Επιστροφή στη διαδικτυακή πύλη Europarl

Choisissez la langue de votre document :

 Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Κείμενα που εγκρίθηκαν
Πέμπτη 31 Μαΐου 2001 - Βρυξέλλες Οριστική έκδοση
H Συνθήκη της Νίκαιας και το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης
A5-0168/2001

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τη Συνθήκη της Νίκαιας και το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2001/2022(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

-  έχοντας υπόψη τη Συνθήκη που υπεγράφη στη Νίκαια στις 26 Φεβρουαρίου 2001,

-  έχοντας υπόψη τα ψηφίσματά του της 19ης Νοεμβρίου 1997, σχετικά με τη Συνθήκη του Αμστερνταμ(1) , της 18ης Νοεμβρίου 1999 σχετικά με την προπαρασκευή της μεταρρύθμισης των Συνθηκών της επόμενης Διακυβερνητικής Διάσκεψης(2) , της 3ης Φεβρουαρίου 2000 σχετικά με τη σύγκληση της Διακυβερνητικής Διάσκεψης(3) , της 13ης Απριλίου 2000 σχετικά με τις προτάσεις του για τη Διακυβερνητική Διάσκεψη(4) , της 25ης Οκτωβρίου 2000 σχετικά με τη συνταγματοποίηση των Συνθηκών(5) και σχετικά με την ενισχυμένη συνεργασία(6) ,

-  έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα των Ευρωπαϊκών Συμβουλίων του Τάμπερε, του Ελσίνκι, της Φέιρα και της Νίκαιας,

-  έχοντας υπόψη το άρθρο 163 του Κανονισμού του,

-  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων, Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Κοινής Ασφάλειας και Αμυντικής Πολιτικής, της Επιτροπής Προϋπολογισμών, της Επιτροπής Ελευθεριών και Δικαιωμάτων των Πολιτών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων, της Επιτροπής Βιομηχανίας, Εξωτερικού Εμπορίου, Έρευνας και Ενέργειας, της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων, της Επιτροπής Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου, της Επιτροπής Αλιείας, της Επιτροπής Πολιτισμού, Νεότητας, Παιδείας, Μέσων Ενημέρωσης και Αθλητισμού, της Επιτροπής για τα Δικαιώματα της Γυναίκας και τις ºσες Ευκαιρίες, και της Επιτροπής Αναφορών (A5-0168/2001 ),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Διακυβερνητική Διάσκεψη που ολοκληρώθηκε στη Νίκαια στις 11 Δεκεμβρίου 2000 έλαβε την εντολή να διενεργήσει τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις των Συνθηκών και να επιλύσει κατά τρόπο ικανοποιητικό τα ζητήματα που παρέμεναν εκκρεμή μετά το Αμστερνταμ, ώστε να προετοιμαστεί η Ένωση για τη διεύρυνση,

Β.  λαμβάνοντας υπόψη τις επανειλημμένες εκκλήσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για μια γενική μεταρρύθμιση των Συνθηκών η οποία θα διαθέτει το απαιτούμενο βάθος ώστε να δώσει απάντηση στη διττή επιταγή για εκδημοκρατισμό των θεσμικών οργάνων και τη βελτίωση της αποτελεσματικότητάς τους με την προοπτική της διεύρυνσης,

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι για να ευοδωθεί η διεύρυνση, που θα αυξήσει τον ετερογενή χαρακτήρα των εθνικών συμφερόντων, απαιτούνται θεσμικά όργανα και μηχανισμοί λήψης αποφάσεων που θα χαρακτηρίζονται από αποτελεσματικότητα, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος παράλυσης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης,

Δ.  υπενθυμίζοντας ότι εμπίπτει στις αρμοδιότητές του να παρέχει την έγκρισή του σχετικά με τις συνθήκες προσχώρησης,

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι με την ολοκλήρωση της νομισματικής ένωσης καθίσταται απαραίτητο το αντιστάθμισμά της, η πολιτική ένωση,

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Συνθήκη της Νίκαιας δεν ολοκλήρωσε τη διαδικασία της πολιτικής ένωσης που άρχισε με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ,

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη τη δήλωση αριθ. 23 σχετικά με το μέλλον της Ένωσης που προσαρτάται στη Συνθήκη, η οποία προβλέπει νέα μεταρρύθμιση το 2004· και εκτιμώντας ότι η δήλωση αυτή ανοίγει το δρόμο σε μια νέα μέθοδο μεταρρύθμισης των Συνθηκών,

Η.  λαμβάνοντας υπόψη τις συζητήσεις για τον επαναπροσδιορισμό του βασικού θεσμικού πλαισίου της Ευρώπης, που προηγήθηκαν της Διακυβερνητικής Διάσκεψης και που αποτέλεσαν την αφετηρία ευρύτερου προβληματισμού για τον μέλλον της Ένωσης,

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη τη συνάντηση με τα εθνικά κοινοβούλια των κρατών μελών και των υποψήφιων κρατών, που πραγματοποιήθηκε στις 20 Μαρτίου 2001 στις Βρυξέλλες,

1.  διαπιστώνει ότι, με τη Συνθήκη της Νίκαιας, εκλείπει το τελευταίο τυπικό εμπόδιο στη διεύρυνση και υπογραμμίζει τη στρατηγική σημασία της διεύρυνσης στην πορεία προς την ενοποίηση της Ευρώπης ως παράγοντα ειρήνης και προόδου· αναγνωρίζει τις βελτιώσεις που επέφερε η Συνθήκη της Νίκαιας σε ορισμένα σημεία, αλλά εκτιμά ότι μια Ένωση 27 ή περισσότερων κρατών μελών επιτάσσει ουσιαστικότερες μεταρρυθμίσεις, ώστε να διασφαλίζει τη δημοκρατία, την αποτελεσματικότητα, τη διαφάνεια, τη σαφήνεια και την εύρυθμη λειτουργία·

2.  εκφράζει τη βαθιά του δυσαρέσκεια για το γεγονός ότι η Συνθήκη της Νίκαιας έδωσε μια δειλή και, σε ορισμένες περιπτώσεις ανεπαρκή, απάντηση στα θέματα της, ήδη συρρικνωμένης, ημερήσιας διάταξης της Διακυβερνητικής Διάσκεψης· εκφράζει την ελπίδα ότι τα ελλείμματα και τα κενά όσον αφορά μια ικανή προς δράση και δημοκρατική Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορέσουν να καλυφθούν κατά την μετά τη Νίκαια πορεία·

3.  τονίζει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εφάρμοζε πάντοτε δύο κριτήρια ως γνώμονα της επιτυχίας της Διακυβερνητικής Διάσκεψης για τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις: την πλήρη διασφάλιση της ικανότητας λειτουργίας μιας διευρυμένης Ένωσης και τη σημαντική μείωση του δημοκρατικού ελλείμματος· κανένας από τους δύο αυτούς στόχους δεν επιτεύχθηκε στη Νίκαια·

4.  επισημαίνει μεταξύ των πλέον αρνητικών πτυχών της Συνθήκης της Νίκαιας την ακόμη μεγαλύτερη σύγχυση και έλλειψη διαφάνειας στη διαδικασία λήψης αποφάσεων στο εσωτερικό της Ένωσης, την μη τήρηση της αρχής να επεκταθεί η συναπόφαση σε όλους τους τομείς όπου η νομοθεσία εγκρίνεται με ειδική πλειοψηφία, και την μη ενσωμάτωση στις Συνθήκες του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων·

5.  εκτιμά ότι, όπως είχε ήδη συμβεί προηγουμένως με τη Συνθήκη του Αμστερνταμ, η προπαρασκευή και οι διαπραγματεύσεις της Συνθήκης της Νίκαιας κατέδειξαν τα όρια μιας διαδικασίας αποκλειστικά σε διακυβερνητικό επίπεδο για την αναθεώρηση των Συνθηκών, πράγμα το οποίο έμμεσα αναγνώρισαν τελικά οι κυβερνήσεις εγκρίνοντας τη δήλωση αριθ. 23 (που προσαρτάται στην τελική πράξη της Συνθήκης)·

6.  απαιτεί η νέα Διακυβερνητική Διάσκεψη να συγκληθεί με βάση μια ριζικά διαφορετική διαδικασία, διαφανή και ανοιχτή στη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, των εθνικών κοινοβουλίων και της Επιτροπής και στην οποία θα έχουν λόγο και οι πολίτες των κρατών μελών και των υποψηφίων προς ένταξη χωρών, όπως προβλέπει η δήλωση 23, και να σηματοδοτήσει την έναρξη ενός κύκλου συντακτικών διαδικασιών·

7.  αναγνωρίζει ότι με τη Συνθήκη της Νίκαιας κλείνει ένας κύκλος που ξεκίνησε στο Μάαστριχτ και συνεχίστηκε στο Αμστερνταμ, και απαιτεί να δρομολογηθεί μια συντακτική διαδικασία που θα έχει ως επιστέγασμα την έγκριση ενός Συντάγματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

Θεμελιώδη Δικαιώματα

8.  σημειώνει την πανηγυρική διακήρυξη του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Νίκαια, ο οποίος διαμορφώθηκε από Συνέλευση απαρτιζόμενη από εκπροσώπους των κυβερνήσεων, των εθνικών κοινοβουλίων, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής· επαναλαμβάνει(7) τη δέσμευσή του να επαγρυπνεί για το σεβασμό των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που αναγνωρίζονται στο Χάρτη αυτό, διαπιστώνει με ικανοποίηση ότι η Επιτροπή και το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχουν λάβει ανάλογη θέση, και ζητεί την ανάληψη της ίδιας δέσμευσης από τα υπόλοιπα θεσμικά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης·

9.  επαναλαμβάνει την απαίτησή του να ενσωματωθεί με δεσμευτικό από νομική άποψη τρόπο ο Χάρτης στις Συνθήκες, προκειμένου να διασφαλίζονται πλήρως τα δικαιώματα του κάθε ατόμου, και καλεί τα θεσμικά όργανα της Ένωσης να τηρούν ήδη από τώρα, στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων, τις υποχρεώσεις τους όσον αφορά το σεβασμό των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον Χάρτη·

10.  εκφράζει την ικανοποίησή του για την ενσωμάτωση, στο άρθρο 7 της ΣΕΕ, ενός μέσου πρόληψης και προειδοποίησης που παγιώνει τη δέσμευση της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στις αξίες της δημοκρατίας, της ελευθερίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου· εκφράζει επίσης την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι, πέραν του δικαιώματος πρωτοβουλίας, απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου·

Η θεσμική μεταρρύθμιση

11.  διαπιστώνει ότι το νέο σύστημα ψηφοφορίας με ειδική πλειοψηφία στο Συμβούλιο αποτελεί το αποτέλεσμα συμφωνίας κατανομής εξουσίας μεταξύ των Δεκαπέντε, η αξία του οποίου έγκειται στο ότι επιτρέπει να ανοίξει και επισήμως η πύλη της διεύρυνσης· εκτιμά όμως ότι, όσον αφορά την αποτελεσματικότητα και τη διαφάνεια της διαδικασίας λήψεως αποφάσεων, το νέο σύστημα δεν βελτιώνει κατά τίποτε το ισχύον, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται σοβαρές ανησυχίες ως προς την λειτουργία του σε μια Ένωση με 27 κράτη μέλη·

12.  εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι δεν λαμβάνεται κανένα μέτρο για να υπάρχει μεγαλύτερη διαφάνεια στις εργασίες του Συμβουλίου, ιδίως όταν αυτό ενεργεί ως νομοθετικό όργανο, και ζητεί από το Συμβούλιο να συνέρχεται δημόσια ότα πρόκειται για την έγκριση νομοθεσίας·

13.  εκτιμά ότι η συμφωνία που επετεύχθη ως προς τη σύνθεση της Επιτροπής είναι αποδεκτή, στο μέτρο που επιτρέπει την προσαρμογή της στις απαιτήσεις της διαδικασίας διεύρυνσης·

14.  εκφράζει την ικανοποίησή του για την καθιέρωση της ειδικής πλειοψηφίας για την εκλογή και τον ορισμό των μελών της Επιτροπής, καθώς και για την ενίσχυση των εξουσιών του Προέδρου της, στοιχεία που επιβεβαιώνουν τον υπερεθνικό και ανεξάρτητο χαρακτήρα του θεσμικού αυτού οργάνου·

15.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η σύνθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν υπακούει σε σαφή κριτήρια· εκφράζει την έκπληξή του για την απόφαση να αυξηθεί το όριο των 700 βουλευτών που καθορίστηκε στο Αμστερνταμ· προειδοποιεί για τους κινδύνους που ενδέχεται να ανακύψουν από την υπερβολική αύξηση του αριθμού των μελών του κατά τη μεταβατική περίοδο, και ζητεί από το Συμβούλιο να λάβει ιδιαιτέρως υπόψη τους κινδύνους αυτούς όταν θα καθορίζει το χρονοδιάγραμμα των εντάξεων·

16.  απαιτεί διόρθωση, επ" ευκαιρία της διαπραγμάτευσης των αντίστοιχων συνθηκών προσχώρησης, ώστε ο αριθμός των εκπροσώπων της Ουγγαρίας και της Τσεχικής Δημοκρατίας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να είναι ο ίδιος (22) με αυτόν που ισχύει για το Βέλγιο και την Πορτογαλία (χώρες με αντίστοιχο πληθυσμό), και ζητεί να αξιοποιηθεί η αναπροσαρμογή αυτή ως ευκαιρία για να διαμορφωθούν η διαδικασίες λήψης αποφάσεων διαφανέστερες, αποτελεσματικότερες και δημοκρατικότερες·

17.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι εξακολουθεί να υφίσταται η δομή των πυλώνων της Συνθήκης και ότι, κυρίως στον τομέα της ΚΕΠΠΑ, δημιουργούνται περιττές διπλές διαρθρώσεις· ζητεί να ανατεθούν τα καθήκοντα του Επιτρόπου για τις εξωτερικές σχέσεις και του Ύπατου Εκπροσώπου για την ΚΕΠΠΑ σε αντιπρόεδρο της Επιτροπής που έχει ειδικά καθήκοντα έναντι του Συμβουλίου·

18.  λαμβάνει υπό σημείωση το μεταβατικό σύστημα που προβλέπεται στη δήλωση αριθ. 20 σχετικά με τη διεύρυνση (η οποία προσαρτάται στην τελική πράξη της Συνθήκης) για τη σταδιακή προσαρμογή των θεσμικών οργάνων κατά την περίοδο των προσχωρήσεων, και επισημαίνει ότι θα παρακολουθεί με προσοχή τις προσαρμογές αυτές και θα τις λάβει υπόψη του όταν θα εκδώσει τη -δεσμευτική- γνώμη του για τις Συνθήκες προσχώρησης·

19.  εκφράζει την ικανοποίησή του για την αναγνώριση, στο άρθρο 230 της ΣΕΕ, του δικαιώματός προσφυγής του για τον έλεγχο της νομιμότητας πράξεων των υπολοίπων θεσμικών οργάνων·

20.  εκφράζει την ικανοποίησή του για τις ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις που εισάγονται στη δομή, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου, προκειμένου να καταστεί ευχερέστερη η απονομή της δικαιοσύνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, να διατηρηθεί η ενότητα του κοινοτικού δικαίου, και να ισχυροποιηθεί έτσι η δικαιοδοτική λειτουργία της Ένωσης·

21.  καταδικάζει το γεγονός ότι τα μέλη του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του Πρωτοδικείου θα εξακολουθούν να διορίζονται με κοινή συμφωνία από τα κράτη μέλη αποτελώντας, κατ" αυτόν τον τρόπο, τη μοναδική εξαίρεση στη διαδικασία διορισμού με ειδική πλειοψηφία του Συμβουλίου, διαδικασία την οποία η Συνθήκη της Νίκαιας ανήγαγε σε γενικό κανόνα·

22.  εκτιμά ότι οι διατάξεις σχετικά με το Ελεγκτικό Συνέδριο θα διευκολύνουν την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, και καλεί τον πρόεδρό του να συγκροτήσει σύντομα την επιτροπή επαφής με τους προέδρους των εθνικών ελεγκτικών οργάνων (σύμφωνα με τη δήλωση αριθ. 18 που προσαρτάται στην τελική πράξη της Συνθήκης) με στόχο τη βελτίωση της μεταξύ τους συνεργασίας·

23.  εμμένει στην άποψη της σύστασης θέσης Ευρωπαίου Εισαγγελέα, που θα είναι επιφορτισμένος με την καταπολέμηση της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης·

24.  επικροτεί τις διατάξεις για την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, που την καθιστούν αντιπροσωπευτικότερη των διαφόρων τομέων της κοινωνίας, καθώς και για την Επιτροπή των Περιφερειών, που ενισχύουν τη δημοκρατική νομιμοποίηση των μελών της·

25.  εκφράζει την ικανοποίησή του για την ενσωμάτωση στη Συνθήκη νομικής βάσης που θα επιτρέπει να εγκρίνεται, με συναπόφαση, το καταστατικό των ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων και οι κανόνες που διέπουν τη χρηματοδότησή τους·

26.  αναγνωρίζει την πρόοδο που αντιπροσωπεύει η μετάβαση από την ομοφωνία στην ειδική πλειοψηφία, ως διαδικασία για την έγκριση του καθεστώτος των βουλευτών, αλλά εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι ο κανόνας αυτός δεν επεκτάθηκε στα θέματα φορολογικού χαρακτήρα·

Διαδικασία λήψης αποφάσεων

27.  επισημαίνει τη μετατόπιση 35 νομικών βάσεων στο καθεστώς της ειδικής πλειοψηφίας· εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι πολλά θεμελιώδη ζητήματα εξακολουθούν να υπόκεινται στο καθεστώς της ομοφωνίας, με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται η ενδυνάμωση της διευρυμένης Ένωσης·

28.  επισημαίνει, στο πλαίσιο αυτό, την επιτακτική ανάγκη να μετέχει πληρέστερα το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο -ως παράγοντας της δημοκρατικής συμμετοχής και του δημοκρατικού ελέγχου- στη διαμόρφωση της κοινής εμπορικής πολιτικής και της εξωτερικής οικονομικής πολιτικής, τόσο στο στάδιο του καθορισμού των κατευθυντηρίων γραμμών όσο και κατά τη διαπραγμάτευση και σύναψη συμφωνιών· εκτιμά ότι, από τη στιγμή που τα εθνικά κοινοβούλια δεν διαθέτουν πλέον αρμοδιότητες στον τομέα της εμπορικής πολιτικής της ΕΕ, η δική του συμμετοχή καθίσταται απαραίτητη·

29.  υπογραμμίζει για μια ακόμη φορά τη θέση του ότι η επέκταση της ψηφοφορίας με ειδική πλειοψηφία, σε συνδυασμό με τη συναπόφαση, αποτελεί το κλειδί για την επίτευξη ουσιαστικής ισορροπίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων την επιτυχία της διεύρυνσης και, κατά συνέπεια, εκτιμά ότι οι τροποποιήσεις που επέφερε η Συνθήκη της Νίκαιας στο σημείο αυτό είναι σαφώς ανεπαρκείς· εμμένει στη θέση του ότι η ψηφοφορία με ειδική πλειοψηφία πρέπει να συνοδεύεται, σε ό,τι αφορά τις νομοθετικές διαδικασίες, από τη διαδικασία συναπόφασης με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο - απαραίτητη εγγύηση για τη δημοκρατική νομιμοποίηση της νομοθετικής διαδικασίας·

30.  καταδικάζει το γεγονός ότι η Διακυβερνητική Διάσκεψη δεν επεξέτεινε τις διαδικασίες συναπόφασης στις νομικές βάσεις που ήδη προέβλεπαν (πριν και μετά από τη Νίκαια) την έγκριση νομοθετικών κειμένων με ειδική πλειοψηφία· εκτιμά ότι η νέα Συνθήκη δεν αναγνωρίζει σε επαρκή βαθμό τη διαδικασία συναπόφασης που προβλέπεται στο άρθρο 251 ΣΕΚ ως γενικό κανόνα για τη λήψη αποφάσεων στην Ένωση·

31.  εκφράζει την ανησυχία του για τις πολυπλοκότητες που εισάγει η Συνθήκη της Νίκαιας σε σχέση με πολλές νομικές βάσεις στις οποίες επεκτείνει την ψηφοφορία με ειδική πλειοψηφία, και ζητεί από το Συμβούλιο να αξιοποιήσει περισσότερο, πριν από τις προσχωρήσεις, τις δυνατότητες που προσφέρουν ορισμένα τροποποιημένα άρθρα για τη μετάβαση στην ειδική πλειοψηφία και τη συναπόφαση, ιδίως στο πλαίσιο του Τίτλου ΙV της ΣΕΚ·

Ενισχυμένες συνεργασίες

32.  εκφράζει την ικανοποίησή του για τις τροποποιήσεις που επήλθαν κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής ως προς την ενισχυμένη συνεργασία, ειδικότερα όσον αφορά την κατάργηση του δικαιώματος βέτο λόγω εθνικού συμφέροντος, και επικροτεί τη μετατροπή της ενισχυμένης συνεργασίας σε ύστατο μέσον, προκειμένου να μπορεί να προοδεύσει η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και η κοινοτικοποίηση των τομέων που αφορούν οι ενισχυμένες συνεργασίες·

33.  εκτιμά ότι ο ρόλος που επιφυλάσσεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ως προς την εξουσιοδότηση των ενισχυμένων συνεργασιών είναι ανεπαρκής και μη δημοκρατικός, ιδίως στους ζωτικούς τομείς του πρώτου πυλώνα όπου η ομοφωνία διατηρείται στους κόλπους του Συμβουλίου·

34.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η διακυβερνητική μέθοδος που χαρακτηρίζει το δεύτερο πυλώνα εφαρμόζεται επίσης στις ενισχυμένες συνεργασίες στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας και ότι, κατά συνέπεια, υπάρχει η δυνατότητα να προβάλει κάποιο κράτος μέλος βέτο, ενώ ο ρόλος του ΕΚ περιορίζεται σε απλό δικαίωμα ενημέρωσης, και της Επιτροπής στην έκδοση γνωμοδότησης·

35.  καταδικάζει το γεγονός ότι οι κοινές στρατηγικές ως προς την αμυντική πολιτική αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής των ενισχυμένων συνεργασιών·

Η δήλωση σχετικά με το μέλλον της Ευρώπης

36.  επιδοκιμάζει τη δήλωση αριθ. 23 σχετικά με το μέλλον της Ευρώπης, λόγω των νέων στοιχείων που εισάγει στη διαδικασία μεταρρύθμισης των Συνθηκών η οποία θα βασίζεται σε μια αποτελεσματική και συμμετοχική προετοιμασία και της οποίας θα προηγείται ευρεία και εις βάθος δημόσια συζήτηση·

37.  εκτιμά ότι ο διάλογος αυτός πρέπει να πραγματοποιείται τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο· φρονεί ότι η οργάνωση του διαλόγου και η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων του, ιδίως σε εθνικό επίπεδο, αποτελούν αρμοδιότητα των εθνικών κυβερνήσεων και κοινοβουλίων· συνιστά να δημιουργηθεί, σε κάθε κράτος μέλος και σε κάθε υποψήφιο κράτος, μια επιτροπή που θα απαρτίζεται από εκπροσώπους της κυβέρνησης και του κοινοβουλίου και από ευρωβουλευτές, και θα έχει ως καθήκον τον προσανατολισμό και την προαγωγή της δημόσιας συζήτησης·

38.  εκτιμά ότι ο διάλογος αυτός πρέπει να είναι ανοικτός στους κοινωνικούς φορείς και να συνοδεύεται από την κατάλληλη εκστρατεία ενημέρωσης, που θα εξηγεί στους ευρωπαίους το θέμα της συζήτησης και θα τους παροτρύνει να συμμετέχουν ενεργά· επιθυμεί ο διάλογος αυτός να οδηγήσει σε συγκεκριμένα αποτελέσματα, όλες οι συνεισφορές να ληφθούν υπόψη κατά την προετοιμασία της μεταρρύθμισης των Συνθηκών, και ο διάλογος να παραταθεί μέχρι και την ολοκλήρωση της ΔΔ, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να προβλεφθούν οι απαιτούμενες δημοσιονομικές πιστώσεις στο πλαίσιο των χρήσεων 2002 και 2003·

39.  είναι της γνώμης ότι το τελικό αποτέλεσμα της προσεχούς Διακυβερνητικής Διάσκεψης θα εξαρτηθεί, κατά κύριο λόγο, από την προπαρασκευή της· προς το σκοπό αυτό, συνιστά, σύμφωνα με το πρότυπο και την εντολή της Συνέλευσης για την κατάρτιση του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, τη δημιουργία μιας Συνέλευσης (της οποίας οι εργασίες πρέπει να αρχίσουν στις αρχές του 2002) που θα απαρτίζεται από βουλευτές των εθνικών κοινοβουλίων και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και εκπροσώπους της Επιτροπής και των κυβερνήσεων και που θα έχει ως έργο να υποβάλει στην ΔΔ συνταγματική πρόταση, βασισμένη στα αποτελέσματα του εκτεταμένου δημοσίου διαλόγου και η οποία πρέπει να αποτελέσει, με τη σειρά της, τη βάση των εργασιών της ΔΔ·

40.  εκτιμά ότι τα υπό ένταξη κράτη πρέπει να συμμετέχουν στη Συνέλευση αυτή κατ" αρχάς ως παρατηρητές, έως την υπογραφή των συνθηκών προσχώρησης, και στη συνέχεια ως πλήρη μέλη·

41.  επισημαίνει ότι η αναφορά της δήλωσης αριθ. 23 στα τέσσερα συγκεκριμένα θέματα δεν έχει εξαντλητικό χαρακτήρα, και φρονεί ότι σε έναν διάλογο για το μέλλον της Ευρώπης δεν μπορούν να τεθούν εκ των προτέρων περιορισμοί· επί του θέματος αυτού, δηλώνει την πρόθεσή του να υποβάλει συγκεκριμένες προτάσεις εν όψει του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Laeken· υπόσχεται να λάβει δεόντως υπόψη του τα θέματα που επισημαίνουν οι διάφορες ειδικές επιτροπές του στις γνωμοδοτήσεις τους σχετικά με το παρόν ψήφισμα και που επισυνάπτονται στην έκθεση της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων του Κοινοβουλίου (A5-0168/2001

42.  τάσσεται υπέρ της σύγκλησης της ΔΔ το δεύτερο εξάμηνο του 2003, ούτως ώστε η νέα Συνθήκη να μπορέσει να εγκριθεί το Δεκέμβριο του ίδιου έτους, οι ευρωπαϊκές εκλογές του 2004 να λειτουργήσουν ως δημοκρατική ώθηση στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, και το Κοινοβούλιο, μαζί με την Επιτροπή, να μπορέσουν να μετάσχουν στη διαδικασία αυτή υπό τις καλύτερες δυνατές προϋποθέσεις·

43.  φρονεί ότι η μελλοντική λειτουργία της Ένωσης θα εξαρτηθεί από τα αποτελέσματα της προσεχούς μεταρρύθμισης αποτελέσματα τα οποία θα λάβει υπόψη του όταν θα κληθεί να εκφέρει τη σύμφωνη γνώμη του επί των Συνθηκών Προσχώρησης των νέων χωρών·

44.  καλεί τα εθνικά κοινοβούλια, όταν τοποθετηθούν σχετικά με τη Συνθήκη της Νίκαιας, να αναλάβουν σταθερή δέσμευση να υποστηρίξουν τη σύγκληση Συνέλευσης·

45.  δηλώνει ότι η Συνθήκη της Νίκαιας θα ιδωθεί υπό το πρίσμα των αποτελεσμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Laeken, τα οποία θα μπορούσαν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις να ξεπερασθούν οι αδυναμίες της συνθήκης αυτής· εξαγγέλλει εξάλλου την απόφασή του να λάβει υπόψη του τα αποτελέσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Laeken όταν κληθεί να εκφέρει τη γνώμη του για τη διεξαγωγή της επόμενης ΔΔ·

o
o   o

46.  αναθέτει στην Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, την Επιτροπή και τις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών και των υποψηφίων προς ένταξη χωρών.

(1)ΕΕ C 371 της 8.12.1997, σ. 99.
(2) ΕΕ C 189 της 7.7.2000, σ. 222.
(3) ΕΕ C 309 της 27.10.2000, σ. 85.
(4) ΕΕ C 40 της 7.2.2001, σ. 409.
(5) Κείμενα που εγκρίθηκαν, σημείο 7.
(6) Κείμενα που εγκρίθηκαν, σημείο 8.
(7) Απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2000 για τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (Κείμενα που εγκρίθηκαν, σημείο 3).

Τελευταία ενημέρωση: 19 Μαΐου 2004Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου