιο.
   2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν, εντός της ίδιας προθεσμίας, στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου και στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων που ενσωματώνουν στο εθνικό δίκαιο τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλει η παρούσα απόφαση-πλαίσιο. Μέσω έκθεσης που καταρτίζεται βάσει των πληροφοριών αυτών και γραπτής έκθεσης της Επιτροπής, το Συμβούλιο ελέγχει, το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2002 , κατά πόσον τα κράτη μέλη έλαβαν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με την παρούσα απόφαση-πλαίσιο.
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την πρωτοβουλία των κυβερνήσεων της Γαλλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Σουηδίας και του Βασιλείου του Βελγίου αποσκοπούσα στην έκδοση, από το Συμβούλιο, απόφασης-πλαισίου σχετικά με την εκτέλεση, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, των αποφάσεων δέσμευσης των περιουσιακών ή των αποδεικτικών στοιχείων (5126/2001 - C5-0055/2001 - 2001/0803(CNS) )
A5-0274/2001

(Διαδικασία διαβούλευσης)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

-   έχοντας υπόψη την πρωτοβουλία των κυβερνήσεων της Γαλλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Σουηδίας και του Βασιλείου του Βελγίου (5126/2001)(2) ,

-   έχοντας υπόψη το άρθρο 34, παράγραφος 2, εδάφιο β), της Συνθήκης ΕΕ,

-   έχοντας κληθεί από το Συμβούλιο να γνωμοδοτήσει σύμφωνα με το άρθρο 39, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΕ (C5-0055/2001 ),

-   έχοντας υπόψη τα άρθρα 106 και 67 του Κανονισμού του,

-   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Ελευθεριών και Δικαιωμάτων των Πολιτών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (A5-0274/2001 ),

1.   εγκρίνει την πρωτοβουλία των κυβερνήσεων της Γαλλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Σουηδίας και του Βασιλείου του Βελγίου όπως τροποποιήθηκε·

2.   καλεί το Συμβούλιο, σε περίπτωση που προτίθεται να απομακρυνθεί από το κείμενο που ενέκρινε το Κοινοβούλιο, να το ενημερώσει σχετικά·

3.   ζητεί να κληθεί εκ νέου να γνωμοδοτήσει σε περίπτωση που το Συμβούλιο προτίθεται να επιφέρει ουσιαστικές τροποποιήσεις στην πρωτοβουλία των κυβερνήσεων της Γαλλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Σουηδίας και του Βασιλείου του Βελγίου·

4.   αναθέτει στην Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του στο Συμβούλιο και την Επιτροπή καθώς και στις κυβερνήσεις της Γαλλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Σουηδίας και του Βασιλείου του Βελγίου.

(1) ΕΕ C 75 της 7.3.2001, σ. 3.
(2) ΕΕ C 75 της 7.3.2001, σ. 3.


Ελάχιστες διαδικασίες χορήγησης και ανάκλησης του καθεστώτος του πρόσφυγα *
Κείμενο
Ψήφισμα
Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου που αφορά τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα (COM(2000) 578 - C5-0705/2000 - 2000/0238(CNS) )
A5-0291/2001

Η εν λόγω πρόταση τροποποιείται ως ακολούθως:

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή(1)   Τροποποιήσεις του Κοινοβουλίου
Τροπολογία 2
Αιτιολογική σκέψη 9
   (9) Αφ" ετέρου, για να υπάρχει ένα σύστημα ταχείας αναγνώρισης των αιτούντων που χρειάζονται προστασία ως πρόσφυγες κατά την έννοια του άρθρου 1, σημείο Α, της Σύμβασης της Γενεύης, θα πρέπει να προβλέπεται η εφαρμογή από τα κράτη μέλη ειδικών διαδικασιών για τη διεκπεραίωση των αιτήσεων των οποίων δεν είναι αναγκαία η εξέταση επί της ουσίας, καθώς και εκείνων που υπάρχουν υπόνοιες ότι είναι προδήλως αβάσιμες.
   (9) Αφ" ετέρου, για να υπάρχει ένα σύστημα ταχείας αναγνώρισης των αιτούντων που χρειάζονται προστασία ως πρόσφυγες κατά την έννοια του άρθρου 1, σημείο Α, της Σύμβασης της Γενεύης, θα πρέπει να προβλέπεται η εφαρμογή από τα κράτη μέλη ειδικών διαδικασιών για τη διεκπεραίωση των αιτήσεων των οποίων δεν είναι αναγκαία η εξέταση επί της ουσίας, καθώς και εκείνων που υπάρχουν υπόνοιες ότι είναι προδήλως αβάσιμες, βάσει κριτηρίων σαφώς και εκ των προτέρων προσδιορισμένων.
Τροπολογία 3
Αιτιολογική σκέψη 10
   (10) Τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να αποφασίζουν κατά πόσον θα εφαρμόσουν ή μη τις διαδικασίες αυτές για τις απαράδεκτες και προδήλως αβάσιμες αιτήσεις, αλλά εάν τις εφαρμόζουν θα πρέπει να συμμορφώνονται με τους κοινούς κανόνες που θεσπίζονται στην παρούσα οδηγία όσον αφορά τον ορισμό των περιπτώσεων αυτών και τους άλλους όρους εφαρμογής των διαδικασιών, περιλαμβανομένων των προθεσμιών για την έκδοση των αποφάσεων.
Διαγράφεται
Τροπολογία 4
Αιτιολογική σκέψη 11
   (11) Οι διαδικασίες αυτές πρέπει απαραιτήτως να παρέχουν τις αναγκαίες εγγυήσεις ώστε να εξαλειφθούν οι προϋπάρχουσες αμφιβολίες για να γίνει νομότυπος προσδιορισμός εκείνων που χρήζουν προστασίας. Θα πρέπει, ως εκ τούτου, καταρχήν να περιλαμβάνουν όσο το δυνατόν τις ίδιες ελάχιστες διαδικαστικές εγγυήσεις και απαιτήσεις όσον αφορά τη λήψη αποφάσεων, με τις τακτικές διαδικασίες. Ωστόσο, λόγω της φύσης των αιτήσεων που αφορούν, μπορεί και πρέπει να δίνεται προτεραιότητα στις δυο αυτές περιπτώσεις, ενώ μπορεί να περιοριστεί η περαιτέρω άσκηση προσφυγής.
   (11) Οι διαδικασίες αυτές πρέπει απαραιτήτως να παρέχουν τις αναγκαίες εγγυήσεις ώστε να εξαλειφθούν οι προϋπάρχουσες αμφιβολίες για να γίνει νομότυπος προσδιορισμός εκείνων που χρήζουν προστασίας. Θα πρέπει, ως εκ τούτου, καταρχήν να περιλαμβάνουν όσο το δυνατόν τις ίδιες ελάχιστες διαδικαστικές εγγυήσεις και απαιτήσεις όσον αφορά τη λήψη αποφάσεων, με τις τακτικές διαδικασίες.
Τροπολογία 5
Αιτιολογική σκέψη 12
   (12) Ως ελάχιστες διαδικαστικές εγγυήσεις για όλους τους αιτούντες σε όλες τις διαδικασίες πρέπει να θεωρούνται, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα προσωπικής συνέντευξης πριν από τη λήψη απόφασης, η ευκαιρία επικοινωνίας με την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, η ευκαιρία επαφής με οργανώσεις ή πρόσωπα που παρέχουν νομική συνδρομή, το δικαίωμα έκδοσης γραπτής απόφασης, μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία, και το δικαίωμα του αιτούντος να ενημερώνεται κατά τις καθοριστικές φάσεις της διαδικασίας του, σε γλώσσα που κατανοεί, για τη νομική του θέση, ώστε να μπορεί να εξετάζει τις δυνατότητες των επόμενων διαβημάτων του.
   (12) Ως ελάχιστες διαδικαστικές εγγυήσεις για όλους τους αιτούντες σε όλες τις διαδικασίες πρέπει να θεωρούνται, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα πρόσβασης στη διαδικασία αίτησης ασύλου, το δικαίωμα προσωπικής συνέντευξης πριν από τη λήψη απόφασης, η ευκαιρία επικοινωνίας με την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, η ευκαιρία επαφής, σε όλες τις φάσεις της διαδικασίας, με οργανώσεις ή πρόσωπα που παρέχουν νομική συνδρομή, το δικαίωμα έκδοσης γραπτής απόφασης, μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία, και το δικαίωμα του αιτούντος να ενημερώνεται κατά τις καθοριστικές φάσεις της διαδικασίας του, σε γλώσσα που κατανοεί, για τη νομική του θέση, ώστε να μπορεί να εξετάζει τις δυνατότητες των επόμενων διαβημάτων του, το δικαίωμα παραμονής στη μεθοριακή ζώνη της χώρας υποδοχής μέχρις ότου ληφθεί οριστική απόφαση.
Τροπολογία 8
Αιτιολογική σκέψη 19
   (19) Η μεταφορά της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο θα πρέπει να αξιολογείται σε τακτά χρονικά διαστήματα.
   (19) Η μεταφορά της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο θα πρέπει να αξιολογείται σε τακτά χρονικά διαστήματα μέγιστης διάρκειας δύο ετών.
Τροπολογία 9
Αιτιολογική σκέψη 20α (νέα)
(20α) Η Ένωση πρέπει να μεριμνήσει ώστε τα προγράμματα βοηθείας προς τα υποψήφια προς ένταξη στην ΕΕ κράτη καλύπτουν επαρκείς δραστηριότητες εκπαίδευσης και κατάρτισης στους τομείς τόσο της παροχής ασύλου όσο και μεταναστεύσεως, καθώς και αστυνομική και δικαστική συνεργασία, για να συμμορφούνται προς την παρούσα οδηγία.
Τροπολογία 146
Αρθρο 1, εδάφιο 1α (νέο)
Η παρούσα οδηγία δεν μπορεί να οδηγήσει σε υποβάθμιση του επιπέδου προστασίας των δικαιωμάτων των αιτούντων άσυλο σε σχέση με το επίπεδο που υπήρχε σε κάθε κράτος μέλος τη στιγμή της έγκρισης της οδηγίας.
Τροπολογία 11
Αρθρο 1α (νέο)
Αρθρο 1α
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεσμεύεται να τηρεί όλες τις υφιστάμενες διεθνείς υποχρεώσεις των κρατών μελών καθώς και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ειδικώς δε το άρθρο 18.
Τροπολογία 12
Αρθρο 2, σημείο β)
   β) "αίτηση για άσυλο", η αίτηση με την οποία ένα πρόσωπο ζητά προστασία από ένα κράτος μέλος και μπορεί να θεωρηθεί ότι θεμελιώνεται στο γεγονός ότι είναι πρόσφυγας κατά την έννοια του άρθρου 1, σημείο Α της Σύμβασης της Γενεύης. Κάθε αίτηση παροχής προστασίας τεκμαίρεται ότι αποτελεί αίτηση για άσυλο, εκτός εάν ο ενδιαφερόμενος ζητά ρητά άλλο είδος προστασίας που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο χωριστής αίτησης·
   β) "αίτηση για άσυλο", η αίτηση με την οποία ένα πρόσωπο ζητά προστασία από ένα κράτος μέλος και μπορεί να θεωρηθεί ότι θεμελιώνεται στο γεγονός ότι είναι πρόσφυγας κατά την έννοια του άρθρου 1, σημείο Α, της Σύμβασης της Γενεύης ή κατά την έννοια της νομοθεσίας του κράτους μέλους όταν αυτή προβλέπει επί πλέον περιπτώσεις αναγνώρισης της προσφυγικής ιδιότητας. Κάθε αίτηση παροχής προστασίας τεκμαίρεται ότι αποτελεί αίτηση για άσυλο, εκτός εάν ο ενδιαφερόμενος ζητά ρητά άλλο είδος προστασίας που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο χωριστής αίτησης·
Τροπολογία 13
Αρθρο 2, σημείο θ)
   θ) "καθεστώς πρόσφυγα" , το καθεστώς που χορηγεί ένα κράτος μέλος σε ένα πρόσωπο που είναι πρόσφυγας και αναγνωρίζεται σαν τέτοιος στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού·
   θ) "άσυλο" , η προστασία που χορηγεί ένα κράτος μέλος σε ένα πρόσωπο που είναι πρόσφυγας και αναγνωρίζεται σαν τέτοιος στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού·
Τροπολογία 14
Αρθρο 2, σημείο ια) (νέο)
   ια) "λήξη ισχύος του καθεστώτος του πρόσφυγα", η απόφαση μιας αποφαινόμενης αρχής που δηλώνει ότι το καθεστώς του πρόσφυγα για ένα άτομο πρέπει να παύσει να ισχύει βάσει του άρθρου 1, σημείο Γ, της Σύμβασης της Γενεύης·
Τροπολογία 15
Αρθρο 2, σημείο ιβ)
   ιβ) "ανάκληση του καθεστώτος του πρόσφυγα ", η απόφαση μιας αποφαινόμενης αρχής να ανακαλέσει το καθεστώς πρόσφυγα από ένα πρόσωπο με βάση το άρθρο 1, σημείο Γ της Σύμβασης της Γενεύης ή το άρθρο 33, παράγραφος 2, της σύμβασης της Γενεύης ·
   ιβ) "ανάκληση του ασύλου ", η απόφαση μιας αποφαινόμενης αρχής να παύσει την παροχή ασύλου με βάση το άρθρο 32 ή το άρθρο 33, παράγραφος 2, της Σύμβασης της Γενεύης·
Τροπολογία 16
Αρθρο 3, παράγραφος 3
   3. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας σε διαδικασίες εξέτασης των αιτήσεων παροχής άλλων μορφών προστασίας εκτός από εκείνη που απορρέει από τη σύμβαση της Γενεύης για πρόσωπα που διαπιστώνεται ότι δεν είναι πρόσφυγες.
   3. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας σε διαδικασίες εξέτασης των αιτήσεων παροχής άλλων μορφών προστασίας εκτός από εκείνη που απορρέει από τη σύμβαση της Γενεύης για πρόσωπα που διαπιστώνεται ότι δεν είναι πρόσφυγες, διευρύνοντας ειδικότερα τα δικαιώματα ασύλου ώστε να καλύψουν και τις νέες μορφές διώξεων.
Τροπολογία 17
Αρθρο 3, παράγραφος 3α (νέα)
3α. Η παρούσα οδηγία δεν περιορίζει επ" ουδενί τις υποχρεώσεις που τα κράτη μέλη έχουν βάσει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, και ειδικότερα των άρθρων 3, 5 και 8 αυτής.
Τροπολογία 18
Αρθρο 3, παράγραφος 3β (νέα)
3β. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την εξουσία των κρατών μελών να εκδίδουν ή να διατηρούν ευνοϊκότερες ρυθμίσεις σχετικά με τις διαδικασίες αναγνώρισης και ανάκλησης του καθεστώτος του πρόσφυγα.
Τροπολογία 19
Αρθρο 4, παράγραφος 1α (νέα)
1α. Οι δυνάμει της παρούσας οδηγίας υποχρεώσεις των κρατών μελών ισχύουν από τη στιγμή που ένα άτομο στα σύνορά τους ή εντός της επικρατείας τους δίνει μια ένδειξη στις αρχές ότι πιθανόν να χρειαστεί προστασία.
Τροπολογία 20
Αρθρο 4α (νέο)
Αρθρο 4α
Χωρίς να παραβλάπτεται η εξουσία των κρατών μελών να ελέγχουν τη μετανάστευση και την είσοδο στην επικράτειά τους, θα πρέπει εντούτοις αυτά να μεριμνούν ότι οι σχετικές με τα ανωτέρω διαδικασίες δεν θα παρεμποδίζουν την πρόσβαση σε διαδικασίες αίτησης ασύλου και ότι δεν θα υπονομεύουν τις διεθνείς υποχρεώσεις των κρατών μελών ως προς την παροχή προστασίας.
Τροπολογία 21
Αρθρο 5
Κανένα κράτος μέλος δεν εκδιώκει ή επαναπροωθεί έναν αιτούντα άσυλο με κανέναν απολύτως τρόπο στα σύνορα της επικράτειας εκείνης όπου η ζωή του ή η ελευθερία του θα απειληθούν λόγω της φυλής του ή της θρησκείας του, της εθνικότητάς του ή της συμμετοχής του σε συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ή πολιτική πεποίθηση ή εάν αυτός αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση.
Κανένα κράτος μέλος δεν εκδιώκει ή επαναπροωθεί έναν αιτούντα άσυλο σε τρίτη χώρα που πιθανόν να προβεί στην απέλαση ή επαναπροώθησή του.
Στους αιτούντες άσυλο επιτρέπεται να παραμείνουν στα σύνορα ή στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο έχει υποβληθεί η αίτηση για άσυλο ή στο οποίο εξετάζεται για όσο χρονικό διάστημα δεν έχει ληφθεί σχετική απόφαση .
Μέχρις ότου ληφθεί οριστική απόφαση και εξαντληθούν όλα τα μέσα προσφυγής, στους αιτούντες άσυλο επιτρέπεται να παραμείνουν στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο έχει υποβληθεί η αίτηση για άσυλο ή στο οποίο εξετάζεται.
Τροπολογία 22
Αρθρο 6α (νέο)
Αρθρο 6α
Οι αιτήσεις από ασυνόδευτους ανηλίκους ή άλλα άτομα ευρισκόμενα σε ιδιαίτερα τρωτή κατάσταση εξετάζονται και εγκρίνονται ή απορρίπτονται κατά προτεραιότητα. Προτεραιότητα δίδεται επίσης στην εξέταση και έγκριση ή απόρριψη προδήλως βάσιμων αιτήσεων.
Τροπολογία 23
Αρθρο 7, σημείο α)
   α) Ενημερώνονται, πριν από την εξέταση της αίτησής τους για άσυλο, για τη διαδικασία που ακολουθείται και για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους στη διάρκεια της διαδικασίας, σε γλώσσα την οποία κατανοούν.
   α) Ενημερώνονται, πριν από την εξέταση της αίτησής τους για άσυλο, για τη διαδικασία που ακολουθείται και για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους στη διάρκεια της διαδικασίας, σε γλώσσα την οποία κατανοούν. Οι πληροφορίες αυτές μπορούν να παρέχονται και υπό μορφή ενημερωτικού φυλλαδίου.
Τροπολογία 24
Αρθρο 7, σημείο β)
   β) Τους παρέχονται υπηρεσίες διερμηνέα, όταν χρειάζεται, για να εκθέσουν τους ισχυρισμούς τους ενώπιον των αρμόδιων αρχών. Οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να αμείβονται από το Δημόσιο, εάν ο διερμηνέας καλείται από τις αρμόδιες αρχές.
   β) Με αίτημα του αιτούντος, η αποφαινόμενη υπηρεσία ορίζει έναν διερμηνέα για να τον βοηθήσει να εκθέσει τα επιχειρήματά του ενώπιον των αρμόδιων αρχών και επί πλέον να τον βοηθήσει σε ζητήματα σχετιζόμενα τόσο με την τακτική όσο και με την ταχεία διαδικασία. Οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να αμείβονται από το Δημόσιο.
Τροπολογία 25
Αρθρο 7, σημείο γ)
   γ) τους παρέχεται η ευκαιρία να επικοινωνούν με την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες ή με άλλες οργανώσεις που εργάζονται για λογαριασμό της τελευταίας σε όλα τα στάδια της διαδικασίας.
   γ) τους παρέχεται η ευκαιρία να επικοινωνούν σε όλα τα στάδια της διαδικασίας με την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες ή με άλλες οργανώσεις προσφύγων που εργάζονται για λογαριασμό της τελευταίας ή ανεξάρτητα.
Τροπολογία 26
Αρθρο 7, σημείο δ)
   δ) Οι αποφάσεις για τις αιτήσεις ασύλου τους κοινοποιούνται γραπτώς. Εάν μία αίτηση απορριφθεί, πρέπει να αναφέρονται οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι στους οποίους βασίζεται η απόφαση και να παρέχονται πληροφορίες για τη δυνατότητα επανεξέτασής της και, κατά περίπτωση, για τους τρόπους κατάθεσης προσφυγής και τις σχετικές προθεσμίες.
   δ) Οι αποφάσεις για τις αιτήσεις ασύλου, καθώς και το συγκεκριμένο και λεπτομερές σκεπτικό τους, κοινοποιούνται στον αιτούντα και στο νομικό σύμβουλό του γραπτώς και, εάν χρειαστεί, προφορικώς, σε μια γλώσσα που κατανοούν, εάν δε παραστεί ανάγκη, και με άλλο τρόπο. Εάν μία αίτηση απορριφθεί, πρέπει να αναφέρονται οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι στους οποίους βασίζεται η απόφαση, η οποία θα πρέπει να συνοδεύεται από πληροφορίες όσον αφορά το δικαίωμα επανεξέτασής της, καθώς και τους τρόπους κατάθεσης προσφυγής και τις σχετικές προθεσμίες.
Τροπολογία 27
Αρθρο 7, σημείο ε)
   ε) σε περίπτωση απορριπτικής απόφασης, ενημερώνονται σε γλώσσα την οποία κατανοούν για το βασικό περιεχόμενο της απόφασης και τη δυνατότητα επανεξέτασής της και, κατά περίπτωση, για τον τρόπο υποβολής προσφυγής καθώς και τις σχετικές προθεσμίες.
   ε) σε περίπτωση απορριπτικής απόφασης, ενημερώνονται αυτοί και οι νομικοί σύμβουλοί τους σε γλώσσα την οποία κατανοούν για το βασικό περιεχόμενο της απόφασης και για το δικαίωμα άσκησης προσφυγής, τον τρόπο υποβολής προσφυγής καθώς και τις σχετικές προθεσμίες.
Τροπολογία 28
Αρθρο 7, σημείο στ α) (νέο)
στ α) Οι γυναίκες που ζητούν άσυλο θα ενημερώνονται για το δικαίωμά τους να ζητήσουν γυναίκα διερμηνέα και/ή υπάλληλο κατά τη διάρκεια της όλης διαδικασίας.
Τροπολογία 29
Αρθρο 8, παράγραφος 1
   1. Πριν από τη λήψη απόφασης επί της αιτήσεως από την αποφαινόμενη αρχή, πρέπει να παρέχεται στον αιτούντα άσυλο η ευκαιρία προσωπικής συνέντευξης σχετικά με το παραδεκτό ή και την ουσία της αίτησής του για άσυλο με έναν υπάλληλο που έχει αρμοδιότητα επί των θεμάτων αυτών βάσει της εθνικής νομοθεσίας.
   1. Πριν από τη λήψη απόφασης από την αποφαινόμενη αρχή, ο αιτών έχει δικαίωμα προσωπικής συνέντευξης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησής του όταν αυτή είναι αντικείμενο διαδικασίας αναγνώρισης του παραδεκτού, και δικαίωμα προσωπικής συνέντευξης για την ουσία της αίτησης για άσυλο στη διάρκεια της τακτικής και της ταχείας διαδικασίας, με έναν υπάλληλο πλήρως καταρτισμένο βάσει της εθνικής νομοθεσίας για τα ζητήματα που αφορούν το άσυλο και τους πρόσφυγες.
Τροπολογία 30
Αρθρο 8, παράγραφος 2
   2. Κατά το τέλος της προσωπικής συνέντευξης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ο υπάλληλος πρέπει τουλάχιστον να διαβάσει μεγαλοφώνως τα πρακτικά της συνέντευξης στον αιτούντα για να μπορέσει να ζητήσει τη συγκατάθεσή του για το περιεχόμενό τους.
   2. Κατά το τέλος της προσωπικής συνέντευξης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ο υπάλληλος πρέπει τουλάχιστον να διαβάσει μεγαλοφώνως τα πρακτικά της συνέντευξης στον αιτούντα για να μπορέσει να ζητήσει τη συγκατάθεσή του για το περιεχόμενό τους. Στον αιτούντα και/ή στο νομικό σύμβουλό του πρέπει να δίδεται ένα εγκεκριμένο τελικό αντίγραφο των πρακτικών.
Τροπολογία 31
Αρθρο 8, παράγραφος 6
   6. Κατά την τακτική διαδικασία, που αναφέρεται στα άρθρα 24, 25 και 26 (εφεξής: "η τακτική διαδικασία") πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα σε κάθε αιτούντα άσυλο, εντός ευλόγου προθεσμίας, να συμβουλεύεται τα πρακτικά της προσωπικής συνέντευξής του επί της ουσίας της αίτησης για άσυλο και να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επ" αυτών.
   6. Κατά την τακτική διαδικασία, που αναφέρεται στα άρθρα 24, 25 και 26 (εφεξής: "η τακτική διαδικασία") και στην ταχεία διαδικασία που αναφέρεται στα άρθρα 27, 28, 29, 30 και 31 (εφεξής: "η ταχεία διαδικασία") πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα σε κάθε αιτούντα άσυλο, εντός ευλόγου προθεσμίας, να συμβουλεύεται τα πρακτικά της προσωπικής συνέντευξής του επί της ουσίας της αίτησης για άσυλο και να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επ" αυτών. Στον αιτούντα και/ή στο νομικό σύμβουλό του πρέπει να δίδεται ένα τελικό εγκεκριμένο αντίγραφο.
Τροπολογία 32
Αρθρο 8, παράγραφος 7
   7. Κατά την προσωπική συνέντευξη επί της ουσίας της αίτησης για άσυλο, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη συμμετοχή υπαλλήλου και διερμηνέα του φύλου που επιλέγει ο εξεταζόμενος, εάν υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο αντιμετωπίζει δυσκολίες να εκθέσει διεξοδικά τους λόγους της αίτησής του, λόγω των εμπειριών που είχε ή λόγω της πολιτιστικής του καταγωγής.
   7. Κατά την προσωπική συνέντευξη επί της ουσίας της αίτησης για άσυλο, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τη συζήτηση διευθύνει υπάλληλος και/ή διερμηνέας του φύλου που επιλέγει ο εξεταζόμενος, εφόσον το έχει ζητήσει ο ίδιος ή η ίδια, ή εάν υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο αντιμετωπίζει δυσκολίες να εκθέσει διεξοδικά τους λόγους της αίτησής του, λόγω των εμπειριών που είχε ή λόγω της πολιτιστικής του καταγωγής.
Τροπολογία 33
Αρθρο 9, παράγραφος 1
   1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν σε όλους τους αιτούντες άσυλο τη δυνατότητα να έρχονται σε επαφή κατά τρόπο αποτελεσματικό με οργανώσεις ή πρόσωπα που παρέχουν νομική συνδρομή σε όλα τα στάδια της διαδικασίας.
   1. Ο αιτών άσυλο πρέπει να έχει τη δυνατότητα να έρχεται σε επαφή κατά τρόπο αποτελεσματικό με οργανώσεις ή πρόσωπα που παρέχουν νομική συνδρομή ή καθοδήγηση σε όλα τα στάδια της διαδικασίας. Παρέχεται στους ενδιαφερομένους κατάλογος με τις οργανώσεις και/ή τα πρόσωπα αυτά, συμπεριλαμβανομένων των ειδικευμένων μη κυβερνητικών οργανώσεων.
Τροπολογία 34
Αρθρο 9, παράγραφος 2
   2. Σε κλειστές περιοχές που προορίζονται για την εξέταση των αιτήσεων ασύλου σε πρώτο βαθμό, τα κράτη μέλη μπορούν να ρυθμίζουν την πρόσβαση οργανώσεων που παρέχουν νομική συνδρομή, υπό τον όρο ότι οι εν λόγω κανόνες είτε εξυπηρετούν το θεμιτό σκοπό που αποτελεί η εξασφάλιση της ποιότητας της νομικής συνδρομής είτε είναι αντικειμενικά αναγκαίοι για την εξασφάλιση μιας αποτελεσματικής εξέτασης σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες που διέπουν τη διαδικασία στις περιοχές αυτές, και δεν καθιστούν αδύνατη την πρόσβαση.
   2. Σε κλειστές περιοχές που προορίζονται για την εξέταση των αιτήσεων ασύλου σε πρώτο βαθμό, τα κράτη μέλη μπορούν να ρυθμίζουν την πρόσβαση οργανώσεων που παρέχουν νομική συνδρομή, υπό τον όρο ότι οι εν λόγω κανόνες είτε εξυπηρετούν το θεμιτό σκοπό που αποτελεί η εξασφάλιση της ποιότητας της νομικής συνδρομής είτε είναι αντικειμενικά αναγκαίοι για την εξασφάλιση μιας αποτελεσματικής εξέτασης σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες που διέπουν τη διαδικασία στις περιοχές αυτές, και δεν οδηγούν στην έμπρακτη ακύρωση ή στη σοβαρή περιστολή του δικαιώματος νομικής συνδρομής.
Τροπολογία 35
Αρθρο 9, παράγραφος 3
   3. Σε μία τακτική διαδικασία , ο νομικός σύμβουλος ή δικηγόρος του αιτούντος έχει την ευκαιρία να είναι παρών κατά την προσωπική συνέντευξη επί της ουσίας της αίτησης για άσυλο. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες σχετικά με την παρουσία των νομικών συμβούλων ή δικηγόρων σε όλες τις άλλες συνεντεύξεις κατά τη διαδικασία σχετικά με το άσυλο, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρούσας παραγράφου καθώς και του άρθρου 8, παράγραφος 5, και του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο (β).
   3. Σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, ο νομικός σύμβουλος ή δικηγόρος του αιτούντος έχει την ευκαιρία να είναι παρών σε κάθε προσωπική συνέντευξη και να σχολιάζει και να θέτει ερωτήσεις.
Τροπολογία 36
Αρθρο 9, παράγραφος 4
   4. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε όλοι οι αιτούντες άσυλο να έχουν δικαίωμα συνδρομής από νομικό σύμβουλο ή δικηγόρο μετά την έκδοση απορριπτικής απόφασης από την αποφαινόμενη αρχή . Η συνδρομή αυτή πρέπει να παρέχεται δωρεάν στο στάδιο αυτό της διαδικασίας , εάν ο αιτών δεν έχει επαρκή μέσα για να την πληρώσει ο ίδιος.
   4. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε όλοι οι αιτούντες άσυλο να έχουν δικαίωμα συνδρομής από ειδικό και ανεξάρτητο νομικό σύμβουλο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης ασύλου, συμπεριλαμβανομένης της προετοιμασίας και κατάθεσης των αιτήσεων και στη διάρκεια οποιασδήποτε διαδικασίας προσφυγής. Η συνδρομή αυτή πρέπει να παρέχεται δωρεάν ή έστω σύμφωνα με τις διατάξεις του κάθε κράτους μέλους σχετικά με τη νομική/οικονομική συνδρομή , εάν ο αιτών δεν έχει επαρκή μέσα για να την πληρώσει ο ίδιος.
Τροπολογία 37
Αρθρο 10, παράγραφος 1, σημεία α) και β)
   α) διορίζεται το ταχύτερο δυνατό νόμιμος κηδεμόνας ή σύμβουλος για να τους επικουρεί και να τους εκπροσωπεί κατά την εξέταση της αίτησης·
   α) διορίζεται το ταχύτερο δυνατό νόμιμος κηδεμόνας από την αρμόδια προς το σκοπό αυτό αρχή, για να ενημερώσει το νομικό σύμβουλο και να μεριμνήσει ώστε να διασφαλιστούν τα συμφέροντα των ανηλίκων σε όλες τις διαδικασίες ·
   β) παρέχεται η ευκαιρία στον διορισθέντα νόμιμο κηδεμόνα ή σύμβουλο να τους βοηθά στην προετοιμασία της προσωπικής συνέντευξης για το παραδεκτό ή και την ουσία της αίτησης για άσυλο. Τα κράτη μέλη επιτρέπουν στο νόμιμο κηδεμόνα ή σύμβουλο ενός ασυνόδευτου ανήλικου να παρίσταται στην προσωπική συνέντευξη και να υποβάλουν ερωτήσεις ή παρατηρήσεις.
   β) ένας νομικός σύμβουλος διορίζεται για να εκπροσωπεί τους ανηλίκους σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, του παρέχεται δε η δυνατότητα να τους βοηθά στην προετοιμασία κάθε προσωπικής συνέντευξης στη διάρκεια των διαδικασιών και να παρίσταται σε αυτή. Τα κράτη μέλη επιτρέπουν στο νόμιμο σύμβουλο ενός ασυνόδευτου ανήλικου να υποβάλλει ερωτήσεις ή παρατηρήσεις.
Τροπολογία 38
Αρθρο 10, παράγραφος 3, σημεία β) και βα) (νέο)
   β) οι ασυνόδευτοι ανήλικοι να ενημερώνονται, πριν από την εξέταση της αίτησης ασύλου τους, και σε γλώσσα την οποία κατανοούν, σχετικά με τη δυνατότητα προσδιορισμού της ηλικίας με ιατρική εξέταση. Αυτή η ενημέρωση περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τη μέθοδο της ιατρικής εξέτασης και τις ενδεχόμενες συνέπειες που θα έχει το αποτέλεσμά της για την εξέταση της αίτησης ασύλου, καθώς και τις συνέπειες που θα έχει η άρνηση εκ μέρους του ασυνόδευτου ανήλικου να υποβληθεί στην εν λόγω εξέταση.
   β) οι ασυνόδευτοι ανήλικοι να ενημερώνονται, πριν από την εξέταση της αίτησης ασύλου τους, παρουσία του επιτρόπου και/ή νομικού συμβούλου τους, και σε γλώσσα την οποία κατανοούν, σχετικά με τη δυνατότητα προσδιορισμού της ηλικίας με ιατρική εξέταση. Αυτή η ενημέρωση περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τη μέθοδο της ιατρικής εξέτασης και τις ενδεχόμενες συνέπειες που θα έχει το αποτέλεσμά της για την εξέταση της αίτησης ασύλου, καθώς και τις συνέπειες που θα έχει η άρνηση εκ μέρους του ασυνόδευτου ανήλικου να υποβληθεί στην εν λόγω εξέταση.
   βα) εάν υπάρχει αμφιβολία ως προς την ηλικία του ανηλίκου, τότε αυτός θεωρείται ότι δεν έχει ενηλικιωθεί, μέχρις ότου αποδειχθεί το αντίθετο.
Τροπολογία 39
Αρθρο 11, παράγραφος 1, εισαγωγή και σημείο α)
   1. Τα κράτη μέλη δεν υποβάλλουν σε κράτηση έναν αιτούντα άσυλο για τον μόνο λόγο ότι η αίτησή του για χορήγηση ασύλου χρειάζεται εξέταση. Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να υποβάλουν σε κράτηση έναν αιτούντα άσυλο προκειμένου να ληφθεί απόφαση στις ακόλουθες περιπτώσεις, σύμφωνα με διαδικασία που προβλέπει η εθνική νομοθεσία και μόνο για όσο χρονικό διάστημα είναι αναγκαίο:
   1. Τα κράτη μέλη δεν υποβάλλουν σε κράτηση έναν αιτούντα άσυλο για τον μόνο λόγο ότι η αίτησή του για χορήγηση ασύλου χρειάζεται εξέταση. Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν μόνο να υποβάλουν σε κράτηση έναν αιτούντα άσυλο προκειμένου να ληφθεί απόφαση στις ακόλουθες περιπτώσεις, σύμφωνα με διαδικασία που προβλέπει η εθνική νομοθεσία και μόνο για όσο χρονικό διάστημα είναι αναγκαίο:
   α) για τη βεβαίωση ή την εξακρίβωση της ταυτότητας ή της εθνικότητάς του·
Τροπολογία 40
Αρθρο 11, παράγραφος 1, σημεία γ) και δ)
   γ) για τον προσδιορισμό των στοιχείων στα οποία βασίζεται η αίτηση για άσυλο, τα οποία υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσαν να χαθούν·
Διαγράφεται
   δ) στο πλαίσιο διαδικασίας για τη διαπίστωση του δικαιώματός του να εισέλθει στο έδαφος της χώρας.
Διαγράφεται
Τροπολογία 41
Αρθρο 11, παράγραφος 1, σημεία δα) και δβ) (νέα)
   δα) για να επιτευχθεί η εκτέλεση διαταγής απέλασης ενός αιτούντος του οποίου η αίτηση έχει οριστικά απορριφθεί, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν εξαντληθεί όλα τα μέσα προσφυγής και ότι δεν υπάρχουν ανθρωπιστικοί λόγοι βάσει των οποίων να μπορεί να του χορηγηθεί άδεια παραμονής·
   δβ) για να προστατευθούν η εθνική ασφάλεια και η δημόσια τάξη όταν υπάρχουν αποδείξεις ότι ο αιτών είναι ικανός να τις απειλήσει.
Τροπολογία 42
Αρθρο 11, παράγραφος 2
   2. Τα κράτη μέλη προβλέπουν νομοθετικά τη δυνατότητα αρχικής εξέτασης και εν συνεχεία τακτικών επανεξετάσεων του εντάλματος κράτησης για τους αιτούντες άσυλο που κρατούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1.
   2. Σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, τα κράτη μέλη προβλέπουν νομοθετικά την ταχεία και υποχρεωτική αρχική εξέταση της απόφασης θέσεως υπό κράτηση, καθώς και τακτικές μεταγενέστερες επανεξετάσεις της απόφασης αυτής.
Η εξέταση αυτή γίνεται από αμερόληπτο και ανεξάρτητο καθ" ύλην αρμόδιο δικαστήριο, όπου ο κρατούμενος μπορεί να αμφισβητήσει πλήρως τη νομιμότητα και τους λόγους της κράτησής του. Στον κρατούμενο παρέχεται νομική συνδρομή βάσει του άρθρου 9 της παρούσας οδηγίας.
Το αποτέλεσμα αυτών των επανεξετάσεων κοινοποιείται αμέσως στον κρατούμενο και/ή στον νομικό σύμβουλό του σε γλώσσα κατανοητή από τον κρατούμενο.
Τροπολογία 43
Αρθρο 11, παράγραφος 2α (νέα)
2α. Οι υποκείμενοι σε ένταλμα κράτησης εκδιδόμενο δυνάμει της παραγράφου 1 κρατούνται χωριστά από καταδικασμένους εγκληματίες ή προφυλακισμένους, ενώ τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι συνθήκες κράτησης να είναι ανθρώπινες και να γίνονται σεβαστά τα θεμελιώδη δικαιώματα του κρατουμένου, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας ιατρικής περίθαλψης και άσκησης των θρησκευτικών του καθηκόντων.
Τροπολογία 44
Αρθρο 11α (νέο)
Αρθρο 11α
Οι ασυνόδευτοι ανήλικοι αιτούντες άσυλο δεν πρέπει να τίθενται υπό κράτηση απλώς για λόγους ελέγχου της μετανάστευσης. Μέτρα περιορισμού της ελευθερίας κίνησης των ανωτέρω ανηλίκων πρέπει να λαμβάνονται μόνο εάν αποδειχθεί από κάθε άποψη ότι είναι προς το συμφέρον τους.
Τροπολογία 45
Αρθρο 11β (νέο)
Αρθρο 11β
Οι διαδικασίες πρέπει επίσης να συμβάλλουν στη βελτίωση των διεθνών σχέσεων της Ένωσης με το να είναι όσο το δυνατόν σαφείς και διαφανείς για να διευκολύνεται η ερμηνεία τους από τρίτα κράτη και τους πολίτες τους. Επιπροσθέτως, η παρούσα νομοθεσία ορίζει τις προδιαγραφές τις οποίες χρειάζεται να πληρούν όλα τα υποψήφια προς ένταξη κράτη.
Τροπολογία 46
Αρθρο 13, παράγραφος 1, σημείο γ)
   γ) να έχουν δικαίωμα να ζητούν, εφόσον είναι αναγκαίο, γνωματεύσεις εμπειρογνωμόνων για ειδικά θέματα, για παράδειγμα ιατρικής ή πολιτιστικής φύσεως.
   γ) να έχουν δικαίωμα να ζητούν, εφόσον είναι αναγκαίο, γνωματεύσεις εμπειρογνωμόνων για ειδικά θέματα, για παράδειγμα ιατρικά, πολιτιστικά ή συνδεόμενα με το φύλο θέματα.
Τροπολογία 47
Αρθρο 13, παράγραφος 2
   2. Κατόπιν αιτήσεως των οργάνων επανεξέτασης, τα κράτη μέλη τους παρέχουν την ίδια μεταχείριση με τις αποφαινόμενες αρχές όσον αφορά την πρόσβαση στο τμήμα εκείνο των αναφερόμενων στη παράγραφο 1, στοιχείο (β) στοιχείων, τα οποία θεωρούνται ως δημόσια στοιχεία. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να τους παράσχουν πρόσβαση στο τμήμα εκείνο των αναφερόμενων στην παράγραφο 1, στοιχείο (β) στοιχείων τα οποία θεωρούνται ως εμπιστευτικά στοιχεία, εάν τηρούν τους ίδιους κανόνες με τις αποφαινόμενες αρχές όσον αφορά τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των στοιχείων αυτών.
   2. Κατόπιν αιτήσεως των οργάνων επανεξέτασης, τα κράτη μέλη τους παρέχουν την ίδια μεταχείριση με τις αποφαινόμενες αρχές όσον αφορά την πρόσβαση στο τμήμα εκείνο των αναφερόμενων στη παράγραφο 1, στοιχείο β), στοιχείων, τα οποία θεωρούνται ως δημόσια στοιχεία. Τα κράτη μέλη παρέχουν πρόσβαση στο τμήμα εκείνο των αναφερόμενων στην παράγραφο 1, στοιχείο β), στοιχείων τα οποία θεωρούνται ως εμπιστευτικά στοιχεία, εάν τηρούν τους ίδιους κανόνες με τις αποφαινόμενες αρχές όσον αφορά τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των στοιχείων αυτών.
Τροπολογία 48
Αρθρο 14, παράγραφος 1, σημείο β)
   β) το προσωπικό το οποίο προβαίνει σε συνεντεύξεις των αιτούντων άσυλο να έχει την αναγκαία βασική κατάρτιση για το σκοπό αυτό ·
   β) το προσωπικό το οποίο προβαίνει σε συνεντεύξεις των αιτούντων άσυλο να έχει την αναγκαία κατάρτιση στους τομείς των μεθόδων συνέντευξης, του διεθνούς δικαίου για τους πρόσφυγες, του εθνικού δικαίου επί θεμάτων ασύλου, της νομοθεσίας περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των ευρωπαϊκών ρυθμίσεων περί ασύλου και των γνώσεων σχετικά με τις χώρες προέλευσης, και να επιμορφώνεται τακτικά πάνω σε αυτά τα θέματα ·
Τροπολογία 49
Αρθρο 14, παράγραφος 1, σημείο γ)
   γ) το προσωπικό που προβαίνει σε συνέντευξη προσώπων τα οποία βρίσκονται σε ιδιαίτερα ευαίσθητη θέση και ανηλίκων να έχει την αναγκαία βασική κατάρτιση σε σχέση με τις ειδικές ανάγκες των προσώπων αυτών·
   γ) το προσωπικό που προβαίνει σε συνέντευξη προσώπων τα οποία βρίσκονται σε ιδιαίτερα ευαίσθητη θέση και ανηλίκων να έχει την αναγκαία κατάρτιση σε σχέση με τις ειδικές ανάγκες των προσώπων αυτών και να επιμορφώνεται τακτικά πάνω στα θέματα αυτά ·
Τροπολογία 50
Αρθρο 14, παράγραφος 1, σημείο δ)
   δ) το προσωπικό που εξετάζει αιτήσεις ασύλου να έχει την αναγκαία βασική κατάρτιση όσον αφορά τη διεθνή νομοθεσία περί προσφύγων, την εθνική νομοθεσία περί ασύλου, τη σχετική διεθνή νομοθεσία περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την παρούσα οδηγία και την αξιολόγηση των αιτήσεων ασύλου προσώπων με ειδικές ανάγκες, περιλαμβανομένων των ασυνόδευτων ανηλίκων·
   δ) το προσωπικό που εξετάζει αιτήσεις ασύλου να έχει την αναγκαία κατάρτιση όσον αφορά τη διεθνή νομοθεσία περί προσφύγων, την εθνική νομοθεσία περί ασύλου, τη σχετική διεθνή νομοθεσία περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τις ευρωπαϊκές ρυθμίσεις περί ασύλου και τις γνώσεις για τις χώρες προέλευσης και την αξιολόγηση των αιτήσεων ασύλου προσώπων με ειδικές ανάγκες, περιλαμβανομένων των ασυνόδευτων ανηλίκων και να επιμορφώνεται τακτικά πάνω σε αυτά τα θέματα ·
Τροπολογία 51
Αρθρο 14, παράγραφος 1, σημείο ε)
   ε) το προσωπικό που είναι υπεύθυνο για την έκδοση ενταλμάτων κράτησης να έχει την αναγκαία βασική κατάρτιση όσον αφορά την εθνική νομοθεσία περί ασύλου, τη σχετική διεθνή νομοθεσία περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την παρούσα οδηγία και τους εθνικούς κανόνες περί κρατήσεως.
   ε) το προσωπικό που είναι υπεύθυνο για την έκδοση ενταλμάτων κράτησης να έχει την αναγκαία κατάρτιση όσον αφορά την εθνική νομοθεσία περί ασύλου, τη σχετική διεθνή νομοθεσία περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τις ευρωπαϊκές ρυθμίσεις περί ασύλου και τις γνώσεις σχετικά με τις χώρες προέλευσης και τους εθνικούς κανόνες περί κρατήσεως και να επιμορφώνεται τακτικά πάνω σε αυτά τα θέματα.
Τροπολογία 53
Αρθρο 15, παράγραφος 1α (νέα)
1α. Οι ακροάσεις σε όλα τα επίπεδα πρέπει πάντα να μαγνητοσκοπούνται, εκτός κι αν ο ενδιαφερόμενος ζητήσει διαφορετικά.
Τροπολογία 150
Αρθρο 15, παράγραφος 3
   3. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα ώστε να μην δίνεται καμία πληροφορία για την εξέταση της υπόθεσης μεμονωμένου αιτούντος στις αρχές της χώρας καταγωγής του κατά τρόπο που θα είχε ως αποτέλεσμα να γίνει γνωστό από τις αρχές αυτές το γεγονός ότι υπέβαλε αίτηση ασύλου.
Διαγράφεται
Τροπολογία 54
Αρθρο 16, παράγραφος 2
   2. Εάν ο αιτών άσυλο έχει εξαφανιστεί, η αρμόδια αποφαινόμενη αρχή μπορεί να διακόψει την εξέταση της αίτησης εάν ο αιτών, χωρίς εύλογη αιτία, δεν έχει συμμορφωθεί με την υποχρέωση να παρουσιάζεται τακτικά στις αρχές ή με τις αιτήσεις παροχής πληροφοριών ή εμφάνισης για προσωπική συνέντευξη επί τουλάχιστον τριάντα εργάσιμες ημέρες .
   2. Εάν ο αιτών άσυλο έχει εξαφανιστεί, η αρμόδια αποφαινόμενη αρχή μπορεί να διακόψει την εξέταση της αίτησης εάν ο αιτών, χωρίς εύλογη αιτία, δεν έχει συμμορφωθεί με την υποχρέωση να παρουσιάζεται τακτικά στις αρχές ή με τις αιτήσεις παροχής πληροφοριών ή εμφάνισης για προσωπική συνέντευξη επί τουλάχιστον τρεις μήνες .
Τροπολογία 55
Αρθρο 17, εισαγωγική πρόταση
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες ή άλλες οργανώσεις που εργάζονται για λογαριασμό της:
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες ή άλλες οργανώσεις που εργάζονται για λογαριασμό της ή ανεξάρτητα :
Τροπολογία 56
Αρθρο 18, εισαγωγική πρόταση και σημείο α)
Oι παρακάτω διατάξεις δεν θίγουν τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, και ειδικότερα το άρθρο 3.
Τα κράτη μέλη μπορούν να απορρίψουν συγκεκριμένη αίτηση για άσυλο ως απαράδεκτη εάν:
Τα κράτη μέλη μπορούν να απορρίψουν συγκεκριμένη αίτηση για άσυλο ως απαράδεκτη εάν:
   α) αρμόδιο για την εξέταση της αίτησης είναι άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με τα κριτήρια και τους μηχανισμούς βάσει των οποίων καθορίζεται το κράτος μέλος που είναι υπεύθυνο για την εξέταση μιας αίτησης για άσυλο υποβαλλομένης σε ένα από τα κράτη μέλη από υπήκοο τρίτης χώρας ή απάτριδα·
   α) ένα άλλο κράτος μέλος έχει σαφώς αποδεχτεί την ευθύνη για την εξέταση της αίτησης σύμφωνα με τα κριτήρια και τους μηχανισμούς βάσει των οποίων καθορίζεται το κράτος μέλος που είναι υπεύθυνο για την εξέταση μιας αίτησης για άσυλο υποβαλλομένης σε ένα από τα κράτη μέλη από υπήκοο τρίτης χώρας ή απάτριδα·
Τροπολογία 57
Αρθρο 19
Όταν ένα κράτος μέλος ζητά από άλλο κράτος μέλος να αναλάβει την ευθύνη για την εξέταση συγκεκριμένης αίτησης ασύλου, το αιτούν κράτος μέλος ενημερώνει το ταχύτερο δυνατόν τον αιτούντα για το εν λόγω αίτημα, για το περιεχόμενό του και την ισχύουσα προθεσμία σε γλώσσα την οποία κατανοεί.
Όταν ένα κράτος μέλος ζητά από άλλο κράτος μέλος ή από μια τρίτη χώρα να αναλάβει την ευθύνη για την εξέταση συγκεκριμένης αίτησης ασύλου, το αιτούν κράτος μέλος ενημερώνει το ταχύτερο δυνατόν τον αιτούντα για το εν λόγω αίτημα, για το περιεχόμενό του και την ισχύουσα προθεσμία σε γλώσσα την οποία κατανοεί.
Tο κράτος μέλος που υποβάλλει αυτό το αίτημα ενημερώνει επίσης τον ενδιαφερόμενο για οποιαδήποτε απάντηση του άλλου κράτους, σε γλώσσα κατανοητή σε αυτόν.
Τροπολογίες 58 και 121
Αρθρο 21
   1. Τα κράτη μέλη μπορούν να θεωρήσουν μια τρίτη χώρα ως ασφαλή τρίτη χώρα για έναν αιτούντα άσυλο μόνο σύμφωνα με τις αρχές που διατυπώνονται στο παράρτημα Ι της παρούσας οδηγίας.
   1. Τα κράτη μέλη μπορούν να θεωρήσουν μια τρίτη χώρα ως ασφαλή τρίτη χώρα για έναν αιτούντα άσυλο σύμφωνα με τις αρχές που διατυπώνονται στο παράρτημα Ι της παρούσας οδηγίας και εφόσον η ΕΕ δεν έχει θεσπίσει κοινή πολιτική ασύλου η οποία να βασίζεται σε ομοιόμορφη διαδικασία.
   2. Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρήσουν σε ισχύ ή να θεσπίσουν νομοθετικές διατάξεις που προβλέπουν τον χαρακτηρισμό των ασφαλών τρίτων χωρών με νόμο ή κανονισμό. Οι εν λόγω νόμοι ισχύουν με την επιφύλαξη του άρθρου 22.
   2. Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρήσουν σε ισχύ ή να θεσπίσουν νομοθετικές διατάξεις που προβλέπουν τον χαρακτηρισμό των ασφαλών τρίτων χωρών με νόμο ή κανονισμό. Οι εν λόγω νόμοι ισχύουν με την επιφύλαξη του άρθρου 22.
   3. Τα κράτη μέλη στα οποία, κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, ισχύουν νόμοι ή κανονισμοί που χαρακτηρίζουν ορισμένες χώρες ως ασφαλείς τρίτες χώρες και που επιθυμούν να τους διατηρήσουν σε ισχύ, τους κοινοποιούν στην Επιτροπή εντός έξι μηνών από την έκδοση της παρούσας οδηγίας και κοινοποιούν κάθε περαιτέρω τροποποίησή τους το ταχύτερο δυνατόν.
   3. Τα κράτη μέλη στα οποία, κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, ισχύουν νόμοι ή κανονισμοί που χαρακτηρίζουν ορισμένες χώρες ως ασφαλείς τρίτες χώρες και που επιθυμούν να τους διατηρήσουν σε ισχύ, τους κοινοποιούν στην Επιτροπή εντός έξι μηνών από την έκδοση της παρούσας οδηγίας και κοινοποιούν κάθε περαιτέρω τροποποίησή τους το ταχύτερο δυνατόν. Όταν προβαίνουν σε αυτή την ενέργεια, τα κράτη μέλη παρουσιάζουν συγκεκριμένους λόγους για τον αποκλεισμό ή την προσθήκη μιας συγκεκριμένης τρίτης χώρας.
Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή το ταχύτερο δυνατόν κάθε νόμο ή κανονισμό για το χαρακτηρισμό ασφαλών τρίτων χωρών που θεσπίζουν μετά την έκδοση της παρούσας οδηγίας, καθώς και κάθε επόμενη τροποποίησή του.
Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή το ταχύτερο δυνατόν κάθε νόμο ή κανονισμό για το χαρακτηρισμό ασφαλών τρίτων χωρών που θεσπίζουν μετά την έκδοση της παρούσας οδηγίας, καθώς και κάθε επόμενη αιτιολογημένη τροποποίησή του.
Τροπολογία 59
Αρθρο 22, σημείο β)
   β) υπάρχουν λόγοι να θεωρηθεί ότι ο συγκεκριμένος αυτός αιτών θα γίνει εκ νέου δεκτός στο έδαφός της, και
   β) η τρίτη χώρα έχει δώσει τη ρητή συγκατάθεσή της να δεχθεί την εκ νέου είσοδο του αιτούντος στο έδαφός της και παρέχει πρόσβαση στη διαδικασία εξέτασής του επί της ουσίας , και
Τροπολογία 60
Αρθρο 22, σημείο γ)
   γ) δεν υπάρχουν λόγοι να θεωρηθεί ότι η χώρα αυτή δεν αποτελεί ασφαλή τρίτη χώρα υπό τις ειδικές περιστάσεις του αιτούντος.
   γ) υπάρχουν επαρκείς λόγοι να θεωρηθεί ότι η χώρα αυτή αποτελεί ασφαλή τρίτη χώρα υπό τις ειδικές περιστάσεις του αιτούντος.
Τροπολογία 61
Αρθρο 23, παράγραφος 1
   1. Σε περίπτωση προσωπικής συνέντευξης με τον αιτούντα σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης για άσυλο εν όψει του άρθρου 18, στοιχεία (β) ή (γ) , τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές να προβούν στην προσωπική αυτή συνέντευξη εντός σαράντα εργάσιμων ημερών από την υποβολή της αίτησης του ενδιαφερομένου.
   1. Εάν δεν εφαρμοστεί το άρθρο 8, παράγραφος 5 , τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές να προβούν στην προσωπική αυτή συνέντευξη εντός σαράντα εργάσιμων ημερών από την υποβολή της αίτησης του ενδιαφερομένου.
Τροπολογία 62
Αρθρο 23, παράγραφος 3
   3. Αν δεν πραγματοποιηθεί προσωπική συνέντευξη με τον αιτούντα, η προθεσμία για τη λήψη απόφασης είναι εξήντα πέντε εργάσιμες ημέρες .
   3. Αν δεν πραγματοποιηθεί προσωπική συνέντευξη με τον αιτούντα, η προθεσμία για τη λήψη απόφασης είναι τρεις μήνες .
Τροπολογία 63
Αρθρο 23, παράγραφος 5
   5. Κατά την εφαρμογή μιας απόφασης που βασίζεται στο άρθρο 22, τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγήσουν στον αιτούντα έγγραφο στη γλώσσα της τρίτης χώρας, με το οποίο ενημερώνονται οι αρχές της χώρας αυτής ότι η αίτηση δεν έχει εξεταστεί επί της ουσίας.
   5. Κατά την εφαρμογή μιας απόφασης που βασίζεται στο άρθρο 22, τα κράτη μέλη οφείλουν να χορηγήσουν στον αιτούντα έγγραφο στη γλώσσα της τρίτης χώρας, με το οποίο ενημερώνονται οι αρχές της χώρας αυτής ότι η αίτηση δεν έχει εξεταστεί επί της ουσίας.
Τροπολογία 64
Αρθρο 24, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο
   3. Η προθεσμία της παραγράφου 1 μπορεί να παρατείνεται για έξι μήνες, εάν υπάρχει εύλογη αιτία. Εύλογη αιτία θεωρείται, μεταξύ άλλων, εάν η αποφαινόμενη αρχή αναμένει διευκρίνιση από το όργανο επανεξέτασης ή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο σχετικά με ένα ζήτημα που θα μπορούσε να επηρεάσει τη φύση της απόφασης επί της αίτησης.
   3. Η προθεσμία της παραγράφου 1 μπορεί να παρατείνεται ανάλογα με τα όσα ορίζει το εθνικό δίκαιο του κάθε κράτους μέλους.
Τροπολογία 65
Αρθρο 24, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο
   4. Εάν η προθεσμία παραταθεί σύμφωνα με την παράγραφο 3, η αποφαινόμενη αρχή πρέπει να επιδώσει στον αιτούντα γραπτή ειδοποίηση. Η παράταση της προθεσμίας δεν ισχύει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν δεν επιδοθεί ειδοποίηση στον αιτούντα.
   4. Εάν η προθεσμία παραταθεί σύμφωνα με την παράγραφο 3, η αποφαινόμενη αρχή πρέπει να επιδώσει στον αιτούντα γραπτή ειδοποίηση σε γλώσσα κατανοητή από αυτόν. Η παράταση της προθεσμίας δεν ισχύει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν δεν επιδοθεί ειδοποίηση στον αιτούντα.
Τροπολογία 66
Αρθρο 25, παράγραφος 2
   2. Ο αιτών άσυλο θεωρείται ότι έχει εκθέσει επαρκώς τα πραγματικά στοιχεία που σχετίζονται με την περίπτωσή του, εάν έχει υποβάλει στοιχεία σχετικά με την ηλικία του, το ιστορικό του, την ταυτότητα, την εθνικότητα, τις ταξιδιωτικές του διαδρομές, δελτίο ταυτότητας και ταξιδιωτικά έγγραφα, και έχει αναφέρει τους λόγους για τους οποίους έχει ανάγκη προστασίας, ούτως ώστε να βοηθήσει τις αρμόδιες αρχές να προσδιορίσουν τα στοιχεία επί των οποίων βασίζεται η αίτησή του για άσυλο.
   2. Ο αιτών άσυλο θεωρείται κατ" αρχήν ότι έχει εκθέσει επαρκώς τα πραγματικά στοιχεία που σχετίζονται με την περίπτωσή του, εάν έχει υποβάλει στοιχεία σχετικά με την ηλικία του, το ιστορικό του, την ταυτότητα, την εθνικότητα, τις ταξιδιωτικές του διαδρομές, δελτίο ταυτότητας και ταξιδιωτικά έγγραφα, και έχει αναφέρει τους λόγους για τους οποίους έχει ανάγκη προστασίας, ούτως ώστε να βοηθήσει τις αρμόδιες αρχές να προσδιορίσουν τα στοιχεία επί των οποίων βασίζεται η αίτησή του για άσυλο.
Τροπολογία 67
Αρθρο 25, παράγραφος 3
   3. Αφού ο αιτών προσπαθήσει να θεμελιώσει τις δηλώσεις του σχετικά με τα πραγματικά στοιχεία με κάθε διαθέσιμο αποδεικτικό μέσο και αφού δώσει ικανοποιητική εξήγηση για την ενδεχόμενη έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων, η αποφαινόμενη αρχή πρέπει να αξιολογήσει την αξιοπιστία του αιτούντος και να εκτιμήσει τις αποδείξεις.
   3. Αφού ο αιτών προσπαθήσει να θεμελιώσει τις δηλώσεις του σχετικά με τα πραγματικά στοιχεία με κάθε διαθέσιμο αποδεικτικό μέσο και αφού δώσει εξήγηση για την ενδεχόμενη έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων, η αποφαινόμενη αρχή πρέπει να αξιολογήσει την αξιοπιστία του αιτούντος και να εκτιμήσει τις αποδείξεις.
Τροπολογία 68
Αρθρο 26, παράγραφος 1
Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η αποφαινόμενη αρχή να αρχίσει την εξέταση για την ανάκληση ή ακύρωση του καθεστώτος συγκεκριμένου προσώπου ως πρόσφυγα αμέσως μόλις προκύψουν ενδείξεις ότι υπάρχουν λόγοι να επανεξεταστεί η νομιμότητα του καθεστώτος του ως πρόσφυγα.
Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η αποφαινόμενη αρχή να αρχίσει την εξέταση για παύση ή ακύρωση του καθεστώτος συγκεκριμένου προσώπου ως πρόσφυγα ή για ανάκληση του ασύλου αμέσως μόλις προκύψουν ενδείξεις ότι υπάρχουν αντικειμενικοί και βάσιμοι λόγοι να επανεξεταστεί η νομιμότητα του καθεστώτος του ως πρόσφυγα.
Τροπολογία 69
Αρθρο 26, παράγραφος 2
   2. Κάθε ακύρωση ή ανάκληση του καθεστώτος του πρόσφυγα εξετάζεται με την τακτική διαδικασία σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας.
   2. Κάθε ακύρωση ή παύση του καθεστώτος του πρόσφυγα, ή ανάκληση του ασύλου, εξετάζεται με την τακτική διαδικασία σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας.
Τροπολογία 70
Αρθρο 26, παράγραφος 3
   3. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν παρεκκλίσεις από τα άρθρα 7 και 8, εφόσον είναι αδύνατο για την αποφαινόμενη αρχή να συμμορφωθεί με τις διατάξεις για λόγους που συνδέονται ειδικότερα με το σκεπτικό της ανάκλησης ή της ακύρωσης της ιδιότητας του πρόσφυγα.
   3. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν παρεκκλίσεις από τα άρθρα 7 και 8, εφόσον ο πρόσφυγας επανεγκαταστάθηκε οικειοθελώς στη χώρα όπου υπήρχε φόβος διώξεων και επομένως αποδεικνύεται αδύνατη η συμμόρφωση προς τα όσα ορίζουν τα άρθρα αυτά.
Τροπολογία 72
Αρθρο 28, παράγραφος 1, σημείο γ)
   γ) ένα πρόσωπο έχει υποβάλει αίτηση για άσυλο στο τελευταίο στάδιο της διαδικασίας απέλασής του, ενώ θα μπορούσε να την έχει υποβάλει νωρίτερα·
Διαγράφεται
Τροπολογία 73
Αρθρο 28, παράγραφος 1, σημείο στ)
   στ) ο αιτών έχει υποβάλει νέα αίτηση στην οποία δεν επικαλείται κανένα νέο κρίσιμο πραγματικό στοιχείο σχετικά με την προσωπική κατάστασή του ή την κατάσταση στη χώρα καταγωγής του.
   στ) ο αιτών έχει υποβάλει νέα αίτηση στην οποία δεν επικαλείται κανένα νέο κρίσιμο πραγματικό στοιχείο σχετικά με την προσωπική κατάστασή του ή την κατάσταση στη χώρα καταγωγής του, εκτός και εάν η περιορισμένη νομική εκπροσώπηση του αιτούντος δεν επέτρεψε την υποβολή αποδεικτικών στοιχείων σχετιζόμενων με αυτόν στη διάρκεια της διαδικασίας εξέτασης της αρχικής αίτησης.
Τροπολογία 74
Αρθρο 28, παράγραφος 1, σημείο στ α) (νέο)
   στα) βασικά στοιχεία της αίτησης δεν τεκμηριώνονται, είναι αντιφατικά, είναι προφανές ότι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή βασίζονται σε ψευδή ή παραποιημένα αποδεικτικά στοιχεία.
Τροπολογία 75
Αρθρο 28, παράγραφος 1α (νέα)
1α. Εάν ο αιτών υποβάλει πρόσθετες πληροφορίες σχετικές με την αίτηση ή διευκρινίσει πληροφορίες που παρέσχε προηγουμένως στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους, αρκετές για να θεωρηθεί ότι το άρθρο 28, παράγραφος 1, δεν έχει εφαρμογή, τότε η αίτηση διεκπεραιώνεται δια της τακτικής διαδικασίας.
Τροπολογία 76
Αρθρο 28, παράγραφος 2α (νέα)
2α. Tο παρόν άρθρο δεν θίγει την εξέταση αιτήσεων που έχουν υποβληθεί δυνάμει του άρθρου 3 της ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα ή άλλων κειμένων περί παροχής προστασίας ευρισκομένων εκτός του πεδίου της Σύμβασης της Γενεύης.
Τροπολογία 145
Αρθρο 29, παράγραφος 1
   1. Σε περίπτωση προσωπικής συνέντευξης με τον αιτούντα σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης για άσυλο , τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές να προβούν στην προσωπική αυτή συνέντευξη εντός σαράντα εργάσιμων ημερών από την υποβολή της αίτησης του ενδιαφερομένου.
   1. Εάν δεν εφαρμοστεί το άρθρο 8, παράγραφος 5 , τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές να προβούν στην προσωπική συνέντευξη επί της αιτήσεως για άσυλο εντός σαράντα εργάσιμων ημερών από την υποβολή της αίτησης του ενδιαφερομένου.
Τροπολογία 77
Αρθρο 29, παράγραφος 3
   3. Αν δεν γίνει προσωπική συνέντευξη με τον αιτούντα, η προθεσμία για τη λήψη απόφασης είναι εξήντα πέντε εργάσιμες ημέρες .
   3. Αν δεν γίνει προσωπική συνέντευξη με τον αιτούντα, η προθεσμία για τη λήψη απόφασης είναι ένας μήνας.
Τροπολογίες 78 και 127
Αρθρο 30, παράγραφος 1
   1. Τα κράτη μέλη μπορούν να θεωρήσουν μια χώρα ως ασφαλή χώρα καταγωγής στο πλαίσιο της εξέτασης αιτήσεων για άσυλο, μόνο σύμφωνα με τις αρχές του παραρτήματος ΙΙ.
   1. Τα κράτη μέλη μπορούν να θεωρήσουν μια χώρα ως ασφαλή χώρα καταγωγής στο πλαίσιο της εξέτασης αιτήσεων για άσυλο, βάσει των αρχών του παραρτήματος ΙΙ.
Τροπολογία 79
Αρθρο 30, παράγραφος 3
   3. Τα κράτη μέλη τα οποία κατά το χρόνο έναρξης ισχύος της οδηγίας έχουν σε ισχύ νόμους ή κανονισμούς που προσδιορίζουν ορισμένες χώρες ως ασφαλείς χώρες καταγωγής και επιθυμούν να τους διατηρήσουν σε ισχύ, τους κοινοποιούν στην Επιτροπή εντός έξι μηνών από την έκδοση της παρούσας οδηγίας και κοινοποιούν το συντομότερο δυνατό κάθε σχετική τροποποίηση.
   3. Τα κράτη μέλη τα οποία κατά το χρόνο έναρξης ισχύος της οδηγίας έχουν σε ισχύ νόμους ή κανονισμούς που προσδιορίζουν ορισμένες χώρες ως ασφαλείς χώρες καταγωγής και επιθυμούν να τους διατηρήσουν σε ισχύ, τους κοινοποιούν στην Επιτροπή εντός έξι μηνών από την έκδοση της παρούσας οδηγίας και κοινοποιούν το συντομότερο δυνατό κάθε σχετική και αιτιολογημένη τροποποίηση.
Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή το ταχύτερο δυνατόν κάθε νόμο ή κανονισμό για το χαρακτηρισμό ασφαλών τρίτων χωρών που θεσπίζουν μετά την έκδοση της παρούσας οδηγίας, καθώς και κάθε επόμενη τροποποίησή του.
Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή το ταχύτερο δυνατόν κάθε νόμο ή κανονισμό για το χαρακτηρισμό ασφαλών τρίτων χωρών που θεσπίζουν μετά την έκδοση της παρούσας οδηγίας, καθώς και κάθε επόμενη αιτιολογημένη τροποποίησή του.
Τροπολογία 80
Αρθρο 31α (νέο)
Αρθρο 31α
Βάσει των άρθρων 21, 22, 30 και 31 και σε συνδυασμό με το άρθρο 6 της παρούσας οδηγίας, ο μη προσδιορισμός ενός κράτους ως ασφαλούς τρίτης χώρας δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο ασφαλείας.
Τροπολογία 81
Κεφάλαιο V, τίτλος
Διαδικασίες προσφυγής
Διαδικασίες προσφυγής και άλλα ένδικα μέσα
Τροπολογία 82
Αρθρο 32, παράγραφος 1
Οι αιτούντες άσυλο έχουν το δικαίωμα προσφυγής κατά των αποφάσεων που λαμβάνονται σχετικά με το παραδεκτό ή επί της ουσίας της αίτησής τους για άσυλο.
Οι αιτούντες άσυλο έχουν το δικαίωμα προσφυγής ή άλλων ένδικων μέσων κατά των αποφάσεων που λαμβάνονται σχετικά με το παραδεκτό ή επί της ουσίας της αίτησής τους για άσυλο.
Τροπολογία 83
Αρθρο 32, παράγραφος 2α (νέα)
2α. Tο παρόν άρθρο δεν θίγει την εξέταση αιτήσεων υποβαλλομένων βάσει του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα ή βάσει άλλων κειμένων που αφορούν την παροχή προστασίας.
Τροπολογία 84
Αρθρο 33, παράγραφος 1
   1. Η προσφυγή έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Ο αιτών μπορεί να παραμείνει στο έδαφος ή στα σύνορα του οικείου κράτους μέλους μέχρις ότου εκδοθεί η απόφαση του οργάνου επανεξέτασης.
   1. Η προσφυγή και τα άλλα ένδικα μέσα έχουν κατ" αρχήν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Ο αιτών μπορεί να παραμείνει στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους μέχρις ότου εκδοθεί η απόφαση του οργάνου επανεξέτασης.
Τροπολογία 85
Αρθρο 33, παράγραφος 2, σημεία α) και β)
   α) σε περιπτώσεις όπου σύμφωνα με τα άρθρα 21 και 22, μια χώρα που δεν είναι κράτος μέλος θεωρείται ασφαλής τρίτη χώρα για τον αιτούντα·
Διαγράφεται
   β) σε περιπτώσεις που έχουν απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμες σύμφωνα με το άρθρο 28·
Διαγράφεται
Τροπολογία 86
Αρθρο 33, παράγραφος 2, σημείο γα) (νέο)
   γα) σε περιπτώσεις που, σύμφωνα με τα άρθρα 30 και 31, ένα κράτος εκτός των κρατών μελών θεωρείται ως ασφαλής χώρα καταγωγής για τον αιτούντα άσυλο.
Tροπολογία 87
Αρθρο 33, παράγραφος 3
   3. Εάν δεν γίνεται δεκτό το ανασταλτικό αποτέλεσμα της προσφυγής, ο αιτών έχει δικαίωμα να ζητήσει από την αρμόδια αρχή άδεια να παραμείνει στο έδαφος ή στα σύνορα του οικείου κράτους μέλους κατά τη διάρκεια της περαιτέρω προσφυγής. Δεν μπορεί να γίνει καμία απέλαση μέχρις ότου η αρμόδια αρχή λάβει απόφαση επί του αιτήματος αυτού, εκτός από τις περιπτώσεις όπου, σύμφωνα με τα άρθρα 21 και 22, μια χώρα που δεν είναι κράτος μέλος θεωρείται ασφαλής τρίτη χώρα για τον αιτούντα.
   3. Εάν δεν γίνεται δεκτό το ανασταλτικό αποτέλεσμα της προσφυγής ή άλλου ένδικου μέσου , ο αιτών έχει δικαίωμα να ζητήσει από την αρμόδια αρχή ή δικαστική αρχή άδεια να παραμείνει στο έδαφος ή στα σύνορα του οικείου κράτους μέλους κατά τη διάρκεια της περαιτέρω προσφυγής. Δεν μπορεί να γίνει καμία απέλαση μέχρις ότου η αρμόδια αρχή ή δικαστική αρχή λάβει απόφαση επί του αιτήματος αυτού.
Τροπολογία 88
Αρθρο 33, παράγραφος 4
   4. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η αρμόδια αρχή να εξετάσει το αίτημα το ταχύτερο δυνατό.
   4. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η αρμόδια αρχή ή δικαστική αρχή να εξετάσει το αίτημα το ταχύτερο δυνατό.
Τροπολογία 89
Αρθρο 34, παράγραφος 1
   1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν με νόμο ή κανονισμό εύλογες προθεσμίες για την γνωστοποίηση της προθέσεως για άσκηση προσφυγής και για την κατάθεση των λόγων της προσφυγής. Η προθεσμία για την κατάθεση των λόγων της προσφυγής στις συνήθεις υποθέσεις δεν είναι σε καμία περίπτωση μικρότερη των είκοσι εργάσιμων ημερών.
   1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν με νόμο ή κανονισμό εύλογες προθεσμίες για την γνωστοποίηση της προθέσεως για άσκηση προσφυγής και για την κατάθεση των λόγων της προσφυγής ή των άλλων ένδικων μέσων . Η προθεσμία για την κατάθεση των λόγων της προσφυγής ή των άλλων ένδικων μέσων στις συνήθεις υποθέσεις είναι ένας μήνας.
Τροπολογία 90
Αρθρο 34, παράγραφος 2
   2. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν όλους τους άλλους αναγκαίους κανόνες για την κατάθεση προσφυγής, περιλαμβανομένων των κανόνων για την παράταση της προθεσμίας έκθεσης των λόγων της προσφυγής για εύλογη αιτία.
   2. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν όλους τους άλλους αναγκαίους κανόνες για την κατάθεση προσφυγής ή την άσκηση έφεσης , περιλαμβανομένων των κανόνων για την παράταση της προθεσμίας έκθεσης των λόγων της προσφυγής για εύλογη αιτία.
Τροπολογία 91
Αρθρο 34, παράγραφος 5
   5. Για τους σκοπούς μιας ταχείας διαδικασίας νόμιμης εισόδου στο έδαφος σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι το όργανο επανεξέτασης λαμβάνει απόφαση επί της προσφυγής εντός επτά εργάσιμων ημερών .
   5. Για τους σκοπούς μιας ταχείας διαδικασίας νόμιμης εισόδου στο έδαφος σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι το όργανο επανεξέτασης λαμβάνει απόφαση επί της προσφυγής εντός δύο εβδομάδων.
Τροπολογία 92
Αρθρο 35, παράγραφος 1
   1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, σε περίπτωση απαράδεκτης ή προδήλως αβάσιμης αιτήσεως, το όργανο επανεξέτασης να λαμβάνει απόφαση εντός εξήντα πέντε εργάσιμων ημερών από την υποβολή της προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 34, παράγραφος 1.
   1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, σε περίπτωση απαράδεκτης ή προδήλως αβάσιμης αιτήσεως, το όργανο επανεξέτασης να λαμβάνει απόφαση εντός τριών μηνών από την υποβολή της προσφυγής ή της έφεσης σύμφωνα με το άρθρο 34, παράγραφος 1.
Τροπολογία 93
Αρθρο 35, παράγραφος 3
   3. Οι προθεσμίες των παραγράφων 1 ή 2 μπορούν να παραταθούν, εάν υπάρχει εύλογη αιτία. Εύλογη αιτία θεωρείται, μεταξύ άλλων, εάν το όργανο επανεξέτασης αναμένει διευκρινίσεις από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επί νομικού ζητήματος που μπορεί να επηρεάσουν τη φύση της απόφασής του.
   3. Οι προθεσμίες των παραγράφων 1 ή 2 μπορούν να παραταθούν κατά τρεις μήνες , εάν υπάρχει εύλογη αιτία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση που αναμένεται η απόφαση του Εφετείου, η οποία είναι σημαντική για την απόφαση σχετικά με την αίτηση ασύλου, το όργανο επανεξέτασης μπορεί, σε συνεννόηση με τον αιτούντα, να παρατείνει την προθεσμία κατά επιπλέον έξι μήνες.
Εάν μια προθεσμία παραταθεί, το όργανο επανεξέτασης πρέπει να κοινοποιήσει γραπτή ειδοποίηση στον αιτούντα. Η παράταση της προθεσμίας σε συγκεκριμένη υπόθεση δεν ισχύει εάν δεν έχει κοινοποιηθεί σχετική ειδοποίηση στον αιτούντα.
Εάν μια προθεσμία παραταθεί, το όργανο επανεξέτασης πρέπει να κοινοποιήσει γραπτή ειδοποίηση στον αιτούντα σε γλώσσα που του είναι κατανοητή. Η παράταση της προθεσμίας σε συγκεκριμένη υπόθεση δεν ισχύει εάν δεν έχει κοινοποιηθεί σχετική ειδοποίηση στον αιτούντα.
Τροπολογία 94
Αρθρο 36
Αρθρο 36
Διαγράφεται
   1. Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίσουν μια διαδικασία αυτόματης επανεξέτασης από το όργανο επανεξέτασης των αποφάσεων με τις οποίες οι αποφαινόμενες αρχές διαπιστώνουν ότι μια υπόθεση είναι απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη.
   2. Εάν ένα κράτος μέλος επιλέγει να θεσπίσει τέτοια διαδικασία, προβλέπει εύλογες προθεσμίες για την υποβολή γραπτών παρατηρήσεων από τον αιτούντα.
   3. Στις διαδικασίες αυτόματης επανεξέτασης εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 32, παράγραφος 2, του άρθρου 33 και του άρθρου 34, παράγραφοι 3 έως 5.
Τροπολογία 95
Αρθρο 37, σημείο δ)
   δ) υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι ο αιτών αποτελεί κίνδυνο για την ασφάλεια του κράτους μέλος στο οποίο βρίσκεται·
   δ) υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι ο αιτών αποτελεί κίνδυνο για την ασφάλεια και/ή τη δημόσια τάξη του κράτους μέλος στο οποίο βρίσκεται·
Τροπολογία 96
Αρθρο 38, παράγραφος 3
   3. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι σε απαράδεκτες και προδήλως αβάσιμες αιτήσεις, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει κατά πόσον θα δοθεί άδεια άσκησης προσφυγής και, στις περιπτώσεις που χορηγείται άδεια για άσκηση προσφυγής, να εξετάζει τις αποφάσεις με συνοπτική ή ταχεία διαδικασία.
Διαγράφεται
Τροπολογία 97
Αρθρο 38, παράγραφος 4
   4. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, στις περιπτώσεις που το όργανο επανεξέτασης δεν έχει λάβει απόφαση εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 35, παράγραφοι 1 και 2, ο αιτών ή και οι αποφαινόμενες αρχές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την έκδοση απόφασης με την οποία τάσσεται προθεσμία για τη λήψη απόφασης από το όργανο επανεξέτασης. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εκδίδει απόφαση το ταχύτερο δυνατόν.
   4. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, στις περιπτώσεις που το όργανο επανεξέτασης δεν έχει λάβει απόφαση εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 35, παράγραφοι 1 και 2, ο αιτών ή και οι αποφαινόμενες αρχές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν από τη δικαστική αρχή την έκδοση απόφασης με την οποία τάσσεται προθεσμία για τη λήψη απόφασης από το όργανο επανεξέτασης. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η δικαστική αρχή εκδίδει απόφαση το ταχύτερο δυνατόν.
Τροπολογία 99
Αρθρο 39, παράγραφος 2
   2. Σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες δεν γίνεται δεκτό το ανασταλτικό αποτέλεσμα, ο αιτών άσυλο έχει δικαίωμα να ζητήσει από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο άδεια παραμονής στο έδαφος ή στα σύνορα του κράτους μέλους στη διάρκεια της περαιτέρω προσφυγής. Καμία απέλαση δεν μπορεί να γίνει μέχρις ότου εκδοθεί η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί του αιτήματος αυτού.
   2. Σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες δεν γίνεται δεκτό το ανασταλτικό αποτέλεσμα, ο αιτών άσυλο έχει δικαίωμα να ζητήσει από τη δικαστική αρχή ή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο άδεια παραμονής στο έδαφος του κράτους μέλους στη διάρκεια της περαιτέρω προσφυγής. Καμία απέλαση δεν μπορεί να γίνει μέχρις ότου εκδοθεί η απόφαση της δικαστικής αρχής ή του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί του αιτήματος αυτού.
Τροπολογία 135
Αρθρο 39, παράγραφος 3
   3. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εκδίδει απόφαση στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 το συντομότερο δυνατό .
   3. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι το πρωτοβάθμιο ή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο οφείλουν να αποφασίσουν σχετικά με την αίτηση στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 εντός ορισμένης προθεσμίας .
Τροπολογία 136
Αρθρο 39, παράγραφος 4
   4. Στο πλαίσιο μιας ταχείας διαδικασίας για τη νόμιμη είσοδο στο έδαφος σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη μπορούν να ζητήσουν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να αποφανθεί επί του αιτήματος σύμφωνα με την παράγραφο 2 εντός επτά εργάσιμων ημερών .
   4. Στο πλαίσιο μιας ταχείας διαδικασίας για τη νόμιμη είσοδο στο έδαφος σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη μπορούν να ζητήσουν από το πρωτοβάθμιο ή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να αποφανθεί επί του αιτήματος σύμφωνα με την παράγραφο 2 εντός δύο εβδομάδων .
Τροπολογία 101
Αρθρο 43, παράγραφος 2
   2. Μετά την υποβολή της έκθεσης, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας στα κράτη μέλη τουλάχιστον ανά πενταετία.
   2. Μετά την υποβολή της έκθεσης, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας στα κράτη μέλη δύο έτη αργότερα.
Τροπολογία 102
Παράρτημα I, Τμήμα I, σημεία Α και Β
   Α. τηρεί γενικώς τους κανόνες του διεθνούς δικαίου για την προστασία των προσφύγων·
   Α. τηρεί με συνέπεια τους κανόνες του διεθνούς δικαίου για την προστασία των προσφύγων·
   Β. τηρεί γενικώς τους βασικούς κανόνες του διεθνούς δικαίου για τα δικαιώματα του ανθρώπου, από τους οποίους δεν γίνεται καμία παρέκκλιση σε καιρό πολέμου ή άλλου δημόσιου κινδύνου που απειλεί τη ζωή του έθνους.
   Β. τηρεί με συνέπεια τους βασικούς κανόνες του διεθνούς δικαίου για τα δικαιώματα του ανθρώπου, από τους οποίους δεν γίνεται καμία παρέκκλιση σε καιρό πολέμου ή άλλου δημόσιου κινδύνου που απειλεί τη ζωή του έθνους.
Τροπολογία 104
Παράρτημα Ι, Τμήμα Ι, σημείο A, παράγραφος 1, παύλα 1α (νέα)
   - Η συμπλήρωση αίτησης ασύλου δεν προϋποθέτει καμία προηγούμενη διατύπωση και στους αιτούντες παρέχεται πραγματική δυνατότητα να καταθέσουν αίτηση ασύλου.
Τροπολογία 105
Παράρτημα I, Τμήμα Ι, σημείο A, παράγραφος 1, τρίτη παύλα
   - Οι αιτούντες άσυλο επιτρέπεται να παραμένουν στα σύνορα ή στο έδαφος της χώρας για όσο χρονικό διάστημα δεν έχει ληφθεί απόφαση επί της αιτήσεως ασύλου που υπέβαλαν.
   - Οι αιτούντες άσυλο επιτρέπεται να παραμένουν στο έδαφος της χώρας για όσο χρονικό διάστημα δεν έχει ληφθεί απόφαση επί της αιτήσεως ασύλου που υπέβαλαν.
Τροπολογία 106
Παράρτημα I, Τμήμα Ι, σημείο Α, παράγραφος 1, πέμπτη παύλα
   - Στους αιτούντες άσυλο παρέχεται η δυνατότητα επικοινωνίας με την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες ή άλλες οργανώσεις που εργάζονται εξ ονόματός της.
   - Στους αιτούντες άσυλο παρέχεται η δυνατότητα επικοινωνίας με την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες ή άλλες μη κυβερνητικές οργανώσεις που εργάζονται εξ ονόματός της.
Τροπολογία 107
Παράρτημα I, Τμήμα Ι, σημείο Α, παράγραφος 1, έβδομη παύλα
   - Η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες ή άλλοι οργανισμοί που εργάζονται εξ ονόματός της έχουν κατά κανόνα πρόσβαση στους αιτούντες άσυλο και στις αρχές για να ζητήσουν πληροφορίες σχετικά με τις ατομικές αιτήσεις, την πορεία της διαδικασίας και τις αποφάσεις που λαμβάνονται και, κατά την άσκηση των εποπτικών τους αρμοδιοτήτων βάσει του άρθρου 35 της σύμβασης της Γενεύης, μπορούν να προβούν σε παραστάσεις ενώπιον των αρχών αυτών σχετικά με τις ατομικές αιτήσεις για άσυλο.
   - Η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες ή άλλοι μη κυβερνητικοί οργανισμοί συμπεριλαμβανομένων εκείνων που εργάζονται εξ ονόματός της έχουν κατά κανόνα πρόσβαση στους αιτούντες άσυλο και στις αρχές για να ζητήσουν πληροφορίες σχετικά με τις ατομικές αιτήσεις, την πορεία της διαδικασίας και τις αποφάσεις που λαμβάνονται και, κατά την άσκηση των εποπτικών τους αρμοδιοτήτων βάσει του άρθρου 35 της σύμβασης της Γενεύης, μπορούν να προβούν σε παραστάσεις ενώπιον των αρχών αυτών σχετικά με τις ατομικές αιτήσεις για άσυλο.
Τροπολογία 108
Παράρτημα I, Τμήμα Ι, σημείο Α, παράγραφος 2, τρίτη παύλα
   - Γενικώς τηρεί στην πράξη τους κανόνες της σύμβασης της Γενεύης σχετικά με τα δικαιώματα των προσώπων που χρειάζονται διεθνή προστασία κατά την έννοια της σύμβασης και έχει θεσπίσει όσον αφορά τα πρόσωπα που επιθυμούν να προστατευτούν κατ" αυτό τον τρόπο διαδικασία η οποία είναι σύμφωνη με τις προαναφερθείσες αρχές· ή
   - Τηρεί με συνέπεια στην πράξη τους κανόνες της σύμβασης της Γενεύης σχετικά με τα δικαιώματα των προσώπων που χρειάζονται διεθνή προστασία κατά την έννοια της σύμβασης και έχει θεσπίσει όσον αφορά τα πρόσωπα που επιθυμούν να προστατευτούν κατ" αυτό τον τρόπο διαδικασία η οποία είναι σύμφωνη με τις προαναφερθείσες αρχές· ή
Τροπολογία 109
Παράρτημα I, Τμήμα Ι, σημείο Α, παράγραφος 2, τέταρτη παύλα
   - συμμορφώνεται κατά οιονδήποτε άλλον τρόπο με την ανάγκη διεθνούς προστασίας των προσώπων αυτών, είτε συνεργαζόμενη με το γραφείο της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες ή άλλων οργανισμών που εργάζονται εξ ονόματός της είτε με άλλα μέσα που θεωρούνται κατά κανόνα κατάλληλα για το σκοπό αυτό, από το γραφείο της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες.
Διαγράφεται
Τροπολογία 110
Παράρτημα I, Τμήμα Ι, σημείο Β, παράγραφος 1
   1. Κάθε χώρα που έχει επικυρώσει είτε την ευρωπαϊκή σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών του 1950 (στο εξής αναφερόμενη ως "ευρωπαϊκή σύμβαση") είτε τόσο το διεθνές σύμφωνο για τα αστικά και πολιτικά δικαιώματα του 1966 (στο εξής αναφερόμενο ως "διεθνές σύμφωνο") και τη σύμβαση κατά των βασανισμών και άλλης σκληρής, απάνθρωπης και ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας (στο εξής αναφερόμενη ως "σύμβαση κατά των βασανισμών"), και γενικώς τηρεί τους κανόνες που θεσπίζονται σ" αυτές σχετικά με το δικαίωμα στη ζωή, την απαγόρευση των βασανισμών και της σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης, την απαγόρευση της δουλείας ή ειλωτείας, την απαγόρευση της αναδρομικής ισχύος των ποινικών νόμων, το δικαίωμα αναγνώρισης τινός ως προσώπου ενώπιον του νόμου, την απαγόρευση της φυλάκισης για το λόγο και μόνο της αδυναμίας εκπλήρωσης συμβατικής υποχρέωσης και την ελευθερία σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας.
   1. Κάθε χώρα που έχει επικυρώσει είτε την ευρωπαϊκή σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών του 1950 (στο εξής αναφερόμενη ως "ευρωπαϊκή σύμβαση") είτε τόσο το διεθνές σύμφωνο για τα αστικά και πολιτικά δικαιώματα του 1966 (στο εξής αναφερόμενο ως "διεθνές σύμφωνο") και τη σύμβαση κατά των βασανισμών και άλλης σκληρής, απάνθρωπης και ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας (στο εξής αναφερόμενη ως "σύμβαση κατά των βασανισμών"), και τηρεί με συνέπεια τους κανόνες που θεσπίζονται σ" αυτές σχετικά με το δικαίωμα στη ζωή, την απαγόρευση των βασανισμών και της σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης, την απαγόρευση της δουλείας ή ειλωτείας, την απαγόρευση της αναδρομικής ισχύος των ποινικών νόμων, το δικαίωμα αναγνώρισης τινός ως προσώπου ενώπιον του νόμου, την απαγόρευση της φυλάκισης για το λόγο και μόνο της αδυναμίας εκπλήρωσης συμβατικής υποχρέωσης και την ελευθερία σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας.
Τροπολογία 111
Παράρτημα II, Τμήμα Ι, εισαγωγή και σημείο Α
Μία χώρα θεωρείται ως ασφαλής χώρα καταγωγής, εάν τηρεί γενικώς τους βασικούς κανόνες της διεθνούς νομοθεσίας για τα δικαιώματα του ανθρώπου, από τους οποίους δεν μπορεί να γίνεται παρέκκλιση σε περίπτωση πολέμου ή άλλου δημόσιου κινδύνου που απειλεί τη ζωή του έθνους, και το οποίο:
Μία χώρα θεωρείται ως ασφαλής χώρα καταγωγής, εάν τηρεί με συνέπεια τους βασικούς κανόνες της διεθνούς νομοθεσίας για τα δικαιώματα του ανθρώπου, από τους οποίους δεν μπορεί να γίνεται παρέκκλιση σε περίπτωση πολέμου ή άλλου δημόσιου κινδύνου που απειλεί τη ζωή του έθνους, και το οποίο:
   Α. έχει δημοκρατικούς θεσμούς και σέβεται κατά κανόνα τα ακόλουθα δικαιώματα: το δικαίωμα στην ελευθερία σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας, το δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης, το δικαίωμα στην ελευθερία του συνέρχεσθαι ειρηνικώς και στην ελευθερία συνεταιρισμού, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ιδρύσεως με άλλους συνδικάτων και προσχωρήσεως σ" αυτά και το δικαίωμα να συμμετοχής στην κυβέρνηση άμεσα ή μέσω ελεύθερα εκλεγόμενων αντιπροσώπων·
   Α. έχει δημοκρατικές δομές και σέβεται με συνέπεια τα ακόλουθα δικαιώματα: το δικαίωμα στην ελευθερία σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας, το δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης, το δικαίωμα στην ελευθερία του συνέρχεσθαι ειρηνικώς και στην ελευθερία συνεταιρισμού, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ιδρύσεως με άλλους συνδικάτων και προσχωρήσεως σ" αυτά και το δικαίωμα να συμμετοχής στην κυβέρνηση άμεσα ή μέσω ελεύθερα εκλεγόμενων αντιπροσώπων·
Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου που αφορά τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα (COM(2000) 578 - C5-0705/2000 - 2000/0238(CNS) )
A5-0291/2001

(Διαδικασία διαβούλευσης)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

-   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο (COM(2000) 578 )(2) ,

-   έχοντας κληθεί από το Συμβούλιο να γνωμοδοτήσει σύμφωνα με το άρθρο 67 και το άρθρο 63, της Συνθήκης ΕΚ (C5-0705/2000 ),

-   έχοντας υπόψη το άρθρο 67 του Κανονισμού του,

-   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Ελευθεριών και Δικαιωμάτων των Πολιτών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων, Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Κοινής Ασφάλειας και Αμυντικής Πολιτικής καθώς και της Επιτροπής για τα Δικαιώματα της Γυναίκας και τις ºσες Ευκαιρίες (A5-0291/2001 ),

1.   εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής όπως τροποποιήθηκε·

2.   καλεί την Επιτροπή να τροποποιήσει αναλόγως την πρότασή της, σύμφωνα με το άρθρο 250, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ·

3.   καλεί το Συμβούλιο, σε περίπτωση που προτίθεται να απομακρυνθεί από το κείμενο που ενέκρινε το Κοινοβούλιο, να το ενημερώσει σχετικά·

4.   ζητεί να κληθεί εκ νέου να γνωμοδοτήσει σε περίπτωση που το Συμβούλιο προτίθεται να επιφέρει ουσιαστικές τροποποιήσεις στην πρόταση της Επιτροπής·

5.   αναθέτει στην Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο και την Επιτροπή.

(1) ΕΕ C 62 Ε της 27.2.2001, σ. 231.
(2) ΕΕ C 62 Ε της 27.2.2001, σ. 231.


Ετήσια έκθεση της Επιτροπής για το Ταμείο Συνοχής 1999
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την ετήσια έκθεση της Επιτροπής για το Ταμείο Συνοχής 1999 (COM(2000) 822 - C5-0109/2001 - 2001/2058(COS) )
A5-0248/2001

Tο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

-   έχοντας υπόψη την ετήσια έκθεση της Επιτροπής για το Ταμείο Συνοχής 1999 (COM(2000) 822 - C5-0109/2001 ),

-   έχοντας υπόψη τον κανονισμό (EΚ) αριθ. 1164/1994 του Συμβουλίου της 16ης Μαΐου 1994 περί συστάσεως του Ταμείου Συνοχής(1) ,

-   έχοντας υπόψη την ετήσια έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για το οικονομικό έτος 1999(2) ,

-   έχοντας υπόψη τα ψηφίσματά του της 29ης Ιουνίου 1995(3) , 19ης Απριλίου 1996(4) , 26ης Ιουνίου 1997(5) , 28ης Μαΐου 1998(6) , 13ης Απριλίου 1999(7) και 16ης Ιουνίου 2000(8) σχετικά με τις ετήσιες εκθέσεις της Επιτροπής για το Ταμείο Συνοχής και το χρηματοδοτικό μέσο συνοχής,

-   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 18ης Ιανουαρίου 2000, σχετικά με την 6η περιοδική έκθεση που αφορά την κοινωνική και οικονομική κατάσταση και την ανάπτυξη των περιφερειών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (SEC(1999) 66 - C5-0120/1999 )(9) ,

-   έχοντας υπόψη το άρθρο 47, παράγραφος 1, του Κανονισμού του,

-   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Περιφερειακής Πολιτικής, Μεταφορών και Τουρισμού και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Προϋπολογισμών (A5-0248/2001 ),

A.   εκτιμώντας υπόψη ότι οι υπερβολικές περιφερειακές ανισορροπίες συνιστούν απειλή, τόσο πολιτική όσο και οικονομική, για την Ευρωπαϊκή Ένωση,

Β.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2, της Συνθήκης ΕΚ, η ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής παραμένει ένας από τους βασικούς στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Γ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι για την αποτελεσματικότερη επιδίωξη του καίριου αυτού στόχου της Ευρωπαϊκής Ένωσης δημιουργήθηκε το προβλεπόμενο από το άρθρο 161 της Συνθήκης του Μάαστριχτ, Ταμείο Συνοχής,

Δ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η δημιουργία του Ταμείου Συνοχής έχει ως αρχικό στόχο να βοηθήσει τις χώρες με τη μεγαλύτερη διαρθρωτική υστέρηση -που σήμερα είναι η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Ιρλανδία- να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις που απορρέουν από την καθιέρωση και τη χρήση του ενιαίου νομίσματος,

Ε.   λαμβάνοντας υπόψη σχετικά με τα ανωτέρω ότι σύμφωνα με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ (πρωτόκολλο για την οικονομική και κοινωνική συνοχή το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη) οι μοναδικές προϋποθέσεις για την πρόσβαση μιας χώρας στο Ταμείο Συνοχής είναι:

   -
κατά κεφαλή ΑΕΠ χαμηλότερο από το 90% του κοινοτικού μέσου όρου,
   -
εφαρμογή προγραμμάτων σταθερότητας και οικονομικής σύγκλισης σε συμφωνία με την ΕΕ,

ΣΤ.   λαμβάνοντας υπόψη την μείζονα σημασία του Ταμείου Συνοχής που απορρέει από το γεγονός ότι η Συνθήκη του Μάαστριχτ δεν προέβλεπε κάποιο μηχανισμό στήριξης και διαρθρωτικής προσαρμογής στο πλαίσιο της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης,

Ζ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 158 της Συνθήκης ΕΚ, η Κοινότητα, προκειμένου να προαχθεί η αρμονική ανάπτυξη του συνόλου της, αναπτύσσει και εξακολουθεί τη δράση της με σκοπό την ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής της συνοχής,

Η.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 158, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ, η Κοινότητα αποσκοπεί, ιδιαίτερα, στη μείωση των διαφορών μεταξύ των επιπέδων ανάπτυξης των διαφόρων περιοχών και στη μείωση της καθυστέρησης των πλέον μειονεκτικών περιοχών ή νήσων, συμπεριλαμβανομένων των αγροτικών περιοχών,

Θ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 161, της Συνθήκης ΕΚ, το Ταμείο Συνοχής συμμετέχει χρηματοδοτικώς σε σχέδια περιβάλλοντος και διευρωπαϊκών δικτύων στον τομέα της υποδομής των μεταφορών,

Ι.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το 1999 σηματοδοτεί το τελευταίο έτος των δράσεων του Ταμείου Συνοχής της περιόδου 1993-1999,

ΙΑ.   λαμβάνοντας εξάλλου υπόψη ότι τα αποτελέσματα του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο το 1998, τα οποία ερμηνεύονται στην πράξη με περιορισμό των δημόσιων επενδύσεων προκειμένου για την εξυγίανση των εθνικών προϋπολογισμών, δικαιολογούν τη διατήρηση του Ταμείου Συνοχής ως αντισταθμιστικού μηχανισμού για την κάλυψη των ελλειμμάτων που έχουν δημιουργηθεί στα περισσότερα από τα κράτη μέλη με χαμηλό εθνικό εισόδημα,

ΙΒ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η παρούσα ετήσια έκθεση καλύπτει τις δραστηριότητες του Ταμείου Συνοχής κατά το 1999 και προβαίνει σε ανασκόπηση των εξελίξεων από το 1993,

ΙΓ.   λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία που έχει η αξιολόγηση των σχεδίων προκειμένου να προετοιμαστούν οι κατάλληλες συστάσεις, ούτως ώστε εκτός από τη διαπίστωση της τήρησής τους σε εθνικό επίπεδο να μπορεί να εκτιμηθεί με ακρίβεια και η πρόοδος που έχει πραγματοποιηθεί σε σχέση με τους στόχους της ΕΕ για την πολιτική συνοχής,

ΙΔ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι μέχρι τα τέλη του 1999, η Επιτροπή είχε αναλάβει υποχρέωση για όλες τις πιστώσεις του Ταμείου Συνοχής για το 1999, ενώ είχε απορροφηθεί το 91,6% των πιστώσεων πληρωμών,

ΙΕ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ταμείο Συνοχής εξακολουθεί να παίζει κομβικό ρόλο στην ανάπτυξη των ΔΕΔ στα τέσσερα δικαιούχα κράτη μέλη (Ισπανία, Ελλάδα, Ιρλανδία και Πορτογαλία) του Ταμείου Συνοχής,

ΙΣΤ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 154, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ που αναφέρεται στα διευρωπαϊκά δίκτυα, ζητεί να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στη διασύνδεση των νησιωτικών, ηπειρωτικών και περιφερειακών περιοχών με τις κεντρικές περιοχές της Κοινότητας,

ΙΖ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι τα περιβαλλοντικά σχέδια στο πλαίσιο του Ταμείου Συνοχής αποσκοπούν στο να συνδράμουν τις δικαιούχους χώρες για να προσεγγίσουν τους στόχους της κοινοτικής περιβαλλοντικής πολιτικής,

ΙΗ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το 1999, η Επιτροπή τροποποίησε προς το αυστηρότερο τις προϋποθέσεις περιβαλλοντικής προστασίας με δύο οδηγίες που αφορούν τα έργα του Ταμείου Συνοχής ("περί της εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων" και "περί οικοτόπων"),

ΙΘ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι περιφερειακές περιοχές χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής λόγω των ειδικών συνθηκών που επικρατούν σε αυτές, τόσο όσον αφορά το περιβάλλον όσο και τις μεταφορές,

Κ.   εκτιμώντας ότι το Ταμείο Συνοχής αποδείχθηκε, βάσει των αποτελεσμάτων του, ένα αποτελεσματικό μέσο συνοχής,

ΚΑ.   εκτιμώντας ότι έχουν ληφθεί υπόψη τα επανειλημμένα αιτήματα του Κοινοβουλίου που διατυπώθηκαν σε προηγούμενα ψηφίσματά του και αφορούν την ισορροπημένη κατανομή πιστώσεων μεταξύ έργων υποδομής και περιβάλλοντος,

Δραστηριότητες του Ταμείου Συνοχής κατά το 1999

1.   χαιρετίζει την ετήσια έκθεση ως ζωτικής σημασίας εργαλείο για την αξιολόγηση των δραστηριοτήτων του Ταμείου Συνοχής· συγχαίρει την Επιτροπή για τις προσπάθειες που κατέβαλε προκειμένου να παράσχει μια συνολική εικόνα των αποτελεσμάτων για ολόκληρη την περίοδο 1993-1999·

2.   εκφράζει τη λύπη του διότι η Επιτροπή δεν προβαίνει σε μια πιο εκτενή ανάλυση της εκτέλεσης του προϋπολογισμού για την περίοδο αυτή, αλλά περιορίζεται σε μια περιγραφή των τελικών αποτελεσμάτων·

3.   συγχαίρει τα δικαιούχα κράτη μέλη για τη συμμόρφωσή τους προς τους στόχους της μείωσης των αναμενόμενων δημοσιονομικών ελλειμμάτων μέσω προγραμμάτων σύγκλισης, χωρίς ωστόσο να πάψουν να διαθέτουν σημαντικό μερίδιο των δημοσίων επενδύσεων στους τομείς του περιβάλλοντος και των μεταφορών·

Εγκριθέντα σχέδια και μέτρα

4.   έχει επίγνωση του γεγονότος ότι, το 1999, δόθηκε έμφαση περισσότερο στην ολοκλήρωση των υπαρχόντων έργων παρά στην έναρξη νέων·

5.   χαιρετίζει την εκπλήρωση των στόχων της κατανομής οικονομικών πόρων στις δικαιούχους χώρες και λαμβάνει υπόψη ότι τηρείται η ισορροπία των επενδύσεων μεταξύ έργων υποδομής των μεταφορών και περιβάλλοντος κατά την περίοδο 1993-1999 συνολικά, παρά την ανισομερή κατανομή πόρων που παρατηρήθηκε στις αρχές της περιόδου·

6.   επισημαίνει με ικανοποίηση την αύξηση των επενδύσεων στον τομέα των σιδηροδρομικών μεταφορών στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία, καθώς και την αύξηση των επενδύσεων στον τομέα της διάθεσης στερεών αποβλήτων στην Πορτογαλία και την Ελλάδα·

7.   σημειώνει ότι γίνεται μεν έμμεση αναφορά στο προς εκκαθάριση υπόλοιπο των εν εκκρεμότητι πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων στο τέλος της περιόδου, χωρίς όμως να πραγματοποιείται μια πλήρης ποσοτική περιγραφή και χωρίς να δίνονται λεπτομερείς εξηγήσεις, και τούτο παρά το γεγονός ότι η μείωση του προς εκκαθάριση υπολοίπου και η επίσπευση της εκτέλεσης αποτελούν μόνιμο μέλημα της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής·

8.   επιβεβαιώνει, προς υπόμνηση, την ύπαρξη προς εκκαθάριση υπολοίπου της τάξεως των 4 918 εκατ. ευρώ περίπου στο τέλος του 1999, εκ των οποίων περίπου 3 383 εκατ. ευρώ παρέμεναν πάντα προς εκκαθάριση στο τέλος του 2000 σύμφωνα με τους απολογισμούς·

9.   προτείνει να βελτιωθεί η διαδικασία που αφορά την απλοποίηση του Ταμείου Συνοχής, έτσι ώστε να αποφευχθούν περαιτέρω καθυστερήσεις στην εκτέλεση των πιστώσεων·

10.   ζητεί οι επενδύσεις σε έργα υποδομής των μεταφορών να χρησιμοποιηθούν για να επιλυθούν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν ορισμένες περιοχές λόγω της απομακρυσμένης γεωγραφικής τους θέσης·

11.   ζητεί από την Επιτροπή να μελετήσει τους λόγους στους οποίους οφείλεται η διαφορά της αποτελεσματικότητας και του αντίκτυπου του Ταμείου Συνοχής στις διάφορες δικαιούχες χώρες·

Διαχείριση της οικονομικής βοήθειας

12.   εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι εντός του 1999 δεν εντοπίστηκε ούτε μια περίπτωση απάτης·

13.   χαιρετίζει το γεγονός ότι δεν εντοπίστηκε περίπτωση διπλής χρηματοδότησης από το Ταμείο Συνοχής και οιαδήποτε άλλη κοινοτική πηγή·

14.   επιβεβαιώνει τη σημασία που έχει η τήρηση της αρχής της προσθετικότητας, η οποία αποτελεί βασική αρχή για την υλοποίηση των διαρθρωτικών ταμείων·

15.   υπογραμμίζει το βασικό ρόλο που οφείλει να διαδραματίσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στη διαδικασία αυτή, ρόλος ο οποίος παραμελήθηκε κατά την περίοδο που καλύπτει η ετήσια έκθεση· πιστεύει ότι το Κοινοβούλιο δεν πρέπει απλώς να εγκρίνει αυτόματα τις ετήσιες πιστώσεις κατά την ψήφιση του προϋπολογισμού, αλλά να συμμετέχει ενεργά και στη διαδικασία αξιολόγησης, λειτουργώντας ως εγγυητής των συμφερόντων της ΕΕ παράλληλα με την Επιτροπή·

16.   επισημαίνει ότι το γεγονός ότι δεν κατέστη δυνατόν να αξιοποιηθούν πλήρως οι πιστώσεις πληρωμών που ήσαν διαθέσιμες το 1999, οφειλόταν στον μεγάλο αριθμό αιτήσεων πληρωμής που παρέλαβε η Επιτροπή τον Δεκέμβριο του 1999 καθώς επίσης και στον υπερβολικό φόρτο εργασίας των αρμοδίων υπηρεσιών της Επιτροπής στα τέλη του 1999·

Παρακολούθηση, αξιολόγηση και έλεγχος

17.   καλεί την Επιτροπή να αφιερώσει περισσότερους πόρους στους επί τόπου ελέγχους προκειμένου να εντοπιστούν οι αδυναμίες των συστημάτων διαχείρισης·

18.   συμβουλεύει την Επιτροπή να επικεντρώσει τη διαχειριστική της προσπάθεια σε μια μεσοπρόθεσμη προοπτική που θα εξασφαλίζει καλύτερη καθοδήγηση και διάρκεια·

19.   ζητεί από την Επιτροπή τη μέγιστη αυστηρότητα κατά τη διαδικασία αξιολόγησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Συνοχής·

20.   θεωρεί ότι θα πρέπει να επανεξετασθεί και ενισχυθεί ο ρόλος του Κοινοβουλίου, ιδίως σε σχέση με την τήρηση των υποχρεώσεων της Επιτροπής και των κρατών μελών σε θέματα διαφάνειας στο συγκεκριμένο τομέα, όπως ορίζεται και στον κώδικα συμπεριφοράς για την εκτέλεση των διαρθρωτικών πολιτικών, ο οποίος εγκρίθηκε από την Επιτροπή το 1999(10) ·

21.   καλεί την Επιτροπή να προχωρήσει σε μια ουσιαστική βελτίωση της παρεχόμενης ενημέρωσης ως προς την αξιολόγηση των προγραμμάτων, ούτως ώστε, αντί να προβαίνει απλώς σε οικονομικό έλεγχο και να εξασφαλίζει την εκπλήρωση άμεσων και βραχυπρόθεσμων στόχων, να υποχρεούται να παρέχει λεπτομερέστερα στοιχεία σχετικά με τις πραγματικές επιπτώσεις των έργων ως προς τον απώτερο στόχο της πολιτικής συνοχής που είναι βέβαια η μείωση των αναπτυξιακών ανισοτήτων και της καθυστέρησης που παρατηρείται σε ορισμένες περιοχές· καλεί επί τη ευκαιρία την Επιτροπή να λάβει υπόψη της το προαναφερθέν ψήφισμα του Κοινοβουλίου της 18ης Ιανουαρίου 2000·

Πληροφόρηση και δημοσιότητα

22.   εκφράζει την απορία του για το γεγονός ότι η Ετήσια Έκθεση για το Ταμείο Συνοχής του 1999, δημοσιεύθηκε μόλις τον Ιανουάριο του 2001· αντιλαμβάνεται τις προσπάθειες που κατέβαλε η Επιτροπή για την παροχή όσο το δυνατόν πληρέστερης ενημέρωσης, θεωρεί εντούτοις απαράδεκτη την καθυστέρηση που υπερβαίνει το έτος·

23.   επισημαίνει την ανάγκη διατήρησης μιας πιο δραστήριας σχέσης συνεργασίας με τους εταίρους της αγοράς εργασίας όσον αφορά τους στόχους της πληροφόρησης ώστε να επιτευχθεί μεγαλύτερη κινητικότητα και συμμετοχή των τελευταίων στην αναζήτηση λύσεων καθώς και πόρων για την πρακτική εφαρμογή των στόχων αυτών·

Διαρκής αλληλεγγύη προς τις χώρες συνοχής

24.   πιστεύει ότι, σε γενικές γραμμές, το Ταμείο Συνοχής απεδείχθη αποτελεσματικό κατά την περίοδο 1993-1999· η δημιουργία του από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ δικαιολογείται απόλυτα ως θεμελιώδους μέσου στήριξης των χωρών με μεγαλύτερη διαρθρωτική υστέρηση, προκειμένου για την προετοιμασία των χώρων αυτών για την εισαγωγή και χρήση του ενιαίου νομίσματος· υπενθυμίζει, ωστόσο, ότι το Ταμείο Συνοχής δεν έχει ακόμη επιτύχει την πραγματική σύγκλιση μεταξύ όλων των κρατών μελών· επισημαίνει την ανάγκη για επίδειξη διαρκούς αλληλεγγύης προς τις χώρες συνοχής·

25.   τονίζει την πολιτική και οικονομική σημασία του περιορισμού των οικονομικών ανισοτήτων μεταξύ των σημερινών κρατών μελών και των περιφερειών τους, ακόμα και μετά τη διεύρυνση, διότι δύνανται αυτές ακόμα και να επιδεινωθούν λόγω του αντίκτυπου και της δυναμικής της διεύρυνσης·

26.   πιστεύει ότι η επερχόμενη διεύρυνση αποτελεί τεράστια πρόκληση αλληλεγγύης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και υπενθυμίζει στην Επιτροπή τη ζωτική σημασία που έχει η αποτελεσματική προετοιμασία εν όψει της επικείμενης διεύρυνσης· πιστεύει ότι το Διαρθρωτικό Μέσο Προένταξης (ISPA) αποτελεί ένα εξαιρετικό εργαλείο για την προετοιμασία της διοίκησης σε όλα τα επίπεδα σε σχέση με τις απαιτήσεις που θέτει η διεύρυνση στον τομέα της διαρθρωτικής πολιτικής·

27.   φρονεί ότι, εν όψει των τεράστιων αναπτυξιακών αναγκών των υποψηφίων χωρών, πρέπει να δοθεί η δέουσα προσοχή στην ικανότητα απορρόφησης των χωρών αυτών στον οικονομικό, χρηματοπιστωτικό και διοικητικό τομέα·

28.   προτείνει, εν όψει της διεύρυνσης και με βάση τις πολιτικές επιλογές που θα πρέπει να πραγματοποιήσει η ΕΕ και οι οποίες περιγράφονται στη δεύτερη έκθεση για την οικονομική και κοινωνική συνοχή, η ποιότητα των δαπανών, η αποδοτικότητα των διαφόρων μέσων και η επίδοση των διαφόρων δικαιούχων να καταστούν βασικά στοιχεία για τον καθορισμό τόσο της μελλοντικής στρατηγικής της Ένωσης όσον αφορά τη συνοχή όσο και του αναδιανεμητικού ρόλου του προϋπολογισμού·

o
o   o

29.   αναθέτει στην Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και την Επιτροπή.

(1) ΕΕ L 130 της 25.5.1994, σ. 1.
(2) ΕΕ C 342 της 1.12.2000, σ. 1.
(3) ΕΕ C 183 της 17.7.1995, σ. 36.
(4) ΕΕ C 141 της 13.5.1996, σ. 265.
(5) ΕΕ C 222 της 21.7.1997, σ. 55.
(6) ΕΕ C 195 της 22.6.1998, σ. 52.
(7) ΕΕ C 219 της 30.7.1999, σ. 41.
(8) ΕΕ C 67 της 1.3.2001, σ. 326.
(9) ΕΕ C 304 της 24.10.2000, σ. 62.
(10)ΕΕ C 279 της 1.10.1999, σ. 488.


Διαρθρωτικά Ταμεία (1999)
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την 11η ετήσια έκθεση της Επιτροπής για τα Διαρθρωτικά Ταμεία (1999) (COM(2000) 698 - C5-0108/2001 - 2001/2057(COS) )
A5-0247/2001

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

-   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής (COM(2000) 698 - C5-0108/2001 ),

-   έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΟΚ), αριθ. 2081/93, του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2052/88 σχετικά με την αποστολή των διαρθρωτικών ταμείων, την αποτελεσματικότητά τους και το συντονισμό των παρεμβάσεών τους μεταξύ τους, καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των λοιπών υφισταμένων χρηματοδοτικών οργάνων(1) , ιδίως το άρθρο του 16, και τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2082/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993 για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 4253/88 για τις διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2052/88 όσον αφορά το συντονισμό των παρεμβάσεων των διαφόρων διαρθρωτικών ταμείων μεταξύ τους καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκή Τράπεζας Επενδύσεων και των λοιπών υφισταμένων(2) , ιδίως το άρθρο του 31,

-   έχοντας υπόψη την ετήσια έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για το 1999(3) , που υποβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 248, της Συνθήκης ΕΚ,

-   έχοντας υπόψη τη Συνθήκη του Αμστερνταμ και τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Λουξεμβούργου σχετικά με την απασχόληση,

-   έχοντας υπόψη την Ατζέντα 2000 και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1260/1999, του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1999, που θεσπίζει τις γενικές διατάξεις για τα Διαρθρωτικά Ταμεία(4) και τους ειδικούς κανονισμούς για κάθε ένα από τα Διαρθρωτικά Ταμεία,

-   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα των Ευρωπαϊκών Συμβουλίων της Λισσαβόνας και της Στοκχόλμης, σχετικά με τη νέα οικονομία, την απασχόληση και τη αειφόρο ανάπτυξη,

-   έχοντας υπόψη τη δεύτερη έκθεση σχετικά με την οικονομική και κοινωνική συνοχή, που υποβλήθηκε βάσει του άρθρου 159, της Συνθήκης ΕΚ (COM(2001) 24 ),

-   έχοντας υπόψη την έκτη περιοδική έκθεση της Επιτροπής σχετικά με την κοινωνικοοικονομική κατάσταση και την ανάπτυξη των περιφερειών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, (SEC(1999) 66 - C5-0120/1999 ), που υποβλήθηκε βάσει του άρθρου 8, του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2083/93, του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993 για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 4254/88 για διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2052/88, όσον αφορά το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξη(5) ,

-   έχοντας υπόψη το άρθρο 11, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1260/1999, σχετικά με την προσθετικότητα,

-   έχοντας υπόψη το άρθρο 299, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ,

-   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής με αντικείμενο τα μέτρα προς εφαρμογή του άρθρου 299, εδάφιο 2: οι εξόχως απόκεντρες περιφέρειες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (COM(2000) 147 ),

-   έχοντας υπόψη την παράγραφο 1 του άρθρου 47 του Κανονισμού του,

-   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Περιφερειακής Πολιτικής, Μεταφορών και Τουρισμού καθώς και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Προϋπολογισμών, της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων, της Επιτροπής Αλιείας και της Επιτροπής για τα Δικαιώματα της Γυναίκας και τις ºσες Ευκαιρίες (A5-0247/2001 ),

A.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το 1999 είναι το τελευταίο έτος εφαρμογής των διαρθρωτικών Ταμείων σε επτά διαφορετικούς στόχους, τους οποίους ο προαναφερθείς κανονισμός (ΕΚ) 1260/1999, περιορίζει σε τρεις, προκειμένου κάθε στόχος να χρηματοδοτείται από ένα μόνο διαρθρωτικό ταμείο, καθώς και ότι οι κοινοτικές πρωτοβουλίες περιορίσθηκαν σε τέσσερις,

Β.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το 1999 ολοκληρώθηκε μια μακρά περίοδος για την εφαρμογή των πολιτικών συνοχής και, ειδικότερα, των Διαρθρωτικών Ταμείων,

Γ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η 11η ετήσια έκθεση σχετικά με τα διαρθρωτικά Ταμεία (1999) αναπτύσσει ως θέμα οριζόντιου χαρακτήρα τις δράσεις υπέρ της ισότητας των ευκαιριών απασχόλησης ανάμεσα στις γυναίκες και τους άνδρες,

Δ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η συνεισφορά των Διαρθρωτικών Ταμείων στην ανάπτυξη των περιφερειών ήταν σημαντική, τόσο όσον αφορά τις υποδομές και την παραγωγή, όσο και από την άποψη της κοινωνικής ένταξης,

Ε.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το έτος 1999 ήταν το τελευταίο έτος της περιόδου προγραμματισμού 1994-1999, και ότι χαρακτηριστικό του είναι η ολοκλήρωση της δέσμης μέτρων που εγκρίθηκαν το 1992 στο Εδιμβούργο, καθώς και η προπαρασκευή των συνθηκών-πλαίσιο που θα εφαρμοστούν κατά τη νέα περίοδο προγραμματισμού 2000-2006,

ΣΤ.   εκτιμώντας ότι οι εκθέσεις θα έπρεπε να προβαίνουν σε ποιοτική ανάλυση και σε εξέταση της παραγωγικής αποδοτικότητας των Διαρθρωτικών Ταμείων, και όχι να περιορίζονται απλώς στη μέτρηση του βαθμού απορρόφησής τους, την ποσοτική κατανομή και τη διαφάνεια στην εφαρμογή τους,

Ζ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, παρά τη δημοσιονομική προσπάθεια που πραγματοποιήθηκε με τη δέσμη μέτρων του Εδιμβούργου και την επιτευχθείσα πρόοδο, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να παρουσιάζει μεγάλες περιφερειακές ανισότητες από άποψη οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, και ότι στην Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθούν να παρατηρούνται ανισότητες μεταξύ της περιφέρειας (συμπεριλαμβανομένων των εξόχως απόκεντρων περιφερειών)και του κέντρου,

Η.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το μέσον κατά κεφαλήν εισόδημα του 10% του πληθυσμού που ζει στις πλουσιότερες περιοχές της Ένωσης εξακολουθεί να είναι 2,6 φορές ανώτερο του εισοδήματος του 10% του πληθυσμού που κατοικεί στις λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές, ενώ καταλήγει να είναι 4,4 φορές ανώτερο αν συγκριθεί η πλουσιότερη με την φτωχότερη περιοχή,

Θ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, παρά τους στόχους που τέθηκαν με τη δημιουργία και την εφαρμογή των Διαρθρωτικών Ταμείων, η διόρθωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων έχει επηρεάσει κυρίως τα κράτη μέλη και λιγότερο τις περιφέρειες, ενώ υπήρξαν περιπτώσεις όπου οι περιφερειακές ανισότητες οξύνθηκαν στο εσωτερικό ορισμένων κρατών μελών,

Ι.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διαφορές ως προς το κατά κεφαλήν εισόδημα είναι κυρίως αισθητές στον τομέα της απασχόλησης,

ΙΑ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, μετά τις δύο τελευταίες περιόδους προγραμματισμού, στα κράτη που είναι οι κύριοι αποδέκτες των διαρθρωτικών πόρων, με -αξιοσημείωτη- εξαίρεση την Ιρλανδία και την Πορτογαλία, τα ποσοστά ανεργίας παραμένουν στα επίπεδα του 1988,

ΙΒ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι γυναίκες πλήττονται ιδιαίτερα από την ανεργία και τα χαμηλά ποσοστά απασχόλησης,

ΙΓ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι στο Συμβούλιο της Λισσαβώνας η πλήρης απασχόληση ανακηρύχθηκε σε ύψιστο στόχο της Ένωσης, ενώ διατυπώθηκε η φιλοδοξία να ανέλθει το γενικό ποσοστό απασχόλησης από το 62%, όπου βρίσκεται σήμερα, στο 70% το 2010, και το ποσοστό γυναικείας απασχόλησης από 52,5% σε 60%· ότι ο στόχος οριζόντιου χαρακτήρα της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών δεν συνεκτιμήθηκε παρά μόνο εν μέρει και ότι οι υποβαλλόμενες πολιτικές εξακολουθούν να παρουσιάζονται ως ουδέτερες από άποψη φύλου,

ΙΔ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η μισθολογική διαφορά μεταξύ γυναικών και ανδρών εξακολουθεί να είναι πολύ υψηλή (28% κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση),

ΙΕ.   λαμβάνοντας υπόψη τη γενική σχέση που υπάρχει μεταξύ χαμηλού κατά κεφαλήν εισοδήματος, συνολικής ανεργίας και γυναικείας ανεργίας,

ΙΣΤ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η συνεχιζόμενη ανισότητα ως προς τα ποσοστά επαγγελματικής δραστηριότητας γυναικών και ανδρών συνδέεται επίσης με τα προβλήματα που αφορούν την οικογενειακή και επαγγελματική ζωή: κατανομή της οικιακής εργασίας, ύπαρξη παιδικών σταθμών, οικονομικές ενισχύσεις ανά παιδί και υπέρ της μητρότητας, επαγγελματική προώθηση· ότι παρατηρούνται, εξάλλου, πολύ διαφορετικές καταστάσεις στα κράτη μέλη στους τομείς αυτούς,

ΙΖ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η εκπαίδευση και η κατάρτιση στις νέες τεχνολογίες ως παράγοντα ανάπτυξης, δεν μπορεί να επιτρέπει να λησμονείται ότι η κοινωνική και οικονομική ισορροπία σε τοπικό επίπεδο αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή των οριζόντιων πολιτικών δημιουργίας απασχόλησης, απόκτησης τεχνικών και επαγγελματικών προσόντων και ισότητας ευκαιριών μεταξύ γυναικών και ανδρών στην αγορά εργασίας,

ΙΗ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι παρά το γεγονός ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων αποτελεί δικαίωμα εγγενές της ευρωπαϊκής ιθαγένειας, η στρατηγική της εργασιακής κινητικότητας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έγκυρη ή δίκαιη λύση προκειμένου να εξισορροπηθεί η προσφορά και η ζήτηση απασχόλησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, παραδόξως δε προκαλεί τη μετανάστευση των πιο καταρτισμένων ατόμων από τις πτωχότερες χώρες και περιφέρειες προς τις πλουσιότερες,

ΙΘ.   λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να τεθούν σε εφαρμογή οι κοινωνικοοικονομικές πολιτικές που θα επιτρέπουν να αντιστρέφεται η τάση συγκέντρωσης των οικονομικών δραστηριοτήτων, της απασχόλησης και της δημογραφικής ανάπτυξης στις πιο κεντρικές και αστικοποιημένες περιοχές της Ένωσης,

Κ.   εκτιμώντας ότι ο απομακρυσμένος και νησιωτικός χαρακτήρας των απομακρυσμένων, εξόχως απόκεντρων και νησιωτικών περιφερειών αποτελεί παράγοντα που μπορεί να αντισταθμισθεί από την ανάπτυξη δραστηριοτήτων, χρηματοδοτούμενων από τα Διαρθρωτικά Ταμεία, που θα έχουν ως στόχο τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των παραγωγικών κυκλωμάτων, τη διευκόλυνση της πρόσβασης στις πληροφορίες και τον προσδιορισμό του ρόλου των περιφερειών αυτών στο πλαίσιο μιας διευρυμένης Ευρωπαϊκής Ένωσης,

ΚΑ.   λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη ενσωμάτωσης όλου του ευρωπαϊκού εδάφους στα ΔΕΔ, συμπεριλαμβανομένων των εξόχως απόκεντρων περιφερειών,

ΚΒ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι ο προϋπολογισμός της πολιτικής συνοχής, των Διαρθρωτικών Ταμείων και του Ταμείου Συνοχής ο οποίος υπολογίζεται ως ποσοστό του συνολικού ΑΕΠ στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 15 κρατών μελών, θα περιορισθεί κατά την περίοδο 2000-2006 από το 0,46% το 1999, σε 0,31% το 2006, δηλαδή αναλογικά, στα επίπεδα του 1994,

ΚΓ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, με την προσχώρηση των νέων κρατών μελών, οι εσωτερικές περιφερειακές ανισορροπίες ενδέχεται να προσλάβουν πρωτοφανείς διαστάσεις και ότι τα προβλήματα μπορεί να οξυνθούν ιδιαίτερα όσον αφορά την ανεργία, όπως κατέδειξε ήδη η εμπειρία ενοποίησης των δύο γερμανικών οικονομιών,

ΚΔ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1260/1999 επιβάλλει στα κράτη μέλη την τήρηση της αρχής της προσθετικότητας κατά την υλοποίηση έργων τα οποία συγχρηματοδοτούνται από τα Διαρθρωτικά Ταμεία, προβλέποντας ότι η χρηματοδότηση της ΕΚ δεν μπορεί να υποκαθιστά τις διαρθρωτικές δαπάνες ή δαπάνες συναφείς προς αυτές, τις οποίες καταβάλλουν τα κράτη μέλη· ότι κατά την περίοδο προγραμματισμού 1994-1999 δεν κοινοποίησαν όλα τα κράτη μέλη τις πληροφορίες τις οποίες οφείλουν να παρέχουν σχετικά με την τήρηση της αρχής της προσθετικότητας,

ΚΕ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχει ο κίνδυνος να συανντήσει δυσκολίες η υλοποίηση των προγραμμάτων οικονομικής και δημοσιονομικής σταθερότητας λόγω της μείωσης των κρατικών επενδύσεων, ιδίως των επενδύσεων σε μεταφορικές υποδομές και στον τομέα της έρευνας και της ανάπτυξης στις λιγότερο ανεπτυγμένες περιφέρειες και ότι η πρακτική αυτή, εφόσον ακολουθηθεί από τα κράτη που είναι αποδέκτες των διαρθρωτικών πόρων και των πόρων του Ταμείου Συνοχής, θα έχει ιδιαίτερα σοβαρές συνέπειες, δεδομένου ότι πρόκειται για κράτη τα οποία έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη για επενδύσεις· λαμβάνοντας υπόψη ότι θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο εφαρμογής μιας πρακτικής μηδενικού ελλείμματος του προϋπολογισμού από τα κράτη συνοχής η οποία θα υπονομεύσει την αρχή της προσθετικότητας,

ΚΣΤ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η υγιής και αποτελεσματική εκτέλεση των πόρων των Διαρθρωτικών Ταμείων την οποία εξασφαλίζουν κατάλληλα συστήματα αξιολόγησης και επαγρύπνησης έχει θεμελιώδη σημασία για την διασφάλιση της αξιοπιστίας και της αποτελεσματικότητας των κοινοτικών θεσμικών οργάνων,

Εκτέλεση του προϋπολογισμού

1.   λαμβάνει γνώση της απορρόφησης του 99% των πιστώσεων υποχρεώσεων που διατέθηκαν από τα Διαρθρωτικά Ταμεία στην περίοδο 1994-1999 και επισημαίνει ότι μόνο ο μεγάλος όγκος των ποσών που μεταφέρθηκαν στο οικονομικό έτος 2000, καθώς και η οριζόντια χρηματοδότηση ήταν οι παράγοντες που οδήγησαν, σε τελευταία ανάλυση, στην ικανοποιητική ολοκλήρωση της δέσμης μέτρων που εγκρίθηκαν στο Εδιμβούργο·

2.   αναγνωρίζει τις προσπάθειες της Επιτροπής, στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσης για το 1999, να παράσχει μεταξύ άλλων μια επισκόπηση των αποτελεσμάτων για ολόκληρη την περίοδο 1994-1999· εκφράζει τη λύπη του διότι η Επιτροπή δεν προβαίνει σε πιο εκτενή ανάλυση της εκτέλεσης του προϋπολογισμού για την περίοδο αυτή, αλλά περιορίζεται σε περιγραφή των σημερινών αποτελεσμάτων·

3.   σημειώνει ότι γίνεται έμμεση μνεία της συσσώρευσης εκκρεμών αναλήψεων υποχρεώσεων προς πληρωμή στο τέλος της περιόδου (reste á liquider - RAL) χωρίς να γίνεται ούτε πλήρης ποσοτική περιγραφή ούτε παροχή λεπτομερών διευκρινίσεων· τούτο παρά το γεγονός ότι η μείωση του όγκου εκκρεμών υποχρεώσεων και η επίσπευση της εκτέλεσης επανέρχονται περιοδικώς ως στόχοι κάθε διαδοχικής αναθεώρησης των κανονισμών των διαρθρωτικών ταμείων και αποτελούν μόνιμη μέριμνα της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής·

4.   επικυρώνει επισήμως όγκο εκκρεμών υποχρεώσεων περίπου 41 600 εκατ. € στο τέλος του 1999 από τα οποία περίπου 21 860 εκατ. € παρέμειναν εκκρεμή στο τέλος του 2000 σύμφωνα με τους απολογισμούς· υπενθυμίζει ότι πληρωμές μπορούν να διενεργηθούν για τις εκκρεμείς υποχρεώσεις από την περίοδο 1994-1999 έως το τέλος του 2001·

5.   ασκεί κριτική για το γεγονός ότι τα RAL αυξήθηκαν περαιτέρω κατά το διάστημα 1994-1999 και ζητεί από την Επιτροπή να αναστρέψει άμεσα την τάση αυτή·

6.   θεωρεί ότι οι πιστώσεις ύψους 160 εκατ. ευρώ που διέθεσε η Επιτροπή στο τέλος του 1999 αλλά δεν καλύφθηκαν από την προϋπολογισμό, θα έπρεπε να αντιμετωπιστούν ως μεταφορά πιστώσεων και ότι δεν θα έπρεπε να περικοπούν οι πιστώσεις για καινοτόμες δράσεις προκειμένου να καλυφθεί το έλλειμμα· καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι οι πιστώσεις για καινοτόμες δράσεις θα αποκατασταθούν στα επίπεδα που συμφωνήθηκαν στο Βερολίνο·

7.   εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι το 1999 μειώθηκαν αισθητά τα προς εκκαθάριση ποσά από προηγούμενες περιόδους προγραμματισμού, αλλά, ταυτόχρονα, αποδοκιμάζει το γεγονός ότι εξακολουθούν να τελούν υπό εκκαθάριση πιστώσεις από την περίοδο πριν από το 1989, δηλαδή 11 χρόνια μετά τη λήξη της περιόδου προγραμματισμού· χαιρετίζει το γεγονός ότι οι κανόνες σχετικά με την αποδέσμευση πιστώσεων για την περίοδο προγραμματισμού 2000-2006 θα αποτρέψουν τέτοιες καθυστερήσεις στο μέλλον·

8.   επισημαίνει την έλλειψη σαφούς προσανατολισμού ως προς την υλοποίηση των κοινοτικών πρωτοβουλιών, κύριο χαρακτηριστικό των οποίων είναι ο υπερβολικός κατακερματισμός των δράσεων·

9.   επισημαίνει ότι κατά την περίοδο προγραμματισμού 1994-1999 τα έργα καθυστέρησαν και συσσωρεύθηκαν στο τέλος της εν λόγω περιόδου, γεγονός που επιβράδυνε την έναρξη των έργων της επόμενης περιόδου προγραμματισμού 2000-2006· θεωρεί ότι θα ήταν προς το συμφέρον όλων, η εκτέλεση των έργων να κατανέμεται όσο το δυνατόν ομαλότερα καθ" όλη τη διάρκεια της περιόδου προγραμματισμού·

10.   διαπιστώνει ότι το ύψος των αναλήψεων πιστώσεων δεν αντικατοπτρίζει ικανοποιητικά το πραγματικό επίπεδο εκτέλεσης των παρεμβάσεων, εφόσον σημαντικό τμήμα των αναλήψεων πραγματοποιήθηκε ακριβώς πριν από τη λήξη της περιόδου προγραμματισμού· εκφράζει ιδιαίτερες ανησυχίες για την αργή εξέλιξη των κοινοτικών πρωτοβουλιών δεδομένου ότι έχει καταβληθεί ποσό που μόλις υπερβαίνει το ήμισυ των διαθέσιμων πιστώσεων για την περίοδο προγραμματισμού 1994-1999, γεγονός που δυσχεραίνει και αυξάνει το κόστος της εκτέλεσης των προγραμμάτων από τους υπεύθυνους: τοπικές αρχές, ΜΚΟ, κ.λπ.·

11.   ζητεί τον προσανατολισμό των Ταμείων κατά τρόπον ώστε να έχουν ως προτεραιότητα και αποτέλεσμα τη συμμετοχή των ΜΜΕ (δημιουργία, επέκταση, τεχνολογικός εξοπλισμός, ανάπτυξη και καινοτομία, διεθνοποίηση των αγορών κλπ.), μέσω της παρουσίας τους σε όλους τους άξονες προτεραιότητας των Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης και της ουσιαστικής συμμετοχής τους στην απορρόφηση των πόρων·

12.   υποστηρίζει την άποψη ότι η πρόσφατη μεταρρύθμιση των Διαρθρωτικών Ταμείων ενδείκνυται για την ουσιαστική απλούστευση του προγραμματισμού, της εκτέλεσης και της δημοσιονομικής διαχείρισης των παρεμβάσεων· καλεί την Επιτροπή να συνδράμει τις εθνικές διοικητικές υπηρεσίες με μια ενεργό πολιτική πληροφόρησης όσον αφορά την προσαρμογή στις νέες ρυθμίσεις·

13.   επιδοκιμάζει την πρωτοβουλία που έλαβε η Επιτροπή προκειμένου για τη στενότερη διασύνδεση μεταξύ προγραμματισμού και αξιολόγησης των παρεμβάσεων, αλλά αποδοκιμάζει το γεγονός ότι κατά κανόνα όταν γίνεται ο προγραμματισμός δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί η τελική αξιολόγηση των προηγούμενων προγραμμάτων·

14.   προτείνει να βελτιωθεί η διαδικασία που ετέθη σε εφαρμογή σχετικά με την απλοποίηση των διαρθρωτικών ταμείων, των κοινοτικών στόχων και πρωτοβουλιών της Κοινότητας, προκειμένου να συγκεντρωθούν όλο και περισσότερο οι παρεμβάσεις σε περιοχές που παρουσιάζουν καθυστέρηση στην ανάπτυξη και προκειμένου να αποφευχθούν νέες καθυστερήσεις στην εκτέλεση των πιστώσεων όπως αυτές που παρατηρήθηκαν μέχρι σήμερα·

Απασχόληση

15.   παροτρύνει τα κράτη μέλη να συνεχίσουν τη διαδικασία πολιτικής για την απασχόληση που εγκαινιάσθηκε στο Αμστερνταμ·

16.   επισημαίνει την ανάγκη να ενταθούν οι προσπάθειες για την υλοποίηση μιας κοινής πολιτικής που θα αφορά τόσο την περιφερειακή ανάπτυξη όσο και την απασχόληση·

17.   καλεί την Επιτροπή να προσανατολίσει την κοινή εκτέλεση των Διαρθρωτικών Ταμείων και του Ταμείου Συνοχής προς το συμφέρον της εσωτερικής περιφερειακής ισορροπίας στις αποδέκτριες χώρες, και να διεξαγάγει εκτενή ανάλυση της αποτελεσματικότητάς τους·

18.   πιστεύει ότι πρέπει να βελτιωθεί ο συντονισμός μεταξύ των παρεμβάσεων των Διαρθρωτικών Ταμείων και των εθνικών σχεδίων δράσης για την απασχόληση·

Ισότητα ευκαιριών μεταξύ ανδρών και γυναικών

19.   εκφράζει την ικανοποίησή του για την πρωτοβουλία της Επιτροπής να παρουσιάσει, στην ετήσια έκθεσή της για το έτος 1999, τις δράσεις υπέρ της ισότητας ευκαιριών μεταξύ ανδρών και γυναικών ως οριζόντιο θέμα της έκθεσης· εκτιμά, ωστόσο, ότι η εν λόγω έκθεση δεν περιλαμβάνει ακριβείς πληροφορίες σχετικά με την πρόσβαση των γυναικών στα διαρθρωτικά ταμεία, καθώς και τον αντίκτυπο των παρεμβάσεων στο πλαίσιο των κοινοτικών πρωτοβουλιών, μεταξύ των οποίων του προγράμματος NΟW, σχετικά με την κατάσταση των γυναικών στην αγορά εργασίας και την προώθηση της ισότητας ευκαιριών, πληροφορίες που θα επέτρεπαν να αξιολογηθεί, βάσει στοιχείων, η αποτελεσματικότητα των δράσεων στον τομέα αυτό·

20.   επισημαίνει ότι ο οριζόντιος στόχος της ισότητας μεταξύ των φύλων δεν συνεκτιμήθηκε παρά μόνο εν μέρει και ζητεί να υπάρξει ολοκληρωμένη πολιτική για την προώθηση των συμφερόντων των γυναικών, η οποία να συναρτά το στόχο για ποσοστό απασχόλησης γυναικών 60% έως το 2010 με την εκτέλεση των Διαρθρωτικών Ταμείων και του Ταμείου Συνοχής·

21.   ζητεί ειδικά μέτρα για την αντιμετώπιση του προβλήματος της μεγάλης έλλειψης θέσεων εργασίας, ιδιαίτερα όσον αφορά τις γυναίκες·

22.   ζητεί την εφαρμογή γενικών μέτρων υπέρ των γυναικών, με στόχο την επίλυση των προβλημάτων που έχουν σχέση με την επαγγελματική και την οικογενειακή ζωή·

23.   επιδοκιμάζει την απόφαση της Επιτροπής να προβαίνει στο μέλλον -για την προώθηση της αρχής της ισότητας των ευκαιριών που κατοχυρώνεται στα άρθρα 2 και 141 της Συνθήκης ΕΚ- στην ενσωμάτωση της διάστασης της ισότητας των φύλων στο σύνολο των κοινοτικών πολιτικών και δράσεων προκειμένου να ληφθούν οριζόντια μέτρα θετικού αποτελέσματος·

24.   σημειώνει ότι, σύμφωνα με νέα ρύθμιση για τα διαρθρωτικά ταμεία (2000-2006), βάσει της οποίας η ενσωμάτωση της αρχής της ισότητας ευκαιριών μεταξύ γυναικών και ανδρών αποτελεί πρωταρχικό στόχο, τα κράτη μέλη οφείλουν να πραγματοποιούν εκ των προτέρων αξιολόγηση των προγραμμάτων που πρόκειται να διαμορφωθούν, να καθορίζουν κριτήρια επιλογής των προγραμμάτων και να εξασφαλίζουν την παρακολούθηση των παρεμβάσεων μέσω δεικτών, σε μια προοπτική ισότητας γυναικών και ανδρών· ότι, κατά συνέπεια, οι δείκτες παρακολούθησης και τα στατιστικά στοιχεία πρέπει να είναι εξειδικευμένα ανά φύλο·

25.   καλεί την Επιτροπή να παρέχει στο εξής, στο πλαίσιο των ετήσιων εκθέσεων για τα διαρθρωτικά ταμεία, στοιχεία εξειδικευμένα ανά φύλο σχετικά με τον αντίκτυπο των παρεμβάσεων για την ένταξη των γυναικών στην αγορά εργασίας, την εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση, για τις επιχειρηματικές δραστηριότητες των γυναικών και το συνδυασμό οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής·

Διεύρυνση

26.   ζητεί να πραγματοποιηθεί ανυπερθέτως και βάσει των ευρυτέρων δυνατών διαβουλεύσεων, ο προσδιορισμός μιας πολιτικής συνοχής για την περίοδο μετά το 2006, που θα διασφαλίζει ταυτόχρονα τη συνέχιση της δράσης υποστήριξης των κοινωνικών τομέων και των περιφερειών των σημερινών κρατών μελών που θα εξακολουθήσουν να είναι επιλέξιμες στη διευρυμένη Ένωση και ένα συμπληρωματικό σύστημα συνοχής για τα νέα κράτη μέλη·

27.   προτείνει, στην προοπτική της διεύρυνσης και με γνώμονα τις πολιτικές επιλογές που αντιμετωπίζει η ΕΕ όπως εκτίθενται στην Δεύτερη Έκθεση για την οικονομική και κοινωνική συνοχή (COM(2001) 24 ), η ποιότητα των δαπανών, η αξιοποίηση των κοινοτικών πιστώσεων στους διαφόρους στόχους και ταμεία, η ανάγκη για τα νέα κράτη μέλη να αναπτύξουν τις οικονομίες και τις κοινωνίες τους, καθώς και η επίδοση των διαφόρων δικαιούχων, να αποτελέσουν βασικό εργαλείο για τον καθορισμό της μελλοντικής μορφής της στρατηγικής της ΕΕ για την συνοχή και του αναδιανεμητικού ρόλου του προϋπολογισμού της·

Γεωργία και Αλιεία

28.   ζητεί η ΚΓΠ και η ΚΑΠ να θεωρηθούν ως θεμελιώδη στοιχεία της πολιτικής για την περιφερειακή ισορροπία, την κοινωνική συνοχή και τη αειφόρο ανάπτυξη της ΕΕ·

29.   καλεί την Επιτροπή να υποβάλει το 2002 στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο μια λεπτομερή έκθεση των δράσεων που χρηματοδοτήθηκαν από τα Διαρθρωτικά Ταμεία στον τομέα αλιείας της Κοινότητας κατά την περίοδο 1994-1999, καθώς και μια μελέτη της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης στις περιοχές της Ένωσης για τις οποίες η αλιευτική δραστηριότητα είναι σημαντική·

Αλλες πολιτικές

30.   παροτρύνει την Επιτροπή και το Συμβούλιο, ενόψει της περιόδου 2007-2010, να μεριμνήσουν ώστε να δοθεί προτεραιότητα στη σύνδεση των περιοχών της περιφέρειας, των νησιωτικών και υπανάπτυκτων περιοχών με ολόκληρη την επικράτεια της Ένωσης, στο πλαίσιο των ΔΕΔ μεταφορών, χωρίς περικοπές στις δημόσιες επενδύσεις στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη· ζητεί επίσης επιτακτικά, κατά τη νέα περίοδο, να δοθεί προτεραιότητα στην ανάπτυξη συνδυασμένων και βιώσιμων μεταφορών·

31.   καλεί την Επιτροπή, στο πλαίσιο των προσπαθειών για την επίτευξη της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής, να λάβει υπόψη τον εξόχως απόκεντρο χαρακτήρα των υπερπόντιων διαμερισμάτων της Γαλλίας, της Μαδέρας, των Αζόρων και των Καναρίων Νήσων, όσον αφορά τη διασφάλιση της πρόσβασης στους διαρθρωτικούς πόρους μετά το 2006·

32.   ζητεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να ενεργήσουν τα επόμενα χρόνια σύμφωνα με όσα προβλέπουν οι κανονισμοί των Διαρθρωτικών Ταμείων, οι οποίοι θεωρούν τη βελτίωση του περιβάλλοντος ως οριζόντιο στοιχείο όλων των στόχων τους·

33.   παροτρύνει τα κράτη μέλη να τηρήσουν τις δεσμεύσεις που ανέλαβαν βάσει της οδηγίας NATURA 2000·

34.   λαμβάνει γνώση της έγκρισης των ειδικών προγραμμάτων του Πέμπτου Προγράμματος Πλαισίου Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης, καθώς και της εκπόνησης, το 1999, της ανακοίνωσης "Προς ένα ευρωπαϊκό χώρο έρευνας", στην οποία προτείνεται η ενίσχυση του ρόλου των περιφερειών στην ευρωπαϊκή ερευνητική προσπάθεια και, ειδικότερα, στην οικοδόμηση ενός ευρωπαϊκού χώρου έρευνας·

Προσθετικότητα

35.   εκφράζει την κατάπληξή του για το γεγονός ότι η αρχή της προσθετικότητας, ως μια από τις τέσσερις σημαντικότερες αρχές των Διαρθρωτικών Ταμείων δεν τηρείται, κατά τα φαινόμενα πλήρως από τα κράτη μέλη και την Επιτροπή· εκφράζει τη λύπη του για την έλλειψη δυνατότητας επιβολής κυρώσεων στην περίπτωση που τα κράτη μέλη παραβιάζουν την αρχή της προσθετικότητας· καλεί την Επιτροπή, κατά την εκ των προτέρων εξέταση στο πλαίσιο του προγραμματισμού, να προσδώσει ιδιαίτερη σπουδαιότητα στην τήρηση της αρχής της προσθετικότητας· υποστηρίζει, επίσης, τη σύσταση του Ελεγκτικού Συνεδρίου σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να καθοριστούν για τη νέα περίοδο προγραμματισμού πιο εύχρηστες διαδικασίες για τον έλεγχο της προσθετικότητας, οι οποίες θα ενσωματώνονται στις διαδικασίες προγραμματισμού, παρακολούθησης και αξιολόγησης και θα προσαρμόζονται στα διαθέσιμα στοιχεία του προϋπολογισμού και της στατιστικής·

36.   παροτρύνει τα κράτη μέλη να τηρήσουν απολύτως την αρχή της προσθετικότητας και ζητεί από την Επιτροπή να αναλάβει πρωτοβουλία για τη δημιουργία ρυθμιστικών μηχανισμών και κανόνων που θα εξασφαλίζουν την εφαρμογή της προσθετικότητας·

37.   ζητεί από την Επιτροπή να παράσχει το συντομότερο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον κατάλογο των μέτρων που σκοπεύει να εφαρμόζει με στόχο την τήρηση της αρχής αυτής ιδιαίτερα όταν κράτη τα οποία είναι αποδέκτες των Διαρθρωτικών Ταμείων και του Ταμείου Συνοχής, εφαρμόζουν τον κανόνα του μηδενικού ελλείμματος του προϋπολογισμού·

38.   ζητεί να αναλάβουν οι περιφέρειες, και όχι τα κράτη, την ευθύνη της διαχείρισης όσον αφορά τα έργα των Διαρθρωτικών Ταμείων που πρόκειται να υλοποιηθούν στο έδαφός τους·

Εταιρική σχέση

39.   ζητεί από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη, κατά τη διαχείριση των Διαρθρωτικών Ταμείων, να εφαρμόζουν την αρχή της εταιρικής σχέσης με τους οικονομικούς και κοινωνικούς παράγοντες καθώς επίσης και την αρχή της επικουρικότητας, αναγνωρίζοντας τις αρμοδιότητες των εσωτερικών πολιτικών φορέων των κρατών μελών·

Αξιολόγηση και έλεγχος

40.   αναγνωρίζει το γεγονός ότι η Επιτροπή συμπεριέλαβε, για πρώτη φορά σε ετήσια έκθεση, κεφάλαιο σχετικά με τα εφαρμοσθέντα μέτρα αξιολόγησης και ελέγχου, εις απάντηση των επικρίσεων του Κοινοβουλίου κατά τα προηγούμενα οικονομικά έτη·

41.   επισημαίνει ότι τα κράτη μέλη κοινοποίησαν το έτος 1999 ανωμαλίες και περιπτώσεις απάτης ύψους 120,6 εκατ. ευρώ - δηλ. 0,39% των πόρων των διαρθρωτικών ταμείων που ανέρχονται σε 30,6 δισ. ευρώ· ζητεί από την Επιτροπή να ενισχύσει τους επιτόπιους ελέγχους που διενεργούν οι αρμόδιες ελεγκτικές υπηρεσίες· καλεί την Επιτροπή να παράσχει ενημερωμένες πληροφορίες για τα μέτρα που έλαβαν τα διάφορα κράτη μέλη σχετικά με τις ανωμαλίες που σημειώθηκαν σε παρεμβάσεις των Διαρθρωτικών Ταμείων·

42.   σημειώνει τις εκτελεστικές διατάξεις που καθορίζονται στους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 438/2001(6) και (ΕΚ) αριθ. 448/2001(7) σχετικά με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1260/99· χαιρετίζει τις βελτιώσεις που επήλθαν ως προς το δημοσιονομικό έλεγχο των διαρθρωτικών ταμείων· ζητεί την αυστηρή εφαρμογή των κανονισμών αυτών από τα κράτη μέλη και την Επιτροπή· ζητεί από τα κράτη μέλη να βελτιώσουν τα διοικητικά και ελεγκτικά συστήματα προκειμένου να αποφεύγονται, να εντοπίζονται και να εξαλείφονται τα αδύνατα σημεία και οι συστηματικές ανωμαλίες· ζητεί από τα κράτη μέλη, που δεν το έχουν ακόμη πράξει, να εκχωρήσουν στο εκάστοτε εθνικό Ελεγκτικό Συνέδριο πλήρη εξουσία για την εξακρίβωση της χρησιμοποίησης των πόρων της ΕΕ έως τη βαθμίδα του τελικού αποδέκτη·

43.   υπογραμμίζει τον βασικό ρόλο που πρέπει να παίξει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στη διαδικασία αξιολόγησης και ελέγχου, ρόλος που παραμελήθηκε κατά την περίοδο που καλύπτει η ετήσια έκθεση· πιστεύει ότι το Κοινοβούλιο δεν πρέπει να εγκρίνει αβασάνιστα τα ετήσια κονδύλια όταν έρχεται η ώρα της έγκρισης του προϋπολογισμού, αλλά πρέπει να συμμετέχει ενεργά στη διεργασία αποτίμησης ως εγγυητής των ευρωπαϊκών συμφερόντων παράλληλα με την Επιτροπή·

44.   θεωρεί ότι η ανασκόπηση και ενίσχυση του ρόλου του Κοινοβουλίου είναι αναγκαία, ιδιαίτερα για να μεριμνά ώστε η Επιτροπή και τα κράτη μέλη να τηρούν τις υποχρεώσεις του όσον αφορά τη διαφάνεια στον τομέα αυτό, ειδικά όπως εκφράζεται στον κώδικα δεοντολογίας για την εκτέλεση των διαρθρωτικών πολιτικών που συμφωνήθηκαν με την Επιτροπή το 1999·

o
o   o

45.   αναθέτει στην Πρόεδρο να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, την Επιτροπή, καθώς και τα κοινοβούλια των κρατών μελών.

(1) ΕΕ L 193 της 31.7.1993, σ. 5.
(2) ΕΕ L 193 της 31.7.1993, σ. 20.
(3) ΕΕ C 342 της 1.12.2000, σ. 1.
(4) ΕΕ L 161 της 26.6.1999, σ. 1.
(5) ΕΕ L 193 της 31.7.1993, σ. 34.
(6)EE L 63 της 3.3.2001, σ. 21.
(7) ΕΕ L 64 της 6.3.2001, σ. 13.


Ακρωτηριασμοί των γυναικείων γεννητικών οργάνων
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τους ακρωτηριασμούς των γυναικείων γεννητικών οργάνων (2001/2035(ΙΝΙ))
A5-0285/2001

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

-   έχοντας υπόψη την πρόταση ψηφίσματος της 26ης Φεβρουαρίου 2001, που υπέβαλαν ο βουλευτής Maurizio Turco και άλλοι σχετικά με τους ακρωτηριασμούς των γυναικείων γεννητικών οργάνων (Β5-0686/2000/αναθ. ), το οποίο υπογράφουν 317 βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

-   έχοντας υπόψη τα άρθρα 2, 3 και 5, της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που εγκρίθηκε το 1948,

-   έχοντας υπόψη τα άρθρα 2, 3 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με τα αστικά και πολιτικά δικαιώματα, που εγκρίθηκε το 1966,

-   έχοντας υπόψη τα άρθρα 2, 3 και 12 του Διεθνούς Συμφώνου των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα, που εγκρίθηκε το 1966,

-   έχοντας υπόψη την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία εγκρίθηκε στις 4 Νοεμβρίου 1950,

-   έχοντας συγκεκριμένα υπόψη το άρθρο 5, στοιχείο α), της Σύμβασης για την Εξάλειψη όλων των Διακρίσεων εις βάρος των Γυναικών, που εγκρίθηκε το 1979,

-   έχοντας υπόψη την το άρθρο 2, παράγραφος 1, το άρθρο 19, παράγραφος 1, το άρθρο 24, παράγραφος 3, και τα άρθρα 34 και 39 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, η οποία εγκρίθηκε στις 20 Νοεμβρίου 1989 από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών,

-   έχοντας υπόψη το άρθρο 1, το άρθρο 2, στοιχείο στ),το άρθρο 5, το άρθρο 10, στοιχείο γ), το άρθρο 12 και το άρθρο 16 της Σύστασης αριθ. 19 της Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών, για την Εξάλειψη όλων των Διακρίσεων κατά των Γυναικών που εγκρίθηκε το 1992,

-   έχοντας υπόψη τη Διακήρυξη και το Πρόγραμμα Δράσης της Βιέννης, που εγκρίθηκαν κατά την Παγκόσμια Διάσκεψη για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, η οποία πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 1993,

-   έχοντας υπόψη τη Διακήρυξη της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών, πρώτο διεθνές έγγραφο ανθρωπίνων δικαιωμάτων που ασχολείται αποκλειστικά με τη βία κατά των γυναικών, η οποία εγκρίθηκε τον Δεκέμβριο του 1993,

-   έχοντας υπόψη τις εκθέσεις της ειδικής εισηγήτριας των Ηνωμένων Εθνών, κυρίας Radhika Coomaraswamy, σχετικά με τη βία κατά των γυναικών,

-   έχοντας υπόψη τη Διακήρυξη και το Πρόγραμμα Δράσης της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για τον Πληθυσμό και την Ανάπτυξη (Κάιρο, 13 Σεπτεμβρίου 1994),

-   έχοντας υπόψη τη Διακήρυξη και το Πρόγραμμα Δράσης της Παγκόσμιας Διάσκεψης για τη Γυναίκα (Πεκίνο, 15 Σεπτεμβρίου 1995),

-   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 15ης Ιουνίου 1995, σχετικά με την Τέταρτη Παγκόσμια Διάσκεψη για τη Γυναίκα με θέμα "Ισότητα, Ανάπτυξη και Ειρήνη"(1) ,

-   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 15ης Ιουνίου 2000, σχετικά με την ειδική σύνοδο των Ηνωμένων Εθνών "Γυναίκες 2000" ισότητα των φύλων, ανάπτυξη και ειρήνη για τον 21ο αιώνα, που έγινε από 5-9 Ιουνίου 2000(2) ,

-   έχοντας υπόψη τη Συμφωνία Εταιρικής Σχέσης ΑΚΕ-ΕΕ (Συμφωνία του Κοτονού) που υπεγράφη στις 23 Ιουνίου 2000, και το Χρηματοδοτικό Πρωτόκολλο αυτής,

-   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 18ης Μαΐου 2000, σχετικά με τη συνέχεια που δόθηκε στην πλατφόρμα δράσης του Πεκίνου (2000/2020(ΙΝΙ))(3) ,

-   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 13ης Μαρτίου 1997 σχετικά με την παραβίαση των δικαιωμάτων της γυναίκας(4) ,

-   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 16ης Σεπτεμβρίου 1997 σχετικά με την ανάγκη εκστρατείας στην Ευρώπη για την πλήρη απόρριψη της βίας κατά των γυναικών(5) ,

-   έχοντας υπόψη το Προαιρετικό Πρωτόκολλο της Σύμβασης για την Εξάλειψη όλων των Διακρίσεων κατά των Γυναικών, το οποίο εγκρίθηκε στις 12 Μαρτίου 1999 από την Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τη Θέση της Γυναίκας,

-   έχοντας υπόψη το ψήφισμα του Συμβουλίου της Ευρώπης για τους ακρωτηριασμούς των γυναικείων γεννητικών οργάνων, της 12ης Απριλίου 1999,

-   έχοντας υπόψη τη θέση του 16ης Απριλίου 1999 σχετικά με τροποποιημένη πρόταση απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τη θέσπιση προγράμματος κοινοτικής δράσης (DAPHNE) (2000-2004) με μέτρα για την καταπολέμηση της βίας που ασκείται κατά των παιδιών, των εφήβων και των γυναικών (COM(1999) 82 - C4-0099/1999 - 1998/0192(COD) )(6) ,

-   έχοντας υπόψη τη θέση του της 15ης Νοεμβρίου 2000 σχετικά με την κοινοτική στρατηγική για την ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών (COM(2000) 335 - C5-0386/2000 - 2000/0143(CNS) )(7) ,

-   έχοντας υπόψη την απόφασή του της 14ης Δεκεμβρίου 2000 να περιληφθεί ακρωτηριασμός γυναικείων γεννητικών οργάνων στο άρθρο B5-802 του προϋπολογισμού 2001/Πρόγραμμα DAPHNE(8) ,

-   έχοντας υπόψη τις συστάσεις που διατύπωσε η ομάδα εμπειρογνωμόνων σχετικά με τους ακρωτηριασμούς γυναικείων γεννητικών οργάνων στο πλαίσιο του προγράμματος DAPHNE/MGF τον Νοέμβριο του 1998(9) ,

-   έχοντας υπόψη την έκθεση που ενέκρινε στις 3 Μαΐου 2001 η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης για τους ακρωτηριασμούς των γυναικείων γεννητικών οργάνων(10) ,

-   έχοντας υπόψη την κοινή διακήρυξη του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων από το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Επιτροπή κατά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Νίκαιας στις 8 Δεκεμβρίου 2000,

-   έχοντας υπόψη τις θέσεις που το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει επανειλημμένως λάβει στο πλαίσιο των διεθνών συμβάσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα,

-   έχοντας υπόψη τα άρθρα 6 και 7, της Συνθήκης ΕΕ για το σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου (γενικές αρχές) και τα άρθρα 12 και 13 της Συνθήκης ΕΚ (απαγόρευση διακρίσεων),

-   έχοντας υπόψη το άρθρο 48 του Κανονισμού του,

-   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής για τα Δικαιώματα της Γυναίκας και τις ºσες Ευκαιρίες και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Ελευθεριών και Δικαιωμάτων των Πολιτών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων και της Επιτροπής Ανάπτυξης και Συνεργασίας (A5-0285/2001 ),

Α.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με στοιχεία της ΠΟΥ, 130 εκατομμύρια γυναίκες σε ολόκληρο τον κόσμο έχουν υποστεί ακρωτηριασμούς των γεννητικών τους οργάνων και ότι, κάθε χρόνο, 2 εκατομμύρια γυναίκες εκτίθενται στις πρακτικές αυτές,

Β.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, παρά τις δυσχέρειες που υπάρχουν ως προς τον ακριβή υπολογισμό ελλείψει επίσημων στοιχείων, σύμφωνα με την ΠΟΥ, διάφορους ΜΚΟ και μια σειρά ερευνών, οι πρακτικές αυτές εφαρμόζονται σε τουλάχιστον 25 αφρικανικές χώρες, σε ορισμένες ασιατικές (Ινδονησία, Μαλαισία) και στη Μέση Ανατολή (Υεμένη, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Αίγυπτο)· λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει διαπιστωθεί πως στις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία και την Ευρώπη (σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ο αριθμός των θυμάτων ανέρχεται σε 60 000 περίπου και σε 20 000 ο αριθμός των γυναικών που διατρέχουν τον κίνδυνο) πραγματοποιούνται επίσης ακρωτηριασμοί γυναικείων γεννητικών οργάνων σε κοινότητες μεταναστών από τις χώρες αυτές,

Γ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι περίπου οι μισές από τις 25-30 αφρικανικές χώρες που εφαρμόζουν την πρακτική του ακρωτηριασμού των γυναικείων οργάνων έχουν υιοθετήσει διάφορους νόμους που καταδικάζουν πλήρως ή μερικώς την πρακτική αυτή, χωρίς όμως να γίνονται σεβαστοί,

Δ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ακρωτηριασμοί γυναικείων γεννητικών οργάνων έχουν διάφορες διαβαθμίσεις που εκτείνονται από την κλειτοριδεκτομή (μερική ή ολική αφαίρεση της κλειτορίδας) και την εκτομή (αφαίρεση της κλειτορίδας και των μικρών χειλέων), οι οποίες αντιπροσωπεύουν περίπου το 85% των ακρωτηριασμών γεννητικών οργάνων που γίνονται σε γυναίκες, μέχρι την πιο ακραία μορφή τους, ήτοι τον αγκτηριασμό (ολική αφαίρεση της κλειτορίδας και των μικρών χειλέων καθώς και της εσωτερικής επιφάνειας των μεγάλων χειλέων και συνεχής ραφή του αιδοίου ώστε να μη μένει παρά ένα στενό κολπικό άνοιγμα),

Ε.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ακρωτηριασμοί των γυναικείων γεννητικών οργάνων προκαλούν μη αναστρέψιμες βλάβες στην υγεία των γυναικών και των κοριτσιών που τους υφίστανται, βλάβες που μπορούν να οδηγήσουν ακόμη και στο θάνατο· ότι η χρήση υποτυπωδών εργαλείων και η έλλειψη αντισηπτικών προφυλάξεων έχουν ζημιογόνες παρενέργειες έτσι ώστε οι σεξουαλικές σχέσεις και οι τοκετοί ενδεχομένως να είναι οδυνηροί, τα όργανα βλάπτονται ανεπανόρθωτα και ενδέχεται να υπάρξουν επιπλοκές (όπως αιμορραγίες, κατάσταση σοκ, μολύνσεις, μετάδοση του ιού του AIDS, τέτανος, καλοήθεις όγκος), καθώς και σοβαρές επιπλοκές κατά την κύηση και τον τοκετό,

ΣΤ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οποιοσδήποτε ακρωτηριασμός γυναικείων γεννητικών οργάνων, οποιουδήποτε βαθμού, συνιστά πράξη βίας κατά της γυναίκας η οποία παραβιάζει κατάφωρα τα θεμελιώδη δικαιώματά της, κυρίως το δικαίωμα της ατομικής ακεραιότητας και της σωματικής και πνευματικής υγείας, καθώς και τα σεξουαλικά και αναπαραγωγικά δικαιώματά της, και ότι αυτή η παραβίαση σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογείται με το πρόσχημα του σεβασμού πολιτιστικών παραδόσεων ή τελετουργικών μυήσεων,

Ζ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι ο οικουμενικός και αδιαίρετος χαρακτήρας των δικαιωμάτων του ανθρώπου που έχει αναγνωρισθεί και επιβεβαιωθεί από όλες τις σχετικές διεθνείς συνθήκες και, ιδιαίτερα, τα δικαιώματα των γυναικών δέχονται τις επιθέσεις του ριζοσπαστικού πολιτιστικού ρελατιβισμού ο οποίος, στην πιο ακραία μορφή του, θεωρεί τον πολιτισμό ως τη μόνη πηγή για την ηθική νομιμοποίηση, με αποτέλεσμα τα δικαιώματα των γυναικών, των νεαρών γυναικών και των ανηλίκων κοριτσιών να απειλούνται εν ονόματι πολιτισμών, παραδοσιακών πρακτικών ή εθίμων ή ακόμα και εν ονόματι ενός θρησκευτικού εξτρεμισμού, που στην πλειοψηφία τους δίνουν στις γυναίκες κοινωνική θέση και νομικό καθεστώς που είναι κατώτερα από εκείνα των ανδρών,

Η.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ακρωτηριασμοί των γεννητικών οργάνων που επιβάλλονται στα ανήλικα κορίτσια αξίζουν την πιο απερίφραστη καταδίκη και αποτελούν κατάφωρη παραβίαση της διεθνούς και εθνικής νομοθεσίας που προστατεύει τα παιδιά και τα δικαιώματά τους,

Θ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ακρωτηριασμοί γυναικείων γεννητικών οργάνων αποτελούν παραβίαση των δικαιωμάτων των γυναικών και των κοριτσιών που έχουν καθιερωθεί μέσω διαφόρων διεθνών συμβάσεων, απαγορεύονται από την ποινική νομοθεσία των κρατών μελών και αντίκεινται τις αρχές του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Ι.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η βία κατά των γυναικών πηγάζει από κοινωνικές δομές που βασίζονται στην ανισότητα των φύλων και σε μη ισόρροπες σχέσεις εξουσίας, κυριαρχίας και ελέγχου και στις οποίες η κοινωνική και οικογενειακή πίεση είναι το πρωταρχικό αίτιο της παραβίασης ενός θεμελιώδους δικαιώματος όπως είναι ο σεβασμός της προσωπικής ακεραιότητας,

ΙΑ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ακρωτηριασμοί γυναικείων γεννητικών οργάνων εντείνουν τις διακρίσεις που ήδη υφίστανται οι γυναίκες και τα κορίτσια στις κοινότητες στις οποίες διενεργούνται,

ΙΒ.   τονίζοντας το ζωτικό ρόλο που διαδραματίζουν η εκπαίδευση και η πληροφόρηση στην αποθάρρυνση της πρακτικής αυτής, και αναγνωρίζοντας ιδίως τη σημασία του να πειστούν οι άνθρωποι ότι μπορούν να εγκαταλείψουν ορισμένες πρακτικές χωρίς να χάσουν ουσιαστικές πτυχές του πολιτισμού τους,

ΙΓ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 2, στοιχείο στ) της Σύμβασης για την Εξάλειψη όλων των Διακρίσεων κατά των Γυναικών απαιτεί από τα συμβαλλόμενα κράτη να λάβουν τα δέοντα μέτρα, ώστε να τροποποιήσουν ή να καταργήσουν τις νομοθετικές ρυθμίσεις, έθιμα και πρακτικές που συνιστούν διάκριση κατά των γυναικών,

ΙΔ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 5, στοιχείο α) της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για την Εξάλειψη όλων των Διακρίσεων κατά των Γυναικών, "τα συμβαλλόμενα κράτη λαμβάνουν όλα τα δέοντα μέτρα για να τροποποιήσουν τα πρότυπα κοινωνικής και πολιτιστικής συμπεριφοράς του άνδρα και της γυναίκας, προκειμένου να επιτευχθεί η εξάλειψη των εθιμικών και κάθε άλλου είδους προκαταλήψεων και πρακτικών που βασίζονται στην ιδέα της κατωτερότητας ή της ανωτερότητας του ενός ή του άλλου φύλου ή των στερεότυπων ρόλων ανδρών και γυναικών",

ΙΕ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η Διακήρυξη και το Πρόγραμμα Δράσης της Βιέννης, που εγκρίθηκαν τον Ιούνιο του 1993, θεωρούν για πρώτη φορά ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα των γυναικών "αποτελούν αναλλοίωτο, αναπόσπαστο και αδιαχώριστο τμήμα των οικουμενικών δικαιωμάτων του ανθρώπου", καθώς και ότι όλες οι μορφές βίας, "περιλαμβανομένων και εκείνων που αποτελούν απόρροια πολιτισμικών προκαταλήψεων […[ είναι ασυμβίβαστες με την αξιοπρέπεια και την αξία του ανθρώπου",

ΙΣΤ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η Διακήρυξη για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών, η οποία εγκρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών τον Δεκέμβριο του 1993, παρέχει, για πρώτη φορά, την επίσημη ερμηνεία των Ηνωμένων Εθνών για τη βία απέναντι στο γυναικείο φύλο: "όλες οι πράξεις βίας κατά των γυναικών, που προκαλούν ή μπορούν να προκαλέσουν στις γυναίκες βλάβη ή σωματικό, σεξουαλικό ή ψυχολογικό πόνο, συμπεριλαμβανομένης της απειλής τέτοιων πράξεων, του εξαναγκασμού ή της αυθαίρετης στέρησης της ελευθερίας, είτε στη δημόσια είτε στην ιδιωτική ζωή",

ΙΖ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 2 της Διακήρυξης αυτής ορίζει ρητά ότι η βία κατά των γυναικών εννοείται ότι περιλαμβάνει, αλλά δεν περιορίζεται σε αυτήν, και τη σωματική, σεξουαλική και ψυχολογική βία που ασκείται μέσα στην οικογένεια, και συγκεκριμένα τους ακρωτηριασμούς γεννητικών οργάνων και άλλες παραδοσιακές πρακτικές που βλάπτουν τη γυναίκα,

ΙΗ.   εκτιμώντας ότι το άρθρο 4 της Διακήρυξης αυτής ορίζει ότι "τα κράτη οφείλουν να καταδικάσουν τη βία κατά των γυναικών και να μην επικαλούνται εθιμικούς, πολιτισμικούς και/ή θρησκευτικούς λόγους για να αποφύγουν να εκπληρώσουν την υποχρέωσή τους όσον αφορά την εξάλειψή της",

ΙΘ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, που εγκρίθηκε το 1989, προβλέπει ότι "τα συμβαλλόμενα κράτη δεσμεύονται να σέβονται τα αναφερόμενα στη Σύμβαση δικαιώματα και να τα εξασφαλίζουν σε κάθε παιδί που εξαρτάται από τη δικαιοδοσία τους, χωρίς καμία διάκριση, ανεξάρτητα από το […[ φύλο του"· ότι το άρθρο 24, παράγραφος 3, ορίζει ότι "τα κράτη λαμβάνουν όλα τα δέοντα μέτρα προκειμένου να απαγορεύσουν τις παραδοσιακές πρακτικές που βλάπτουν την υγεία των παιδιών",

Κ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η πλατφόρμα δράσης της Διεθνούς Διάσκεψης για τον Πληθυσμό και την Ανάπτυξη, που πραγματοποιήθηκε στο Κάιρο το 1994, περιλαμβάνει συστάσεις προς τα κράτη με στόχο να εξαλειφθούν οι ακρωτηριασμοί των γυναικείων γεννητικών οργάνων και να προστατευθούν οι γυναίκες και τα κορίτσια από αυτούς,

ΚΑ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η Διάσκεψη σχετικά με τη συνέχεια στο Κάιρο, και ιδιαίτερα το άρθρο 42 των απαραίτητων δράσεων για την περαιτέρω εφαρμογή του προγράμματος δράσης της Διεθνούς Διάσκεψης για τον Πληθυσμό και την Ανάπτυξη ορίζει ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να προάγουν και να προστατεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα των κοριτσιών και των νεαρών γυναικών, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, καθώς και της ελευθερίας από εξαναγκασμό, διάκριση και βία, καθώς και από επιβλαβείς πρακτικές και σεξουαλική εκμετάλλευση· ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να αναθεωρήσουν τη νομοθεσία τους και να τροποποιήσουν και να ανακαλέσουν όλα όσα συνιστούν διάκριση εις βάρος των κοριτσιών και των νεαρών γυναικών,

ΚΒ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η Διακήρυξη και η Πλατφόρμα του Πεκίνου, που εγκρίθηκαν το 1995, απευθύνουν έντονες συστάσεις στις κυβερνήσεις και τις καλούν να εκδώσουν και να εφαρμόσουν νόμους που θα επιβάλλουν κυρώσεις στους ασκούντες πρακτικές και πράξεις βίας κατά των γυναικών, όπως είναι οι ακρωτηριασμοί γεννητικών οργάνων, και να στηρίξουν έντονα τις προσπάθειες των ΜΚΟ και των κοινοτικών οργανώσεων με στόχο την εξάλειψη των πρακτικών αυτών,

ΚΓ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η Πλατφόρμα του Πεκίνου καλεί τα κράτη να λάβουν όλα τα δέοντα μέτρα, ειδικότερα μάλιστα στον τομέα της παιδείας, για να μεταβληθούν οι κοινωνικές και πολιτιστικές συμπεριφορές ανδρών και γυναικών και να εξαλειφθούν οι προκαταλήψεις και οι εθιμικές πρακτικές καθώς και όλες οι πρακτικές που βασίζονται στην ιδέα ότι ένα από τα δύο φύλα είναι ανώτερο ή κατώτερο από το άλλο και στις στερεότυπες αντιλήψεις για τους ρόλους του αρσενικού και του θηλυκού,

ΚΔ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η Συμφωνία Εταιρικής Σχέσης ΑΚΕ-ΕΕ (Συμφωνία Κοτονού) βασίζεται σε αυτές τις οικουμενικές αρχές και περιλαμβάνει διατάξεις κατά του ακρωτηριασμού γυναικείων γεννητικών οργάνων (το άρθρο 9 για τα ουσιώδη στοιχεία της συμφωνίας, στα οποία περιλαμβάνεται ο σεβασμός όλων των δικαιωμάτων του ανθρώπου, και τα άρθρα 25 και 31 για την κοινωνική ανάπτυξη για τα θέματα που αφορούν την ισότητα των δύο φύλων),

ΚΕ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η έκθεση που ενέκρινε στις 3 Μαΐου 2001 η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης ζητεί την απαγόρευση των ακρωτηριασμών των γυναικείων γεννητικών οργάνων και τους θεωρεί απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση υπό την έννοια του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου· υπενθυμίζοντας ότι η προστασία των πολιτισμών και των παραδόσεων έχει ως όριο το σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και την απαγόρευση πρακτικών που συγγενεύουν με βασανιστήρια,

ΚΣΤ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, στο πλαίσιο μιας ευρωπαϊκής κοινής πολιτικής για τη μετανάστευση και το άσυλο, η Επιτροπή και το Συμβούλιο πρέπει να ασχοληθούν με το ζήτημα της απειλής με ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν τα άτομα των οποίων η αίτηση ασύλου απορρίπτεται·

ΚΖ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν πλέον ένα κοινοτικό νομικό πλαίσιο που τους δίνει τη δυνατότητα να υιοθετήσουν μία αποτελεσματική πολιτική καταπολέμησης των διακρίσεων και να καθιερώσουν ένα κοινό καθεστώς σε θέματα ασύλου, καθώς και μία νέα πολιτική μετανάστευσης (άρθρο 13 και τίτλος IV της Συνθήκης ΕΚ),

1.   καταδικάζει δριμύτατα τους ακρωτηριασμούς των γυναικείων γεννητικών οργάνων ως παραβίαση των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων·

2.   καλεί την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη να συνεργασθούν, εν ονόματι των δικαιωμάτων του ανθρώπου, της ακεραιότητάς του, της ελευθερίας συνείδησης και του δικαιώματός του στην υγεία, για την εναρμόνιση της ήδη υφιστάμενης νομοθεσίας και, στην περίπτωση που η υφιστάμενη νομοθεσία δεν κρίνεται κατάλληλη, για την εκπόνηση ειδικής σχετικής νομοθεσίας·

3.   αντιτίθεται στο να προσλάβει το ζήτημα ιατρικό χαρακτήρα, διότι τούτο θα οδηγούσε στην αιτιολόγηση και την αποδοχή της πρακτικής των ακρωτηριασμών των γυναικείων γεννητικών οργάνων στο έδαφος της Ένωσης·

4.   επαναλαμβάνει ότι ο ακρωτηριασμός των γυναικείων γεννητικών οργάνων, λόγω της φύσης του και των συνεπειών του, συνιστά σοβαρό πρόβλημα για την κοινωνία ως σύνολο· ωστόσο, προκειμένου τα μέλη των ενδιαφερόμενων κοινοτήτων ή ομάδων να πεισθούν για την ανάγκη εξάλειψης των πρακτικών αυτών, τα μέτρα που θα εγκριθούν θα πρέπει να εξασφαλίζουν τη συμμετοχή και τη συνεργασία των εμπλεκομένων κοινοτήτων και να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητά τους·

5.   επιβεβαιώνει ότι οι λόγοι που προβάλλονται από πολλές κοινότητες για τη διατήρηση παραδοσιακών πρακτικών οι οποίες βλάπτουν την υγεία των γυναικών και των παιδιών δεν έχουν επιστημονική βάση ούτε θρησκευτική προέλευση ή δικαιολογία·

6.   καλεί το Συμβούλιο, την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να πραγματοποιήσουν ενδελεχή έρευνα ώστε να προσδιοριστεί η εμβέλεια του φαινομένου αυτού στα κράτη μέλη·

7.   καλεί την Επιτροπή να καταρτίσει μια σφαιρική στρατηγική προσέγγιση με στόχο την εξάλειψη της πρακτικής του ακρωτηριασμού των γυναικείων γεννητικών οργάνων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία πρέπει να εκτείνεται πέραν της απλής καταγγελίας των πράξεων αυτών και να καθιερώνει νομικούς και διοικητικούς μηχανισμούς, καθώς επίσης και προληπτικούς, εκπαιδευτικούς και κοινωνικούς μηχανισμούς οι οποίοι θα επιτρέπουν στις γυναίκες που είναι ή που κινδυνεύουν να γίνουν θύματα, να εξασφαλίσουν πραγματική προστασία·

8.   ζητεί, αυτή η σφαιρική στρατηγική να συνοδεύεται από εκπαιδευτικά προγράμματα καθώς και από τη διοργάνωση εθνικών και διεθνών ενημερωτικών εκστρατειών·

9.   καλεί την Επιτροπή να διοργανώσει εκστρατεία ευαισθητοποίησης απευθυνόμενη στους νομοθέτες / βουλευτές των ενδιαφερομένων χωρών, ούτως ώστε να μεγιστοποιηθεί η ισχύς της υφισταμένης νομοθεσίας και, όπου δεν υπάρχει, να συμβάλουν στη διατύπωση και έγκριση σχετικής νομοθεσίας·

10.   ζητεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη να διώκουν, να καταδικάζουν και να τιμωρούν την άσκηση των πρακτικών αυτών εφαρμόζοντας μια ολοκληρωμένη στρατηγική που θα λαμβάνει υπόψη της τη νομοθετική, υγειονομική, κοινωνική και ενταξιακή διάσταση του προβλήματος των μεταναστών·

11.   για το σκοπό αυτό, ζητεί από τα κράτη μέλη:

   -
να θεωρείται ως ποινικό αδίκημα οποιοσδήποτε ακρωτηριασμός γυναικείων γεννητικών οργάνων ανεξάρτητα από το εάν υπάρχει ή όχι οποιαδήποτε μορφή συναίνεσης εκ μέρους της γυναίκας, καθώς και να τιμωρείται όποιος βοηθά, παρακινεί, συμβουλεύει ή υποστηρίζει ένα άτομο να ασκεί οιαδήποτε από τις πράξεις αυτές στο σώμα γυναίκας, νεαρής γυναίκας ή κοριτσιού·
   -
να διώκεται, δικάζεται και να τιμωρείται ποινικά οποιοσδήποτε μόνιμος κάτοικος διέπραξε το αδίκημα του ακρωτηριασμού γυναικείων γεννητικών οργάνων, ακόμη και αν το αδίκημα έλαβε χώρα εκτός των συνόρων τους (εξωεδαφικότητα του αδικήματος)·
   -
να εγκρίνουν νομοθετικά μέτρα που να δίνουν στους δικαστές ή στους εισαγγελείς τη δυνατότητα λήψης ασφαλιστικών και προληπτικών μέτρων εάν γνωρίζουν περιπτώσεις γυναικών ή κοριτσιών που διατρέχουν τον κίνδυνο να ακρωτηριασθούν·
   -
να θεσπίσουν διοικητικές ρυθμίσεις για τα κέντρα υγείας και τα ιατρικά επαγγέλματα, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα και τους κοινωνικούς λειτουργούς, καθώς και κώδικες συμπεριφοράς, διατάγματα και δεοντολογικούς κώδικες ώστε οι επαγγελματίες του τομέα της υγείας, οι κοινωνικοί παράγοντες, οι δάσκαλοι, οι καθηγητές και οι παιδαγωγοί να καταγγέλλουν τις διαπραχθείσες πράξεις για τις οποίες διαθέτουν αποδείξεις ή και περιπτώσεις γυναικών που διατρέχουν τέτοιο κίνδυνο και χρειάζονται προστασία και, επιπλέον, να ασκήσουν εκ παραλλήλου το έργο της διαπαιδαγώγησης και της αφύπνισης της συνείδησης μεταξύ των οικογενειών· τούτο δεν θα σημαίνει παραβίαση του επαγγελματικού απορρήτου·
   -
από την άποψη των νομοθετικών διατάξεων για την προστασία του παιδιού, να θεωρείται ότι η απειλή και/ή ο κίνδυνος ακρωτηριασμού των γυναικείων γεννητικών οργάνων αποτελεί λόγο που μπορεί να δικαιολογεί την παρέμβαση των δημοσίων αρχών·
   -
να θέσουν σε εφαρμογή μια προληπτική στρατηγική κοινωνικής δράσης για την προστασία των ανηλίκων που να μη στιγματίζει τις κοινότητες των μεταναστών, με δημόσια προγράμματα και κοινωνικές υπηρεσίες οι οποίες θα έχουν ως στόχο τόσο την πρόληψη (κατάρτιση, διαπαιδαγώγηση και αφύπνιση της συνείδησης των κοινοτήτων για τους κινδύνους και τα συγκεκριμένα κρούσματα) των πρακτικών αυτών, καθώς και την παροχή βοήθειας στα θύματα που τις υπέστησαν (ψυχολογική και ιατρική υποστήριξη, συμπεριλαμβανομένης, ει δυνατόν, δωρεάν ιατρικής θεραπείας αποκατάστασης)·
   -
να διαδώσουν συγκεκριμένες και κατανοητές πληροφορίες για τον αναλφάβητο πληθυσμό, ειδικότερα στα προξενεία των ευρωπαϊκών χωρών με την ευκαιρία της έκδοσης θεωρήσεων· η πληροφόρηση σχετικά με τους λόγους νομικής απαγόρευσης θα πρέπει επίσης να ανακοινώνεται κατά την άφιξη στη χώρα υποδοχής από τις υπηρεσίες μετανάστευσης ούτως ώστε οι οικογένειες να κατανοούν ότι η απαγόρευση της παραδοσιακής πράξης δεν θα πρέπει επ" ουδενί λόγω να εκλαμβάνεται ως πολιτισμική προσβολή αλλά ότι αποτελεί νομική προστασία των γυναικών και των κοριτσιών· οι οικογένειες πρέπει να ενημερώνονται για τις ποινικές συνέπειες που ενδέχεται να συνεπάγονται ποινή φυλάκισης, όταν στοιχειοθετείται ακρωτηριασμός·
   -
να εκπονήσουν οδηγούς και κατευθυντήριες γραμμές για τους επαγγελματίες του τομέα της υγείας, τους παιδαγωγούς και τους κοινωνικούς λειτουργούς με στόχο να ενημερώσουν και να διαπαιδαγωγήσουν τους πατέρες και τις μητέρες, με σεβασμό και με τη βοήθεια διερμηνέων εάν χρειασθεί, σχετικά με τους τεράστιους κινδύνους που συνεπάγεται ο ακρωτηριασμός των γυναικείων γεννητικών οργάνων και με το ότι τέτοιου είδους πρακτικές συνιστούν αδίκημα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης·
   -
να διοργανώσουν κύκλους μαθημάτων σεξουαλικής πληροφόρησης για σχολεία και συναφείς ομάδες με στόχο την ενημέρωση για τις επιπτώσεις των ακρωτηριασμών των γυναικείων γεννητικών οργάνων·
   -
να συνεργασθούν και να χρηματοδοτήσουν τις δραστηριότητες των δικτύων και των ΜΚΟ που πραγματοποιούν έργο διαπαιδαγώγησης, αφύπνισης συνειδήσεων και διαμεσολάβησης σχετικά με τους ακρωτηριασμούς γυναικείων γεννητικών οργάνων, σε στενή επαφή με τις οικογένειες και τις κοινότητες·

12.   καλεί το Συμβούλιο, μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, να θεσπίσει μέτρα για την καταπολέμηση του φαινομένου αυτού δυνάμει του άρθρου 13 της Συνθήκης ΕΚ, εν ονόματι της καταπολέμησης των διακρίσεων με βάση το φύλο και της βίας κατά των γυναικών και των ανηλίκων κοριτσιών·

13.   ζητεί τα μέτρα που θα ληφθούν να φροντίζουν για την υποστήριξη και την αποκατάσταση των γυναικών που υπήρξαν θύματα βίας, παρέχοντάς τους εξειδικευμένη βοήθεια, και να εκπαιδεύονται και να ευαισθητοποιούνται οι υπάλληλοι της δικαιοσύνης και της αστυνομίας για προβλήματα που σχετίζονται με τη βία κατά των γυναικών·

14.   εκφράζει την επιθυμία προς την Επιτροπή και το Συμβούλιο, στο πλαίσιο της διαδικασίας κοινοτικοποίησης της πολιτικής για τη μετανάστευση και το άσυλο που προβλέπεται στον Τίτλο IV της Συνθήκης του Αμστερνταμ, καθώς και προς τα κράτη μέλη, να λάβουν κοινοτικά μέτρα όσον αφορά τη χορήγηση άδειας παραμονής και την προστασία των θυμάτων της πρακτικής αυτής, καθώς επίσης και να αναγνωρίσουν το δικαίωμα παροχής ασύλου στις γυναίκες, τις νέες κοπέλες και τα μικρά κορίτσια που κινδυνεύουν να υποβληθούν σε ακρωτηριασμό των γεννητικών τους οργάνων·

15.   καλεί το Συμβούλιο, την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε το θέμα "πρόσβαση στις διαδικασίες ασύλου για τις γυναίκες που κινδυνεύουν να υποστούν ακρωτηριασμό γυναικείων γεννητικών οργάνων" να καταστεί προτεραιότητα στο πρόγραμμα δράσης της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών το 2002·

16.   επιδοκιμάζει τη σημαντική συνεισφορά πολλών εθνικών και διεθνών μη κυβερνητικών οργανώσεων, ερευνητικών ιδρυμάτων, του Ευρωπαϊκού Δικτύου για την Πρόληψη των Ακρωτηριασμών των Γυναικείων Γεννητικών Οργάνων στην Ευρώπη και των ατόμων που απασχολούνται στο συγκεκριμένο τομέα, οι οποίοι χάρη στη χρηματοδότηση των οργάνων του ΟΗΕ και του Προγράμματος DAPHNE, μεταξύ άλλων πηγών, αναπτύσσουν διάφορα προγράμματα για την αφύπνιση συνειδήσεων και την πρόληψη και εξάλειψη του ακρωτηριασμού των γυναικείων γεννητικών οργάνων· αναμφίβολα, η δικτύωση μεταξύ ΜΚΟ και τοπικών οργανώσεων που λειτουργούν σε εθνικό, περιφερειακό και διεθνές επίπεδο έχει θεμελιώδη σημασία για την επιτυχία της εξάλειψης των ακρωτηριασμών των γυναικείων γεννητικών οργάνων και της ανταλλαγής πληροφοριών και εμπειριών, καθώς και για την ανάληψη κοινών προσπαθειών·

17.   ζητεί οι ακρωτηριασμοί γυναικείων γεννητικών οργάνων να ενταχθούν πλήρως, ως βαρύτατες παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων, στην αναπτυξιακή πολιτική της Ένωσης, λαμβάνοντας υπόψη την έγκριση του κανονισμού (EK) αριθ. 2836/98 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1998, που αποτελεί συνέχεια της Τελικής Διακήρυξης της Τέταρτης Παγκόσμιας Διάσκεψης για τη Γυναίκα στο Πεκίνο το 1995 και της πλατφόρμας δράσης της· η πρόληψη των ακρωτηριασμών των γυναικείων γεννητικών οργάνων πρέπει να καταστεί προτεραιότητα των προγραμμάτων συνεργασίας σε ό,τι αφορά την υγεία και τα φυλετικά και αναπαραγωγικά δικαιώματα·

18.   καλεί την Επιτροπή και το Συμβούλιο να λάβουν πλήρως υπόψη μία στρατηγική κατά των ακρωτηριασμών γυναικείων γεννητικών οργάνων στα Έγγραφα Στρατηγικής ανά Χώρα που εκπονούν για τη συνεργασία με τρίτες χώρες·

19.   καλεί την Επιτροπή και το Συμβούλιο να θέσουν το ζήτημα της στρατηγικής κατά των ακρωτηριασμών γυναικείων γεννητικών οργάνων στις συζητήσεις τους με τις ενδιαφερόμενες χώρες ΑΚΕ στα πλαίσια των προγραμμάτων αναπτυξιακής συνεργασίας (Εθνικά Ενδεικτικά Προγράμματα) βάσει της Συμφωνίας του Κοτονού·

20.   ζητεί από τις χώρες στις οποίες ασκείται η πρακτική του ακρωτηριασμού των γεννητικών οργάνων, και ιδίως τις ενδιαφερόμενες χώρες ΑΚΕ στο πλαίσιο της Συμφωνίας του Κοτονού, να θεσπίσουν κατεπειγόντως νομοθετικές διατάξεις, εφόσον δεν υπάρχουν ήδη, οι οποίες θα καταδικάζουν την πρακτική αυτή και, ταυτόχρονα, να εγκρίνουν νομοθεσία και διαδικασίες που θα εξασφαλίζουν την τήρησή τους·

21.   υπενθυμίζει τα άρθρα 9, 25 και 31 της Συμφωνίας του Κοτονού και καλεί την Επιτροπή και το Συμβούλιο να επιτείνουν τις προσπάθειές τους για την εφαρμογή προγραμμάτων προς αντιμετώπιση των ακρωτηριασμών γυναικείων γεννητικών οργάνων·

22.   συνιστά να ενοποιηθούν οι σήμερα διασκορπισμένοι δημοσιονομικοί πόροι που έχουν ως στόχο την καταπολέμηση των ακρωτηριασμών γυναικείων γεννητικών οργάνων σε τρίτες χώρες στα πλαίσια ειδικής εγγραφής στον προϋπολογισμό, ή να καταστούν σαφώς προσδιοριζόμενο και χωριστό μέρος κάποιας υπάρχουσας εγγραφής, και να εγκριθεί ελάχιστη ετήσια παροχή 10 εκατ. ευρώ, αρχής γενομένης από τον προϋπολογισμό του 2002·

23.   πιστεύει ότι, βάσει των διατάξεων των αναπτυξιακών προγραμμάτων της ΕΕ για τα δικαιώματα του ανθρώπου, οι ακρωτηριασμοί γυναικείων γεννητικών οργάνων συνιστούν τόσο σοβαρή παραβίαση των δικαιωμάτων των γυναικών ώστε η Επιτροπή να πρέπει να είναι διατεθειμένη να επικαλεστεί τις διατάξεις αυτές στην περίπτωση που κυβερνήσεις αποδειχθούν απρόθυμες να περιλάβουν την καταπολέμηση των ακρωτηριασμών γυναικείων γεννητικών οργάνων ως τομέα της συνεργασίας·

24.   ζητεί να προωθηθεί η εξωτερική βοήθεια προς τις χώρες που έχουν θεσπίσει νομοθετικά και διοικητικά μέτρα που απαγορεύουν και τιμωρούν την πρακτική του ακρωτηριασμού γυναικείων γεννητικών οργάνων και, στους τόπους όπου ο ακρωτηριασμός αποτελεί συνήθη πρακτική, να προωθηθούν παιδαγωγικά και κοινωνικο-υγειονομικά προγράμματα με στόχο την πρόληψη και την καταπολέμησή της· ζητεί μετ" επιτάσεως από τις ενδιαφερόμενες κυβερνήσεις να απαγορεύσουν τους ακρωτηριασμούς γυναικείων γεννητικών οργάνων και από την Επιτροπή να συνεργαστεί στενά με τους ΜΚΟ, τις τοπικές πρωτοβουλίες και τους θρησκευτικούς ηγέτες που δραστηριοποιούνται για την εξάλειψη των πρακτικών αυτών·

25.   επισημαίνει ότι η μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη αλλαγή πρέπει να προέλθει από το εσωτερικό των χωρών αυτών και ότι η διεθνής αναπτυξιακή βοήθεια, όπως π.χ. τα αναπτυξιακά προγράμματα της ΕΚ, μπορούν να διαδραματίσουν ζωτικό συμπληρωματικό ρόλο·

26.   καλεί το Συμβούλιο, την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να χρησιμοποιήσουν τη ρήτρα των δικαιωμάτων του ανθρώπου ώστε να καταστήσουν τον αγώνα κατά των ακρωτηριασμών γυναικείων γεννητικών οργάνων προτεραιότητα δράσης στο πλαίσιο των σχέσεων με τις τρίτες χώρες, ιδιαίτερα με τις χώρες που έχουν προνομιακή σχέση με την ΕΕ βάσει της Συμφωνίας Κοτονού και να ασκήσουν πιέσεις στις χώρες αυτές για την υιοθέτηση των νομοθετικών, διοικητικών, δικαστικών και προληπτικών μέτρων που είναι απαραίτητα για να δοθεί ένα τέλος στις πρακτικές αυτές·

27.   ζητεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση να ενεργήσει για να εισακουσθεί η φωνή της στα Ηνωμένα Έθνη, ούτως ώστε οι επιφυλάξεις που έχουν εκφράσει πολλά κράτη σχετικά με τη Σύμβαση για την Εξάλειψη Όλων των Διακρίσεων κατά των Γυναικών, με την έννοια ότι θα συμμορφωθούν μόνο στο βαθμό που δεν προσκρούει σε ορισμένα έθιμα, πρακτικές ή εθνικούς νόμους να αρθούν, δεδομένου ότι πρόκειται για επιφυλάξεις απολύτως ασυμβίβαστες προς το πνεύμα και το αντικείμενο της Σύμβασης και, επιπλέον, απαράδεκτες·

28.   ζητεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση και, κατά συνέπεια, από το σύνολο των θεσμικών οργάνων και των κρατών μελών να υπερασπίζονται με δυναμισμό και σταθερότητα τις ευρωπαϊκές αξίες που βασίζονται στα δικαιώματα του ανθρώπου, το κράτος δικαίου και τη δημοκρατία· καμία πολιτισμική και θρησκευτική πρακτική δεν μπορεί να εναντιωθεί στις αρχές αυτές που αποτελούν τα θεμέλια της δημοκρατίας μας·

29.   αναθέτει στην Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και την Επιτροπή, στις κυβερνήσεις των κρατών μελών, καθώς και στις κυβερνήσεις των χωρών ΑΚΕ.

(1) ΕΕ C 166 της 3.7.1995, σ. 92.
(2) ΕΕ C 67 της 1.3.2001, σ. 289.
(3) ΕΕ C 59 της 23.2.2001, σ. 258.
(4) ΕΕ C 115 της 14.4.1997, σ. 172.
(5) ΕΕ C 304 της 6.10.1997, σ. 55.
(6) ΕΕ C 219 της 30.7.1999, σ. 497.
(7) ΕΕ C 223 της 8.8.2001, σ. 149.
(8) ΕΕ L 56 της 26.2.2001, σ. 1008.
(9) Διεθνές Κέντρο για την Αναπαραγωγική Υγεία (Γάνδη/Βέλγιο).
(10) Συμβούλιο της Ευρώπης: Ακρωτηριασμός γυναικείων γεννητικών οργάνων, Έγγρ. 9076 της 3.5.2001.


ºση αμοιβή για εργασία ίσης αξίας
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με το θέμα της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας (2000/2312(INI))
A5-0275/2001

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

-   έχοντας υπόψη τα άρθρα 2, 3, παράγραφος 2, και 141, παράγραφοι 1 και 3 της Συνθήκης ΕΚ,

-   έχοντας υπόψη τα άρθρα 21, παράγραφος 1, και 23, του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

-   έχοντας υπόψη τα άρθρα 2 και 23, της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 10ης Δεκεμβρίου 1948,

-   έχοντας υπόψη τη Συνθήκη περί ίσης αμοιβής του 1951 (αριθ. 100) και τη σύσταση (αριθ. 90) της ΔΟΕ,

-   έχοντας υπόψη το άρθρο 11, παράγραφος 1δ, της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για την εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεως κατά των γυναικών της 18ης Δεκεμβρίου 1979,

-   έχοντας υπόψη την Ατζέντα για την κοινωνική πολιτική, τμήμα V, που εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στη Νίκαια στις 7, 8 και 9 Δεκεμβρίου 2000,

-   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα της προεδρίας της άτυπης υπουργικής διάσκεψης για την πολιτική ίσων ευκαιριών και την κοινωνική ασφάλιση, στο Norrköping στις 21-23 Ιανουαρίου 2001,

-   έχοντας υπόψη την οδηγία 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 10ης Φεβρουαρίου 1975 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ίσης αμοιβής για άνδρες και γυναίκες(1) ,

-   έχοντας υπόψη την απόφαση 2001/51/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2000, για τη θέσπιση προγράμματος κοινής δράσης σχετικά με την κοινοτική στρατηγική για την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών (2001-2005)(2) ,

-   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 21ης Σεπτεμβρίου 1995 για την Τέταρτη Παγκόσμια Διάσκεψη για τις Γυναίκες στο Πεκίνο, με θέματα: ισότητα, ανάπτυξη και ειρήνη(3) ,

-   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 13ης Φεβρουαρίου 1996 για το υπόμνημα της Επιτροπής σχετικά με την ίση αμοιβή για εργασία ίσης αξίας(4) ,

-   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 12ης Ιουνίου 1997 για την ανακοίνωση της Επιτροπής "Κώδικας Πρακτικής για την εφαρμογή της ισότητας της αμοιβής για εργασία ίσης αξίας για τις γυναίκες και τους άνδρες" (COM(1996) 336 -C4-0460/1996 )(5) ,

-   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 16ης Σεπτεμβρίου 1997 σχετικά με την ετήσια έκθεση της Επιτροπής: ºσες ευκαιρίες για τις γυναίκες και τους άνδρες στην Ευρωπαϊκή Ένωση 1996 (COM(1996) 650 - C4-0084/1997 )(6) ,

-   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 15ης Νοεμβρίου 2000 σχετικά με την πρόταση απόφασης του Συμβουλίου περί του προγράμματος που αναφέρεται στην κοινοτική στρατηγική πλαίσιο για την ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών (COM(2000) 335 - C5-0386/2000 - 2000/0143(CNS) )(7) ,

-   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 18ης Μαΐου 2000 σχετικά με τη συνέχεια που δόθηκε στην Πλατφόρμα Δράσης του Πεκίνου (2000/2020(INI))(8) ,

-   έχοντας υπόψη το άρθρο 163 του Κανονισμού του,

-   έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής για τα Δικαιώματα της Γυναίκας και τις ºσες Ευκαιρίες και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων (A5-0275/2001 ),

Α.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφορά μεταξύ των αμοιβών ανδρών και γυναικών στην ΕΕ ανέρχεται κατά μέσον όρο σε 28% και ότι αν ληφθούν υπόψη οι διαρθρωτικές διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών στην αγορά εργασίας, όπως μεταξύ άλλων η μεγαλύτερη διάρκεια ζωής, η κατάρτιση, το επάγγελμα και το μοντέλο σταδιοδρομίας, οι αμοιβές των γυναικών είναι και πάλι κατά 15% χαμηλότερες κατά μέσον όρο από αυτές των ανδρών,

Β.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η εν λόγω διαφορά του 15% κατά μέσον όρο μπορεί να αποδοθεί μόνο σε μηχανισμούς διακριτικής μεταχείρισης, κάτι το οποίο είναι απαράδεκτο,

Γ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο έχει εκπονηθεί νομοθεσία για ίση αμοιβή για εργασία ίσης αξίας, η εκτέλεση της οποίας εναπόκειται κυρίως στους κοινωνικούς εταίρους, αλλά όπως φαίνεται δεν έχει συμβάλει παρά μόνο μερικώς στην ισότητα μεταχείρισης όσον αφορά τις αμοιβές γυναικών και ανδρών εργαζομένων,

Δ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι ιδιαίτερα η υποτίμηση των γυναικείων χαρακτηριστικών γνωρισμάτων κατά τον καθορισμό των αμοιβών οδηγεί σε άμεση διακριτική μεταχείριση αφενός σε περιπτώσεις άνισης αμοιβής για ίση εργασία και αφετέρου σε διακριτική μεταχείριση αξιών σε περιπτώσεις άνισης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας,

Ε.   λαμβάνοντας υπόψη ότι τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία σε ευρωπαϊκό επίπεδο για τις διαφορές αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών είναι πλέον ανεπίκαιρα και ελλιπή και ότι δεν λαμβάνουν υπόψη τις νέες τάσεις στην αγορά εργασίας όπως είναι η δημιουργία νέων κλάδων, την άτυπη εργασία και τις διακοπές στην επαγγελματική τους σταδιοδρομία,

ΣΤ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι χρειάζονται δείκτες για τη συλλογή αριθμητικών στοιχείων, καθώς επιτρέπουν τη στάθμιση των παραγόντων που καθορίζουν τη διαφορά αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών,

Ζ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι απαραίτητη η ανάπτυξη αποτελεσματικής πολιτικής προκειμένου να διερευνηθούν οι αιτίες και οι πιθανές λύσεις της διαφοράς αμοιβών, ώστε να γίνει εφικτή η ανάπτυξη μιας αποτελεσματικής πολιτικής,

Η.   λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε σύστημα διαμόρφωσης μισθών βασίζεται σε μια κλίμακα αξιών στην οποία μια θέση αντιστοιχεί σε μια αρμοδιότητα κατόπιν αξιολόγησης των απαιτήσεων ως προς το περιεχόμενο της θέσης εργασίας, αλλά η διαδικασία αυτή δεν ακολουθεί τυποποιημένες μεθόδους και διαδικασίες, λόγω, μεταξύ άλλων, έλλειψης γνώσεων, εμπειρίας και διαθεσιμότητας ανάληψης του συνεπαγόμενου κόστους,

Θ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η αξιολόγηση των αρμοδιοτήτων αποτελεί μέθοδο κατάταξης των αρμοδιοτήτων βάσει σπουδαιότητας στο πλαίσιο ενός οργανισμού απασχόλησης και ότι με τον τρόπο αυτό πρέπει να αξιολογείται η αρμοδιότητα και όχι το άτομο,

Ι.   λαμβάνοντας υπόψη ότι ποτέ δεν είναι δυνατή η διαμόρφωση μιας απολύτως αντικειμενικής μεθόδου καθορισμού των αμοιβών καθότι πρόκειται για περίπλοκη διαδικασία αξιολόγησης, στην οποία η πολιτική διαδικασία ακολουθείται τόσο από την επιλογή και τον καθορισμό όσο και από τη στάθμιση των χρησιμοποιημένων κριτηρίων,

ΙΑ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι εντούτοις μπορούν να ενσωματωθούν εγγυήσεις που θα προωθούν τη διαφάνεια και την ουδετερότητα σε θέματα φύλου και ότι στο πλαίσιο αυτό καλύτερη εγγύηση αποτελεί μια αναλυτική διαδικασία αξιολόγησης της εργασίας,

ΙΒ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφορά αμοιβής μπορεί να μειωθεί μόνο με μια διττή πολιτική, με την οποία αφενός πρέπει να βελτιωθεί η θέση της γυναίκας στην αγορά εργασίας και αφετέρου να καταργηθούν οι διακρίσεις στον καθορισμό των αμοιβών,

ΙΓ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι απαραίτητος ο συνδυασμός παραγόντων και μεθόδων για τη μείωση του χάσματος των αμοιβών και ότι πρέπει να αναπτυχθούν περαιτέρω μέτρα πολιτικής τα οποία θα ανταποκρίνονται στις διαρθρωτικές διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών στην αγορά εργασίας και θα διευκολύνουν την διάρθρωση της οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής,

ΙΔ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε εργασία πρέπει να αξιολογείται όσο αξίζει και ότι ο διαχωρισμός της αγοράς εργασίας μεταξύ ανδρών και γυναικών συχνά οδηγεί σε χαμηλότερες αμοιβές σε τομείς γυναικείας εργασίας από ό,τι σε τομείς ανδρικής εργασίας και ότι οι γυναικείες δουλειές πληρώνονται λιγότερο από ό,τι οι ανδρικές· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτό είναι τελείως αδικαιολόγητο και ότι πρέπει να αναβαθμιστεί η αξιολόγηση των τομέων γυναικείας απασχόλησης και των γυναικείων επαγγελμάτων για να μειωθεί το χάσμα στις αμοιβές μεταξύ ανδρών και γυναικών,

ΙΕ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι κύρια βάση για τη διαμόρφωση των μισθών αποτελούν οι συλλογικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των κοινωνικών εταίρων και ότι οι κοινωνικοί εταίροι έχουν έναν πολύ σημαντικό ρόλο να διαδραματίσουν στη μείωση του χάσματος των αμοιβών,

ΙΣΤ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι δυστυχώς δεν δίδεται επαρκής προτεραιότητα στο ζήτημα του χάσματος των αμοιβών από τους διαπραγματευόμενους τις αμοιβές και ότι συχνά ανησυχούν υπερβολικά για το κόστος των μεταρρυθμίσεων στη διαδικασία διαμόρφωσης αμοιβών που είναι ουδέτερες ως προς το φύλο,

ΙΖ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι στα όργανα λήψης αποφάσεων των κοινωνικών εταίρων παρατηρείται σημαντικά ελλιπής εκπροσώπηση των γυναικών, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια κατάσταση στην οποία οι γυναίκες δεν είναι ενημερωμένες για θέματα αξιολόγησης εργασίας ουδέτερης ως προς το φύλο και οι άνδρες δεν είναι αρκετά ευαισθητοποιημένοι σχετικά,

1.   αναγνωρίζει τις προσπάθειες της Επιτροπής να επιτευχθεί ίση αμοιβή για άνδρες και γυναίκες κατά τη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας, επισημαίνει όμως ότι παρά τις πρωτοβουλίες που έχει αναλάβει, το χάσμα των αμοιβών παραμένει και δεν έχει μειωθεί σημαντικά, και καταλήγει σχετικά στο συμπέρασμα ότι οι προσπάθειες τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο πρέπει να εντατικοποιηθούν·

2.   θεωρεί ότι ο στόχος που θεσπίστηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισσαβώνας για να αποτελέσουν οι γυναίκες το 60% της ενεργούς απασχόλησης μέχρι το έτος 2010 δεν θα συμβάλει στην ισότητα ευκαιριών μεταξύ γυναικών και ανδρών εάν η πλειοψηφία των γυναικών αυτών απασχολείται σε χαμηλής αμοιβής και υποτιμημένη εργασία. Τονίζει τη σημασία της κατάρτισης σε όλες της τις μορφές και τρόπους ως κατ" εξοχήν μέσου για την επίτευξη της ισότητας.

3.   χαιρετίζει το γεγονός ότι η Επιτροπή συνέστησε ομάδα εμπειρογνωμόνων η οποία θα πρέπει να βελτιώσει τη συλλογή στατιστικών δεδομένων, επισημαίνει όμως ότι τα δεδομένα αυτά πρέπει να εκτιμηθούν σύμφωνα με τα φύλα και τους τομείς, συμπεριλαμβανομένων των τομέων όπως ο δημόσιος τομέας και οι περισσότερες μορφές άτυπης απασχόλησης, στις οποίες απασχολούνται κυρίως γυναίκες και για τις οποίες δεν υπάρχουν επαρκή αριθμητικά στοιχεία· διαπιστώνει ότι δεν επαρκεί να χρησιμοποιούνται περιγραφικοί δείκτες και απαιτεί να αναπτυχθούν και να χρησιμοποιούνται ερμηνευτικοί δείκτες όπως π.χ. η επίδραση στους μισθούς της της σχέσης επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής·

4.   στηρίζει την πρωτοβουλία της βελγικής προεδρίας που αποσκοπεί στο να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή, στο πλαίσιο της συνέχειας του προγράμματος δράσης του Πεκίνου, στην ισότητα των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών·

5.   επιμένει στην ολοκλήρωση των υφιστάμενων δεδομένων και ερευνών ιδίως σχετικά με τα αίτια και τις λύσεις για το συνεχιζόμενο χάσμα αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών στην ΕΕ και επιθυμεί τη διεξαγωγή μελέτης σχετικά με όλους τους παράγοντες που επηρεάζουν τους μισθούς και σχετικά με το ρόλο που διαδραματίζουν οι μηχανισμοί διαμόρφωσης των αμοιβών·

6.   απαιτεί στη μελέτη σκοπιμότητας για την ίδρυση Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για τα φύλα, να διερευνηθεί ο ρόλος που μπορεί να διαδραματίσει το εν λόγω παρατηρητήριο τόσο για τη συλλογή στατιστικών δεδομένων, όσο και για τη διεξαγωγή ερευνών για τα αίτια και τις λύσεις της διαφοράς σε επίπεδο αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών·

7.   αναθέτει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εξετάσει σε ποιο βαθμό τα κράτη μέλη έχουν καταφέρει να:

   α.
προβούν σε ορθή και πλήρη σκιαγράφηση της διαφοράς σε επίπεδο αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών,
   β.
συμπεριλάβουν στις εθνικές τους νομοθεσίες συστήματα αξιολόγησης αρμοδιοτήτων ουδέτερης ως προς το φύλο,
   γ.
πραγματοποιούν εκστρατείες ευαισθητοποίησης σχετικά με την ίση αμοιβή για εργασία ίσης αξίας,
   δ.
κινητοποιήσουν τους κοινωνικούς εταίρους να διεξάγουν αξιολογήσεις εργασίας ουδέτερες ως προς το φύλο και να θέσουν μεταξύ των προτεραιοτήτων τους την κατάργηση των διαφορών σε επίπεδο αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών,
   ε.
αποτελούν παράδειγξα στον δημόσιο τομέα τους, με την κατάργηση των διακρίσεων και των διαφορών αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών·

8.   καλεί τα κράτη μέλη να εντείνουν περαιτέρω τις προσπάθειές τους σε όλους αυτούς τους τομείς και να εφαρμόζουν ουσιαστικά τα μέτρα που έχουν υιοθετηθεί, τα ενθαρρύνει να αναπτύξουν και να ανταλλάξουν μεταξύ τους ορθές πρακτικές για την μείωση του χάσματος αμοιβών και να συμπεριλάβουν στα εθνικά τους προγράμματα δράσης για την απασχόληση σχέδια για ίση αμοιβή καθώς και την υποβολή ετήσιας έκθεσης απολογισμού των εξελίξεων στον τομέα της ίσης αμοιβής·

9.   θεωρεί ότι η συνδεόμενη με τα φύλα διαφορά στις αμοιβές συνιστά προτεραιότητα με καθοριστική σημασία για την προσαρμογή ως απάντηση στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Στοκχόλμης, και χαιρετίζει την πρόταση της Συμβουλευτικής Επιτροπής για τις ίσες ευκαιρίες να συμπεριλάβει τον καθορισμό στόχων με χρονοδιαγράμματα για τη μείωση της συνδεόμενης με το φύλο διαφοράς στις αμοιβές στις κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση για το 2002· καλεί την Επιτροπή, στο πλαίσιο του καθορισμού των κατευθυντήριων γραμμών για τις πολιτικές των κρατών μελών υπέρ της απασχόλησης στο πλαίσιο της στρατηγικής για την απασχόληση, να συνεχίσει να στηρίζει συγκεκριμένα μέτρα που θα καταπολεμούν το χάσμα των αμοιβών θέτοντας συγκεκριμένους ποσοτικούς και χρονικούς στόχους· απαιτεί κατά την εξέταση των ετήσιων εθνικών σχεδίων δράσης να εκπονεί πραγματικές εκθέσεις προόδου σχετικά με την ίση αμοιβή·

10.   προτρέπει τα κράτη μέλη να φροντίσουν για τη βέλτιστη κατάρτιση και πρόσβαση στην εργασία και να καταργήσουν, ιδίως μέσω μιας ουδέτερης από απόψεως θεμάτων φύλου σχολικής πολιτικής προσανατολισμού, σε επίπεδο σχολείου, τον υφιστάμενο διαχωρισμό της αγοράς εργασίας καθώς και να αναπτύξουν μέτρα τα οποία θα συμβάλλουν στη μείωση των διαρθρωτικών διαφορών μεταξύ ανδρών και γυναικών στην αγορά εργασίας και θα καταστήσουν δυνατή τη διάρθρωση της εργασίας και οικογένειας και την ανάληψη καθηκόντων φροντίδας τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες·

11.   χαιρετίζει το σχέδιο της Επιτροπής να αρχίσει ευρωπαϊκής εμβέλειας εκστρατεία για την ισότητα αμοιβής το 2002 και παροτρύνει την Επιτροπή να υποβάλει πρόταση, σε συνδυασμό με την εκστρατεία αυτή, για την αναθεώρηση και τον εκσυγχρονισμό της οδηγίας 75/117/ΕΟΚ , κατά την οποία θα πρέπει, ιδίως, να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στη βελτίωση των προγραμμάτων αξιολόγησης εργασίας βάσει αντικειμενικών, ουδέτερων από απόψεως φύλου, κριτηρίων, σε συμφωνία με μια τυποποιημένη μορφή ως μέσο για τη συρρίκνωση της διαφοράς της αμοιβής μεταξύ των δύο φύλων· ζητεί από την Επιτροπή σ" αυτό το πλαίσιο να λάβει υπόψη της την ανάγκη για συμμόρφωση με τις διατάξεις των οδηγιών που βασίζονται στο άρθρο13 της Συνθήκης (οδηγίες 2000/43/ΕΚ και 2000/78/ΕΚ) και με τις διατάξεις του σχεδίου για την τροποποίηση της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ · παροτρύνει επίσης την Επιτροπή να εξετάσει τι άλλα μέτρα και προγράμματα θα μπορούσαν να εισαχθούν προς επίτευξη αυτού του στόχου, και με τι μεθόδους, συμπεριλαμβανομένης της ενθάρρυνσης της συμμετοχής των κοινωνικών εταίρων·

12.   καλεί τους κοινωνικούς εταίρους να συμπεριλάβουν επιτέλους στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα της άνισης αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών και να αναλάβουν πρωτοβουλίες που θα συμβάλλουν στη μείωση του χάσματος των αμοιβών και των μισθολογικών ανισοτήτων που είναι συνυφασμένες με την άτυπη μορφή εργασίας και τις διακοπές της σταδιοδρομίας· καλεί τους κοινωνικούς εταίρους στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής να δώσουν ιδιαίτερη προσοχή στην ύπαρξη γυναικείων γκέτο σε ορισμένες χαμηλά αμειβόμενες εργασίες και στα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες προκειμένου να κατακτήσουν υψηλές θέσεις πράγμα το οποίο αποκαλείται "υάλινη οροφή"·

13.   καλεί τα κράτη μέλη να ενθαρρύνουν τους μεμονωμένους εργοδότες να εκπονούν ετήσιες εκθέσεις ισότητας, στις οποίες να αναφέρονται στατιστικές για το ποσοστό των γυναικών και ανδρών σε διάφορα επίπεδα της οργάνωσης, για τις χρονικές ανισότητες στις προαγωγές και για τις διαφορές αμοιβής για εργασία της αυτής αξίας, καθώς και κάθε μέτρο που λαμβάνεται προς βελτίωση της ίσης μεταχείρισης στον τόπο εργασίας·

14.   καλεί τους κοινωνικούς εταίρους να επισημάνουν τη διαφορά μισθών μεταξύ ανδρών και γυναικών, καθώς και να εξασφαλίσουν διαφάνεια όσον αφορά στις κατευθυνόμενες κλίμακες αξιών στη διαδικασία καθορισμού των αμοιβών, έτσι ώστε οι πληροφορίες αυτές να μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά την ανάπτυξη μιας προοδευτικής πολιτικής στην οποία θα κυριαρχούν συγκεκριμένοι στόχοι και τους καλεί να επιβάλλουν αναλυτικά συστήματα αξιολόγησης αρμοδιοτήτων·

15.   καλεί την Επιτροπή και τους κοινωνικούς εταίρους να αναπτύξουν μια συνολική στρατηγική για τη μείωση του χάσματος μεταξύ ανδρικών και γυναικείων μισθών· πιστεύει ότι, εκτός από την αναθεώρηση των συστημάτων αξιολόγησης και κατάταξης των θέσεων εργασίας, απαιτούνται μέτρα και ως προς την εν γένει οργάνωση της αγοράς εργασίας, των νέων μορφών εργασίας και, λόγω της διάδοσης των άτυπων μορφών εργασίας, ως προς τον ορισμό περί μισθού και ως προς τις επιπτώσεις του τρόπου οργάνωσης της εργασίας στη διάρθρωση των γυναικείων μισθών· ζητεί από την Επιτροπή να πραγματοποιήσει έρευνα για τις καλύτερες μεθόδους που υπάρχουν μεταξύ των κρατών μελών και βάσει αυτών να προτείνει συναφείς στρατηγικές για την κάλυψη του μισθολογικού χάσματος·

16.   καλεί τους κοινωνικούς εταίρους να συμπεριλάβουν περισσότερες γυναίκες στις διαπραγματεύσεις για τους μισθούς, καθώς και στα όργανα λήψης αποφάσεων και απαιτεί να προβλέπουν κατάρτιση και επιμόρφωση για όλους τους εργαζόμενους σχετικά με συστήματα αξιολόγησης εργασίας και μηχανισμούς καθορισμού αμοιβών ουδέτερους ως προς το φύλο·

17.   καλεί τα κράτη μέλη που αναφέρονται στο σημείο 5 της αιτιολογικής έκθεσης στην έκθεση της αρμόδιας επιτροπής του ως τελευταία ή πολύ κοντά στο τέλος του καταλόγου των κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης από απόψεως ίσης αμοιβής για άνδρες και γυναίκες για εργασία ίσης αξίας, να λάβουν ιδιαιτέρως υπόψη το παρόν ψήφισμα και να θεσπίσουν επειγόντως μέτρα για τη βελτίωση της κατάστασης που επικρατεί στο κάθε ένα από αυτά·

18.   προτρέπει τις υποψήφιες προς ένταξη χώρες να λάβουν μέτρα για τη μείωση της διαφοράς σε επίπεδο αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών·

19.   αναθέτει στην Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, την Επιτροπή, τις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών, τις κυβερνήσεις των υποψηφίων για ένταξη χωρών, καθώς και στους κοινωνικούς εταίρους.

(1) ΕΕ L 45 της 19.2.1975, σ. 19.
(2) ΕΕ L 17 της 19.1.2001, σ. 22.
(3) ΕΕ C 269 της 16.10.1995, σ.146.
(4) ΕΕ C 65 της 4.3.1996, σ. 43.
(5) ΕΕ C 200 της 30.6.1997, σ. 193.
(6) ΕΕ C 304 της 6.10.1997, σ. 45.
(7) ΕΕ C 223 της 8.8.2001, σ. 149.
(8) ΕΕ C 59 της 23.2.2001, σ. 258.


Παρενόχληση στους χώρους εργασίας
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την παρενόχληση στους χώρους εργασίας (2001/2339(INI))
A5-0283/2001

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

-   έχοντας υπόψη τα άρθρα 2, 3, 13, 125-129, 136-140 και 143, της Συνθήκης ΕΚ,

-   έχοντας υπόψη τα ψηφίσματά του της 13ης Απριλίου 1999 σχετικά με τον εκσυγχρονισμό της οργάνωσης εργασίας -μια θετική αντιμετώπιση της αλλαγής(1) , της 24ης Οκτωβρίου 2000 σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για τις πολιτικές απασχόλησης των κρατών μελών για το έτος 2001- κοινή έκθεση για την απασχόληση 2000(2) και της 25ης Οκτωβρίου 2000 σχετικά με την ημερήσια διάταξη για την κοινωνική πολιτική(3) ,

-   έχοντας υπόψη τα σχετικά πορίσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στα οποία κατέληξε κατά τα Ευρωπαϊκά Συμβούλια στη Νίκαια και στη Στοκχόλμη,

-   έχοντας υπόψη το άρθρο 163, του Κανονισμού του,

-   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων και την γνωμοδότηση της Επιτροπής για τα Δικαιώματα της Γυναίκας και τις ºσες Ευκαιρίες (A5-0283/2001 ),

Α.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με σφυγμομέτρηση του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη βελτίωση των Συνθηκών Ζωής και Εργασίας του Δουβλίνου μεταξύ 21 500 εργαζομένων, ένα 8% των εργαζομένων στην ΕΕ, ποσοστό που αντιστοιχεί σε 12 εκατ. άτομα, δηλώνουν ότι έχουν υποστεί, κατά τους τελευταίους 12 μήνες, παρενόχληση στους χώρους εργασίας, αλλά, συγχρόνως, ότι αυτό το ποσοστό μπορεί να θεωρηθεί κατά πολύ κατώτερο του πραγματικού,

Β.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η συχνότητα με την οποία σημειώνονται περιστατικά βίας και παρενόχλησης στους χώρους εργασίας, στα οποία, όπως αναφέρει το ºδρυμα, περιλαμβάνεται και η ηθική παρενόχληση, ποικίλλει σε μεγάλο βαθμό μεταξύ των κρατών μελών· σύμφωνα με το εν λόγω ºδρυμα, τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι, σε ορισμένες χώρες, οι σχετικές με το πρόβλημα αυτό εκθέσεις δεν καταγράφουν επαρκώς το φαινόμενο, ενώ σε άλλες υπάρχει μεγαλύτερη συνειδητοποίηση του προβλήματος, όπως επίσης οφείλεται και στα διαφορετικά δικαστικά συστήματα και τις πολιτισμικές διαφορές· ότι η αβεβαιότητα της εργασίας αποτελεί μία από τις βασικότερες αιτίες για την αυξημένη συχνότητα του φαινομένου,

Γ.   έχοντας υπόψη ότι το ºδρυμα του Δουβλίνου διαπιστώνει ότι άτομα που υφίστανται ηθική παρενόχληση είναι πολύ περισσότερο ευάλωτα στο στρες από ό,τι οι εργαζόμενοι εν γένει· ότι ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Υγεία και την Ασφάλεια στην Εργασία παρατηρεί ότι η ηθική και οι κάθε είδους παρενοχλήσεις αποτελούν δυνητικούς κινδύνους για την υγεία, οι οποίοι προκαλούν συχνά ασθένειες συνδεδεμένες με το στρες· ότι ακόμη και τα εθνικά δεδομένα, με βάση το φύλο, σχετικά με την ηθική παρενόχληση στους χώρους εργασίας δεν παρέχουν ενιαία εικόνα, σύμφωνα με τον Οργανισμό,

Δ.   λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία ενός κράτους μέλους από τα οποία προκύπτει ότι η ηθική παρενόχληση συναντάται κυρίως σε εργασίες με μεγάλη ψυχολογική ένταση, μια μορφή εργασίας που συναντάται συχνότερα μεταξύ των γυναικών από ό,τι μεταξύ των ανδρών, και η οποία έχει αυξηθεί σημαντικά κατά τη δεκαετία του "90,

Ε.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, από μελέτες και εμπειρίες, προκύπτει ότι γενικά υπάρχει σαφής σχέση μεταξύ, αφενός, της ηθικής παρενόχλησης στους χώρους εργασίας και, αφετέρου, του στρες ή της εργασίας με μεγάλη ψυχολογική ένταση, του αυξημένου ανταγωνισμού, της χαμηλής επαγγελματικής ασφάλειας και ενός καθεστώτος προσωρινότητας,

ΣΤ.   έχοντας υπόψη ότι μεταξύ των αιτίων της ηθικής παρενόχλησης συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων, κενά και ανεπάρκειες στην οργάνωση της εργασίας, στο εσωτερικό σύστημα πληροφόρησης και στο μάνατζμεντ· ότι μη επιλυθέντα μακροχρόνια οργανωτικά προβλήματα αποτελούν μεγάλη επιβάρυνση για τις ομάδες εργασίας και ενδέχεται να οδηγήσουν σε καταστάσεις "αποδιοπομπαίου τράγου" και σε ηθική παρενόχληση· ότι οι συνέπειες για τα μεμονωμένα άτομα και για την ομάδα εργασίας μπορούν να είναι ιδιαίτερα σημαντικές, όπως επίσης και το κόστος για τα άτομα, τις επιχειρήσεις και το κοινωνικό σύνολο,

1.   πιστεύει ότι η ηθική παρενόχληση -ένα φαινόμενο του οποίου η πραγματική έκταση δεν είναι ακόμη γνωστή- αποτελεί σοβαρό πρόβλημα στους χώρους εργασίας και ότι πρέπει επειγόντως να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στο πρόβλημα και να καταβληθούν περισσότερες προσπάθειες για την εξεύρεση νέων τρόπων καταπολέμησής του·

2.   εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι ο αυξανόμενος αριθμός συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και ο επισφαλής χαρακτήρας της απασχόλησης, ιδιαίτερα στην περίπτωση των γυναικών, δημιουργούν ευνοϊκές προϋποθέσεις για διάφορες μορφές παρενόχλησης·

3.   εφιστά την προσοχή στα καταστροφικά αποτελέσματα της παρενόχλησης για τη σωματική και ψυχική υγεία των θυμάτων της και, κατ' επέκταση, των οικογενειών τους, τα οποία συχνά χρειάζονται ιατρική και ψυχοθεραπευτική φροντίδα και οδηγούνται γενικά σε μακροχρόνια απουσία από την εργασία λόγω ανικανότητας προς εργασία ή αναγκάζονται να παραιτηθούν·

4.   εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι, σύμφωνα με διάφορες έρευνες, οι γυναίκες, σε σύγκριση με τους άνδρες, αποτελούν συχνότερα θύματα κάθε είδους παρενοχλήσεων, είτε πρόκειται για κατιούσα παρενόχληση (από προϊστάμενο προς υφιστάμενο) είτε για ανιούσα (από υφιστάμενο σε προϊστάμενο), είτε για οριζόντια παρενόχληση (μεταξύ συναδέλφων της αυτής βαθμίδας) είτε για μικτή·

5.   εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι οι ψευδείς καταγγελίες για ηθική παρενόχληση μπορούν να αποτελέσουν δραστικό μέσο ψυχολογικής παρενόχλησης·

6.   τονίζει ότι η λήψη μέτρων κατά της παρενόχλησης στους χώρους εργασίας πρέπει να θεωρηθεί ως σημαντική συμβολή στην επιδίωξη υψηλότερης ποιότητας και καλύτερων κοινωνικών σχέσεων στους χώρους εργασίας· θεωρεί ότι τα μέτρα αυτά συμβάλλουν επίσης στην καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού· πιστεύει ότι αυτό μπορεί να αποτελέσει κίνητρο κοινοτικών δράσεων και ότι εγγράφεται στην ευρωπαϊκή κοινωνική Ατζέντα και στις κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση·

7.   τονίζει ότι το πρόβλημα της ηθικής παρενόχλησης στους χώρους εργασίας μάλλον υποτιμάται ακόμα από πολλούς στην Ένωση και ότι μια σειρά επιχειρημάτων συνηγορεί υπέρ του να καταβληθούν κοινές προσπάθειες σε επίπεδο Ένωσης, π.χ. οι δυσκολίες να επινοηθούν αποτελεσματικά μέσα πρόληψης και αποτροπής της παρενόχλησης, το γεγονός ότι οι κατευθυντήριες γραμμές για τη λήψη μέτρων κατά της παρενόχλησης στους χώρους εργασίας θα μπορούσαν να συμβάλουν στη θέσπιση κανόνων και να επηρεάσουν τις νοοτροπίες, καθώς και ότι, για λόγους δικαιοσύνης, πρέπει να διατυπωθούν παρόμοιες κοινές κατευθυντήριες γραμμές·

8.   ζητεί από την Επιτροπή, στις ανακοινώσεις της για μια κοινοτική στρατηγική υπέρ της υγείας και της ασφάλειας στην εργασία και σχετικά με την ενίσχυση της ποιοτικής διάστασης στην απασχόληση και στην κοινωνική πολιτική, καθώς και στο Πράσινο Βιβλίο για την κοινωνική ευθύνη των επιχειρήσεων, να λάβει επίσης υπόψη της τους ψυχικούς, ψυχοκοινωνικούς ή κοινωνικούς παράγοντες του εργασιακού περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένης της οργάνωσης της εργασίας· να τονίσει κατ" επέκταση τη σημασία της μακροπρόθεσμης συστηματικής και προληπτικής δράσης στον τομέα του εργασιακού περιβάλλοντος -αποβλέποντας μεταξύ άλλων και στην καταπολέμηση της παρενόχλησης στους χώρους εργασίας- και να εξετάσει την ανάγκη ανάληψης νομοθετικών πρωτοβουλιών προς την κατεύθυνση αυτή·

9.   καλεί το Συμβούλιο και την Επιτροπή να συμπεριλάβουν ποσοτικούς δείκτες όσον αφορά την ηθική παρενόχληση στους χώρους εργασίας, στους δείκτες για την ποιότητα της εργασίας οι οποίοι θα τεθούν υπόψη του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Λάκεν·

10.   καλεί τα κράτη μέλη, στο πλαίσιο της καταπολέμησης των ηθικών και σεξουαλικών παρενοχλήσεων στους χώρους εργασίας, να επανεξετάσουν την ισχύουσα νομοθεσία τους και εν ανάγκη να τη συμπληρώσουν, καθώς επίσης να αναθεωρήσουν και να τυποποιήσουν τον ορισμό της ηθικής παρενόχλησης·

11.   τονίζει με έμφαση την ευθύνη των κρατών μελών και ολόκληρης της κοινωνίας για τις ηθικές και σεξουαλικές παρενοχλήσεις στην εργασία και εντοπίζει ακριβώς στο σημείο αυτό το κύριο βάρος της στρατηγικής για την καταπολέμησή τους·

12.   συνιστά στα κράτη μέλη να υποχρεώσουν τις επιχειρήσεις, τις κρατικές αρχές και τους κοινωνικούς εταίρους να εφαρμόσουν αποτελεσματικές πολιτικές πρόληψης, να προβλέψουν σύστημα ανταλλαγής εμπειριών και να καθορίσουν διαδικασίες κατάλληλες για την επίλυση του προβλήματος των θυμάτων και για την αποφυγή της επανάληψής του· στο πλαίσιο αυτό συνιστά τη βελτίωση της ενημέρωσης και της κατάρτισης των εργαζομένων, των διοικητικών στελεχών, των κοινωνικών εταίρων και των ιατρών της επιχείρησης, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα· εφιστά επίσης την προσοχή στη δυνατότητα διορισμού έμπιστου συμβούλου στο χώρο εργασίας στον οποίο θα μπορούν να απευθύνονται οι εργαζόμενοι εφόσον το επιθυμούν·

13.   προτρέπει την Επιτροπή να εξετάσει κατά πόσον θα ήταν σκόπιμο να διασαφηνισθεί ή να επεκταθεί το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας-πλαίσιο για την υγεία και την ασφάλεια στο χώρο εργασίας, ή να εκπονηθεί νέα οδηγία-πλαίσιο ως νομικό εργαλείο για την καταπολέμηση της ηθικής παρενόχλησης, καθώς και ως μέσο εξασφάλισης του σεβασμού της αξιοπρέπειας του εργαζόμενου, της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητάς του· τονίζει σχετικά τη σημασία ενός συστηματικού έργου στον τομέα του εργασιακού περιβάλλοντος και των προληπτικών προσπαθειών·

14.   τονίζει ότι οι γνώσεις και η έρευνα μπορούν να διευκολυνθούν και να βελτιωθούν μέσω καλύτερων στατιστικών στοιχείων και παραπέμπει σχετικά στο ρόλο της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας και του Ιδρύματος του Δουβλίνου· καλεί την Επιτροπή, το ºδρυμα του Δουβλίνου και τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για την Υγεία και την Ασφάλεια στην Εργασία να αναλάβουν πρωτοβουλίες για την πραγματοποίηση ενδελεχέστερων μελετών σχετικά με την ηθική παρενόχληση·

15.   τονίζει την σημασία της περαιτέρω έρευνας του φαινομένου της παρενόχλησης στους χώρους εργασίας, η οποία συνδέεται τόσο με πτυχές που αφορούν την οργάνωση της εργασίας όσο και με π.χ. το φύλο, την ηλικία, τον κλάδο και το επάγγελμα· ζητεί η εν λόγω μελέτη να συμπεριλάβει ανάλυση της ιδιαίτερης κατάστασης των γυναικών που υφίστανται παρενοχλήσεις·

16.   παρατηρεί ότι ένα κράτος μέλος έχει ήδη θεσπίσει κανόνες για την καταπολέμηση των παρενοχλήσεων στο χώρο εργασίας, ενώ άλλα άρχισαν να εγκρίνουν νομοθετικές διατάξεις για την καταπολέμηση των ηθικών παρενοχλήσεων, συχνά σύμφωνα με το πρότυπο των νόμων που έχουν θεσπισθεί για την καταστολή της σεξουαλικής παρενόχλησης· καλεί τα κράτη μέλη να δώσουν προσοχή στο πρόβλημα της ηθικής παρενόχλησης στους χώρους εργασίας και να το λάβουν υπόψη στην εθνική τους νομοθεσία, καθώς και μέσω της λήψης άλλων μέτρων·

17.   καλεί τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα να δώσουν το παράδειγμα σε ό,τι αφορά τις προσπάθειες για την πρόληψη και καταπολέμηση της ηθικής παρενόχλησης στις οικείες δομές, καθώς και όσον αφορά την παροχή βοήθειας και υποστήριξης σε μεμονωμένα άτομα και σε ομάδες εργασίας· εάν δε είναι απαραίτητο, να αναπροσαρμόσουν τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, προβλέποντας μεταξύ άλλων και κατάλληλες κυρώσεις·

18.   παρατηρεί ότι τα άτομα που εκτίθενται σε ηθικές παρενοχλήσεις στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα λαμβάνουν σήμερα ελάχιστη βοήθεια και συγχαίρει τις διοικητικές υπηρεσίες για την καθιέρωση, πριν από μερικά χρόνια, μάθημα κατάρτισης απευθυνόμενο ειδικά στις γυναίκες υπαλλήλους διοίκησης σχετικά με "τον γυναικείο τρόπο διοίκησης" και, πιο πρόσφατα, για τη σύσταση συμβουλευτικής επιτροπής για την ηθική παρενόχληση (mobbing)·

19.   ζητεί να εξεταστεί κατά πόσο η διαβούλευση, σε κοινοτικό επίπεδο, μεταξύ των κοινωνικών εταίρων μπορεί να συμβάλει στην καταπολέμηση της παρενόχλησης στους χώρους εργασίας και να συμμετάσχουν στο έργο αυτό οι οργανώσεις εργαζομένων·

20.   καλεί τους κοινωνικούς εταίρους στα κράτη μέλη να αναπτύξουν τόσο σε εθνικό όσο και σε κοινοτικό επίπεδο, οικείες στρατηγικές για την καταπολέμηση της παρενόχλησης και της άσκησης βίας στο χώρο εργασίας και να προβούν σε σχετική ανταλλαγή απόψεων βάσει της αρχής της "βέλτιστης πρακτικής"·

21.   υπενθυμίζει ότι η παρενόχληση έχει επίσης αρνητικές συνέπειες για τους εργοδότες, σε ό,τι αφορά την αποδοτικότητα και τις οικονομικές επιδόσεις της επιχείρησης, λόγω του απουσιασμού που επιφέρει, της μειωμένης παραγωγικότητας των εργαζομένων εξαιτίας της πνευματικής τους σύγχυσης και της αδυναμίας για συγκέντρωση, καθώς και λόγω της καταβολής αποζημιώσεων στους εργαζομένους που απολύονται·

22.   υπογραμμίζει πόσο σημαντικό είναι να διευρυνθεί και να καταστεί σαφής η ευθύνη των εργοδοτών όσον αφορά την καταβολή συστηματικών προσπαθειών για την υγεία και την ασφάλεια στον χώρο εργασίας με σκοπό την επίτευξη ικανοποιητικού εργασιακού περιβάλλοντος·

23.   ζητεί να πραγματοποιηθεί συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να υποστηριχθούν δίκτυα ή οργανώσεις, που λειτουργούν σε εθελοντική βάση, κατά της ηθικής παρενόχλησης·

24.   καλεί την Επιτροπή, το αργότερο έως το Μάρτιο του 2002, να υποβάλει, σε Πράσινο Βιβλίο, λεπτομερή ανάλυση της κατάστασης όσον αφορά την ηθική παρενόχληση στους χώρους εργασίας στα διάφορα κράτη μέλη και, εν συνεχεία, το αργότερο έως τον Οκτώβριο του 2002, βάσει της ανάλυσης αυτής, να υποβάλει πρόγραμμα δράσης σχετικά με τη λήψη μέτρων σε κοινοτικό επίπεδο για την καταπολέμηση της ηθικής παρενόχλησης στους χώρους εργασίας· το πρόγραμμα δράσης πρέπει να περιλαμβάνει και αντίστοιχο χρονοδιάγραμμα·

25.   αναθέτει στην Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, την Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό ºδρυμα για τη Βελτίωση των Συνθηκών Ζωής και Εργασίας, καθώς και στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για την Υγεία και την Ασφάλεια στην Εργασία.

(1) ΕΕ C 219 της 30.7.1999, σ. 37.
(2) ΕΕ C 197 της 12.7.2001, σ. 68.
(3) ΕΕ C 197 της 12.7.2001, σ. 180.


Εξωτερικά σύνορα και Σένγκεν
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων και την ανάπτυξη της συνεργασίας του Σένγκεν (10846/1999 - C5-0042/2000 ) + (11329/3/1999 - C5-0043/2000 ) + (SCHAC 2533/1/2000 - C5-0729/2000 ) + (SEC(2000) 1439 - C5-0730/2000 - 2000/2015(COS) )
A5-0233/2001

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

-   έχοντας υπόψη την ετήσια έκθεση του Συμβουλίου για το 1998 σχετικά με την εφαρμογή της Σύμβασης του Σένγκεν (10846/1999 - C5-0042/2000 ),

-   έχοντας υπόψη την ετήσια έκθεση του Συμβουλίου σχετικά με την κατάσταση στα εξωτερικά σύνορα των κρατών στα οποία έχει τεθεί σε ισχύ η Σύμβαση Σένγκεν - 1η Ιανουαρίου 1998 έως 31 Δεκεμβρίου 1998 (11329/3/1999 - C5-0043/2000 ),

-   έχοντας υπόψη την τέταρτη ετήσια έκθεση της Κοινής Αρχής Ελέγχου του Σένγκεν (SCHAC 2533/1/2000 - C5-0729/2000 ),

-   έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της Επιτροπής σχετικά με το αίτημα της Ιρλανδίας να συμμετάσχει σε ορισμένες από τις διατάξεις του κεκτημένου του Σένγκεν (SEC(2000)1439 - C5-0730/2000 ),

-   έχοντας υπόψη τον Τίτλο ΙV της Συνθήκης ΕΚ σχετικά με τις θεωρήσεις, το άσυλο, τη μετανάστευση και άλλες πολιτικές σχετικές με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων,

-   έχοντας υπόψη τον Τίτλο VΙ της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με την αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις,

-   έχοντας υπόψη τα πρωτόκολλα και τις δηλώσεις σχετικά με την ενσωμάτωση του κεκτημένου του Σένγκεν στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την εφαρμογή ορισμένων πτυχών του άρθρου 14 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία, με τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας και με τη θέση της Δανίας,

-   έχοντας υπόψη το άρθρο 255, της Συνθήκης ΕΚ, και το άρθρο 41, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση,

-   έχοντας υπόψη τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εγκρίθηκε στις 7 Δεκεμβρίου 2000 κατά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στη Νίκαια, και, ειδικότερα, το άρθρο 6 (δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια), το άρθρο 8 (προστασία των προσωπικών δεδομένων), το άρθρο 20 (ισότητα έναντι του νόμου), το άρθρο 42 (δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα) και το άρθρο 45 (δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής),

-   έχοντας υπόψη την απόφαση του Συμβουλίου 1999/435/ΕΚ της 20ής Μαΐου 1999 σχετικά με τον ορισμό του κεκτημένου του Σένγκεν προκειμένου να προσδιοριστεί, δυνάμει των οικείων διατάξεων της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η νομική βάση για κάθε μια από τις διατάξεις ή τις αποφάσεις που συνιστούν το κεκτημένο του Σένγκεν(1) ,

-   έχοντας υπόψη την απόφαση του Συμβουλίου 1999/436/ΕΚ της 20ής Μαΐου 1999 για τον καθορισμό, δυνάμει των οικείων διατάξεων της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, της νομικής βάσης για κάθε διάταξη ή απόφαση που συνιστά το κεκτημένο του Σένγκεν(2) ,

-   έχοντας υπόψη την απόφαση του Συμβουλίου 1999/438/ΕΚ της 20ής Μαΐου 1999 σχετικά με την κοινή αρχή ελέγχου που δημιουργήθηκε βάσει του άρθρου 115 της Σύμβασης περί εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985, όσον αφορά τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, που υπεγράφη στις 19 Ιουνίου 1990(3) ,

-   έχοντας υπόψη την απόφαση του Συμβουλίου 1999/439/ΕΚ της 17ης Μαΐου 1999 σχετικά με τη σύναψη συμφωνίας με τη Δημοκρατία της Ισλανδίας και το Βασίλειο της Νορβηγίας για τη σύνδεση των δύο αυτών κρατών με τη θέση σε εφαρμογή, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν(4) ,

-   έχοντας υπόψη την απόφαση του Συμβουλίου 1999/307/ΕΚ της 1ης Μαΐου 1999 περί καθορισμού των λεπτομερών διατάξεων για την ενσωμάτωση της γραμματείας Σένγκεν στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου(5) ,

-   έχοντας υπόψη την απόφαση του Συμβουλίου 1999/848/ΕΚ της 13ης Δεκεμβρίου 1999 σχετικά με την πλήρη εφαρμογή του κεκτημένου Σένγκεν στην Ελλάδα(6) ,

-   έχοντας υπόψη την απόφαση του Συμβουλίου 2000/365/ΕΚ της 29ης Μαΐου 2000 σχετικά με το αίτημα του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας να συμμετέχει σε ορισμένες από τις διατάξεις του κεκτημένου του Σένγκεν(7) ,

-   έχοντας υπόψη την απόφαση του Συμβουλίου της 17ης Οκτωβρίου 2000 για τη σύσταση γραμματείας των Κοινών Ελεγκτικών Αρχών Προστασίας των Δεδομένων που έχουν συσταθεί βάσει της σύμβασης για τη δημιουργία Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (Σύμβαση Ευρωπόλ), τη σύμβαση σχετικά με τη χρησιμοποίηση της τεχνολογίας των πληροφοριών στον τομέα των τελωνείων και τη σύμβαση εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα (Σύμβαση Σένγκεν)(8) ,

-   έχοντας υπόψη την απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής του Σένγκεν της 20ής Δεκεμβρίου 1995 σχετικά με τη διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 2, της σύμβασης περί εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν (SCΗ/Com-ex (95) 20, αναθ. 2)(9) ,

-   έχοντας υπόψη την απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής του Σένγκεν της 14ης Δεκεμβρίου 1993 σχετικά με τον εμπιστευτικό χαρακτήρα ορισμένων εγγράφων (SCΗ/Com-ex (93) 22, αναθ.)(10) ,

-   έχοντας υπόψη το άρθρο 47, παράγραφος 1, του Κανονισμού του,

-   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Ελευθεριών και Δικαιωμάτων των Πολιτών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων, Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Κοινής Ασφάλειας και Αμυντικής Πολιτικής) (A5-0233/2001 ),

Α.   λαμβάνοντας υπόψη ότι ένας από τους στόχους που ορίζει το άρθρο 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι η διατήρηση και η ανάπτυξη της Ένωσης ως χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, μέσα στον οποίο εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων σε συνδυασμό με κατάλληλα μέτρα όσον αφορά τους ελέγχους στα εξωτερικά σύνορα, το άσυλο, τη μετανάστευση και την πρόληψη και καταστολή της εγκληματικότητας,

Σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων

Β.   λαμβάνοντας υπόψη ότι ένας χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης συνεπάγεται ένα χώρο στον οποίο γίνονται σεβαστά τα δικαιώματα των πολιτών,

Γ.   έχοντας υπόψη ότι ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων προκηρύχθηκε από τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα στις 7 Δεκεμβρίου 2000 και ότι η Επιτροπή και το Κοινοβούλιο έχουν δεσμευθεί να βασίζουν στο μέλλον τις πράξεις τους στον εν λόγω Χάρτη,

Δ.   έχοντας υπόψη ότι ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων θα πρέπει να αποτελεί στο εξής πλαίσιο αναφοράς για όλες τις δραστηριότητες των θεσμικών οργάνων,

Επέκταση του χώρου του Σένγκεν

Ε.   λαμβάνοντας υπόψη ότι σήμερα η Σύμβαση του Σένγκεν εφαρμόζεται πλήρως σε 10 κράτη μέλη και από την 25η Μαρτίου 2001 ετέθη σε πλήρη εφαρμογή στις 5 χώρες της Συμφωνίας για τα Διαβατήρια των Σκανδιναβικών κρατών (Δανία, Φινλανδία, Σουηδία, Νορβηγία και Ισλανδία),

ΣΤ.   θεωρώντας ότι, μετά τη μερική συμμετοχή του Ηνωμένου Βασιλείου στο κεκτημένο του Σένγκεν, πρέπει να χαιρετισθεί το αίτημα της Ιρλανδίας για ανάλογη μερική συμμετοχή στο κεκτημένο του Σένγκεν, παρά το γεγονός ότι η συμμετοχή του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας περιορίζεται σε ζητήματα εφαρμογής δικαίου και ότι καμία από τις εν λόγω χώρες δεν συμμετέχει στο κεκτημένο Σένγκεν που αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και την κατάργηση των εσωτερικών συνόρων,

Ζ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η έλλειψη διαβουλεύσεων και ενημέρωσης του Κοινοβουλίου ιδίως σε ό,τι αφορά την επέκταση της Σύμβασης του Σένγκεν προς τις χώρες της Συμφωνίας για τα Διαβατήρια των Σκανδιναβικών Κρατών και προς το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία, έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 39 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση,

Αποτελέσματα της ενσωμάτωσης του κεκτημένου Σένγκεν στις Συνθήκες

Η.   εκτιμώντας ότι από την διαδικασία εξέτασης της νομικής βάσης του κεκτημένου Σένγκεν έλειψαν οι διαβουλεύσεις και η διαφάνεια,

Θ.   εκτιμώντας ότι η αυστηρή ερμηνεία του πρωτοκόλλου σχετικά με την ενσωμάτωση του κεκτημένου του Σένγκεν περιόρισε το φάσμα των πληροφοριών που θεωρούνται ως κεκτημένο Σένγκεν και άρα δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα,

Ι.   έχοντας υπόψη ότι έγγραφα που το Συμβούλιο θεώρησε εμπιστευτικά με βάση τους κανόνες του Σένγκεν περί εμπιστευτικότητας δεν τίθενται στη διάθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ούτε βεβαίως και του κοινού,

ΙΑ.   θεωρώντας ότι αφ" ότου τέθηκε σε ισχύ η Συνθήκη του Αμστερνταμ και επακολούθησε η ένταξη στη Συνθήκη του κεκτημένου του Σένγκεν, υφίστανται μεγάλα και σημαντικά κενά σε ό,τι αφορά τη διαφάνεια και το δημοκρατικό έλεγχο εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Ενισχυμένη συνεργασία στο θέμα της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων

ΙΒ.   έχοντας υπόψη ότι τα κράτη μέλη έχουν υποβάλει πολλές πρωτοβουλίες που αποσκοπούν στην συμπλήρωση ή υποκατάσταση μέτρων τα οποία αποτελούσαν μέρος του κεκτημένου Σένγκεν, και, μολονότι ο στόχος των περισσοτέρων πρωτοβουλιών είναι δυνατό να υποστηριχθεί, οι ίδιες οι πρωτοβουλίες είναι αποσπασματικές, χωρίς συνοχή και συχνά χωρίς αιτιολόγηση, με αποτέλεσμα να μην είναι σαφές κατά πόσο και σε ποιο βαθμό οι πρωτοβουλίες υποκαθιστούν το κεκτημένο Σένγκεν,

ΙΓ.   έχοντας υπόψη ότι θα είναι πλέον λιγότερο σαφές για τους πολίτες ποια ακριβώς μέτρα σ" αυτόν τον τομέα ισχύουν σε ποια κράτη μέλη,

ΙΔ.   έχοντας υπόψη ότι δεν έχουν εκτιμηθεί οι τυχόν αρνητικές πλευρές αυτής της ενισχυμένης συνεργασίας για την ανάπτυξη της Ένωσης ως χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης ή για τους πολίτες,

ΙΕ.   εκτιμώντας ότι η διατήρηση του άρθρου 2, παράγραφος 2, της Σύμβασης του Σένγκεν επιτρέπει στα κράτη του Σένγκεν να επιβάλλουν εκ νέου, και μονομερώς, ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα προειδοποιώντας απλώς εκ των προτέρων τα άλλα κράτη· έχοντας ειδικότερα υπόψη την Γαλλία, η οποία, λόγω της αντίθεσής της προς την ολλανδική πολιτική στο θέμα των ναρκωτικών, διατήρησε τους ελέγχους κατά μήκος των συνόρων της με το Βέλγιο,

ΙΣΤ.   έχοντας υπόψη ότι πρόθεση της Επιτροπής είναι να εγκριθεί, κατά το πρώτο τρίμηνο του 2001, πρόταση σχετικά με την ενσωμάτωση του άρθρου 2 της Σύμβασης του Σένγκεν στην κοινοτική νομοθεσία,

Μέτρα Σένγκεν που αφορούν την επιβολή του νόμου και την ασφάλεια

ΙΖ.   εκτιμώντας ότι, παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί στο θέμα της αστυνομικής συνεργασίας στο πλαίσιο του Σένγκεν, προκύπτουν νομικά προβλήματα λόγω των διαφορετικών αρμοδιοτήτων των αστυνομικών υπηρεσιών στα κράτη Σένγκεν, όπως είναι, μεταξύ άλλων, η έλλειψη ενιαίων κανόνων για το τι αποτελεί αδίκημα, το γεγονός ότι οι διωκτικές αρχές δεν έχουν δικαίωμα να προβούν σε συλλήψεις σε ορισμένα κράτη, οι ανεπαρκείς κανόνες για τη χρήση ειδικών δικαιωμάτων διέλευσης και η έλλειψη ραδιοσυμβατότητας,

ΙΗ.   εκτιμώντας ότι η ξεχωριστή ανάπτυξη της αστυνομικής συνεργασίας στο πλαίσιο της Ευρωπόλ και η έλλειψη ενημέρωσης του κοινού έχουν ως αποτέλεσμα να είναι λιγότερο διαφανής ο ρόλος της αστυνομίας στο χώρο της ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης και να προκαλείται μεγαλύτερη σύγχυση στους πολίτες,

ΙΘ.   έχοντας υπόψη ότι το Κοινοβούλιο δεν ενημερώθηκε για τις τυχόν εξελίξεις στον τομέα της αστυνομικής συνεργασίας στο πλαίσιο του Σένγκεν μετά την ενσωμάτωση του κεκτημένου του Σένγκεν στις Συνθήκες και, ειδικότερα, επί στρατηγικών ή άλλων προτάσεων ή επί μέτρων με τα οποία θα αποκατασταθούν οι διαπιστωθείσες ατέλειες,

Κ.   έχοντας υπόψη ότι τα δικαιώματα των πολιτών κατά τις ποινικές διαδικασίες έχουν επιβεβαιωθεί προσφάτως στο κεφάλαιο περί "Δικαιοσύνης" του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και ότι η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη διαφάνεια έχει ουσιαστική σημασία προκειμένου να εξασφαλισθεί η προστασία και ο σεβασμός των δικαιωμάτων των πολιτών στον τομέα της συνεργασίας,

Σύστημα πληροφοριών Σένγκεν (SΙS)

ΚΑ.   εκτιμώντας ότι, καίτοι δεν έχει επιτευχθεί συμφωνία στο πλαίσιο του Συμβουλίου για τη νομική βάση του συστήματος πληροφοριών Σένγκεν (SΙS) και επομένως στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου του Σένγκεν, το SΙS εμπίπτει στην αρμοδιότητα του τρίτου πυλώνα· ότι, παρ" όλα αυτά, το 89% των δεδομένων που αφορούν πρόσωπα(11) στο SΙS αφορούν ανεπιθύμητα άτομα στο πλαίσιο του άρθρου 96 της σύμβασης περί εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν, δηλαδή στο πλαίσιο του πρώτου πυλώνα και ότι τούτο συνηγορεί υπέρ της άποψης που εξέφρασε η Ολλανδία και το Βέλγιο ότι τουλάχιστον ένα τμήμα του SΙS εμπίπτει στην αρμοδιότητα του πρώτου πυλώνα,

ΚΒ.   έχοντας υπόψη ότι η Κοινή Αρχή Ελέγχου, στην τρίτη ετήσια έκθεσή της (Μάρτιος 1998 - Φεβρουάριος 1999) και στην τέταρτη ετήσια έκθεσή της (Μάρτιος 1999 - Φεβρουάριος 2000), διαπίστωσε ελλείψεις στη διαχείριση των προσωπικών δεδομένων στο πλαίσιο της λειτουργίας του SΙS, οι οποίες αφορούν μεταξύ άλλων: μη αιτιολόγηση εκ μέρους των ενδεδειγμένων αρχών των ερευνών τους στο SΙS· μη καταστροφή εγγράφων που αφορούν μηνύματα συναγερμού αφότου αυτά έπαψαν να ισχύουν και χρησιμοποίηση αυτών των εγγράφων για τη συμπλήρωση αστυνομικών αρχείων· διατήρηση δεδομένων του SΙS για άτομα η ταυτότητα των οποίων έχει αποτελέσει αντικείμενο κατάχρησης χωρίς να γίνει καμία προσπάθεια να ενημερωθεί ο νόμιμος κάτοχος της ταυτότητας ή να ζητηθεί η σύμφωνη γνώμη του για το γεγονός ότι τα στοιχεία του/της περιλαμβάνονται στο SΙS· η καταχρηστική χρήση στοιχείων και οι αργές ή ανεπαρκείς διαδικασίες για την επαλήθευση και τη διόρθωση των δεδομένων,

ΚΓ.   έχοντας υπόψη ότι και η ίδια η Κοινή Αρχή Ελέγχου έχει διατυπώσει ανησυχίες σχετικά με τον σύνθετο χαρακτήρα του συστήματος και τις ελλείψεις σε ό,τι αφορά τη φυσική ασφάλεια της δομής του SΙS, συμπεριλαμβανομένων των ανεπαρκών ελέγχων ως προς την πρόσβαση, των ανεπαρκών διαδικασιών παροχής άδειας για επιχειρησιακή πρόσβαση στο σύστημα και για τακτική επαλήθευση των δικαιωμάτων των χρηστών, των προβλημάτων σχετικά με τον εξοπλισμό κρυπτογράφησης των τηλεπικοινωνιών καθώς και των βελτιώσεων που θα μπορούσαν να γίνουν στη λειτουργία της ελεγκτικής ανίχνευσης και της διασφάλισης της προστασίας έναντι της ηλεκτρονικής πειρατείας,

ΚΔ.   εκτιμώντας ότι δεν υπάρχει νομική βάση για τη λειτουργία του συστήματος Sirene και επομένως τα γραφεία Sirene λειτουργούν χωρίς να έχει αυστηρά προσδιορισθεί ο ρόλος τους,

ΚΕ.   εκτιμώντας ότι δεν υπάρχουν σαφή κριτήρια για την εισαγωγή δεδομένων στο σύστημα, ιδίως σε σχέση με ανεπιθύμητους αλλοδαπούς και, επομένως, τα κράτη Σένγκεν μπορούν να ερμηνεύσουν τις ρυθμίσεις κατά τις επιθυμίες τους, επιπλέον ότι οι αποφάσεις για την εισαγωγή δεδομένων στο σύστημα μπορεί να λαμβάνονται σε ένα σχετικά χαμηλό επίπεδο, ότι δεδομένων των πολλών ελλείψεων που διαπίστωσε η Κοινή Αρχή Ελέγχου σε σχέση με την προστασία των δεδομένων και την ανεπαρκή αντιμετώπιση των προβλημάτων προσώπων, τα στοιχεία των οποίων ευρίσκονται στο SΙS, η σημερινή κατάσταση δεν ανταποκρίνεται στο επίπεδο προστασίας που απαιτείται βάση του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων με πιθανές σοβαρές συνέπειες για τους πολίτες,

ΚΣΤ.   έχοντας υπόψη ότι το Συμβούλιο συμφώνησε για την ίδρυση ξεχωριστής κοινής γραμματείας για τις κοινές ελεγκτικές αρχές του Σένγκεν, πράγμα που αποτελεί ένα θετικό βήμα προόδου σε ό,τι αφορά την δίκαιη και ισότιμη μεταχείριση των προσωπικών δεδομένων στο πλαίσιο όχι μόνον της Σύμβασης του Σένγκεν, αλλά επίσης και της Σύμβασης για την ίδρυση Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (Σύμβαση Ευρωπόλ) και της Σύμβασης για τη χρήση της τεχνολογίας των πληροφοριών στον τομέα των τελωνείων, αλλά ότι, προκειμένου να είναι η κοινή γραμματεία πλήρως ανεξάρτητη, χρειάζεται να προβλεφθεί ξεχωριστός προϋπολογισμός, ανεξάρτητος από τον προϋπολογισμό του Συμβουλίου,

Εξωτερικά σύνορα και διεύρυνση

ΚΖ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η προαναφερθείσα έκθεση σχετικά με την κατάσταση στα εξωτερικά σύνορα επισημαίνει ότι έχει όντως σημειωθεί πρόοδος στη βελτίωση των εξωτερικών συνόρων, αλλά ότι το Κοινοβούλιο, μετά την εν λόγω έκθεση, δεν έχει λάβει περαιτέρω πληροφορίες για την κατάσταση στα εξωτερικά σύνορα και σχετικά με οιαδήποτε μέτρα που έχουν ληφθεί για τη βελτίωση της κατάστασης,

ΚΗ.   έχοντας υπόψη ότι στις υποψήφιες χώρες ζουν κοινότητες εκατέρωθεν των συνόρων και επομένως η καθιέρωση αυστηρών συνοριακών ελέγχων θα είχε ως αποτέλεσμα την διαίρεση αυτών των κοινοτήτων,

ΚΘ.   έχοντας υπόψη ότι δεν απαιτήθηκε από τις χώρες της Συμφωνίας για τα Διαβατήρια των Σκανδιναβικών Κρατών να καθιερώσουν συνοριακούς ελέγχους μεταξύ τους προκειμένου να συμμετάσχουν στο χώρο του Σένγκεν, αλλά ενσωματώθηκαν ως ομάδα εφόσον οι έλεγχοι καθιερώθηκαν συγχρόνως από όλες τους,

1.   καλεί το Συμβούλιο να δηλώσει επισήμως ότι οι μελλοντικές του πράξεις, συμπεριλαμβανομένης της λειτουργίας του SΙS, θα είναι σύμφωνες προς τον ευρωπαϊκό Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων·

2.   καλεί το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία να δεσμευθούν ότι θα συμμετάσχουν πλήρως στο κεκτημένο Σένγκεν (και θα καταργήσουν ως εκ τούτου τους ελέγχους στα σύνορα) και ότι θα υποδείξουν το χρονοδιάγραμμα των αναγκαίων νομικών και τεχνικών τροποποιήσεων το οποίο θα αρχίσουν να εφαρμόζουν το συντομότερο δυνατόν·

3.   καλεί τα συμβαλλόμενα κράτη να ερμηνεύσουν κατά τρόπο ταυτόσημο και σύμφωνα με το δικαιολογητικό λόγο του άρθρου 2, παράγραφος 2, της Σύμβασης του Σένγκεν, ιδίως δε (στην περίπτωση που καθίσταται απόλυτα αναγκαία η εφαρμογή της διάταξης αυτής για λόγους δημόσιας τάξης και εθνικής ασφάλειας), να περιορίζονται στη διενέργεια "εθνικών ελέγχων στα σύνορα" χωρίς να ωθούνται έως την παρεμπόδιση της διέλευσης των εθνικών συνόρων αδιακρίτως·

4.   ζητεί να αντικατασταθούν οι κανόνες του Σένγκεν περί εμπιστευτικότητας των εγγράφων με κανόνες που θα θεσπισθούν βάσει του άρθρου 255, της Συνθήκης ΕΚ, και αφορούν την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα, καθώς και να ενημερωθεί πλήρως το Κοινοβούλιο για τα έγγραφα στα οποία το κοινό δεν έχει πρόσβαση·

5.   ζητεί να δημοσιεύονται τα παραρτήματα στο κοινό εγχειρίδιο και στις κοινές προξενικές οδηγίες, και συγκεκριμένα ο κατάλογος των αιτήσεων για την χορήγηση θεωρήσεων διαβατηρίου, για τις οποίες απαιτείται εκ των προτέρων διαβούλευση με τις κεντρικές εθνικές αρχές ή να αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους δεν επιτρέπεται η πρόσβαση του κοινού, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001(12) ·

6.   ζητεί επιμόνως από το Συμβούλιο και την Επιτροπή να υποβάλλουν ετήσια έκθεση στο Κοινοβούλιο σχετικά με τα μέτρα που εγκρίνονται στον τομέα της ελευθερίας, της ασφάλειας και της δικαιοσύνης με αξιολόγηση της ανάπτυξης ή της αντικατάστασης του κεκτημένου του Σένγκεν, της ενισχυμένης συνεργασίας μεταξύ ορισμένων κρατών μελών και της μερικής συμμετοχής ορισμένων κρατών μελών στο κεκτημένο του Σένγκεν, καθώς επίσης και αξιολόγηση ενδεχόμενων προβλημάτων που αφορούν τη συνέπεια και τη συνοχή του κοινοτικού δικαίου· επισημαίνει ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή, σύμφωνα με τα άρθρα 39 και 45 (ΣΕΕ) δεσμεύονται να ενημερώνουν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε τακτά χρονικά διαστήματα για την εξέλιξη της νέας συνεργασίας στους τομείς που αφορούν τον τρίτο πυλώνα·

7.   συστήνει τη δημιουργία ομάδας εργασίας, στο πλαίσιο του COSAC (Διάσκεψης των Επιτροπών Κοινοτικών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων των Κοινοβουλίων της ΕΕ), η οποία θα είναι αρμόδια για δραστηριότητες που αφορούν το χώρο της ελευθερίας της ασφάλειας και της δικαιοσύνης και στις συνεδριάσεις της οποίας θα παρίστανται εκπρόσωποι των τρίτων χωρών που συμμετέχουν στο Σένγκεν·

8.   προτίθεται να διοργανώνει ετήσια κοινή συνεδρίαση με αντιπροσώπους των κοινοβουλίων των κρατών μελών τα οποία εμπλέκονται στη συνεργασία του Σένγκεν (συμπεριλαμβανομένων των χωρών της Συμφωνίας για τα Διαβατήρια των Σκανδιναβικών Κρατών), με στόχο την ανταλλαγή εμπειριών σχετικά με τη λειτουργία στην πράξη και την εφαρμογή από τα κράτη μέλη της πολιτικής που έχει υιοθετηθεί στον τομέα αυτό·

9.   καλεί την Επιτροπή να επεξεργαστεί χρονοδιάγραμμα για την αναθεώρηση και, εφόσον κριθεί απαραίτητο, την αντικατάσταση του κεκτημένου Σένγκεν, καθώς και για την αντιμετώπιση των ατελειών που έχουν προσδιοριστεί στις αιτιολογικές σκέψεις και να συμπεριλάβει το εν λόγω χρονοδιάγραμμα στον αναθεωρημένο πίνακα αποτελεσμάτων·

10.   παροτρύνει τα κράτη μέλη, πριν υποβάλουν επίσημη πρωτοβουλία σύμφωνα με το άρθρο 67, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ, να διατυπώνουν επίσημο αίτημα προς την Επιτροπή να υποβάλει πρόταση του ζητήματος· καλεί την Επιτροπή να λάβει υπόψη το άρθρο 67, παράγραφος 2, και την ανάγκη για συνέπεια και συνοχή και να εκπονεί, στο μέτρο του δυνατού, προτάσεις που καλύπτουν τα ζητήματα που έθεσαν τα κράτη μέλη·

11.   ζητεί να διασφαλισθεί το δικαίωμα διαδήλωσης και ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων·

12.   καλεί την Επιτροπή να συμπεριλάβει στην πρότασή της σχετικά με την ενσωμάτωση στην κοινοτική νομοθεσία του άρθρου 2, παράγραφος 2, της Σύμβασης του Σένγκεν, κανόνες περί προηγούμενης διαβούλευσης με το Συμβούλιο, περί έγκρισης προσωρινών ελέγχων στα σύνορα για περιορισμένη διάρκεια (πιθανώς 30 ημέρες), περί αναθεώρησης της αναλογικότητας των ελέγχων και όρους για την παράταση της διάρκειας·

13.   καλεί το Συμβούλιο να διασφαλίσει τη δυνατότητα πλήρους συμμετοχής του Κοινοβουλίου στη συζήτηση των μέτρων για την αντιμετώπιση των ελλείψεων στον τομέα της αστυνομικής συνεργασίας, ζητεί δε από το Συμβούλιο να διασφαλίσει τη συνέπεια των πρακτικών κανόνων που πρέπει να εφαρμόζονται σύμφωνα με τη Σύμβαση του Σένγκεν·

14.   καλεί το Συμβούλιο να σεβαστεί πλήρως το άρθρο 39 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση υποβάλλοντας, εγκαίρως και με λογικές προθεσμίες, στο Κοινοβούλιο για να γνωμοδοτήσει όλες τις προτάσεις - πλαίσιο, τις αποφάσεις και τις συμβάσεις, και υποβάλλοντάς του τακτικές εκθέσεις σχετικά με τη συνεργασία στο πλαίσιο του τρίτου πυλώνα, σύμφωνα με το άρθρο 39, παράγραφος 2, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση·

15.   ζητεί να ενισχυθεί ο δικαστικός έλεγχος επί της διακυβερνητικής συνεργασίας στο πλαίσιο του τρίτου πυλώνα, όπως προβλέπει το άρθρο 35 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, παρέχοντας, ειδικότερα, στο ΔΕΚ πλήρη δικαιοδοσία να εκδίδει προδικαστικές αποφάσεις επί παραπομπών εκ μέρους των κρατών μελών και αίροντας τον περιορισμό για την επανεξέταση από το ΔΕΚ περιπτώσεων που αφορούν την τήρηση του νόμου και της τάξης και την περιφρούρηση της εσωτερικής ασφάλειας, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τα θεμελιώδη δικαιώματα·

16.   καλεί το Συμβούλιο να εγκρίνει ένα δεσμευτικό νομικό μέσο σε ό,τι αφορά την προστασία των δεδομένων, το οποίο θα ισχύει στον τρίτο πυλώνα και θα προσφέρει εγγυήσεις ισοδύναμες με τις διατάξεις της οδηγίας 95/46/ΕΚ(13) ·

17.   καλεί το Συμβούλιο να εγκρίνει ενιαία πρότυπα, διαδικασίες, αρμοδιότητες και ξεχωριστό προϋπολογισμό λειτουργίας του ενιαίου ελεγκτικού φορέα, υπό την εποπτεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, σε ό,τι αφορά τις δραστηριότητές του στο πλαίσιο των τριών συμβάσεων (Σένγκεν, Ευρωπόλ και τελωνειακές πράξεις) ώστε να εξασφαλιστεί ο σεβασμός των προτύπων περί προστασίας δεδομένων του άρθρου 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων·

18.   ζητεί εν τω μεταξύ να ενισχυθούν οι αρμοδιότητες της Κοινής Αρχής Ελέγχου του Σένγκεν προκειμένου να της δοθεί η δυνατότητα να ασκεί αποτελεσματικότερα και αποδοτικότερα τον εξελεγκτικό της ρόλο επί του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν (SIS)·

19.   ζητεί να τεθεί το Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν υπό τη διαχείριση ξεχωριστής υπηρεσίας στο πλαίσιο της ΕΕ, η οποία θα χρηματοδοτείται από τον κοινοτικό προϋπολογισμό, καθώς και να θεσπιστεί κοινοτικό σύστημα πληροφοριών (της Ένωσης), υπό την ευθύνη της Επιτροπής, το οποίο θα συνίσταται σε ένα ενιαίο ηλεκτρονικό δίκτυο για τα δεδομένα που συγκεντρώνονται στο πλαίσιο των τριών συμβάσεων (Σένγκεν, Ευρωπόλ και τελωνειακές πράξεις) λαμβάνοντας ωστόσο υπόψη την ανάγκη να διατηρούνται ξεχωριστά τα αντίστοιχα δεδομένα και να διασφαλισθεί ο λειτουργικός διαχωρισμός (επίπεδα πρόσβασης, σύστημα ασφαλείας κ.λπ.) που απαιτείται από τον τελικό χρήστη, τόσο στο πλαίσιο της Κοινότητας όσο και στο πλαίσιο του τρίτου πυλώνα·

20.   ζητεί η υποψηφιότητα των χωρών που θα γίνουν μέλη της ΕΕ να εξαρτάται απλώς και μόνον από την πολιτική αποδοχή του κεκτημένου Σένγκεν, και να λάβει χώρα η επεξεργασία των αναγκαίων μέσων πολιτικής τα οποία είναι απαραίτητα για τη μεταφορά αυτού του κεκτημένου, ενώ -όπως συνέβη και με τις προηγούμενες προσχωρήσεις- η ουσιαστική άρση των εσωτερικών συνόρων για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων να αποτελέσει αντικείμενο ξεχωριστής και μεταγενέστερης απόφασης του Συμβουλίου, με πρόταση της Επιτροπής και μετά από διαβούλευση με το Κοινοβούλιο·

o
o   o

21.   αναθέτει στην Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, την Επιτροπή και στην Κοινή Αρχή Ελέγχου του Σένγκεν.

(1) ΕΕ L 176 της 10.7.1999, σ. 1.
(2) ΕΕ L 176 της 10.7.1999, σ. 17.
(3) ΕΕ L 176 της 10.7.1999, σ. 34.
(4) ΕΕ L 176 της 10.7.1999, σ. 35.
(5) ΕΕ L 119 της 7.5.1999, σ. 49.
(6) ΕΕ L 327 της 21.12.1999, σ. 58.
(7) ΕΕ L 131 της 1.6.2000, σ. 43.
(8) ΕΕ L 271 της 24.10.2000, σ. 1.
(9) ΕΕ L 239 της 22.9.2000, σ. 133.
(10) ΕΕ L 239 της 22.9.2000, σ. 129.
(11) Βλέπε έκθεση Υπουργών Δικαιοσύνης: "Το σύστημα πληροφοριών Σένγκεν: ένας έλεγχος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων".
(12) ΕΕ L 145 της 31.5.2001, σ. 43.
(13) ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31.

Τελευταία ενημέρωση: 15 Μαΐου 2004Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου