Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2007/2027(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A6-0224/2008

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A6-0224/2008

Συζήτηση :

Ψηφοφορία :

PV 09/07/2008 - 5.15
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P6_TA(2008)0352

Κείμενα που εγκρίθηκαν
WORD 91k
Τετάρτη 9 Ιουλίου 2008 - Στρασβούργο Οριστική έκδοση
O ρόλος του εθνικού δικαστή στο ευρωπαϊκό δικαστικό σύστημα
P6_TA(2008)0352A6-0224/2008

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 9ης Ιουλίου 2008 σχετικά με τον ρόλο του εθνικού δικαστή στο ευρωπαϊκό δικαστικό σύστημα (2007/2027(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 61 της Συνθήκης ΕΚ, που προβλέπει την προοδευτική εγκαθίδρυση ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, συμπεριλαμβανομένων μέτρων στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές και ποινικές υποθέσεις,

–   έχοντας υπόψη το πρόγραμμα της Χάγης για την ενίσχυση της ελευθερίας, της ασφάλειας και της δικαιοσύνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση(1) , που εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελλών στις 5 Νοεμβρίου 2004, και την ανακοίνωση της Επιτροπής της 10ης Μαΐου 2005 με τίτλο "Το πρόγραμμα της Χάγης: Δέκα προτεραιότητες για την επόμενη πενταετία" (COM(2005)0184),

–   έχοντας υπόψη την έκκληση που διατυπώθηκε στις 14-15 Δεκεμβρίου 2001 από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Laeken, για την ταχεία δημιουργία ευρωπαϊκού δικτύου για την ενθάρρυνση της κατάρτισης για το δικαστικό σώμα, που θα συμβάλλει στην ανάπτυξη εμπιστοσύνης μεταξύ των συμμετεχόντων στη δικαστική συνεργασία,

–   έχοντας υπόψη τα ψηφίσματά του της 10ης Σεπτεμβρίου 1991 σχετικά με την ίδρυση Ακαδημίας Ευρωπαϊκού Δικαίου(2) και της 24ης Σεπτεμβρίου 2002 σχετικά με το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Κατάρτισης Δικαστικών(3) ,

–   έχοντας υπόψη τις ανακοινώσεις της Επιτροπής της 29ης Ιουνίου 2006 σχετικά με την κατάρτιση δικαστικών στην Ευρωπαϊκή Ένωση (COM(2006)0356), της 5ης Σεπτεμβρίου 2007 με τίτλο "Προς μια Ευρώπη αποτελεσμάτων: Εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου" (COM(2007)0502), και της 4ης Φεβρουαρίου 2008 σχετικά με τη δημιουργία ενός φόρουμ συζήτησης για τις πολιτικές και τις πρακτικές της ΕΕ στον τομέα της δικαιοσύνης (COM(2008)0038),

–   έχοντας υπόψη την απόφαση 2008/79/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου της 20ής Δεκεμβρίου 2007 για την τροποποίηση του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου(4) , και την επακόλουθη τροποποίηση του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου με την οποία θεσπίστηκε μια επείγουσα διαδικασία έκδοσης προδικαστικής απόφασης,

–   έχοντας υπόψη τα άρθρα 81, παράγραφος 2, στοιχείο η) και 82, παράγραφος 1, στοιχείο γ) της μελλοντικής Συνθήκης για τη λειτουργία της Ένωσης, όπως εισήχθησαν με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, τα οποία παρέχουν νομική βάση για μέτρα στήριξης της κατάρτισης δικαστικών λειτουργών και υπαλλήλων,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (A6-0224/2008),

A.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η έρευνα που πραγματοποιήθηκε για τους σκοπούς του παρόντος ψηφίσματος το δεύτερο εξάμηνο του 2007 έδειξε:

   σημαντικές ανισότητες στις γνώσεις των δικαστών για το κοινοτικό δίκαιο(5) στην επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μάλιστα δε οι γνώσεις αυτές σε ορισμένες περιπτώσεις είναι πολύ περιορισμένες,
   την επείγουσα ανάγκη βελτίωσης συνολικά των γλωσσικών δεξιοτήτων των εθνικών δικαστών,
   τις δυσκολίες που βιώνουν οι εθνικοί δικαστές στην πρόσβαση σε ειδικές και επικαιροποιημένες πληροφορίες για το κοινοτικό δίκαιο,
   την ανάγκη βελτίωσης και εντατικοποίησης της αρχικής και της διά βίου κατάρτισης των εθνικών δικαστών στο κοινοτικό δίκαιο,
   την σχετική έλλειψη εξοικείωσης των δικαστών με τη διαδικασία της προδικαστικής παραπομπής, και την ανάγκη ενίσχυσης του διαλόγου μεταξύ εθνικών δικαστών και του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
   το γεγονός ότι πολλοί δικαστές θεωρούν το κοινοτικό δίκαιο υπερβολικά πολύπλοκο και ασαφές,
   την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι το κοινοτικό δίκαιο είναι περισσότερο επιδεκτικό εφαρμογής από τους εθνικούς δικαστές,

B.   λαμβάνοντας υπόψη ότι πρωταρχικά αρμόδια για την κατάρτιση των δικαστών, συμπεριλαμβανομένης της ευρωπαϊκής της διάστασης, είναι τα κράτη μέλη· λαμβάνοντας υπόψη ότι το προαναφερθέν πρόγραμμα της Χάγης περιέχει δήλωση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ότι "η κατάρτιση των δικαστικών αρχών θα πρέπει συστηματικά να περιλαμβάνει μια ενωσιακή συνιστώσα"(6) , και ότι η κατάρτιση των δικαστικών σε κάθε κράτος μέλος αποτελεί ζήτημα κοινού ενδιαφέροντος για τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και για κάθε κράτος μέλος,

Γ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τομέας που αφορά μια προνομιούχο ομάδα ειδικών, και ότι οι ευκαιρίες κατάρτισης στον τομέα αυτό δεν πρέπει να περιορίζονται σε δικαστές ανώτερων δικαστηρίων, αλλα να επεκτείνεται μάλλον εξίσου σε δικαστές σε όλα τα επίπεδα του δικαστικού συστήματος,

Δ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι ορισμένοι φορείς που στηρίζονται οικονομικά από την Κοινότητα σημειώνουν ολοένα μεγαλύτερες επιτυχίες, και ήδη καταρτίζουν μεγάλο αριθμό δικαστών και εισαγγελέων,

E.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η γνώση ξένων γλωσσών είναι εξαιρετικά σημαντική για τη διασφάλιση σωστής δικαστικής συνεργασίας, ιδίως σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, σε τομείς όπου προβλέπεται άμεση επαφή μεταξύ δικαστών, και για τη διασφάλιση της πρόσβασης σε προγράμματα ανταλλαγών δικαστών,

ΣΤ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η μέση διάρκεια της διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής σήμερα, παρά τις συνεχείς προσπάθειες από πλευράς του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, παραμένει υπερβολικά μεγάλη και περιορίζει σημαντικά την ελκυστικότητα της διαδικασίας αυτής για τους εθνικούς δικαστές,

Ζ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι εναπόκειται στα κράτη μέλη να προβλέψουν ένα σύστημα ένδικων βοηθημάτων και διαδικασιών προκειμένου να εξασφαλίσουν τον σεβασμό του δικαιώματος για παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο(7) ,

Η.   λαμβάνοντας υπόψη ότι τίποτε στο παρόν ψήφισμα δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι θίγει την ανεξαρτησία των δικαστών, και των εθνικών νομικών συστημάτων, σύμφωνα με τη σύσταση αριθ. R(94)12 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης και τον ευρωπαϊκό χάρτη του 1998 για το καθεστώς των δικαστών,

Ο εθνικός δικαστής ως ο πρώτος δικαστής του κοινοτικού δικαίου

1.   σημειώνει ότι η Ευρωπαϊκή Κοινότητα αποτελεί κοινότητα δικαίου(8) · σημειώνει ότι το κοινοτικό δίκαιο παραμένει νεκρό γράμμα εάν δεν εφαρμόζεται προσηκόντως στα κράτη μέλη, και από τους εθνικούς δικαστές, οι οποίοι είναι επομένως ο ακρογωνιαίος λίθος του δικαστικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διαδραματίζουν θεμελιώδη και απαραίτητο ρόλο για τη δημιουργία μιας ενιαίας ευρωπαϊκής τάξης, και υπό το πρίσμα των πρόσφατων επιλογών του κοινοτικού νομοθέτη(9) προς την κατεύθυνση της πλέον ενεργού συμμετοχής και της ενίσχυσης της ευθύνης των εθνικών δικαστών για την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου·

2.   χαιρετίζει την αναγνώριση από πλευράς της Επιτροπής του γεγονότος ότι οι εθνικοί δικαστές διαδραματίζουν καίριο ρόλο στη διασφάλιση του σεβασμού του κοινοτικού δικαίου, για παράδειγμα μέσω των αρχών της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου, της άμεσης ισχύος, της συνεπούς ερμηνείας και της ευθύνης των κρατών μελών για παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου· ζητεί από την Επιτροπή να συνεχίσει τις προσπάθειές της προς αυτή την κατεύθυνση επιπλέον των τομεακών πολιτικών που ήδη εφαρμόζονται· επιπλέον, καλεί την Επιτροπή να προχωρήσει χωρίς καθυστέρηση στη δημοσίευση ενημερωτικού σημειώματος σχετικά με τις αγωγές αποζημίωσης για παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου από εθνικές αρχές·

Ζητήματα που σχετίζονται με τη γλώσσα

3.   θεωρεί ότι η γλώσσα είναι το κύριο εργαλείο των λειτουργών της δικαιοσύνης· θεωρεί ότι το σημερινό επίπεδο των γνώσεων ξένων γλωσσών των εθνικών δικαστών, σε συνδυασμό με το σημερινό επίπεδο γνώσης του κοινοτικού δικαίου, περιορίζει όχι μόνον τις δυνατότητες δικαστικής συνεργασίας σε συγκεκριμένες υποθέσεις, αλλά και την ανάπτυξη αμοιβαίας εμπιστοσύνης, την προσήκουσα χρήση της θεωρίας της "σαφούς πράξης" (acte clair), και τη συμμετοχή σε προγράμματα ανταλλαγών· καλεί όλους τους φορείς που συμμετέχουν στην κατάρτιση δικαστών να δώσουν ιδιαίτερη έμφαση στην εκμάθηση ξένων γλωσσών από τους δικαστές·

4.   διαπιστώνει ότι η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου από δικαστές των κρατών μελών αποτελεί σύνθετη πρόκληση για τους εθνικούς δικαστές, ιδίως για εκείνους των οποίων τα κράτη μέλη προσχώρησαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση το Μάιο του 2004 ή και αργότερα, και επομένως τα μέτρα για την προώθηση της εκπαίδευσης των δικαστών σε αυτά τα κράτη μέλη πρέπει να ενισχυθούν·

5.   πιστεύει, ακόμη, ότι θέτοντας σε ισχύ σειρά κανονισμών που περιέχουν κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, ο κοινοτικός νομοθέτης έκανε μια πολιτική επιλογή που συνεπάγεται την πιθανή εφαρμογή αλλοδαπής νομοθεσίας από εθνικούς δικαστές, καθώς και την πιθανή χρήση μιας συγκριτικής προσέγγισης· θεωρεί ότι τα στοιχεία αυτά, από κοινού, ενισχύουν περαιτέρω το επιχείρημα υπέρ της περαιτέρω ενίσχυσης της εκμάθησης ξένων γλωσσών·

6.   θεωρεί ότι είναι προς το δημόσιο συμφέρον να βελτιωθούν οι γλωσσικές δεξιότητες των δικαστικών στα κράτη μέλη· για τον λόγο αυτό, καλεί τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν την δωρεάν παροχή τέτοιας κατάρτισης και την εύκολη πρόσβαση σε αυτή, καθώς και να διερευνήσουν τη δυνατότητα οι δικαστές να μπορούν να σπουδάζουν μια ξένη γλώσσα στο κράτος μέλος που αυτή ομιλείται, π.χ. σε συνδυασμό με τη συμμετοχή σε πρόγραμμα ανταλλαγών για δικαστές·

7.   θεωρεί ότι η ύπαρξη ακαδημαϊκής βιβλιογραφίας στη μητρική γλώσσα του δικαστή είναι σημαντική για την καλύτερη κατανόηση του κοινοτικού δικαίου, και επισημαίνει την προφανή έλλειψη εξειδικευμένης βιβλιογραφίας για το κοινοτικό δίκαιο σε ορισμένες επίσημες γλώσσες της ΕΕ, για παράδειγμα σε θέματα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, και τις σοβαρές πιθανές συνέπειες του γεγονότος αυτού στην οικοδόμηση μιας κοινής έννομης τάξης που θα αντικατοπτρίζει τις διαφορετικές νομικές παραδόσεις· για τον λόγο αυτό, καλεί την Επιτροπή να στηρίξει την ανάπτυξη τέτοιας βιβλιογραφίας, ιδίως στις λιγότερο ομιλούμενες επίσημες γλώσσες·

Πρόσβαση στις σχετικές πηγές δικαίου

8.   σημειώνει ότι πολλοί εθνικοί δικαστές δεν έχουν στη διάθεσή τους μια πλήρη και επικαιροποιημένη ενημέρωση για το κοινοτικό δίκαιο με συστηματικό και κατάλληλο τρόπο, και ότι το κοινοτικό δίκαιο σε ορισμένες περιπτώσεις παρουσιάζεται πλημμελώς σε εγχώριες επίσημες εφημερίδες, κώδικες, σχολιασμένες εκδόσεις, επιστημονικά περιοδικά και ακαδημαϊκά συγγράμματα και βασισμένο σε μεταφράσεις άνισης ποιότητας· καλεί τα κράτη μέλη να εντείνουν τις προσπάθειές τους στον τομέα αυτό·

9.   πιστεύει ότι ένας πραγματικά ευρωπαϊκός δικαστικός χώρος στον οποίο μπορεί να υπάρξει αποτελεσματική δικαστική συνεργασία προϋποθέτει όχι απλώς γνώση του ευρωπαϊκού δικαίου, αλλά και αμοιβαία γενική γνώση των νομικών συστημάτων των άλλων κρατών μελών· επισημαίνει τις ασυνέπειες στην αντιμετώπιση του αλλοδαπού δικαίου σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση και θεωρεί ότι το σημαντικό αυτό ζήτημα πρέπει να αντιμετωπιστεί στο μέλλον· επισημαίνει στο πλαίσιο αυτό την επικείμενη οριζόντια μελέτη της Επιτροπής σχετικά με την αντιμετώπιση του αλλοδαπού δικαίου σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, και τις εν εξελίξει μελέτες στο πλαίσιο της Διάσκεψης της Χάγης για το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο·

10.   χαιρετίζει την πρόθεση της Επιτροπής να στηρίξει την καλύτερη πρόσβαση σε εθνικές βάσεις δεδομένων με αντικείμενο εθνικές δικαστικές αποφάσεις που άπτονται του κοινοτικού δικαίου· θεωρεί ότι οι εν λόγω βάσεις δεδομένων πρέπει να είναι όσο το δυνατό πληρέστερες και φιλικότερες για τον χρήστη· θεωρεί, επιπλέον, ότι οι συμβάσεις και ο κανονισμός για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις συνηγορούν υπέρ μιας ευρωπαϊκής βάσης δεδομένων, δεδομένης της συχνής χρήσης τους από εθνικούς δικαστές·

11. είναι της γνώμης ότι όλοι οι εθνικοί δικαστές πρέπει να έχουν πρόσβαση σε βάσεις δεδομένων που περιέχουν εκκρεμείς παραπομπές για προδικαστικές αποφάσεις από όλα τα κράτη μέλη· θεωρεί ότι είναι εξίσου χρήσιμο να δημοσιοποιούνται περαιτέρω οι αποφάσεις των αιτούντων δικαστηρίων που εφαρμόζουν μια προδικαστική απόφαση, όπως έχει ήδη επισημανθεί στο ενημερωτικό σημείωμα του Δικαστηρίου για τις αιτήσεις των εθνικών δικαστηρίων προς έκδοση προδικαστικής απόφασης(10) ;
12. θεωρεί, δεδομένου του πλούτου πληροφοριών για το κοινοτικό δίκαιο που υπάρχει στο Διαδίκτυο, ότι η κατάρτιση των δικαστών δεν πρέπει να περιορίζεται στην ουσία του δικαίου, αλλά να καλύπτει και την αποτελεσματική πρόσβαση σε ενημερωμένες πηγές νομικών πληροφοριών·
13. χαιρετίζει τη συνέπεια με την οποία η Επιτροπή δημοσιεύει περιλήψεις των κοινοτικών νομοθετικών πράξεων για τους πολίτες, και θεωρεί ότι αυτού του είδους οι εκλαϊκευμένες περιλήψεις συμβάλλουν στην ταχύτερη πρόσβαση και των νομικών σε σχετικές πληροφορίες·
14. ενθαρρύνει την ανάπτυξη επιγραμμικών εργαλείων και πρωτοβουλιών στον τομέα της ηλεκτρονικής μάθησης που, χωρίς να αποτελούν πλήρη απάντηση στο θέμα της κατάρτισης, πρέπει να αντιμετωπίζονται ως συμπληρωματικά μέτρα της ενώπιος ενωπίω επαφής δικαστών και εκπαιδευτών·
Προς περισσότερο διαρθρωμένο πλαίσιο για την κατάρτιση των δικαστών στην Ευρωπαϊκή Ένωση

15.   ζητεί το τμήμα της κατάρτισης όλων των μελών του δικαστικού σώματος σε εθνικό επίπεδο, το οποίο αφορά την ΕΕ:

   - να ενταχθεί συστηματικά στην κατάρτιση και στις εξετάσεις πρόσβασης στα δικαστικά επαγγέλματα,
   - να ενισχυθεί περαιτέρω, ήδη από τα πρώτα στάδια της κατάρτισης, με μεγαλύτερη έμφαση σε πρακτικές πτυχές,
   - να καλύπτει μεθόδους ερμηνείας και νομικές αρχές που μπορεί να είναι άγνωστες στην εθνική έννομη τάξη, αλλά οι οποίες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στο κοινοτικό δίκαιο·

16.   επισημαίνει την αυξανόμενη επιτυχία του προγράμματος ανταλλαγής που απευθύνεται σε μέλη του δικαστικού σώματος· προτρέπει το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Κατάρτισης Δικαστικών να διευκολύνει την πρόσβαση σε αυτό του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού δικαστών και να μεριμνήσει για την επαρκή εκπροσώπηση δικαστών αστικών, εμπορικών και διοικητικών δικαστηρίων· χαιρετίζει τις δραστηριότητες του Δικτύου στον τομέα της εκμάθησης γλωσσών και την επέκταση του προγράμματος ανταλλαγής στο Δικαστήριο, την Eurojust και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων·

17.   θεωρεί ότι η διαθεσιμότητα εθνικών δικαστών για συμμετοχή σε βασική και ανώτερου επιπέδου κατάρτιση θέτει σημαντικά πρακτικά και οικονομικά ζητήματα για τα κράτη μέλη· θεωρεί, καταρχήν, ότι οι δικαστές δεν πρέπει να βαρύνονται με οιαδήποτε δαπάνη που σχετίζεται με την κατάρτισή τους στο κοινοτικό δίκαιο· ζητεί από την Επιτροπή να υποβάλει στο Κοινοβούλιο εκτιμήσεις σχετικά με το κόστος, για κάθε κράτος μέλος ξεχωριστά, της προσωρινής αντικατάστασης δικαστών που συμμετέχουν σε προγράμματα ανταλλαγής·

18.   λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Κατάρτισης Δικαστικών (EΔΚΔ) διαθέτει de facto το μονοπώλιο για τη διαχείριση του προγράμματος ανταλλαγών μεταξύ δικαστικών αρχών, καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι οι διαδικασίες με τις οποίες το ΕΔΚΔ υποβάλλει αιτήσεις για τη χορήγηση πιστώσεων για το εν λόγω πρόγραμμα ανταλλαγών αντικατοπτρίζουν τη μονοπωλιακή αυτή θέση· ζητεί να εξορθολογιστούν οι διαδικασίες αυτές προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι πιστώσεις θα διατίθενται εγκαίρως, ούτως ώστε να μπορεί το ΕΔΚΔ να οργανώνει και να διαχειρίζεται ένα αποτελεσματικό πρόγραμμα που ικανοποιεί τις προσδοκίες των συμμετεχόντων εθνικών σχολών, διεθνών οργανισμών, δικαστών και εισαγγελέων και τηρεί τις δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί έναντι αυτών· θεωρεί ότι, διαφορετικά, θα μπορούσε να αμφισβητηθεί η αξιοπιστία του προγράμματος ανταλλαγών προς ζημία των εθνικών δικαστών και εισαγγελέων που ενδιαφέρονται να συμμετάσχουν και της προαγωγής της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των ευρωπαίων δικαστικών·

19.   λαμβάνει υπόψη την εκτίμηση της Επιτροπής ότι η καταλληλότερη επιλογή για την προαγωγή της κατάρτισης στον ευρωπαϊκό δικαστικό τομέα είναι επί του παρόντος η χρηματοδοτική στήριξη διαφόρων φορέων μέσω του προγράμματος πλαισίου "Θεμελιώδη Δικαιώματα και Δικαιοσύνη" για την περίοδο 2007-2013, και ότι το ζήτημα της ανάπτυξης ευρωπαϊκών δομών κατάρτισης δικαστών έναντι άλλων μορφών κατάρτισης μπορεί να εξεταστεί εκ νέου όταν ολοκληρωθεί το πρόγραμμα αυτό·

20.   καλεί την Επιτροπή να προβεί σε αναλυτική εκτίμηση των αποτελεσμάτων αυτού του προγράμματος πλαισίου, λαμβανομένου υπόψη του παρόντος ψηφίσματος, και να επεξεργαστεί νέες προτάσεις για την ανάπτυξη και τη διαφοροποίηση μέτρων για την προώθηση της εκπαίδευσης δικαστών·

21.   θεωρεί, ωστόσο, ότι έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για μια ρεαλιστική θεσμική λύση του ζητήματος της κατάρτισης δικαστών σε επίπεδο ΕΕ, η οποία θα αξιοποιεί πλήρως τις υπάρχουσες δομές, αποφεύγοντας παράλληλα την περιττή αλληλεπικάλυψη διαρθρώσεων και προγραμμάτων· ζητεί επομένως τη δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Δικαστών που θα αποτελείται αφενός από το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Κατάρτισης Δικαστικών, και αφετέρου από την Ακαδημία Ευρωπαϊκού Δικαίου· ζητεί η θεσμική αυτή λύση να λαμβάνει υπόψη την πείρα από τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Ακαδημίας·

22.   θεωρεί ότι οι εθνικοί δικαστές δεν μπορούν να τηρούν παθητική στάση έναντι του κοινοτικού δικαίου, όπως προκύπτει σαφώς από τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την αυτεπάγγελτη επίκληση κοινοτικής νομοθεσίας από τα εθνικά δικαστήρια(11) ·

23.   ζητεί η κατάρτιση υποψηφίων για δικαστικό διορισμό να ενισχυθεί το νωρίτερο δυνατό, κατ' αναλογία προς τις ανωτέρω ιδέες και προτάσεις που αφορούν τους εθνικούς δικαστές·

Ενισχυμένος διάλογος μεταξύ εθνικών δικαστών και Δικαστηρίου

24.   θεωρεί ότι η διαδικασία της προδικαστικής απόφασης αποτελεί ουσιώδη εγγύηση της συνοχής της κοινοτικής έννομης τάξης και της ενιαίας εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου·

25.   καλεί το Δικαστήριο και όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη να μειώσουν περαιτέρω τη μέση διάρκεια της διαδικασίας της προδικαστικής απόφασης, καθιστώντας επομένως αυτή τη σημαντική ευκαιρία για διάλογο ελκυστικότερη για τους εθνικούς δικαστές·

26.   προτρέπει την Επιτροπή να διερευνήσει εάν υπάρχουν εθνικοί διαδικαστικοί κανόνες οι οποίοι εμποδίζουν πραγματικά ή δυνητικά οιοδήποτε δικαστήριο ή δικαστική αρχή κράτους μέλους να υποβάλλει αίτημα έκδοσης προδικαστικής απόφασης, όπως προβλέπει η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 234 της Συνθήκης ΕΚ, και να λάβει τα δέοντα μέτρα κατά των παραβάσεων που συνιστούν τα εμπόδια αυτά·

27.   θεωρεί ότι οι περιορισμοί της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, ιδίως αυτοί που αφορούν τον τίτλο IV της Συνθήκης ΕΚ, εμποδίζουν αδικαιολόγητα την ενιαία εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στους εν λόγω τομείς, και στέλνουν αρνητικό μήνυμα στην τεράστια πλειονότητα των δικαστών που ασχολούνται με τέτοια ζητήματα, καθιστώντας αδύνατο για αυτούς να επικοινωνήσουν άμεσα με το Δικαστήριο, και προκαλώντας περιττές καθυστερήσεις·

28.   εκφράζει τη λύπη του για το ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Πρωτοκόλλου για τις μεταβατικές διατάξεις που έχει προσαρτηθεί στη Συνθήκη της Λισαβόνας, οι αρμοδιότητες του Δικαστηρίου όσον αφορά πράξεις στον τομέα της αστυνομικής συνεργασίας και της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις, οι οποίες εκδόθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος της εν λόγω Συνθήκης, παραμένουν ως έχουν στην παρούσα Συνθήκη ΕΕ για μεταβατική περίοδο πέντε ετών· χαιρετίζει ωστόσο τη δήλωση της Διακυβερνητικής Διάσκεψης σχετικά με αυτό το άρθρο του Πρωτοκόλλου και προτρέπει κατά συνέπεια το Συμβούλιο και την Επιτροπή να επανεκδώσουν από κοινού με το Κοινοβούλιο αυτές τις πράξεις στον τομέα της αστυνομικής συνεργασίας και της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις , οι οποίες εκδόθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας·

29.   ενόψει της θέσπισης επείγουσας διαδικασίας έκδοσης προδικαστικής απόφασης, συμφωνεί με το Συμβούλιο ότι είναι σημαντικό να εκδώσει το Δικαστήριο κατευθυντήριες γραμμές στις οποίες να μπορούν να ανατρέχουν οι εθνικοί δικαστές προκειμένου να αποφασίσουν εάν πρέπει να ζητήσουν την εφαρμογή της επείγουσας διαδικασίας·

30.   καλεί το Δικαστήριο να εξετάσει κάθε ενδεχόμενο βελτίωσης της διαδικασίας προδικαστικής απόφασης που θα είχε ως αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη συμμετοχή του παραπέμποντος δικαστή στη διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων πρόσθετων δυνατοτήτων αποσαφήνισης της αίτησης παραπομπής και συμμετοχής στην προφορική διαδικασία·

31.   θεωρεί ότι, για να καταστεί αποκεντρωμένη και ώριμη η κοινοτική έννομη τάξη, οι εθνικοί δικαστές δεν πρέπει να περιθωριοποιούνται αλλά να τους ανατίθενται περισσότερες ευθύνες και να ενθαρρύνονται περαιτέρω στο ρόλο τους ως των πρώτων δικαστών του κοινοτικού δικαίου ως εκ τούτου υποστηρίζει ότι πρέπει να εξεταστεί ένα σύστημα "πράσινου φωτός", στο πλαίσιο του οποίου οι εθνικοί δικαστές θα περιλαμβάνουν τις απαντήσεις που προτείνουν στα ερωτήματα που παραπέμπουν στο Δικαστήριο, το οποίο στη συνέχεια θα αποφασίζει εντός ταχθείσας προθεσμίας εάν θα αποδεχθεί την προτεινόμενη απόφαση ή εάν θα αποφανθεί το ίδιο, ενεργώντας ως εφετείο·

Νομοθεσία καλύτερα προσαρμοσμένη για εφαρμογή από εθνικούς δικαστές

32.   λαμβάνει υπόψη τη δημιουργία ενός φόρουμ συζήτησης για τις πολιτικές και τις πρακτικές της ΕΕ στον τομέα της δικαιοσύνης, και καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι οι συζητήσεις του φόρουμ διεξάγονται με διαφάνεια· σημειώνει την απαρέγκλιτη τήρηση από την Επιτροπή της δέσμευσής της να υποβάλλει τακτικά εκθέσεις τόσο στο Κοινοβούλιο όσο και στο Συμβούλιο·

33.   επιμένει στην ανάγκη για σαφέστερη γλώσσα στην κοινοτική νομοθεσία και μεγαλύτερη ορολογική συνοχή μεταξύ νομοθετικών πράξεων· τάσσεται ιδίως υπέρ του σχεδίου κοινού πλαισίου αναφοράς στο ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων ως μέσου για τη βελτίωση της νομοθετικής ρύθμισης·

34.   υποστηρίζει έντονα την επιμονή της Επιτροπής να παρέχουν συστηματικά τα κράτη μέλη πίνακες αντιστοιχίας που θα προσδιορίζουν τον τρόπο με τον οποίο οι κοινοτικές οδηγίες εφαρμόζονται στις εθνικές ρυθμίσεις· συμφωνεί ότι οι εν λόγω πίνακες παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες με ελάχιστο κόστος και επιβάρυνση· θεωρεί, επίσης, ότι οι πίνακες αντιστοιχίας αυξάνουν τη διαφάνεια κατά την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου και παρέχουν στους εθνικούς δικαστές και στα ενώπιον αυτών μέρη την πραγματιστική ευκαιρία να διαπιστώσουν εάν κοινοτική νομική πράξη υπολείπεται συγκεκριμένου εθνικού κανόνα και να ελέγξουν εάν και με ποιον τρόπο έχει πραγματοποιηθεί η δέουσα μεταφορά στο εθνικό δίκαιο·

o
o   o

35.   αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα και την έκθεση της αρμόδιας επιτροπής στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.

(1) ΕΕ C 53, 3.3.2005, σ. 1.
(2) ΕΕ C 267, 14.10.1991, σ. 33.
(3) ΕΕ C 273 E, 14.11.2003, σ. 99.
(4) ΕΕ L 24, 29.1.2008, σ. 42.
(5) Για τους σκοπούς του παρόντος ψηφίσματος, οι αναφορές στο κοινοτικό δίκαιο θα περιλαμβάνουν και το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
(6) ΕΕ C 53, 3.3.2005, σ. 1, στη σ. 12.
(7) Υπόθεση C-50/00 P UPA Συλλογή 2000, I-6677, σκέψη 41.
(8) Υπόθεση 294/83, "Les Verts" κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου , Συλλογή 1986, 1339, σκέψη 23.
(9) Πρβλ. τον κανονισμό του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1/2003, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης) ΕΕ L 1, 4.01.2003, σ. 1).
(10) ΕΕ C 143, 11.6.2005, σ. 1, παράγραφος 31.
(11) Υποθέσεις C-312/93 Peterbroeck Συλλογή 1995, I-4599, C-473/00 Cofidis Συλλογή 2002, I-10875 και C-168/05 Mostaza Claro Συλλογή 2006, I-10421.

Τελευταία ενημέρωση: 7 Απριλίου 2009Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου