Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2013/2130(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A7-0120/2014

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A7-0120/2014

Συζήτηση :

Ψηφοφορία :

PV 13/03/2014 - 14.13
CRE 13/03/2014 - 14.13

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P7_TA(2014)0249

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 473kWORD 117k
Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014 - Στρασβούργο Οριστική έκδοση
Εφαρμογή της Συνθήκης της Λισαβόνας σε ό,τι αφορά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
P7_TA(2014)0249A7-0120/2014

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 13ης Μαρτίου 2014 σχετικά με την εφαρμογή της Συνθήκης της Λισαβόνας όσον αφορά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (2013/2130(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–  έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

–  έχοντας υπόψη την απόφασή του, της 20ής Οκτωβρίου 2010, σχετικά με την αναθεώρηση της συμφωνίας-πλαισίου για τις σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής(1) ,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 22ας Νοεμβρίου 2012, σχετικά με τις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το 2014(2) και το ψήφισμά του, της 4ης Ιουλίου 2013, σχετικά με τη βελτίωση της οργάνωσης των εκλογών για την ανάδειξη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το 2014(3) ,

–  έχοντας υπόψη τη συμφωνία-πλαίσιο για τις σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής(4) ,

–  έχοντας υπόψη τις εν εξελίξει διαπραγματεύσεις για την αναθεώρηση της διοργανικής συμφωνίας της 20ής Νοεμβρίου 2002 μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την πρόσβαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε ευαίσθητες πληροφορίες στον τομέα της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας(5) ,

–  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 7ης Μαΐου 2009 σχετικά με τον νέο ρόλο και τις νέες αρμοδιότητες του Κοινοβουλίου στο πλαίσιο της εφαρμογής της Συνθήκης της Λισαβόνας(6) ,

–  έχοντας υπόψη το άρθρο 48 του Κανονισμού του,

–  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου, της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (A7-0120/2014),

Α.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας αυξάνει τη δημοκρατική νομιμοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω της ενίσχυσης του ρόλου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στη διαδικασία που οδηγεί στην εκλογή του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και στη διαδικασία ανάληψης καθηκόντων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής·

Β.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τη νέα διαδικασία για την εκλογή του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία προβλέπεται στη Συνθήκη της Λισαβόνας, το Κοινοβούλιο εκλέγει τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με την πλειοψηφία των μελών που το απαρτίζουν·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας ορίζει ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο πρέπει να λαμβάνει υπόψη το αποτέλεσμα των εκλογών για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και να προβαίνει σε διαβουλεύσεις με το νέο Κοινοβούλιο, πριν προτείνει έναν υποψήφιο για το αξίωμα του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι καθένα από τα μεγάλα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα βρίσκεται σε διαδικασία παρουσίασης του υποψηφίου του για το αξίωμα του Προέδρου της Επιτροπής·

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο εκλεγμένος Πρόεδρος της νέας Επιτροπής θα πρέπει να κάνει πλήρη χρήση των προνομίων που του ανατίθενται από τη Συνθήκη της Λισαβόνας και να λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να διασφαλίσει την αποτελεσματική λειτουργία της επόμενης Επιτροπής παρά το μέγεθός της, το οποίο, λόγω των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, δεν πρόκειται να μειωθεί, όπως προβλέπεται στη Συνθήκη της Λισαβόνας·

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι πρέπει να ενισχυθεί η υποχρέωση λογοδοσίας της Επιτροπής στο Κοινοβούλιο μέσω του ετήσιου και του πολυετούς προγραμματισμού της Ένωσης, καθώς και μέσα από τη δημιουργία συμμετρίας μεταξύ των πλειοψηφιών που απαιτούνται για την εκλογή του Προέδρου της Επιτροπής και για την πρόταση μομφής·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι πρέπει να ενισχυθεί ο ρόλος του Κοινοβουλίου ως ρυθμιστή του θεματολογίου για νομοθετικά θέματα και ότι πρέπει να εφαρμοστεί πλήρως η αρχή σύμφωνα με την οποία το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έχουν ισότιμο ρόλο σε νομοθετικά θέματα, η οποία κατοχυρώνεται στη Συνθήκη της Λισαβόνας·

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, με την ευκαιρία της ανάληψης των καθηκόντων της νέας Επιτροπής, οι ισχύουσες διοργανικές συμφωνίες πρέπει να αναθεωρηθούν και να βελτιωθούν·

Θ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 36 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) ορίζει ότι ο Ύπατος Εκπρόσωπος της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας θα πρέπει να ζητεί τακτικά τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσον αφορά τις κύριες πτυχές και τις βασικές επιλογές της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας και της κοινής πολιτικής ασφαλείας και άμυνας, και να το ενημερώνει για την εξέλιξη των πολιτικών αυτών· επιπλέον, ο Ύπατος Εκπρόσωπος θα πρέπει να μεριμνά ώστε οι απόψεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να λαμβάνονται δεόντως υπόψη·

Ι.  λαμβάνοντας υπόψη ότι στη δήλωση της Ύπατης Εκπροσώπου για την πολιτική λογοδοσία(7) , την οποία υπέβαλε κατόπιν της έκδοσης απόφασης του Συμβουλίου για την ΕΥΕΔ, ορίζεται ότι η Ύπατη Εκπρόσωπος θα αναθεωρήσει και, εάν χρειάζεται, θα προτείνει προσαρμογή των ισχυουσών διατάξεων(8) περί της πρόσβασης των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στα διαβαθμισμένα έγγραφα και τις πληροφορίες στον τομέα της πολιτικής ασφαλείας και άμυνας·

ΙΑ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 218 παράγραφος 10 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), το Κοινοβούλιο πρέπει να ενημερώνεται αμέσως και πλήρως σε όλα τα στάδια της διαδικασίας διαπραγμάτευσης και σύναψης διεθνών συμφωνιών, και λαμβάνοντας υπόψη ότι η εν λόγω διάταξη ισχύει επίσης για συμφωνίες που αφορούν την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας·

Νομιμοποίηση και πολιτική λογοδοσία της Επιτροπής

(Ανάληψη καθηκόντων και απομάκρυνση της Επιτροπής)

1.  τονίζει την ανάγκη να ενισχυθεί η δημοκρατική νομιμοποίηση, η ανεξαρτησία και ο πολιτικός ρόλος της Επιτροπής· αναφέρει ότι η νέα διαδικασία σύμφωνα με την οποία ο Πρόεδρος της Επιτροπής εκλέγεται από το Κοινοβούλιο θα ενισχύσει τη νομιμοποίηση και τον πολιτικό ρόλο της Επιτροπής και θα καταστήσει πιο σημαντικές τις ευρωπαϊκές εκλογές, μέσα από την αμεσότερη σύνδεση της επιλογής των ψηφοφόρων στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με την εκλογή του Προέδρου της Επιτροπής·

2.  τονίζει ότι θα πρέπει να αξιοποιηθούν πλήρως οι δυνατότητες για ενίσχυση της δημοκρατικής νομιμοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης που προβλέπει η Συνθήκη της Λισαβόνας, μεταξύ άλλων μέσω της ανάδειξης υποψηφίων για το αξίωμα του Προέδρου της Επιτροπής από τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα, προσδίδοντας με τον τρόπο αυτό μια νέα πολιτική διάσταση στις ευρωπαϊκές εκλογές και συνδέοντας περαιτέρω την ψήφο των πολιτών με την εκλογή του Προέδρου της Επιτροπής από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο·

3.  ζητεί επιτακτικά από την επόμενη Συνέλευση να εξετάσει τον τρόπο συγκρότησης της Επιτροπής με στόχο να ενισχυθεί η δημοκρατική νομιμοποίηση της Επιτροπής· ζητεί επιτακτικά από τον επόμενο Πρόεδρο της Επιτροπής να εξετάσει τον τρόπο με τον οποίον η σύνθεση, η δομή και οι πολιτικές προτεραιότητες της Επιτροπής θα ενισχύσουν μια πολιτική εγγύτητας προς τους πολίτες·

4.  επαναβεβαιώνει ότι όλα τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα πρέπει να ορίσουν τους υποψηφίους τους για το αξίωμα του Προέδρου της Επιτροπής εντός εύλογης προθεσμίας πριν από την προγραμματισμένη ημερομηνία των ευρωπαϊκών εκλογών·

5.  αναμένει από τους υποψηφίους για το αξίωμα του Προέδρου της Επιτροπής να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην εκστρατεία για τις ευρωπαϊκές εκλογές, διανέμοντας και προωθώντας σε όλα τα κράτη μέλη το πολιτικό πρόγραμμα του ευρωπαϊκού πολιτικού τους κόμματος·

6.  επαναλαμβάνει την πρόσκλησή του προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να διασαφηνίσει, εγκαίρως και πριν από τις εκλογές, με ποιο τρόπο θα λάβει υπόψη τις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και θα τιμήσει την επιλογή των πολιτών στην πρότασή του για υποψήφιο για το αξίωμα του Προέδρου της Επιτροπής, στο πλαίσιο διαβουλεύσεων που θα διεξαχθούν μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, σύμφωνα με τη δήλωση 11 που προσαρτάται στη Συνθήκη της Λισαβόνας· επαναλαμβάνει, σε αυτό το πλαίσιο, την έκκλησή του προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να καθορίσει από κοινού με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τις λεπτομέρειες των διαβουλεύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 7 της ΣΕΕ και να μεριμνήσει για την ομαλή διεξαγωγή της διαδικασίας που θα οδηγήσει στην εκλογή Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όπως προβλέπεται στη δήλωση 11 όσον αφορά το άρθρο 17 παράγραφοι 6 και 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση·

7.  ζητεί όσο το δυνατόν περισσότερα από τα μέλη της επόμενης Επιτροπής να επιλεγούν μεταξύ των εκλεγμένων βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου·

8.  κρίνει ότι ο εκλεγμένος Πρόεδρος της Επιτροπής θα πρέπει να ενεργεί με μεγαλύτερη αυτονομία κατά τη διαδικασία επιλογής των υπόλοιπων μελών της Επιτροπής· καλεί τις κυβερνήσεις των κρατών μελών να διατυπώσουν ισορροπημένες στο θέμα του φύλου προτάσεις για υποψηφίους· ζητεί από τον εκλεγμένο Πρόεδρο της Επιτροπής να τονίσει στις κυβερνήσεις των κρατών μελών ότι οι υποψήφιοι για το αξίωμα του Επιτρόπου πρέπει να του/της δίνει τη δυνατότητα να προβεί σε μια ισορροπημένη από άποψη φύλου σύνθεση του Σώματος και να απορρίπτει κάθε προτεινόμενο υποψήφιο που δεν διαθέτει γενικές ικανότητες, ευρωπαϊκή προσήλωση ή αδιαμφισβήτητη ανεξαρτησία·

9.  κρίνει ότι, σε συνέχεια της πολιτικής συμφωνίας που επιτεύχθηκε κατά τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 11 και 12 Δεκεμβρίου 2008 και μετά την απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της, 22ας Μαΐου 2013 σχετικά με τον αριθμό των μελών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, θα πρέπει να προβλεφθούν πρόσθετα μέτρα για την αποτελεσματικότερη λειτουργία της Επιτροπής, όπως ο διορισμός Επιτρόπων άνευ χαρτοφυλακίου ή η καθιέρωση ενός συστήματος Αντιπροέδρων της Επιτροπής με καθήκοντα πάνω σε μείζονες θεματικές δέσμες και με αρμοδιότητες συντονισμού του έργου της Επιτροπής στους αντίστοιχους τομείς, με την επιφύλαξη του δικαιώματος διορισμού ενός Επιτρόπου ανά κράτος μέλος και του δικαιώματος ψηφοφορίας για όλους τους Επιτρόπους·

10.  ζητεί από την προσεχή Συνέλευση να επανεξετάσει το ζήτημα του μεγέθους της Επιτροπής, καθώς και της οργάνωσης και λειτουργίας της·

11.  θεωρεί ότι η σύνθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής πρέπει να εξασφαλίζει σταθερότητα στον αριθμό και στο περιεχόμενο των χαρτοφυλακίων και να κατοχυρώνει ταυτόχρονα μια ισορροπημένη διαδικασία λήψης αποφάσεων·

12.  τονίζει ότι, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 της συμφωνίας-πλαισίου για τις σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής, ο υποψήφιος για την Προεδρία της Επιτροπής πρέπει να κληθεί να υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μετά από τον διορισμό του/της από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, τις πολιτικές κατευθυντήριες γραμμές για τη θητεία του/της, συνοδευόμενες από μια διεξοδική ανταλλαγή απόψεων, προτού το Κοινοβούλιο εκλέξει τον προτεινόμενο υποψήφιο για την Προεδρία της Επιτροπής·

13.  προτρέπει τον μελλοντικό προτεινόμενο Πρόεδρο της Επιτροπής να λάβει δεόντως υπόψη του τις προτάσεις και τις συστάσεις για τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχουν γίνει ήδη από το Κοινοβούλιο βάσει εκθέσεων ιδίας πρωτοβουλίας ή ψηφισμάτων που έλαβαν την υποστήριξη μιας ευρείας πλειοψηφίας των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και στα οποία δεν έδωσε ικανοποιητική συνέχεια η προηγούμενη Επιτροπή έως τη λήξη της θητείας της·

14.  θεωρεί ότι, σε μια μελλοντική αναθεώρηση των Συνθηκών, η πλειοψηφία που απαιτείται επί του παρόντος για πρόταση μομφής κατά της Επιτροπής, δυνάμει του άρθρου 234 της ΣΛΕΕ, πρέπει να μειωθεί, ώστε να απαιτείται μόνον πλειοψηφία των βουλευτών που απαρτίζουν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η λειτουργία των θεσμικών οργάνων·

15.  θεωρεί ότι, ανεξάρτητα από τη συλλογική ευθύνη του σώματος των Επιτρόπων για τις πράξεις της Επιτροπής, Επίτροποι σε ατομικό επίπεδο μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνοι για τις πράξεις των Γενικών Διευθύνσεών τους·

Νομοθετική πρωτοβουλία και δραστηριότητα

(Κοινοβουλευτική αρμοδιότητα και έλεγχος)

16.  τονίζει ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας επιδίωκε να αποτελέσει ένα βήμα προόδου για τη διασφάλιση πιο διαφανών και δημοκρατικών διαδικασιών λήψης αποφάσεων, που θα αντικατοπτρίζουν τη δέσμευση της Συνθήκης για μια στενότερη ένωση των λαών της Ευρώπης, στην οποία οι αποφάσεις λαμβάνονται όσο το δυνατό πιο ανοικτά και όσο το δυνατό πιο κοντά στους πολίτες, ενισχύοντας το ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων, και παρέχοντας με τον τρόπο αυτό πιο δημοκρατικές και διαφανείς διαδικασίες για την έγκριση των πράξεων της Ένωσης, οι οποίες είναι ουσιαστικής σημασίας δεδομένου του αντικτύπου των πράξεων αυτών στους πολίτες και στις επιχειρήσεις· επισημαίνει, ωστόσο, ότι η επίτευξη του δημοκρατικού αυτού στόχου υπονομεύεται εάν τα θεσμικά όργανα της ΕΕ δεν σέβονται τις αρμοδιότητες των άλλων θεσμικών οργάνων, τις διαδικασίες που καθορίζονται στις Συνθήκες και την αρχή της έντιμης συνεργασίας·

17.  υπογραμμίζει την ανάγκη ειλικρινούς συνεργασίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων που συμμετέχουν στη νομοθετική διαδικασία όσον αφορά την ανταλλαγή εγγράφων, όπως νομικών γνωμοδοτήσεων, ώστε να καταστεί δυνατός ένας εποικοδομητικός, ειλικρινής και νομικά έγκυρος διάλογος μεταξύ των θεσμικών οργάνων·

18.  σημειώνει ότι, αφότου η ΣΛΕΕ τέθηκε σε ισχύ, το Κοινοβούλιο έχει αποδείξει την προσήλωση και την ευθύνη του ως συν-νομοθέτης και ότι η αλληλεπίδραση μεταξύ Κοινοβουλίου και Επιτροπής ήταν σε γενικές γραμμές θετική και βασίζεται σε απρόσκοπτη επικοινωνία και μια προσέγγιση με πνεύμα συνεργασίας·

19.  είναι της γνώμης ότι, ενώ η συνολική αξιολόγηση των διοργανικών σχέσεων μεταξύ του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής είναι θετική, υπάρχει ακόμα μια σειρά από ζητήματα και ελλείψεις που απαιτούν μεγαλύτερη προσοχή και δράση·

20.  τονίζει ότι η επιδίωξη για αποτελεσματικότητα δεν πρέπει να συνεπάγεται χειρότερη ποιότητα της νομοθεσίας ή ακύρωση των στόχων του Κοινοβουλίου· θεωρεί ότι, παράλληλα με αυτή την επιδίωξη για αποτελεσματικότητα, το Κοινοβούλιο πρέπει να διατηρήσει τα κατάλληλα νομοθετικά πρότυπα και να εξακολουθήσει να επιδιώκει τους δικούς του στόχους, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι η νομοθεσία σχεδιάζεται σωστά, ανταποκρίνεται σε σαφώς εντοπισμένες ανάγκες και συμμορφώνεται με την αρχή της επικουρικότητας·

21.  τονίζει ότι η πρόκληση για διαφάνεια είναι διαρκώς παρούσα και κοινή για όλα τα θεσμικά όργανα, και ειδικότερα στις συμφωνίες σε πρώτη ανάγνωση· σημειώνει ότι το Κοινοβούλιο ανταποκρίθηκε καταλλήλως στην πρόκληση αυτή εγκρίνοντας τα νέα άρθρα 70 και 70α του Κανονισμού του·

22.  εκφράζει την ανησυχία του σχετικά με τα προβλήματα που εξακολουθούν να υφίστανται όσον αφορά την εφαρμογή της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας, ιδίως στο πλαίσιο της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής (ΚΓΠ), της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) και του Χώρου Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης («Πρόγραμμα της Στοκχόλμης»), καθώς και όσον αφορά την ευθυγράμμιση των πράξεων του πρώην τρίτου πυλώνα με την ιεραρχία των κανόνων δικαίου της Συνθήκης της Λισαβόνας, και γενικά όσον αφορά τη συνεχιζόμενη «ασυμμετρία» ως προς τη διαφάνεια της συμμετοχής της Επιτροπής στις προπαρασκευαστικές εργασίες των δύο κλάδων της νομοθετικής εξουσίας· στο πλαίσιο αυτό, υπογραμμίζει τη σημασία προσαρμογής των μεθόδων εργασίας του Συμβουλίου, ώστε οι εκπρόσωποι του Κοινοβουλίου να έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν σε ορισμένες από τις συνεδριάσεις του, όταν κάτι τέτοιο δικαιολογείται δεόντως σύμφωνα με την αρχή της αμοιβαίως ειλικρινούς συνεργασίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων·

23.  επισημαίνει ότι η επιλογή της ορθής νομικής βάσης, όπως έχει επιβεβαιώσει το Δικαστήριο, είναι θέμα συνταγματικής φύσεως, καθώς καθορίζει την ύπαρξη και την έκταση της αρμοδιότητας της ΕΕ, τις ακολουθητέες διαδικασίες και τις αντίστοιχες αρμοδιότητες των θεσμικών φορέων που εμπλέκονται στην έκδοση μιας πράξης· εκφράζει, συνεπώς, τη λύπη του για το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο υποχρεώθηκε επανειλημμένα να προσφύγει στο Δικαστήριο για την ακύρωση πράξεων που είχε εγκρίνει το Συμβούλιο λόγω της επιλεγείσας νομικής βάσης, συμπεριλαμβανομένων δύο πράξεων που είχαν εγκριθεί στο πλαίσιο του παρωχημένου «τρίτου πυλώνα» πολύ μετά θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας(9) ·

24.  προειδοποιεί για το ενδεχόμενο να καταστρατηγηθεί το δικαίωμα του Κοινοβουλίου να νομοθετεί, με την προσθήκη διατάξεων σε προτάσεις πράξεων του Συμβουλίου που θα πρέπει να υπόκεινται στη συνήθη νομοθετική διαδικασία, με τη χρησιμοποίηση απλών κατευθυντηρίων γραμμών της Επιτροπής ή μη εφαρμοστέων εκτελεστικών ή κατ' εξουσιοδότηση πράξεων ή με την μη υποβολή πρότασης για τις ν ομοθετικές διατάξεις που απαιτούνται για την εφαρμογή της Κοινής Εμπορικής Πολιτικής (ΚΕΠ) ή διεθνών εμπορικών και επενδυτικών συμφωνιών·

25.  ζητεί από την Επιτροπή να κάνει καλύτερη χρήση του προνομοθετικού σταδίου, ιδίως των πολύτιμων συνεισφορών που έχουν γίνει βάσει της Πράσινης και Λευκής Βίβλου, και να ενημερώνει τακτικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τις προπαρασκευαστικές εργασίες που επιτελούνται από τις υπηρεσίες της, επί ίσοις όροις με το Συμβούλιο·

26.  είναι της άποψης ότι το Κοινοβούλιο οφείλει να αναπτύξει περαιτέρω και να αξιοποιήσει πλήρως την αυτόνομη δομή του για εκτίμηση των επιπτώσεων οιωνδήποτε ουσιαστικών αλλαγών ή τροποποιήσεων επί της αρχικής πρότασης που υποβάλλει η Επιτροπή·

27.  τονίζει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πρέπει επίσης να ενισχύσει την αυτόνομη εκ μέρους του αξιολόγηση των επιπτώσεων που έχουν στα θεμελιώδη δικαιώματα οι νομοθετικές προτάσεις και οι τροπολογίες που εξετάζονται ως μέρος της νομοθετικής διαδικασίας και να καθιερώσει μηχανισμούς παρακολούθησης των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων·

28.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι, ενώ η Επιτροπή επισήμως εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της απαντώντας εντός τριών μηνών στα αιτήματα του Κοινοβουλίου για νομοθετικές πρωτοβουλίες, δεν προτείνει πάντοτε πραγματική και ουσιαστική συνέχεια για αυτές·

29.  ζητεί, κατά την επόμενη αναθεώρηση των Συνθηκών, να αναγνωριστεί πλήρως το δικαίωμα νομοθετικής πρωτοβουλίας του Κοινοβουλίου, καθιστώντας υποχρεωτική για την Επιτροπή την παρακολούθηση όλων των αιτημάτων που υποβάλλονται από το Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 225 της ΣΛΕΕ μέσω της υποβολής νομοθετικής πρότασης εντός κατάλληλης προθεσμίας·

30.  θεωρεί ότι, κατά την επόμενη αναθεώρηση των Συνθηκών, η εξουσία της Επιτροπής να αποσύρει νομοθετικές προτάσεις θα πρέπει να περιοριστεί στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες, μετά την έγκριση τη θέσης του Κοινοβουλίου σε πρώτη ανάγνωση, το Κοινοβούλιο συμφωνεί ότι η πρόταση δεν είναι πλέον αιτιολογημένη λόγω αλλαγής των συνθηκών·

31.  επισημαίνει ότι το Κοινοβούλιο χαιρέτισε, κατ' αρχήν, τη θέσπιση των κατ' εξουσιοδότηση πράξεων στο άρθρο 290 της ΣΛΕΕ επειδή διευρύνουν το εποπτικό πεδίο, τονίζει όμως ότι η ανάθεση τέτοιων κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιοτήτων ή εκτελεστικών αρμοδιοτήτων δυνάμει του άρθρου 291 δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση υποχρέωση· αναγνωρίζει ότι η χρήση των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων πρέπει να εξετάζεται όταν απαιτούνται ευελιξία και αποτελεσματικότητα που δεν μπορούν να επιτευχθούν μέσω της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας, με την προϋπόθεση ότι ο σκοπός, το περιεχόμενο, το πεδίο εφαρμογής και η διάρκεια αυτής της εξουσιοδότησης ορίζονται ρητά και ότι οι προϋποθέσεις στις οποίες υπόκειται η εξουσιοδότηση περιγράφονται σαφώς στη βασική πράξη· εκφράζει ανησυχία για την τάση του Συμβουλίου να επιμένει στη χρήση εκτελεστικών πράξεων για διατάξεις στην περίπτωση των οποίων θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν μόνο η βασική πράξη ή κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις· τονίζει ότι ο νομοθέτης μπορεί να αποφασίσει να επιτρέψει τη χρήση εκτελεστικών πράξεων μόνο για την έγκριση στοιχείων που δεν ισοδυναμούν με περαιτέρω πολιτικό προσανατολισμό· αναγνωρίζει ότι το άρθρο 290 περιορίζει ρητά το πεδίο των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων στα μη ουσιώδη στοιχεία μιας νομοθετικής πράξης και ότι, ως εκ τούτου, οι κατ' εξουσιοδότηση πράξεις δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται σε σχέση με κανόνες που είναι ουσιώδεις για το ρυθμιζόμενο ζήτημα της σχετικής νομοθεσίας·

32.  εφιστά την προσοχή στην ανάγκη κατάλληλης διάκρισης ανάμεσα στα ουσιώδη στοιχεία μιας νομοθετικής πράξης, σχετικά με τα οποία μπορεί να αποφασίζει μόνο η νομοθετική αρχή στην ίδια τη νομοθετική πράξη, και στα μη ουσιώδη στοιχεία, τα οποία μπορούν να συμπληρώνονται ή να τροποποιούνται με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις·

33.  κατανοεί ότι οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις μπορούν να αποτελέσουν ένα ευέλικτο και αποτελεσματικό εργαλείο· τονίζει τη σημασία της επιλογής ανάμεσα σε κατ’ εξουσιοδότηση και σε εκτελεστικές πράξεις, από την άποψη της τήρησης των απαιτήσεων της Συνθήκης, με παράλληλη διασφάλιση των προνομίων του Κοινοβουλίου σε σχέση με τη θέσπιση κανόνων, και επαναλαμβάνει το αίτημά του προς την Επιτροπή και το Συμβούλιο να συμφωνήσουν με το Κοινοβούλιο στην εφαρμογή των κριτηρίων χρήσης των άρθρων 290 και 291 της ΣΛΕΕ, ούτως ώστε οι εκτελεστικές πράξεις να μην χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατο των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων·

34.  ζητεί επιτακτικά από την Επιτροπή να συμπεριλαμβάνει επαρκώς το Κοινοβούλιο στο προπαρασκευαστικό στάδιο των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων και να παρέχει στους βουλευτές του όλες τις σχετικές πληροφορίες, σύμφωνα με την παράγραφο 15 της συμφωνίας-πλαισίου για τις σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής·

35.  ζητεί από την Επιτροπή να συμμορφωθεί με τη συμφωνία-πλαίσιο που αφορά την πρόσβαση των εμπειρογνωμόνων του Κοινοβουλίου στις συνεδριάσεις των εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής, αποτρέποντας την αντιμετώπισή τους ως επιτροπών «επιτροπολογίας», υπό τον όρο ότι εξετάζουν άλλα θέματα εκτός των εκτελεστικών μέτρων κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011·

36.  τονίζει την ιδιαίτερη σημασία και τις συνέπειες της ενσωμάτωσης του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων στη Συνθήκη της Λισαβόνας· επισημαίνει ότι ο Χάρτης έχει καταστεί νομικά δεσμευτικός για τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και για τα κράτη μέλη όταν αυτά εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης, μετατρέποντας με τον τρόπο αυτό τις βασικές αξίες σε συγκεκριμένα δικαιώματα·

37.  υπενθυμίζει ότι με τη Συνθήκη της Λισαβόνας εισάγεται το νέο δικαίωμα ανάληψης μιας Πρωτοβουλίας Ευρωπαίων Πολιτών (ECI)· τονίζει την ανάγκη άρσης όλων των τεχνικών και γραφειοκρατικών εμποδίων που εξακολουθούν να παρεμποδίζουν την αποτελεσματική χρήση της Πρωτοβουλίας Ευρωπαίων Πολιτών, και ενθαρρύνει την ενεργό συμμετοχή των πολιτών στη διαμόρφωση των πολιτικών της ΕΕ·

38.  υπογραμμίζει τον σημαντικότερο ρόλο που ανατίθεται στα εθνικά κοινοβούλια στη Συνθήκη της Λισαβόνας και τονίζει ότι, παράλληλα με το ρόλο που διαδραματίζουν όσον αφορά την παρακολούθηση της τήρησης των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, μπορούν να συμβάλουν και συμβάλλουν θετικά στο πλαίσιο του Πολιτικού Διαλόγου· φρονεί ότι ο ενεργός ρόλος που μπορούν να διαδραματίσουν τα εθνικά κοινοβούλια όσον αφορά τη καθοδήγηση των μελών του Συμβουλίου Υπουργών, από κοινού με την αγαστή συνεργασία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων, μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία υγιούς κοινοβουλευτικού αντίβαρου στην άσκηση εκτελεστικών εξουσιών κατά τη λειτουργία της ΕΕ· παραπέμπει επίσης στις αιτιολογημένες γνώμες που έχουν υποβάλει εθνικά κοινοβούλια δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 2 του Πρωτοκόλλου αριθ. 2, στις οποίες αναφέρεται ότι το ευρύ πεδίο της εξουσιοδότησης δυνάμει του άρθρου 290 της ΣΛΕΕ σε προτεινόμενες πράξεις δεν καθιστά δυνατόν να αξιολογηθεί εάν η συγκεκριμένη νομοθετική πραγματικότητα συνάδει ή όχι με την αρχή της επικουρικότητας·

Διεθνείς σχέσεις

(Κοινοβουλευτική αρμοδιότητα και έλεγχος)

39.  υπενθυμίζει ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας αύξησε το ρόλο και τις εξουσίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στον τομέα των διεθνών συμφωνιών, και επισημαίνει ότι οι διεθνείς συμφωνίες καλύπτουν τώρα όλο και περισσότερο τομείς που αφορούν τη καθημερινή ζωή των πολιτών και που κατά παράδοση, και σύμφωνα με το πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ, εμπίπτουν στο πεδίο της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας· θεωρεί ότι αποτελεί επιτακτική ανάγκη η διάταξη του άρθρου 218 παράγραφος 10 της ΣΛΕΕ, η οποία ορίζει ότι το Κοινοβούλιο πρέπει να ενημερώνεται αμέσως και πλήρως σε όλα τα στάδια της διαδικασίας σύναψης διεθνών συμφωνιών, να εφαρμόζεται κατά τρόπο συνάδοντα με το άρθρο 10 της ΣΕΕ, σύμφωνα με το οποίο η λειτουργία της Ένωσης θεμελιώνεται στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, η οποία απαιτεί την ύπαρξη διαφάνειας και τη δημοκρατικής συζήτησης για τα θέματα για τα οποία πρόκειται να ληφθεί απόφαση·

40.  σημειώνει ότι, με την απόρριψη των συμφωνιών SWIFT και ACTA, το Κοινοβούλιο έκανε χρήση των νεοαποκτηθέντων προνομίων του·

41.  υπογραμμίζει ότι, δυνάμει του άρθρου 18 της ΣΕΕ, ο ΥΕ/ΑΠ είναι επιφορτισμένος να μεριμνά για τη συνοχή της εξωτερικής δράσης της ΕΕ· υπογραμμίζει, περαιτέρω, ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 17 και 36 της ΣΕΕ, ο ΥΕ/ΑΠ υποχρεούται να λογοδοτεί στο Κοινοβούλιο και να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του έναντι του Κοινοβουλίου όπως αυτές απορρέουν από τη Συνθήκη·

42.  υπενθυμίζει, όσον αφορά τις διεθνείς συμφωνίες, το προνόμιο του Κοινοβουλίου να ζητεί από το Συμβούλιο να μην εγκρίνει την έναρξη διαπραγματεύσεων προτού το Κοινοβούλιο εκφράσει τη θέση του επί της προτεινόμενης διαπραγματευτικής εντολής, και πιστεύει ότι θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μιας συμφωνίας πλαισίου με το Συμβούλιο·

43.  τονίζει την ανάγκη να εξασφαλιστεί ότι η Επιτροπή προβαίνει στην εκ των προτέρων ενημέρωση του Κοινοβουλίου όσον αφορά την πρόθεσή της να ξεκινήσει διεθνείς διαπραγματεύσεις, ότι το Κοινοβούλιο έχει πραγματικά τη δυνατότητα να εκφέρει εμπεριστατωμένη γνώμη σχετικά με τις διαπραγματευτικές εντολές, καθώς και ότι η γνώμη του λαμβάνεται υπόψη· επιμένει ότι οι διεθνείς συμφωνίες πρέπει να περιέχουν τους δέοντες όρους ώστε να συμμορφώνονται με το άρθρο 21 της ΣΕΕ·

44.  αποδίδει μεγάλη σημασία στην ένταξη ρητρών περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις διεθνείς συμφωνίες, καθώς και κεφαλαίων περί αειφόρου ανάπτυξης στις εμπορικές και επενδυτικές συμφωνίες, και εκφράζει την ικανοποίησή του για τις πρωτοβουλίες του Κοινοβουλίου σχετικά με την έγκριση χαρτών πορείας αναφορικά με βασικές προϋποθέσεις· υπενθυμίζει στην Επιτροπή την ανάγκη να λαμβάνονται υπόψη οι απόψεις και τα ψηφίσματα του Κοινοβουλίου και να παρέχονται πληροφορίες για το αν αυτά έχουν ενσωματωθεί στις διαπραγματεύσεις διεθνών συμφωνιών και στα σχέδια νομοθετικών διατάξεων· ευελπιστεί ότι τα μέσα που είναι αναγκαία για την ανάπτυξη της επενδυτικής πολιτικής της ΕΕ θα καταστούν εγκαίρως λειτουργικά·

45.  ζητεί επιτακτικά, σύμφωνα με το άρθρο 218 παράγραφος 10 της ΣΛΕΕ, να υπάρχει άμεση, πλήρης και ακριβής ενημέρωση του Κοινοβουλίου σε όλα τα στάδια των διαδικασιών για τη σύναψη διεθνών συμφωνιών, συμπεριλαμβανομένων των συμφωνιών που συνάπτονται στον τομέα της ΚΕΠΠΑ, και να του δίδεται πρόσβαση στα κείμενα διαπραγμάτευσης της Ένωσης με βάση τις κατάλληλες διαδικασίες και προϋποθέσεις, ώστε να διασφαλίζεται ότι το Κοινοβούλιο είναι σε θέση να λαμβάνει την τελική του απόφαση με πλήρη γνώση του θέματος· τονίζει ότι για να έχει η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικό νόημα, τα ενδιαφερόμενα μέλη των επιτροπών πρέπει να έχουν πρόσβαση στις διαπραγματευτικές εντολές καθώς και σε άλλα συναφή με τις διαπραγματεύσεις έγγραφα·

46.  επισημαίνει ότι, παράλληλα με την τήρηση της αρχής σύμφωνα με την οποία η σύμφωνη γνώμη του Κοινοβουλίου για τις διεθνείς συμφωνίες δεν μπορεί να υπόκειται σε όρους, το Κοινοβούλιο δικαιούται να διατυπώνει συστάσεις για την εφαρμογή των συμφωνιών στην πράξη· ζητεί, για τον σκοπό αυτόν, από την Επιτροπή να υποβάλλει τακτικά εκθέσεις στο Κοινοβούλιο σχετικά με την εφαρμογή των διεθνών συμφωνιών, συμπεριλαμβανομένων των ρητρών περί ανθρώπινων δικαιωμάτων και άλλων όρων των συμφωνιών·

47.  υπενθυμίζει την ανάγκη αποφυγής της προσωρινής εφαρμογής διεθνών συμφωνιών προτού το Κοινοβούλιο δώσει την έγκρισή του, εκτός εάν το Κοινοβούλιο συμφωνήσει να χορηγήσει εξαίρεση· υπογραμμίζει ότι οι κανόνες που απαιτούνται για την εσωτερική εφαρμογή των διεθνών συμφωνιών δεν μπορούν να εγκρίνονται μόνον από το Συμβούλιο στο πλαίσιο της απόφασής του για τη σύναψη της συμφωνίας, και ότι πρέπει να τηρούνται πλήρως οι δέουσες νομοθετικές διαδικασίες που προβλέπονται από τις Συνθήκες·

48.  επιβεβαιώνει εκ νέου ότι απαιτείται από το Κοινοβούλιο να θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να παρακολουθεί την εφαρμογή των διεθνών συμφωνιών·

49.  επιμένει ότι το Κοινοβούλιο πρέπει να έχει λόγο στις αποφάσεις περί αναστολής ή καταγγελίας των διεθνών συμφωνιών, για τη σύναψη των οποίων απαιτείται η έγκριση του Κοινοβουλίου·

50.  καλεί την ΥΕ/ΑΠ να ενισχύσει, σύμφωνα και με τη δήλωση για την πολιτική λογοδοσία, τη συστηματική εκ των προτέρων διαβούλευση με το Κοινοβούλιο σχετικά με νέα στρατηγικά έγγραφα, έγγραφα πολιτικής και εντολές·

51.  ζητεί, σύμφωνα με τη δέσμευση που ανέλαβε η ΥΕ/ΑΠ στο πλαίσιο της δήλωσης για την πολιτική λογοδοσία, την άμεση ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων για τη σύναψη διοργανικής συμφωνίας μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Ύπατης Εκπροσώπου της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας σχετικά με την πρόσβαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις διαβαθμισμένες πληροφορίες του Συμβουλίου και της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης στον τομέα της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας·

52.  επαναλαμβάνει το αίτημά του για υποβολή πολιτικών εκθέσεων από τις αντιπροσωπείες της Ένωσης προς κατόχους νευραλγικών θέσεων στο Κοινοβούλιο υπό καθεστώς ρυθμιζόμενης πρόσβασης·

53.  ζητεί τη θέσπιση ενός τετραμερούς μνημονίου συνεννόησης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου, της Επιτροπής και της ΕΥΕΔ για την εξασφάλιση συνεκτικής και αποτελεσματικής ενημέρωσης όσον αφορά τις εξωτερικές σχέσεις·

54.  υπενθυμίζει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι πλέον ένας πλήρως αναπτυγμένος θεσμικός παράγοντας στον τομέα των πολιτικών ασφάλειας και ότι, κατά συνέπεια, έχει το δικαίωμα να συμμετέχει ενεργά στον καθορισμό των χαρακτηριστικών και των προτεραιοτήτων των πολιτικών αυτών και στην αξιολόγηση των μέσων σε αυτό τον τομέα, διαδικασία που πρέπει να διεξάγεται από κοινού από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τα εθνικά κοινοβούλια και το Συμβούλιο· πιστεύει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πρέπει να διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στην αξιολόγηση και τη χάραξη πολιτικών εσωτερικής ασφάλειας, καθώς αυτές οι πολιτικές έχουν βαθύ αντίκτυπο στα θεμελιώδη δικαιώματα όλων όσοι ζουν στην ΕΕ· επισημαίνει, ως εκ τούτου, την ανάγκη να εξασφαλισθεί ότι οι πολιτικές αυτές εμπίπτουν στον τομέα αρμοδιότητας του μοναδικού άμεσα εκλεγμένου ευρωπαϊκού θεσμικού οργάνου όσον αφορά τον έλεγχο και τη δημοκρατική εποπτεία·

55.  επισημαίνει ότι η ΣΛΕΕ έχει επεκτείνει το πεδίο των αποκλειστικών αρμοδιοτήτων της Ένωσης στον τομέα της ΚΕΠ, η οποία περιλαμβάνει πλέον όχι μόνο όλες τις πτυχές του εμπορίου, αλλά και τις άμεσες ξένες επενδύσεις· υπογραμμίζει το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο είναι πλέον πλήρως αρμόδιο να αποφασίζει από κοινού με το Συμβούλιο σχετικά τη νομοθεσία και την έγκριση των συμφωνιών εμπορίου και επενδύσεων·

56.  υπογραμμίζει τη σημασία που έχει, στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, η συνεργασία των θεσμικών οργάνων της ΕΕ με ειλικρίνεια και αποτελεσματικότητα κατά την εξέταση της νομοθεσίας και των διεθνών συμφωνιών, με σκοπό την πρόβλεψη των εμπορικών και οικονομικών τάσεων, τον προσδιορισμό των προτεραιοτήτων και επιλογών, τη θέσπιση μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων στρατηγικών, τον καθορισμό των εντολών για διεθνείς συμφωνίες, την εξέταση / σύνταξη και έγκριση νομοθετικών διατάξεων και την παρακολούθηση της εφαρμογής εμπορικών και επενδυτικών συμφωνιών, καθώς και των μακροπρόθεσμων πρωτοβουλιών στον τομέα της ΚΕΠ·

57.  υπογραμμίζει ότι είναι σημαντικό να συνεχιστεί η διαδικασία ανάπτυξης αποτελεσματικών ικανοτήτων, συμπεριλαμβανομένης της διάθεσης του απαραίτητου προσωπικού και των αναγκαίων οικονομικών πόρων, προκειμένου να τεθούν ενεργά και να επιτευχθούν οι πολιτικοί στόχοι στον τομέα του εμπορίου και των επενδύσεων και συγχρόνως να εξασφαλιστεί η ασφάλεια δικαίου, η αποτελεσματικότητα της εξωτερικής δράσης της ΕΕ και η τήρηση των αρχών και των στόχων που κατοχυρώνονται στις Συνθήκες·

58.  τονίζει ότι πρέπει να διατίθενται σε συνεχή βάση έγκαιρες, ακριβείς, διεξοδικές και αμερόληπτες πληροφορίες προκειμένου να καθίσταται δυνατή μια υψηλής ποιότητας ανάλυση, η οποία απαιτείται για τη βελτίωση των ικανοτήτων και του αισθήματος ευθύνης των φορέων διαμόρφωσης πολιτικής στο Κοινοβούλιο, πράγμα το οποίο έχει ως αποτέλεσμα μεγαλύτερες διοργανικές συνέργειες στον τομέα της ΚΕΠ, συγχρόνως δε πρέπει να διασφαλιστεί ότι το Κοινοβούλιο τηρείται πλήρως και επακριβώς ενήμερο σε όλα τα στάδια, συμπεριλαμβανομένης, στο πλαίσιο κατάλληλων διαδικασιών και προϋποθέσεων, της πρόσβασης στα διαπραγματευτικά κείμενα της Ένωσης, η δε Επιτροπή θα πρέπει να ενεργεί κατά τρόπο προορατικό καταβάλλοντας κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να διασφαλίσει τη ροή των πληροφοριών· τονίζει, επιπλέον, τη σημασία της παροχής ενημέρωσης στο Κοινοβούλιο με στόχο την αποτροπή ανεπιθύμητων καταστάσεων, οι οποίες οδηγούν ενδεχομένως σε πιθανές παρανοήσεις μεταξύ των θεσμικών οργάνων, και επικροτεί, στο πλαίσιο αυτό, τις τακτικές ενημερωτικές συναντήσεις τεχνικού χαρακτήρα που διοργανώνει η Επιτροπή για σειρά θεμάτων· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι σε αρκετές περιπτώσεις σημαντικές πληροφορίες διαβιβάζονται στο Κοινοβούλιο μέσω εναλλακτικών διαύλων και όχι από την Επιτροπή·

59.  επαναλαμβάνει την ανάγκη να συνεργάζονται τα θεσμικά όργανα για την εφαρμογή των Συνθηκών, του παραγώγου δικαίου και της συμφωνίας πλαισίου, καθώς και την ανάγκη να εργάζεται η Επιτροπή με ανεξάρτητο και διαφανή τρόπο κατά την προετοιμασία, την έγκριση και την εφαρμογή των νομοθεσίας στον τομέα της ΚΕΠ, και θεωρεί ότι ο ρόλος της είναι κομβικός σε όλη τη διαδικασία·

Συνταγματική δυναμική

(Διοργανικές σχέσεις και διοργανικές συμφωνίες)

60.  τονίζει ότι, δυνάμει του άρθρου 17 παράγραφος 1 της ΣΕΕ, η Επιτροπή αναλαμβάνει πρωτοβουλίες για την επίτευξη διοργανικών συμφωνιών σχετικά με τον ετήσιο και πολυετή προγραμματισμό της Ένωσης· εφιστά την προσοχή στην ανάγκη συμμετοχής σε πρώιμο στάδιο, όχι μόνο του Κοινοβουλίου αλλά και του Συμβουλίου, στην κατάρτιση του ετήσιου προγράμματος εργασίας της Επιτροπής, και τονίζει τη σημασία της διασφάλισης ενός ρεαλιστικού και αξιόπιστου προγραμματισμού ο οποίος να μπορεί να εφαρμοστεί αποτελεσματικά και να αποτελεί τη βάση για διοργανικό προγραμματισμό· εκτιμά ότι, για την ενίσχυση της πολιτικής ευθύνης της Επιτροπής έναντι του Κοινοβουλίου, θα μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο διενέργειας ενδιάμεσης αξιολόγησης της συνολικής εκπλήρωσης της αναγγελθείσας εντολής από την Επιτροπή·

61.  τονίζει ότι το άρθρο 17 παράγραφος 8 της ΣΕΕ καθιερώνει ρητά την αρχή της πολιτικής ευθύνης της Επιτροπής έναντι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η οποία έχει κρίσιμη σημασία για την ορθή λειτουργία του πολιτικού συστήματος της ΕΕ·

62.  τονίζει ότι, με βάση το άρθρο 48 παράγραφος 2 της ΣΕΕ, το Κοινοβούλιο έχει αρμοδιότητα να δρομολογεί τροποποιήσεις στη Συνθήκη, και θα κάνει χρήση του εν λόγω δικαιώματος για να εισαγάγει νέες ιδέες σχετικά με το μέλλον της Ευρώπης και το θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ·

63.  θεωρεί ότι η συμφωνία-πλαίσιο που συνήφθη μεταξύ του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής, καθώς και οι τακτικές ενημερώσεις της, είναι ουσιαστικής σημασίας για την ενίσχυση και την ανάπτυξη διαρθρωμένης συνεργασίας μεταξύ των δύο θεσμικών οργάνων·

64.  χαιρετίζει το γεγονός ότι η συμφωνία-πλαίσιο που εγκρίθηκε το 2010 ενίσχυσε σημαντικά την πολιτική ευθύνη της Επιτροπής έναντι του Κοινοβουλίου·

65.  υπογραμμίζει το γεγονός ότι οι κανόνες για τον διάλογο και την πρόσβαση στις πληροφορίες δημιουργούν τις προϋποθέσεις για πιο διεξοδικό κοινοβουλευτικό έλεγχο των δραστηριοτήτων της Επιτροπής, συμβάλλοντας κατ’ αυτό τον τρόπο στην επί ίσοις όροις αντιμετώπιση του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου από την Επιτροπή·

66.  σημειώνει ότι συγκεκριμένες διατάξεις της ισχύουσας συμφωνίας πλαισίου είναι ανάγκη να συνεχίσουν να εφαρμόζονται και να αναπτύσσονται· εισηγείται την έγκριση, από το απερχόμενο Κοινοβούλιο, των γενικών γραμμών της βελτίωσης αυτής, ώστε οι δέουσες προτάσεις να μπορούν να εξεταστούν από το επόμενο Κοινοβούλιο·

67.  καλεί την Επιτροπή να προβληματιστεί εποικοδομητικά με το Κοινοβούλιο σχετικά με την ισχύουσα συμφωνία πλαίσιο και την εφαρμογή της, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στη διαπραγμάτευση, την έγκριση και την εφαρμογή των διεθνών συμφωνιών·

68.  είναι της άποψης ότι η εντολή αυτή πρέπει να διερευνήσει πλήρως τις δυνατότητες που παρέχουν οι ισχύουσες Συνθήκες, ώστε να ενισχυθεί η πολιτική ευθύνη της εκτελεστικής εξουσίας και να εξορθολογιστούν οι ισχύουσες διατάξεις περί νομοθετικής και πολιτικής συνεργασίας·

69.  υπενθυμίζει ότι μια σειρά από ζητήματα, όπως οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, τα εκτελεστικά μέτρα, οι εκτιμήσεις επιπτώσεων, η επεξεργασία των νομοθετικών πρωτοβουλιών, και οι κοινοβουλευτικές ερωτήσεις, χρειάζονται ενημέρωση βάσει της εμπειρίας που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια της τρέχουσας κοινοβουλευτικής περιόδου·

70.  εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι παραμένουν αναπάντητες οι επανειλημμένες εκκλήσεις του για επαναδιαπραγμάτευση της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας του 2003, προκειμένου να ληφθεί υπόψη το νέο νομοθετικό περιβάλλον που δημιουργήθηκε με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, να ενοποιηθούν οι τρέχουσες βέλτιστες πρακτικές και να επικαιροποιηθεί η συμφωνία βάσει του θεματολογίου για έξυπνη νομοθεσία·

71.  καλεί το Συμβούλιο Υπουργών να εκφράσει τη θέση του όσον αφορά τη δυνατότητα συμμετοχής σε μια τριμερή συμφωνία με το Κοινοβούλιο και την Επιτροπή, με στόχο την επίτευξη περαιτέρω προόδου στα ζητήματα που εκτίθενται μέχρι σήμερα στη διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση της νομοθεσίας·

72.  θεωρεί ότι τα ζητήματα που συνδέονται αποκλειστικά με τις σχέσεις ανάμεσα στο Κοινοβούλιο και την Επιτροπή πρέπει να εξακολουθήσουν να αποτελούν αντικείμενο διμερούς συμφωνίας πλαισίου· τονίζει ότι το Κοινοβούλιο δεν θα συμβιβαστεί με τίποτα λιγότερο από όσα έχουν επιτευχθεί στο πλαίσιο της ισχύουσας συμφωνίας πλαισίου·

73.  θεωρεί ότι μία από τις σοβαρότερες προκλήσεις έναντι του συνταγματικού πλαισίου της Συνθήκης της Λισαβόνας είναι ότι η διακυβερνητική προσέγγιση μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την «κοινοτική μέθοδο», με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση του ρόλου του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής προς όφελος των θεσμικών οργάνων που εκπροσωπούν τις κυβερνήσεις των κρατών μελών·

74.  υπογραμμίζει ότι το άρθρο 2 της ΣΕΕ απαριθμεί τις κοινές αξίες στις οποίες βασίζεται η Ένωση· φρονεί ότι ο σεβασμός των αξιών αυτών θα πρέπει να διασφαλίζεται με τον προσήκοντα τρόπο τόσο από την Ένωση όσο και από τα κράτη μέλη· τονίζει ότι πρέπει να καθιερωθεί το κατάλληλο νομοθετικό και θεσμικό σύστημα για την προστασία των αξιών της Ένωσης·

75.  καλεί όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και τις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών να βασισθούν στο νέο θεσμικό και νομικό πλαίσιο που δημιουργήθηκε με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, έτσι ώστε να σχεδιάσουν μια ολοκληρωμένη εσωτερική πολιτική της Ένωσης στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που να διασφαλίζει αποτελεσματικούς μηχανισμούς λογοδοσίας τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο ΕΕ, με τους οποίους θα αντιμετωπίζονται οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων·

o
o   o

76.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

(1) ΕΕ C 70 Ε της 8.3.2012, σ. 98.
(2) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_ΤΑ(2012)0462.
(3) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2013)0323.
(4) ΕΕ L 304 της 20.11.2010, σ. 47.
(5) ΕΕ C 298 της 30.11.2002, σ. 1.
(6) ΕΕ C 212 E της 5.8.2010, σ. 37.
(7) ΕΕ C 210 της 3.8.2010, σ. 1.
(8) Διοργανική συμφωνία της 20ής Νοεμβρίου 2002 μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την πρόσβαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε ευαίσθητες πληροφορίες του Συμβουλίου στον τομέα της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας (ΕΕ C 298 της 30.11.2002, σ. 1).
(9)Βλ.απόφαση του Συμβουλίου 2013/129/ΕΕ της 7ης Μαρτίου 2013 σχετικά με την υπαγωγή της ουσίας 4-μεθυλαμφεταμίνης σε μέτρα ελέγχου, και την εκτελεστική απόφαση του Συμβουλίου 2013/496/ΕΕ της 7ης Οκτωβρίου 2013 σχετικά με την υπαγωγή του 5-(2-αμινοπροπυλο) ινδολίου σε μέτρα ελέγχου.

Τελευταία ενημέρωση: 5 Σεπτεμβρίου 2017Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου