Ευρετήριο 
 Προηγούμενο 
 Επόμενο 
 Πλήρες κείμενο 
Διαδικασία : 2014/2005(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A7-0254/2014

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A7-0254/2014

Συζήτηση :

PV 14/04/2014 - 23
CRE 14/04/2014 - 23

Ψηφοφορία :

PV 15/04/2014 - 8.38
CRE 15/04/2014 - 8.38

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P7_TA(2014)0378

Κείμενα που εγκρίθηκαν
PDF 382kWORD 103k
Τρίτη 15 Απριλίου 2014 - Στρασβούργο Οριστική έκδοση
Διαπραγματεύσεις για το ΠΔΠ 2014-2020: διδάγματα που πρέπει να αντληθούν και μελλοντικές προοπτικές
P7_TA(2014)0378A7-0254/2014

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 15ης Απριλίου 2014 σχετικά με τις διαπραγματεύσεις για το ΠΔΠ 2014-2020: διδάγματα που πρέπει να αντληθούν και μελλοντικές προοπτικές (2014/2005(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

—  έχοντας υπόψη την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για τον καθορισμό του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου για την περίοδο 2014-2020 (COM(2011)0398), που τροποποιήθηκε στις 6 Ιουλίου 2012 (COM(2012)0388), και το Σχέδιο διοργανικής συμφωνίας μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για τη συνεργασία σε δημοσιονομικά θέματα και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση (COM(2011)0403),

—  έχοντας υπόψη την έγκριση που χορήγησε στις 19 Νοεμβρίου 2013 για τον κανονισμό σχετικά με το ΠΔΠ(1) , σύμφωνα με το άρθρο 312 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την έγκριση της σύναψης της διοργανικής συμφωνίας που χορήγησε την ίδια μέρα(2) ,

—  έχοντας υπόψη το ΠΔΠ και την ΔΟΣ, όπως εγκρίθηκαν τελικά στις 2 Δεκεμβρίου 2013 και δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα στις 20 Δεκεμβρίου 2013,

—  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 8ης Ιουνίου 2011 με τίτλο «Επένδυση στο μέλλον: ένα νέο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο (ΠΔΠ) για μια ανταγωνιστική και βιώσιμη Ευρώπη χωρίς αποκλεισμούς»(3) ,

—  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 23ης Οκτωβρίου 2012 που αποσκοπεί στη θετική έκβαση της διαδικασίας έγκρισης του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου 2014-2020(4) ,

—  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 13ης Μαρτίου 2013, σχετικά με τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 7ης-8ης Φεβρουαρίου 2013 για το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο(5) ,

—  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 3ης Ιουλίου 2013 σχετικά με την πολιτική συμφωνία για το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2014-2020(6) ,

—  έχοντας υπόψη το ψήφισμά του της 12ης Δεκεμβρίου 2013 σχετικά με τις σχέσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με τα θεσμικά όργανα που εκπροσωπούν τις εθνικές κυβερνήσεις(7) ,

—  έχοντας υπόψη το άρθρο 48 του Κανονισμού του,

—  έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Προϋπολογισμών και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων, της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων, της Επιτροπής Περιφερειακής Ανάπτυξης και της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (A7-0254/2014),

A.  λαμβάνοντας υπόψη ότι η συμφωνία επί του ΠΔΠ για την περίοδο 2014-2020 ήταν το αποτέλεσμα μακρών και επίπονων διαπραγματεύσεων που διήρκεσαν δυόμισι έτη· λαμβάνοντας υπόψη ότι η τελική πολιτική συμφωνία κατέστη δυνατόν να επιτευχθεί μόνο σε ανώτατο πολιτικό επίπεδο μεταξύ των τριών Προέδρων (Κοινοβούλιο, Προεδρία του Συμβουλίου και Επιτροπή) σύμφωνα με το άρθρο 324 της ΣΛΕΕ·

B.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το συνολικό επίπεδο του επόμενου ΠΔΠ (960 δισ. EUR σε αναλήψεις υποχρεώσεων, 908 δισ. EUR σε πληρωμές σε τιμές 2011), όπως αποφάσισε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και τελικά ενέκρινε το Κοινοβούλιο, αντιπροσωπεύει μείωση των αναλήψεων υποχρεώσεων κατά 3.5 % και των πληρωμών κατά 3.7 % σε σύγκριση με το δημοσιονομικό πλαίσιο 2007 - 2013, παρά τις αυξανόμενες αρμοδιότητες της ΕΕ μετά από τη Συνθήκη της Λισαβόνας και τη διεύρυνση της Ένωσης σε 28 κράτη μέλη· λαμβάνοντας υπόψη ότι το επίπεδο αυτό είναι ανεπαρκές σε σχέση με τους πολιτικούς στόχους και τις δεσμεύσεις της ΕΕ, ιδίως όσον αφορά τη στρατηγική Ευρώπη 2020·

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ετήσιος προϋπολογισμός της ΕΕ θα εξακολουθήσει να αντιπροσωπεύει περίπου το 1 % του ΑΕΕ της ΕΕ τα επόμενα έτη, ποσοστό που είχε επιτευχθεί ήδη στις αρχές της δεκαετίας του 90 και πολύ χαμηλότερο από το ανώτατο όριο των ιδίων πόρων που ανέρχεται στο 1,29 % του ΑΕΕ της ΕΕ για τις αναλήψεις υποχρεώσεων και στο 1,23 % του ΑΕΕ της ΕΕ για τις πληρωμές, όπως αποφασίστηκε αρχικά το 1992 και επαναβεβαιώθηκε το 2010·

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, ευρισκόμενο αντιμέτωπο σε πολιτικό επίπεδο με την αδυναμία αλλαγής των συνολικών αριθμητικών στοιχείων του ΠΔΠ που αποφασίστηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Κοινοβούλιο επικεντρώθηκε στη βελτίωση της εκτέλεσης του ΠΔΠ διαπραγματευόμενο με επιτυχία την ενσωμάτωση νέων διατάξεων που θα συμβάλουν τόσο στην αύξηση της λειτουργικότητας, της συνοχής και της διαφάνειας του νέου δημοσιονομικού πλαισίου και του νέου ετήσιου προϋπολογισμού της ΕΕ και της ικανότητας ανταπόκρισής τους στις ανάγκες των πολιτών της ΕΕ όσο και στη δημιουργία δυνατοτήτων χρησιμοποίησης των ανώτατων ορίων του ΠΔΠ στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διατάξεις αυτές αφορούν, συγκεκριμένα, τις νέες ρυθμίσεις που σχετίζονται με την αναθεώρηση του ΠΔΠ, την ευελιξία, την ενότητα και τη διαφάνεια του προϋπολογισμού της ΕΕ καθώς και την ανάληψη περαιτέρω δεσμεύσεων για την αναμόρφωση της χρηματοδότησης του προϋπολογισμού της ΕΕ (Κοινή δήλωση σχετικά με τους ιδίους πόρους)·

E.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με την κατευθυντήρια αρχή «τίποτα δεν θεωρείται συμφωνημένο έως ότου υπάρξει συμφωνία επί του συνόλου», το Κοινοβούλιο έδωσε την έγκρισή του για τον νέο κανονισμό για το ΠΔΠ και ενέκρινε τη νέα διοργανική συμφωνία της 19ης Νοεμβρίου 2013, μετά από την εκπλήρωση από το Συμβούλιο των όρων που περιλαμβάνει το ψήφισμα του Κοινοβουλίου της 3ης Ιουλίου 2013, συμπεριλαμβανομένης της έγκρισης πρόσθετου ποσού ύψους 11,2 δισ. EUR σε πληρωμές για το 2013.

ΣΤ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Συμβούλιο δεν κατόρθωσε να επιτύχει πρόοδο όσον αφορά την απολύτως αναγκαία αναμόρφωση του σημερινού συστήματος χρηματοδότησης του προϋπολογισμού της ΕΕ, παρά τις φιλόδοξες προτάσεις που υπέβαλε η Επιτροπή με στόχο όχι μόνο την υπέρβαση του αδιεξόδου που προκάλεσε η έλλειψη ενός γνήσιου συστήματος ιδίων πόρων, αλλά και για να καταστεί το σύστημα χρηματοδότησης του προϋπολογισμού της ΕΕ απλούστερο, δικαιότερο και διαφανές για τον πολίτη της ΕΕ·

Ζ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, κατόπιν της συμφωνίας για το ΠΔΠ 2014-2020 το ΠΔΠ εξακολουθεί να μην συμπίπτει χρονικά με τις θητείες του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής, οι οποίες αρχίζουν το 2014·

H.  λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν αξιοποιήθηκαν οι δυνατότητες που προσέφερε η Συνθήκη της Λισαβόνας για τροποποίηση των διαδικασιών λήψης αποφάσεων για το ΠΔΠ και των αποφάσεων για τους ίδιους πόρους·

1.  εκφράζει έντονη αποδοκιμασία για το γεγονός ότι τόσο η διαδικασία που κατέληξε στη συμφωνία για το ΠΔΠ 2014-2020 όσο και ο πολιτικός διάλογος που πλαισίωσε αυτές τις διαπραγματεύσεις κατέδειξαν ότι υπάρχει σαφής έλλειψη κοινού οράματος όσον αφορά τον προϋπολογισμό και τις πολιτικές προτεραιότητες της ΕΕ και ότι οι προσεγγίσεις των θεσμικών οργάνων της ΕΕ παρουσιάζουν μεγάλες αποκλίσεις και αποδείχθηκαν ανεπαρκείς σε σχέση με τον ενισχυμένο ρόλο και τα αυξημένα προνόμια του Κοινοβουλίου, όπως ορίζονται στη Συνθήκη της Λισαβόνας· φρονεί, ως εκ τούτου, ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό να αντληθούν στο πλαίσιο της παρούσας έκθεσης τα αναγκαία πολιτικά και θεσμικά διδάγματα, τα οποία μπορούν να χρησιμεύσουν ως βάση για την προετοιμασία των μελλοντικών διαπραγματεύσεων, κυρίως όσον αφορά την μετεκλογική αναθεώρηση του ΠΔΠ, που προβλέπεται να ξεκινήσει η Επιτροπή το αργότερο πριν από τα τέλη του 2016·

Πολιτικές εκτιμήσεις

2.  αναγνωρίζει ότι η δημοσιονομική εξυγίανση που αντιμετωπίζουν επί του παρόντος τα κράτη μέλη κατέστησε ανέφικτη μία περισσότερο φιλόδοξη συμφωνία για το ΠΔΠ 2014-2020· εκφράζει, ωστόσο, βαθιά αποδοκιμασία για το γεγονός ότι ο ρόλος του προϋπολογισμού της ΕΕ ως σημαντικού και κοινού εργαλείου πολιτικής για την υπέρβαση της σημερινής οικονομικής και κοινωνικής κρίσης δεν έχει αναγνωριστεί επαρκώς· τονίζει ότι ο προϋπολογισμός της ΕΕ είναι κατά πρώτο λόγο επενδυτικός προϋπολογισμός ο οποίος παρέχει ένα ενιαίο πλαίσιο για τον συντονισμό και την ενίσχυση των εθνικών προσπαθειών που αποσκοπούν στην αποκατάσταση της ανάπτυξης, την τόνωση της ανταγωνιστικότητας και τη δημιουργία απασχόλησης σε ολόκληρη την ΕΕ·

3.  εκφράζει βαθιά ανησυχία για το γεγονός ότι οι συζητήσεις για τον προϋπολογισμό στο Συμβούλιο δηλητηριάστηκαν επί πολλά χρόνια από τη λογική των «δίκαιων αποδόσεων», αντί να διέπονται από την λογική της ευρωπαϊκής προστιθέμενης αξίας· φρονεί ότι, αν και η συζήτηση αυτή υπήρχε ήδη πριν από την καθιέρωση των ιδίων πόρων με βάση το ΑΕΕ, η κατάσταση οξύνθηκε σε μεγάλο βαθμό, λόγω του σημερινού συστήματος χρηματοδότησης της ΕΕ, στο πλαίσιο του οποίου περίπου το 74% των εσόδων προέρχονται από τις εθνικές συνεισφορές με βάση το ΑΕΕ και όχι από τους γνήσιους ίδιους πόρους, όπως προβλέπεται στη Συνθήκη της Ρώμης και σε όλες τις μεταγενέστερες Συνθήκες της ΕΕ· φρονεί ότι αυτό το σύστημα αποδίδει δυσανάλογη έμφαση στα καθαρά υπόλοιπα μεταξύ των κρατών μελών και ότι έχει οδηγήσει στη βαθμιαία θέσπιση πολυσύνθετων και αδιαφανών εκπτώσεων και άλλων διορθωτικών μηχανισμών για τη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού της ΕΕ·

4.  πιστεύει ότι η λογική αυτή επικράτησε επίσης και στον τρόπο με το οποίο επιτεύχθηκε η συμφωνία για το ΠΔΠ από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 8 Φεβρουαρίου 2013· εκφράζει αποδοκιμασία διότι τούτο αντικατοπτρίστηκε στο γεγονός ότι οι εθνικές χορηγήσεις, ιδίως από τους δύο μεγαλύτερους τομείς δαπανών του προϋπολογισμού της ΕΕ, δηλαδή την γεωργία και την πολιτική συνοχής, είχαν καθοριστεί τη στιγμή εκείνη· ασκεί ειδικότερα κριτική για τον αυξημένο αριθμό ειδικών χορηγήσεων και «δώρων» που προσφέρθηκαν κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων μεταξύ των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων και που δεν βασίζονται σε αντικειμενικά και επαληθεύσιμα κριτήρια, αλλά αντανακλούν περισσότερο την αγοραστική δύναμη των κρατών μελών που προσπαθούν να εξασφαλίσουν τα εθνικά συμφέροντά τους και να μεγιστοποιήσουν τις καθαρές προσόδους τους· καταγγέλλει την έλλειψη διαφάνειας που χαρακτήρισε την επίτευξη αυτής της συμφωνίας και την απροθυμία του Συμβουλίου και της Επιτροπής να διαβιβάσουν στο Κοινοβούλιο όλα τα σχετικά έγγραφα· επισημαίνει ότι η ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία πρέπει να υπερισχύει των εθνικών συμφερόντων·

5.  απορρίπτει έντονα αυτήν την αμιγώς λογιστική θεώρηση του προϋπολογισμού της ΕΕ, στο πλαίσιο της οποίας δε λαμβάνεται υπόψη η ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία, αναιρείται η αρχή της αλληλεγγύης της ΕΕ και υποτιμάται ο σημερινός και δυνητικός ρόλος του προϋπολογισμού της ΕΕ στην ενίσχυση της οικονομικής διακυβέρνησης· τονίζει ότι ο προϋπολογισμός της ΕΕ είναι πρωτίστως επενδυτικός προϋπολογισμός με έντονο αποτέλεσμα μόχλευσης, που καθιστά δυνατή την εκτέλεση μιας σειράς έργων, τα οποία διαφορετικά θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να υλοποιηθούν, έχει καταλυτική επίδραση στην ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα και την απασχόληση σε ολόκληρη την Ένωση και αποτελεί ισχυρό παράγοντα μεταρρύθμισης· εκφράζει, ως εκ τούτου, αποδοκιμασία για το γεγονός ότι ορισμένα κράτη μέλη δείχνουν να θεωρούν τις εθνικές συνεισφορές στον προϋπολογισμό της ΕΕ απλώς ως ένα έξοδο που πρέπει να μειωθεί στο ελάχιστο·

6.  λυπάται για το γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υιοθέτησε μια προσέγγιση «από πάνω προς τα κάτω» κατά τη λήψη των αποφάσεών του σχετικά με το συνολικό μέγεθος του ΠΔΠ 2014-2020, πράγμα που φανερώνει την ύπαρξη ανησυχητικού χάσματος μεταξύ των πολιτικών δεσμεύσεων της ΕΕ τις οποίες ανέλαβε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και της απροθυμίας του να τις χρηματοδοτήσει επαρκώς· πιστεύει, αντίθετα, ότι η απόφαση αυτή πρέπει να βασιστεί σε μια διαδικασία «από κάτω προς τα πάνω», που να απορρέει από μια ενδελεχή αξιολόγηση των οικονομικών αναγκών και πολιτικών στόχων της ΕΕ, όπως ορίζονται στα πολυετή προγράμματα και στις πολιτικές της ΕΕ που ορίζει ο νομοθέτης·

7.  είναι, ως εκ τούτου, πεπεισμένο ότι οποιασδήποτε απόφασης σχετικά με το δημοσιονομικό πλαίσιο θα έπρεπε να προηγηθεί γνήσιος πολιτικός διάλογος - ο οποίος θα αποτελέσει και τη βάση αυτής της απόφασης - σχετικά με τον ρόλο, τη λειτουργία και την προστιθέμενη αξία του προϋπολογισμού της ΕΕ καθώς και με τη συμβατότητά του με την πολιτική στρατηγική που εγκρίθηκε από την Ένωση και τις επιχειρησιακές προτεραιότητες και στόχους που έχουν ανατεθεί στην Ένωση· φρονεί ότι, προκειμένου να γεφυρωθεί το χάσμα μεταξύ των διαφορετικών θεωρήσεων του ρόλου του προϋπολογισμού της ΕΕ και των στόχων που μπορεί να επιτύχει, ο διάλογος αυτός πρέπει να οργανωθεί σε εύθετο χρόνο και πρέπει να συμμετάσχουν σε αυτόν τα τρία θεσμικά όργανα της ΕΕ και όλα τα εθνικά κοινοβούλια, αλλά και εκπρόσωποι του ανώτατου πολιτικού επιπέδου στα κράτη μέλη·

8.  είναι, επιπλέον, πεπεισμένο ότι απτή πρόοδος μπορεί να επιτευχθεί μόνο μετά από μια εκ βάθρων αναμόρφωση της χρηματοδότησης του προϋπολογισμού της ΕΕ, που πρέπει να σέβεται το γράμμα και το πνεύμα της Συνθήκης και να επιστρέψει σε ένα σύστημα γνήσιων, καθαρών, απλών και δίκαιων ιδίων πόρων· τονίζει ότι η θέσπιση ενός ή πολλών νέων ιδίων πόρων θα μειώσει στο ελάχιστο το μερίδιο των συνεισφορών βάσει του ΑΕΕ στον προϋπολογισμό της ΕΕ και, κατά συνέπεια, την επιβάρυνση των εθνικών ταμείων· επαναλαμβάνει την ισχυρή προσήλωσή του σε κάθε διαδικασία που οδηγεί στην αναμόρφωση του συστήματος ιδίων πόρων, που χαρακτηρίζεται επί του παρόντος από τον περίπλοκο χαρακτήρα του, την έλλειψη διαφάνειας και την αναποτελεσματικότητά· υπογραμμίζει ότι η τελική συμφωνία του Συμβουλίου για τους ιδίους πόρους είναι ακόμη περισσότερο περίπλοκη από την προηγούμενη και έχει θεσπίσει νέες εκπτώσεις και εξαιρέσεις.

Θεσμικά ζητήματα

9.  υπενθυμίζει ότι το Κοινοβούλιο ήταν το πρώτο θεσμικό όργανο της ΕΕ που παρουσίασε το όραμά του για το ΠΔΠ 2014-2020 και την ανάγκη αναμόρφωσης της χρηματοδότησης του προϋπολογισμού της ΕΕ, με την έκθεση της ειδικής του επιτροπής SURE, τον Ιούνιο 2011· πιστεύει ότι αυτή η έγκαιρη προετοιμασία βοήθησε το Κοινοβούλιο να επιτύχει ευρεία συναίνεση όσον αφορά τις πολιτικές προτεραιότητες και να διατηρήσει ενιαία στάση καθ' όλη τη διαδικασία διαπραγματεύσεων που ακολούθησε· φρονεί επιπλέον ότι η έκθεση αυτή παρείχε καθοδήγηση στην Επιτροπή κατά την κατάρτιση των δικών της προτάσεων για το ΠΔΠ και τους ιδίους πόρους και εκφράζει επιδοκιμασία για τον τακτικό πολιτικό διάλογο που καθιερώθηκε μεταξύ των δύο θεσμικών οργάνων σε όλα τα στάδια της προετοιμασίας αυτής της έκθεσης· θεωρεί ότι η πρακτική αυτή θα πρέπει να εξελιχθεί περαιτέρω σε έναν περισσότερο διαρθρωμένο διάλογο μεταξύ των δύο θεσμικών οργάνων πριν από την παρουσίαση οιωνδήποτε προτάσεων για το ΠΔΠ·

10.  υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 312 ΣΛΕΕ, το Συμβούλιο εγκρίνει τον κανονισμό θέσπισης του ΠΔΠ με ομόφωνη απόφαση, αφού λάβει τη συγκατάθεση του Κοινοβουλίου, ενώ τα τρία θεσμικά όργανα της ΕΕ «λαμβάνουν κάθε απαραίτητο μέτρο για να διευκολύνουν τη θέσπιση αυτή»· διαπιστώνει, ως εκ τούτου, ότι στη Συνθήκη δεν ορίζεται καμία συγκεκριμένη διαδικασία για τη συμμετοχή του Κοινοβουλίου στις διαπραγματεύσεις για το ΠΔΠ και ότι στη συνέχεια οι λεπτομέρειες αυτές ορίστηκαν στην πράξη μέσω μιας σειράς ειδικών ρυθμίσεων που συμφωνήθηκαν σε πολιτικό επίπεδο μετά από πρωτοβουλία του Κοινοβουλίου·

11.  θεωρεί λυπηρό το γεγονός ότι, πριν από τη συμφωνία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για το ΠΔΠ της 8ης Φεβρουαρίου 2013, δεν πραγματοποιήθηκαν ουσιαστικές διαπραγματεύσεις μεταξύ Κοινοβουλίου και Συμβουλίου· φρονεί ότι οι πολυάριθμες συνεδριάσεις που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ της διαπραγματευτικής ομάδας του και των μετέπειτα διαδοχικών προεδριών του Συμβουλίου στο περιθώριο των σχετικών συνεδριάσεων του Συμβουλίου Γενικών Υποθέσεων και η συμμετοχή του στις άτυπες συνεδριάσεις του Συμβουλίου που αφορούσαν το ΠΔΠ, διευκόλυναν απλώς την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ Συμβουλίου και Κοινοβουλίου· θεωρεί, επομένως, ότι το Κοινοβούλιο πρέπει να εξακολουθήσει να βασίζεται στις εμπειρίες που έχει αποκτήσει και να χρησιμοποιήσει όλα τα διαθέσιμα μέσα για να ενισχύσει την επιρροή του στο πνεύμα, στο χρονοδιάγραμμα και στο περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων με το Συμβούλιο, κάνοντας το Συμβούλιο να αναγνωρίσει σε μεγαλύτερο βαθμό τα επιχειρήματα και τις θέσεις του Κοινοβουλίου·

12.  εκφράζει αποδοκιμασία για το γεγονός ότι, παρά τις έντονες αντιρρήσεις του Κοινοβουλίου, όλα τα «διαπραγματευτικά πακέτα» που παρουσίασαν στη συνέχεια οι διάφορες προεδρίες του Συμβουλίου και, τελικά, η συμφωνία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για το ΠΔΠ της 8ης Φεβρουαρίου 2013 περιείχαν σημαντικό αριθμό νομοθετικών στοιχείων που θα έπρεπε να είχαν αποφασιστεί στο πλαίσιο της τακτικής νομοθετικής διαδικασίας· τονίζει ότι η εκ του νόμου απαιτούμενη ομοφωνία στο Συμβούλιο για την έγκριση του κανονισμού για το ΠΔΠ θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο μέσω της προεξόφλησης ορισμένων μειζόνων αλλαγών στις τομεακές πολιτικές της ΕΕ, πράγμα που θα εμπόδιζε το Κοινοβούλιο, σε κατάφωρη αντίθεση προς τις Συνθήκες, να ασκήσει τα προνόμιά του που απορρέουν από τη συναπόφαση και ειδικότερα το δικαίωμα τροποποίησης σε ισότιμη βάση με το Συμβούλιο·

13.  σημειώνει ότι οι πραγματικές διαπραγματεύσεις για τον κανονισμό για το ΠΔΠ και τη ΔΟΣ ξεκίνησαν μόλις τον Μάιο 2013, με τους διαπραγματευτές του Συμβουλίου να μη διαθέτουν επίσημη διαπραγματευτική εντολή αλλά αντιθέτως να θεωρούν τη συμφωνία για το ΠΔΠ που επιτεύχθηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ως το μοναδικό σημείο αναφοράς, χωρίς κανένα περιθώριο για οποιαδήποτε συζήτηση· τονίζει ότι η στάση αυτή δεν οδήγησε μόνο σε περιττή απώλεια χρόνου, αλλά επίσης στην απαράδεκτη προσπάθεια του Συμβουλίου να εξαιρεθούν ορισμένα ζητήματα από τις διαπραγματεύσεις, πράγμα που ανάγκασε το Κοινοβούλιο να δώσει μάχη, μεταξύ άλλων και σε ανώτατο πολιτικό επίπεδο, ούτως ώστε να συμμετάσχει σε διαπραγματεύσεις για κάθε άρθρο του κανονισμού για το ΠΔΠ/της ΔΟΣ·

14.  υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τη Συνθήκη, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δεν ασκεί νομοθετικές λειτουργίες· επιμένει, ως εκ τούτου, ότι τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου πρέπει να γίνουν αντιληπτά ως οδηγίες διαπραγμάτευσης για το Συμβούλιο και ότι δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση κόκκινες γραμμές που δεν μπορούν να τεθούν υπό διαπραγμάτευση με το Κοινοβούλιο· ζητεί να συμπεριληφθεί στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ένα τυποποιημένο κείμενο το οποίο να υπενθυμίζει τις διατάξεις του άρθρου 15 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ·

15.  εκφράζει βαθιά αποδοκιμασία για το γεγονός ότι το ίδιο πρόβλημα επισκίασε τις διαπραγματεύσεις για τα πολυετή προγράμματα της ΕΕ, κυρίως στους τομείς της γεωργίας και της πολιτικής συνοχής· σημειώνει ότι το Συμβούλιο αρνήθηκε επανειλημμένα ακόμα και να αναφερθεί στις «σχετικές με το ΠΔΠ πτυχές» των εν λόγω νομικών βάσεων· τονίζει ότι το Κοινοβούλιο κατέβαλε σημαντική προσπάθεια και χρειάστηκε πολύ χρόνο για να εξασφαλίσει την παραμονή στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων όλων των σημείων των νομικών βάσεων που αποφασίστηκαν με συναπόφαση μεταξύ του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου· σημειώνει με ικανοποίηση ότι οι διαπραγματευτές του Κοινοβουλίου επέτυχαν ενδεχομένως να θέσουν υπό αμφισβήτηση ορισμένα τμήματα της συμφωνίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου·

16.  σημειώνει ότι τα αριθμητικά στοιχεία του ΠΔΠ (συνολικό επίπεδο και κατανομή ανά κατηγορία), όπως αποφασίστηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, δεν αμφισβητήθηκαν στο τέλος από το Κοινοβούλιο, το οποίο αναγνώρισε την ιδιαίτερα δύσκολη οικονομική και δημοσιονομική συγκυρία που επικρατούσε τη στιγμή αυτής της απόφασης· τονίζει, ωστόσο, ότι τούτο δεν πρέπει επ’ ουδενί να γίνει αντιληπτό ως προηγούμενο και επαναλαμβάνει τη θέση του ότι τα αριθμητικά στοιχεία του ΠΔΠ και κάθε άλλο τμήμα της σχετικής πολιτικής συμφωνίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, αποτελούν αντικείμενο διαπραγματεύσεων με το Κοινοβούλιο·

17.  τονίζει την ανάγκη σημαντικής βελτίωσης των πρακτικών λεπτομερειών οιωνδήποτε μελλοντικών διαπραγματεύσεων για το ΠΔΠ, ούτως ώστε να αποφεύγονται τα αδιέξοδα και να εξοικονομείται πολύτιμος χρόνος και πόροι κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων· φρονεί ότι οι πρακτικές αυτές λεπτομέρειες πρέπει να επισημοποιηθούν στο πλαίσιο συμφωνίας που θα επιτευχθεί στο ανώτατο δυνατό πολιτικό επίπεδο και στο πλαίσιο της οποίας θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ελλείψεις των πρόσφατων διαπραγματεύσεων και να περιφρουρηθούν πλήρως ο ρόλος και τα προνόμια του Κοινοβουλίου, όπως ορίζονται στη Συνθήκη για την ίδρυση της ΕΕ· φρονεί ότι αυτή η διαδικασία θα έπρεπε ενδεχομένως να κατοχυρωθεί στην ίδια τη ΔΟΣ, όπως συνέβη και με τη διαδικασία του προϋπολογισμού·

18.  επισημαίνει τον τεράστιο όγκο ανταλλαγής πληροφοριών και συντονισμού που απαιτήθηκε εντός του Κοινοβουλίου για να εξασφαλιστεί η συνέπεια στις παράλληλες διαπραγματεύσεις για το ΠΔΠ και τις νομοθετικές βάσεις για περισσότερα από 60 πολυετή προγράμματα· υπογραμμίζει ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό να γίνει διάκριση των ζητημάτων που προβλέπεται να εγκριθούν με συναπόφαση και να παραμείνουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων των αντίστοιχων επιτροπών στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό· προτείνει στο πλαίσιο των επόμενων διαπραγματεύσεων για το ΠΔΠ να προσεγγίσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο παράλληλα τις νομοθετικές προτάσεις και να τις εγκρίνει τελικά ως δέσμη, εφαρμόζοντας στον μέγιστο δυνατό βαθμό την αρχή "τίποτε δεν συμφωνείται μέχρις ότου συμφωνηθούν τα πάντα"·

19.  είναι πεπεισμένο ότι ο κανόνας της ομοφωνίας στο Συμβούλιο σημαίνει ότι η συμφωνία αντιπροσωπεύει τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή, με βάση την ανάγκη αποφυγής της αρνησικυρίας ενός μόνο κράτους μέλους· τονίζει ότι η μετάβαση στην ψηφοφορία με ειδική πλειοψηφία για την έγκριση του κανονισμού για το ΠΔΠ συνάδει όχι μόνο με την τακτική νομοθετική διαδικασία, που εφαρμόζεται ουσιαστικά για την έγκριση όλων των πολυετών προγραμμάτων της ΕΕ, αλλά και με την ετήσια διαδικασία έγκρισης του προϋπολογισμού της ΕΕ·

20.  σημειώνει ότι η γενική ρήτρα «γέφυρας» (άρθρο 48 παράγραφος 7 της ΣΕΕ) θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, προκειμένου να γίνει η μετάβαση στην ψηφοφορία με ειδική πλειοψηφία και τη συνήθη νομοθετική διαδικασία για τις αποφάσεις σχετικά με τους ίδιους πόρους και το ΠΔΠ· υπενθυμίζει, επιπλέον, ότι, σε κάθε περίπτωση, το άρθρο 312 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ δίνει τη δυνατότητα θέσπισης της ψηφοφορίας με ειδική πλειοψηφία για το ΠΔΠ· ζητεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να κάνει χρήση και των δύο αυτών «γεφυρών» για τον σκοπό για τον οποίο έχουν προβλεφθεί, προκειμένου να εξορθολογιστεί η λήψη των αποφάσεων στο Συμβούλιο και να περιορισθεί ο βαθμός στον οποίο η πολιτική της «δίκαιης επιστροφής στα κράτη μέλη» υπερισχύει του κοινού συμφέροντος της Ένωσης ως συνόλου·

ΠΔΠ 2014-2020: περαιτέρω ενέργειες

21.  δηλώνει την πρόθεσή του να εξασφαλίσει ότι όλες οι νέες διατάξεις που ενσωματώθηκαν με επιτυχία στον κανονισμό για το ΠΔΠ και στη ΔΟΣ θα αξιοποιηθούν πλήρως στην ετήσια διαδικασία του προϋπολογισμού· προσδοκά ότι το Συμβούλιο δεν θα επιχειρήσει να επιβάλει περιορισμένες ερμηνείες αυτών των διατάξεων, ιδίως όσον αφορά τη φύση και την εμβέλεια όλων των ειδικών μέσων, αλλά ότι αντιθέτως θα δράσει με υπευθυνότητα και θα εγκρίνει τις απαραίτητες πιστώσεις για να καλύψει τόσο τις προηγούμενες υποχρεώσεις του όσο και τις μη προβλεπόμενες δαπάνες ακόμη και εάν, ως αποτέλεσμα του γεγονότος αυτού, θα πρέπει να υπάρξει υπέρβαση των ανώτατων ετήσιων ορίων του ΠΔΠ· υπενθυμίζει, εν προκειμένω, ότι τα ανώτατα όρια του ΠΔΠ έχουν καθοριστεί σε πολύ χαμηλότερο επίπεδο από τα ανώτατα όρια των ιδίων πόρων·

22.  αποδίδει ιδιαίτερη έμφαση στους νέους κανόνες για την ευελιξία που θα έπρεπε να επιτρέπουν τη μέγιστη δυνατή χρήση των αντίστοιχων ανώτατων ορίων του ΠΔΠ για αναλήψεις υποχρεώσεων και πληρωμές· τονίζει ότι η πρακτική των προηγούμενων δημοσιονομικών πλαισίων, στο πλαίσιο της οποίας ο ετήσιος προϋπολογισμός της ΕΕ παρέμενε κατά πολύ χαμηλότερος από τα ανώτατα όρια του ΠΔΠ, ειδικά όσον αφορά τις πιστώσεις πληρωμών, δεν μπορεί πλέον να διατηρηθεί·

23.  τονίζει, εν προκειμένω, ότι οι συσσωρευθείσες εκκρεμείς αναλήψεις υποχρεώσεων έχουν φτάσει σε κρίσιμο επίπεδο το οποίο θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει τον προϋπολογισμό της ΕΕ σε διαρθρωτικό έλλειμμα, κατά παράβαση των διατάξεων της Συνθήκης (άρθρα 310 και 323 της ΣΛΕΕ)· εκφράζει βαθιά ανησυχία για το γεγονός ότι το ποσό των ανεξόφλητων λογαριασμών στο τέλος του έτους παρουσιάζει σταθερή αύξηση από το 2011 (23,4 δισ. EUR στα τέλη του 2013 μόνο από την πολιτική συνοχής), γεγονός που θα θέσει υπό σημαντική πίεση τα ανώτατα όρια του ΠΔΠ 2014-2020 όσον αφορά τις πληρωμές· τονίζει την ανάγκη ακριβούς καθορισμού των ετήσιων ανώτατων ορίων του ΠΔΠ όσον αφορά τις πληρωμές, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη, μεταξύ άλλων, τη δυναμική της πολιτικής συνοχής, συμπεριλαμβανομένων του χρονικού πλαισίου του προγραμματισμού, της εφαρμογής, του τελικού κλεισίματος των προγραμμάτων και των αποδεσμεύσεων πιστώσεων·

24.  τονίζει ότι ο σκοπός του συνολικού περιθωρίου ανάληψης υποχρεώσεων είναι η ενίσχυση των επενδύσεων στους τομείς της ανάπτυξης και της απασχόλησης στην Ευρώπη, και ειδικότερα της απασχόλησης των νέων· υπενθυμίζει ότι το μέσο αυτό αποτέλεσε πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου·

25.  υπενθυμίζει ότι η επόμενη Επιτροπή, η οποία θα αναλάβει καθήκοντα μετά από τις ευρωπαϊκές εκλογές του 2014, προβλέπεται να ξεκινήσει υποχρεωτική επανεξέταση και αναθεώρηση του ΠΔΠ 2014-2020 έως τα τέλη του 2016· υπογραμμίζει ότι αυτή η ρήτρα περί μετεκλογικής επανεξέτασης/αναθεώρησης του ΠΔΠ ήταν ένα από τα βασικά αιτήματα του Κοινοβουλίου στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για το ΠΔΠ, το οποίο βασίστηκε στην ανάγκη να δοθεί στην επόμενη Επιτροπή και στο Κοινοβούλιο η δυνατότητα να επανεκτιμήσουν τις πολιτικές προτεραιότητες της ΕΕ, εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο στο ΠΔΠ ανανεωμένη δημοκρατική νομιμοποίηση· υπογραμμίζει, ότι λόγω της οικονομικής κρίσης, τα επίπεδα επενδύσεων στην Ευρώπη μειώθηκαν σημαντικά μεταξύ του 2008 και του 2012 και υπενθυμίζει ότι σύμφωνα με εκτιμήσεις(8) , τούτο θα κοστίσει στην Ευρώπη 540 δισ. EUR σε απώλειες εσόδων μέχρι το 2020·

26.  τονίζει, ενόψει της μετεκλογικής αναθεώρησης/επανεξέτασης του ΠΔΠ, ότι το επόμενο Κοινοβούλιο πρέπει να προβληματιστεί εγκαίρως σχετικά με τις πολιτικές προτεραιότητες, δηλαδή να εντοπίσει τους τομείς για τους οποίους θα κριθούν αναγκαίες περισσότερες επενδύσεις κατά το δεύτερο ήμισυ του ΠΔΠ 2014-2020· καλεί, για τον σκοπό αυτό, την επόμενη Επιτροπή και το επόμενο Κοινοβούλιο να αξιολογήσουν προσεκτικά την επίτευξη των στόχων της στρατηγικής Ευρώπη 2020, ιδίως όσον αφορά την απασχόληση και την καταπολέμηση της οικονομικής κρίσης, καθώς και την απόδοση βασικών προγραμμάτων της ΕΕ, όπως το πρόγραμμα Oρίζοντας 2020, ούτως ώστε να εστιασθεί η προσοχή σε τομείς στους οποίους έχει αποδειχθεί η προστιθέμενη αξία των δαπανών της ΕΕ και για τους οποίους θα απαιτηθούν πρόσθετοι χρηματοδοτικοί πόροι·

27.  ζητεί να ληφθεί κατά την ενδιάμεση αναθεώρηση του ΠΔΠ μέριμνα για ενδεχόμενη μείωση της περιόδου για την οποία θα συμφωνηθεί το επόμενο ΠΔΠ, ούτως ώστε να εξασφαλισθεί η μετέπειτα επαναδιαπραγμάτευσή του κατά τη διάρκεια της αντίστοιχης θητείας του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής και να εξασφαλιστεί κατ’ αυτόν τον τρόπο η πλήρης δημοκρατική νομιμότητα των τακτικών αποφάσεων σχετικά με τις δημοσιονομικές προοπτικές της Ένωσης και ταυτόχρονα να ληφθούν μέτρα για την εξασφάλιση της σταθερότητας των κύκλων προγραμματισμού και του προβλέψιμου χαρακτήρα των επενδύσεων· πιστεύει ακράδαντα ότι μια πενταετής διάρκεια του ΠΔΠ θα ενίσχυε τη δημοκρατική νομιμότητα, θα βελτίωνε την ιεράρχηση προτεραιοτήτων όσον αφορά τα μέσα του προϋπολογισμού και θα μπορούσε να θεωρηθεί ως προϋπόθεση για μια ευρύτερη πολιτική συζήτηση·

28.  τονίζει ότι στις προτάσεις της Επιτροπής για την αναθεώρηση του ΠΔΠ πρέπει να ληφθούν πλήρως υπόψη οι τελευταίες μακροοικονομικές προβλέψεις και να συμπεριληφθεί ενδελεχής αξιολόγηση της λειτουργίας όλων των ειδικών μέσων, και ειδικότερα των συνολικών περιθωρίων των αναλήψεων υποχρεώσεων και των πληρωμών· υπενθυμίζει ότι αυτή η διαδικασία δεν θα επηρεάσει αρνητικά κανένα από τα εθνικά κονδύλια που έχουν ήδη διατεθεί, συμπεριλαμβανομένου του μεριδίου του ΕKT στα κονδύλια αυτά· αναμένει, στο πλαίσιο αυτό, από την Επιτροπή να παράσχει στο Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο πανομοιότυπα και συνεπή στοιχεία για δεδομένα και εκτιμήσεις, ούτως ώστε να αποφευχθούν παρανοήσεις στις διαπραγματεύσεις σε ό,τι αφορά τη βάση της συζήτησης·

29.  τονίζει την ανάγκη να δοθούν εναύσματα για μία ευρεία και ανοικτή συζήτηση σχετικά με τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν με τα προγράμματα χρηματοδότησης της ΕΕ, και ειδικότερα για τη διενέργεια αξιολόγησης του βαθμού στον οποίο τα προγράμματα αυτά συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων της στρατηγικής Ευρώπη 2020·

30.  τονίζει ότι τα καινοτόμα δημοσιονομικά μέσα, όπως τα ευρωπαϊκά ομόλογα έργων υποδομής μπορούν να διαδραματίσουν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην τόνωση των απολύτως αναγκαίων επενδύσεων, εφόσον έχουν τον κατάλληλο σχεδιασμό· προτρέπει, εν προκειμένω, την Επιτροπή να χρησιμοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την επόμενη αξιολόγησή τους, μεταξύ άλλων και στο πλαίσιο της επανεξέτασης/αναθεώρησης του ΠΔΠ 2014 -2020·

31.  χαιρετίζει την Κοινή Δήλωση των τριών θεσμικών οργάνων, η οποία συμφωνήθηκε στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για το ΠΔΠ και σύμφωνα με την οποία οι ετήσιες διαδικασίες του προϋπολογισμού θα ενσωματώσουν, κατά περίπτωση, στοιχεία που θα αντανακλούν τη διάσταση του φύλου, λαμβάνοντας υπόψη τους τρόπους με τους οποίους το συνολικό δημοσιονομικό πλαίσιο της Ένωσης συμβάλλει στην ενίσχυση της ισότητας των φύλων (και διασφαλίζει την ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου)· τονίζει ότι αυτές οι αρχές πρέπει να ενσωματωθούν στις προτάσεις της Επιτροπής σχετικά με την αναθεώρηση του ΠΔΠ·

32.  επαναλαμβάνει την πρόθεσή του να καταστήσει την υποχρεωτική αναθεώρηση του ΠΔΠ βασικό αίτημα στο πλαίσιο της διαδικασίας διορισμού της επόμενης Επιτροπής· καλεί, ως εκ τούτου, το επόμενο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να εξαρτήσει την εκλογή του προτεινόμενου υποψήφιου Προέδρου της Επιτροπής από τον όρο ότι θα αναλάβει ισχυρή και αδιαφιλονίκητη δέσμευση για εφαρμογή της ρήτρας μετεκλογικής επανεξέτασης/αναθεώρησης και για συμμετοχή σε γνήσιο και εμπεριστατωμένο πολιτικό διάλογο σχετικά με το περιεχόμενό της·

33.  σημειώνει ότι τα νέα άρθρα 70 και 70α του Κανονισμού του Κοινοβουλίου (διοργανικές διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο των νομοθετικών διαδικασιών) θα εφαρμοσθούν για τον επόμενο γύρο διαπραγματεύσεων· συνιστά να ζητηθεί, στην αρχή της θητείας του επόμενου Κοινοβουλίου, από την αρμόδια για τον Κανονισμό επιτροπή να εξετάσει την εναρμόνιση των άρθρων αυτών με τα άρθρα 75 (ΠΔΠ), 75γ (τριμερής διάλογος για δημοσιονομικά θέματα) και 81 παράγραφος 3 (διαδικασία έγκρισης), με σκοπό να καταρτισθεί ένα ενιαίο συνεκτικό άρθρο που θα ρυθμίζει τις ειδικές νομοθετικές διαδικασίες που ορίζονται στα άρθρα 311 και 312 της ΣΛΕΕ σχετικά με τον καθορισμό της εντολής, τη διεξαγωγή των τριμερών διαλόγων (περιλαμβανομένου του ρόλου του Προέδρου) και τον έλεγχο που ασκείται από την Ολομέλεια·

34.  θεωρεί ότι, κατά την επόμενη αναθεώρηση των Συνθηκών, η Συνέλευση πρέπει να υποβάλει προτάσεις για ένα σύστημα γνήσιας συναπόφασης μεταξύ του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου σχετικά με την έκδοση των αποφάσεων για το ΠΔΠ και τους ίδιους πόρους·

35.  πιστεύει ακράδαντα ότι η ομάδα υψηλού επιπέδου για τους ιδίους πόρους συνιστά μοναδική ευκαιρία για υπέρβαση του αδιεξόδου που έχει προκύψει όσον αφορά την αναμόρφωση του σημερινού συστήματος ιδίων πόρων· αναμένει ότι θα συμβάλει σημαντικά στην κατανόηση των ελλείψεων του σημερινού συστήματος και των οφελών που μπορούν να προκύψουν από μια εις βάθος, σφαιρική αναμόρφωση και από τη θέσπιση νέων και γνήσιων ιδίων πόρων που μπορούν να μειώσουν σημαντικά το μερίδιο των συνεισφορών βάσει του ΑΕΕ στον προϋπολογισμό της ΕΕ·

36.  υπενθυμίζει ότι η ομάδα υψηλού επιπέδου έχει εντολή να εξετάσει όλες τις πτυχές της αναμόρφωσης του συστήματος ιδίων πόρων· εμμένει σταθερά στη δέσμευσή του να εργαστεί εντατικά, μέσω των τριών εκπροσώπων του, σε όλα τα στάδια αυτής της διαδικασίας και να την ολοκληρώσει επιτυχώς· αναμένει ότι το Συμβούλιο θα στρατευθεί και θα δεσμευτεί εξίσου υπέρ αυτής της διαδικασίας· τονίζει την ανάγκη ευαισθητοποίησης, μεταξύ άλλων και των εθνικών κοινοβουλίων, όσον αφορά τα επίμαχα ζητήματα· τονίζει ότι τα πορίσματα και τα συμπεράσματα αυτής της ομάδας υψηλού επιπέδου πρέπει να είναι έτοιμα εγκαίρως για να εξετασθούν κατά τη διάρκεια της αναθεώρησης/επανεξέτασης του ΠΔΠ το 2016, ούτως ώστε να μπορέσουν οι πιθανές μεταρρυθμίσεις να τεθούν σε εφαρμογή έως το επόμενο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο·

37.  εκφράζει την ακλόνητη πεποίθησή του ότι κάθε νέα δημοσιονομική δυνατότητα ή προϋπολογισμός που έχει αναπτυχθεί ειδικά για τα κράτη μέλη της ευρωζώνης των οποίων οι δημοσιονομικές λειτουργίες δεν καλύπτονται από το ΠΔΠ πρέπει να εξελιχθεί εντός του ενωσιακού πλαισίου και πρέπει να υπόκειται σε επαρκή δημοκρατικό έλεγχο και λογοδοσία μέσω των υφιστάμενων θεσμικών οργάνων·

o
o   o

38.  αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή και τα εθνικά κοινοβούλια.

(1) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2013)0455.
(2) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2013)0456.
(3) EE C 380 E της 11.12.2012, σ. 89.
(4) EE C 68 E της 7.3.2014, σ. 1.
(5) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2013)0078.
(6) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2013)0304.
(7) Κείμενα που εγκρίθηκαν, P7_TA(2013)0599.
(8) Oμιλία του Προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της ΕTΕπ στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Διακοινοβουλευτικής Εβδομάδας 2014 που πραγματοποιήθηκε στις 21 Ιανουαρίου 2014.

Τελευταία ενημέρωση: 5 Σεπτεμβρίου 2018Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου