Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2013/0015(COD)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A7-0033/2014

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A7-0033/2014

Συζήτηση :

PV 25/02/2014 - 8
PV 25/02/2014 - 10
CRE 25/02/2014 - 8
CRE 25/02/2014 - 10

Ψηφοφορία :

PV 26/02/2014 - 9.2

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P7_TA(2014)0149

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 818kWORD 527k
Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014 - Στρασβούργο Οριστική έκδοση
Διαλειτουργικότητα του σιδηροδρομικού συστήματος ***I
P7_TA(2014)0149A7-0033/2014
Ψήφισμα
 Ενοποιημένο κείμενο

Νομοθετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 26ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που αφορά τη διαλειτουργικότητα του σιδηροδρομικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (αναδιατύπωση) (COM(2013)0030 – C7-0027/2013 – 2013/0015(COD)) (Συνήθης νομοθετική διαδικασία – αναδιατύπωση)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (COM(2013)0030),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 2 και τα άρθρα 91 παράγραφος 1, 170 και 171 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα οποία του υποβλήθηκε η πρόταση από την Επιτροπή (C7‑0027/2013),

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 294 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη τις αιτιολογημένες γνώμες που υποβλήθηκαν από το Κοινοβούλιο της Δημοκρατίας της Λιθουανίας και το Κοινοβούλιο του Βασιλείου της Σουηδίας στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου αριθ. 2 σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, με τις οποίες υποστηρίζεται ότι το σχέδιο νομοθετικής πράξης δεν συνάδει προς την αρχή της επικουρικότητας,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, της 11ης Ιουλίου 2013(1) ,

–  έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Περιφερειών, της 7ης Οκτωβρίου 2013(2) ,

–  έχοντας υπόψη τη Διοργανική Συμφωνία, της 28ης Νοεμβρίου 2001, για μια πλέον συστηματοποιημένη χρήση της τεχνικής της αναδιατύπωσης των νομικών πράξεων(3) ,

–  έχοντας υπόψη την από 16 Δεκεμβρίου 2013 επιστολή της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων προς την Επιτροπή Μεταφορών και Τουρισμού σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 3 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη τα άρθρα 87 και 55 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Μεταφορών και Τουρισμού και τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Περιφερειακής Ανάπτυξης (A7-0033/2014),

A.  εκτιμώντας ότι, σύμφωνα με την συμβουλευτική ομάδα των νομικών υπηρεσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, η εν λόγω πρόταση δεν περιέχει καμία ουσιαστική τροποποίηση πλην όσων προσδιορίζονται ως τοιαύτες στην ως άνω πρόταση και ότι, όσον αφορά την κωδικοποίηση των αμετάβλητων διατάξεων προηγούμενων πράξεων και των τροποποιήσεων αυτών, η πρόταση περιορίζεται απλώς και μόνο σε κωδικοποίηση των υφισταμένων πράξεων, χωρίς τροποποίηση της ουσίας τους·

1.  εγκρίνει τη θέση κατά την πρώτη ανάγνωση όπως παρατίθεται κατωτέρω, λαμβάνοντας υπόψη τις συστάσεις της συμβουλευτικής ομάδας εργασίας των νομικών υπηρεσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής·

2.  ζητεί από την Επιτροπή να του υποβάλει εκ νέου την πρόταση, αν προτίθεται να της επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ή να την αντικαταστήσει με νέο κείμενο·

3.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει τη θέση του Κοινοβουλίου στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

(1) ΕΕ C 327, 12.11.2013, σ. 122.
(2) ΕΕ C 356, 5.12.2013, σ. 92.
(3) ΕΕ C 77, 28.3.2002, σ. 1.


Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που καθορίσθηκε σε πρώτη ανάγνωση στις 26 Φεβρουαρίου 2014 εν όψει της έγκρισης οδηγίας 2014/…/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη διαλειτουργικότητα του σιδηροδρομικού συστήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση (αναδιατύπωση)
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
P7_TC1-COD(2013)0015

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 91 παράγραφος 1 και τα άρθρα 170 και 171,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(1) ,

Αφού ζητήθηκε η γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών(2) ,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία(3) ,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)  Η οδηγία 2008/57/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(4) , έχει τροποποιηθεί ουσιωδώς αρκετές φορές. Επειδή πρόκειται να τροποποιηθεί περαιτέρω, κρίνεται σκόπιμο να αναδιατυπωθεί η εν λόγω οδηγία για λόγους σαφήνειας.

(2)  Για να μπορέσουν οι πολίτες της Ένωσης, οι οικονομικοί παράγοντες, καθώς και οι περιφερειακές και τοπικές αρχές να ωφεληθούν πλήρως από τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από τη δημιουργία ενός χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα και προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της εδαφικής συνοχής , είναι σκόπιμο, μεταξύ άλλων, να ευνοηθούν η διασύνδεση και η διαλειτουργικότητα των εθνικών σιδηροδρομικών δικτύων, καθώς και η πρόσβαση στα δίκτυα αυτά, μεταξύ άλλων και των επιβατών με αναπηρία, με την εφαρμογή κάθε μέτρου που αποδεικνύεται αναγκαίο στον τομέα των τεχνικών προτύπων. [Τροπολογία 1]

(3)  Η επιδίωξη της διαλειτουργικότητας στο σιδηροδρομικό σύστημα της Ένωσης πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα τον καθορισμό βέλτιστου επιπέδου τεχνικής εναρμόνισης, προκειμένου να καταστεί δυνατή η διευκόλυνση, η βελτίωση και η ανάπτυξη διεθνών σιδηροδρομικών δρομολογίων εντός της Ένωσης και με τρίτες χώρες και συμβάλλει στην σταδιακή δημιουργία της εσωτερικής αγοράς εξοπλισμού και υπηρεσιών για την κατασκευή, την ανανέωση, την αναβάθμιση και τη λειτουργία του σιδηροδρομικού συστήματος της Ένωσης. [Τροπολογία 2]

(4)  Για την εμπορική εκμετάλλευση αμαξοστοιχιών σε όλη την έκταση του σιδηροδρομικού δικτύου χρειάζεται ιδίως άριστη συμβατότητα των χαρακτηριστικών της υποδομής με τα χαρακτηριστικά των οχημάτων, αλλά και αποτελεσματική διασύνδεση των πληροφοριακών και τηλεπικοινωνιακών συστημάτων, καθώς και των συστημάτων έκδοσης εισιτηρίων, των διαφόρων διαχειριστών υποδομής και σιδηροδρομικών επιχειρήσεων. Από αυτή τη συμβατότητα και τη διασύνδεση εξαρτώνται το επίπεδο επιδόσεων, η ασφάλεια, η ποιότητα εξυπηρέτησης και το κόστος τους και σε αυτή τη συμβατότητα και αυτή τη διασύνδεση στηρίζεται βασικά η διαλειτουργικότητα του σιδηροδρομικού συστήματος. [Τροπολογία 3]

(5)  Το ρυθμιστικό πλαίσιο των σιδηροδρόμων πρέπει να καθορίσει σαφείς αρμοδιότητες οι οποίες να εξασφαλίζουν την τήρηση των κανόνων ασφάλειας, υγείας, κοινωνικής προστασίας και προστασίας των καταναλωτών που ισχύουν για τα σιδηροδρομικά δίκτυα. [Τροπολογία 4]

(6)  Υφίστανται σημαντικές διαφορές μεταξύ των εθνικών κανονιστικών ρυθμίσεων των εσωτερικών κανόνων και των τεχνικών προδιαγραφών που εφαρμόζονται στα σιδηροδρομικά συστήματα, τα υποσυστήματα και τα κατασκευαστικά στοιχεία, διότι ενσωματώνουν ιδιαίτερες τεχνικές της εθνικής βιομηχανίας και προδιαγράφουν ιδιαίτερες διαστάσεις και συστήματα, καθώς και ειδικά χαρακτηριστικά. Η κατάσταση αυτή εμποδίζει μεταξύ άλλων τη δυνατότητα κυκλοφορίας των αμαξοστοιχιών υπό ομαλές συνθήκες σε ολόκληρη την Ένωση, καθώς και την αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων που επιφέρουν η τυποποίηση και οι οικονομίες κλίμακας στην ενιαία αγορά . [Τροπολογία 5]

(7)  Με την πάροδο των ετών η κατάσταση αυτή δημιούργησε στενότατους δεσμούς μεταξύ των εθνικών σιδηροδρομικών βιομηχανιών και των εθνικών σιδηροδρόμων, σε βάρος ενός πραγματικού ανοίγματος των αγορών που θα επέτρεπε να αναδυθούν νέοι εισερχόμενοι. Για να είναι σε θέση να αναπτύξουν την ανταγωνιστικότητά τους σε παγκόσμια κλίμακα οι εν λόγω βιομηχανίες χρειάζονται ευρωπαϊκή αγορά ανοικτή και ανταγωνιστική.

(8)  Επομένως είναι σκόπιμο να καθορισθούν για ολόκληρη την Ένωση βασικές απαιτήσεις σχετικά με την διαλειτουργικότητα των σιδηροδρόμων που πρέπει να ισχύουν για το σιδηροδρομικό της σύστημα.

(9)  Η ανάπτυξη τεχνικών προδιαγραφών διαλειτουργικότητας (ΤΠΔ) κατέδειξε την ανάγκη να διευκρινισθεί η σχέση μεταξύ, αφενός, των βασικών απαιτήσεων και των ΤΠΔ και, αφετέρου, των ευρωπαϊκών προτύπων και άλλων κειμένων ρυθμιστικού χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, είναι σκόπιμη η σαφής διάκριση μεταξύ των προτύπων ή μερών προτύπων, η εφαρμογή των οποίων πρέπει να καταστεί υποχρεωτική προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της παρούσας οδηγίας, και των «εναρμονισμένων» προτύπων που έχουν αναπτυχθεί δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(5) . Στις περιπτώσεις που είναι απολύτως αναγκαίο, οι ΤΠΔ είναι δυνατόν να αναφέρουν ρητά ευρωπαϊκά πρότυπα ή προδιαγραφές που καθίστανται υποχρεωτικές μόλις αρχίσει να ισχύει η ΤΠΔ.

(10)  Προκειμένου να ενισχυθεί πραγματικά η ανταγωνιστικότητα του σιδηροδρομικού τομέα της Ένωσης χωρίς στρέβλωση του ανταγωνισμού μεταξύ σημαντικών παραγόντων του εν λόγω τομέα, οι ΤΠΔ πρέπει να καταρτιστούν με βάση τις αρχές της ανοικτής συμμετοχής, της συναίνεσης και της διαφάνειας κατά τα καθοριζόμενα στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012.

(11)  Η ποιότητα των σιδηροδρομικών μεταφορών στην Ένωση απαιτεί μεταξύ άλλων άριστη συμβατότητα μεταξύ των χαρακτηριστικών του δικτύου υπό την πλέον ευρεία έννοια του όρου, δηλαδή τα σταθερά μέρη όλων των σχετικών υποσυστημάτων και των χαρακτηριστικών των οχημάτων στα οποία περιλαμβάνονται τα εποχούμενα μέρη όλων των σχετικών υποσυστημάτων. Από την συμβατότητα αυτή εξαρτώνται τα επίπεδα επιδόσεων, ασφάλειας, ποιότητας εξυπηρέτησης και το ανάλογο κόστος.

(12)  Οι ΤΠΔ καθορίζουν όλους τους όρους που πρέπει να πληρούν τα στοιχεία διαλειτουργικότητας, καθώς και τη διαδικασία που πρέπει να τηρείται για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης. Επίσης, χρειάζεται να διευκρινισθεί ότι κάθε στοιχείο πρέπει να υποβάλλεται στη διαδικασία αξιολόγησης της συμμόρφωσης και καταλληλότητας χρήσης που αναφέρεται στις ΤΠΔ και να συνοδεύεται από το σχετικό πιστοποιητικό.

(13)  Κατά την ανάπτυξη νέων ΤΠΔ ο στόχος θα πρέπει πάντα να είναι η εξασφάλιση συμβατότητας με το ισχύον σύστημα. Τούτο θα συμβάλει στην προώθηση της ανταγωνιστικότητας των σιδηροδρομικών μεταφορών και στην πρόληψη περιττής αύξησης του κόστους λόγω της απαίτησης για αναβάθμιση των υπαρχόντων υποσυστημάτων προκειμένου να εξασφαλιστεί η συμβατότητά τους με τα νέα. Στις εξαιρετικές περιπτώσεις που δεν είναι δυνατή η εξασφάλιση της συμβατότητας, οι ΤΔΠ μπορούν να καθορίζουν το απαιτούμενο πλαίσιο για να αποφασιστεί αν το υπάρχον υποσύστημα χρειάζεται νέα απόφαση ή έγκριση για να τεθεί σε λειτουργία, και να καθοριστούν οι σχετικές προθεσμίες.

(14)  Για λόγους ασφαλείας είναι αναγκαία η απονομή κωδικού ταυτοποίησης σε κάθε όχημα που έχει τεθεί σε λειτουργία. Στη συνέχεια το όχημα πρέπει να καταχωρίζεται σε εθνικό μητρώο οχημάτων. Στα μητρώα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ανατρέχουν όλα τα κράτη μέλη καθώς και ορισμένοι οικονομικοί παράγοντες εντός της Ένωσης. Τα εθνικά μητρώα οχημάτων πρέπει να είναι συνεκτικά όσον αφορά το μορφότυπο των δεδομένων. Κατά συνέπεια, τα μητρώα αυτά πρέπει να αποτελέσουν το αντικείμενο κοινών λειτουργικών και τεχνικών προδιαγραφών.

(15)  Εάν ορισμένες τεχνικές πτυχές που αντιστοιχούν στις βασικές απαιτήσεις δεν είναι δυνατόν να καλυφθούν ρητώς από ΤΠΔ, οι πτυχές που υπολείπονται να καλυφθούν επισημαίνονται σε παράρτημα της ΤΠΔ ως ανοικτά σημεία. Για τα εν λόγω ανοικτά σημεία, εφαρμόζονται οι εθνικοί κανόνες μέχρι την ολοκλήρωση της ΤΠΔ.

(16)  Πρέπει να διευκρινισθεί η διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται στην περίπτωση βασικών απαιτήσεων οι οποίες εφαρμόζονται σε κάποιο υποσύστημα χωρίς όμως να έχουν ακόμη καλυφθεί από στην αντίστοιχη ΤΠΔ. Στην περίπτωση αυτή, είναι σκόπιμο οι οργανισμοί που είναι επιφορτισμένοι με τις διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης και επαλήθευσης να είναι οι κοινοποιημένοι οργανισμοί του άρθρου 17 της οδηγίας 2008/57/ΕΚ.

(17)  Η οδηγία 2008/57/ΕΚ εφαρμόζεται σε ολόκληρο το σιδηροδρομικό σύστημα εντός της Ένωσης και το πεδίο εφαρμογής των ΤΠΔ επεκτείνεται ώστε να καλυφθούν και τα οχήματα και τα δίκτυα που δεν περιλαμβάνονται στο διευρωπαϊκό σιδηροδρομικό σύστημα. Συνεπώς, το παράρτημα Ι πρέπει να απλοποιηθεί με διαγραφή συγκεκριμένων αναφορών στο διευρωπαϊκό σιδηροδρομικό σύστημα.

(18)  Οι λειτουργικές και τεχνικές προδιαγραφές που πρέπει να πληρούν τα υποσυστήματα και οι διεπαφές τους είναι δυνατόν να ποικίλλουν ανάλογα με την χρήση ων υποσυστημάτων, για παράδειγμα ανάλογα με τις κατηγορίες των γραμμών και των οχημάτων.

(19)  Προκειμένου να εξασφαλιστεί η σταδιακή υλοποίηση της διαλειτουργικότητας των σιδηροδρόμων σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση και να περιοριστεί βαθμιαία η ποικιλία των κληρονομηθέντων συστημάτων, οι ΤΠΔ πρέπει να καθορίζουν τις διατάξεις που εφαρμόζονται σε περίπτωση ανανέωσης ή αναβάθμισης υφιστάμενων υποσυστημάτων και είναι δυνατόν να καθορίζουν προθεσμίες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου συστήματος.

(20)  Λαμβανόμενων υπόψη της σταδιακής προσέγγισης στην εξάλειψη των εμποδίων στη διαλειτουργικότητα του σιδηροδρομικού συστήματος και του χρόνου που απαιτείται για την έκδοση όλων των ΤΠΔ, είναι σκόπιμο τα κράτη μέλη να μη θεσπίζουν νέους εθνικούς κανόνες, ούτε να ξεκινούν σχέδια που επιτείνουν την ποικιλομορφία του υφιστάμενου συστήματος.

(21)  Προκειμένου να εξαλειφθούν τα εμπόδια ως προς την διαλειτουργικότητα, και λόγω της επέκτασης του πεδίου εφαρμογής των ΤΠΔ στο σιδηροδρομικό σύστημα ολόκληρης της Ένωσης, το πλήθος εθνικών κανόνων πρέπει να περιοριστεί σταδιακά. Οι εθνικοί κανόνες πρέπει να διαχωριστούν σε κανόνες που σχετίζονται αυστηρά με τοπικές απαιτήσεις και σε κανόνες που απαιτούνται για να καλυφθούν ανοικτά σημεία των ΤΠΔ. Οι κανόνες της δεύτερης κατηγορίας πρέπει σταδιακά να καταργηθούν με την συμπλήρωση των ανοικτών σημείων των ΤΠΔ.

(22)  Η υιοθέτηση σταδιακής προσέγγισης ανταποκρίνεται στις ειδικές ανάγκες του στόχου της διαλειτουργικότητας του σιδηροδρομικού συστήματος, που χαρακτηρίζεται από προϋπάρχουσες από πολλά χρόνια εθνικές υποδομές και παλαιά οχήματα, των οποίων η προσαρμογή ή η ανακαίνιση προϋποθέτει δαπανηρές επενδύσεις, και λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι είναι σκόπιμο ληφθεί ιδιαίτερη μέριμνα ώστε να μην επιβαρυνθεί οικονομικώς ο σιδηρόδρομος σε σχέση με τους άλλους τρόπους μεταφοράς.

(23)  Για λόγους πρακτικούς, εξαιτίας της έκτασης και της πολυπλοκότητας του σιδηροδρομικού συστήματος αποδείχθηκε αναγκαία η υποδιαίρεση του συστήματος αυτού στα εξής υποσυστήματα: υποδομή, παρατρόχιος έλεγχος-χειρισμός και σηματοδότηση, εποχούμενος έλεγχος, χειρισμός και σηματοδότηση, ενέργεια, τροχαίο υλικό, λειτουργία και διαχείριση κυκλοφορίας, συντήρηση, εφαρμογές τηλεματικής για τους επιβάτες και υπηρεσίες εμπορευματικών μεταφορών. Για καθένα από τα υποσυστήματα αυτά πρέπει να εξειδικευθούν οι βασικές απαιτήσεις και να καθοριστούν οι αναγκαίες τεχνικές προδιαγραφές για την τήρηση των απαιτήσεων αυτών, ιδίως όσον αφορά τα στοιχεία και τις διεπαφές. Το σύστημα διαιρείται επίσης σε σταθερά και κινητά στοιχεία τα οποία περιλαμβάνουν, αφενός, το δίκτυο που απαρτίζεται από τις γραμμές, τους σταθμούς, τα τερματικά και κάθε είδους σταθερό εξοπλισμό που απαιτείται για τη διασφάλιση της ασφαλούς και συνεχούς λειτουργίας του συστήματος και, αφετέρου, όλα τα οχήματα που κινούνται στο δίκτυο αυτό. Συνεπώς, για τον σκοπό της παρούσας οδηγίας, το όχημα αποτελείται από ένα υποσύστημα (τροχαίο υλικό) και, κατά περίπτωση, άλλα υποσυστήματα (κυρίως το εποχούμενο υποσύστημα έλεγχος-χειρισμός και σηματοδότηση). Παρότι το σύστημα χωρίζεται σε διάφορα στοιχεία, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Σιδηροδρόμων («ο Οργανισμός») θα πρέπει να διατηρεί τη συνολική εποπτεία του συστήματος προκειμένου να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η διαλειτουργικότητα. [Τροπολογία 6]

(24)  Η σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες, της οποίας η Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος, καθορίζει την προσβασιμότητα ως μία από τις γενικές της αρχές και απαιτεί από τα κράτη που είναι συμβαλλόμενα μέρη να λάβουν τα ενδεικνυόμενα μέτρα για να εξασφαλίσουν στα άτομα με αναπηρίες ισότιμη πρόσβαση, μεταξύ άλλων και καταρτίζοντας, εκδίδοντας και παρακολουθώντας την εφαρμογή ελάχιστων προτύπων και κατευθυντηρίων γραμμών για την προσβασιμότητα. Συνεπώς, η προσβασιμότητα για τα άτομα με αναπηρία και τα άτομα με μειωμένη κινητικότητα αποτελεί σημαντική απαίτηση για την διαλειτουργικότητα του σιδηροδρομικού συστήματος, σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ένωσης για τους επιβάτες με μειωμένη κινητικότητα . [Τροπολογία 7]

(25)  Είναι σημαντικό η εφαρμογή των διατάξεων σχετικά με τη διαλειτουργικότητα του σιδηροδρομικού συστήματος να μη δημιουργήσει εμπόδια αδικαιολόγητα από άποψη κόστους/οφέλους για τη διατήρηση του υφιστάμενου σιδηροδρομικού δικτύου σε κάθε κράτος μέλος ενώ παράλληλα πρέπει να επιδιώκεται να παραμένει ως στόχος η διαλειτουργικότητα.

(26)  Επίσης οι τεχνικές προδιαγραφές διαλειτουργικότητας έχουν αντίκτυπο στις συνθήκες χρήσης του σιδηροδρομικού μέσου μεταφοράς από τους χρήστες και, επομένως, συντρέχει λόγος να ζητείται η γνώμη των χρηστών συμπεριλαμβανομένων των οργανώσεων ατόμων με αναπηρία, για τις παραμέτρους που τους αφορούν. [Τροπολογία 8]

(27)  Είναι σκόπιμο να παρέχεται σε κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος η δυνατότητα να μην εφαρμόζει ορισμένες ΤΠΔ σε περιορισμένο αριθμό δεόντως αιτιολογημένων περιπτώσεων. Οι εν λόγω περιπτώσεις και οι διαδικασίες που πρέπει να ακολουθηθούν σε περίπτωση μη εφαρμογής των ΤΠΔ πρέπει να καθοριστούν σαφώς

(28)  Η κατάρτιση και η εφαρμογή των ΤΠΔ στο σιδηροδρομικό σύστημα δεν πρέπει να παρεμποδίζει την τεχνολογική καινοτομία, η οποία πρέπει να συντελεί στη βελτίωση των οικονομικών επιδόσεων.

(29)  Για την τήρηση των διατάξεων σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων στον τομέα των σιδηροδρόμων, και ιδίως των διατάξεων της οδηγίας 2004/17/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(6) , οι αναθέτοντες φορείς συμπεριλαμβάνουν τις τεχνικές προδιαγραφές στα γενικά έγγραφα ή στις συγγραφές υποχρεώσεων κάθε σύμβασης. Προς το σκοπό αυτό, είναι ανάγκη να δημιουργηθεί ένα σύνολο κανόνων που θα χρησιμεύουν ως στοιχεία αναφοράς για αυτές τις τεχνικές προδιαγραφές.

(30)  Είναι προς το συμφέρον της Ένωσης να υπάρχει ένα διεθνές σύστημα τυποποίησης δυνάμενο να παράγει πρότυπα που θα χρησιμοποιούνται πράγματι από τους εταίρους του διεθνούς εμπορίου και θα ικανοποιούν τις απαιτήσεις της ενωσιακής πολιτικής. Κατά συνέπεια, οι ευρωπαϊκοί οργανισμοί τυποποίησης πρέπει να συνεχίσουν τη συνεργασία τους με τους διεθνείς οργανισμούς τυποποίησης.

(31)  Οι αναθέτοντες φορείς καθορίζουν τις πρόσθετες προδιαγραφές που είναι αναγκαίες για τη συμπλήρωση των ευρωπαϊκών προδιαγραφών ή των άλλων προτύπων. Οι προδιαγραφές αυτές πρέπει να ικανοποιούν τις εναρμονισμένες σε ενωσιακή κλίμακα βασικές απαιτήσεις στις οποίες πρέπει να ανταποκρίνεται το σιδηροδρομικό σύστημα.

(32)  Οι διαδικασίες αξιολόγησης της πιστότητας ή της καταλληλότητας χρήσης των στοιχείων πρέπει να βασίζονται στη χρήση των ενοτήτων που αποτελούν αντικείμενο της απόφασης 2010/713/ΕΕ της Επιτροπής(7) . Στο μέτρο του δυνατού, προκειμένου να ευνοηθεί η ανάπτυξη των σχετικών βιομηχανικών κλάδων, είναι σκόπιμο να αναπτυχθούν οι διαδικασίες στις οποίες χρησιμοποιείται το σύστημα διασφάλισης της ποιότητας.

(33)  Η συμμόρφωση των στοιχείων συνδέεται κυρίως με το πεδίο χρήσης τους που αποσκοπεί να εξασφαλίσει τη διαλειτουργικότητα του συστήματος, και όχι μόνο με την ελεύθερη κυκλοφορία τους στην αγορά της Ένωσης. Η αξιολόγηση της καταλληλότητας χρήσης εφαρμόζεται στην περίπτωση των στοιχείων τα οποία είναι τα πλέον κρίσιμα για την ασφάλεια, τη διαθεσιμότητα ή την οικονομία του συστήματος. Κατά συνέπεια, δεν είναι αναγκαίο να επιθέτει ο κατασκευαστής τη σήμανση «CE» στα στοιχεία που υπόκεινται στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας αλλά, με βάση την αξιολόγηση της πιστότητας ή/και της καταλληλότητας χρήσης, πρέπει να αρκεί η δήλωση συμμόρφωσης του κατασκευαστή.

(34)  Οι κατασκευαστές υποχρεούνται ωστόσο να επιθέτουν, σε ορισμένα στοιχεία, τη σήμανση «CE» η οποία πιστοποιεί τη συμμόρφωσή τους προς άλλες σχετικές με αυτά ενωσιακές διατάξεις.

(35)  Κατά την έναρξη ισχύος μιας ΤΠΔ, υπάρχουν ήδη στην αγορά ορισμένα στοιχεία διαλειτουργικότητας. Είναι αναγκαίο να προβλεφθεί μεταβατική περίοδος ώστε τα στοιχεία αυτά να μπορούν να ενσωματωθούν σε κάποιο υποσύστημα, ακόμη και αν δεν είναι απολύτως σύμφωνα προς την εν λόγω ΤΠΔ.

(36)  Τα υποσυστήματα που συγκροτούν το σιδηροδρομικό σύστημα πρέπει να υπόκεινται σε διαδικασία επαλήθευσης η οποία πρέπει να επιτρέπει στις οντότητες που είναι αρμόδιες για τη θέση σε λειτουργία, να βεβαιώνονται ότι, στο στάδιο του σχεδιασμού, της κατασκευής και της θέσης σε λειτουργία, το αποτέλεσμα είναι σύμφωνο προς τις ισχύουσες κανονιστικές, τεχνικές και λειτουργικές διατάξεις. Επίσης η διαδικασία αυτή πρέπει να επιτρέπει στους κατασκευαστές να αναμένουν ισότητα μεταχείρισης σε οποιοδήποτε κράτος μέλος.

(37)  Μετά τη θέση υποσυστήματος σε λειτουργία, είναι σκόπιμο να διασφαλιστεί ότι η λειτουργία και η συντήρηση του υποσυστήματος αυτού είναι σύμφωνες προς τις σχετικές βασικές απαιτήσεις. Σύμφωνα με την οδηγία …/…/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου [οδηγία για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων](8) , την ευθύνη για την τήρηση των απαιτήσεων αυτών φέρει, καθένας για τα δικά του υποσυστήματα, ο διαχειριστής υποδομής ή η επιχείρηση σιδηροδρόμων.

(38)  Η διαδικασία θέσης σε λειτουργία οχημάτων και μόνιμων εγκαταστάσεων πρέπει να αποσαφηνιστεί, λαμβανομένων υπόψη των αρμοδιοτήτων των διαχειριστών υποδομής και των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων

(39)  Για τη διευκόλυνση της θέσης οχημάτων σε λειτουργία και της μείωσης του διοικητικού φόρτου, πρέπει να εισαχθεί η έννοια της έγκρισης οχήματος για την διάθεση στην αγορά, η οποία να ισχύει σε όλη την Ένωση ως προϋπόθεση για να επιτρέπεται στις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις να θέτουν σε λειτουργία ένα όχημα. Επιπλέον, η έννοια αυτή συνάδει περισσότερο με την απόφαση αριθ. 768/2008/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(9) .

(39α)  Για τη δημιουργία του ενιαίου ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού χώρου, τη μείωση του κόστους και της διάρκειας των διαδικασιών έγκρισης και τη βελτίωση της ασφάλειας των σιδηροδρόμων, οι διαδικασίες έγκρισης πρέπει να εξορθολογιστούν και να εναρμονιστούν σε επίπεδο Ένωσης. Για τον σκοπό αυτό απαιτείται σαφής επιμερισμός των καθηκόντων και των ευθυνών μεταξύ του Οργανισμού και των εθνικών αρχών ασφάλειας κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου.

Ο Οργανισμός θα πρέπει να χρησιμοποιεί την πολύτιμη εμπειρογνωμοσύνη, τις τοπικές γνώσεις και την πείρα των εθνικών αρχών ασφάλειας. Θα πρέπει να αναθέτει ειδικά καθήκοντα και αρμοδιότητες στις εθνικές αρχές ασφάλειας βάσει των συμβατικών συμφωνιών που αναφέρονται στο άρθρο 22α, αλλά να λαμβάνει την τελική απόφαση σε όλες τις διαδικασίες έγκρισης. [Τροπολογία 9]

(40)  Για να εξασφαλιστεί η ιχνηλασιμότητα των οχημάτων και του ιστορικού τους, τα στοιχεία αναφοράς των εγκρίσεων οχήματος για την διάθεση στην αγορά πρέπει να καταγράφονται μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία του οχήματος. [Τροπολογία 10]

(41)  Οι ΤΠΔ πρέπει να προσδιορίζουν τις διαδικασίες ελέγχου της συμβατότητας οχημάτων και δικτύου μετά την έκδοση έγκρισης οχήματος για τη διάθεση στην αγορά και πριν ληφθεί απόφαση έναρξης πριν από την έναρξη νέας επιχειρησιακής λειτουργίας. [Τροπολογία 11]

(42)  Για να βοηθηθούν οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις όταν αποφασίζουν να θέσουν όχημα σε λειτουργία και για να αποφευχθεί η επανάληψη επαληθεύσεων και ο περιττός διοικητικός φόρτος, πρέπει να ταξινομηθούν επίσης και οι εθνικοί κανόνες, προκειμένου να αποκατασταθεί αντιστοιχία μεταξύ των εθνικών κανόνων των διάφορων κρατών μελών που καλύπτουν τα ίδια θέματα.

(43)  Οι κοινοποιημένοι οργανισμοί που αναλαμβάνουν τη διεκπεραίωση των διαδικασιών αξιολόγησης της συμμόρφωσης ή της καταλληλότητας χρήσης των στοιχείων, καθώς και της διαδικασίας ελέγχου των υποσυστημάτων πρέπει, ιδίως όταν δεν υπάρχει ευρωπαϊκή προδιαγραφή, να συντονίζουν όσο το δυνατόν περισσότερο τις αποφάσεις τους.

(44)  Η διαφανής διαπίστευση όπως προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(10) , η οποία εξασφαλίζει το αναγκαίο επίπεδο εμπιστοσύνης στα πιστοποιητικά συμμόρφωσης, πρέπει να θεωρείται από τις εθνικές δημόσιες αρχές ανά την Ένωση ως ο προτιμητέος τρόπος απόδειξης της τεχνικής επάρκειας των κοινοποιημένων οργανισμών και κατ' επέκταση των οργανισμών που έχουν οριστεί να ελέγχουν τη συμμόρφωση με τους εθνικούς κανόνες. Ωστόσο, οι εθνικές αρχές δύνανται να θεωρούν ότι διαθέτουν τα κατάλληλα μέσα για να διενεργούν οι ίδιες αυτήν την αξιολόγηση. Στις περιπτώσεις αυτές, για να εξασφαλίζεται το κατάλληλο επίπεδο αξιοπιστίας της αξιολόγησης από άλλες εθνικές αρχές, οι εθνικές αρχές πρέπει να προσκομίζουν στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη τις αναγκαίες τεκμηριωμένες αποδείξεις ότι οι οργανισμοί αξιολόγησης της συμμόρφωσης που έχουν αξιολογηθεί πληρούν τις σχετικές κανονιστικές απαιτήσεις.

(45)  Η παρούσα οδηγία πρέπει να περιοριστεί στην διατύπωση των απαιτήσεων διαλειτουργικότητας για τα στοιχεία και τα υποσυστήματα διαλειτουργικότητας. Για να διευκολυνθεί η αξιολόγηση της συμμόρφωσης προς τις εν λόγω απαιτήσεις είναι αναγκαίο να προβλεφθεί παραδοχή συμμόρφωσης για στοιχεία και υποσυστήματα διαλειτουργικότητας τα οποία είναι σύμφωνα με τα εναρμονισμένα πρότυπα που εγκρίνονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 με σκοπό τη διατύπωση λεπτομερών τεχνικών προδιαγραφών των εν λόγω απαιτήσεων.

(46)  Οι ΤΠΔ πρέπει να αναθεωρούνται τακτικά. Όταν διαπιστώνονται ελλείψεις στις ΤΠΔ, πρέπει να ζητείται από τον Οργανισμό να συντάξει γνωμοδότηση, η οποία, υπό ορισμένες προϋποθέσεις είναι δυνατόν να δημοσιευτεί και να χρησιμοποιηθεί από όλους τους εμπλεκόμενους (συμπεριλαμβανομένου του κλάδου και των κοινοποιημένων οργανισμών) ως αποδεκτός τρόπος συμμόρφωσης εν αναμονή της αναθεώρησης των σχετικών ΤΠΔ.

(46α)  Τα ρυθμιστικά μέτρα θα πρέπει να συμπληρώνονται από πρωτοβουλίες, όπως το πρόγραμμα «Shift2Rail», που να έχουν ως στόχο την παροχή χρηματοδοτικής στήριξης σε καινοτόμες και διαλειτουργικές τεχνολογίες του σιδηροδρομικού τομέα. [Τροπολογία 12]

(47)  Δεδομένου ότι ο στόχος της παρούσας οδηγίας, δηλαδή η διαλειτουργικότητα του σιδηροδρομικού συστήματος σε όλη την Ένωση, δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη, διότι τα κράτη μέλη μεμονωμένα δεν είναι σε θέση να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να επιτευχθεί η εν λόγω διαλειτουργικότητα και μπορεί, επομένως, να επιτευχθεί καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση μπορεί να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα απαιτούμενα για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(48)  Προκειμένου να τροποποιούνται μη ουσιώδη στοιχεία της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εκδίδει πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά την προσαρμογή του παραρτήματος ΙΙ στην τεχνική πρόοδο όσον αφορά τον διαχωρισμό του σιδηροδρομικού συστήματος σε υποσυστήματα και την περιγραφή των εν λόγω υποσυστημάτων, το περιεχόμενο των ΤΠΔ και των τροποποιήσεων τους, συμπεριλαμβανομένων των τροποποιήσεων που απαιτούνται για την αντιμετώπιση των ελλείψεων των ΤΠΔ και για να διορθωθούν το πεδίο εφαρμογής και το περιεχόμενο της δήλωσης «ΕΚ» για τη συμμόρφωση και την καταλληλότητα χρήσης στοιχείων διαλειτουργικότητας, οι διαδικασίες αξιολόγησης των υποσυστημάτων, συμπεριλαμβανομένων των γενικών αρχών, του περιεχομένου, της διαδικασίας και των εγγράφων που σχετίζονται με τη διαδικασία επαλήθευσης «ΕΚ» και με τη διαδικασία επαλήθευσης που αφορά τους εθνικούς κανόνες . Έχει ιδιαίτερη σημασία να διεξαγάγει η Επιτροπή τις απαραίτητες διαβουλεύσεις κατά τη διάρκεια του προπαρασκευαστικού έργου της, μεταξύ άλλων και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων. Η Επιτροπή, κατά την προετοιμασία και τη σύνταξη κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, πρέπει να εξασφαλίσει ταυτόχρονη, έγκαιρη και κατάλληλη διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. [Τροπολογία 13]

(49)  Προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι ελλείψεις που εντοπίζονται στις ΤΠΔ, η Επιτροπή πρέπει να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις τροποποίησης των εν λόγω ΤΠΔ εφαρμόζοντας τη διαδικασία του κατεπείγοντος.

(50)  Προκειμένου να εξασφαλιστεί η εφαρμογή του άρθρου 6 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας σχετικά με την εντολή προς τον Οργανισμό να συντάσσει ΤΠΔ και τις τροποποιήσεις τους και να υποβάλει τις σχετικές εισηγήσεις προς την Επιτροπή, πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες.

(51)  Προκειμένου να εξασφαλιστούν ομοιόμορφοι όροι εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες σχετικά με τα εξής: το περιεχόμενο του φακέλου που συνοδεύει την αίτηση για τη μη εφαρμογή μιας ή περισσότερων ΤΠΔ ή μερών τους, τις λεπτομέρειες, το μορφότυπο και τον τρόπο διαβίβασης του εν λόγω φακέλου· το πεδίο εφαρμογής και το περιεχόμενο της δήλωσης τον μορφότυπο και τις λεπτομέρειες των πληροφοριών που περιλαμβάνονται στη δήλωση ΕΚ συμμόρφωσης και καταλληλότητας χρήσης των στοιχείων διαλειτουργικότητας, το μορφότυπό της και τις λεπτομέρειες για τις πληροφορίες που περιλαμβάνει· την ταξινόμηση των κοινοποιημένων εθνικών κανόνων σε διάφορες ομάδες με στόχο να διευκολυνθούν οι έλεγχοι συγκρισιμότητας μεταξύ σταθερού και κινητού εξοπλισμού· τις διαδικασίες επαλήθευσης για τα υποσυστήματα, συμπεριλαμβανομένων των γενικών κανόνων, του περιεχομένου, της διαδικασίας και των εγγράφων που σχετίζονται με τη διαδικασία επαλήθευσης «ΕΚ» και τη διαδικασία επαλήθευσης σε περίπτωση εθνικών κανόνων· τα υποδείγματα για την δήλωση «ΕΚ» επαλήθευσης και τη δήλωση επαλήθευσης σε περίπτωση εθνικών κανόνων και τα υποδείγματα για έγγραφα του τεχνικού φακέλου που οφείλει να συνοδεύει τη δήλωση επαλήθευσης· τις κοινές προδιαγραφές σχετικά με το περιεχόμενο, τον μορφότυπο των δεδομένων, τη λειτουργική και την τεχνική διάρθρωση, τον τρόπο λειτουργίας, τους κανόνες εισαγωγής δεδομένων και πρόσβασης σε αυτά για το μητρώο υποδομής. Οι εν λόγω αρμοδιότητες πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(11) . [Τροπολογία 14]

(52)  Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα της 28ης Σεπτεμβρίου 2011, τα κράτη μέλη ανέλαβαν να συνοδεύουν, σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, την κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο με ένα ή περισσότερα έγγραφα στα οποία θα επεξηγείται η σχέση ανάμεσα στα συστατικά στοιχεία μιας οδηγίας και στα αντίστοιχα μέρη των νομικών πράξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, ο νομοθέτης θεωρεί ότι η διαβίβαση τέτοιων εγγράφων είναι αιτιολογημένη.

(53)  Η υποχρέωση μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο πρέπει να περιοριστεί στις διατάξεις που συνιστούν ουσιαστικές τροποποιήσεις της προϋπάρχουσας οδηγίας. Η υποχρέωση μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των διατάξεων που δεν τροποποιούνται κατ’ ουσία απορρέει από την προϋπάρχουσα οδηγία.

(54)  Η παρούσα οδηγία δεν πρέπει να θίγει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά τις προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των οδηγιών που παρατίθενται στο παράρτημα ΙV μέρος Β,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

1.  Η παρούσα οδηγία καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να επιτευχθεί η διαλειτουργικότητα του σιδηροδρομικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά τρόπο συμβατό προς τις διατάξεις της οδηγίας …/…/ΕΕ [οδηγία για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων]. Οι προϋποθέσεις αυτές αφορούν τον σχεδιασμό, την κατασκευή, τη θέση σε λειτουργία, την αναβάθμιση, την ανακαίνιση, την λειτουργία και τη συντήρηση των στοιχείων του συστήματος αυτού, καθώς και τα επαγγελματικά προσόντα και τους όρους υγείας και ασφαλείας του προσωπικού που συμμετέχει στη λειτουργία και τη συντήρηση του συστήματος. Η επιδίωξη του εν λόγω στόχου συνεπάγεται κατ' ανάγκη τον καθορισμό ενός βέλτιστου επιπέδου τεχνικής εναρμόνισης καθιστώντας δυνατή τη σταδιακή δημιουργία μιας εσωτερικής αγοράς εξοπλισμών και υπηρεσιών για την κατασκευή, την ανανέωση, την αναβάθμιση και την εκμετάλλευση του σιδηροδρομικού συστήματος εντός της Ένωσης. [Τροπολογία 15]

2.  Η παρούσα οδηγία αφορά τις διατάξεις σχετικά με τα στοιχεία διαλειτουργικότητας, τις διεπαφές και τις διαδικασίες για κάθε υποσύστημα, καθώς και τις προϋποθέσεις γενικής συμβατότητας του σιδηροδρομικού συστήματος που απαιτούνται για την επίτευξη της διαλειτουργικότητάς του.

3.  Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρούν από το πεδίο τα μέτρα που λαμβάνουν στο πλαίσιο της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας εξαιρούνται : [Τροπολογία 16]

α)  τα μετρό, τραμ, τα τραμ που χρησιμοποιούν και σιδηροδρομικές γραμμές και τα ελαφρά σιδηροδρομικά συστήματα· [Τροπολογία 17]

β)  τα δίκτυα τα λειτουργικώς αποκομμένα από τα υπόλοιπα σιδηροδρομικά συστήματα και τα οποία προορίζονται μόνο για τη λειτουργία τοπικών, αστικών ή προαστιακών μεταφορών επιβατών, καθώς και οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις με δραστηριότητες μόνο στα δίκτυα αυτά·

βα)  την ιδιωτική σιδηροδρομική υποδομή και τα σιδηροδρομικά οχήματα τα οποία χρησιμοποιούνται αποκλειστικά σε αυτήν την υποδομή, στις περιπτώσεις που χρησιμοποιείται αποκλειστικά από τον κύριο της υποδομής για τις δικές του μεταφορές φορτίου· [Τροπολογία 19]

ββ)  τις υποδομές και τα οχήματα που προορίζονται αποκλειστικά και μόνον για τοπική, ιστορική ή τουριστική χρήση. [Τροπολογία 20]

4.  Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρούν από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας:

α)  την ιδιωτική σιδηροδρομική υποδομή και τα σιδηροδρομικά οχήματα τα οποία χρησιμοποιούνται αποκλειστικά σε αυτήν όπου υφίστανται, για να χρησιμοποιούνται αποκλειστικά από τον κύριο της υποδομής για τις δικές του μεταφορές φορτίου·

β)  τις υποδομές και τα οχήματα που προορίζονται αποκλειστικά και μόνον για τοπική, ιστορική ή τουριστική χρήση. [Τροπολογία 21]

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας:

1)  «σιδηροδρομικό σύστημα της Ένωσης»: τα στοιχεία των συμβατικών σιδηροδρομικών συστημάτων και των σιδηροδρομικών συστημάτων μεγάλης ταχύτητας, όπως ορίζονται στο παράρτημα Ι σημεία 1 και 2 · [Τροπολογία 22]

2)  «διαλειτουργικότητα»: η ικανότητα του σιδηροδρομικού συστήματος να επιτρέπει την ασφαλή και συνεχή κυκλοφορία αμαξοστοιχιών με την επίτευξη των απαιτούμενων επιδόσεων στις συγκεκριμένες γραμμές. Η ικανότητα αυτή εξαρτάται από όλες τις κανονιστικές, τεχνικές και λειτουργικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται ώστε να ικανοποιούνται οι βασικές απαιτήσεις · [Τροπολογία 23]

3)  «όχημα»: σιδηροδρομικό όχημα ικανό να κυκλοφορεί με δικούς του τροχούς σε σιδηροδρομικές γραμμές, με ή χωρίς έλξη υπό σταθερή ή μεταβλητή σύνθεση . Το όχημα αποτελείται από ένα ή περισσότερα δομικά και λειτουργικά υποσυστήματα· [Τροπολογία 24]

4)  «δίκτυο»: οι γραμμές, οι σταθμοί, τα τερματικά και κάθε είδους σταθερός εξοπλισμός που απαιτείται για τη διασφάλιση ασφαλούς και συνεχούς λειτουργίας του σιδηροδρομικού συστήματος·

5)  «υποσυστήματα»: το τα δομικά ή λειτουργικά μέρη του σιδηροδρομικού συστήματος όπως καθορίζονται στο παράρτημα II·

5α)  «κινητό υποσύστημα»: το υποσύστημα τροχαίου υλικού, το εποχούμενο υποσύστημα ελέγχου-χειρισμού και σηματοδότησης και το όχημα, όταν αποτελείται από ένα υποσύστημα· [Τροπολογία 25]

6)  «στοιχεία διαλειτουργικότητας»: κάθε απλό συστατικό στοιχείο, ομάδα συστατικών στοιχείων, υποσύνολο ή πλήρες σύνολο υλικών ενσωματωμένων ή προοριζόμενων να ενσωματωθούν σε υποσύστημα, από το οποίο εξαρτάται άμεσα ή έμμεσα η διαλειτουργικότητα του σιδηροδρομικού συστήματος, στα οποία συμπεριλαμβάνονται. στοιχεία υλικά και άυλα·

7)  «βασικές απαιτήσεις»: το σύνολο των προϋποθέσεων που περιγράφονται στο παράρτημα III στις οποίες πρέπει να ανταποκρίνονται το σιδηροδρομικό σύστημα, τα υποσυστήματα και τα στοιχεία διαλειτουργικότητας, συμπεριλαμβανομένων των διεπαφών·

8)  «ευρωπαϊκή προδιαγραφή»: κοινή τεχνική προδιαγραφή, ευρωπαϊκή τεχνική έγκριση όπως ορίζεται στο παράρτημα XXI της οδηγίας 2004/17/ΕΚ, ή ευρωπαϊκό πρότυπο όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012·

9)  «τεχνική προδιαγραφή διαλειτουργικότητας» (ΤΠΔ): προδιαγραφή που έχει εγκριθεί σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και ισχύει για κάθε υποσύστημα ή τμήμα υποσυστήματος προκειμένου αυτό να ανταποκρίνεται στις βασικές απαιτήσεις και να εξασφαλίζεται η διαλειτουργικότητα του σιδηροδρομικού συστήματος·

9α)  «οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης»: φορέας που έχει κοινοποιηθεί ή οριστεί ως αρμόδιος για δραστηριότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης, περιλαμβανομένης της βαθμονόμησης, των δοκιμών, της πιστοποίησης και της επιθεώρησης. Ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης ταξινομείται, κατόπιν της κοινοποίησής του από κάποιο κράτος μέλος, ως «κοινοποιημένος οργανισμός». Ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης ταξινομείται, κατόπιν του ορισμού του από κάποιο κράτος μέλος, ως «οριζόμενος οργανισμός»· [Τροπολογία 27]

10)  «θεμελιώδης παράμετρος»: κάθε κανονιστική, τεχνική ή λειτουργική προϋπόθεση, καίρια για τη διαλειτουργικότητα, που διευκρινίζεται στην αντίστοιχη ΤΠΔ·

11)  «ειδική περίπτωση»: κάθε μέρος του σιδηροδρομικού συστήματος για το οποίο στις ΤΠΔ χρειάζονται ειδικές, προσωρινές ή οριστικές, διατάξεις εξαιτίας περιορισμών γεωγραφικών, τοπογραφικών, αστικού περιβάλλοντος ή συμβατότητας με το υπάρχον σύστημα. Σε αυτό μπορεί να περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι σιδηροδρομικές γραμμές και τα δίκτυα που είναι αποκομμένα από το δίκτυο της υπόλοιπης Ένωσης, το περιτύπωμα, το εύρος τροχιάς ή το διάκενο μεταξύ των αξόνων των τροχιών, τα οχήματα που προορίζονται αποκλειστικά και μόνο για τοπική, περιφερειακή ή ιστορική χρήση, και τα οχήματα τα προερχόμενα από τρίτες χώρες·

12)  «αναβάθμιση»: σοβαρές εργασίες μετατροπής ενός υποσυστήματος ή τμήματός του οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα αλλαγή του τεχνικού φακέλου που συνοδεύει τη δήλωση ΕΕ επαλήθευσης και οι οποίες βελτιώνουν τις συνολικές επιδόσεις του υποσυστήματος. Όταν πρόκειται να εκτελεστούν εργασίες μετατροπής σε σχέση με ένα υποσύστημα ή όχημα, η συναφής ΤΠΔ προσδιορίζει εάν οι εν λόγω εργασίες πρέπει να ταξινομηθούν ως σοβαρές, και σε αυτήν την περίπτωση προσδιορίζει επίσης τους λόγους για την ταξινόμηση αυτή · [Τροπολογία 28]

13)  «ανανέωση»: σοβαρές εργασίες υποκατάστασης ενός υποσυστήματος ή τμήματός του οι οποίες δεν τροποποιούν τις συνολικές επιδόσεις του υποσυστήματος. Όταν πρόκειται να εκτελεστούν εργασίες υποκατάστασης σε σχέση με ένα υποσύστημα ή όχημα, η συναφής ΤΠΔ προσδιορίζει εάν οι εν λόγω εργασίες πρέπει να ταξινομηθούν ως σοβαρές, και σε αυτήν την περίπτωση προσδιορίζει επίσης τους λόγους για την ταξινόμηση αυτή · [Τροπολογία 29]

14)  «υπάρχον σιδηροδρομικό σύστημα»: το σύνολο το οποίο απαρτίζεται από τη σιδηροδρομική υποδομή, συμπεριλαμβανομένων των γραμμών και των μόνιμων εγκαταστάσεων, του υπάρχοντος σιδηροδρομικού δικτύου, καθώς και από τα οχήματα κάθε κατηγορίας και προέλευσης που κυκλοφορούν στην υποδομή αυτή·

15)  «αντικατάσταση στο πλαίσιο συντήρησης»: αντικατάσταση στοιχείων από άλλα με την ίδια λειτουργία και τις ίδιες επιδόσεις στο πλαίσιο προληπτικής ή επισκευαστικής συντήρησης·

16)  «θέση σε λειτουργία»: το σύνολο εργασιών με τις οποίες ένα υποσύστημα ή ένα όχημα τίθεται σε κατάσταση λειτουργίας·

17)  «αναθέτων φορέας»: κάθε δημόσια ή ιδιωτική οντότητα, που παραγγέλλει τον σχεδιασμό ή/και την κατασκευή ή την ανανέωση ή την αναβάθμιση υποσυστήματος. Αυτή η οντότητα μπορεί να είναι σιδηροδρομική επιχείρηση, διαχειριστής υποδομής ή κάτοχος, η υπεύθυνη για τη συντήρηση οντότητα ή ο εργολάβος που είναι επιφορτισμένος με την εκτέλεση έργου· [Τροπολογία 30]

18)  «κάτοχος»: το πρόσωπο ή η οντότητα που εκμεταλλεύεται όχημα ως μέσο μεταφοράς, είτε ως ιδιοκτήτης είτε ως νομέας οχήματος, και έχει καταχωρισθεί με την ιδιότητα αυτή στο εθνικό μητρώο στα μητρώα οχημάτων του άρθρου 43 των άρθρων 43 και 43α · [Τροπολογία 31]

18α)  «κάτοχος»: το πρόσωπο ή η οντότητα που είναι ιδιοκτήτης οχήματος και έχει καταχωρισθεί με την ιδιότητα αυτή στα μητρώα οχημάτων των άρθρων 43 και 43α· [Τροπολογία 32]

19)  «έργο σε προχωρημένο στάδιο εξέλιξης»: κάθε έργο του οποίου η φάση προγραμματισμού/κατασκευής βρίσκεται σε τέτοιο στάδιο που η τροποποίηση των τεχνικών προδιαγραφών θα έθετε σε κίνδυνο την βιωσιμότητα του έργου όπως έχει προγραμματιστεί·

20)  «εναρμονισμένο πρότυπο»: ευρωπαϊκό πρότυπο όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012·

21)  «εθνική αρχή ασφάλειας»: αρχή για την ασφάλεια κατά την έννοια του άρθρου 3 της οδηγίας …/…/ΕΕ [οδηγία για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων]·

22)  «τύπος»: τύπος οχήματος που ορίζει τα βασικά χαρακτηριστικά σχεδίασης του οχήματος τα οποία καλύπτονται από πιστοποιητικό εξέτασης τύπου ή σχεδιασμού που περιγράφεται στη συναφή ενότητα επαλήθευσης·

23)  «σειρά»: σύνολο πανομοιότυπων οχημάτων ενός τύπου σχεδίασης·

24)  «υπεύθυνη για τη συντήρηση οντότητα »: η υπεύθυνη για τη συντήρηση του οχήματος οντότητα όπως ορίζεται στο άρθρο 3 της οδηγίας …/…/ΕΕ [οδηγία για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων]·

25)  «ελαφρός σιδηρόδρομος»: αστικό ή/και προαστιακό σιδηροδρομικό σύστημα το οποίο διαθέτει εν γένει χαμηλότερη μεταφορική ικανότητα και κινείται με ταχύτητα χαμηλότερη από τα κανονικά σιδηροδρομικά συστήματα και το μετρό, αλλά διαθέτει υψηλότερη μεταφορική ικανότητα και κινείται με ταχύτητα υψηλότερη από το τραμ. Τα ελαφρά σιδηροδρομικά συστήματα είναι δυνατόν να έχουν δικό τους αποκλειστικό διάδρομο ή κοινό διάδρομο με την οδική κυκλοφορία και κατά κανόνα τα οχήματά τους δεν εναλλάσσονται με οχήματα της σιδηροδρομικής κυκλοφορίας επιβατών ή εμπορευμάτων μεγάλων αποστάσεων·

26)  «εθνικοί κανόνες»: το σύνολο των δεσμευτικών κανόνων που κοινοποιούνται από κράτος μέλος και περιλαμβάνουν τις απαιτήσεις σιδηροδρομικής ασφάλειας ή τεχνικές απαιτήσεις, οι οποίες επιβάλλονται σε επίπεδο κράτους μέλους και ισχύουν για περισσότερες από μία σιδηροδρομικές επιχειρήσεις έναν παράγοντες του τομέα των σιδηροδρόμων , ανεξαρτήτως του φορέα από τον οποίο εκδίδονται· [Τροπολογία 33]

27)  «προβλεπόμενη από κατασκευής κατάσταση λειτουργίας»: ο κανονικός τρόπος λειτουργίας και οι καθορισμένες εντός των ορίων αντίξοες συνθήκες (συμπεριλαμβανομένης της φθοράς) και οι προϋποθέσεις λειτουργίας που καθορίζονται στον τεχνικό φάκελο και στον φάκελο συντήρησης·

27α)  «τομέας χρήσης»: δίκτυο ή δίκτυα στην Ένωση, είτε εντός κράτους μέλους είτε σε ομάδα κρατών μελών, με το οποίο είναι τεχνικά συμβατό ένα όχημα σύμφωνα με τον τεχνικό φάκελό του· [Τροπολογία 34]

27β)  «απομονωμένο σιδηροδρομικό δίκτυο»: σιδηροδρομικό δίκτυο ενός κράτους μέλους, ή μέρους αυτού, με εύρος τροχιάς 1520 mm, το οποίο είναι γεωγραφικά ή τεχνικά αποκομμένο από το ευρωπαϊκό δίκτυο που έχει τυποποιημένο ονομαστικό εύρος τροχιάς (1435 mm - εφεξής «τυποποιημένο εύρος τροχιάς»), και το οποίο παρόλο που είναι άρτια ενσωματωμένο στο σιδηροδρομικό δίκτυο με εύρος τροχιάς 1520 mm από κοινού με τρίτες χώρες, είναι απομονωμένο από το τυποποιημένο δίκτυο της Ένωσης· [Τροπολογία 35]

28)  «αποδεκτά μέσα συμμόρφωσης»: μη δεσμευτικές γνωμοδοτήσεις που εκδίδει ο Οργανισμός για να καθορίζει τρόπους απόδειξης της συμμόρφωσης με τις βασικές απαιτήσεις, με στόχο την προσωρινή αντιστάθμιση των ελλείψεων μιας ΤΠΔ έως ότου αυτή τροποποιηθεί · [Τροπολογία 36]

28α)  «αποδεκτά εθνικά μέσα συμμόρφωσης»: άλλα μέσα συμμόρφωσης που έχουν θεσπιστεί σε κάποιο κράτος μέλος και παρέχουν ένα τεκμήριο συμμόρφωσης προς το συναφές τμήμα των εθνικών κανόνων. Τα εν λόγω αποδεκτά εθνικά μέσα συμμόρφωσης κοινοποιούνται στον Οργανισμό· [Τροπολογία 37]

29)  «διάθεση στην αγορά»: η πρώτη διάθεση στην αγορά της Ένωσης ενός συστατικού διαλειτουργικότητας, υποσυστήματος ή οχήματος που είναι έτοιμο να λειτουργήσει στην προβλεπόμενη από κατασκευής κατάσταση λειτουργίας·

30)  «κατασκευαστής»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατασκευάζει στοιχείο διαλειτουργικότητας ή υποσύστημα ή αναθέτει σε άλλους το σχεδιασμό ή την κατασκευή του και το διοχετεύει στην αγορά υπό την επωνυμία του ή το εμπορικό του σήμα·

31)  «εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εγκατεστημένο στην Ένωση που έχει λάβει γραπτή εντολή από τον κατασκευαστή ή από αναθέτοντα φορέα να ενεργεί εξ ονόματός του για την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων· [Τροπολογία 38]

32)  «τεχνική προδιαγραφή» έγγραφο στο οποίο ορίζονται τα απαιτούμενα τεχνικά χαρακτηριστικά προϊόντος, υποσυστήματος, διεργασίας ή υπηρεσίας· [Τροπολογία 39]

33)  «διαπίστευση»: όπως νοείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008·

34)  «εθνικός οργανισμός διαπίστευσης»: όπως αποδίδεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008·

35)  «αξιολόγηση της συμμόρφωσης»: η διαδικασία με την οποία αποδεικνύεται κατά πόσον πληρούνται οι ειδικές απαιτήσεις που αφορούν προϊόν, διαδικασία, υπηρεσία, σύστημα, πρόσωπο ή φορέα·

36)  «οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης»: φορέας που εκτελεί δραστηριότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης, περιλαμβανομένης της βαθμονόμησης, των δοκιμών, της πιστοποίησης και της επιθεώρησης·

37)  «άτομο με αναπηρία αναπηρίες και πρόσωπο με μειωμένη κινητικότητα»: έννοια που περιλαμβάνει κάθε άτομο με μόνιμη ή προσωρινή σωματική, ψυχική, νοητική ή αισθητήρια μειονεξία η οποία, όταν συνδυάζεται με την αλληλεπίδραση με διάφορα εμπόδια, μπορεί να δυσχεράνει την πλήρη και ουσιαστική χρήση των μεταφορών σε ισότιμη βάση με άλλους επιβάτες, ή πρόσωπο του οποίου η κινητικότητα κατά την χρήση των μεταφορικών μέσων έχει μειωθεί λόγω ηλικίας με αποτέλεσμα να απαιτείται προσαρμογή των υπηρεσιών · [Τροπολογία 40]

38)  «διαχειριστής υποδομής»: ο διαχειριστής υποδομής κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 3 της οδηγίας …/…/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(12) [για τη δημιουργία ενιαίου ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού χώρου]·

39)  «σιδηροδρομική επιχείρηση»: η σιδηροδρομική επιχείρηση κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 3 της οδηγίας …/…ΕΕ [για τη δημιουργία ενιαίου ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού χώρου ] και κάθε δημόσια ή ιδιωτική επιχείρηση, δραστηριότητα της οποίας είναι η σιδηροδρομική μεταφορά εμπορευμάτων ή/και επιβατών υπό τον όρο ότι η επιχείρηση εξασφαλίζει την έλξη· ο ορισμός αυτός περιλαμβάνει επίσης και τις επιχειρήσεις που παρέχουν μόνον την έλξη.

Άρθρο 3

Βασικές απαιτήσεις

1.  Το σιδηροδρομικό σύστημα, τα υποσυστήματα, τα στοιχεία διαλειτουργικότητας, συμπεριλαμβανομένων των διεπαφών, πληρούν τις σχετικές με αυτά βασικές απαιτήσεις.

2.  Οι τεχνικές προδιαγραφές του άρθρου 34 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ, οι οποίες είναι αναγκαίες για τη συμπλήρωση των ευρωπαϊκών προδιαγραφών ή των άλλων προτύπων που χρησιμοποιούνται στην Ένωση, δεν αντιβαίνουν τις βασικές απαιτήσεις.

2α.  Κανένα άτομο δεν επιτρέπεται να υφίσταται διακρίσεις, άμεσες ή έμμεσες, λόγω αναπηρίας. Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι όλοι οι πολίτες της Ένωσης είναι σε θέση να απολαμβάνουν τα οφέλη που απορρέουν από τη δημιουργία ενός χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα, τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίζουν την προσβασιμότητα του σιδηροδρομικού συστήματος. [Τροπολογία 41]

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΔΙΑΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑΣ

Άρθρο 4

Περιεχόμενο των Τεχνικών Προδιαγραφών Διαλειτουργικότητας

1.  Κάθε υποσύστημα που ορίζεται στο παράρτημα ΙΙ αποτελεί αντικείμενο μίας ΤΠΔ. Εφόσον απαιτείται, ένα υποσύστημα είναι δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο περισσότερων ΤΠΔ, ενώ μια ΤΠΔ είναι δυνατόν να καλύπτει περισσότερα του ενός υποσυστήματα.

2.  Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 46 για την προσαρμογή του παραρτήματος ΙΙ στην τεχνική πρόοδο όσον αφορά τον διαχωρισμό του σιδηροδρομικού συστήματος σε υποσυστήματα και την περιγραφή των εν λόγω υποσυστημάτων.

3.  Τα σταθερά υποσυστήματα είναι σύμφωνα προς τις ΤΠΔ που ισχύουν κατά τη στιγμή της θέσης σε λειτουργία, της ανακαίνισης ή της αναβάθμισής τους σύμφωνα με την παρούσα οδηγία του πρώτου διορισμού κοινοποιημένου οργανισμού και, το αργότερο, κατά τη στιγμή χορήγησης των αδειών κατασκευής. Τα οχήματα συμμορφώνονται προς τις ΤΠΔ και τους εθνικούς κανόνες που ισχύουν κατά τη στιγμή του πρώτου διορισμού κοινοποιημένου οργανισμού . Η εν λόγω συμμόρφωση διατηρείται συνεχώς καθ’ όλη τη χρήση κάθε υποσυστήματος. [Τροπολογία 42]

4.  Κάθε ΤΠΔ:

α)  προσδιορίζει το σκοπούμενο πεδίο εφαρμογής (τμήμα δικτύου ή οχήματα κατά το παράρτημα Ι, υποσύστημα ή μέρος υποσυστήματος κατά το παράρτημα II)·

β)  προσδιορίζει τις βασικές απαιτήσεις του σχετικού υποσυστήματος και των διεπαφών του σε σχέση με άλλα υποσυστήματα·

γ)  καθορίζει τις λειτουργικές και τεχνικές προδιαγραφές που πρέπει να πληρούνται από το υποσύστημα και τις διεπαφές του σε σχέση με άλλα υποσυστήματα. Εφόσον απαιτείται, οι εν λόγω προδιαγραφές μπορούν να διαφοροποιούνται ανάλογα με τη χρήση του υποσυστήματος·

δ)  προσδιορίζει τα στοιχεία διαλειτουργικότητας και τις διεπαφές που πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο ευρωπαϊκών προδιαγραφών, συμπεριλαμβανομένων των ευρωπαϊκών προτύπων, οι οποίες είναι αναγκαίες για να επιτευχθεί η διαλειτουργικότητα του σιδηροδρομικού συστήματος. Τούτο περιλαμβάνει τον προσδιορισμό των ανταλλακτικών που είναι δυνατόν να τυποποιηθούν σύμφωνα με το άρθρο 41 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. .../... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13) . Ο κατάλογος των ανταλλακτικών που είναι δυνατόν να τυποποιηθούν, συμπεριλαμβανομένων των υπαρχόντων ανταλλακτικών, συμπεριλαμβάνεται σε κάθε ΤΠΔ· [Τροπολογία 43]

ε)  αναφέρει, σε κάθε υπό εξέταση περίπτωση, τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται για να αξιολογείται η συμμόρφωση ή η καταλληλότητα χρήσης των στοιχείων διαλειτουργικότητας αφενός, ή η επαλήθευση «ΕΚ» των υποσυστημάτων αφετέρου. Οι εν λόγω διαδικασίες βασίζονται στις ενότητες που ορίζονται στην απόφαση 2010/713/ΕΕ·

στ)  περιγράφει τη στρατηγική εφαρμογής των ΤΠΔ. Ειδικότερα, είναι αναγκαίο να διευκρινίζονται τα διανυτέα στάδια για την προοδευτική μετάβαση από την υπάρχουσα κατάσταση στην τελική κατάσταση γενικευμένης τήρησης των ΤΠΔ συμπεριλαμβανομένου του καθορισμού των προθεσμιών. κατά περίπτωση Το χρονοδιάγραμμα στο οποίο ορίζονται τα εν λόγω στάδια συνδέεται με την εκτίμηση του αναμενόμενου κόστους και οφέλους της υλοποίησής του, στην οποία αναφέρονται οι πιθανές επιπτώσεις για όλους τους φορείς εκμετάλλευσης και τους οικονομικούς παράγοντες · [Τροπολογία 44]

ζ)  περιγράφει, για το οικείο προσωπικό, τις προϋποθέσεις από άποψη επαγγελματικών προσόντων και υγείας και ασφάλειας κατά την εργασία που απαιτούνται για τη λειτουργία και τη συντήρηση του υπόψη υποσυστήματος, καθώς και για την εφαρμογή των ΤΠΔ·

η)  καθορίζει τις διατάξεις που ισχύουν για υφιστάμενα υποσυστήματα και τύπους οχημάτων, συγκεκριμένα σε περίπτωση αναβάθμισης και ανακαίνισης, με και χωρίς νέα έγκριση ή απόφαση θέσης σε λειτουργία·

θ)  καθορίζει τις παραμέτρους που πρέπει να ελέγχει η σιδηροδρομική επιχείρηση και τις διαδικασίες που πρέπει να εφαρμόζονται για τον έλεγχο των εν λόγω παραμέτρων, ελέγχονται για να εξασφαλίζεται συμβατότητα μεταξύ των οχημάτων και των διαδρομών στις οποίες προβλέπεται να χρησιμοποιηθούν μετά την έκδοση της έγκρισης διάθεσης του οχήματος στην αγορά και πριν ληφθεί απόφαση θέσης σε λειτουργία · [Τροπολογία 45]

θα)  υποδεικνύει τις ειδικές παραμέτρους που πρέπει να ελέγχονται και παρέχει λεπτομερείς πληροφορίες για την ανανέωση, τη βελτίωση ή την αντικατάσταση των ανταλλακτικών ή των στοιχείων διαλειτουργικότητας που πρέπει να υποβάλλονται σε επεξεργασία σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 3. [Τροπολογία 46]

5.  Κάθε ΤΠΔ καταρτίζεται αφού εξετασθεί το υπάρχον υποσύστημα και υποδεικνύει ένα στοχευμένο υποσύστημα που μπορεί να προκύψει προοδευτικά και εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Κατά τον τρόπο αυτό η βαθμιαία θέσπιση των ΤΠΔ και η τήρησή τους διευκολύνουν την σταδιακή επίτευξη της διαλειτουργικότητας του σιδηροδρομικού συστήματος εντός του χρονοδιαγράμματος.

6.  Οι ΤΠΔ διαφυλάσσουν προσηκόντως τη συμβατότητα του υπάρχοντος σιδηροδρομικού συστήματος κάθε κράτους μέλους. Για το σκοπό αυτό μπορούν να προβλέπονται για κάθε ΤΠΔ ειδικές περιπτώσεις, τόσο σε θέματα δικτύου όσο και σε θέματα οχημάτων, και συγκεκριμένα για το περιτύπωμα, το εύρος τροχιάς ή το διάκενο μεταξύ των αξόνων των τροχιών, καθώς και των οχημάτων που προέρχονται από τρίτες χώρες ή με προορισμό τρίτες χώρες. Για κάθε ειδική περίπτωση οι ΤΠΔ καθορίζουν τις λεπτομέρειες εφαρμογής των στοιχείων των ΤΠΔ κατά την παράγραφο 4 στοιχεία γ) έως ζ).

7.  Εάν ορισμένες τεχνικές παράμετροι οι οποίες αντιστοιχούν στις βασικές απαιτήσεις δεν είναι δυνατόν να καλυφθούν ρητώς από ΤΠΔ, τότε αυτές προσδιορίζονται σαφώς σε παράρτημα της ΤΠΔ ως ανοικτά σημεία.

8.  Οι ΤΠΔ δεν αποκλείουν αποφάσεις των κρατών μελών σχετικά με τη χρήση των υποδομών για την κυκλοφορία οχημάτων μη διεπομένων από τις ΤΠΔ.

9.  Στις ΤΠΔ είναι δυνατόν να γίνεται ρητή, σαφώς προσδιορισμένη παραπομπή σε ευρωπαϊκά ή διεθνή πρότυπα ή προδιαγραφές ή τεχνικά έγγραφα δημοσιευόμενα από τον Οργανισμό, όταν αυτό είναι απολύτως αναγκαίο για την υλοποίηση του στόχου της παρούσας οδηγίας. Στην περίπτωση αυτή, τα εν λόγω πρότυπα ή προδιαγραφές (ή τα σχετικά αποσπάσματά τους) ή τεχνικά έγγραφα θεωρούνται παραρτήματα της σχετικής ΤΠΔ και η εφαρμογή τους καθίσταται υποχρεωτική από τη στιγμή που τίθεται σε ισχύ η ΤΠΔ. Εάν δεν υπάρχουν τέτοια πρότυπα ή προδιαγραφές ή τεχνικά έγγραφα και εν αναμονή της κατάρτισής τους, είναι δυνατόν να γίνεται παραπομπή σε άλλα σαφώς καθορισμένα κανονιστικά έγγραφα τα οποία είναι ευκόλως προσιτά και κοινής χρήσεως.

Άρθρο 5

Εκπόνηση, έγκριση και αναθεώρηση των ΤΠΔ

1.  Η Επιτροπή δίνει εντολή στον Οργανισμό να συντάξει ΤΠΔ και τις τροποποιήσεις τους και να υποβάλει τις κατάλληλες συστάσεις στην Επιτροπή.

1α.  Κατά την κατάρτιση, έκδοση και αναθεώρηση κάθε ΤΠΔ, συμπεριλαμβανομένων των βασικών παραμέτρων, λαμβάνονται υπόψη το αναμενόμενο κόστος και όφελος όλων των εξεταζόμενων τεχνικών λύσεων, καθώς και οι μεταξύ τους διεπαφές, προκειμένου να καθοριστούν και να υλοποιηθούν οι πλέον βιώσιμες λύσεις. [Τροπολογία 47]

2.  Κάθε σχέδιο ΤΠΔ εκπονείται στα ακόλουθα στάδια.

α)  ο Οργανισμός προσδιορίζει τις θεμελιώδεις παραμέτρους για τη συγκεκριμένη ΤΠΔ, καθώς και τις διεπαφές με τα άλλα υποσυστήματα και όποιες άλλες ειδικές περιπτώσεις είναι αναγκαίο. Για καθεμία από αυτές τις παραμέτρους και διεπαφές εκτίθενται οι προσφορότερες εναλλακτικές λύσεις συνοδευόμενες από τεχνική και οικονομική αιτιολόγηση·

β)  ο Οργανισμός καταρτίζει το σχέδιο ΤΠΔ με βάση αυτές τις θεμελιώδεις παραμέτρους. Ενδεχομένως, ο Οργανισμός λαμβάνει υπόψη την τεχνική πρόοδο, ήδη επιτελεσθείσες εργασίες τυποποίησης, ήδη συσταθείσες ομάδες εργασίας και αναγνωρισμένες ερευνητικές εργασίες.

Στο σχέδιο της ΤΠΔ επισυνάπτεται συνολική εκτίμηση του αναμενόμενου κόστους και οφέλους από την εφαρμογή των ΤΠΔ. Στην εκτίμηση αναφέρονται οι πιθανές επιπτώσεις για όλους τους ενδιαφερόμενους οικονομικούς φορείς και παράγοντες, και λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι απαιτήσεις της οδηγίας .../.../ΕΕ [οδηγία για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων]. Τα κράτη μέλη συμμετέχουν σε αυτήν την αξιολόγηση χορηγώντας, κατά περίπτωση, τα απαιτούμενα δεδομένα . [Τροπολογία 48]

3.  Ο Οργανισμός, για να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις στην τεχνολογία ή κοινωνικές απαιτήσεις, εκπονεί τις ΤΠΔ και τις τροποποιήσεις τους βάσει της κατά την παράγραφο 1 εντολής, σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 15 του κανονισμού (EΕ) αριθ. …/… [κανονισμός για τον Οργανισμό] και τηρώντας τις αρχές της ευρύτητας, της συναίνεσης και της διαφάνειας, όπως ορίζει το παράρτημα ΙΙ του κανονισμού (EΕ) αριθ. 1025/2012.

4.  Τα κράτη μέλη τηρούνται τακτικά ενήμερα για τις εργασίες κατάρτισης των ΤΠΔ. Η επιτροπή του άρθρου 48 τηρείται τακτικά ενήμερη για τις εργασίες κατάρτισης των ΤΠΔ. Κατά τη διάρκεια των εργασιών αυτών η Επιτροπή μπορεί, εφόσον το ζητήσει η επιτροπή, να διατυπώνει οποιαδήποτε εντολή ή οποιαδήποτε ενδεδειγμένη σύσταση σχετικά με το σχεδιασμό των ΤΠΔ, καθώς και για την εκτίμηση κόστους και οφέλους. Ειδικότερα, η Επιτροπή μπορεί, κατόπιν αιτήσεως κράτους μέλους, να ζητήσει να εξετασθούν εναλλακτικές λύσεις και να συμπεριληφθεί στη συνημμένη έκθεση στο σχέδιο ΤΠΔ η εκτίμηση κόστους και οφέλους των εν λόγω εναλλακτικών λύσεων. [Τροπολογία 49]

5.  Όταν, για λόγους τεχνικής συμβατότητας, πρέπει να τεθούν ταυτόχρονα σε χρήση διάφορα υποσυστήματα, οι ημερομηνίες έναρξης ισχύος των αντίστοιχων ΤΠΔ πρέπει να συμπίπτουν.

6.  Κατά την κατάρτιση, την έκδοση και την αναθεώρηση των ΤΠΔ λαμβάνεται υπόψη η γνώμη των χρηστών όσον αφορά τα χαρακτηριστικά που έχουν άμεση επίπτωση στις συνθήκες χρήσης των υποσυστημάτων από τους εν λόγω χρήστες. Προς τον σκοπό αυτό, κατά τις εργασίες κατάρτισης και αναθεώρησης των ΤΠΔ ο Οργανισμός διαβουλεύεται με τις ενώσεις και τους οργανισμούς εκπροσώπησης των χρηστών. Στο σχέδιο ΤΠΔ ο Οργανισμός επισυνάπτει έκθεση περί των αποτελεσμάτων των διαβουλεύσεων αυτών.

7.  Σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. …/… [κανονισμός για τον Οργανισμό] ο Οργανισμός καταρτίζει και επικαιροποιεί τακτικά κατάλογο των ενώσεων και οργανισμών χρηστών των οποίων πρέπει να ζητείται η γνώμη. Ο εν λόγω κατάλογος περιλαμβάνει απαραιτήτως αντιπροσωπευτικές ενώσεις και φορείς από όλα τα κράτη μέλη και είναι δυνατόν να επανεξετάζεται και να επικαιροποιείται κατόπιν αιτήσεως κράτους μέλους ή με πρωτοβουλία της Επιτροπής. [Τροπολογία 50]

8.  Κατά την κατάρτιση, τη θέσπιση και την αναθεώρηση των ΤΠΔ, λαμβάνεται υπόψη η γνώμη των αντιπροσωπευτικών κοινωνικών εταίρων σε όλα τα κράτη μέλη όσον αφορά τους όρους που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 4 στοιχείο ζ), καθώς και σε κάθε άλλη ΤΠΔ που επηρεάζει άμεσα ή έμμεσα το εμπλεκόμενο προσωπικό . Προς το σκοπό αυτό, ο Οργανισμός συμβουλεύεται τους κοινωνικούς εταίρους πριν υποβάλει στην Επιτροπή συστάσεις για ΤΠΔ και τις τροποποιήσεις τους. Η γνώμη των κοινωνικών εταίρων ζητείται στο πλαίσιο της επιτροπής κλαδικού διαλόγου που έχει συσταθεί δυνάμει της απόφασης 98/500/ΕΚ της Επιτροπής(14) . Οι κοινωνικοί εταίροι διατυπώνουν τη γνώμη τους εντός τριών μηνών. [Τροπολογία 51]

9.  Όταν η αναθεώρηση ΤΠΔ οδηγεί σε τροποποίηση των απαιτήσεων, η νέα έκδοση των ΤΠΔ πρέπει να εξασφαλίζει συμβατότητα με υποσυστήματα που έχουν ήδη τεθεί σε λειτουργία σύμφωνα με προηγούμενες εκδοχές των ΤΠΔ.

10.  Ανατίθεται στην Επιτροπή να εκδώσει κατ’εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 46 για ΤΠΔ και τις τροποποιήσεις τους.

Όταν το απαιτούν επιτακτικοί λόγοι, εξαιτίας αστοχιών σε ΤΠΔ σύμφωνα με το άρθρο 6, εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 47 για την έκδοση κατ’εξουσιοδότηση πράξεων σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Άρθρο 6

Ελλείψεις των ΤΠΔ

1.  Εάν μετά την έκδοση μιας ΤΠΔ, διαπιστωθεί ότι είναι ελλιπής, η εν λόγω ΤΠΔ τροποποιείται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 3.

2.  Αναμένοντας την αναθεώρηση της ΤΠΔ, η Επιτροπή δύναται να ζητήσει γνωμοδότηση του Οργανισμού. Η Επιτροπή αναλύει την γνωμοδότηση του Οργανισμού και ενημερώνει τα κράτη μέλη για τα συμπεράσματά της.

3.  Κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, οι γνωμοδοτήσεις του Οργανισμού που αναφέρονται στην παράγραφο 2 αποτελούν αποδεκτά μέσα συμμόρφωσης για κάλυψη των βασικών απαιτήσεων και μπορούν συνεπώς να χρησιμοποιηθούν για την αξιολόγηση έργων.

3α.  Οποιοδήποτε μέλος του δικτύου φορέων εκπροσώπησης μπορεί να ενεργεί ως αιτών προκειμένου να ζητεί μέσω της Επιτροπής γνωμοδοτήσεις σχετικά με ελλείψεις στο πλαίσιο των ΤΠΔ. Ο αιτών ενημερώνεται σχετικά με τη ληφθείσα απόφαση. Η Επιτροπή παρέχει δέουσα αιτιολόγηση σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος. [Τροπολογία 52]

Άρθρο 7

Μη εφαρμογή των ΤΠΔ

1.  Επιτρέπεται στα κράτη μέλη να μην εφαρμόζουν μια ή περισσότερες ΤΠΔ ή μέρη αυτών στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)  για προτεινόμενο νέο υποσύστημα ή μέρος αυτού για την ανακαίνιση ή την αναβάθμιση υφισταμένου υποσυστήματος ή μέρος αυτού ή για κάθε στοιχείο κατά το άρθρο 1 παράγραφος 1, το οποίο βρίσκεται σε προηγμένο στάδιο εξέλιξης ή αποτελεί αντικείμενο εκτελούμενης σύμβασης κατά την ημερομηνία εφαρμογής των εν λόγω ΤΠΔ·

β)  όταν, μετά από ατύχημα ή φυσική καταστροφή, οι προϋποθέσεις ταχείας αποκατάστασης του δικτύου δεν επιτρέπουν τεχνικώς ή οικονομικώς τη μερική ή ολική εφαρμογή των αντίστοιχων ΤΠΔ· στην περίπτωση αυτή, η μη εφαρμογή των ΤΠΔ είναι περιορισμένης χρονικής διάρκειας·

γ)  για οιαδήποτε προτεινόμενη ανανέωση, επέκταση ή αναβάθμιση υφιστάμενου υποσυστήματος ή μέρους αυτού, εφόσον η εφαρμογή των εν λόγω ΤΠΔ θα υποθήκευε έθετε σε σοβαρό κίνδυνο την οικονομική βιωσιμότητα του έργου. [Τροπολογία 53]

2.  Στην περίπτωση της παραγράφου 1 στοιχείο α), εντός ενός έτους από την έναρξη ισχύος κάθε ΤΠΔ, κάθε κράτος μέλος κοινοποιεί στην Επιτροπή κατάλογο έργων που υλοποιούνται στην επικράτειά του τα οποία ευρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο εξέλιξης.

3.  Σε όλες τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος υποβάλλει στην Επιτροπή το αίτημα μη εφαρμογής της ΤΠΔ, προσδιορίζοντας επίσης τις εναλλακτικές διατάξεις που σκοπεύει να εφαρμόσει το κράτος μέλος αντί των ΤΠΔ. Η Επιτροπή μέσω εκτελεστικών πράξεων καθορίζει το περιεχόμενο του φακέλου που συνοδεύει το αίτημα για τη μη εφαρμογή μιας ή περισσότερων ΤΠΔ ή μερών τους, τις λεπτομέρειες, το μορφότυπο και τις λεπτομέρειες διαβίβασης του εν λόγω φακέλου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 48 παράγραφος 3. Η Επιτροπή ελέγχει τον φάκελο, αναλύει τις εναλλακτικές διατάξεις που σκοπεύει να εφαρμόσει το κράτος μέλος αντί των ΤΠΔ, αποφασίζει αν θα δεχτεί ή όχι το αίτημα μη εφαρμογής της ΤΠΔ και ενημερώνει το κράτος μέλος για την απόφασή της.

4.  Εν αναμονή της απόφασης της Επιτροπής το κράτος μέλος μπορεί να εφαρμόσει χωρίς καθυστέρηση τις εναλλακτικές διατάξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3.

5.  Η Επιτροπή αποφασίζει εντός τετραμήνου από την υποβολή του αιτήματος συνοδευόμενου από τον πλήρη φάκελο. Ελλείψει τέτοιας απόφασης, θεωρείται ότι το αίτημα έχει εγκριθεί.

6.  Όλα τα κράτη μέλη ενημερώνονται για τα αποτελέσματα των αναλύσεων αυτών και για το αποτέλεσμα της διαδικασίας που προβλέπει η παράγραφος 3.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΔΙΑΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑΣ

Άρθρο 8

Διάθεση στοιχείων διαλειτουργικότητας στην αγορά

1.  Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε τα στοιχεία διαλειτουργικότητας:

α)  να διατίθενται στην αγορά μόνον εφόσον επιτρέπουν την επίτευξη της διαλειτουργικότητας του σιδηροδρομικού συστήματος, τηρουμένων των βασικών απαιτήσεων·

β)  να χρησιμοποιούνται στον τομέα χρήσης τους σύμφωνα με τον προορισμό τους βάσει του τομέα χρήσης που ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 27α και να εγκαθίστανται και να συντηρούνται δεόντως. [Τροπολογία 54]

Οι διατάξεις αυτές δεν αποτελούν κώλυμα για τη θέση στην αγορά αυτών των στοιχείων για άλλες εφαρμογές.

2.  Τα κράτη μέλη δεν μπορούν, στο έδαφός τους και επικαλούμενα την παρούσα οδηγία, να απαγορεύουν, να περιορίζουν ή να εμποδίζουν την τοποθέτηση στην αγορά στοιχείων διαλειτουργικότητας προοριζομένων να χρησιμοποιηθούν στο σιδηροδρομικό σύστημα, εφόσον αυτά πληρούν τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας. Ειδικότερα, δεν μπορούν να απαιτούν τη διενέργεια ελέγχων που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας για τη δήλωση «ΕΚ» συμμόρφωσης ή καταλληλότητας χρήσης.

Ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να απαγορεύει, να περιορίζει ή να εμποδίζει τη θέση σε λειτουργία στοιχείων διαλειτουργικότητας των οποίων ο τομέας χρήσης σύμφωνα με τον προορισμό τους έχει αναγνωρισθεί, εφόσον ο εν λόγω τομέας βρίσκεται στην επικράτειά του. [Τροπολογία 55]

Η Επιτροπή θεσπίζει, μέσω εκτελεστικών πράξεων, Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 46 σχετικά με το πεδίο εφαρμογής και το περιεχόμενο της δήλωσης ΕK συμμόρφωσης και καταλληλότητας χρήσης των στοιχείων διαλειτουργικότητας, το μορφότυπό της και τις λεπτομέρειες για τις πληροφορίες που περιλαμβάνει. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης η οποία αναφέρεται στο άρθρο 48 παράγραφος 3. [Τροπολογία 56]

2α.  Η Επιτροπή θεσπίζει, μέσω εκτελεστικών πράξεων, τον μορφότυπο και τις λεπτομέρειες των πληροφοριών που περιλαμβάνονται στη δήλωση ΕΚ σχετικά με τη συμμόρφωση και καταλληλότητα χρήσης των στοιχείων διαλειτουργικότητας. Αυτές οι εκτελεστικές πράξεις θεσπίζονται σύμφωνα με την διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 48 παράγραφος 3. [Τροπολογία 57]

Άρθρο 9

Πιστότητα ή καταλληλότητα χρήσης

1.  Τα κράτη μέλη και ο Οργανισμός θεωρούν ότι είναι διαλειτουργικά και ικανοποιούν τις βασικές απαιτήσεις τα στοιχεία διαλειτουργικότητας που καλύπτονται από δήλωση «ΕΚ» συμμόρφωσης ή καταλληλότητας χρήσης.

2.  Κάθε στοιχείο διαλειτουργικότητας υποβάλλεται στη διαδικασία αξιολόγησης της συμμόρφωσης και της καταλληλότητας χρήσης που εμφαίνεται στην αντίστοιχη ΤΠΔ και συνοδεύεται από τη σχετική δήλωση.

3.  Τα κράτη μέλη και ο Οργανισμός κρίνουν ότι κάποιο στοιχείο διαλειτουργικότητας πληροί τις βασικές απαιτήσεις εφόσον είναι σύμφωνο με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις αντίστοιχες ΤΠΔ ή τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές που έχουν συνταχθεί για τη συμμόρφωση προς τις εν λόγω προϋποθέσεις.

4.  Ανταλλακτικά υποσυστημάτων που έχουν ήδη τεθεί σε λειτουργία κατά την έναρξη ισχύος των αντίστοιχων ΤΠΔ επιτρέπεται να εγκαθίστανται στα υποσυστήματα αυτά χωρίς να χρειάζεται να υποβληθούν στη διαδικασία της παραγράφου 2.

5.  Οι ΤΠΔ ενδέχεται να προβλέπουν μεταβατική περίοδο για τα προϊόντα σιδηροδρόμων τα οποία οι ΤΠΔ προσδιορίζουν ως στοιχεία διαλειτουργικότητας και έχουν ήδη διατεθεί στην αγορά όταν αυτές αρχίζουν να ισχύουν. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 8 παράγραφος 1.

Άρθρο 10

Διαδικασία για τη δήλωση συμμόρφωσης ή καταλληλότητας χρήσης «ΕΚ»

1.  Για να συντάξει τη δήλωση «ΕΚ» συμμόρφωσης ή καταλληλότητας χρήσης ενός στοιχείου διαλειτουργικότητας, ο κατασκευαστής ή ο εγκατεστημένος στην Ένωση αντιπρόσωπός του εφαρμόζει τις διατάξεις που προβλέπονται από τις σχετικές ΤΠΔ.

2.  Όταν απαιτείται βάσει της αντίστοιχης ΤΠΔ, η αξιολόγηση της συμμόρφωσης ή της καταλληλότητας χρήσης στοιχείου διαλειτουργικότητας πραγματοποιείται από τον κοινοποιημένο οργανισμό αξιολόγησης της συμμόρφωσης στον οποίο έχει υποβάλει σχετική αίτηση ο κατασκευαστής ή ο εγκατεστημένος στην Ένωση αντιπρόσωπός του.

3.  Όταν τα στοιχεία διαλειτουργικότητας αποτελούν αντικείμενο άλλων οδηγιών της Ένωσης που αφορούν άλλες πτυχές, η δήλωση «ΕΚ» συμμόρφωσης ή καταλληλότητας χρήσης αναφέρει, στην περίπτωση αυτή, ότι τα στοιχεία διαλειτουργικότητας ανταποκρίνονται και στις απαιτήσεις αυτών των άλλων οδηγιών.

4.  Εάν ούτε ο κατασκευαστής ούτε ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπός του έχουν τηρήσει τις υποχρεώσεις των παραγράφων 1 και 3, οι υποχρεώσεις αυτές βαρύνουν κάθε άλλον που διαθέτει το στοιχείο διαλειτουργικότητας στην αγορά. Τις ίδιες υποχρεώσεις υπέχει και κάθε πρόσωπο που συναρμολογεί στοιχεία διαλειτουργικότητας ή μέρος αυτών, διαφόρων προελεύσεων, ή κατασκευάζει στοιχεία διαλειτουργικότητας για ιδία χρήση, σε ό,τι αφορά την παρούσα οδηγία.

5.  Προκειμένου να αποφευχθεί η διάθεση στην αγορά μη συμμορφούμενων στοιχείων διαλειτουργικότητας και με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 11:

α)  κάθε διαπίστωση κράτους μέλους ότι έχει εκδοθεί παρατύπως δήλωση «ΕΚ» συμμόρφωσης συνεπάγεται για τον κατασκευαστή ή αντιπρόσωπό του εγκατεστημένο στην Ένωση την υποχρέωση να αποκαθιστά εφόσον είναι αναγκαίο, τη συμμόρφωση του στοιχείου διαλειτουργικότητας και να μεριμνά για την παύση της παράβασης, υπό τους όρους που καθορίζει το συγκεκριμένο κράτος μέλος·

β)  αν η μη συμμόρφωση συνεχιστεί, το κράτος μέλος λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα για να περιορίσει ή να απαγορεύσει τη διάθεση του σχετικού στοιχείου διαλειτουργικότητας στην αγορά ή να εξασφαλίσει την απόσυρσή του από την αγορά σύμφωνα με τις διαδικασίες του άρθρου 11.

Άρθρο 11

Μη συμμόρφωση των στοιχείων διαλειτουργικότητας προς τις βασικές απαιτήσεις

1.  Εφόσον κράτος μέλος διαπιστώσει ότι ένα στοιχείο διαλειτουργικότητας, το οποίο συνοδεύεται από τη δήλωση «ΕΚ» συμμόρφωσης ή καταλληλότητας χρήσης, έχει διατεθεί στην αγορά και χρησιμοποιείται σύμφωνα με τον προορισμό του, ενδέχεται να μην ικανοποιεί τις βασικές απαιτήσεις, λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο για να περιορίσει το πεδίο εφαρμογής του ή να απαγορεύσει τη χρήση του ή να το αποσύρει ή να το αποσύρει από την αγορά. Το κράτος μέλος ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή και τα υπόλοιπα κράτη μέλη για τα μέτρα που λαμβάνει και αναφέρει τους λόγους της απόφασής του, διευκρινίζοντας, ιδίως, εάν η έλλειψη συμμόρφωσης προκύπτει από:

α)  μη τήρηση των βασικών απαιτήσεων·

β)  κακή εφαρμογή των ευρωπαϊκών προδιαγραφών, στην περίπτωση ισχυρισμού ότι εφαρμόζονται οι εν λόγω προδιαγραφές·

γ)  ανεπάρκεια των ευρωπαϊκών προδιαγραφών.

2.  Η Επιτροπή διαβουλεύεται Ο Οργανισμός αρχίζει, κατόπιν εντολής της Επιτροπής χωρίς καθυστέρηση και οπωσδήποτε εντός 20 ημερών τη διαδικασία διαβούλευσης με τα ενδιαφερόμενα μέρη, το συντομότερο δυνατόν. Εάν η Επιτροπή διαπιστώσει, Μετά τη διαβούλευση αυτή, ότι ο Οργανισμός διαπιστώνει εάν το μέτρο είναι δικαιολογημένο. , Ο Οργανισμός ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή, το κράτος μέλος το οποίο έλαβε την τη σχετική πρωτοβουλία. Εάν η Επιτροπή διαπιστώσει, μετά τη διαβούλευση αυτή, ότι το μέτρο είναι αδικαιολόγητο, ενημερώνει αμέσως το κράτος μέλος το οποίο έλαβε την πρωτοβουλία καθώς και τον κατασκευαστή ή τον εγκατεστημένο στην Ένωση αντιπρόσωπό του. [Τροπολογία 58]

3.  Όταν για στοιχείο διαλειτουργικότητας συνοδευόμενο από δήλωση «ΕΚ» συμμόρφωσης αποδειχθεί ότι η συμμόρφωση δεν υφίσταται, το αρμόδιο κράτος μέλος λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα έναντι οιουδήποτε εξέδωσε τη δήλωση και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη.

4.  Η Επιτροπή μεριμνά ώστε τα κράτη μέλη να τηρούνται ενήμερα σχετικά με την εξέλιξη και τα αποτελέσματα της διαδικασίας αυτής. [Τροπολογία 59]

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΥΠΟΣΥΣΤΗΜΑΤΑ

Άρθρο 12

Ελεύθερη κυκλοφορία υποσυστημάτων

Με την επιφύλαξη των διατάξεων του Κεφαλαίου V, δεν επιτρέπεται στα κράτη μέλη, στην επικράτειά τους και για λόγους που αφορούν την παρούσα οδηγία, να απαγορεύουν, να περιορίζουν ή να παρακωλύουν την κατασκευή, τη θέση σε λειτουργία και την λειτουργία δομικών υποσυστημάτων του σιδηροδρομικού συστήματος τα οποία πληρούν τις βασικές απαιτήσεις. Ειδικότερα, δεν μπορούν να απαιτούν τη διενέργεια επαληθεύσεων που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί:

α)  είτε στο πλαίσιο της διαδικασίας για την έκδοση της δήλωσης «ΕΚ» επαλήθευσης,

β)  ή σε άλλα κράτη μέλη, πριν ή μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, προκειμένου να επαληθεύσουν τη συμμόρφωση προς τις ίδιες απαιτήσεις σε ίδιες συνθήκες λειτουργίας.

Άρθρο 13

Συμμόρφωση προς τις ΤΠΔ και τους εθνικούς κανόνες

1.  Τα κράτη μέλη και ο Οργανισμός θεωρούν διαλειτουργικά και σύμφωνα προς τις σχετικές βασικές απαιτήσεις τα δομικά υποσυστήματα του σιδηροδρομικού συστήματος τα οποία συνοδεύονται, κατά περίπτωση, από τη δήλωση «ΕΚ» επαλήθευσης, που έχει εκδοθεί βάσει των ΤΠΔ σύμφωνα με το άρθρο 15 ή από δήλωση επαλήθευσης που έχει εκδοθεί βάσει των κοινοποιημένων εθνικών κανόνων σύμφωνα με το άρθρο 15α, ή βάσει και των δύο . [Τροπολογία 60]

2.  Τηρουμένων των βασικών απαιτήσεων, η επαλήθευση της διαλειτουργικότητας ενός δομικού υποσυστήματος του σιδηροδρομικού συστήματος γίνεται κατ' αναφορά προς τις ΤΠΔ, και τους εθνικούς κανόνες που έχουν κοινοποιηθεί σύμφωνα με την παράγραφο 3. [Τροπολογία 61]

2α.  Η απόφαση για τη χορήγηση έγκρισης βασίζεται σε εκείνες τις ΤΠΔ και τους κοινοποιηθέντες εθνικούς κανόνες που ίσχυαν κατά τη χρονική στιγμή υποβολής της αίτησης. [Τροπολογία 62]

3.  Τα κράτη μέλη καταρτίζουν, για κάθε υποσύστημα, κατάλογο των εθνικών κανόνων που χρησιμοποιούνται για την εφαρμογή των βασικών απαιτήσεων και/ή των αποδεκτών εθνικών μέσων συμμόρφωσης στις εξής περιπτώσεις: [Τροπολογία 63]

α)  όταν οι ΤΠΔ δεν καλύπτουν πλήρως ορισμένες πτυχές που αντιστοιχούν σε βασικές απαιτήσεις (ανοικτά σημεία)·

β)  όταν έχει κοινοποιηθεί μη εφαρμογή μιας ή περισσότερων ΤΠΔ ή μερών τους δυνάμει του άρθρου 7·

γ)  όταν λόγω ειδικής περιπτώσεως απαιτείται η εφαρμογή τεχνικών κανόνων που δεν περιέχονται στην οικεία ΤΠΔ·

δ)  όταν χρησιμοποιούνται εθνικοί κανόνες για την περιγραφή υφιστάμενων συστημάτων·

δα)  όταν τα δίκτυα και τα οχήματα δεν καλύπτονται από τις ΤΠΔ· [Τροπολογία 64]

δβ)  για ειδικούς λόγους ασφάλειας σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, υπό την προϋπόθεση ότι οι λόγοι αυτοί έχουν τεκμηριωθεί και με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων του Οργανισμού. [Τροπολογία 65]

4.  Τα κράτη μέλη ορίζουν τους οργανισμούς που είναι αρμόδιοι να εκδίδουν, στην περίπτωση αυτών των τεχνικών κανόνων, την δήλωση ΕK επαλήθευσης κατά το άρθρο 15.

Άρθρο 14

Εθνικοί κανόνες

1.  Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή και στον Οργανισμό τον κατάλογο των χρησιμοποιουμένων εθνικών κανόνων που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφο 3 στις ακόλουθες περιπτώσεις : [Τροπολογία 66]

α)  κάθε φορά που τροποποιείται ο κατάλογος των κανόνων· ή [Τροπολογία 67]

β)  μετά την υποβολή αιτήματος όταν υποβάλλεται αίτημα  μη εφαρμογής της ΤΠΔ σύμφωνα με το άρθρο 7· [Τροπολογία 68]

γ)  μετά τη δημοσίευση της οικείας ΤΠΔ ή την αναθεώρησή της, με στόχο την άρση των εθνικών κανόνων που έχουν καταστεί περιττοί λόγω κάλυψης ανοικτών σημείων στις ΤΠΔ·

γα)  όταν ο εθνικός κανόνας/οι εθνικοί κανόνες δεν έχει/έχουν κοινοποιηθεί έως την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας. [Τροπολογία 69]

1α.  Έναν μήνα μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή όλους τους υφιστάμενους εθνικούς κανόνες που δεν είχαν κοινοποιηθεί έως την εν λόγω ημερομηνία. [Τροπολογία 70]

2.  Τα κράτη μέλη κοινοποιούν το πλήρες κείμενο των υφιστάμενων εθνικών κανόνων στον Οργανισμό και την Επιτροπή χρησιμοποιώντας τα κατάλληλα εργαλεία πληροφορικής σύμφωνα με το άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. …/… [κανονισμός για τον Οργανισμό]. [Τροπολογία 71]

3.  Τα κράτη μέλη δύνανται να καθορίζουν νέους εθνικούς κανόνες μόνο στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)  όταν μια ΤΠΔ δεν καλύπτει πλήρως τις βασικές απαιτήσεις·

β)  ως επείγον προληπτικό μέτρο, ιδίως μετά από ατύχημα.

4.  Εάν κράτος μέλος σκοπεύει να προχωρήσει στην εισαγωγή νέου εθνικού κανόνα, κοινοποιεί υποβάλλει το σχέδιο προς εξέταση στον Οργανισμό και στην Επιτροπή, τουλάχιστον τρεις μήνες πριν από την προγραμματισμένη θέση σε ισχύ του προτεινόμενου νέου κανόνα, αναφέροντας τον λόγο της εισαγωγής του, σύμφωνα με το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. .../... [κανονισμός για τον Οργανισμό], χρησιμοποιώντας τα κατάλληλα εργαλεία πληροφορικής σύμφωνα με το άρθρο 23 του εν λόγω κανονισμού. [Τροπολογία 72]

4α.  Κατά την κοινοποίηση κάποιου υφιστάμενου ή νέου κανόνα, τα κράτη μέλη αποδεικνύουν ότι ο εν λόγω κανόνας είναι αναγκαίος για την εκπλήρωση κάποιας απαίτησης που δεν καλύπτεται ήδη από τη συναφή ΤΠΔ. Τα κράτη μέλη δεν επιτρέπεται να κοινοποιούν εθνικούς κανόνες χωρίς να αιτιολογούν την αναγκαιότητά τους.

Ο Οργανισμός διαθέτει διάστημα δύο μηνών ώστε να εξετάσει το σχέδιο κανόνα και να διατυπώσει σύσταση προς την Επιτροπή. Η Επιτροπή εκδίδει θετική ή αρνητική απόφαση σχετικά με το σχέδιο κανόνα. Αποκλειστικά και μόνο σε περίπτωση προληπτικών μέτρων έκτακτης ανάγκης, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν και να εφαρμόζουν αμέσως νέο κανόνα, ο οποίος έχει ισχύ δύο μηνών. Όταν ο εν λόγω κανόνας αφορά περισσότερα κράτη μέλη, η Επιτροπή, σε συνεργασία με τον Οργανισμό και τις εθνικές αρχές ασφάλειας, προβαίνει στην εναρμόνιση του κανόνα σε επίπεδο Ένωσης. [Τροπολογία 73]

5.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εθνικοί κανόνες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που καλύπτουν τις διεπαφές μεταξύ οχημάτων και δικτύου, διατίθενται δωρεάν και σε γλώσσα ευνόητη από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη.

6.  Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να μην κοινοποιήσουν κανόνες και περιορισμούς αυστηρά τοπικού χαρακτήρα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα κράτη μέλη μνημονεύουν τους εν λόγω κανόνες και περιορισμούς στα μητρώα υποδομής του άρθρου 45.

7.  Οι εθνικοί κανόνες που κοινοποιούνται βάσει του παρόντος άρθρου δεν υπόκεινται στη διαδικασία κοινοποίησης βάσει της οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(15) .

8.  Η Επιτροπή θεσπίζει, μέσω εκτελεστικών πράξεων, την ταξινόμηση των κοινοποιημένων εθνικών κανόνων σε διάφορες ομάδες με στόχο τη διαποδοχή τους σε διαφορετικά κράτη μέλη και προκειμένου να διευκολύνονται οι έλεγχοι συμβατότητας μεταξύ σταθερού και κινητού εξοπλισμού: Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις θεσπίζονται σύμφωνα με την διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 48 παράγραφος 3. Ο Οργανισμός ταξινομεί, σύμφωνα με τις εν λόγω εκτελεστικές πράξεις, τους εθνικούς κανόνες που κοινοποιούνται σύμφωνα με το παρόν άρθρο και δημοσιοποιεί το αντίστοιχο μητρώο. Στο μητρώο περιλαμβάνονται επίσης τυχόν αποδεκτά εθνικά μέσα συμμόρφωσης. [Τροπολογία 74]

Ο Οργανισμός ταξινομεί σύμφωνα με τις εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο τους εθνικούς κανόνες που έχουν κοινοποιηθεί σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

9.  Τα σχέδια εθνικών κανόνων και οι ισχύοντες εθνικοί κανόνες αποτελούν αντικείμενο εξέτασης από τον Οργανισμό σύμφωνα με τις διαδικασίες που καθορίζονται στα άρθρα 21 και 22 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. …/… [κανονισμός για τον Οργανισμό].

Άρθρο 15

Διαδικασία για τη σύνταξη της δήλωσης «ΕΚ» επαλήθευσης

1.  Για τη σύνταξη της δήλωσης «ΕΚ» επαλήθευσης, ο αιτών ζητά από τον κοινοποιημένο οργανισμό αξιολόγησης της συμμόρφωσης που έχει επιλέξει για το σκοπό αυτό να κινήσει τη διαδικασία «ΕΚ» επαλήθευσης. Ο αιτών μπορεί να είναι ο αναθέτων φορέας ή ο κατασκευαστής ή αντιπρόσωπός του στην Ένωση.

2.  Η αποστολή του κοινοποιημένου οργανισμού αξιολόγησης της συμμόρφωσης, ο οποίος είναι επιφορτισμένος με τον έλεγχο «ΕΚ» ενός υποσυστήματος, αρχίζει από το στάδιο του σχεδίου και καλύπτει ολόκληρη την περίοδο της κατασκευής μέχρι το στάδιο της παραλαβής πριν τεθεί σε λειτουργία το υποσύστημα. Δύναται να Καλύπτει επίσης την επαλήθευση των διεπαφών του υποσυστήματος αυτού με το σύστημα στο οποίο ενσωματώνεται, βάσει των πληροφοριών που περιέχονται στη σχετική ΤΠΔ και στα μητρώα των άρθρων 44 και 45. [Τροπολογία 75]

3.  Ο κοινοποιημένος οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης είναι υπεύθυνος για την κατάρτιση του τεχνικού φακέλου που πρέπει να συνοδεύει τη δήλωση επαλήθευσης «ΕΚ». Ο τεχνικός φάκελος περιέχει όλα τα αναγκαία έγγραφα τα σχετικά με τα χαρακτηριστικά του υποσυστήματος, καθώς και, κατά περίπτωση, όλα τα δικαιολογητικά από τα οποία προκύπτει η πιστότητα των στοιχείων διαλειτουργικότητας. Επίσης περιέχει όλα τα στοιχεία που αφορούν τις προϋποθέσεις και τα όρια χρήσης, τις οδηγίες τρέχουσας εξυπηρέτησης, συνεχούς ή περιοδικής επιτήρησης, ρύθμισης και συντήρησης.

4.  Κάθε τροποποίηση του τεχνικού φακέλου που αναφέρεται στην παράγραφο 3 που έχει επιπτώσεις στους διενεργούμενους ελέγχους αναβάθμιση συνεπάγεται την ανάγκη έκδοσης νέας δήλωσης «ΕΚ» ελέγχου επαλήθευσης «ΕΚ» . [Τροπολογία 76]

5.  Ο κοινοποιημένος οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης μπορεί να εκδίδει προσωρινές δηλώσεις επαλήθευσης για την κάλυψη ορισμένων σταδίων της διαδικασίας ελέγχου ή ορισμένων μερών του υποσυστήματος. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζται οι διαδικασίες ελέγχου που θεσπίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 7 στοιχείο α).

6.  Εάν το επιτρέπουν οι αντίστοιχες ΤΠΔ, ο κοινοποιημένος οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης μπορεί να εκδίδει πιστοποιητικά συμμόρφωσης για σειρά υποσυστημάτων ή για ορισμένα μέρη των υποσυστημάτων αυτών.

7.  Η Επιτροπή, μέσω εκτελεστικών πράξεων, καθορίζει:

α)  τις διαδικασίες επαλήθευσης για τα υποσυστήματα, συμπεριλαμβανομένων των γενικών αρχών, του περιεχομένου, της διαδικασίας και των εγγράφων που σχετίζονται με τη διαδικασία ελέγχου «ΕΚ» και τη διαδικασία ελέγχου σε περίπτωση εθνικών κανόνων·

β)  τα υποδείγματα για την δήλωση ελέγχου «ΕΚ» και τη δήλωση ελέγχου σε περίπτωση εθνικών κανόνων και τα υποδείγματα για έγγραφα του τεχνικού φακέλου που οφείλει να συνοδεύει τη δήλωση ελέγχου·

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης η οποία αναφέρεται στο άρθρο 48 παράγραφος 3. [Τροπολογία 78]

7α.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 46 προκειμένου να καθορίζει τις διαδικασίες επαλήθευσης για τα υποσυστήματα, συμπεριλαμβανομένων των γενικών αρχών, του περιεχομένου, της διαδικασίας και των εγγράφων που σχετίζονται με τη διαδικασία επαλήθευσης «ΕΚ» και τη διαδικασία επαλήθευσης όταν πρόκειται για εθνικούς κανόνες. [Τροπολογία 79]

7β.  Η Επιτροπή καταρτίζει, μέσω εκτελεστικών πράξεων τα υποδείγματα για τη δήλωση επαλήθευσης «ΕΚ» και τη δήλωση επαλήθευσης όταν πρόκειται για εθνικούς κανόνες, καθώς και τα υποδείγματα για έγγραφα του τεχνικού φακέλου που οφείλει να συνοδεύει τη δήλωση επαλήθευσης·

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης η οποία αναφέρεται στο άρθρο 48 παράγραφος 3. [Τροπολογία 80]

Άρθρο 15α

Διαδικασία για την κατάρτιση της δήλωσης επαλήθευσης όταν πρόκειται για εθνικούς κανόνες

Οι διαδικασίες για την κατάρτιση της δήλωσης επαλήθευσης «ΕΚ» που ορίζονται στο άρθρο 15 εφαρμόζονται επίσης, κατά περίπτωση, για την κατάρτιση δήλωσης επαλήθευσης όταν πρόκειται για εθνικούς κανόνες.

Τα κράτη μέλη ορίζουν τους φορείς που θα είναι αρμόδιοι για την εφαρμογή της διαδικασίας επαλήθευσης όταν πρόκειται για εθνικούς κανόνες, σύμφωνα με το Κεφάλαιο VI. [Τροπολογία 77]

Άρθρο 16

Μη συμμόρφωση των υποσυστημάτων προς τις βασικές απαιτήσεις

1.  Όταν κράτος μέλος διαπιστώσει ότι διαρθρωτικό υποσύστημα, συνοδευόμενο από δήλωση επαλήθευσης «ΕΚ» μαζί με τον τεχνικό φάκελο, δεν πληροί εξ ολοκλήρου τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας και, ιδίως, τις βασικές απαιτήσεις, μπορεί να ζητεί τη διενέργεια συμπληρωματικών ελέγχων.

2.  Το κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή σχετικά με τις συμπληρωματικές επαληθεύσεις που ζήτησε, αναφέροντας τους λόγους που τις δικαιολογούν. Η Επιτροπή αρχίζει διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη.

3.  Το κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα αναφέρει αν η αδυναμία πλήρους συμμόρφωσης προς την παρούσα οδηγία οφείλεται:

α)  σε μη τήρηση βασικών απαιτήσεων ή μιας ΤΠΔ, ή σε ελλιπή εφαρμογή ΤΠΔ. Στην περίπτωση αυτή η Επιτροπή ενημερώνει αμέσως το κράτος μέλος στο οποίο εδρεύει εκείνος ο οποίος εξέδωσε αντικανονικά τη δήλωση επαλήθευσης «ΕΚ» και ζητεί από το εν λόγω κράτος μέλος να λάβει τα ενδεδειγμένα μέτρα·

β)  σε ανεπάρκεια κάποιας ΤΠΔ. Στην περίπτωση αυτή ισχύει η διαδικασία τροποποίησης της ΤΠΔ, κατά το άρθρο 6.

Άρθρο 17

Τεκμήριο συμμόρφωσης

Τα στοιχεία διαλειτουργικότητας και τα υποσυστήματα που είναι σύμφωνα με τα εναρμονισμένα πρότυπα ή προς μέρη αυτών, τα στοιχεία των οποίων έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης , τεκμαίρεται ότι είναι σύμφωνα με τις βασικές απαιτήσεις των εν λόγω προτύπων ή μερών τους, όπως προβλέπονται στο παράρτημα ΙΙΙ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΔΙΑΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΚΑΙ ΘΕΣΗ ΣΕ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Άρθρο 18

Θέση σταθερών εγκαταστάσεων σε λειτουργία

1.  Τα υποσυστήματα παρατρόχιου ελέγχου-χειρισμού και σηματοδότησης, ενέργειας και υποδομής μπορούν να τίθενται σε λειτουργία μόνον εάν έχουν σχεδιαστεί, κατασκευαστεί και εγκατασταθεί κατά τρόπο που να πληρούν τις βασικές απαιτήσεις του παραρτήματος ΙΙΙ, και έχει ληφθεί η σχετική έγκριση σύμφωνα με την παράγραφο 2.

2.  Κάθε εθνική αρχή ασφάλειας εγκρίνει την θέση σε λειτουργία των υποσυστημάτων ενέργειας και υποδομής και υποσυστημάτων παρατρόχιου ελέγχου-χειρισμού και σηματοδότησης, διαφορετικών από το Ευρωπαϊκό Σύστημα Διαχείρισης της Σιδηροδρομικής Κυκλοφορίας (ERTMS), που βρίσκονται ή λειτουργούν στο έδαφος που ανήκει στην δικαιοδοσία του αντίστοιχου κράτους μέλους. Οι εθνικές αρχές ασφάλειας λαμβάνουν υπόψη τους τη γνώμη του Οργανισμού όταν πρόκειται για διαδρόμους των ΔΕΔ-Μ ή διασυνοριακά τμήματα.

Ο Οργανισμός εγκρίνει διασυνοριακές υποδομές με έναν μόνο διαχειριστή υποδομής. [Τροπολογία 81]

Ο Οργανισμός εκδίδει αποφάσεις με τις οποίες εγκρίνεται η θέση σε λειτουργία των υποσυστημάτων παρατρόχιου ελέγχου-χειρισμού και σηματοδότησης που βρίσκονται ή λειτουργούν σε ολόκληρη την εγκρίνει το ERTMS σε στενή συνεργασία με τις εθνικές αρχές ασφάλειας. Πριν από την έγκριση του ERTMS από τον οργανισμό είναι αρμόδια η εθνική αρχή ασφάλειας για τη λειτουργική συμβατότητα με τα εθνικά δίκτυα. Ο Οργανισμός εξασφαλίζει την ενιαία εφαρμογή του ERTMS στην Ένωση. [Τροπολογία 82]

Στην περίπτωση του ERTMS, ο Οργανισμός διαβουλεύεται με την ενδιαφερόμενη εθνική αρχή ασφάλειας εντός ενός μηνός από την παραλαβή της λήρους αίτησης έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η συνεκτική ανάπτυξη του ERTMS στην Ένωση. Η εθνική αρχή ασφάλειας εκδίδει γνωμοδότηση προς τον Οργανισμό όσον αφορά την τεχνική και λειτουργική συμβατότητα του υποσυστήματος με τα οχήματα που προορίζονται να κυκλοφορούν στο σχετικό τμήμα του δικτύου εντός δύο μηνών. Ο Οργανισμός λαμβάνει υπόψη αυτή τη γνωμοδότηση, κατά το δυνατόν, πριν από την έκδοση της έγκρισης και, σε περίπτωση διαφωνίας, ενημερώνει την εθνική αρχή ασφάλειας αναφέροντας τους σχετικούς λόγους. Το παρόν άρθρο δεν θίγει τις υποχρεώσεις του Οργανισμού ως αρχής συστήματος, βάσει του κεφαλαίου VI του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. …/… [κανονισμός για τον Οργανισμό].

Όταν ο Οργανισμός διαφωνεί με κάποια αρνητική αξιολόγηση που έχει διενεργηθεί από εθνική αρχή ασφάλειας, ενημερώνει σχετικά την εν λόγω αρχή αιτιολογώντας τη διαφωνία του. Ο Οργανισμός και η εθνική αρχή ή οι εθνική αρχή ασφάλειας συνεργάζονται με σκοπό τη διενέργεια αμοιβαίως αποδεκτής αξιολόγησης. Εφόσον είναι αναγκαίο, σύμφωνα με απόφαση του Οργανισμού και της εθνικής αρχής ασφάλειας, συμμετέχει στη διαδικασία και ο αιτών. Εάν δεν υπάρξει συμφωνία για τη διενέργεια αμοιβαίως αποδεκτής αξιολόγησης εντός ενός μηνός από την ημερομηνία κατά την οποία ο Οργανισμός γνωστοποιεί τη διαφωνία του στην εθνική αρχή ασφάλειας, ο Οργανισμός λαμβάνει την τελική του απόφαση, εκτός εάν η εθνική αρχή έχει παραπέμψει το ζήτημα για διαιτησία στο συμβούλιο προσφυγών το οποίο έχει συσταθεί βάσει του άρθρου 51 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. …/… [κανονισμός για τον Οργανισμό]. Η Επιτροπή Προσφυγών αποφασίζει αν θα επιβεβαιώσει το σχέδιο απόφασης του Οργανισμού εντός μηνός από την υποβολή του αιτήματος της εθνικής αρχής ασφάλειας.

Οποιαδήποτε απόφαση απόρριψης του αιτήματος σχετικά με την έγκριση της θέσης σταθερών εγκαταστάσεων σε λειτουργία τεκμηριώνεται δεόντως από τον Οργανισμό. Ο αιτών μπορεί, εντός ενός μηνός από την παραλαβή της απορριπτικής απόφασης, να υποβάλει στον Οργανισμό αίτημα αναθεώρησης της απόφασής του. Το αίτημα αυτό συνοδεύεται από αιτιολόγηση. Ο Οργανισμός διαθέτει προθεσμία δύο μηνών από την ημερομηνία παραλαβής του αιτήματος αναθεώρησης για την επιβεβαίωση ή την ανάκληση της απόφασής του. Εάν επιβεβαιωθεί η απορριπτική απόφαση του Οργανισμού, ο αιτών δύναται να προσφύγει στο συμβούλιο προσφυγών που έχει συσταθεί βάσει του άρθρου 51 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. …/… (κανονισμός για τον Οργανισμό). [Τροπολογία 83]

Ο Οργανισμός και οι εθνικές αρχές ασφάλειας παρέχουν λεπτομερή καθοδήγηση για τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται οι εγκρίσεις που αναφέρονται στο πρώτο και το δεύτερο εδάφιο. Στους αιτούντες παρέχεται δωρεάν έγγραφο που περιγράφει και επεξηγεί τις απαιτήσεις για τις εν λόγω εγκρίσεις και απαριθμεί τα απαιτούμενα έγγραφα. Ο Οργανισμός και οι εθνικές αρχές ασφάλειας συνεργάζονται όσον αφορά την διάδοση των εν λόγω πληροφοριών.

3.  Προκειμένου να εγκρίνει την θέση σε λειτουργία των υποσυστημάτων της παραγράφου 1, η εθνική αρχή ασφάλειας ή ο Οργανισμός, ανάλογα της περίπτωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 2, συγκεντρώνει αποδείξεις σχετικά με:

α)  τη δήλωση ΕK ελέγχου·

β)  την τεχνική συμβατότητα των εν λόγω υποσυστημάτων με το σύστημα στο οποίο ενσωματώνονται, η οποία αποδεικνύεται βάσει των σχετικών ΤΠΔ, εθνικών κανόνων και μητρώων·

γ)  την ασφαλή ενσωμάτωση των εν λόγω υποσυστημάτων, τα οποία στηρίζονται στις σχετικές ΤΠΔ, τους εθνικούς κανόνες, μητρώα και τις κοινές μεθόδους ασφαλείας που καθορίζονται στο άρθρο 6 της οδηγίας …/…/ΕΕ [οδηγία για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων]·

γα)  τη δήλωση επαλήθευσης όταν πρόκειται για εθνικούς κανόνες. [Τροπολογία 84]

Εντός ενός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος του αιτούντα, ο Οργανισμός ή η εθνική αρχή ασφάλειας, ανάλογα με την εκάστοτε αρμόδια αρχή, ενημερώνει τον αιτούντα ότι ο φάκελος είναι πλήρης ή ζητεί σχετικές συμπληρωματικές πληροφορίες, ορίζοντας εύλογη προθεσμία για τη προσκόμισή τους. [Τροπολογία 85]

4.  Σε περίπτωση ανανέωσης ή αναβάθμισης υφιστάμενων υποσυστημάτων, ο αιτών υποβάλλει φάκελο περιγραφής του έργου στην εθνική αρχή ασφάλειας (για τα υποσυστήματα ενέργειας και υποδομής και παρατρόχιου ελέγχου-χειρισμού και σηματοδότησης διαφορετικά από το ERTMS ) ή στον Οργανισμό (για τα υποσυστήματα παρατρόχιου ελέγχου-χειρισμού και σηματοδότησης το ERTMS και διασυνοριακές υποδομές με έναν μόνο διαχειριστή υποδομής ), φάκελο περιγραφής του έργου . Η εθνική αρχή ασφάλειας ή ο Οργανισμός εξετάζουν τον εν λόγω φάκελο και αποφασίζουν, βάσει των κριτηρίων της παραγράφου 5, εάν απαιτείται νέα έγκριση θέσης σε λειτουργία. Η εθνική αρχή ασφάλειας και ο Οργανισμός λαμβάνουν τις αποφάσεις τους εντός προκαθορισμένου εύλογου χρόνου, και σε κάθε περίπτωση εντός τετραμήνου τριμήνου από την παραλαβή όλων των σχετικών πληροφοριών. [Τροπολογία 86]

5.  Σε περίπτωση ανανέωσης ή αναβάθμισης υφιστάμενων υποσυστημάτων, απαιτείται νέα δήλωση «ΕΚ» ελέγχου σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 15 παράγραφος 4. Επιπλέον, νέα έγκριση θέσης σε λειτουργία απαιτείται όταν:

α)  το συνολικό επίπεδο ασφαλείας του σχετικού υποσυστήματος ενδέχεται να επηρεαστεί αρνητικά από τις προβλεπόμενες εργασίες· ή

β)  απαιτείται από τις σχετικές ΤΠΔ· ή

γ)  απαιτείται από τα εθνικά σχέδια εφαρμογής που έχουν θεσπίσει τα κράτη μέλη.

Άρθρο 19

Διάθεση κινητών υποσυστημάτων στην αγορά

1.  Το υποσύστημα τροχαίο υλικό και το εποχούμενο υποσύστημα ελέγχου-χειρισμού και σηματοδότησης Τα κινητά υποσυστήματα διατίθενται στην αγορά από τον αιτούντα μόνον εάν έχουν σχεδιαστεί, κατασκευαστεί και εγκατασταθεί κατά τρόπο που να πληρούν τις βασικές απαιτήσεις του παραρτήματος ΙΙΙ. [Τροπολογία 87]

2.  Συγκεκριμένα, ο αιτών διασφαλίζει την υποβολή της δήλωσης ΕK ελέγχου.

3.  Σε περίπτωση ανανέωσης ή αναβάθμισης υφιστάμενων υποσυστημάτων, απαιτείται νέα δήλωση «ΕΚ» ελέγχου σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 15 παράγραφος 4.

Άρθρο 20

Έγκριση οχήματος για διάθεση στην αγορά

1.  Τα οχήματα διατίθενται στην αγορά μόνο αφού λάβουν έγκριση οχήματος για την διάθεση στην αγορά που εκδίδεται από τον Οργανισμό σύμφωνα με την παράγραφο 5 το άρθρο αυτό . [Τροπολογία 88]

Το έγκριση οχήματος πρέπει να αναφέρει:

α)  τον τομέα χρήσης·

β)  τις τιμές των παραμέτρων των ΤΠΔ και, κατά περίπτωση, των εθνικών κανόνων που ενδείκνυνται για τον έλεγχο της τεχνικής συμβατότητας μεταξύ του οχήματος και του τομέα χρήσης·

γ)  τη συμμόρφωση του οχήματος με τις σχετικές ΤΠΔ και σύνολα εθνικών κανόνων, σε σχέση με τις παραμέτρους που ορίζονται στο στοιχείο β)·

δ)  τους όρους για τη χρήση του οχήματος και άλλους περιορισμούς. [Τροπολογία 89]

2.  Ο Οργανισμός εκδίδει αποφάσεις χορήγησης έγκρισης οχήματος για την διάθεση στην αγορά. Οι εν λόγω εγκρίσεις πιστοποιούν τις τιμές των παραμέτρων που σχετίζονται με τον έλεγχο της τεχνικής συμβατότητας μεταξύ οχήματος και των σταθερών εγκαταστάσεων όπως προβλέπονται στις ΤΠΔ. Η έγκριση οχήματος για την διάθεση στην αγορά παρέχει επίσης πληροφορίες σχετικά με τη συμμόρφωση εκδίδεται βάσει φακέλου του οχήματος με τις σχετικές ΤΠΔ και σύνολα εθνικών κανόνων, σε σχέση με τις εν λόγω παραμέτρους ή του τύπου της αίτησης και περιλαμβάνει έγγραφα στοιχεία για τα εξής:

–  όσον αφορά τα κινητά υποσυστήματα που αποτελούν το όχημα:

α)  την κατάλληλη δήλωση επαλήθευσης σύμφωνα με το άρθρο 19·

β)  την τεχνική συμβατότητα εντός του οχήματος·

γ)  την ασφαλή ενσωμάτωση εντός του οχήματος·

–  όσον αφορά το όχημα:

την τεχνική συμβατότητα του οχήματος με τα δίκτυα στον τομέα χρήσης του. [Τροπολογία 90]

Η τεχνική συμβατότητα αποδεικνύεται βάσει των σχετικών ΤΠΔ και, κατά περίπτωση βάσει των εθνικών κανόνων και μητρώων. Όταν απαιτούνται δοκιμές για τη λήψη αποδεικτικών στοιχείων της τεχνικής συμβατότητας οι συμμετέχουσες εθνικές αρχές ασφάλειας μπορούν να εκδίδουν προσωρινές εγκρίσεις ώστε ο αιτών να χρησιμοποιεί το όχημα για τις πρακτικές επαληθεύσεις στο δίκτυο. Ο διαχειριστής υποδομής, σε συνεννόηση με τον αιτούντα, καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να εξασφαλίσει τη διενέργεια των ενδεχόμενων δοκιμών εντός ενός μηνός από την παραλαβή της αίτησης. Εφόσον ενδείκνυται, η εθνική αρχή ασφάλειας λαμβάνει μέτρα για τη διενέργεια των δοκιμών.

Η ασφαλής ενσωμάτωση των υποσυστημάτων εντός του οχήματος, βασίζεται στις συναφείς ΤΠΔ, τις κοινές μεθόδους ασφάλειας που ορίζονται στο άρθρο 6 της οδηγίας …/…/ΕΕ [οδηγία για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων], και, κατά περίπτωση, στους εθνικούς κανόνες. [Τροπολογία 91]

3.  Η Ο Οργανισμός χορηγεί έγκριση οχήματος για την διάθεση στην αγορά δύναται να αναφέρει όρους για τη χρήση του οχήματος και άλλους περιορισμούς μετά από την αξιολόγηση των στοιχείων του φακέλου που αναφέρονται στην παράγραφο 2 εντός προκαθορισμένου εύλογου χρόνου, και σε κάθε περίπτωση εντός τετραμήνου από την παραλαβή όλων των σχετικών πληροφοριών του αιτούντος. Εντός προθεσμίας ενός μηνός, ο Οργανισμός κοινοποιεί στον αιτούντα εάν ο φάκελος είναι πλήρης ή όχι. Κάθε ενδεχόμενη αρνητική απόφαση που λαμβάνεται από τον Οργανισμό τεκμηριώνεται δεόντως .

Οι εγκρίσεις αναγνωρίζονται σε όλα τα κράτη μέλη.

Ο Οργανισμός αναλαμβάνει την πλήρη ευθύνη για τις εγκρίσεις τις οποίες εκδίδει. [Τροπολογία 92]

3α.  Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 50α, ο αιτών δύναται να επιλέγει να υποβάλλει την αίτησή του για έγκριση οχήματος είτε στον Οργανισμό είτε στην σχετική εθνική αρχή ασφάλειας. [Τροπολογία 94]

4.  Η έγκριση οχήματος για την διάθεση στην αγορά εκδίδεται βάσει φακέλου του οχήματος ή του τύπου του οχήματος που υποβάλλει ο αιτών και περιλαμβάνει έγγραφα στοιχεία για τα εξής:

α)  τη διάθεση στην αγορά των κινητών υποσυστημάτων που αποτελούν το όχημα σύμφωνα με το άρθρο 19·

β)  την τεχνική συμβατότητα των υποσυστημάτων του στοιχείου α) εντός του οχήματος, η οποία αποδεικνύεται βάσει των σχετικών ΤΠΔ, εθνικών κανόνων και μητρώων·

γ)  την ασφαλή ενσωμάτωση εντός του οχήματος των υποσυστημάτων του στοιχείου α), τα οποία στηρίζονται στις σχετικές ΤΠΔ, τους εθνικούς κανόνες, μητρώα και τις κοινές μεθόδους ασφαλείας που καθορίζονται στο άρθρο 6 της οδηγίας …/… [για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων εντός της Ένωσης]. [Τροπολογία 93]

5.  Κάθε απορριπτική απόφαση της έγκρισης οχήματος τεκμηριώνεται δεόντως. Ο αιτών δύναται, εντός ενός μηνός από την παραλαβή της απορριπτικής απόφασης, να ζητεί από τον Οργανισμό ή την εθνική αρχή ασφάλειας, κατά περίπτωση, να αναθεωρήσει την απόφαση. Ο Οργανισμός λαμβάνει τις αποφάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 εντός προκαθορισμένου εύλογου χρόνου, και σε κάθε περίπτωση εντός τετραμήνου από την παραλαβή όλων των σχετικών πληροφοριών. Οι εν λόγω εγκρίσεις ισχύουν σε όλα τα κράτη μέλη ή η εθνική αρχή ασφάλειας διαθέτει προθεσμία δύο μηνών από την ημερομηνία παραλαβής του αιτήματος αναθεώρησης για την επιβεβαίωση ή την ανάκληση της απόφασης. [Τροπολογία 95]

Εάν επιβεβαιωθεί η απορριπτική απόφαση από τον Οργανισμό, ο αιτών δύναται να προσφύγει στο συμβούλιο προσφυγών που έχει ορισθεί βάσει του άρθρου 51 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. …/… [κανονισμός για τον Οργανισμό]. [Τροπολογία 96]

Εάν επιβεβαιωθεί η απορριπτική απόφαση εθνικής αρχής ασφάλειας, ο αιτών δύναται να προσφύγει στο συμβούλιο προσφυγών, το οποίο έχει ορίσει το αρμόδιο κράτος μέλος βάσει του άρθρου 17 παράγραφος 3 της οδηγίας …/…./ΕΕ [οδηγία για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων]. Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν τον ρυθμιστικό φορέα τους σύμφωνα με το άρθρο 56 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (16) για τους σκοπούς της εν λόγω διαδικασίας προσφυγής. [Τροπολογία 97]

Ο Οργανισμός παρέχει λεπτομερή καθοδήγηση ως προς τον τρόπο λήψης της έγκρισης οχήματος για την διάθεση στην αγορά. Στους αιτούντες παρέχεται δωρεάν έγγραφο που περιγράφει και επεξηγεί τις απαιτήσεις για τις εγκρίσεις οχήματος για την διάθεση στην αγορά και απαριθμεί τα απαιτούμενα έγγραφα. Οι εθνικές αρχές ασφάλειας και ο Οργανισμός συνεργάζονται όσον αφορά την διάδοση των εν λόγω πληροφοριών.

6.  Ο Οργανισμός δύναται να εκδίδει Εάν μια έγκριση οχήματος για την διάθεση στην αγορά για σειρές οχημάτων δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις βάσει των οποίων εκδόθηκε, ο Οργανισμός δύναται να την τροποποιήσει ή να την ανακαλέσει, αιτιολογώντας την απόφασή του . Οι εν λόγω εγκρίσεις ισχύουν σε όλα τα κράτη μέλη Ο Οργανισμός επικαιροποιεί αμέσως το ευρωπαϊκό μητρώο οχημάτων που ορίζεται στο άρθρο 43α .

Εάν μια εθνική αρχή ασφάλειας διαπιστώσει ότι ένα εγκεκριμένο όχημα δεν συμμορφώνεται προς τις βασικές απαιτήσεις, ενημερώνει πάραυτα τον Οργανισμό και όλες τις λοιπές αρμόδιες εθνικές αρχές ασφάλειας. Ο Οργανισμός λαμβάνει απόφαση σχετικά με τη λήψη των αναγκαίων μέτρων εντός προθεσμίας ενός μηνός. Σε περιπτώσεις στις οποίες είναι αναγκαία η εφαρμογή προληπτικών μέτρων έκτακτης ανάγκης, ο Οργανισμός μπορεί να αναστείλει αμέσως την έγκριση ή να θέσει περιορισμούς ως προς αυτήν προτού λάβει την απόφασή του. [Τροπολογία 98]

7.  Ο αιτών δύναται να υποβάλλει προσφυγή στον φορέα προσφυγών που ορίζεται βάσει του άρθρου 51 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. …/… [σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκού Οργανισμού Σιδηροδρόμων] Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει, το αργότερο έξι μήνες μετά από την έγκριση της παρούσας οδηγίας, κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 46, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τη διαδικασία έγκρισης, στους οποίους περιλαμβάνονται:

α)   λεπτομερείς κατευθυντήριες γραμμές οι οποίες περιγράφουν και επεξηγούν τις απαιτήσεις για τις εγκρίσεις οχημάτων και τα απαιτούμενα έγγραφα,

β)  διαδικαστικές ρυθμίσεις για τη διαδικασία έγκρισης, όπως το περιεχόμενο και οι προθεσμίες για κάθε στάδιο της διαδικασίας,

γ)  κριτήρια αξιολόγησης των φακέλων των αιτούντων. [Τροπολογία 99]

8.  Σε περίπτωση ανανέωσης ή αναβάθμισης υφιστάμενων οχημάτων που ήδη διαθέτουν έγκριση οχήματος για την διάθεση στην αγορά:

α)  απαιτείται νέα δήλωση ΕΚ επαλήθευσης σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 15 παράγραφος 4· και

β)  απαιτείται νέα έγκριση οχήματος για την διάθεση στην αγορά εάν έχουν γίνει μείζονες αλλαγές στις τιμές των παραμέτρων που περιλαμβάνονται στην ήδη χορηγηθείσα έγκριση οχήματος. [Τροπολογία 100]

9.  Κατόπιν αιτήματος του αιτούντος, η έγκριση οχήματος για την διάθεση στην αγορά είναι δυνατόν να περιλαμβάνει σαφή αναφορά των δικτύων ή των γραμμών ή των ομάδων δικτύων ή γραμμών όπου η σιδηροδρομική επιχείρηση μπορεί να θέσει το εν λόγω όχημα σε λειτουργία χωρίς περαιτέρω επαληθεύσεις, ελέγχους ή δοκιμές όσον αφορά την τεχνική συμβατότητα μεταξύ του υπόψη οχήματος και των εν λόγω δικτύων ή γραμμών. Στην περίπτωση αυτή, ο αιτών περιλαμβάνει στο αίτημά του απόδειξη της τεχνικής συμβατότητας του οχήματος με τα σχετικά δίκτυα ή γραμμές.

Η ένδειξη αυτή είναι δυνατόν να προστεθεί επίσης, κατόπιν αιτήσεως του αρχικού ή άλλου αιτούντος, μετά την έκδοση της σχετικής έγκρισης διάθεσης στην αγορά. [Τροπολογία 101]

9α.  Η έγκριση οχημάτων που κυκλοφορούν ή προορίζονται προς κυκλοφορία σε σιδηροδρομικές υποδομές απομονωμένων σιδηροδρομικών δικτύων μπορεί επίσης να χορηγηθεί από τις εθνικές αρχές ασφάλειας των κρατών μελών στα οποία βρίσκεται το συγκεκριμένο δίκτυο. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο αιτών μπορεί να επιλέξει να υποβάλει την αίτησή του είτε στον Οργανισμό είτε στις εθνικές αρχές ασφάλειας των εν λόγω κρατών μελών.

Εντός της μεταβατικής περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 50α, οι εθνικές αρχές ασφάλειας των κρατών μελών στα οποία βρίσκεται ένα απομονωμένο σιδηροδρομικό δίκτυο καθιερώνουν κοινές διαδικασίες έγκρισης οχημάτων και εξασφαλίζουν την αμοιβαία αναγνώριση των εγκρίσεων οχημάτων που εκδίδουν. Σε περίπτωση αντικρουόμενων αποφάσεων των εθνικών αρχών ασφάλειας και ελλείψει αμοιβαίως αποδεκτής απόφασης, ο Οργανισμός λαμβάνει σχετική απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. .../... [κανονισμός για τον Οργανισμό].

Εάν έως το τέλος της μεταβατικής περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 50α, οι εν λόγω εθνικές αρχές ασφάλειας δεν έχουν δημιουργήσει μηχανισμούς για κοινές διαδικασίες έγκρισης και αμοιβαία αναγνώριση των εγκρίσεων οχημάτων, η χορήγηση των εγκρίσεων που αναφέρονται στο παρόν άρθρο θα πραγματοποιείται μόνο από τον Οργανισμό.

Εφόσον καταρτιστούν ρυθμίσεις σχετικά με τις κοινές διαδικασίες έγκρισης και την αμοιβαία αναγνώριση των εγκρίσεων οχημάτων, οι εθνικές αρχές ασφάλειας των κρατών μελών με απομονωμένα σιδηροδρομικά δίκτυα μπορούν να συνεχίσουν να εκδίδουν εγκρίσεις οχημάτων και ο αιτών μπορεί να επιλέγει να υποβάλλει αίτηση για την έγκριση οχήματος είτε στον Οργανισμό είτε στις σχετικές εθνικές αρχές ασφάλειας μετά από το τέλος της μεταβατικής περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 50α.

Δέκα έτη μετά από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση σχετικά με την πρόοδο που έχει σημειωθεί ως προς τη διαλειτουργικότητα του απομονωμένου σιδηροδρομικού δικτύου και υποβάλλει επίσης, εάν είναι αναγκαίο, την κατάλληλη νομοθετική πρόταση. [Τροπολογία 102]

Άρθρο 20α

Καταχώριση οχημάτων που έχουν λάβει έγκριση

Το όχημα αφού λάβει έγκριση σύμφωνα με το άρθρο 20 καταχωρίζεται στο μητρώο κατόπιν αιτήσεως του κατόχου, πριν από την πρώτη χρήση του.

Μετά τη χορήγηση έγκρισης από τον Οργανισμό, το όχημα καταχωρίζεται στο ευρωπαϊκό μητρώο σύμφωνα με το άρθρο 43α.

Όταν ο τομέας χρήσης του οχήματος περιορίζεται στο έδαφος ενός κράτους μέλους και η έγκριση έχει χορηγηθεί από εθνική αρχή ασφάλειας, το όχημα καταχωρίζεται στο εθνικό μητρώο οχημάτων του εν λόγω κράτους μέλους, σύμφωνα με το άρθρο 43. [Τροπολογία 103]

Άρθρο 21

Θέση Χρήση οχημάτων σε λειτουργία [Τροπολογία 104]

1.  Οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις θέτουν σε λειτουργία όχημα μόνον αφού ελέγξουν, εάν αυτό απαιτείται από τις ΤΠΔ, και σε συνεννόηση με τον διαχειριστή υποδομής, την τεχνική συμβατότητα μεταξύ οχήματος και της διαδρομής και την ασφαλή ενσωμάτωση του οχήματος, στο σύστημα στο οποίο προβλέπεται να λειτουργεί, σύμφωνα με τις σχετικές ΤΠΔ, τους εθνικούς κανόνες, μητρώα και τις κοινές μεθόδους ασφαλείας που καθορίζονται στο άρθρο 6 της οδηγίας. Προτού χρησιμοποιήσει όχημα στον τομέα χρήσης που προσδιορίζεται στην έγκριση οχήματος, μια σιδηροδρομική επιχείρηση εξασφαλίζει μέσω της χρησιμοποίησης του οικείου συστήματος διαχείρισης ασφάλειας: [Τροπολογία 105]

Προς το σκοπό αυτό, τα οχήματα λαμβάνουν πρώτα την έγκριση οχήματος για την διάθεση στην αγορά α) ότι το όχημα έχει εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 20 και ότι έχει καταχωρισθεί δεόντως· [Τροπολογία 106]

αα)  την τεχνική συμβατότητα μεταξύ του οχήματος και της διαδρομής, βάσει του μητρώου υποδομών, των σχετικών ΤΠΔ και κάθε άλλης πληροφορίας που οφείλει να παράσχει ο διαχειριστής υποδομής αφιλοκερδώς και εντός λογικού χρονικού διαστήματος, στην περίπτωση που τέτοιο μητρώο δεν υπάρχει ή είναι ελλιπές· και [Τροπολογία 107]

αβ)  την ενσωμάτωση του οχήματος στη σύνθεση της αμαξοστοιχίας στην οποία πρόκειται να χρησιμοποιηθεί, βάσει του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 9 της οδηγίας για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων και στις ΤΠΔ σχετικά με τη λειτουργία και τη διαχείριση. [Τροπολογία 108]

1α.   Προκειμένου να συνδράμει τις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις στον έλεγχο της τεχνικής συμβατότητας και της ασφαλούς ενσωμάτωσης μεταξύ οχήματος και διαδρομής/διαδρομών ο διαχειριστής υποδομής χορηγεί, κατόπιν αιτήματος, στις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τα χαρακτηριστικά της/των διαδρομής/διαδρομών. [Τροπολογία 109]

2.  Η σιδηροδρομική επιχείρηση κοινοποιεί τις αποφάσεις της, όσον αφορά τη θέση σε λειτουργία οχημάτων, στον Οργανισμό και τον διαχειριστή υποδομής, καθώς και στην οικεία εθνική αρχή ασφάλειας. Οι εν λόγω αποφάσεις καταχωρίζονται στα εθνικά μητρώα στο εθνικό μητρώο οχημάτων που αναφέρονται στο άρθρο 43 και στο ευρωπαϊκό μητρώο που αναφέρεται στο άρθρο 43α . [Τροπολογία 110]

3.  Σε περίπτωση ανανέωσης ή αναβάθμισης υφιστάμενων οχημάτων, απαιτείται νέα δήλωση ΕΚ επαλήθευσης σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 15 παράγραφος 4. Επιπλέον, απαιτείται νέα απόφαση της σιδηροδρομικής επιχείρησης για τη θέση των εν λόγω οχημάτων σε λειτουργία όταν:

α)  το συνολικό επίπεδο ασφαλείας του σχετικού υποσυστήματος ενδέχεται να επηρεαστεί αρνητικά από τις προβλεπόμενες εργασίες· ή

β)  απαιτείται από τις σχετικές ΤΠΔ. [Τροπολογία 111]

Άρθρο 22

Έγκριση διάθεσης τύπου οχήματος στην αγορά [Τροπολογία 112]

1.  Ο Οργανισμός, χορηγεί ή η εθνική αρχή ασφάλειας κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 50α, χορηγούν εγκρίσεις για τη διάθεση τύπου οχήματος στην αγορά . [Τροπολογία 113]

Ο Οργανισμός παρέχει και οι εθνικές αρχές ασφάλειας παρέχουν λεπτομερή καθοδήγηση ως προς για τον τρόπο λήψης της έγκρισης για τη διάθεση με τον οποίο λαμβάνονται οι εγκρίσεις τύπου οχήματος στην αγορά . Στους αιτούντες παρέχεται δωρεάν έγγραφο με οδηγίες για την υποβολή αιτήσεων που περιγράφει και επεξηγεί τις απαιτήσεις για τις εγκρίσεις για τη διάθεση οχήματος στην αγορά και απαριθμεί τα απαιτούμενα έγγραφα. Οι εθνικές αρχές ασφάλειας και ο Οργανισμός συνεργάζονται όσον αφορά τη διάδοση των εν λόγω πληροφοριών. [Τροπολογία 114]

2.  Ωστόσο, εάν ο Οργανισμός χορηγήσει χορηγηθεί έγκριση για τη διάθεση οχήματος στην αγορά χορηγεί από τον Οργανισμό ή από τις εθνικές αρχές ασφάλειας, χορηγείται ταυτόχρονα και η έγκριση για τη διάθεση του αντίστοιχου τύπου οχήματος στην αγορά . [Τροπολογία 115]

3.  Όχημα σύμφωνο με τύπο οχήματος για τον οποίο έχει ήδη χορηγηθεί έγκριση διάθεσης τύπου οχήματος στην αγορά , λαμβάνει χωρίς περαιτέρω ελέγχους έγκριση οχήματος για διάθεση στην αγορά βάσει δήλωσης συμμόρφωσης προς τον εν λόγω τύπο που υποβάλλει ο αιτών. [Τροπολογία 116]

4.  Σε περίπτωση αλλαγών σε οιεσδήποτε συναφείς διατάξεις των ΤΠΔ ή των εθνικών κανόνων, βάσει των οποίων χορηγήθηκε έγκριση διάθεσης τύπου οχήματος στην αγορά , η ΤΠΔ ή ο εθνικός κανόνας προσδιορίζουν εάν η ήδη χορηγηθείσα έγκριση διάθεσης του εν λόγω τύπου οχήματος στην αγορά παραμένει σε ισχύ ή χρήζει ανανέωσης. Εάν χρήζει ανανέωσης, οι έλεγχοι του Οργανισμού δύνανται να αφορούν μόνο τους κανόνες που υπέστησαν αλλαγή. Η ανανέωση της έγκρισης διάθεσης τύπου οχήματος στην αγορά δεν επηρεάζει τις ήδη χορηγηθείσες εγκρίσεις διάθεσης στην αγορά οχημάτων βάσει της προηγούμενης έγκρισης διάθεσης του εν λόγω τύπου οχήματος στην αγορά . [Τροπολογία 117]

5.  Η δήλωση συμμόρφωσης προς τον τύπο συντάσσεται σύμφωνα με την απόφαση 2010/713/ΕΕ.

6.  Η δήλωση συμμόρφωσης προς τον τύπο συντάσσεται:

α)  για τα οχήματα που πληρούν τις ΤΠΔ, σύμφωνα με τις διαδικασίες επαλήθευσης των σχετικών ΤΠΔ·

β)  για τα οχήματα που δεν πληρούν τις ΤΠΔ, σύμφωνα με τις διαδικασίες επαλήθευσης που ορίζονται στις ενότητες Β+Δ και Β+ΣΤ της απόφασης αριθ. 768/2008/ΕΚ. Κατά περίπτωση, η Επιτροπή είναι δυνατόν να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για να θεσπίσει κατά περίπτωση ενότητες διαδικασιών επαλήθευσης. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης η οποία αναφέρεται στο άρθρο 48 παράγραφος 3.

7.  Η έγκριση διάθεσης τύπου οχήματος στην αγορά καταχωρίζεται στο ευρωπαϊκό μητρώο εγκρίσεων διάθεσης τύπων οχημάτων στην αγορά του άρθρου 44.

Άρθρο 22α

Συνεργασία ανάμεσα στον Οργανισμό και τις εθνικές αρχές ασφάλειας

Για τους σκοπούς των άρθρων 18, 20 και 22, ο Οργανισμός δύναται να συνάπτει συμφωνίες συνεργασίας με τις εθνικές αρχές ασφάλειας, σύμφωνα με το άρθρο 69 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. .../... [κανονισμός για τον Οργανισμό].

Οι εν λόγω συμφωνίες μπορεί να είναι ειδικές συμφωνίες ή συμφωνίες-πλαίσια και να αφορούν μία ή περισσότερες εθνικές αρχές ασφάλειας. Περιλαμβάνουν αναλυτική περιγραφή των καθηκόντων και των όρων για τα παραδοτέα, και ορίζουν τις προθεσμίες παράδοσης, καθώς και λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τον επιμερισμό των τελών που καταβάλλει ο αιτών.

Επίσης, μπορούν να περιλαμβάνουν ειδικές ρυθμίσεις συνεργασίας σε περίπτωση που δίκτυα απαιτούν ειδική εμπειρογνωμοσύνη για γεωγραφικούς ή ιστορικούς λόγους, ή λόγω της προηγμένης χρήσης του ERTMS ή διαφορετικού εύρους τροχιάς, με στόχο τη μείωση του διοικητικού φόρτου και του κόστους για τον αιτούντα. Οι συμφωνίες αυτές θα έχουν τεθεί σε εφαρμογή πριν να είναι σε θέση ο Οργανισμός να λάβει αιτήσεις σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και, σε κάθε περίπτωση, το αργότερο έξι μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 46 σχετικά με τις εν λόγω συμφωνίες συνεργασίας. Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις εκδίδονται το αργότερο έξι μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας.

Πέντε έτη μετά από τη σύναψη της πρώτης συμφωνίας συνεργασίας, και στη συνέχεια ανά τριετία, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση αξιολόγησης των συμφωνιών συνεργασίας που έχει συνάψει ο Οργανισμός. [Τροπολογία 118]

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ

Άρθρο 23

Κοινοποίηση

Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη τους οργανισμούς που έχουν λάβει έγκριση για την εκτέλεση καθηκόντων αξιολόγησης της συμμόρφωσης ως τρίτοι στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 24

Κοινοποιούσες αρχές

1.  Τα κράτη μέλη ορίζουν κοινοποιούσα αρχή η οποία είναι υπεύθυνη για τον καθορισμό και τη διεξαγωγή των αναγκαίων διαδικασιών αξιολόγησης και κοινοποίησης των οργανισμών αξιολόγησης της συμμόρφωσης και για την παρακολούθηση των κοινοποιημένων οργανισμών αξιολόγησης της συμμόρφωσης, συμπεριλαμβανομένης της συμμόρφωσης με τις διατάξεις των άρθρων 27 έως 29.

2.  Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν ότι η αξιολόγηση και η παρακολούθηση στις οποίες αναφέρεται η παράγραφος 1 διεξάγονται από εθνικό οργανισμό διαπίστευσης, κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 και σύμφωνα με αυτόν.

3.  Εφόσον η κοινοποιούσα αρχή εκχωρήσει ή αναθέσει με άλλο τρόπο την αξιολόγηση, την κοινοποίηση ή την παρακολούθηση κατά την παράγραφο 1 σε οργανισμό που δεν είναι κρατική υπηρεσία, ο εν λόγω οργανισμός οφείλει να είναι νομικό πρόσωπο και να συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 25. Ο εν λόγω οργανισμός προχωρεί στις διευθετήσεις που απαιτούνται για την κάλυψη των ευθυνών που προκύπτουν από τις δραστηριότητές του.

4.  Η κοινοποιούσα αρχή αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη για τα καθήκοντα που εκτελεί ο οργανισμός που αναφέρεται στην παράγραφο 3.

Άρθρο 25

Απαιτήσεις σχετικά με τις κοινοποιούσες αρχές

1.  Η σύσταση της κοινοποιούσας αρχής πραγματοποιείται κατά τρόπο που δεν συνεπάγεται σύγκρουση συμφερόντων με τους οργανισμούς αξιολόγησης της συμμόρφωσης.

2.  Η κοινοποιούσα αρχή οργανώνεται και λειτουργεί έτσι ώστε να διασφαλίζει την αντικειμενικότητα και την αμεροληψία των δραστηριοτήτων της.

3.  Η κοινοποιούσα αρχή οργανώνεται κατά τρόπον ώστε κάθε απόφαση που αφορά την κοινοποίηση του οργανισμού αξιολόγησης της συμμόρφωσης να λαμβάνεται από αρμόδια πρόσωπα, άλλα από τα πρόσωπα που διενήργησαν την αξιολόγηση.

4.  Η κοινοποιούσα αρχή δεν προσφέρει ούτε παρέχει δραστηριότητες που εκτελούνται από τους οργανισμούς αξιολόγησης της συμμόρφωσης, ούτε προσφέρει συμβουλευτικές υπηρεσίες σε εμπορική ή ανταγωνιστική βάση.

5.  Η κοινοποιούσα αρχή εξασφαλίζει την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών που λαμβάνει.

6.  Η κοινοποιούσα αρχή διαθέτει επαρκές και ικανό προσωπικό για τη σωστή εκτέλεση των καθηκόντων της.

Άρθρο 26

Υποχρέωση ενημέρωσης για τις κοινοποιούσες αρχές

Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τις διαδικασίες τους για την αξιολόγηση και την κοινοποίηση των οργανισμών αξιολόγησης της συμμόρφωσης και την παρακολούθηση των κοινοποιημένων οργανισμών και σχετικά με τυχόν αλλαγές στις πληροφορίες αυτές.

Η Επιτροπή δημοσιοποιεί αυτές τις πληροφορίες.

Άρθρο 27

Απαιτήσεις σχετικά με τους κοινοποιημένους οργανισμούς αξιολόγησης της συμμόρφωσης

1.  Για τους σκοπούς της κοινοποίησης, κάθε οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης πληροί τις απαιτήσεις των παραγράφων 2 έως 7 και των άρθρων 28 και 29. Οι εν λόγω απαιτήσεις ισχύουν επίσης και για τους οργανισμούς που ορίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 4.

2.  Ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης συνιστάται βάσει της εθνικής νομοθεσίας και διαθέτει νομική προσωπικότητα.

3.  Ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης είναι σε θέση να εκτελεί όλα τα σχετικά με την αξιολόγηση της συμμόρφωσης καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί βάσει των συναφών ΤΠΔ για τις οποίες έχει κοινοποιηθεί, είτε πρόκειται για καθήκοντα που εκτελούνται από τον ίδιο τον οργανισμό αξιολόγησης της συμμόρφωσης ή εξ ονόματός του και υπ' ευθύνη του.

Ανά πάσα στιγμή και για κάθε διαδικασία αξιολόγησης της συμμόρφωσης και για κάθε είδος ή κατηγορία προϊόντων για τα οποία έχει κοινοποιηθεί, ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης έχει στη διάθεσή του:

α)  το αναγκαίο προσωπικό με τις τεχνικές γνώσεις και την επαρκή και κατάλληλη πείρα για την εκτέλεση των καθηκόντων αξιολόγησης της συμμόρφωσης·

β)  τις αναγκαίες περιγραφές των διαδικασιών σύμφωνα με τις οποίες διενεργείται η αξιολόγηση συμμόρφωσης και εξασφαλίζεται η διαφάνεια και η δυνατότητα αναπαραγωγής αυτών των διαδικασιών. Διαθέτει τις κατάλληλες πολιτικές και τις διαδικασίες για το διαχωρισμό των καθηκόντων που εκτελεί ως κοινοποιημένος οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης και από οιαδήποτε άλλη δραστηριότητα·

γ)  τις αναγκαίες διαδικασίες για να ασκεί τις δραστηριότητές του, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος μιας επιχείρησης, τον τομέα δραστηριοποίησής της, τη δομή της, τον βαθμό πολυπλοκότητας της τεχνολογίας του προϊόντος και τον μαζικό ή εν σειρά χαρακτήρα της παραγωγικής διαδικασίας.

Διαθέτει τα αναγκαία μέσα για να εκτελεί τα τεχνικά και διοικητικά καθήκοντα που συνδέονται με τις δραστηριότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης και έχει πρόσβαση σε όλο τον αναγκαίο εξοπλισμό ή εγκαταστάσεις.

4.  Ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης συνάπτει ασφάλεια αστικής ευθύνης, αν η ευθύνη αυτή δεν καλύπτεται από το κράτος βάσει του εθνικού δικαίου ή αν η αξιολόγηση της συμμόρφωσης δεν πραγματοποιείται υπό την άμεση ευθύνη του κράτους μέλους.

5.  Το προσωπικό του οργανισμού αξιολόγησης της συμμόρφωσης δεσμεύεται να τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο για κάθε πληροφορία που περιέρχεται σε γνώση του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του σύμφωνα με την συναφή ΤΠΔ ή σχετική εκτελεστική διάταξη του εθνικού δικαίου, εξαιρουμένης της σχέσης με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο διεξάγονται οι δραστηριότητες του οργανισμού. Τα δικαιώματα κυριότητας προστατεύονται.

6.  Οι οργανισμοί αξιολόγησης της συμμόρφωσης συμμετέχουν στις σχετικές δραστηριότητες τυποποίησης και στις δραστηριότητες της ομάδας συντονισμού των κοινοποιημένων οργανισμών αξιολόγησης της συμμόρφωσης, η οποία έχει συσταθεί δυνάμει της σχετικής ενωσιακής νομοθεσίας, ή εξασφαλίζουν ότι το προσωπικό αξιολόγησης ενημερώνεται για τις δραστηριότητες αυτές, και εφαρμόζουν ως γενικές οδηγίες τις διοικητικές αποφάσεις και τα έγγραφα που είναι το αποτέλεσμα των εργασιών της εν λόγω ομάδας.

7.  Οι οργανισμοί αξιολόγησης της συμμόρφωσης συμμετέχουν στις δραστηριότητες της ειδικής ομάδας εργασίας για το ERTMS, που έχει συγκροτηθεί βάσει του άρθρου 25 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. …/… [κανονισμός για τον Οργανισμό], ή εξασφαλίζουν ότι το προσωπικό αξιολόγησης ενημερώνεται για τις δραστηριότητες αυτές. Τηρούν τις κατευθυντήριες οδηγίες που προκύπτουν ως αποτέλεσμα των εργασιών της εν λόγω ομάδας. Εάν θεωρήσουν ότι η εφαρμογή τους είναι ακατάλληλη ή αδύνατη, οι οικείοι οργανισμοί αξιολόγησης της συμμόρφωσης υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους προς συζήτηση στην ειδική ομάδας εργασίας για το ERTMS με στόχο την συνεχή βελτίωση των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών.

Άρθρο 28

Αμεροληψία των οργανισμών αξιολόγησης της συμμόρφωσης

1.  Ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης είναι ανεξάρτητο τρίτο μέρος σε σχέση με τον οργανισμό, τον κατασκευαστή ή το προϊόν που αξιολογεί.

Ένας οργανισμός ο οποίος ανήκει σε ένωση επιχειρήσεων ή επαγγελματική ομοσπονδία που εκπροσωπεί τις επιχειρήσεις οι οποίες συμμετέχουν στον σχεδιασμό, την κατασκευή, την παροχή, τη συναρμολόγηση, τη χρήση ή τη συντήρηση των προϊόντων που αξιολογεί, μπορεί να θεωρείται οργανισμός αξιολόγησης, υπό την προϋπόθεση ότι είναι αποδεδειγμένες η ανεξαρτησία του και η απουσία σύγκρουσης συμφερόντων.

2.  Εξασφαλίζεται η αμεροληψία του οργανισμού αξιολόγησης της συμμόρφωσης, των διευθυντικών στελεχών του και του προσωπικού αξιολόγησης.

3.  Ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης, τα διευθυντικά του στελέχη και το προσωπικό που είναι αρμόδιο για την εκτέλεση των καθηκόντων αξιολόγησης της συμμόρφωσης δεν είναι ο σχεδιαστής, ο κατασκευαστής, ο προμηθευτής, ο εγκαταστάτης, ο αγοραστής, ο ιδιοκτήτης, ο χρήστης ή ο συντηρητής των προϊόντων που αξιολογούν, ούτε εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος των ανωτέρω. Αυτό δεν αποκλείει τη χρήση αξιολογημένων προϊόντων που είναι αναγκαία για τις λειτουργίες του οργανισμού αξιολόγησης της συμμόρφωσης ή τη χρήση των προϊόντων για προσωπικούς σκοπούς.

4.  Ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης, τα διευθυντικά του στελέχη και το προσωπικό που είναι αρμόδιο για την εκτέλεση των καθηκόντων αξιολόγησης της συμμόρφωσης δεν εμπλέκονται άμεσα στο σχεδιασμό, την παραγωγή ή την κατασκευή, την εμπορία, την εγκατάσταση, τη χρήση ή τη συντήρηση των εν λόγω προϊόντων, ούτε εκπροσωπούν μέρη που εμπλέκονται στις δραστηριότητες αυτές. Επίσης, δεν αναλαμβάνουν καμιά δραστηριότητα που μπορεί να θίξει την ανεξάρτητη κρίση και την ακεραιότητά τους σε σχέση με τις δραστηριότητες αξιολόγησης για τις οποίες είναι κοινοποιημένοι. Τούτο ισχύει ιδίως για τις συμβουλευτικές υπηρεσίες.

5.  Οι οργανισμοί αξιολόγησης της συμμόρφωσης εξασφαλίζουν ότι οι δραστηριότητες των θυγατρικών ή των υπεργολάβων δεν επηρεάζουν την εμπιστευτικότητα, την αντικειμενικότητα και την αμεροληψία των δραστηριοτήτων αξιολόγησης της συμμόρφωσης.

6.  Οι οργανισμοί αξιολόγησης της συμμόρφωσης και το προσωπικό τους εκτελούν τις δραστηριότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης με τη μεγαλύτερη επαγγελματική ακεραιότητα και την απαιτούμενη τεχνική επάρκεια στον συγκεκριμένο τομέα και είναι απαλλαγμένοι από κάθε πίεση και προτροπή, κυρίως οικονομική, που θα ήταν δυνατόν να επηρεάσει την κρίση τους ή τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων τους αξιολόγησης της συμμόρφωσης, ιδίως από πρόσωπα ή ομάδες προσώπων που έχουν συμφέρον από τα αποτελέσματα των εν λόγω δραστηριοτήτων.

Άρθρο 29

Προσωπικό των οργανισμών αξιολόγησης της συμμόρφωσης

1.  Το προσωπικό που είναι αρμόδιο για τη διεξαγωγή των δραστηριοτήτων αξιολόγησης της συμμόρφωσης διαθέτει τα ακόλουθα προσόντα:

α)  πλήρη τεχνική και επαγγελματική κατάρτιση, η οποία καλύπτει όλα τα καθήκοντα αξιολόγησης της συμμόρφωσης για τα οποία έχει κοινοποιηθεί ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης, καθώς και κατάρτιση σε θέματα προσβασιμότητας · [Τροπολογία 119]

β)  επαρκή γνώση των απαιτήσεων των αξιολογήσεων που πρέπει να διενεργήσει και επαρκές κύρος για την εκτέλεση των εν λόγω αξιολογήσεων·

γ)  κατάλληλες γνώσεις και κατανόηση των βασικών απαιτήσεων, των εφαρμοστέων εναρμονισμένων προτύπων και των σχετικών διατάξεων της ενωσιακής νομοθεσίας και των κανονισμών εφαρμογής της·

δ)  την απαιτούμενη ικανότητα να καταρτίζει τα πιστοποιητικά, τα πρακτικά και τις εκθέσεις που αποδεικνύουν τη διεξαγωγή των αξιολογήσεων.

2.  Η αμοιβή των διευθυντικών στελεχών και του προσωπικού του οργανισμού αξιολόγησης της συμμόρφωσης δεν εξαρτάται από τον αριθμό των διεξαχθεισών αξιολογήσεων ή από τα αποτελέσματα των αξιολογήσεων αυτών.

Άρθρο 30

Τεκμήριο συμμόρφωσης οργανισμού αξιολόγησης της συμμόρφωσης

Αν ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης αποδείξει ότι πληροί τα κριτήρια που ορίζονται στα σχετικά εναρμονισμένα πρότυπα ή σε μέρη αυτών, τα στοιχεία των οποίων έχουν δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης , τότε τεκμαίρεται ότι συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις των άρθρων 27 έως 29, εφόσον τα εφαρμοστέα εναρμονισμένα πρότυπα καλύπτουν τις εν λόγω απαιτήσεις.

Άρθρο 31

Θυγατρικές και υπεργολάβοι κοινοποιημένων οργανισμών αξιολόγησης της συμμόρφωσης

1.  Όταν ο κοινοποιημένος οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης αναθέτει υπεργολαβικά συγκεκριμένα καθήκοντα που συνδέονται με την αξιολόγηση της συμμόρφωσης ή προσφεύγει σε θυγατρική, εξασφαλίζει ότι ο υπεργολάβος ή η θυγατρική πληροί τις απαιτήσεις των άρθρων 27 έως 29 και ενημερώνει σχετικά την κοινοποιούσα αρχή.

2.  Οι κοινοποιημένοι οργανισμοί αναλαμβάνουν πλήρως την ευθύνη για τα καθήκοντα που εκτελούν οι υπεργολάβοι ή οι θυγατρικές, όπου κι αν είναι εγκατεστημένοι.

3.  Οι δραστηριότητες μπορούν να ανατίθενται σε υπεργολάβο ή να διεξάγονται από θυγατρική μόνον αφού συμφωνήσει ο πελάτης.

4.  Ο κοινοποιημένος οργανισμός τηρεί στη διάθεση της κοινοποιούσας αρχής τα έγγραφα σχετικά με την αξιολόγηση των προσόντων του υπεργολάβου ή της θυγατρικής και σχετικά με τις εργασίες που διεξήγαγε ο υπεργολάβος ή η θυγατρική δυνάμει της συναφούς ΤΠΔ.

Άρθρο 32

Διαπιστευμένα εσωτερικά όργανα

1.  Η αιτούσα επιχείρηση είναι δυνατόν να χρησιμοποιήσει διαπιστευμένο εσωτερικό όργανο για την εκτέλεση δραστηριοτήτων αξιολόγησης της συμμόρφωσης με στόχο την εφαρμογή των διαδικασιών που καθορίζονται στις ενότητες Α1, Α2, Γ1 ή Γ2 του παραρτήματος ΙΙ της απόφασης αριθ. 768/2008/ΕΚ και στις ενότητες CA1 και CA2 του παρατήματος Ι της απόφασης 2010/713/ΕΚ. Το όργανο αυτό αποτελεί χωριστό, ευδιάκριτο μέρος της αιτούσας επιχείρησης και δεν συμμετέχει στο σχεδιασμό, την παραγωγή, τον εφοδιασμό, την εγκατάσταση, τη χρήση ή τη συντήρηση των προϊόντων που αξιολογεί αυτό το όργανο.

2.  Το διαπιστευμένο εσωτερικό όργανο πληροί τα ακόλουθα κριτήρια:

α)  είναι διαπιστευμένο σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008·

β)  το όργανο και το προσωπικό του έχουν αναγνωρίσιμη οργανωτική δομή και μεθόδους αναφοράς εντός της επιχείρησης στην οποία ανήκουν, οι οποίες εξασφαλίζουν την αμεροληψία τους και την αποδεικνύουν στο σχετικό εθνικό οργανισμό διαπίστευσης·

γ)  το όργανο και το προσωπικό του δεν ευθύνονται για το σχεδιασμό, την κατασκευή, την προμήθεια, την εγκατάσταση, τη λειτουργία ή τη συντήρηση των προϊόντων που αξιολογούν και δεν εκτελούν δραστηριότητες που ενδέχεται να αντιβαίνουν στην ανεξαρτησία ή την ακεραιότητά τους σε σχέση με τις δραστηριότητες αξιολόγησης·

δ)  το όργανο παρέχει τις υπηρεσίες του αποκλειστικά στην επιχείρηση στην οποία ανήκει.

3.  Τα διαπιστευμένα εσωτερικά όργανα δεν κοινοποιούνται στα κράτη μέλη ή την Επιτροπή, αλλά οι πληροφορίες για τη διαπίστευσή τους παρέχονται από την επιχείρηση της οποίας αποτελούν τμήμα ή από το εθνικό όργανο διαπίστευσης στην κοινοποιούσα αρχή, κατόπιν αιτήματός της αρχής αυτής.

Άρθρο 33

Αίτηση κοινοποίησης

1.  Κάθε οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης υποβάλλει αίτηση κοινοποίησης στην κοινοποιούσα αρχή του κράτος μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος.

2.  Η αίτηση συνοδεύεται από περιγραφή των δραστηριοτήτων αξιολόγησης της συμμόρφωσης, της ενότητας ή των ενοτήτων αξιολόγησης της συμμόρφωσης και του προϊόντος ή των προϊόντων για τα οποία ο οργανισμός ισχυρίζεται ότι διαθέτει την απαιτούμενη επάρκεια, καθώς και από πιστοποιητικό διαπίστευσης, όταν αυτό υπάρχει, το οποίο έχει εκδοθεί από εθνικό οργανισμό διαπίστευσης, διά του οποίου πιστοποιείται ότι ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης πληροί τις απαιτήσεις των άρθρων 27 έως 29.

3.  Αν ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης δεν μπορεί να προσκομίσει πιστοποιητικό διαπίστευσης, τότε παρέχει στην κοινοποιούσα αρχή όλη την τεκμηρίωση που είναι αναγκαία για την επαλήθευση, αναγνώριση και τακτική παρακολούθηση της συμμόρφωσής του με τις απαιτήσεις των άρθρων 27 έως 29.

Άρθρο 34

Διαδικασία κοινοποίησης

1.  Οι κοινοποιούσες αρχές μπορούν να κοινοποιούν μόνο τους οργανισμούς αξιολόγησης της συμμόρφωσης που πληρούν τις απαιτήσεις των άρθρων 27 έως 29.

2.  Τους κοινοποιούν στην Επιτροπή και στα λοιπά κράτη μέλη με τη χρήση του ηλεκτρονικού μέσου κοινοποίησης που έχει δημιουργήσει και διαχειρίζεται η Επιτροπή.

3.  Στην κοινοποίηση περιλαμβάνονται όλα τα στοιχεία για τις δραστηριότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης, την ενότητα ή τις ενότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης και το προϊόν ή τα προϊόντα και τη σχετική βεβαίωση επάρκειας.

4.  Όταν η κοινοποίηση δεν βασίζεται στο πιστοποιητικό διαπίστευσης που αναφέρεται στο άρθρο 33 παράγραφος 2, η κοινοποιούσα αρχή παρέχει στην Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη τεκμηρίωση που πιστοποιεί την επάρκεια του οργανισμού αξιολόγησης της συμμόρφωσης και τις υφιστάμενες ρυθμίσεις προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι ο οργανισμός ελέγχεται τακτικά και συνεχίζει να πληροί τις απαιτήσεις των άρθρων 27 έως 29.

5.  Ο εν λόγω οργανισμός επιτρέπεται να εκτελεί τις δραστηριότητες κοινοποιημένου οργανισμού αξιολόγησης της συμμόρφωσης μόνον εφόσον δεν έχει διατυπωθεί ένσταση από την Επιτροπή και τα λοιπά κράτη μέλη εντός δύο εβδομάδων από την κοινοποίηση εάν χρησιμοποιείται πιστοποιητικό διαπίστευσης ή εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση εάν δεν χρησιμοποιείται διαπίστευση.

6.  Η Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη ενημερώνονται για κάθε μεταγενέστερη σχετική τροποποίηση της κοινοποίησης.

Άρθρο 35

Αριθμοί αναγνώρισης και κατάλογοι κοινοποιημένων οργανισμών αξιολόγησης της συμμόρφωσης

1.  Η Επιτροπή αποδίδει αριθμό αναγνώρισης στον κοινοποιημένο οργανισμό αξιολόγησης της συμμόρφωσης.

Ο κοινοποιημένος οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης λαμβάνει μοναδικό αριθμό αναγνώρισης ακόμη και στην περίπτωση που έχει κοινοποιηθεί βάσει σειράς πράξεων της Ένωσης.

2.  Η Επιτροπή δημοσιοποιεί τον κατάλογο των οργανισμών που κοινοποιούνται δυνάμει της παρούσας οδηγίας, συμπεριλαμβανομένων των αριθμών ταυτοποίησης που τους έχουν χορηγηθεί και των δραστηριοτήτων για τις οποίες έχουν κοινοποιηθεί.

Η Επιτροπή μεριμνά για την επικαιροποίηση του εν λόγω καταλόγου.

Άρθρο 36

Αλλαγές των κοινοποιήσεων

1.  Όταν κοινοποιούσα αρχή διαπιστώνει ή πληροφορείται ότι κοινοποιημένος οργανισμός δεν πληροί πλέον τις απαιτήσεις των άρθρων 27 έως 29 ή ότι αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, η κοινοποιούσα αρχή περιορίζει, αναστέλλει ή αποσύρει την κοινοποίηση, κατά περίπτωση, αναλόγως της σοβαρότητας της μη τήρησης των εν λόγω απαιτήσεων ή εκπλήρωσης των υποχρεώσεων. Ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη σχετικά.

2.  Σε περίπτωση περιορισμού, αναστολής ή απόσυρσης της κοινοποίησης ή όταν ο κοινοποιημένος οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης παύσει τη δραστηριότητά του, το κοινοποιούν κράτος μέλος προβαίνει στις δέουσες ενέργειες για να εξασφαλίσει ότι τα αρχεία του οργανισμού αυτού τα χειρίζεται άλλος κοινοποιημένος οργανισμός ή τα καθιστά διαθέσιμα στις αρμόδιες κοινοποιούσες αρχές και τις αρχές εποπτείας της αγοράς, εφόσον το ζητήσουν.

Άρθρο 37

Αμφισβήτηση της επάρκειας των κοινοποιημένων οργανισμών

1.  Η Επιτροπή ερευνά όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες έχει αμφιβολίες ή περιέρχονται σε γνώση της αμφιβολίες για την επάρκεια κοινοποιημένου οργανισμού αξιολόγησης της συμμόρφωσης ή για την ικανότητα αδιάλειπτης εκπλήρωσης από κοινοποιημένο οργανισμό αξιολόγησης της συμμόρφωσης των απαιτήσεων και των υποχρεώσεων που υπέχει.

2.  Το κοινοποιούν κράτος μέλος παρέχει στην Επιτροπή, έπειτα από αίτημα, όλες τις πληροφορίες σχετικά με την αιτιολόγηση της κοινοποίησης ή της επάρκειας του εν λόγω οργανισμού.

3.  Η Επιτροπή διασφαλίζει τον εμπιστευτικό χαρακτήρα όλων των ευαίσθητων πληροφοριών που λαμβάνει στο πλαίσιο των εν λόγω ερευνών.

4.  Όταν η Επιτροπή διαπιστώνει ότι κοινοποιημένος οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης δεν πληροί ή παύει να πληροί τις απαιτήσεις κοινοποίησής του, ενημερώνει το κοινοποιούν κράτος μέλος σχετικά και του ζητεί να λάβει τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της απόσυρσης της κοινοποίησης, εφόσον είναι αναγκαίο.

Άρθρο 38

Λειτουργικές υποχρεώσεις των κοινοποιημένων οργανισμών

1.  Οι κοινοποιημένοι οργανισμοί διενεργούν αξιολογήσεις της συμμόρφωσης σύμφωνα με τις διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης που προβλέπονται στις συναφείς ΤΠΔ.

2.  Οι αξιολογήσεις συμμόρφωσης διενεργούνται κατά τρόπον ώστε να αποφεύγονται οι περιττές επιβαρύνσεις για τους οικονομικούς φορείς. Οι οργανισμοί αξιολόγησης της συμμόρφωσης ασκούν τις δραστηριότητές τους, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη το μέγεθος μιας επιχείρησης, τον τομέα στον οποίο δραστηριοποιείται, τη δομή της, την πολυπλοκότητα της τεχνολογίας που χρησιμοποιείται για τα σχετικά προϊόντα και τον μαζικό ή εν σειρά χαρακτήρα της διαδικασίας παραγωγής.

Ωστόσο, κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους λειτουργούν με στόχο της αξιολόγηση της συμμόρφωσης του προϊόντος με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας.

3.  Όταν κοινοποιημένος οργανισμός διαπιστώσει ότι οι απαιτήσεις της σχετικής ΤΠΔ ή των αντίστοιχων εναρμονισμένων προτύπων ή των τεχνικών προδιαγραφών δεν πληρούνται από τον κατασκευαστή, του ζητεί να λάβει τα ενδεδειγμένα διορθωτικά μέτρα και δεν εκδίδει βεβαίωση συμμόρφωσης.

4.  Όταν, κατά την παρακολούθηση της συμμόρφωσης μετά την έκδοση της βεβαίωσης, κοινοποιημένος οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης διαπιστώσει ότι κάποιο προϊόν δεν είναι πλέον σύμφωνο με την σχετική ΤΠΔ ή τα αντίστοιχα εναρμονισμένα πρότυπα ή τεχνικές προδιαγραφές, απαιτεί από τον κατασκευαστή να λάβει τα απαραίτητα διορθωτικά μέτρα και αναστέλλει ή αποσύρει τη βεβαίωση, εφόσον απαιτείται.

5.  Εάν δεν ληφθούν διορθωτικά μέτρα ή αυτά δεν έχουν το απαιτούμενο αποτέλεσμα, ο κοινοποιημένος οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης περιορίζει, αναστέλλει ή αποσύρει τυχόν βεβαίωση, κατά περίπτωση.

Άρθρο 39

Υποχρέωση ενημέρωσης για τους κοινοποιημένους οργανισμούς

1.  Οι κοινοποιημένοι οργανισμοί ενημερώνουν την κοινοποιούσα αρχή για τα ακόλουθα:

α)  τυχόν άρνηση, περιορισμό, αναστολή ή απόσυρση πιστοποιητικού·

β)  καταστάσεις που επηρεάζουν το πεδίο εφαρμογής και τους όρους της κοινοποίησης·

γ)  κάθε τυχόν αίτημα για ενημέρωση το οποίο έλαβαν από τις αρχές εποπτείας της αγοράς σχετικά με τις δραστηριότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης·

δ)  κατόπιν αιτήματος, τις δραστηριότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης που εκτελούν στο πλαίσιο της κοινοποίησής τους και οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα, συμπεριλαμβανομένων των διασυνοριακών δραστηριοτήτων και υπεργολαβιών.

2.  Οι κοινοποιημένοι οργανισμοί παρέχουν στους άλλους κοινοποιημένους δυνάμει της παρούσας οδηγίας οργανισμούς, που διεξάγουν παρόμοιες δραστηριότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης και καλύπτουν τα ίδια προϊόντα, τις σχετικές πληροφορίες για ζητήματα που αφορούν αρνητικά και, εάν τους ζητηθεί, θετικά αποτελέσματα αξιολόγησης της συμμόρφωσης.

3.  Οι κοινοποιημένοι οργανισμοί παρέχουν στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Σιδηροδρόμων τα πιστοποιητικά ΕΚ ελέγχου των υποσυστημάτων, τα πιστοποιητικά ΕΚ συμμόρφωσης των στοιχείων διαλειτουργικότητας και τα πιστοποιητικά ΕΚ καταλληλότητας χρήσης για τα στοιχεία διαλειτουργικότητας.

Άρθρο 40

Ανταλλαγή εμπειριών

Η Επιτροπή μεριμνά για την ανταλλαγή εμπειριών μεταξύ των εθνικών αρχών των κρατών μελών που είναι αρμόδιες για την πολιτική κοινοποίησης.

Άρθρο 41

Συντονισμός των κοινοποιημένων οργανισμών

Η Επιτροπή εξασφαλίζει ότι θεσμοθετείται κατάλληλος συντονισμός και συνεργασία των οργανισμών που κοινοποιούνται δυνάμει της παρούσας οδηγίας καθώς και ότι οι οργανισμοί αυτοί λειτουργούν σωστά με τη μορφή τομεακής ομάδας κοινοποιημένων οργανισμών. Ο Οργανισμός υποστηρίζει τις δραστηριότητες των κοινοποιημένων οργανισμών σύμφωνα με το άρθρο 20 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. …/… [κανονισμός για τον Οργανισμό].

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι οργανισμοί τους οποίους έχουν κοινοποιήσει συμμετέχουν στις εργασίες της εν λόγω ομάδας, απευθείας ή διά διορισθέντων αντιπροσώπων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΜΗΤΡΩΑ

Άρθρο 42

Σύστημα αρίθμησης των οχημάτων

1.  Οιοδήποτε όχημα τίθεται σε λειτουργία στο ενωσιακό σιδηροδρομικό σύστημα φέρει ευρωπαϊκού αριθμό οχήματος (ΕΑΟ) ο οποίος αποδίδεται από την εθνική αρχή ασφαλείας που είναι αρμόδια για την αντίστοιχη επικράτεια πριν από την πρώτη θέση του οχήματος σε λειτουργία τον Οργανισμό κατά την έκδοση της έγκρισης . [Τροπολογία 120]

2.  Η σιδηροδρομική επιχείρηση που εκμεταλλεύεται το όχημα εξασφαλίζει τη σήμανση του οχήματος με τον αποδοθέντα ΕΑΟ και είναι υπεύθυνη για την ορθή καταχώρισή του οχήματος . [Τροπολογία 121]

3.  Ο ΕΑΟ καθορίζεται στην απόφαση 2007/756/ΕΚ της Επιτροπής(17) .

4.  Σε κάθε όχημα δίνεται ΕΑΟ άπαξ, εκτός εάν προβλέπει διαφορετικά η απόφαση 2007/756/ΕΚ.

5.  Παρά την παράγραφο 1, όσον αφορά τα οχήματα που κυκλοφορούν ή πρόκειται να κυκλοφορήσουν από ή προς τρίτες χώρες των οποίων το εύρος τροχιάς διαφέρει από εκείνο του κύριου σιδηροδρομικού δικτύου εντός της Ένωσης, τα κράτη μέλη δύνανται να αποδεχθούν οχήματα σαφώς προσδιορισμένα με διαφορετικό σύστημα κωδικοποίησης.

Άρθρο 43

Εθνικά μητρώα οχημάτων

1.  Κάθε κράτος μέλος τηρεί μητρώο των σιδηροδρομικών οχημάτων τα οποία έχουν τεθεί σε λειτουργία στο έδαφός του. Το μητρώο πληροί τα ακόλουθα κριτήρια:

α)  το μητρώο συμμορφώνεται προς τις κοινές προδιαγραφές που ορίζονται στην παράγραφο 2·

β)  το μητρώο τηρείται και επικαιροποιείται από οργανισμό ανεξάρτητο από οιαδήποτε επιχείρηση σιδηροδρόμων·

γ)  στο μητρώο έχουν πρόσβαση οι εθνικές αρχές ασφάλειας και οι φορείς διερεύνησης στους οποίους αναφέρονται τα άρθρα 16 και 21 της οδηγίας […/… για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων εντός της Ένωσης]· επίσης σε αυτό έχουν πρόσβαση τα ρυθμιστικά όργανα τα οποία αναφέρονται στα άρθρα 55 και 56 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Νοεμβρίου 2012 για τη δημιουργία ενός ενιαίου ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού χώρου (18) , και ο Οργανισμός, οι επιχειρήσεις σιδηροδρόμων και οι διαχειριστές υποδομής, καθώς και τα πρόσωπα/οι οργανισμοί που καταχωρίζουν οχήματα ή που περιλαμβάνονται στο μητρώο είναι δημόσιο. [Τροπολογία 122]

2.  Η Επιτροπή εκδίδει μέσω εκτελεστικών πράξεων, κοινές προδιαγραφές για το περιεχόμενο, τη μορφή των δεδομένων, τη λειτουργική και τεχνική διάρθρωση, τον τρόπο λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένων και διευθετήσεων για την ανταλλαγή των δεδομένων και κανόνων για την εισαγωγή στοιχείων και την διερεύνηση των εθνικών μητρώων οχημάτων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 48 παράγραφος 3.

2α.  Για κάθε όχημα, το μητρώο περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)  τον ΕΑΟ·

β)  στοιχεία της δήλωσης επαλήθευσης «CE» και του φορέα που την εξέδωσε·

γ)  στοιχεία ταυτότητας του κατόχου και του ιδιοκτήτη του οχήματος·

δ)  ενδεχόμενους περιορισμούς όσον αφορά τη χρήση του οχήματος·

ε)  τον φορέα που είναι αρμόδιος για τη συντήρηση. [Τροπολογία 123]

3.  Ο κάτοχος καταχώρισης δηλώνει αμέσως οιαδήποτε τροποποίηση των δεδομένων του εθνικού μητρώου οχημάτων, την καταστροφή οχήματος ή την απόφασή του να μην καταχωρίζει πλέον ένα όχημα στην εθνική αρχή ασφαλείας οιουδήποτε κράτους μέλους στο οποίο το όχημα έχει τεθεί σε λειτουργία χρησιμοποιηθεί. [Τροπολογία 124]

4.  Εφόσον τα εθνικά μητρώα οχημάτων των κρατών μελών δεν είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους, Κάθε κράτος μέλος επικαιροποιεί το μητρώο του με τις τροποποιήσεις που επιφέρει άλλο κράτος μέλος στο οικείο μητρώο σχετικά με τα δεδομένα που το αφορούν. [Τροπολογία 125]

5.  Στην περίπτωση των οχημάτων που τίθενται σε λειτουργία για πρώτη φορά σε τρίτη χώρα και στη συνέχεια τίθενται σε λειτουργία χρησιμοποιούνται σε κράτος μέλος, το εν λόγω κράτος μέλος μεριμνά ώστε τα δεδομένα του οχήματος, να μπορούν να ανακτηθούν μέσω του εθνικού μητρώου οχημάτων ή μέσω διατάξεων διεθνούς συμφωνίας . [Τροπολογία 126]

5α.  Τα εθνικά μητρώα οχημάτων ενσωματώνονται στο ευρωπαϊκό μητρώο οχημάτων μετά το τέλος της μεταβατικής περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 50α, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 20 παράγραφος 9α υπό τους όρους που διατυπώνονται στο εν λόγω άρθρο. Η Επιτροπή καθορίζει, μέσω εκτελεστικών πράξεων, το έγγραφο του μορφότυπου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 48 παράγραφος 3. [Τροπολογία 127]

Άρθρο 43α

Ευρωπαϊκό μητρώο οχημάτων

1.  Ο Οργανισμός τηρεί μητρώο των σιδηροδρομικών οχημάτων τα οποία έχουν τεθεί σε λειτουργία στην Ένωση. Το εν λόγω μητρώο πληροί τα ακόλουθα κριτήρια:

α)  τηρεί τις κοινές προδιαγραφές που ορίζει η παράγραφος 2·

β)  το μητρώο τηρείται και επικαιροποιείται από τον Οργανισμό·

γ)  είναι δημόσιο.

2.  Η Επιτροπή εκδίδει μέσω εκτελεστικών πράξεων, κοινές προδιαγραφές για το περιεχόμενο, τη μορφή των δεδομένων, τη λειτουργική και τεχνική διάρθρωση, τον τρόπο λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένων διευθετήσεων για την ανταλλαγή των δεδομένων και κανόνων για την εισαγωγή στοιχείων και την διερεύνηση των ευρωπαϊκών μητρώων οχημάτων. Αυτές οι εκτελεστικές πράξεις θεσπίζονται σύμφωνα με την διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 48 παράγραφος 3.

3.  Ο κάτοχος καταχώρησης δηλώνει αμέσως στον Οργανισμό οιαδήποτε τροποποίηση των δεδομένων του ευρωπαϊκού μητρώου οχημάτων, την καταστροφή οχήματος ή την απόφασή του να μην καταχωρίζει πλέον ένα όχημα.

4.  Για κάθε όχημα, το μητρώο περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)  τον ΕΑΟ·

β)  στοιχεία της δήλωσης επαλήθευσης «ΕΚ» και του φορέα που την εξέδωσε·

γ)  στοιχεία του ευρωπαϊκού μητρώου εγκεκριμένων τύπων οχημάτων του άρθρου 44·

δ)  στοιχεία ταυτότητας του κατόχου και του ιδιοκτήτη του οχήματος·

ε)  ενδεχόμενους περιορισμούς όσον αφορά τη χρήση του οχήματος·

στ)  τον φορέα που είναι αρμόδιος για τη συντήρηση.

Εάν ο Οργανισμός εκδώσει, ανανεώσει, τροποποιήσει, αναστείλει ή ανακαλέσει κάποια έγκριση οχήματος επικαιροποιεί χωρίς καθυστέρηση το μητρώο.

5.  Στην περίπτωση των οχημάτων που χρησιμοποιούνται για πρώτη φορά σε τρίτη χώρα και στη συνέχεια τίθενται σε λειτουργία σε κράτος μέλος το εν λόγω κράτος μέλος μεριμνά ώστε τα δεδομένα του οχήματος, στα οποία περιλαμβάνονται τουλάχιστον τα δεδομένα που αφορούν τον κάτοχο του οχήματος, τον υπεύθυνο για τη συντήρηση φορέα και τους περιορισμούς χρήσης του οχήματος, να μπορούν να ανακτηθούν μέσω του ευρωπαϊκού μητρώου οχημάτων ή μέσω διατάξεων διεθνούς συμφωνίας. [Τροπολογία 128]

Άρθρο 44

Ευρωπαϊκό μητρώο εγκρίσεων διάθεσης τύπων οχημάτων στην αγορά

1.  Ο Οργανισμός δημιουργεί και τηρεί μητρώο των εγκρίσεων διάθεσης τύπων οχημάτων στην αγορά που έχουν χορηγηθεί σύμφωνα με το άρθρο 22. Το μητρώο πληροί τα ακόλουθα κριτήρια:

α)  το μητρώο είναι δημόσιο και προσιτό στο κοινό διά της ηλεκτρονικής οδού·

β)  το μητρώο τηρεί τις κοινές προδιαγραφές που ορίζει η παράγραφος 3.

γ)  το μητρώο συνδέεται με όλα τα εθνικά μητρώα οχημάτων. [Τροπολογία 129]

2.  Η Επιτροπή εκδίδει μέσω εκτελεστικών πράξεων, κοινές προδιαγραφές για το περιεχόμενο, τη μορφή των δεδομένων, τη λειτουργική και τεχνική διάρθρωση, τον τρόπο λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένων και διευθετήσεων για την ανταλλαγή των δεδομένων και κανόνων για την εισαγωγή στοιχείων και τη διερεύνηση των μητρώων εγκρίσεων διάθεσης στην αγορά τύπων οχημάτων. Αυτές οι εκτελεστικές πράξεις θεσπίζονται σύμφωνα με την διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 48 παράγραφος 3.

2α.  Το μητρώο περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής στοιχεία για κάθε τύπο οχήματος:

α)  τα τεχνικά χαρακτηριστικά του τύπου οχήματος, όπως ορίζονται στην αντίστοιχη ΤΠΔ·

β)  την επωνυμία του κατασκευαστή·

γ)  τις ημερομηνίες και αναφορές των διαδοχικών εγκρίσεων του εν λόγω τύπου οχήματος, συμπεριλαμβανομένων περιορισμών ή ενδεχόμενης απόσυρσης·

δ)  τα χαρακτηριστικά του σχεδιασμού που αφορούν την πρόσβαση ατόμων με μειωμένη κινητικότητα και ατόμων με αναπηρίες·

ε)  στοιχεία ταυτότητας του ιδιοκτήτη και του κατόχου του οχήματος.

Εάν ο Οργανισμός εκδώσει, ανανεώσει, τροποποιήσει, αναστείλει ή ανακαλέσει μια άδεια για θέση σε λειτουργία ενός τύπου οχήματος, επικαιροποιεί χωρίς καθυστέρηση το μητρώο. [Τροπολογία 130]

Άρθρο 45

Μητρώο υποδομής

1.  Κάθε κράτος μέλος δημοσιεύει μητρώο μεριμνά για τη δημοσίευση μητρώου υποδομής που περιέχει τις τιμές των παραμέτρων του δικτύου για κάθε συναφές υποσύστημα ή μέρος υποσυστήματος. [Τροπολογία 131]

2.  Οι τιμές των παραμέτρων που καταγράφονται στο μητρώο υποδομής χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με τις τιμές των παραμέτρων που καταγράφονται στην έγκριση οχήματος για τη διάθεση στην αγορά, προκειμένου να ελεγχθεί η τεχνική συμβατότητα μεταξύ οχήματος και δικτύου.

3.  Το μητρώο υποδομής μπορεί να αναφέρει προϋποθέσεις για τη χρήση σταθερών εγκαταστάσεων και άλλους περιορισμούς, συμπεριλαμβανομένων προσωρινών περιορισμών που πρόκειται να εφαρμοστούν για διάστημα μεγαλύτερο των 6 μηνών . [Τροπολογία 132]

4.  Κάθε κράτος μέλος επικαιροποιεί το μητρώο μεριμνά για την επικαιροποίηση του μητρώου υποδομής σύμφωνα με την εκτελεστική απόφαση 2011/633/ΕΕ της Επιτροπής(19) . [Τροπολογία 133]

5.  Με το μητρώο υποδομής είναι δυνατόν να συνδέονται και άλλα μητρώα, όπως το μητρώο προσβασιμότητας για τα άτομα με αναπηρίες και τα άτομα με μειωμένη κινητικότητα . [Τροπολογία 134]

6.  Η Επιτροπή εκδίδει μέσω εκτελεστικών πράξεων, κοινές προδιαγραφές για το περιεχόμενο, τη μορφή των δεδομένων, τη λειτουργική και τεχνική διάρθρωση, τον τρόπο λειτουργίας και κανόνων για την εισαγωγή στοιχείων και τη διερεύνηση των μητρώων υποδομής. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης η οποία αναφέρεται στο άρθρο 48 παράγραφος 3.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 46

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.  Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο παρόν άρθρο.

2.  Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 παράγραφος 2, και στο άρθρο 5 παράγραφος 10, στο άρθρο 8 παράγραφος 2, στο άρθρο 15 παράγραφος 7α, στο άρθρο 20 παράγραφος 7 και στο άρθρο 22α παράγραφος 4 ανατίθεται στην Επιτροπή επ' αόριστον από την για περίοδο πέντε ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας.

Η Επιτροπή καταρτίζει έκθεση σχετικά με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί το αργότερο εννέα μήνες πριν από τη λήξη της περιόδου των πέντε ετών. Η εκχώρηση των εξουσιών παρατείνεται αυτομάτως για περιόδους ίσης διάρκειας, εκτός εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο αντιτεθεί στην εν λόγω παράταση το αργότερο τρεις μήνες πριν από το τέλος κάθε περιόδου. [Τροπολογία 135]

3.  Η εκχώρηση της εξουσίας που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2, στο άρθρο 5 παράγραφος 10, στο άρθρο 8 παράγραφος 2, στο άρθρο 15 παράγραφος 7α, στο άρθρο 20 παράγραφος 7 και στο άρθρο 22α παράγραφος 4 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Τίθεται σε ισχύ την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται στις διατάξεις της. Η ανάκληση δεν επηρεάζει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που βρίσκονται ήδη σε ισχύ.

4.  Αμέσως μετά την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

5.  Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εγκρίνονται σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 και το άρθρο 5 παράγραφος 10 στο άρθρο 8 παράγραφος 2, στο άρθρο 15 παράγραφος 7α, στο άρθρο 20 παράγραφος 7 και στο άρθρο 22α παράγραφος 4 τίθενται σε ισχύ μόνο εφόσον δεν εγείρει αντίρρηση ούτε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ούτε το Συμβούλιο, εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίηση της εν λόγω πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή εάν, πριν από τη λήξη της περιόδου αυτής, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν πρόκειται να προβάλουν αντίρρηση. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

Άρθρο 47

Διαδικασία κατεπείγοντος

1.  Οι κατ' εξουσιοδότηση πράξεις βάσει του παρόντος άρθρου τίθενται σε ισχύ χωρίς καθυστέρηση και ισχύουν για όσον χρόνο δεν έχει εγερθεί αντίρρηση σύμφωνα με την παράγραφο 2. Στην κοινοποίηση κατ' εξουσιοδότηση πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αναφέρονται οι λόγοι χρησιμοποίησης της διαδικασίας κατεπείγοντος.

2.  Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο μπορούν να εγείρουν αντιρρήσεις για κατ' εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με την διαδικασία του άρθρου 46 παράγραφος 5. Στην περίπτωση αυτή η Επιτροπή καταργεί την πράξη χωρίς καθυστέρηση μετά την κοινοποίηση της απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου να εγείρει αντιρρήσεις.

Άρθρο 48

Διαδικασία επιτροπής

1.  Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή που έχει συσταθεί με το άρθρο 21 της οδηγίας 96/48/ΕΚ του Συμβουλίου(20) . Η εν λόγω επιτροπή αποτελεί επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

2.  Οσάκις γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

3.  Οσάκις γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

4.  Όποτε γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

Άρθρο 49

Αιτιολόγηση

Όλες οι αποφάσεις που λαμβάνονται κατ’ εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και αφορούν την αξιολόγηση της συμμόρφωσης ή της καταλληλότητας χρήσης στοιχείων διαλειτουργικότητας και την επαλήθευση υποσυστημάτων που απαρτίζουν το σιδηροδρομικό σύστημα, καθώς και οι αποφάσεις που λαμβάνονται κατ’ εφαρμογή των άρθρων 6, 11 και 16 αιτιολογούνται επακριβώς. Κοινοποιούνται στον ενδιαφερόμενο το συντομότερο δυνατόν με μνεία των ένδικων μέσων που προβλέπει η ισχύουσα στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος νομοθεσία και των προθεσμιών για την άσκησή τους.

Άρθρο 49α

Κυρώσεις

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 46 για την καθιέρωση ενός καθεστώτος κυρώσεων που θα εφαρμόζεται σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης του Οργανισμού με τις προθεσμίες για τη λήψη αποφάσεων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Προβαίνει επίσης στη δημιουργία καθεστώτος αποζημιώσεων σε περιπτώσεις που το τμήμα προσφυγών που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. .../... [κανονισμός για τον Οργανισμό] αποφανθεί υπέρ του μέρους το οποίο αφορά η απόφαση του Οργανισμού. Οι κυρώσεις και το καθεστώς αποζημιώσεων πρέπει να είναι αποτελεσματικά, αναλογικά, αποτρεπτικά και να μην εισάγουν διακρίσεις. [Τροπολογία 136]

Άρθρο 50

Εκθέσεις και ενημέρωση

1.  Κάθε τρία έτη, για πρώτη δε φορά τρία δύο έτη από τη δημοσίευση της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση σχετικά με την πρόοδο που έχει σημειωθεί ως προς τη διαλειτουργικότητα του σιδηροδρομικού συστήματος. Στην εν λόγω έκθεση περιλαμβάνεται και ανάλυση των περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 7 και της εφαρμογής του κεφαλαίου V. Ανάλογα με τα πορίσματα της έκθεσης, η Επιτροπή προτείνει βελτιώσεις και μέτρα για την ενίσχυση του ρόλου του Οργανισμού ως προς την εφαρμογή της διαλειτουργικότητας. [Τροπολογία 137]

1α.  Δύο έτη μετά τη δημοσίευση της παρούσας οδηγίας και κατόπιν διαβουλεύσεως με τους διαφόρους ενδιαφερόμενους φορείς, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με τη λειτουργία του Οργανισμού και την πρόοδο που επιτέλεσε στην άσκηση των νέων αρμοδιοτήτων του. [Τροπολογία 138]

2.  Ο Οργανισμός διαμορφώνει και επικαιροποιεί τακτικά εργαλείο, ικανό να παρέχει, εφόσον το ζητήσει κράτος μέλος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή η Επιτροπή, ανασκόπηση του επιπέδου διαλειτουργικότητας του σιδηροδρομικού συστήματος. Το εργαλείο αυτό χρησιμοποιεί τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στα μητρώα του κεφαλαίου V. [Τροπολογία 139]

Άρθρο 50α

Μεταβατικό καθεστώς

Με την επιφύλαξη του άρθρου 20 παράγραφος 9α, για τέσσερα έτη μετά από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, οι εγκρίσεις οχημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 20 και 22 χορηγούνται από τον Οργανισμό. Κατά τη διάρκεια αυτής της μεταβατικής περιόδου, μπορεί να χορηγηθεί έγκριση οχήματος είτε από τον Οργανισμό είτε από την εθνική αρχή ασφάλειας, κατ’ επιλογή του αιτούντος.

Ο Οργανισμός διαθέτει την απαιτούμενη οργανωτική ικανότητα και εμπειρογνωμοσύνη για την εκτέλεση του συνόλου των καθηκόντων του σύμφωνα με τα άρθρα 18, 20 και 22 το αργότερο τέσσερα έτη μετά από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας.

Προκειμένου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, ο Οργανισμός δύναται να συνάπτει συμφωνίες συνεργασίας με τις εθνικές αρχές ασφάλειας, σύμφωνα με το άρθρο 22α. [Τροπολογία 140]

Άρθρο 51

Μεταβατικό καθεστώς για θέση οχημάτων σε λειτουργία

1.  Τα κράτη μέλη μπορούν να συνεχίσουν να εφαρμόζουν τις διατάξεις του κεφαλαίου V της οδηγίας 2008/57/ΕΚ μέχρι [δύο έτη ένα έτος μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος]. [Τροπολογία 141]

2.  Οι εγκρίσεις θέσης οχημάτων σε λειτουργία, οι οποίες χορηγήθηκαν δυνάμει της παραγράφου 1, συμπεριλαμβανομένων των εγκρίσεων που χορηγήθηκαν δυνάμει διεθνών συμφωνιών, ιδίως των RIC (Regolamento Internazionale Carrozze) και RIV (Regolamento Internazionale Veicoli), παραμένουν σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους χορήγησης των εγκρίσεων.

3.  Οχήματα με έγκριση θέσης σε λειτουργία σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 οφείλουν να λάβουν έγκριση οχήματος για διάθεση στην αγορά προκειμένου να λειτουργούν σε ένα ή περισσότερα δίκτυα που δεν καλύπτονται από την έγκρισή τους. Η θέση σε λειτουργία στα εν λόγω επιπλέον δίκτυα υπόκειται στις διατάξεις του άρθρου 21.

Άρθρο 52

Άλλες μεταβατικές διατάξεις

Τα παραρτήματα IV, V, VI, VII και IX της οδηγίας 2008/57/ΕΚ ισχύουν μέχρι την ημερομηνία εφαρμογής των αντίστοιχων κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφος 2 και το άρθρο 15 παράγραφος 7α και των εκτελεστικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφος 2, το άρθρο 14 παράγραφος 8, στο άρθρο 15 παράγραφος 7 και στο άρθρο 7 παράγραφος 3 της παρούσας οδηγίας. [Τροπολογία 142]

Άρθρο 53

Συστάσεις και γνωμοδοτήσεις του Οργανισμού

Ο Οργανισμός παρέχει συστάσεις και γνωμοδοτήσεις σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. …/… [κανονισμός για τον Οργανισμό] για το σκοπό της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Οι εν λόγω συστάσεις και γνωμοδοτήσεις θα χρησιμεύουν ως βάση για κάθε ενωσιακό μέτρο που θεσπίζεται δυνάμει της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 54

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.  Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για τη συμμόρφωση προς το άρθρο 1, το άρθρο 2, το άρθρο 7 παράγραφοι 1 έως 4, το άρθρο 11 παράγραφος 1, το άρθρο 13, το άρθρο 14 παράγραφοι 1 έως 7, το άρθρο 15 παράγραφοι 1 έως 6, τα άρθρα 17 έως 21, το άρθρο 22 παράγραφοι 3 έως 7, τα άρθρα 23 έως 36, το άρθρο 37 παράγραφος 2, το άρθρο 38, το άρθρο 39, τα άρθρα 41 έως 43, το άρθρο 45 παράγραφοι 1 έως 5, το άρθρο 51, και τα παραρτήματα I έως III μέχρι [δύο έτη ένα έτος από την ημερομηνία έναρξης ισχύος] το αργότερο. Κοινοποιούν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω μέτρων, καθώς και πίνακα αντιστοιχίας μεταξύ αυτών και των διατάξεων της παρούσας οδηγίας. Οι πίνακες αντιστοιχίας απαιτούνται προκειμένου όλοι οι φορείς να είναι σε θέση να εντοπίζουν με σαφήνεια τις σχετικές διατάξεις που ισχύουν σε εθνικό επίπεδο όσον αφορά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. [Τροπολογία 143]

Όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, τα εν λόγω μέτρα αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Περιλαμβάνουν επίσης δήλωση σύμφωνα με την οποία οι αναφορές σε ισχύοντες νόμους, κανονισμούς και διοικητικές διατάξεις, που περιλαμβάνονται στις οδηγίες που καταργούνται από την παρούσα οδηγία, νοούνται ως αναφορές στην παρούσα οδηγία. Τα κράτη μέλη καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η παραπομπή αυτή και τον τρόπο διατύπωσης της δήλωσης.

2.  Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου, τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

3.  Οι υποχρεώσεις για τη μεταφορά στο εθνικό τους δίκαιο και την εφαρμογή του άρθρου 13, του άρθρου 14 παράγραφοι 1 έως 7, του άρθρου 15 παράγραφοι 1 έως 6, των άρθρων 17 έως 21, του άρθρου 42, του άρθρου 43, του άρθρου 45 παράγραφοι 1 έως 5 και του άρθρου 51 της παρούσας οδηγίας δεν ισχύουν για τη Δημοκρατία της Κύπρου και τη Δημοκρατία της Μάλτας κατά το χρονικό διάστημα που δεν υπάρχει εγκατεστημένο σιδηροδρομικό δίκτυο στο έδαφός τους.

Όταν, όμως, δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας υποβάλλει επίσημη αίτηση για την κατασκευή σιδηροδρομικής γραμμής προς εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες σιδηροδρομικές επιχειρήσεις, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη θεσπίζουν νομοθεσία για την εφαρμογή των άρθρων που μνημονεύονται στο πρώτο εδάφιο εντός ενός έτους από την παραλαβή της αίτησης.

Άρθρο 55

Κατάργηση διατάξεων

Η οδηγία 2008/57/ΕΚ όπως έχει τροποποιηθεί από τις οδηγίες που αναφέρονται στο παράρτημα IV, μέρος A καταργείται από τις [δύο έτη ένα έτος από την ημερομηνία έναρξης ισχύος, με την επιφύλαξη υποχρεώσεων των κρατών μελών σχετικά με τις προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των οδηγιών που αναφέρονται στο παράρτημα IV, μέρος B. [Τροπολογία 144]

Οι αναφορές στην καταργούμενη οδηγία θεωρούνται ότι γίνονται στην παρούσα οδηγία και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος V.

Άρθρο 56

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων .

Τα άρθρα 3 έως 10, το άρθρο 11 παράγραφοι 2, 3 και 4, το άρθρο 12, το άρθρο 16, ισχύουν από [δύο έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος].

Άρθρο 57

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

...,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Στοιχεία του σιδηροδρομικού συστήματος της Ένωσης

1.  Δίκτυο

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, το δίκτυο της Ένωσης περιλαμβάνει το δίκτυο υψηλών ταχυτήτων, οι γραμμές του οποίου ορίζονται στα στοιχεία α), β) και γ), και το συμβατικό δίκτυο οι γραμμές του οποίου ορίζονται στα στοιχεία δ) έως θ), και συγκεκριμένα :

α)   ειδικά κατασκευασμένες γραμμές υψηλών ταχυτήτων με τεχνικό εξοπλισμό για ταχύτητες κατά κανόνα ίσες ή μεγαλύτερες των 250 km/h στις οποίες υπό τις κατάλληλες συνθήκες είναι δυνατόν να αναπτυχθούν ταχύτητες άνω των 300 km/h ,

β)  γραμμές που έχουν ειδικά αναβαθμιστεί για υψηλές ταχύτητες και είναι εξοπλισμένες για ταχύτητες της τάξης των 200 km/h,

γ)  γραμμές που έχουν διευθετηθεί ειδικά για υψηλή ταχύτητα ειδικού τύπου λόγω δυσκολιών σχετιζομένων με την τοπογραφία, τη μορφολογία του εδάφους ή το αστικό περιβάλλον, των οποίων η ταχύτητα πρέπει να προσαρμόζεται κατά περίπτωση. Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει επίσης γραμμές διασύνδεσης μεταξύ των δικτύων υψηλών ταχυτήτων και συμβατικού, γραμμές διέλευσης σταθμών, γραμμές πρόσβασης στους τερματικούς σταθμούς, στα αμαξοστάσια κ.λπ., στις οποίες το τροχαίο υλικό «υψηλών ταχυτήτων» κινείται με συμβατική ταχύτητα,

δ)  συμβατικές γραμμές προβλεπόμενες για τη μεταφορά επιβατών,

ε)  συμβατικές γραμμές προβλεπόμενες για μεικτή μεταφορά (επιβατών και εμπορευμάτων),

στ)  συμβατικές γραμμές προοριζόμενες για την κυκλοφορία εμπορευμάτων,

ζ)  επιβατικούς κόμβους,

η)  εμπορευματικούς κόμβους, συμπεριλαμβανομένων των τερματικών σταθμών συνδυασμένων μεταφορών,

θ)  γραμμές σύνδεσης των ανωτέρω στοιχείων. [Τροπολογία 145]

Το εν λόγω δίκτυο περιλαμβάνει τα συστήματα διαχείρισης της κυκλοφορίας, εντοπισμού και πλοήγησης και τις τεχνικές εγκαταστάσεις επεξεργασίας δεδομένων και τηλεπικοινωνιών που προβλέπονται για τη μεταφορά επιβατών σε μεγάλες αποστάσεις και τη μεταφορά εμπορευμάτων στο εν λόγω δίκτυο, ώστε να επιτυγχάνονται η ασφαλής και αρμονική επιχειρησιακή λειτουργία του δικτύου και η αποτελεσματική διαχείριση της κυκλοφορίας.

2.  Οχήματα

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, τα οχήματα της Ένωσης περιλαμβάνουν όλα τα οχήματα που μπορούν να κυκλοφορούν σε όλο ή σε μέρος του σιδηροδρομικού δικτύου, της Ένωσης καθώς και:

–  μηχανές έλξης και τροχαίο υλικό επιβατικών μεταφορών, συμπεριλαμβανομένων θερμικών ή ηλεκτροκίνητων μηχανών έλξης, θερμικών ή ηλεκτροκίνητων αυτοκινούμενων αμαξοστοιχιών, επιβαταμαξών,

–  οχήματα σχεδιασμένα για να κυκλοφορούν με ταχύτητα τουλάχιστον 250 km/h σε γραμμές που έχουν κατασκευαστεί ειδικά για υψηλές ταχύτητες, ενώ υπό τις κατάλληλες συνθήκες είναι δυνατόν να αναπτύξουν ταχύτητες που υπερβαίνουν τα 300 km/h,

–  οχήματα σχεδιασμένα για να κυκλοφορούν με ταχύτητα της τάξεως των 200 km/h σε γραμμές υψηλών ταχυτήτων ή σε γραμμές που έχουν ειδικά κατασκευαστεί ή αναβαθμιστεί για υψηλές ταχύτητες, εφόσον εξασφαλίζεται η συμβατότητα με τις δυνατότητες που προσφέρουν οι εν λόγω γραμμές.

Επιπλέον, τα οχήματα που είναι σχεδιασμένα για να κυκλοφορούν με μέγιστη ταχύτητα μικρότερη των 200 km/h και τα οποία είναι πιθανόν να κυκλοφορούν σε ολόκληρο το διευρωπαϊκό δίκτυο υψηλών ταχυτήτων ή σε τμήμα του, εάν είναι συμβατά προς τα επίπεδα επιδόσεων του εν λόγω δικτύου, πρέπει να καλύπτουν τις απαιτήσεις που εξασφαλίζουν την ασφαλή λειτουργία στο εν λόγω δίκτυο. Προς τούτο, οι ΤΠΔ για τα συμβατικά οχήματα περιλαμβάνουν επίσης απαιτήσεις για την ασφαλή λειτουργία των συμβατικών οχημάτων σε δίκτυα υψηλών ταχυτήτων. [Τροπολογία 146]

–  φορτάμαξες, συμπεριλαμβανομένων των χαμηλών οχημάτων που προορίζονται για το σύνολο του δικτύου και των οχημάτων που προορίζονται για τη μεταφορά φορτηγών αυτοκινήτων, [Τροπολογία 147]

–  ειδικά οχήματα όπως επιτρόχια μηχανήματα.

Καθεμία από τις κατηγορίες αυτές μπορεί να υποδιαιρείται σε:

–  οχήματα διεθνούς χρήσης,

–  οχήματα εθνικής χρήσης.

Οι ΤΠΔ προσδιορίζουν τις απαιτήσεις προκειμένου να εξασφαλίζεται η ασφαλής λειτουργία των εν λόγω οχημάτων στις διάφορες κατηγορίες γραμμών.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

ΥΠΟΣΥΣΤΗΜΑΤΑ

1.  Κατάλογος υποσυστημάτων

Για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, το σύστημα που συνθέτει το σιδηροδρομικό σύστημα υποδιαιρείται στα ακόλουθα υποσυστήματα, που είναι:

α)  στους δομικούς τομείς:

–  υποδομή,

–  η ενέργεια,

–  παρατρόχιος έλεγχος-χειρισμός και σηματοδότηση,

–  εποχούμενος έλεγχος, χειρισμός και σηματοδότηση,

–  τροχαίο υλικό·

β)  στους λειτουργικούς τομείς:

–  διεξαγωγή και διαχείριση της κυκλοφορίας,

–  συντήρηση,

–  τηλεπληροφορικές εφαρμογές για επιβατικές και για εμπορευματικές μεταφορές.

2.  Περιγραφή των υποσυστημάτων

Για κάθε υποσύστημα ή μέρος υποσυστήματος, ο κατάλογος στοιχείων και παραμέτρων σχετιζόμενων με τη διαλειτουργικότητα προτείνεται από τον Οργανισμό όταν καταρτίζεται το αντίστοιχο σχέδιο ΤΠΔ. Χωρίς να προδικάζονται η επιλογή παραμέτρων και στοιχείων σχετιζόμενων με τη διαλειτουργικότητα ή η σειρά με την οποία οι εν λόγω παράμετροι και στοιχεία θα διέπονται από ΤΠΔ, στα υποσυστήματα περιλαμβάνονται τα ακόλουθα:

2.1.  Υποδομές

Η τροχιά, οι αλλαγές τροχιάς, τα τεχνικά έργα (γέφυρες, σήραγγες, κ.λπ.), η σχετική υποδομή σταθμού (συγκαταλέγονται είσοδοι, κρηπιδώματα, ζώνες πρόσβασης, προσβάσεις εξυπηρέτησης, αποχωρητήρια και συστήματα πληροφοριών καθώς και χαρακτηριστικά προσβασιμότητας προσώπων μειωμένης κινητικότητας και ατόμων με αναπηρίες).

2.2.  Ενέργεια

Το σύστημα ηλεκτροκίνησης, όπου περιλαμβάνονται οι εναέριες γραμμές.

2.3.  Παρατρόχιος έλεγχος-χειρισμός και σηματοδότηση

Το σύνολο του παρατρόχιου τεχνικού εξοπλισμού που είναι αναγκαίος για την ασφάλεια και για τον χειρισμό και τον έλεγχο των κινήσεων αμαξοστοιχιών που επιτρέπεται να εκτελούν διαδρομές στο δίκτυο.

2.4.  Εποχούμενος έλεγχος-χειρισμός και σηματοδότηση

Το σύνολο του εποχούμενου τεχνικού εξοπλισμού που είναι αναγκαίος για την ασφάλεια και για τον χειρισμό και τον έλεγχο των κινήσεων αμαξοστοιχιών που επιτρέπεται να εκτελούν διαδρομές στο δίκτυο.

2.5.  Διεξαγωγή και διαχείριση της κυκλοφορίας

Οι διαδικασίες και ο σχετικός τεχνικός εξοπλισμός που επιτρέπουν τη συνεκτική λειτουργία των διάφορων δομικών υποσυστημάτων, τόσο κατά την κανονική λειτουργία όσο και κατά την υποβαθμισμένη λειτουργία, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, της κατάρτισης και της οδήγησης αμαξοστοιχιών, του προγραμματισμού και της διαχείρισης της κυκλοφορίας.

Το σύνολο των επαγγελματικών προσόντων που απαιτούνται για την παροχή σιδηροδρομικών μεταφορών κάθε είδους.

2.6.  Τηλεπληροφορικές εφαρμογές

Σύμφωνα με το παράρτημα I, το υποσύστημα αυτό περιλαμβάνει δύο στοιχεία:

α)  τις εφαρμογές για επιβατικές μεταφορές, όπου περιλαμβάνονται τα συστήματα τα οποία παρέχουν πληροφορίες στους επιβάτες πριν από το ταξίδι και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, τα συστήματα κράτησης και πληρωμής, η διαχείριση αποσκευών και η διαχείριση των ανταποκρίσεων μεταξύ αμαξοστοιχιών και με άλλα μέσα μεταφοράς·

β)  τις εφαρμογές για τη μεταφορά εμπορευμάτων, συμπεριλαμβανομένων των συστημάτων ενημέρωσης (παρακολούθηση εμπορευμάτων και αμαξοστοιχιών σε πραγματικό χρόνο), των συστημάτων διαλογής και διάθεσης, των συστημάτων κράτησης, πληρωμής και τιμολόγησης, της διαχείρισης των ανταποκρίσεων με άλλα μέσα μεταφοράς, της έκδοσης ηλεκτρονικών συνοδευτικών εγγράφων.

2.7.  Τροχαίο υλικό

Η δομή, το σύστημα χειρισμού και ελέγχου για το σύνολο του τεχνικού εξοπλισμού αμαξοστοιχιών, οι συσκευές λήψης ηλεκτρικού ρεύματος, οι μονάδες έλξης και ενεργειακής μετατροπής, ο εποχούμενος τεχνικός εξοπλισμός για τη μέτρηση της ηλεκτρικής κατανάλωσης, τα όργανα πέδησης, ζεύξης και κύλισης (φορεία, άξονες κ.λπ.) και η ανάρτηση, οι θύρες, οι διεπαφές ανθρώπου/μηχανής (μηχανοδηγός, εποχούμενο προσωπικό και επιβάτες, συμπεριλαμβανομένων χαρακτηριστικών προσβασιμότητας προσώπων μειωμένης κινητικότητας και ατόμων με αναπηρίες), οι συσκευές ενεργητικής ή παθητικής ασφάλειας και τα απαραίτητα για την υγεία των επιβατών και του εποχούμενου προσωπικού.

2.8.  Επικαιροποίηση

Οι διαδικασίες, ο συναφής τεχνικός εξοπλισμός, τα κέντρα εφοδιαστικής για εργασίες συντήρησης και τα αποθέματα για την κάλυψη των αναγκών της επισκευαστικής και της προληπτικής συντήρησης, ώστε να εξασφαλίζεται η διαλειτουργικότητα του σιδηροδρομικού συστήματος και να είναι εγγυημένες οι απαιτούμενες επιδόσεις.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IIΙ

ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ

1.  Γενικές διατάξεις

1.1.  Ασφάλεια

1.1.1.  Ο σχεδιασμός, η κατασκευή ή συναρμογή, η συντήρηση και η επιτήρηση των στοιχείων καίριων για την ασφάλεια και, ειδικότερα, των στοιχείων που εμπλέκονται στην κίνηση των αμαξοστοιχιών πρέπει να εγγυώνται την ασφάλεια στο επίπεδο που αντιστοιχεί προς τους στόχους που έχουν καθοριστεί για το δίκτυο, ακόμα και υπό τις καθορισμένες αντίξοες συνθήκες.

1.1.2.  Οι παράμετροι που υπεισέρχονται στην επαφή τροχού-τροχιάς πρέπει να πληρούν τα κριτήρια σταθερότητας που είναι αναγκαία ώστε να εξασφαλίζεται πλήρως ασφαλής κυκλοφορία υπό την επιτρεπόμενη μέγιστη ταχύτητα. Οι παράμετροι του εξοπλισμού πέδησης πρέπει να εγγυώνται τη δυνατότητα ακινητοποίησης σε συγκεκριμένη απόσταση με τη μέγιστη επιτρεπόμενη ταχύτητα.

1.1.3.  Τα χρησιμοποιούμενα συστατικά στοιχεία πρέπει να ανθίστανται στις καθοριζόμενες συνήθεις ή εξαιρετικές καταπονήσεις κατά τη διάρκεια της λειτουργίας τους. Οι τυχαίες βλάβες τους πρέπει, με τη χρήση ενδεδειγμένων μέσων, να έχουν περιορισμένες συνέπειες στην ασφάλεια.

1.1.4.  Η μελέτη των μόνιμων εγκαταστάσεων και του τροχαίου υλικού, καθώς και η επιλογή των χρησιμοποιουμένων υλικών πρέπει να γίνονται έτσι ώστε να περιορίζονται η εκδήλωση, η διάδοση και τα αποτελέσματα της φωτιάς και του καπνού σε περίπτωση πυρκαγιάς.

1.1.5.  Τα συστήματα με προορισμό τον χειρισμό από τους χρήστες πρέπει να είναι σχεδιασμένα κατά τρόπο ώστε να μη θίγεται η ασφαλής λειτουργία των συστημάτων ή η υγεία και η ασφάλεια των χρηστών σε περίπτωση προβλεπτών χρήσεων που δεν είναι σύμφωνες προς τις αναγραφόμενες οδηγίες.

1.2.  Αξιοπιστία και διαθεσιμότητα

Η επιτήρηση και η συντήρηση των σταθερών ή των κινητών στοιχείων που υπεισέρχονται στην κυκλοφορία των αμαξοστοιχιών πρέπει να οργανώνονται, να διενεργούνται και να εκτιμώνται ποσοτικά κατά τρόπο ώστε να διατηρείται η λειτουργία τους υπό τις προβλεπόμενες συνθήκες.

1.3.  Υγεία

1.3.1.  Τα υλικά που ενδέχεται, με τον τρόπο χρησιμοποίησής τους, να θέσουν σε κίνδυνο την υγεία των προσώπων που έχουν πρόσβαση σε αυτά δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται στη σιδηροδρομική υποδομή.

1.3.2.  Η επιλογή, οι εφαρμογές και η χρησιμοποίηση των υλικών αυτών πρέπει να έχουν ως στόχο να περιορίζονται οι εκπομπές επιβλαβών και επικινδύνων καπνών ή αερίων, ειδικότερα σε περίπτωση πυρκαγιάς.

1.4.  Προστασία του περιβάλλοντος

1.4.1.  Κατά τη μελέτη του συστήματος πρέπει να εκτιμώνται και να λαμβάνονται υπόψη σύμφωνα με τις ισχύουσες ενωσιακές διατάξεις οι επιπτώσεις της εγκατάστασης και της λειτουργίας του σιδηροδρομικού συστήματος στο περιβάλλον.

1.4.2.  Τα υλικά που χρησιμοποιούνται στις αμαξοστοιχίες και στην υποδομή πρέπει να αποτρέπουν την εκπομπή επιβλαβών και επικίνδυνων για το περιβάλλον καπνών ή αερίων, ιδίως σε περίπτωση πυρκαγιάς.

1.4.3.  Το τροχαίο υλικό και τα συστήματα ενεργειακής τροφοδότησης πρέπει να είναι σχεδιασμένα και κατασκευασμένα κατά τρόπον ώστε να είναι ηλεκτρομαγνητικώς συμβατά με τις εγκαταστάσεις, τον τεχνικό εξοπλισμό και τα δημόσια ή ιδιωτικά δίκτυα με τα οποία ενδέχεται να υπάρξει παρεμβολή.

1.4.4.  Κατά την επιχειρησιακή λειτουργία του σιδηροδρομικού συστήματος πρέπει να τηρούνται τα επίπεδα των κανονιστικών ρυθμίσεων σχετικά με την ηχορρύπανση.

1.4.5.  Η λειτουργία του σιδηροδρομικού συστήματος δεν πρέπει να προκαλεί, στο έδαφος, επίπεδο δονήσεων απαράδεκτο για τις δραστηριότητες και τον χώρο διέλευσης πλησίον της υποδομής και υπό κανονική κατάσταση συντήρησης.

1.5.  Τεχνική συμβατότητα

Τα τεχνικά χαρακτηριστικά της υποδομής και των μόνιμων εγκαταστάσεων πρέπει να είναι συμβατά και μεταξύ τους και με τα χαρακτηριστικά των αμαξοστοιχιών που πρόκειται να κυκλοφορήσουν στο σιδηροδρομικό σύστημα.

Όταν είναι δύσκολο να τηρηθούν τα χαρακτηριστικά αυτά σε ορισμένα μέρη του δικτύου, θα μπορούσαν να τεθούν σε εφαρμογή προσωρινές λύσεις που να εγγυώνται τη συμβατότητα στο μέλλον.

2.  ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΥΠΟΣΥΣΤΗΜΑ

2.1.  Υποδομές

2.1.1.  Ασφάλεια

Πρέπει να λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα για την αποφυγή ανεπιθύμητης πρόσβασης ή παρείσφρησης στις εγκαταστάσεις.

Πρέπει να λαμβάνονται μέτρα για να περιορίζονται οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθενται τα άτομα, ιδίως κατά τη διέλευση των αμαξοστοιχιών από τους σταθμούς.

Η υποδομή στην οποία έχει πρόσβαση το κοινό πρέπει να είναι σχεδιασμένη και κατασκευασμένη κατά τρόπο ώστε να περιορίζονται οι κίνδυνοι για την ασφάλεια των προσώπων (σταθερότητα, πυρκαγιά, πρόσβαση, εκκένωση, κρηπίδωμα κ.λπ.).

Πρέπει να προβλέπονται κατάλληλες διατάξεις για να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες προϋποθέσεις ασφαλείας εντός των σηράγγων μεγάλου μήκους και γεφυρών.

2.2.  Ενέργεια

2.2.1.  Ασφάλεια

Η λειτουργία των εγκαταστάσεων ενεργειακής τροφοδότησης δεν πρέπει να θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια ούτε των αμαξοστοιχιών ούτε των προσώπων (χρηστών, επιχειρησιακού προσωπικού, περιοίκων και τρίτων).

2.2.2.  Προστασία του περιβάλλοντος

Η λειτουργία των εγκαταστάσεων τροφοδότησης με ηλεκτρική ή θερμική ενέργεια δεν πρέπει να διαταράσσει το περιβάλλον πέραν των προδιαγραφομένων ορίων.

2.2.3.  Τεχνική συμβατότητα

Τα χρησιμοποιούμενα συστήματα τροφοδότησης με ηλεκτρική/θερμική ενέργεια πρέπει:

–  να επιτρέπουν στις αμαξοστοιχίες να επιτυγχάνουν τις καθορισμένες επιδόσεις,

–  στην περίπτωση συστήματος τροφοδότησης με ηλεκτρική ενέργεια, να είναι συμβατά με τα συστήματα λήψης ρεύματος που είναι εγκατεστημένα στις αμαξοστοιχίες.

2.3.  Έλεγχος-χειρισμός και σηματοδότηση

2.3.1.  Ασφάλεια

Οι εγκαταστάσεις ελέγχου-χειρισμού και σηματοδότησης και οι διαδικασίες που χρησιμοποιούνται πρέπει να επιτρέπουν κυκλοφορία των αμαξοστοιχιών σε επίπεδο ασφάλειας αντίστοιχο προς τους στόχους που έχουν καθοριστεί για το δίκτυο. Τα συστήματα ελέγχου-χειρισμού και σηματοδότησης πρέπει να εξακολουθούν να καθιστούν δυνατή την κυκλοφορία αμαξοστοιχιών οι οποίες επιτρέπεται να κυκλοφορούν υπό καθορισμένες έκρυθμες συνθήκες.

2.3.2.  Τεχνική συμβατότητα

Κάθε νέα υποδομή και κάθε νέο τροχαίο υλικό που κατασκευάζεται ή αναπτύσσεται μετά την επιλογή συμβατών συστημάτων ελέγχου-χειρισμού και σηματοδότησης πρέπει να είναι προσαρμοσμένα στη χρήση των εν λόγω συστημάτων.

Ο τεχνικός εξοπλισμός ελέγχου-χειρισμού και σηματοδότησης που είναι εγκατεστημένος στο θάλαμο οδηγήσεως αμαξοστοιχίας πρέπει να επιτρέπει την ομαλή λειτουργία, υπό προδιαγεγραμμένες συνθήκες, στο σιδηροδρομικό σύστημα.

2.4.  Τροχαίο υλικό

2.4.1.  Ασφάλεια

Τα φέροντα στοιχεία του τροχαίου υλικού και των ζεύξεων μεταξύ των οχημάτων πρέπει να έχουν μελετηθεί κατά τρόπο ώστε να προστατεύονται οι χώροι των επιβατών και οδήγησης σε περίπτωση σύγκρουσης ή εκτροχιασμού.

Το ηλεκτρολογικό υλικό δεν πρέπει να θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια λειτουργίας των εγκαταστάσεων ελέγχου-χειρισμού και σηματοδότησης.

Οι τεχνικές πέδησης καθώς και οι επιβαλλόμενες καταπονήσεις πρέπει να είναι συμβατές με την κατασκευή των γραμμών, των τεχνικών έργων και των συστημάτων σηματοδότησης.

Πρέπει να λαμβάνονται μέτρα όσον αφορά την πρόσβαση στα στοιχεία υπό τάση ώστε να μην τίθεται σε κίνδυνο η ασφάλεια των προσώπων.

Σε περίπτωση κινδύνου πρέπει κάποια συστήματα να παρέχουν στους επιβάτες τη δυνατότητα να ειδοποιούν τον μηχανοδηγό και/ή τον ελεγκτή και να ζητούν από στο το προσωπικό συνοδείας να έρχεται σε επαφή με το μηχανοδηγό ή τον ελεγκτή . [Τροπολογία 148]

Οι θύρες πρόσβασης Πρέπει να είναι εφοδιασμένες με σύστημα δυνατή η ασφαλής επιβίβαση και αποβίβαση στις αμαξοστοιχίες. Οι μηχανισμοί ανοίγματος και κλεισίματος το οποίο να εγγυάται των θυρών, το πλάτος του κενού μεταξύ αμαξοστοιχίας και αποβάθρας και η αναχώρηση της αμαξοστοιχίας πρέπει να εγγυώνται την ασφάλεια των επιβατών. Οι αμαξοστοιχίες πρέπει να έχουν μελετηθεί κατά τρόπο, ώστε κανένας επιβάτης να μην κινδυνεύει να παγιδευτεί κατά την επιβίβαση ή αποβίβαση σε αυτές. [Τροπολογία 149]

Πρέπει να προβλέπονται και να επισημαίνονται έξοδοι κινδύνου.

Πρέπει να προβλέπονται κατάλληλα συστήματα για να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες προϋποθέσεις ασφαλείας εντός των σηράγγων μεγάλου μήκους.

Είναι υποχρεωτική η εγκατάσταση επί των αμαξοστοιχιών συστήματος φωτισμού ασφαλείας επαρκούς έντασης και αυτονομίας.

Οι αμαξοστοιχίες πρέπει να διαθέτουν μεγαφωνικό σύστημα που να επιτρέπει τη διαβίβαση μηνυμάτων προς τους επιβάτες από το προσωπικό της αμαξοστοιχίας και/ή τον μηχανοδηγό . [Τροπολογία 150]

Πρέπει να κοινοποιούνται με κατανοητό και ολοκληρωμένο τρόπο στους επιβάτες πληροφορίες σχετικά με τους κανονισμούς που ισχύουν τόσο στους σταθμούς όσο και στις αμαξοστοιχίες (απαγόρευση επιβίβασης, άφιξη και αναχώρηση, οδηγίες συμπεριφοράς, δυνατότητες πρόσβασης για άτομα μειωμένης κινητικότητας, σημασία των σημάνσεων, επικίνδυνες περιοχές, κτλ). [Τροπολογία 151]

2.4.2.  Αξιοπιστία και διαθεσιμότητα

Ο σχεδιασμός του τεχνικού εξοπλισμού ζωτικής σημασίας, κύλισης, έλξης και πέδησης καθώς και ελέγχου-χειρισμού, πρέπει να επιτρέπει, υπό καθορισμένες έκρυθμες συνθήκες, τη συνέχιση της πορείας της αμαξοστοιχίας χωρίς αρνητικές συνέπειες στον τεχνικό εξοπλισμό που παραμένει σε λειτουργία.

2.4.3.  Τεχνική συμβατότητα

Το ηλεκτρολογικό υλικό πρέπει να είναι συμβατό με τη λειτουργία των εγκαταστάσεων ελέγχου-χειρισμού και σηματοδότησης.

Στην περίπτωση ηλεκτροκίνησης, τα χαρακτηριστικά των συστημάτων λήψης ρεύματος πρέπει να επιτρέπουν την κυκλοφορία των αμαξοστοιχιών με τα συστήματα ενεργειακής τροφοδότησης του σιδηροδρομικού συστήματος.

Το τροχαίο υλικό πρέπει να έχει χαρακτηριστικά που να του επιτρέπουν να κυκλοφορεί σε όλες τις γραμμές στις οποίες προβλέπεται η λειτουργία του, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών κλιματικών και τοπογραφικών συνθηκών. [Τροπολογία 152]

2.4.4.  Έλεγχοι

Οι αμαξοστοιχίες πρέπει να είναι εφοδιασμένες με συσκευή καταγραφής. Τα δεδομένα που συλλέγει αυτή η συσκευή και η επεξεργασία των πληροφοριών πρέπει να εναρμονίζονται.

2.5.  Συντήρηση

2.5.1.  Ασφάλεια και υγεία

Οι τεχνικές εγκαταστάσεις και οι εφαρμοζόμενες διαδικασίες στα κέντρα συντήρησης πρέπει να εγγυώνται ασφαλή λειτουργία του συγκεκριμένου υποσυστήματος και να μη συνιστούν κίνδυνο για την υγεία και την ασφάλεια.

2.5.2.  Προστασία του περιβάλλοντος

Οι τεχνικές εγκαταστάσεις και οι εφαρμοζόμενες διαδικασίες στα κέντρα συντήρησης δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα επίπεδα οχλήσεων που είναι αποδεκτά για τον περιβάλλοντα χώρο.

2.5.3.  Τεχνική συμβατότητα

Οι εγκαταστάσεις συντήρησης του τροχαίου υλικού πρέπει να καθιστούν δυνατή την εκτέλεση των εργασιών ασφάλειας, υγιεινής και άνεσης σε όλο το υλικό για το οποίο έχουν κατασκευαστεί.

2.6.  Διεξαγωγή και διαχείριση της κυκλοφορίας

2.6.1.  Ασφάλεια

Η σύγκλιση των κανόνων λειτουργίας των δικτύων, καθώς και τα προσόντα των μηχανοδηγών, του τεχνικού προσωπικού, των ελεγκτών κινήσεως και του εποχούμενου προσωπικού και του προσωπικού των κέντρων ελέγχου, πρέπει να εγγυώνται ασφαλή λειτουργία, λαμβανομένων υπόψη των διαφορετικών απαιτήσεων των διασυνοριακών και των εσωτερικών μεταφορών. Πρέπει να επιδιώκεται υψηλό επίπεδο κατάρτισης για ολόκληρη την Ένωση για την απόκτηση υψηλής ποιότητας πιστοποιητικών. [Τροπολογία 153]

Οι διαδικασίες και η συχνότητα συντήρησης, η εκπαίδευση και τα προσόντα του προσωπικού συντήρησης και των κέντρων ελέγχου, καθώς και το σύστημα διασφάλισης της ποιότητας που εφαρμόζεται στα κέντρα ελέγχου και συντήρησης των σχετικών φορέων εκμετάλλευσης, πρέπει να εγγυώνται υψηλό επίπεδο ασφάλειας.

2.6.2.  Αξιοπιστία και διαθεσιμότητα

Οι διαδικασίες και η συχνότητα συντήρησης, η εκπαίδευση και τα προσόντα του προσωπικού συντήρησης και των κέντρων ελέγχου, καθώς και το σύστημα διασφάλισης της ποιότητας που εφαρμόζεται από τους σχετικούς φορείς εκμετάλλευσης στα κέντρα ελέγχου και συντήρησης, πρέπει να εγγυώνται υψηλό επίπεδο αξιοπιστίας και διαθεσιμότητας του συστήματος.

2.6.3.  Τεχνική συμβατότητα

Η σύγκλιση των κανόνων λειτουργίας των δικτύων, καθώς και τα προσόντα των μηχανοδηγών, του εποχούμενου προσωπικού και του προσωπικού διαχείρισης της κυκλοφορίας, πρέπει να εγγυώνται την αποτελεσματική λειτουργία του σιδηροδρομικού συστήματος, λαμβανομένων υπόψη των διαφορετικών απαιτήσεων των διασυνοριακών και των εσωτερικών μεταφορών.

2.7.  Εφαρμογές τηλεπληροφορικής στις επιβατικές και στις εμπορευματικές μεταφορές

2.7.1.  Τεχνική συμβατότητα

Οι βασικές απαιτήσεις στον τομέα των εφαρμογών τηλεπληροφορικής που εγγυώνται κάποιο ελάχιστο ποιότητας εξυπηρέτησης των επιβατών και των πελατών του εμπορευματικού τομέα αφορούν ιδιαιτέρως την τεχνική συμβατότητα.

Για τις εφαρμογές αυτές πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα ώστε:

–  οι βάσεις δεδομένων, τα λογισμικά και τα πρωτόκολλα επικοινωνίας δεδομένων να αναπτύσσονται έτσι ώστε να εγγυώνται μέγιστες δυνατότητες ανταλλαγής δεδομένων, αφενός, μεταξύ διαφόρων εφαρμογών και, αφετέρου, μεταξύ διαφόρων φορέων εκμετάλλευσης, με εξαίρεση τα απόρρητα εμπορικά δεδομένα,

–  οι χρήστες να έχουν εύκολη πρόσβαση στις πληροφορίες.

2.7.2.  Αξιοπιστία και διαθεσιμότητα

Οι τρόποι χρήσης, διαχείρισης, προσαρμογής στα πρόσφατα δεδομένα και συντήρησης αυτών των βάσεων δεδομένων, λογισμικών και πρωτοκόλλων επικοινωνίας δεδομένων πρέπει να εγγυώνται την αποδοτικότητα των ανωτέρω συστημάτων και την ποιότητα εξυπηρέτησης.

2.7.3.  Υγεία

Στις διεπαφές των συστημάτων αυτών με τους χρήστες, πρέπει να τηρείται το ελάχιστο επίπεδο κανόνων εργονομίας και προστασίας της υγείας.

2.7.4.  Ασφάλεια

Για την αποθήκευση ή τη μετάδοση πληροφοριών που σχετίζονται με την ασφάλεια πρέπει να εξασφαλίζονται επαρκή επίπεδα ακεραιότητας και αξιοπιστίας.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

ΜΕΡΟΣ Α

Καταργηθείσες οδηγίες

με κατάλογο των διαδοχικών τροποποιήσεών τους

(κατά το άρθρο 55)

Οδηγία 2008/57/ΕΚ

(ΕΕ L 191 της 18.7.2008, σ. 1.)

Οδηγία 2009/131/ΕΚ

(ΕΕ L 273 της 17.10.2009, σ. 1.)

Οδηγία 2011/18/ΕΕ

(ΕΕ L 57 της 2.3.2011, σ. 21.)

ΜΕΡΟΣ B

Ημερομηνίες ενσωμάτωσης στο εθνικό δίκαιο

(κατά το άρθρο 55)

Οδηγία

Προθεσμία μεταφοράς

2008/57/ΕΚ

19 Ιουλίου 2010

2009/131/ΕΚ

19 Ιουλίου 2010

 2011/18/ΕΕ

31 Δεκεμβρίου 2011

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑΣ

Οδηγία 2008/57/ΕΚ

Παρούσα οδηγία

Άρθρο 1

Άρθρο 1

Άρθρο 2 στοιχεία α) έως κστ)

Άρθρο 2 παράγραφοι 1 έως 24

-----

Άρθρο 2 παράγραφοι 25 έως 41

Άρθρο 3

-----

Άρθρο 4

Άρθρο 3

Άρθρο 5 παράγραφοι 1 έως 3 στοιχείο ζ)

Άρθρο 4 παράγραφοι 1 έως 3 στοιχείο ζ)

-----

Άρθρο 4 παράγραφος 3 στοιχεία η) και θ)

Άρθρο 5 παράγραφοι 4 έως 8

Άρθρο 4 παράγραφοι 4 έως 8

Άρθρο 6

Άρθρο 5

Άρθρο 7

Άρθρο 6

Άρθρο 8

-----

Άρθρο 9

Άρθρο 7

Άρθρο 10

Άρθρο 8

Άρθρο 11

Άρθρο 9

Άρθρο 12

-----

Άρθρο 13

Άρθρο 10

Άρθρο 14

Άρθρο 11

Άρθρο 15 παράγραφος 1

Άρθρο 18 παράγραφος 3 και άρθρο 19 παράγραφος 2

Άρθρο 15 παράγραφοι 2 και 3

-----

Άρθρο 16

Άρθρο 12

Άρθρο 17

Άρθρα 13 και 14

Άρθρο 18

Άρθρο 15

Άρθρο 19

Άρθρο 16

-----

Άρθρο 17

-----

Άρθρο 18 (πλην παραγράφου 3)

-----

Άρθρα 19 και 20

Άρθρο 20

-----

Άρθρο 21

Άρθρο 21

Άρθρα 22 έως 25

----

Άρθρο 26

Άρθρο 22

-----

Άρθρο 21 παράγραφοι 3 έως 5

Άρθρο 27

Άρθρο 14 παράγραφος 8

Άρθρο 28 και παράρτημα VIII

Άρθρα 23 έως 41

Άρθρο 29

Άρθρο 48

Άρθρα 30 και 31

-----

Άρθρο 32

Άρθρο 42

Άρθρο 33

Άρθρο 43

Άρθρο 34

Άρθρο 44

Άρθρο 35

Άρθρο 45

Άρθρο 36

-----

-----

Άρθρα 46 και 47

Άρθρο 37

Άρθρο 49

Άρθρο 38

Άρθρο 54

Άρθρο 39

Άρθρο 50

-----

Άρθρα 51 και 52

-----

Άρθρα 53

Άρθρο 40

Άρθρο 55

Άρθρο 41

Άρθρο 56

Άρθρο 42

Άρθρο 57

Παραρτήματα I έως III

Παραρτήματα I έως III

Παράρτημα IV

Άρθρο 8 παράγραφος 2

Παραρτήματα V και VI

Άρθρο 15 παράγραφος 7

Παράρτημα VII

Άρθρο 14 παράγραφος 8

Παράρτημα VIII

Άρθρα 27, 28 και 29

Παράρτημα IX

Άρθρο 7 παράγραφος 3

Παράρτημα X

Παράρτημα IV

Παράρτημα XI

Παράρτημα V

(1) ΕΕ C 327, 12.11.2013, σ. 122.
(2) ΕΕ C 356, 5.12.2013, σ. 92.
(3) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 26ης Φεβρουαρίου 2014.
(4) Οδηγία 2008/57/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, σχετικά με τη διαλειτουργικότητα του κοινοτικού σιδηροδρομικού συστήματος (ΕΕ L 191 της 18.7.2008, σ. 1).
(5) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με την ευρωπαϊκή τυποποίηση, την τροποποίηση των οδηγιών του Συμβουλίου 89/686/ΕΟΚ και 93/15/ΕΟΚ και των οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 94/9/ΕΚ, 94/25/ΕΚ, 95/16/ΕΚ, 97/23/ΕΚ, 98/34/ΕΚ, 2004/22/ΕΚ, 2007/23/ΕΚ, 2009/23/ΕΚ και 2009/105/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 87/95/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της απόφασης αριθ. 1673/2006/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 316 της 14.11.2012, σ. 12).
(6) Οδηγία 2004/17/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών (ΕΕ L 134 της 30.4.2004, σ. 1).
(7) Απόφαση 2010/713/ΕΕ της Επιτροπής, της 9ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τις ενότητες των διαδικασιών αξιολόγησης της συμμόρφωσης, καταλληλότητας χρήσης και ελέγχου ΕΚ που πρέπει να χρησιμοποιούνται στις τεχνικές προδιαγραφές διαλειτουργικότητας που έχουν εγκριθεί δυνάμει της οδηγίας 2008/57/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2010) 7582] (ΕΕ L 319 της 4.12.2010, σ. 1).
(8) Οδηγία .../.../ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της .. (ΕΕ L…).
(9) Απόφαση αριθ. 768/2008/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για κοινό πλαίσιο εμπορίας των προϊόντων και για την κατάργηση της απόφασης 93/465/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 218 της 13.8.2008, σ. 82).
(10) Kανονισμός (ΕΚ) αριθ. 765/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για τον καθορισμό των απαιτήσεων διαπίστευσης και εποπτείας της αγοράς όσον αφορά την εμπορία των προϊόντων και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 339/93 του Συμβουλίου (ΕΕ L 218 της 13.8.2008, σ. 30).
(11) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).
(12) Οδηγία .../.../ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της ... [για τη δημιουργία ενιαίου ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού χώρου] (ΕΕ L…).
(13) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. …/... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της ..., σχετικά με τον Οργανισμό Σιδηροδρόμων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 881/2004 (ΕΕ L ...).
(14) Απόφαση 98/500/ΕΚ της Επιτροπής της 20ής Μαΐου 1998 για σύσταση επιτροπών κλαδικού διαλόγου για την προώθηση του διαλόγου μεταξύ των κοινωνικών εταίρων σε ευρωπαϊκό επίπεδο (ΕΕ L 225 της 12.8.1998, σ. 27).
(15) Οδηγία 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Ιουνίου 1998 για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και κανονισμών (ΕΕ L 204της 21.7.1998, σ. 37).
(16) Οδηγία 2012/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Νοεμβρίου 2012, για τη δημιουργία ενιαίου ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού χώρου (ΕΕ L 343 της 14.12.2012, σ. 32).
(17) Απόφαση 2007/756/ΕΚ της Επιτροπής, της 9ης Νοεμβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής προδιαγραφής για το εθνικό μητρώο οχημάτων που προβλέπεται στο άρθρο 14 παράγραφοι 4 και 5 της οδηγίας 96/48/ΕΚ και της οδηγίας 2001/16/ΕΚ (ΕΕ L 305 της 23.11.2007, σ. 30).
(18) ΕΕ L 343 της 14.12.2012, σ. 32.
(19) Εκτελεστική απόφαση 2011/633/ΕΕ της Επιτροπής, της 15ης Σεπτεμβρίου 2011, σχετικά με τις κοινές προδιαγραφές του μητρώου σιδηροδρομικής υποδομής (ΕΕ L 256 της 1.10.2011, σ. 1).
(20) Οδηγία 96/48/ΕΚ του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1996 σχετικά με τη διαλειτουργικότητα του διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος μεγάλης ταχύτητας (ΕΕ L 235 της 17.9.1996, σ. 6).

Τελευταία ενημέρωση: 11 Ιουλίου 2017Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου