Διαδικασία : 2008/2054(INI)
Διαδρομή στην ολομέλεια
Διαδρομή του εγγράφου : A6-0183/2009

Κείμενα που κατατέθηκαν :

A6-0183/2009

Συζήτηση :

PV 06/05/2009 - 15
CRE 06/05/2009 - 15

Ψηφοφορία :

PV 07/05/2009 - 9.3
CRE 07/05/2009 - 9.3
Αιτιολογήσεις ψήφου

Κείμενα που εγκρίθηκαν :

P6_TA(2009)0374

ΕΚΘΕΣΗ     
PDF 487kWORD 573k
23 Μαρτίου 2009
PE 407.858v03-00 A6-0183/2009

σχετικά με τις δημοσιονομικές πτυχές της Συνθήκης της Λισαβόνας

(2008/2054(INI))

Επιτροπή Προϋπολογισμών

Εισηγήτρια: Catherine Guy-Quint

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
 αιτιολογικη εκθεση
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων
 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου
 ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
 ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
 ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΠΡΟΤΑΣΗ ΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με τις δημοσιονομικές πτυχές της Συνθήκης της Λισαβόνας

(2008/2054(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–   έχοντας υπόψη τη Συνθήκη της Λισαβόνας για την τροποποίηση της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η οποία υπογράφηκε στις 13 Δεκεμβρίου 2007(1) (εφεξής αποκαλούμενη «Συνθήκη της Λισαβόνας»),

–   έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκαν από την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη και από τις Συνθήκες του Μάαστριχτ, του Άμστερνταμ και της Νίκαιας,

–   έχοντας υπόψη τη διοργανική συμφωνία, της 17ης Μαΐου 2006, μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου, και της Επιτροπής για δημοσιονομική πειθαρχία και χρηστή δημοσιονομική διαχείριση(2),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 11ης Μαρτίου 2003, σχετικά με τη μεταρρύθμιση της διαδικασίας του προϋπολογισμού: δυνατές λύσεις ενόψει της αναθεώρησης των Συνθηκών(3),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 29ης Μαρτίου 2007, σχετικά με το μέλλον των ιδίων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης(4),

–   έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 8ης Ιουνίου 2005, για τις πολιτικές προκλήσεις και τα δημοσιονομικά μέσα της διευρυμένης Ένωσης 2007-2013(5),

–   έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 11ης και 12ης Δεκεμβρίου 2008 σχετικά με τη διαδικασία επανέναρξης των εργασιών όσον αφορά τη Συνθήκη της Λισαβόνας,

–   έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του,

–   έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Προϋπολογισμών, και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων καθώς και της Επιτροπής Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου (A6-0183/2009),

Α. λαμβάνοντας υπόψη ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις ως προς τη δημοσιονομική λειτουργία της Ένωσης, ειδικότερα όσον αφορά τις διοργανικές σχέσεις και τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων,

B.  λαμβάνοντας υπόψη ότι καθιερώνει μια σαφή ιεραρχία μεταξύ των βασικών πράξεων της οικονομικής και δημοσιονομικής λειτουργίας της Ένωσης, συμβάλλοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στην αναγκαία αποσαφήνιση του συστήματος λήψης αποφάσεων,

Γ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο (ΠΔΠ), το οποίο αποτελεί τον προγραμματισμό για πολλά έτη των δαπανών που αντικατοπτρίζουν τις πολιτικές προτεραιότητες της Ένωσης με οικονομικούς όρους και το οποίο ορίζει τα ανώτατα όρια των δαπανών της Ένωσης κατά τη διάρκεια μιας καθορισμένης χρονικής περιόδου, με τη Συνθήκη της Λισαβόνας καθίσταται νομικώς δεσμευτική πράξη, η οποία στηρίζεται σε μια νέα ειδική νομική βάση για την έγκριση του κανονισμού που περιλαμβάνει το εν λόγω πλαίσιο,

Δ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το γεγονός ότι τα δημοσιονομικά πλαίσια δεν συμπίπτουν χρονικώς με τις κοινοβουλευτικές περιόδους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και τη θητεία της Επιτροπής έχει μέχρι στιγμής συμβάλει στην αφαίρεση από το Κοινοβούλιο τμήματος των εξουσιών του στον δημοσιονομικό τομέα, διότι συνδέεται συχνά με ένα δημοσιονομικό πλαίσιο η διαπραγμάτευση και έγκριση του οποίου πραγματοποιήθηκε κατά την προηγούμενη κοινοβουλευτική περίοδο,

Ε.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, εάν δεν υπάρξει καμία μεταβολή σε αυτό το χρονοδιάγραμμα, σε ορισμένες κοινοβουλευτικές περιόδους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν θα είναι δυνατή η λήψη δημοσιονομικών αποφάσεων που να δεσμεύουν το ίδιο, διότι το δημοσιονομικό πλαίσιο που θα έχουν εγκρίνει τα προηγούμενα Κοινοβούλια θα καλύπτει όλη τη διάρκεια της εντολής του νέου Κοινοβουλίου,

ΣΤ. λαμβάνοντας υπόψη ότι τα υφιστάμενα ελάχιστα περιθώρια που προβλέπονται σε κάθε κατηγορία δαπανών καθώς και τα πενιχρά ποσά που διατίθενται για τους μηχανισμούς ευελιξίας καθιστούν πολύ δύσκολη την ικανοποιητική αντίδραση της Ένωσης σε απρόβλεπτες πολιτικές καταστάσεις και δημιουργούν τον κίνδυνο να χάσει η ετήσια διαδικασία του προϋπολογισμού το ουσιαστικό της περιεχόμενο,

Ζ.   λαμβάνοντας υπόψη ότι η θέση σε ισχύ της Συνθήκη της Λισαβόνας υποχρεώνει τα θεσμικά όργανα που είναι αρμόδια για τη λήψη των οικονομικών και δημοσιονομικών αποφάσεων της Ένωσης να επιτύχουν συμφωνία σχετικά με τη βέλτιστη δυνατή μετάβαση στις νέες νομικές πράξεις και τις νέες διαδικασίες λήψης αποφάσεων,

Η.  λαμβάνοντας υπόψη ότι, για την εύρυθμη λειτουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, ο προϋπολογισμός της ΕΕ πρέπει να αντανακλάται στον συντονισμό των δημοσιονομικών στρατηγικών των κρατών μελών,

Θ.  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 11ης και 12ης Δεκεμβρίου 2008 επανέλαβε ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας θεωρείται αναγκαία για να μπορέσει η διευρυμένη Ένωση να λειτουργήσει αποτελεσματικότερα, δημοκρατικότερα και αποδοτικότερα, μεταξύ άλλων στον διεθνή τομέα, και ότι, για να μπορέσει να τεθεί σε ισχύ η Συνθήκη στα τέλη του 2009, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, τηρώντας τους σκοπούς και τους στόχους των Συνθηκών, καθόρισε μια συγκεκριμένη πορεία, καθώς και νομικές εγγυήσεις ως απάντηση στις ανησυχίες των ιρλανδών ψηφοφόρων,

Γενική εκτίμηση

1.   εκφράζει την ικανοποίησή του για την πρόοδο που συντελείται με τη Συνθήκη της Λισαβόνας όσον αφορά τον δημοκρατικό έλεγχο και τη διαφάνεια των δημοσιονομικών της Ένωσης· επισημαίνει την ανάγκη ενίσχυσης και προσαρμογής μηχανισμών διοργανικής συνεννόησης και μεθόδων εσωτερικής συνεργασίας προκειμένου να επιτραπεί στο Κοινοβούλιο να ασκεί πλήρως τις νέες αρμοδιότητές του·

Ίδιοι πόροι

2.   εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι, ως προς τους ιδίους πόρους της Ένωσης, τα κράτη μέλη δεν εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία ώστε να θεσπίσουν ένα σύστημα πραγματικών ιδίων πόρων της Ένωσης, το οποίο να είναι πιο δίκαιο, πιο διαφανές και πιο εύκολα κατανοητό από τους πολίτες, και το οποίο να υπόκειται σε μια πιο δημοκρατική διαδικασία λήψης αποφάσεων·

3.   εκφράζει, ειδικότερα, τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι δεν έχει σημειωθεί καθόλου πρόοδος ως προς τη συμμετοχή του Κοινοβουλίου στον καθορισμό των ορίων και του τύπου των διαθέσιμων ιδίων πόρων της Ένωσης· υπενθυμίζει ότι διατηρείται η διάκριση μεταξύ της απόφασης που αφορά τα έσοδα και της απόφασης που αφορά τις δαπάνες·

4.   χαιρετίζει, εντούτοις, τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν ώστε να διασφαλιστεί η δυνατότητα έγκρισης των μέτρων εκτέλεσης της απόφασης σχετικά με τους ιδίους πόρους μέσω ειδικής νομοθετικής διαδικασίας βάσει της οποίας το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία μόνο κατόπιν έγκρισης του Κοινοβουλίου·

5.   ζητεί από το Συμβούλιο να χρησιμοποιήσει στον μέγιστο δυνατό βαθμό αυτό το σύστημα έτσι ώστε να καταστεί πιο ευέλικτη η διαδικασία λήψης αποφάσεων·

Πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο

6.   εκφράζει την ικανοποίησή του για την επισημοποίηση, με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, του καθεστώτος του ΠΔΠ, το οποίο καθίσταται νομικώς δεσμευτική πράξη· υπενθυμίζει ότι το ΠΔΠ καθορίζει τον προγραμματισμό των δαπανών της Ένωσης και θέτει τα ανώτατα όρια των δαπανών της Ένωσης κατά τη διάρκεια ορισμένης χρονικής περιόδου, συμβάλλοντας στην ενίσχυση της δημοσιονομικής πειθαρχίας·

7.   χαιρετίζει το γεγονός ότι ο κανονισμός βάσει του οποίου καθορίζεται το ΠΔΠ πρέπει να εγκρίνεται από κοινού από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, μέσω ειδικής διαδικασίας·

8.   εκφράζει, ωστόσο, τη λύπη του για το γεγονός ότι στη Συνθήκη της Λισαβόνας διατηρείται η υποχρέωση του Συμβουλίου να αποφασίζει ομοφώνως για την έγκριση του ΠΔΠ, καθιστώντας δυσχερέστατη τη διαδικασία λήψης απόφασης και ευνοώντας διαπραγματεύσεις βάσει του «ελάχιστου κοινού παρονομαστή»· ενθαρρύνει ως εκ τούτου το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να χρησιμοποιήσει το ταχύτερο δυνατόν τη ρήτρα η οποία του επιτρέπει, κατόπιν ομόφωνης απόφασης, να θεσπίσει τη χρήση της ειδικής πλειοψηφίας για την έγκριση του ΠΔΠ·

9.   εκφράζει επίσης τη λύπη του διότι, στη νέα διαδικασία, το Κοινοβούλιο έχει μόνο δικαίωμα έγκρισης, και όχι πραγματικό δικαίωμα συναπόφασης· υπογραμμίζει ωστόσο ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας ορίζει ότι τα θεσμικά όργανα πρέπει να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια, καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, ώστε να εγγυηθούν την τελική της επιτυχία· καλεί συνεπώς το Συμβούλιο να επιδείξει την προθυμία του, από την αρχή της διαδικασίας, για τη διεξαγωγή διαρθρωμένου πολιτικού διαλόγου με το Κοινοβούλιο, προκειμένου να ληφθούν πλήρως υπόψη οι προτεραιότητές του·

10. διαπιστώνει ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας προβλέπει ότι το ΠΔΠ καθορίζει όχι μόνο το «ύψος» των «ετήσιων ανώτατων ορίων των πιστώσεων για αναλήψεις υποχρεώσεων ανά κατηγορία δαπανών και του ετήσιου ανώτατου ορίου των πιστώσεων για πληρωμές», αλλά και «οποιαδήποτε άλλη διάταξη χρήσιμη για την ομαλή διεξαγωγή της ετήσιας διαδικασίας του προϋπολογισμού»(6)·

Διάρκεια του ΠΔΠ

11. εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας προβλέπει τη δυνατότητα για πενταετή περίοδο δημοσιονομικού προγραμματισμού, έτσι ώστε να συμπίπτει όσο το δυνατόν περισσότερο χρονικώς (εφόσον υλοποιηθούν οι αναγκαίες προσαρμογές) με τη θητεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής, όπως απαιτεί η δημοκρατική λογική· τονίζει ότι ενδέχεται να απαιτηθεί η θέσπιση ειδικών μηχανισμών προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες συγκεκριμένων πολιτικών για πιο μακροπρόθεσμες δημοσιονομικές περιόδους·

12. υποστηρίζει συνεπώς τη μετάβαση σε ένα πενταετές ΠΔΠ, αλλά γνωρίζει όμως ότι η πλήρης σύμπτωση μεταξύ του ΠΔΠ και της θητείας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της θητείας της Επιτροπής είναι δυσχερής, καθώς θεωρεί ότι μια περίοδος διαπραγμάτευσης τουλάχιστον ενός έτους μπορεί να είναι αναγκαία, προκειμένου να παρέχεται η δυνατότητα σε κάθε νέο Κοινοβούλιο και σε κάθε νέα Επιτροπή να λαμβάνουν τις θεμελιώδεις αποφάσεις δημοσιονομικής πολιτικής κατά τη διάρκεια της θητείας τους·

13. θεωρεί πολύ θετική την ένταξη του ΠΔΠ σε μια συνολική προσέγγιση του διοργανικού στρατηγικού προγραμματισμού –την οποία εξάλλου ενισχύει η Συνθήκη της Λισαβόνας– όπως προτείνεται στην έκθεση της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων σχετικά με τη θεσμική ισορροπία(7)·

14. υποστηρίζει την πρόταση που διατυπώνεται στην εν λόγω έκθεση, σύμφωνα με την οποία το νέο σώμα των Επιτρόπων, κατά την παρουσίαση του «προγράμματός του για την κοινοβουλευτική περίοδο», οφείλει να καταθέτει προτάσεις σχετικά με τους προσανατολισμούς του δημοσιονομικού πλαισίου τους οποίους θεωρεί ως αναγκαίους για την υλοποίηση των πολιτικών προτεραιοτήτων της θητείας του, προτεραιοτήτων οι οποίες, εφόσον συμφωνηθεί μεταξύ των θεσμικών οργάνων το πρόγραμμα της κοινοβουλευτικής περιόδου, θα αναπτυχθούν στη συνέχεια μέσω των προτάσεών της Επιτροπής στο ΠΔΠ·

15. εκτιμά εξάλλου ότι, κατά τη διάρκεια των συζητήσεων στην Ολομέλεια και των ακροάσεων ενώπιον των κοινοβουλευτικών επιτροπών, ο υποψήφιος για την Προεδρία της Επιτροπής πρέπει να είναι εξαρχής σε θέση να προσκομίσει στοιχεία σχετικά με τις προβλεπόμενες οικονομικές συνέπειες των πολιτικών στόχων που σκοπεύει να επιδιώξει η νέα Επιτροπή·

16. υπογραμμίζει ότι η μετάβαση σε ένα σύστημα πενταετούς δημοσιονομικού προγραμματισμού, όπως αναφέρεται ανωτέρω, μπορεί να απαιτεί την παράταση και προσαρμογή του τρέχοντος ΠΔΠ έως και το 2016, προκειμένου το επόμενο πενταετές ΠΔΠ να τεθεί σε εφαρμογή το βραδύτερο στις αρχές του 2017(8)· συνιστά όπως οι διαπραγματεύσεις για το επόμενο ΠΔΠ έχουν περατωθεί σε κάθε περίπτωση έως το τέλος του πρώτου τριμήνου του 2016, προκειμένου να επιτραπεί για τη διαδικασία του προϋπολογισμού για το 2017 να τρέχει ήδη στο πλαίσιο των παραμέτρων του πλαισίου που θα ισχύει το 2017·

17. ζητεί όπως οι διαπραγματεύσεις διενεργηθούν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να επιτραπεί στα όργανα να σχεδιάσουν τη θέση σε ισχύ ενός νέου ΠΔΠ ήδη το 2016·

18. θεωρεί ότι η παράταση και προσαρμογή του τρέχοντος ΠΔΠ πρέπει να εξετασθεί όταν διενεργηθεί η επόμενη ενδιάμεση επανεξέταση το 2010·

Ευελιξία

19. υπογραμμίζει ότι ο νομικώς δεσμευτικός χαρακτήρας του ΠΔΠ καθιστά πλέον ακόμη πιο αναγκαία την ενίσχυση της ευελιξίας, έτσι ώστε η Ένωση να δύναται να αντιδρά σε απρόβλεπτες προκλήσεις κατά τρόπο αρκετά ευέλικτο και αποτελεσματικό; τόσο εντός όσο και εκτός Ένωσης·

20. εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας προβλέπει την παράταση της ισχύος των ανωτάτων ορίων και των άλλων διατάξεων του εφαρμοζόμενου ΠΔΠ που αντιστοιχούν στο τελευταίο έτος, εφόσον το νέο ΠΔΠ δεν έχει εγκριθεί πριν από την εκπνοή του προηγουμένου· φρονεί ότι αυτό αποτελεί περαιτέρω επιχείρημα υπέρ της ενίσχυσης της ευελιξίας·

21. εμμένει, υπό το πρίσμα αυτό, στην ανάγκη ενίσχυσης των μηχανισμών ευελιξίας τόσο εντός όλων των κατηγοριών, αφενός, και μέσω ειδικών μέσων ευελιξίας τα οποία να μπορούν να κινητοποιηθούν εκτός των προβλεπόμενων περιθωρίων, αφετέρου·

22. υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή Προϋπολογισμών θα γνωμοδοτήσει για τα θέματα αυτά κατά την υιοθέτηση της έκθεσής της σχετικά με την ενδιάμεση αναθεώρηση του δημοσιονομικού πλαισίου 2007-2013·

Μετάβαση από τη διοργανική συμφωνία στο ΠΔΠ

23. υπενθυμίζει την αναγκαιότητα να επιτευχθεί, εν ευθέτω χρόνω, προτού τεθεί σε ισχύ η Συνθήκη της Λισαβόνας, συμφωνία μεταξύ των θεσμικών οργάνων σχετικά με τον τρόπο μετάβασης από την τρέχουσα διοργανική συμφωνία σε ένα ΠΔΠ βάσει ειδικής νομοθετικής πράξης όπως προβλέπεται από τη Συνθήκη της Λισαβόνας· υπενθυμίζει ότι απαιτείται περίοδος οκτώ εβδομάδων για τον έλεγχο των σχεδίων νομοθετικών πράξεων από τα εθνικά κοινοβούλια·

24. θεωρεί, στο πλαίσιο αυτό, ότι θα απαιτηθεί συμφωνία όσον αφορά το ποιες από τις διατάξεις που περιλαμβάνονται επί του παρόντος στη διοργανική συμφωνία πρέπει να μεταφερθούν στο ΠΔΠ, ποιες διατάξεις θα ενταχθούν στον μελλοντικό δημοσιονομικό κανονισμό καθώς και ποιες διατάξεις δικαιολογούν ενδεχομένως τη διατήρηση μιας διοργανικής συμφωνίας –η οποία πιθανώς θα εμπλουτιστεί με νέες διατάξεις– σχετικά με τη δημοσιονομική συνεργασία· υπενθυμίζει ότι αυτή η κατανομή των διατάξεων της τρέχουσας διοργανικής συμφωνίας πρέπει να πραγματοποιηθεί λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια που προβλέπει η ίδια η Συνθήκη της Λισαβόνας·

Ετήσια διαδικασία του προϋπολογισμού

25. δέχεται πολύ ευνοϊκά την κατάργηση της διάκρισης μεταξύ υποχρεωτικών δαπανών (ΥΔ) και μη υποχρεωτικών δαπανών (ΜΥΔ), η οποία παρέχει στο Κοινοβούλιο το δικαίωμα να αποφασίζει με ίσες αρμοδιότητες με το Συμβούλιο για το σύνολο των δαπανών της Ένωσης·

26. υπογραμμίζει ότι η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ ΥΔ και ΜΥΔ δεν αντιφάσκει με την υποχρέωση της Ένωσης να σέβεται τις δημοσιονομικές δεσμεύσεις της, και εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας αναγνωρίζει ότι είναι αρμοδιότητα του Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής να μεριμνούν «ώστε να είναι διαθέσιμα τα αναγκαία δημοσιονομικά μέσα που επιτρέπουν στην Ένωση να πληροί τις νομικές της υποχρεώσεις έναντι τρίτων»(9)·

27. σημειώνει ότι οι αλλαγές στην ετήσια διαδικασία του προϋπολογισμού πρέπει να κατατείνουν στην απλούστευση της εν λόγω διαδικασίας, καθιερώνοντας την αρχή της μίας ανάγνωσης από κάθε θεσμικό όργανο και θέτοντας σε εφαρμογή μια σειρά μηχανισμών για τη διευκόλυνση της συμφωνίας μεταξύ των δύο συνιστωσών της δημοσιονομικής αρχής· τονιζει ότι οι εν λόγω αλλαγές πρέπει να οδηγήσουν στη μείωση της γραφειοκρατίας·

Ο ρόλος της Επιτροπής

28. υπογραμμίζει την ενίσχυση του ρόλου που ανατίθεται στην Επιτροπή, η οποία αποκτά δικαίωμα πρωτοβουλίας σε δημοσιονομικά θέματα και δύναται να τροποποιήσει το σχέδιο προϋπολογισμού της μέχρις ότου συγκληθεί η επιτροπή συνδιαλλαγής·

29. εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι στη Συνθήκη αναγνωρίζεται επίσης ότι η Επιτροπή είναι αρμόδια να αναλαμβάνει όλες τις αναγκαίες πρωτοβουλίες για τη σύγκλιση των θέσεων του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου κατά τη διάρκεια των εργασιών της επιτροπής συνδιαλλαγής, καλώντας την έτσι να διαδραματίσει πλήρως τον διαμεσολαβητικό της ρόλο μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με σκοπό την επίτευξη συμφωνίας·

Μια εντελώς νέα προσέγγιση

30. εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι η νέα διαδικασία περιλαμβάνει μία μόνο ανάγνωση του σχεδίου προϋπολογισμού σε καθένα από τα θεσμικά όργανα· υπογραμμίζει ότι η νέα διαδικασία και η μία ανάγνωση που προβλέπει δεν επιτρέπει πλέον εκ των πραγμάτων στα θεσμικά όργανα να διορθώνουν τη θέση τους κατά τη δεύτερη ανάγνωση όπως μπορούσε να συμβεί στο παρελθόν· είναι συνεπώς πεπεισμένο ότι η διαδικασία αυτή υποχρεώνει το Κοινοβούλιο να διαμορφώσει τις πολιτικές προτεραιότητές του σε πρώιμο στάδιο και να προσαρμόσει αναλόγως την προσέγγιση και οργάνωση λειτουργίας του, ώστε να επιτρέπουν την επίτευξη του συνόλου των επιδιωκόμενων στόχων·

31. υπενθυμίζει ότι η ανάγνωση αυτή πρέπει να επιβεβαιώνει τις πολιτικές προτεραιότητες του Κοινοβουλίου, συγχρόνως όμως πρέπει να του επιτρέπει να καταλήξει σε συμφωνία με το Συμβούλιο κατά την ολοκλήρωση των εργασιών της επιτροπής συνδιαλλαγής (ή να θέτει εκ νέου σε ψηφοφορία τις τροπολογίες του, με ευρεία πλειοψηφία, σε περίπτωση έγκρισης από το Κοινοβούλιο και απόρριψης από το Συμβούλιο του κειμένου της επιτροπής συνδιαλλαγής)·

32. εμμένει, στο πλαίσιο αυτό, στην ανάγκη τήρησης ενός ρεαλιστικού χρονοδιαγράμματος, παρόμοιου με αυτό που ισχύει σήμερα, ζητώντας παράλληλα την έγκαιρη επίσπευση των μηχανισμών διαβούλευσης· υπενθυμίζει, εξάλλου, ότι η καθιέρωση άτυπων μηχανισμών διαλόγου μεταξύ των θεσμικών οργάνων έχει καίρια σημασία για τη διευκόλυνση της συμφωνίας πριν από την έναρξη της διαδικασίας και, στη συνέχεια, καθ' όλη τη διάρκειά της·

33. είναι πεπεισμένο ότι η συνθήκη της Λισαβόνας θα ενισχύσει τις εξουσίες του Κοινοβουλίου υπό τον όρο ότι το τελευταίο θα αποκτήσει τα μέσα να διαχειρίζεται αποτελεσματικά το περιορισμένο χρονοδιάγραμμα όσο και στην αυξημένη ανάγκη για προνοητικότητα που θα δημιουργήσει η νέα διαδικασία·

34. φρονεί ότι στο μέλλον, το ψήφισμα του Κοινοβουλίου που προηγείται της πρώτης συνεδρίασης συνδιαλλαγής θα αποκτήσει αυξημένη σημασία, διότι θα επιτρέπει στο Κοινοβούλιο να εκθέτει επισήμως τις δημοσιονομικές του προτεραιότητες για το επόμενο οικονομικό έτος, χωρίς να το απασχολούν ζητήματα τακτικής ενόψει της θέσης του Συμβουλίου σχετικά με το σχέδιο προϋπολογισμού· εκτιμά ότι το εν λόγω ψήφισμα θα προσφέρει έτσι στα υπόλοιπα όργανα μια σαφή εικόνα των προτεραιοτήτων του Κοινοβουλίου πριν από τις διοργανικές διαπραγματεύσεις· προσθέτει ότι η χρονική αυτή περίοδος θα παρέχει επίσης τη δυνατότητα στο Κοινοβούλιο να παρέχει ορισμένες αρχικές κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τα πιλοτικά προγράμματα και τις προπαρασκευαστικές ενέργειες·

35. υπενθυμίζει ότι αυτές οι προτεραιότητες θα είναι επίσης εξαιρετικά χρήσιμες για το Κοινοβούλιο, ως κατευθυντήριες γραμμές για την ανάγνωση του σχεδίου προϋπολογισμού αλλά και ως διαπραγματευτική εντολή για την αντιπροσωπεία του στις διαπραγματεύσεις της επιτροπής συνδιαλλαγής·

36. εμμένει στην άποψη ότι είναι σημαντικό να διοργανώνεται ένας τριμερής διάλογος τον Ιούλιο κάθε έτους που θα επιτρέπει σε όλα τα θεσμικά όργανα να αποκτούν σαφή εικόνα των προτεραιοτήτων των άλλων πλευρών και που θα επιτρέπει στο Κοινοβούλιο να γνωστοποιεί στα λοιπά θεσμικά όργανα το περιεχόμενο του ψηφίσματος του Ιουλίου σχετικά με το σχέδιο προϋπολογισμού·

37. τονίζει την πολιτική χρησιμότητα της καθιέρωσης –με σεβασμό των αρμοδιοτήτων όλων των οργάνων– εις βάθος διαλόγου με τις ομόλογες επιτροπές των εθνικών κοινοβουλίων σχετικά με το σχέδιο προϋπολογισμού και τις προτεραιότητες του Κοινοβουλίου για την ετήσια διαδικασία του προϋπολογισμού·

Επιτροπή συνδιαλλαγής

38. υπογραμμίζει τη σημασία που θα αποκτήσει στο μέλλον η επιτροπή συνδιαλλαγής, ως όργανο επίλυσης των πολιτικών διαφορών μεταξύ των δύο συνιστωσών της δημοσιονομικής αρχής· υπενθυμίζει ότι η εν λόγω επιτροπή θα έχει ως καθήκον την αναζήτηση, εντός 21 ημερών, συμφωνίας επί ενός συμβιβαστικού κειμένου, το οποίο θα τεθεί σε ισχύ εφόσον δεν απορριφθεί από τη δημοσιονομική αρχή· θεωρεί ότι η επιτροπή αυτή πρέπει να αποτελείται από πολιτικές προσωπικότητες που θα προέρχονται από το υψηλότερο δυνατό πολιτικό επίπεδο·

39. εκφράζει την ικανοποίησή του διότι η Συνθήκη της Λισαβόνας αναθέτει αποφασιστικό ρόλο στο Κοινοβούλιο στο τέλος της διαδικασίας· επισημαίνει πράγματι ότι:

–  το κείμενο της επιτροπής συνδιαλλαγής («κοινό σχέδιο») δεν δύναται να θεωρηθεί ως εγκριθέν εφόσον το απορρίψει το Κοινοβούλιο (με απλή πλειοψηφία των μελών που το απαρτίζουν)·

–  εφόσον το κοινό σχέδιο απορριφθεί από το Συμβούλιο αλλά εγκριθεί από το Κοινοβούλιο, υπάρχει η δυνατότητα είτε να τεθεί σε εφαρμογή στην τρέχουσα μορφή του, είτε να επιβάλει το Κοινοβούλιο τις τροπολογίες που είχε εγκρίνει κατά την ανάγνωση του σχεδίου προϋπολογισμού, με ενισχυμένη πλειοψηφία (πλειοψηφία των μελών που το απαρτίζουν συν τρία πέμπτα των ψηφισάντων)·

40. υπογραμμίζει ότι θα ήταν επιθυμητό, η αντιπροσωπεία του Κοινοβουλίου στην επιτροπή συνδιαλλαγής πρέπει υποχρεωτικώς να έχει επικεφαλής τον πρόεδρο της Επιτροπής Προϋπολογισμών και να περιλαμβάνει, εφόσον απαιτείται και χωρίς να αμφισβητείται ο πολιτικός χαρακτήρας της διαδικασίας επιλογής των μελών της από τις πολιτικές ομάδες, εκτός από τα μέλη της εν λόγω επιτροπής, μέλη ειδικευμένων κοινοβουλευτικών επιτροπών, σε περίπτωση που ένα συγκεκριμένο θέμα το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της πολιτικής τους υπόκειται στη διαπραγμάτευση·

41. καλεί το Συμβούλιο να επιδιώξει το ταχύτερο δυνατόν συμφωνία με το Κοινοβούλιο σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας της επιτροπής συνδιαλλαγής·

42. θεωρεί, από την πλευρά του, ότι η επιτροπή συνδιαλλαγής πρέπει να μπορεί να συνεδριάζει τουλάχιστον δύο φορές, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο για την επίτευξη συμφωνίας, στο υψηλότερο δυνατό πολιτικό επίπεδο, ενώ των συνεδριάσεών της πρέπει να προηγείται προπαρασκευαστικός τριμερής πολιτικός διάλογος, σύμφωνα με το παραδοσιακό σύστημα· υπενθυμίζει την ανάγκη να διαθέτουν οι εκπρόσωποι του Συμβουλίου σε αυτές τις συνεδριάσεις πολιτική εντολή διαπραγμάτευσης·

43. προτείνει οι εργασίες να προετοιμάζονται από διοργανική προπαρασκευαστική ομάδα, την οποία θα αποτελούν ο γενικός εισηγητής καθώς και εκπρόσωποι των πολιτικών ομάδων του Κοινοβουλίου και ο μόνιμος αντιπρόσωπος της χώρας που ασκεί την Προεδρία της Ένωσης, αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο να συνοδεύεται αυτός από εκπροσώπους των δύο άλλων Προεδριών που μετέχουν στην τρόικα·

44. υπενθυμίζει επίσης ότι τα θεσμικά όργανα πρέπει να συμφωνήσουν επί της σύνθεσης της γραμματείας της εν λόγω επιτροπής, η οποία πρέπει πιθανώς να αποτελείται από αξιωματούχους των δύο σκελών της αρμόδιας επί του προϋπολογισμού αρχής και να επικουρείται από την Επιτροπή·

Θέματα γεωργικής πολιτικής

45. εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι η διάταξη σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή δεν δύναται να τροποποιήσει το σχέδιό της μετά τη σύγκληση της επιτροπής συνδιαλλαγής δεν επιτρέπει πλέον την προσφυγή στην παραδοσιακή διορθωτική επιστολή του φθινοπώρου προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι νεότερες προβλέψεις για τη γεωργική πολιτική και οι δημοσιονομικές τους επιπτώσεις· εκτιμά ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, η πιο πρόσφορη διαδικασία θα ήταν η κατάθεση από την Επιτροπή –εφόσον καταστεί αναγκαίο– ειδικού σχεδίου διορθωτικού προϋπολογισμού (ενός «γεωργικού ΔΣΠ») αφού ολοκληρωθεί η συλλογή των τελικών στοιχείων για τη γεωργία·

Σχέσεις με τη νομοθετική εξουσία

46. υπογραμμίζει ότι ο παραλληλισμός μεταξύ της διεύρυνσης των δημοσιονομικών αρμοδιοτήτων του Κοινοβουλίου ώστε να καλύπτουν όλες τις δαπάνες της Ένωσης και της γενίκευσης, σχεδόν, της διαδικασίας συναπόφασης στα νομοθετικά θέματα επιτάσσει να λαμβάνεται περισσότερο υπόψη η δημοσιονομική διάσταση της νομοθετικής δραστηριότητας· θεωρεί ως αναγκαία, για τον σκοπό αυτόν, τη βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής Προϋπολογισμών και των τομεακών επιτροπών προκειμένου να ληφθεί δεόντως υπόψη ο αντίκτυπος της νομοθετικής δραστηριότητας του Κοινοβουλίου στον δημοσιονομικό τομέα, κυρίως όσον αφορά τον αντίκτυπό της στο ΠΔΠ και στον ετήσιο προϋπολογισμό· ενόψει αυτού, προτείνει οι νομοθετικές επιτροπές διαβούλευσης σχετικά με ζητήματα που έχουν δημοσιονομικό αντίκτυπο να περιλαμβάνουν ένα μέλος της Επιτροπής Προϋπολογισμών· υπενθυμίζει, για τον σκοπό αυτό, το έργο της ομάδας εργασίας για την κοινοβουλευτική μεταρρύθμιση, ιδιαίτερα όσον αφορά τις ειδικές μορφές συνεργασίας μεταξύ των κοινοβουλευτικών επιτροπών που αναφέρονται στην τρίτη ενδιάμεση έκθεση·

47. υπενθυμίζει, άλλωστε, ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας υποχρεώνει όλα τα θεσμικά όργανα της Ένωσης να μεριμνούν για την τήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας· υπενθυμίζει ότι ο εσωτερικός κανονισμός του Κοινοβουλίου προβλέπει ήδη συγκεκριμένη διαδικασία για τη διασφάλιση του σεβασμού αυτής της αρχής· θεωρεί ότι η εν λόγω διαδικασία πρέπει να καταστεί πιο λειτουργική και αποδοτική·

Δημοσιονομικός κανονισμός

48. εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι ο δημοσιονομικός κανονισμός καθίσταται κανονισμός ο οποίος εγκρίνεται σύμφωνα με την τακτική νομοθετική διαδικασία (συναπόφαση) από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, κατόπιν γνωμοδότησης του Ελεγκτικού Συνεδρίου·

49. υπενθυμίζει ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας περιέχει τις κύριες ρήτρες διάκρισης μεταξύ των διατάξεων της τρέχουσας διοργανικής συμφωνίας οι οποίες πρέπει να ενταχθούν στη μελλοντική διοργανική συμφωνία και των διατάξεων που πρέπει να ενταχθούν στο ΠΔΠ·

50. επισημαίνει, ωστόσο, ότι ο δημοσιονομικός κανονισμός πρέπει να περιλαμβάνει όλες τις διατάξεις που είναι αναγκαίες για τον καθορισμό της διαδικασίας σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης(10)· εκτιμά ότι αυτή η διατύπωση μπορεί να καλύπτει τη λειτουργία της επιτροπής συνδιαλλαγής, τον μηχανισμό ενεργοποίησης και, φυσικά, την ενημέρωση των διατάξεων του δημοσιονομικού κανονισμού που επηρεάζονται άμεσα από τις τροποποιήσεις που επιφέρει η Συνθήκη της Λισαβόνας (ειδικότερα, την κατάργηση της διαφοράς μεταξύ ΥΔ/ΜΥΔ, τη νέα διαδικασία συναπόφασης για τις μεταφορές πιστώσεων κ.λπ.)·

51. θεωρεί ως κρίσιμο να καταλήξουν τα θεσμικά όργανα εγκαίρως σε πολιτική συμφωνία σχετικά με αυτά τα ζητήματα, προκειμένου να μπορούν να πραγματοποιηθούν γρήγορα οι αναγκαίες τροποποιήσεις του δημοσιονομικού κανονισμού σύμφωνα με τη νέα διαδικασία μετά τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας και να προβλέψουν, εάν απαιτείται, προσωρινές συμφωνίες για τη διασφάλιση της ομαλής συνέχισης της διαδικασίας εκτέλεσης του προϋπολογισμού·

52. καλεί την Επιτροπή να καταθέσει εν ευθέτω χρόνω πρόταση η οποία θα επιτρέπει στο Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να συμφωνήσουν επί της εφαρμογής αυτής της διάκρισης που προβλέπεται στο άρθρο 49 ως προς το περιεχόμενο της τρέχουσας διοργανικής συμφωνίας·

53. υποστηρίζει ότι η προαναφερθείσα προσαρμογή του δημοσιονομικού κανονισμού δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να συγχέεται με την τριετή αναθεώρηση του εν λόγω κανονισμού που προβλέπεται για το έτος 2010·

Δημοσιονομικός αντίκτυπος των θεσμικών τροποποιήσεων και των νέων αρμοδιοτήτων της Ένωσης

54. σημειώνει ότι η θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας θα έχει επίσης αντίκτυπο στον προϋπολογισμό της Ένωσης όσον αφορά τις καινοτομίες που επιφέρει σε θεσμικό επίπεδο, ιδίως όσον αφορά την αναβάθμιση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου σε θεσμικό όργανο που συνοδεύεται από τη δημιουργία μόνιμης Προεδρίας, καθώς και από τη δημιουργία του αξιώματος του Υπάτου Εκπροσώπου και της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, που έχει ως στόχο να συνεπικουρεί τη δράση του·

55. επιβεβαιώνει την πρόθεσή του να ασκεί εφεξής πλήρως τις δημοσιονομικές του αρμοδιότητες και υπογραμμίζει τη σημασία της έγκαιρης επίτευξης πολιτικής συμφωνίας με το Συμβούλιο για τη χρηματοδότηση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και ειδικότερα της μόνιμης Προεδρίας του, καθώς και για τη χρηματοδότηση της μελλοντικής Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης· υπογραμμίζει ότι η χρηματοδότηση της εν λόγω υπηρεσίας πρέπει να παραμείνει εξολοκλήρου υπό τον έλεγχο της αρμόδιας επί του προϋπολογισμού αρχής·

56. επισημαίνει ότι, στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ και της κοινής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας, η Συνθήκη της Λισαβόνας προβλέπει τη θέσπιση νέων διαδικασιών για τη χορήγηση άμεσης πρόσβασης στον προϋπολογισμό της ΕΕ και τη δημιουργία ενός ταμείου εκκίνησης από συνεισφορές των κρατών μελών· υπογραμμίζει, εντούτοις,ότι όλες οι εξωτερικές δράσεις θα πρέπει καταρχήν να χρηματοδοτούνται από κοινοτικές πιστώσεις και μόνον κατ’ εξαίρεση –σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης– βάσει συνεισφορών εκτός κοινοτικού προϋπολογισμού·

57. διαπιστώνει ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας θα έχει επίσης δημοσιονομικό αντίκτυπο, έστω και περιορισμένο, λόγω των νέων ειδικών αρμοδιοτήτων που αναλαμβάνει η Ένωση· δηλώνει ότι είναι πρόθυμο να αναλύσει, εν ευθέτω χρόνω, τις συγκεκριμένες συνέπειες της άσκησης αυτών των νέων αρμοδιοτήτων· φρονεί ότι η εφαρμογή των εν λόγω αρμοδιοτήτων, στο σύνολό τους, οπωσδήποτε δεν θα πραγματοποιηθεί αμέσως μετά τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας, αλλά μάλλον σταδιακά καθώς θα καταρτίζονται οι οικείες νομοθετικές προτάσεις· θεωρεί, εντούτοις, ότι η χρηματοδότησή τους δεν πρέπει να αποβαίνει εις βάρος της χρηματοδότησης των τρεχουσών δραστηριοτήτων της Ένωσης·

Συντονισμός με τους εθνικούς προϋπολογισμούς

58. επιθυμεί να καλέσει τα εθνικά κοινοβούλια να συμμετέχουν σε ετήσια κοινή και δημόσια συζήτηση σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές των εθνικών και κοινοτικών δημοσιονομικών πολιτικών, πριν από την εξέταση των αντίστοιχων σχεδίων προϋπολογισμού, προκειμένου να διαμορφωθεί, εξαρχής, ένα κοινό πλαίσιο μελέτης για τον συντονισμό των εθνικών πολιτικών των κρατών μελών, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη την κοινοτική συνεισφορά·

59. επισημαίνει ότι η απόφαση σχετικά με την κατανομή των δαπανών του προϋπολογισμού της ΕΕ όσον αφορά τους πρωταρχικούς στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα μπορούσε να διευκολύνεται από την ετήσια δημοσίευση, από κάθε κράτος μέλος, των πιστώσεων στο πλαίσιο του εθνικού και, ενδεχομένως, του περιφερειακού προϋπολογισμού οι οποίοι συμβάλλουν στην υλοποίηση των εν λόγω στόχων·

°

° °

60.      αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και την Επιτροπή, καθώς και στα κοινοβούλια των κρατών μελών.

(1)

ΕΕ C 306 της 17.12.2007, σελ. 1.

(2)

ΕΕ C 139 της 14.6.2006, σελ. 1.

(3)

ΕΕ C 61 E της 10.3.2004, σελ. 143.

(4)

ΕΕ C 27 Ε της 31.1.2008, σελ. 214.

(5)

ΕΕ C 124 E της 25.5.2006, σελ. 373.

(6)

Άρθρο 312, παράγραφος 3, της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ενοποιημένη απόδοση) (ΕΕ C 115 της 9.5.2008, σελ. 47).

(7)

Έκθεση της 18ης Μαρτίου 2009 σχετικά με τον αντίκτυπο της Συνθήκης της Λισαβόνας στην ανάπτυξη της θεσμικής ισορροπίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Α6-0142/2009).

(8)

Σύμφωνα με το πρότυπο που περιγράφεται από αυτόν τον πίνακα της Επιτροπής Προϋπολογισμών της 26ης Φεβρουαρίου 2009 σχετικά με την ενδιάμεση επανεξέταση του δημοσιονομικού πλαισίου 2007-2013 (A6-0110/2009):

___________________________________________________________________________________

Έτος

2008

2009

2010

2011

2012

2013

2014

2015

2016

2017

2018

2019

προετ. προϋπο--

λογισμού

2009

2010

2011

2012

2013

2014

2015

2016

2017

2018

2019

2020

Κοινοβου-λευτική

περίοδος

2004 / 2009

2009 / 2014

2014 / 2019

ΠΔΠ

Επανεξέταση 2007 / 2013

2013 / 2016

2017 / 2022

(9)

Άρθρο 323 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ενοποιημένη απόδοση).

(10)

Σύμφωνα με το άρθρο 322, παράγραφος 1, στοιχείο α), της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ενοποιημένη απόδοση), πρέπει να περιλαμβάνει «τους δημοσιονομικούς κανονισμούς που ρυθμίζουν ιδίως τις πρακτικές λεπτομέρειες κατάρτισης και εκτέλεσης του προϋπολογισμού».


αιτιολογικη εκθεση

I - Εισαγωγή

1.      Η Συνθήκη της Λισαβόνας επιφέρει ριζικές τροποποιήσεις στα οικονομικά της Ένωσης, ιδίως σε ό,τι αφορά τις σχέσεις μεταξύ των θεσμικών οργάνων και τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Παράλληλα, θεσπίζει μια συγκεκριμένη ιεράρχηση μεταξύ των θεμελιωδών πράξεων του οικονομικού και δημοσιονομικού βίου της Ένωσης, συμβάλλοντας έτσι στην απαραίτητη αποσαφήνιση του συστήματος λήψης αποφάσεων.

2.      Η αρχή που απορρέει από τις διατάξεις της Συνθήκης της Λισαβόνας περιστρέφεται γύρω από τέσσερις κύριους άξονες:

-            Τα κράτη μέλη παραμένουν ουσιαστικά κύριοι των εσόδων του προϋπολογισμού, μέσω των ιδίων πόρων της Ένωσης.

- Το Συμβούλιο και το ΕΚ πρέπει υποχρεωτικά να καταλήγουν σε συμφωνία, εντός των ορίων των ιδίων πόρων, σχετικά με τον προγραμματισμό των δαπανών, ο οποίος καθίσταται νομικά δεσμευτικός.

-            Καταργείται η διάκριση μεταξύ υποχρεωτικών και μη υποχρεωτικών δαπανών: τον προϋπολογισμό εγκρίνουν στο σύνολό του από κοινού το ΕΚ και το Συμβούλιο, τηρώντας το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο. Εξάλλου, ενισχύονται οι εξουσίες του ΕΚ στη διαδικασία της έγκρισης του προϋπολογισμού: ο ετήσιος προϋπολογισμός δεν μπορεί να εγκριθεί χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του ΕΚ, το οποίο δύναται, ωστόσο, να επιβάλλει την έγκριση του προϋπολογισμού ενάντια στη θέληση του Συμβουλίου.

- Ενισχύεται η ευθύνη του Κοινοβουλίου στον τομέα της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης της Λισαβόνας (εφεξής ΣΛ), ο δημοσιονομικός κανονισμός θα πρέπει να εγκρίνεται από το ΕΚ και το Συμβούλιο σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (άρθρο 279 ΣΛΕΕ), ήτοι με τη διαδικασία της συναπόφασης.

3.      Η εισηγήτρια προτίθεται να διερευνήσει τις τροποποιήσεις που θα επέφερε η έγκριση της Συνθήκης της Λισαβόνας στη διαδικασία του προϋπολογισμού και στις συναφείς εξουσίες του Κοινοβουλίου. Είναι απαραίτητο να γίνει κατανοητό ότι η Συνθήκη, αν και επαναβεβαιώνει ορισμένες βασικές αρχές της δημοσιονομικής οργάνωσης της Ένωσης (δημοσιονομική πειθαρχία, χρηστή δημοσιονομική διαχείριση κ.λπ.), επιφέρει σημαντικές αλλαγές, κυρίως σε ό,τι αφορά τη διαδικασία του προϋπολογισμού.

4.      Τα βασικά θέματα που θίγονται είναι η σχέση μεταξύ του μελλοντικού δημοσιονομικού πλαισίου και του δημοσιονομικού κανονισμού σε σχέση με τις διατάξεις που προβλέπονται σήμερα στη ΔΣ, οι δημοσιονομικές επιπτώσεις των θεσμικών τροποποιήσεων και οι νέες αρμοδιότητες της Ένωσης.

II - Η χρηματοδότηση της Ένωσης (άρθρο 269 ΣΛΕΕ)

1.      Η Συνθήκη δεν τροποποίησε τη λογική της χρηματοδότησης της Ένωσης. Η λήψη της βασικής απόφασης για το σύστημα των ευρωπαϊκών πόρων εξακολουθεί να αποτελεί αρμοδιότητα των κρατών μελών: πρόκειται για μια απόφαση του Συμβουλίου που εγκρίνεται με ομοφωνία και τίθεται σε ισχύ μόνο κατόπιν της έγκρισής της από όλα τα κράτη μέλη και σύμφωνα με τους αντίστοιχους συνταγματικούς κανόνες τους. Παρά το γεγονός ότι η πρωτοβουλία ανήκει στην Επιτροπή και ότι το ΕΚ συμμετέχει στη διαδικασία εκδίδοντας γνωμοδότηση, η εξουσία αυτή βρίσκεται ουσιαστικά στα χέρια των κρατών μελών.

2.      Η αρχή της επάρκειας των μέσων διατηρήθηκε ως έχει στις ισχύουσες σήμερα Συνθήκες: «η Ένωση προικίζεται με επαρκή μέσα για την επίτευξη των στόχων της και την επιτυχή εφαρμογή των πολιτικών της» (άρθρο 269, πρώτο εδάφιο της ΣΛΕΕ). Αυτό εξάλλου επιβεβαιώνεται με τη θεμελιώδη αρχή της δημοσιονομικής πειθαρχίας που ορίζει ότι «η Ένωση δεν εκδίδει πράξεις που δύνανται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στον προϋπολογισμό, χωρίς να παρέχει την εγγύηση ότι οι δαπάνες που απορρέουν από τις πράξεις αυτές δύνανται να χρηματοδοτηθούν στο πλαίσιο των ιδίων πόρων της Ένωσης και τηρουμένου του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου του άρθρου 270α».

3.      Ωστόσο, η ΣΛ αποσαφήνισε ταυτοχρόνως ορισμένα ζητήματα και εγκαινίασε την απαρχή της «κοινοτικοποίησης» του συστήματος. Επιφέρει, πράγματι, ένα νέο στοιχείο στο περιεχόμενο της απόφασης περί των ιδίων πόρων, προβλέποντας τη δυνατότητα «να καθιερώνει νέες κατηγορίες ιδίων πόρων ή να καταργεί υπάρχουσα κατηγορία». Βεβαίως, τούτο δεν αποτελεί παρά επιβεβαίωση της κατάστασης που ήδη επικρατεί: καθώς η Συνθήκη δεν περιέχει ειδικές διατάξεις στο επίπεδο αυτό, τα είδη των ιδίων πόρων που διαθέτει η Ένωση καθορίζονται στην απόφαση περί των ιδίων πόρων. Το ίδιο ισχύει και για το ύψος των εν λόγω πόρων, γεγονός που περιλαμβάνει φυσικά τη δυνατότητα τροποποίησης, κατάργησης ή και δημιουργίας νέων πόρων. Η εισηγήτρια θεωρεί ότι με τον τρόπο αυτόν ανοίγει τελικά ο δρόμος προς ένα σύστημα ιδίων πόρων πιο δίκαιο, πιο διαφανές και πιο ορατό στους πολίτες.

4.      Ένα νέο εδάφιο που προστίθεται στο άρθρο 269 ΣΛΕΕ προβλέπει ότι τα μέτρα εφαρμογής του συστήματος των ιδίων πόρων θα ορίζονται με κανονισμό που εγκρίνει το Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία και κατόπιν έγκρισης του ΕΚ. Η διάταξη αυτή, παρά τον περιορισμό σύμφωνα με τον οποίο τα μέτρα εφαρμογής λαμβάνονται στο πλαίσιο των ορίων που προβλέπονται από την απόφαση περί των ιδίων πόρων, ανοίγει τον δρόμο προς την ενίσχυση του ρόλου του ΕΚ όσον αφορά τους ιδίους πόρους.

Συμπερασματικά, παρότι μπορεί κανείς να εντοπίσει στις καινοτομίες που επιφέρει η Συνθήκη την απαρχή μιας θετικής εξέλιξης, δυστυχώς δεν αξιοποιήθηκε η ευκαιρία ώστε να πραγματοποιηθούν ουσιαστικές πρόοδοι, δηλαδή να επιτευχθεί η μετάβαση προς ένα σύστημα πραγματικών ιδίων πόρων της Ένωσης, που θα εξασφάλιζε την πραγματική συμμετοχή των θεσμικών οργάνων της Ένωσης στη διαδικασία και θα εκχωρούσε πιο σημαντικό ρόλο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

III - Το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο

1.      Η ΣΛ, όπως είχε ζητήσει επανειλημμένως στο παρελθόν το Κοινοβούλιο, κατοχυρώνει την αρχή σύμφωνα με την οποία το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο θα αποτελεί μια νομικώς δεσμευτική πράξη(1), βασιζόμενη στη δημιουργία μια ειδικής νομικής βάσης για την έγκριση του κανονισμού που θα περιλαμβάνει το εν λόγω πλαίσιο. Ο κανονισμός αυτός θα πρέπει να εγκρίνεται από το Συμβούλιο με ειδική νομοθετική διαδικασία στην οποία το ΕΚ διαθέτει εξουσία λήψης αποφάσεων.

2.      Το άρθρο 270α ορίζει ότι το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο της παραγράφου 1 έχει «ως στόχο να εξασφαλίζει την ομαλή εξέλιξη των δαπανών της Ένωσης εντός των ορίων των ιδίων της πόρων». Προσθέτει στο τελευταίο εδάφιο ότι ο «ετήσιος προϋπολογισμός της Ένωσης καταρτίζεται τηρουμένου του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου». Το εδάφιο αυτό, συμπληρώνοντας την αρχή που διατυπώνεται στο άρθρο 269, παράγραφος 4, («η Ένωση δεν εκδίδει πράξεις που δύνανται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στον προϋπολογισμό, χωρίς να παρέχει την εγγύηση ότι οι δαπάνες που απορρέουν από τις πράξεις αυτές δύνανται να χρηματοδοτηθούν στο πλαίσιο των ιδίων πόρων της Ένωσης και τηρουμένου του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου του άρθρου 270α») θέτει τα θεμέλια της δημοσιονομικής πειθαρχίας της Ένωσης(2).

Το περιεχόμενο του ΠΔΠ

3.      Η Συνθήκη θεσμοθετεί την ακολουθούμενη σήμερα πρακτική. Το άρθρο 270α ορίζει ότι το ΠΔΠ «καθορίζει το ύψος των ετήσιων ανώτατων ορίων των πιστώσεων για αναλήψεις υποχρεώσεων ανά κατηγορία δαπανών και του ετήσιου ανώτατου ορίου των πιστώσεων για πληρωμές».

4.      Ωστόσο, η ΣΛ ορίζει ότι «το δημοσιονομικό πλαίσιο προβλέπει οποιαδήποτε άλλη διάταξη χρήσιμη για την ομαλή διεξαγωγή της ετήσιας διαδικασίας του προϋπολογισμού» (παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο). Τούτο σημαίνει ότι το ΠΔΠ καλύπτει ένα τμήμα του περιεχομένου των δύο μερών της διοργανικής συμφωνίας σχετικά με τη δημοσιονομική πειθαρχία(3) που ισχύει σήμερα και δεν εξαντλείται στην απλή αναφορά των ανώτατων ορίων των δαπανών. Αυτή η ιδιαίτερη πτυχή θα εξετασθεί στο κεφάλαιο VI.

Η διαδικασία

5.      Το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο είναι ένας κανονισμός που εγκρίνεται μέσω ειδικής νομοθετικής διαδικασίας, που απαιτεί την έγκρισή του από το Συμβούλιο με ομοφωνία, κατόπιν της έγκρισης από το ΕΚ. Το ΕΚ έχει ως εκ τούτου εξουσία λήψης αποφάσεων. Υπενθυμίζεται ότι πρόκειται για επισημοποίηση της πρακτικής των διοργανικών συμφωνιών των τελευταίων χρόνων.

6.      Εξάλλου, η παράγραφος 5 του άρθρου 270α τονίζει το γεγονός ότι «καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας που οδηγεί στη θέσπιση του δημοσιονομικού πλαισίου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή λαμβάνουν κάθε απαραίτητο μέτρο για να διευκολύνουν τη θέσπιση αυτή». Η συγκεκριμένη διάταξη αποβλέπει στη διαφοροποίηση της διαδικασίας του προϋπολογισμού από τη συναπόφαση και στην άμβλυνση της λογικής μιας διαδικασίας σαν αυτή της σύμφωνης γνώμης.

Μια προσωρινή λύση για την υπέρβαση ενδεχόμενης αποτυχίας των διαπραγματεύσεων

7.      Το άρθρο 270α, παράγραφος 4, προβλέπει το ενδεχόμενο να προκύψουν δυσκολίες κατά τη διαπραγμάτευση των δημοσιονομικών προοπτικών και να μην καταστεί δυνατή η σύναψη συμφωνίας, ενδεχόμενο που καθίσταται μάλιστα ακόμη πιο πιθανό εφόσον διατηρείται ο κανόνας της ομοφωνίας στο Συμβούλιο, αν και στη Συνθήκη προβλέπεται η δυνατότητα μετάβασης στην ειδική πλειοψηφία. Η Συνθήκη προβλέπει στην περίπτωση αυτή ότι όταν το νέο ΠΔΠ «δεν έχει εκδοθεί κατά τη λήξη του προηγούμενου δημοσιονομικού πλαισίου, τα ανώτατα όρια και οι λοιπές διατάξεις που αντιστοιχούν στο τελευταίο έτος του εν λόγω πλαισίου παρατείνονται έως την έκδοση της πράξης αυτής».

Η διάρκεια του ΠΔΠ

8.      Η ΣΛ προβλέπει ότι το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο θα έχει ελάχιστη διάρκεια πέντε ετών. Ο επιδιωκόμενος στόχος είναι να συμπίπτει στο μέτρο του δυνατού η διάρκεια του ΠΔΠ με την εντολή του ΕΚ και της Επιτροπής, όπως ζητούσε από καιρό το ΕΚ. Η σύναψη κάθε διοργανικής συμφωνίας για τις δημοσιονομικές προοπτικές θα έπρεπε να αποτελεί ευκαιρία για την έναρξη ενός νομοθετικού προγράμματος που θα αντιστοιχεί πραγματικά σε ένα πολιτικό και δημοσιονομικό πρόγραμμα. Συνεπώς, το πρόγραμμα αυτό θα έπρεπε λογικά να συνδέεται με τη δημοκρατική εντολή του εκλεγμένου Κοινοβουλίου και μιας Επιτροπής πολιτικά υπεύθυνης ενώπιόν του(4). Η πρακτική του πλαισίου των δημοσιονομικών προοπτικών είχε ως αποτέλεσμα ορισμένες κοινοβουλευτικές περίοδοι του ΕΚ να «κληρονομούν» ένα δημοσιονομικό πλαίσιο επί του οποίου δεν είχαν κανέναν λόγο(5). Το ίδιο ισχύει και για την Επιτροπή, η οποία ενίοτε είναι υποχρεωμένη να εφαρμόζει το δημοσιονομικό πλαίσιο που έχει διαπραγματευτεί νωρίτερα μια άλλη Επιτροπή. Είναι συνεπώς υποχρεωμένη να επωμίζεται τις πολιτικές επιλογές που έχει κάνει η προηγούμενη Επιτροπή(6).

9.      Η εισηγήτρια τάσσεται, για τον λόγο αυτόν, υπέρ της δημιουργίας μιας πιο άμεσης σχέσης μεταξύ του ΠΔΠ και των πολιτικών εντολών, ιδίως όσον αφορά τον διορισμό των ευρωπαίων Επιτρόπων. Όταν το Σώμα θα υπόκειται συλλογικά στην έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τότε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα μπορούσε επίσης να αποφασίζει επί μιας δημοσιονομικής πρότασης γενικής πολιτικής που θα διατυπώνεται από την Επιτροπή. Κατά τον ίδιο τρόπο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας για τις ευρωεκλογές, θα μπορούσε να υπερασπίζεται ένα πολιτικό και οικονομικό πρόγραμμα που θα δεσμευόταν να υλοποιήσει ενώπιον των πολιτών.

Η μετάβαση προς το νέο σύστημα

10.    Ωστόσο, η διάταξη αυτή δεν ρυθμίζει το ειδικό πρόβλημα της μετάβασης από το σημερινό σύστημα προς το καθεστώς που προβλέπεται στη ΣΛ. Το άρθρο 270α, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, επιβεβαιώνει ότι ο προϋπολογισμός πρέπει να τηρεί το ΠΔΠ. Το ΠΔΠ θα πρέπει, συνεπώς, να εγκριθεί δεόντως σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες της νέας Συνθήκης, ώστε το ΕΚ και το Συμβούλιο να μπορούν να εγκρίνουν τον ετήσιο προϋπολογισμό.

11.    Για τον λόγο αυτόν, ως μεταβατικό μέτρο, και σε περίπτωση που δεν θα είναι δυνατόν να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες πριν από την έγκριση του ετήσιου προϋπολογισμού, θα μπορούσε να προβλεφθεί η διενέργεια, βάσει της αρχής της συνέχειας, μιας ψηφοφορίας επί του προϋπολογισμού, τηρουμένων των διαδικασιών που προβλέπονται από τη Συνθήκη και σύμφωνα με το σημερινό δημοσιονομικό πλαίσιο.

Το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο καθίσταται μια νομικά δεσμευτική πράξη. Είναι ένας κανονισμός που εγκρίνεται με μια ειδική νομοθετική διαδικασία, η οποία απαιτεί έγκριση από το Συμβούλιο με ομοφωνία, κατόπιν της έγκρισης από το ΕΚ. Η παράγραφος 5 του άρθρου 270α υπενθυμίζει, εξάλλου, ότι τα θεσμικά όργανα υποχρεούνται να «λαμβάνουν κάθε απαραίτητο μέτρο για να διευκολύνουν τη θέσπιση» του δημοσιονομικού πλαισίου καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Η διάταξη αυτή ενισχύει τον ρόλο της διοργανικής συνεργασίας που πρέπει να εφαρμόζεται από την αρχή της διαδικασίας, προκειμένου να διασφαλίζεται η θετική έκβασή της.

Η Συνθήκη της Λισαβόνας προβλέπει ότι το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο πρέπει να έχει ελάχιστη διάρκεια πέντε ετών. Στόχος είναι στο μέτρο του δυνατού να συμπίπτει η διάρκεια του ΠΔΠ με την εντολή του ΕΚ και της Επιτροπής, όπως έχει ζητήσει επανειλημμένως το ΕΚ. Το ΕΚ θα μπορούσε, ως εκ τούτου, να αποφασίζει επί των ακροάσεων των μελλοντικών ευρωπαίων Επιτρόπων σε συνάρτηση με μια δημοσιονομική πρόταση γενικής πολιτικής που θα διατυπώνεται από την Επιτροπή. Παρομοίως, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας για τις ευρωεκλογές, θα μπορούσε να υπερασπίζεται ένα πολιτικό και δημοσιονομικό πρόγραμμα που θα δεσμευόταν να υλοποιήσει ενώπιον των πολιτών.

IV - Ο ετήσιος προϋπολογισμός

1.      Η ετήσια διαδικασία του προϋπολογισμού τροποποιήθηκε σημαντικά από τη νέα Συνθήκη. Καταρχάς, η ΣΛ θεσπίζει την κατάργηση της διάκρισης μεταξύ των υποχρεωτικών δαπανών (ΥΔ) και των μη υποχρεωτικών δαπανών (ΜΥΔ). Η λογική συνέπεια αυτού είναι ότι, στο μέλλον, το ΕΚ και το Συμβούλιο θα αποφασίζουν για το σύνολο του προϋπολογισμού επί ίσοις όροις.

2.      Εξακολουθούν να υπάρχουν δαπάνες με δεσμευτικό χαρακτήρα. Στο άρθρο 279α, η Συνθήκη αφήνει ουσιαστικά απαράλλακτη την –εκ πρώτης όψεως περιττή– διάταξη που προβλέπει ότι το ΕΚ, το Συμβούλιο και η Επιτροπή «μεριμνούν ώστε να είναι διαθέσιμα τα αναγκαία δημοσιονομικά μέσα που επιτρέπουν στην Ένωση να πληροί τις νομικές της υποχρεώσεις έναντι τρίτων».

3.      Η δεύτερη τροποποίηση είναι η κατάργηση της δεύτερης ανάγνωσης που έχει ως συνέπεια τη δημιουργία μιας νέας διαδικασίας συνδιαλλαγής για τον προϋπολογισμό. Πρόκειται για μια ειδική διαδικασία που συνοδεύεται από την υποχρέωση να έχει επιτυχή κατάληξη, γεγονός που δικαιολογείται από την ειδική φύση της εν λόγω πράξης(7).

Α. Η διεξαγωγή της ετήσιας διαδικασίας του προϋπολογισμού

(Για μια πλήρη περιγραφή της διαδικασίας (άρθρο 314 ΣΛ), βλ. το παράρτημα 1.)

4.      Κατά την πρώτη φάση της διαδικασίας, και απουσία συγκεκριμένων κανόνων στη Συνθήκη, τα θεσμικά όργανα θα πρέπει να συμφωνούν επί των λεπτομερειών που σχετίζονται με τη διαδικασία ή με το χρονοδιάγραμμα. Το πρώτο βήμα για το ΕΚ είναι η τήρηση του ρεαλιστικού χρονοδιαγράμματος που εφαρμόζεται σήμερα. Τα θεσμικά όργανα θα πρέπει επίσης να συμφωνούν επί των μηχανισμών ανεπίσημου συντονισμού ούτως ώστε να λαμβάνεται κάθε μέτρο για την εξασφάλιση της επιτυχίας της ετήσιας διαδικασίας του προϋπολογισμού (βλ. κατωτέρω, σημείο 2).

5.      Η εισηγήτρια επιθυμεί, εξάλλου, να τονίσει το γεγονός ότι οι τριμερείς διάλογοι, οι διαδικασίες συνδιαλλαγής ή ανεπίσημου συντονισμού, καθώς και όλες οι μορφές διοργανικού διαλόγου που υφίστανται σήμερα, θα πρέπει να αναθεωρηθούν και ενδεχομένως να προσαρμοστούν υπό το πρίσμα των τροποποιήσεων της διαδικασίας. Το άρθρο 279β της ΣΛΕΕ προβλέπει τη διενέργεια τακτικών συναντήσεων μεταξύ των προέδρων του ΕΚ, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, που θα συγκαλούνται με πρωτοβουλία της τελευταίας. Η ΣΛ προχωρά ακόμη περισσότερο, προβλέποντας ότι αυτές οι τακτικές συναντήσεις πρέπει να πραγματοποιούνται στο πλαίσιο όλων των οικονομικών και δημοσιονομικών διαδικασιών και ότι οι πρόεδροι πρέπει να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέσα «για την προώθηση του συντονισμού και της προσέγγισης των θέσεων των θεσμικών οργάνων των οποίων προεδρεύουν». Είναι, λοιπόν, σαφές ότι η διάταξη αυτή ενισχύει το γενικό καθήκον της ειλικρινούς συνεργασίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων, επιβάλλοντάς τους πρακτικά την υποχρέωση να συντονίζουν τις θέσεις τους.

6.      Μπορεί, λοιπόν, κανείς ευλόγως να θέσει το ερώτημα εάν η επιτροπή πρέπει απαραιτήτως να αποτελείται από όλα τα μέλη του Συμβουλίου (και, αντιστοίχως, από ίσο αριθμό μελών του ΕΚ), ή εάν μπορεί να αποτελείται από μικρότερες αντιπροσωπείες, αλλά πάντα τηρουμένης της αρχής της ίσης εκπροσώπησης. Η διατύπωση της παραγράφου 5 του άρθρου 272 («...τα μέλη του Συμβουλίου...») φαίνεται πως κλίνει υπέρ της πρώτης υπόθεσης. Εάν η θέση αυτή επιβεβαιωθεί, θα πρέπει να προβλεφθεί μια μέθοδος εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των τριμερών διαλόγων για την προετοιμασία των εργασιών της επιτροπής συνδιαλλαγής. Το ΕΚ θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να διασφαλίζει το πολιτικό επίπεδο της εκπροσώπησης στο Συμβούλιο.

Οι συνέπειες σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων

7.      Όπως αναφέρεται στο παράρτημα, η συνέπεια της αποτυχίας των διαπραγματεύσεων κατά τη συνδιαλλαγή σημαίνει ότι η Επιτροπή οφείλει να υποβάλει νέο σχέδιο προϋπολογισμού στο πλαίσιο της διαδικασίας. Το γεγονός αυτό ενισχύει, συνεπώς, τον ρόλο της Επιτροπής, η οποία οφείλει να αντλήσει τα απαραίτητα συμπεράσματα από αυτή την αποτυχία, προσδιορίζοντας τα σημεία διαφωνίας μεταξύ του ΕΚ και του Συμβουλίου, και να προτείνει ένα νέο σχέδιο επί του οποίου θα μπορούσαν να συμφωνήσουν τα δύο θεσμικά όργανα.

8.      Η ΣΛ διατηρεί τον κανόνα σύμφωνα με τον οποίο το καθεστώς των προσωρινών δωδεκάτων θα ισχύει σε περίπτωση που ο προϋπολογισμός δεν μπορεί να εγκριθεί «οριστικά» πριν από την έναρξη του οικονομικού έτους.

Η άποψη ότι το Κοινοβούλιο θα αποκτούσε κυρίαρχη θέση στη νέα διαδικασία του προϋπολογισμού επιβεβαιώνεται. Κανένας προϋπολογισμός δεν μπορεί να εγκριθεί ενάντια στη θέληση του ΕΚ, ενώ αντιθέτως το ΕΚ έχει τη δυνατότητα να εγκρίνει τον προϋπολογισμό παρά τη θέλησή του Συμβουλίου, ή εφόσον αυτό δεν αποφανθεί σχετικώς. Συγκεκριμένα, σε περίπτωση που το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εγκρίνει το κοινό σχέδιο, ενώ το Συμβούλιο το απορρίψει, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί, αποφασίζοντας με την πλειοψηφία των μελών που το απαρτίζουν και των τριών πέμπτων των ψηφισάντων, να επιβεβαιώσει το σύνολο ή ένα μέρος των τροπολογιών που έχουν κατατεθεί επί του σχεδίου του προϋπολογισμού της Επιτροπής.

Επιπροσθέτως, ενισχύεται και ο ρόλος της Επιτροπής στο πλαίσιο της διαδικασίας του προϋπολογισμού. Διαθέτει πραγματικό δικαίωμα πρωτοβουλίας, το οποίο ενισχύεται από τη δυνατότητα τροποποίησης του κειμένου ανά πάσα στιγμή έως τη σύγκληση της επιτροπής συνδιαλλαγής. Ο ρόλος της ως φορέα διαμεσολάβησης κατά τις εργασίες της επιτροπής αναγνωρίζεται ρητώς. Τέλος, η Επιτροπή έχει το καθήκον να αναζητεί την καλύτερη εναλλακτική λύση σε περίπτωση αποτυχίας της διαδικασίας.

Πρέπει να υπογραμμιστεί, εξάλλου, ότι ορισμένοι μηχανισμοί της διαδικασίας δεσμεύουν τα δύο σκέλη της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής να συμφωνήσουν: είναι ευκολότερο να εγκριθεί ένα κείμενο συμβιβασμού από το να απορριφθεί, οι συνέπειες της αποτυχίας είναι αρκετά σοβαρές για τα θεσμικά όργανα κ.λπ.

Β. Πρακτικές συνέπειες της νέας διαδικασίας του προϋπολογισμού

9.      Οι αλλαγές της διαδικασίας και οι μικρότερες προθεσμίες που προκύπτουν από αυτές καθιστούν επίσης απαραίτητη την καλή προετοιμασία, τόσο στο εσωτερικό επίπεδο του κάθε θεσμικού οργάνου όσο και σε διοργανικό επίπεδο, όλων των φάσεων της διαδικασίας, καθώς θα υπάρχουν λιγότερες πιθανότητες «διορθώσεων».

Επιπτώσεις στο χρονοδιάγραμμα (Βλ. παράρτημα 1)

10.    Εκ πρώτης όψεως, το ΕΚ πρέπει να στηρίξει την επίσπευση ή τουλάχιστον τη διατήρηση του σημερινού ανεπίσημου χρονοδιαγράμματος:

- η Επιτροπή παρουσιάζει το ΣΠ τον Απρίλιο·

- το Μάρτιο/Απρίλιο πραγματοποιείται τριμερής διάλογος, ο οποίος θα είναι ακόμη πιο σημαντικός εφόσον θα γίνεται μόνο μία ανάγνωση σε κάθε θεσμικό όργανο·

- συνδιαλλαγή τον Ιούνιο/Ιούλιο.

Επιπτώσεις στις εσωτερικές εργασίες του ΕΚ

11.    Το ψήφισμα σχετικά με το ΣΠ θα επιτρέπει, ενόψει της πρώτης ανάγνωσης:

- την επισήμανση των στρατηγικών προσανατολισμών σχετικά με τις προτεραιότητες του ΕΚ, και

- τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τα πιλοτικά έργα και τις προπαρασκευαστικές δράσεις

Συνέπειες στην προετοιμασία της μίας και μόνης ανάγνωσης στο Κοινοβούλιο

12.    Το γεγονός ότι πλέον θα πραγματοποιείται μόνο μία ανάγνωση τροποποιεί σημαντικά τη φύση της και ενισχύει σημαντικά τη στρατηγική της σημασία. Θα πρέπει εκ των πραγμάτων να λαμβάνεται θέση σχετικά με όλες τις γραμμές του προϋπολογισμού (περιλαμβανομένων και των παλαιών ΥΔ), εκφράζοντας τις πολιτικές προτεραιότητες του ΕΚ. Η εισηγήτρια δίδει ιδιαίτερη προσοχή στο γεγονός ότι οι τροπολογίες που έχουν εγκριθεί σε πρώτη ανάγνωση δεν θα μπορούν πλέον να τροποποιούνται στη συνέχεια από το ΕΚ μόνο του. Θα πρέπει, συνεπώς, να ανταποκρίνονται σε μια διττή επιταγή: να καθιστούν δυνατή την εξεύρεση ικανοποιητικής συμφωνίας στο πλαίσιο της επιτροπής συνδιαλλαγής, αλλά και να μπορούν να επιβεβαιωθούν από το ΕΚ (με ιδιαίτερα υψηλή πλειοψηφία) σε περίπτωση που το Συμβούλιο απορρίψει το κείμενο της επιτροπής συνδιαλλαγής, ενώ το ΕΚ το εγκρίνει.

13.    Συνεπώς καθίσταται απαραίτητη η κατάρτιση, πριν από την πρώτη ανάγνωση, ενός ενισχυμένου μηχανισμού εσωτερικού διαλόγου της επιτροπής COBU με τις ενδιαφερόμενες κοινοβουλευτικές επιτροπές, καθώς και με τις πολιτικές ομάδες.

Συνέπειες στη σύνθεση της επιτροπής συνδιαλλαγής

14.    Λόγω της ειδικής φύσης του δημοσιονομικού συντονισμού προκύπτει, σε εσωτερικό επίπεδο, το ερώτημα της σύνθεσης της αντιπροσωπείας του ΕΚ. Θα έπρεπε, συνεπώς, να προβλεφθεί από σήμερα ένα συγκεκριμένο σύστημα.

15.    Είναι, επομένως, εύλογο να εξασφαλιστεί η ισχυρή παρουσία της Επιτροπής Προϋπολογισμών στην αντιπροσωπεία, ενώ παράλληλα θα πρέπει να διασφαλίζεται η επαρκής συμμετοχή των κοινοβουλευτικών επιτροπών που έχουν σημαντικό αντίκτυπο στον προϋπολογισμό.

16.    Μπορεί ενδεχομένως να προβλεφθεί μια ευρύτερη συνοδευτική δομή προκειμένου να ενισχυθεί η ικανότητα διαπραγμάτευσης της αντιπροσωπείας, καθώς και η στρατηγική συνοχή της. Εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να ληφθούν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλιστεί στο μέγιστο η αντιπροσωπευτικότητα της αντιπροσωπείας, ώστε να ενισχυθεί το βάρος της κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων και να διασφαλιστεί η μεγαλύτερη δυνατή στήριξη της Ολομέλειας.

Συνέπειες για την ολοκλήρωση της διαδικασίας

17.      Η οργάνωση της διαδικασίας και του χρονοδιαγράμματος θα πρέπει να επιτρέπει τη χρήση των μηχανισμών που προβλέπονται για το Κοινοβούλιο στη Συνθήκη. Αυτό σημαίνει ότι το ΕΚ θα έπρεπε να είναι σε θέση να αποφαίνεται επί του κειμένου της επιτροπής συνδιαλλαγής τον Νοέμβριο, ώστε να είναι δυνατή, εάν χρειαστεί, η διενέργεια ψηφοφορίας επί των τροπολογιών της πρώτης ανάγνωσης τον Δεκέμβριο. Αυτό το περιθώριο ασφάλειας θα μπορούσε να επιτρέψει την επίτευξη ενδεχόμενης συμφωνίας επί μιας νέας πρωτοβουλίας της Επιτροπής σε περίπτωση αποτυχίας της πρώτης διαδικασίας του προϋπολογισμού.

V - Δημοσιονομικός κανονισμός

1.      Τέλος, μια νέα σημαντική καινοτομία της ΣΛ έγκειται στην έγκριση του δημοσιονομικού κανονισμού που θα υπόκειται πλέον στη συνήθη νομοθετική διαδικασία (άρθρο 277 ΣΛΕΕ), γεγονός που εκχωρεί πραγματική εξουσία συναπόφασης στο ΕΚ. Υπενθυμίζεται σχετικώς ότι σήμερα ζητείται μόνο η γνώμη του.

2.      Πρόκειται για μια σημαντική πρόοδο σε νομοθετικό επίπεδο. Η αναθεώρηση του δημοσιονομικού κανονισμού θα πρέπει να γίνει προτού τεθεί σε ισχύ η Συνθήκη. Το ΕΚ θα πρέπει συνεπώς να διαπραγματευθεί και στη συνέχεια να αποφασίσει τον τρόπο με τον οποίο θα κατανεμηθούν οι διατάξεις της ΔΣ μεταξύ του δημοσιονομικού κανονισμού και του δημοσιονομικού πλαισίου. Το θέμα αυτό θα αποτελέσει αντικείμενο του κεφαλαίου VI.

VI - Ο αντίκτυπος της Συνθήκης της Λισαβόνας επί της παρούσας διοργανικής συμφωνίας

1.        Η έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας θα έχει ιδιαίτερο αντίκτυπο επί της παρούσας διοργανικής συμφωνίας για τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση καθώς και επί του Δημοσιονομικού Κανονισμού.

Η παρούσα διοργανική συμφωνία

2.        Όσον αφορά τη διοργανική συμφωνία, το άρθρο 312 της ΣΛΕΕ δημιουργεί το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο, το οποίο θα ενταχθεί σε κανονισμό που θα εγκριθεί μέσω ειδικής νομοθετικής διαδικασίας στο πλαίσιο της οποίας το Συμβούλιο αποφασίζει με ομοφωνία, αφού λάβει τη συναίνεση του ΕΚ, συναίνεση που θα εγκριθεί με απόλυτη πλειοψηφία των βουλευτών του. Τούτο σημαίνει ότι το δημοσιονομικό πλαίσιο, το οποίο μέχρι τώρα ορίζεται μέσω των δημοσιονομικών προοπτικών που συμφωνήθηκαν εθελοντικά εκ μέρους των οργάνων μέσω της διοργανικής συμφωνίας, θα καταστεί νομικά δεσμευτικό. Επιπλέον, αυτό το άρθρο τονίζει ότι

"1. Ο ετήσιος προϋπολογισμός της Ένωσης καταρτίζεται τηρουμένου του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου."

3.        Όσον αφορά το περιεχόμενο του ΠΔΠ, το οποίο θα έχει διάρκεια τουλάχιστον πέντε ετών, το ίδιο άρθρο τονίζει ότι

           "(3)...καθορίζει το ύψος των ετήσιων ανώτατων ορίων των πιστώσεων για αναλήψεις υποχρεώσεων ανά κατηγορία δαπανών και του ετήσιου ανώτατου ορίου των πιστώσεων για πληρωμές. Οι κατηγορίες δαπανών, που είναι περιορισμένες σε αριθμό, αντιστοιχούν στους κύριους τομείς δραστηριοτήτων της Ένωσης.

Το δημοσιονομικό πλαίσιο προβλέπει οποιαδήποτε άλλη διάταξη χρήσιμη για την ομαλή διεξαγωγή της ετήσιας διαδικασίας του προϋπολογισμού".

Αυτό σημαίνει ότι όχι μόνο τα όρια αλλά και οι διατάξεις που εμπεριέχονται στην παρούσα διοργανική συμφωνία και διευκολύνουν την ετήσια δημοσιονομική διαδικασία να διεξαχθεί ομαλά πρέπει να ενσωματωθούν στο μελλοντικό ΠΔΠ, πρωτίστως όσες συνδέονται με τη λειτουργία του ΠΔΠ, όπως οι διαδικασίες αναθεώρησης και ευελιξίας.

Ο Δημοσιονομικός Κανονισμός στο πλαίσιο της Συνθήκης της Λισαβόνας

4.        Ο Δημοσιονομικός Κανονισμός θα γίνει κανονισμός εγκεκριμένος μέσω της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας (συναπόφαση) από το ΕΚ και το Συμβούλιο, σε συνέχεια της γνώμης του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Σύμφωνα με το άρθρο 322, παράγραφος 1, της ΣΛΕΕ θα περιέχει

           "(α) τους δημοσιονομικούς κανόνες που ρυθμίζουν ιδίως τις πρακτικές λεπτομέρειες κατάρτισης και εκτέλεσης του προϋπολογισμού...".

5.        Είναι εμφανές ότι η νέα συνθήκη θα έχει άμεσο αντίκτυπο σε ορισμένους τομείς του Δημοσιονομικού Κανονισμού, για παράδειγμα σε σχέση με τη νέα δημοσιονομική διαδικασία, ιδίως την κατάργηση της διάκρισης υποχρεωτικών δαπανών/ μη υποχρεωτικών δαπανών. Αλλά ο μελλοντικός Δημοσιονομικός Κανονισμός πρέπει επίσης να εμπεριέχει μερικές από τις διατάξεις που προβλέπονται σήμερα στη διοργανική συμφωνία (δηλαδή διατάξεις σχετικά με τη δημοσιονομική πειθαρχία και τις νομικές πράξεις), οι οποίες θα ήταν σωστότερο να τοποθετηθούν σε αυτόν τον Δημοσιονομικό Κανονισμό παρά στον κανονισμό του ΠΔΠ.

Χρονοδιάγραμμα και κριτήρια

6.        Και οι δύο αυτές πράξεις μπορεί να εγκριθούν, μόνο αφού τεθεί σε εφαρμογή η Συμφωνία αλλά πρέπει να εγκριθούν εγκαίρως, ώστε να πραγματοποιηθεί απρόσκοπτα η εφαρμογή του προϋπολογισμού του 2009 και η κατάρτιση του προϋπολογισμού του 2010 σύμφωνα με το νέο νομικό πλαίσιο. Αυτό σημαίνει ότι οι πολιτικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των οργάνων πρέπει να ξεκινήσουν αμέσως, για να μπορέσει να επιτευχθεί πολιτική συμφωνία μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους, ώστε τη στιγμή που θα τεθεί σε εφαρμογή η Συνθήκη της Λισαβόνας (υπό την προϋπόθεση ότι θα έχουν ολοκληρωθεί όλες οι διαδικασίες κύρωσης) να ξεκινήσει το συντομότερο δυνατό η επίσημη διαδικασία έγκρισής τους. Πέρα από την προφανή ανάγκη να διεξαχθεί η δημοσιονομική διαδικασία για το 2010 ήδη σύμφωνα με τις νέες διατάξεις που προβλέπονται στη Συνθήκη της Λισαβόνας, το επείγον καταδεικνύεται και από μερικά απτά ζητήματα: στο πλαίσιο ποιών κανόνων θα πραγματοποιηθούν οι μεταφορές πιστώσεων μετά την 1η Ιανουαρίου 2009, αν τεθεί σε εφαρμογή η συνθήκη σε αυτή την ημερομηνία; Ή, πώς θα εγκριθεί τροποποιητικός προϋπολογισμός;

7.        Όσον αφορά τα κριτήρια για τη διάκριση μεταξύ των διατάξεων της διοργανικής συμφωνίας που πρέπει να υπάρχουν και στη μελλοντική διοργανική συμφωνία και των διατάξεων που θα ήταν σωστότερο να συμπεριληφθούν στο ΠΔΠ, αυτά ορίζονται απευθείας από τη Συνθήκη της Λισαβόνας:

- Ο Κανονισμός του ΠΔΠ πρέπει να περιλαμβάνει "οποιαδήποτε άλλη διάταξη χρήσιμη για την ομαλή διεξαγωγή της ετήσιας διαδικασίας του προϋπολογισμού". Αυτό σημαίνει όλους τους μηχανισμούς που συνδέονται με τη λειτουργία της ισχύουσας διοργανικής συμφωνίας: ενεργοποίηση διαφόρων ταμείων και ευελιξία· τη διαδικασία αναθεώρησης· και ειδικούς διακανονισμούς που συνδέονται με συγκεκριμένες πολιτικές (ΚΕΠΠΑ/Οργανισμοί, κ.λπ.).

- Ο Δημοσιονομικός Κανονισμός πρέπει να περιλαμβάνει όλες τις διατάξεις που είναι αναγκαίες για τον καθορισμό της διαδικασίας "…κατάρτισης και εκτέλεσης του προϋπολογισμού…" σύμφωνα με τη νέα διαδικασία που προβλέπει η Συνθήκη. Τούτο φαίνεται να καλύπτει τη λειτουργία της επιτροπής συνδιαλλαγής, το μηχανισμό ενεργοποίησης και φυσικά την προσαρμογή των διατάξεων του Δημοσιονομικού Κανονισμού τις οποίες αφορούν οι τροποποιήσεις της νέας Συνθήκης (δηλαδή κατάργηση της διάκρισης σε υποχρεωτικές / μη υποχρεωτικές δαπάνες, νέας διαδικασίας συναπόφασης για τις μεταφορές κ.λπ.).

8.        Η εισηγήτριά σας πιστεύει ότι αυτή η ρύθμιση του Δημοσιονομικού Κανονισμού πρέπει να συμπεριλάβει τις τροποποιήσεις που προέρχονται απευθείας από τη νέα Συνθήκη και όσες προέρχονται από τη διάλυση της τρέχουσας διοργανικής συμφωνίας (σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζει η συνθήκη) και δεν πρέπει να συγχέονται σε καμία περίπτωση με την τριετή αναθεώρηση που ο ίδιος ο Δημοσιονομικός Κανονισμός προβλέπει.

Ποιο είναι το μέλλον της διοργανικής συμφωνίας;

9.        Μήπως σημαίνει τούτο ότι η διοργανική συμφωνία του Μαΐου του 2006 θα καταστεί εντελώς περιττή και θα διαλυθεί πλέον εξ ολοκλήρου σε αυτές τις δύο βασικές δημοσιονομικές νομικές πράξεις; Μάλλον όχι: η νέα δημοσιονομική διαδικασία θα εξακολουθήσει να χρειάζεται μια σειρά από πρακτικούς διακανονισμούς, όπως ένα νέο πραγματιστικό χρονοδιάγραμμα, τη διοργανική διαδικασία συνεργασίας, τους κανόνες λειτουργίας της επιτροπής συνδιαλλαγής, της γραμματείας της, τη μορφή των κοινών εγγράφων και τη μετάφρασή τους κ.λπ. Όλα αυτά τα σημεία και ενδεχομένως άλλα (άρθρα 31 και 33 της ισχύουσας διοργανικής συμφωνίας, μέρος του παραρτήματος 2, για παράδειγμα) πρέπει να ενοποιηθούν σε νέα διοργανική συμφωνία σχετικά με τη δημοσιονομική διαδικασία.(8) Λέγοντας αυτά, η εισηγήτριά σας θεωρεί πρώιμο σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας να δηλώσει ποιο ακριβώς άρθρο της ισχύουσας διοργανικής συμφωνίας μπορεί να αποτελέσει μέρος της μελλοντικής διοργανικής συμφωνίας ή μιας από τις δύο νομικές βάσεις.

10.      Κλείνοντας, η εισηγήτριά σας θεωρεί ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας μπορεί να ανοίξει την πόρτα για μια νέα προσέγγιση των δημοσιονομικών σχέσεων, με βάση μια κοινή απόφαση εκ μέρους του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σε ισότιμη βάση. Από αυτήν την άποψη το παρόν έγγραφο έχει σκοπό να προτείνει ορισμένες αρχές προς συμφωνία εκ μέρους της Επιτροπής Προϋπολογισμών, ώστε να ξεκινήσει μια εποικοδομητική συζήτηση με το Συμβούλιο και την Επιτροπή.

11.      Η εισηγήτριά σας έχει πλήρη επίγνωση του ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας θα τεθεί σε εφαρμογή μόνο όταν και εάν ολοκληρωθούν όλες οι διαδικασίες κύρωσής της σε όλα τα κράτη μέλη. Στο μεταξύ, η επείγουσα ανάγκη να είναι διαθέσιμες μερικές από τις παραπάνω πράξεις το συντομότερο δυνατό μετά την έναρξη εφαρμογής της Συνθήκης της Λισαβόνας σημαίνει ότι πρέπει να ξεκινήσουν αμέσως προκαταρκτικές συζητήσεις μεταξύ των θεσμικών οργάνων σχετικά με τα μέτρα που χρειάζονται για την εφαρμογή της Συνθήκης. Η αλήθεια είναι ότι όλα τα Όργανα συμμερίζονται την άποψη ότι, όταν και εάν η Συνθήκη τεθεί σε εφαρμογή, η διαδικασία πρέπει να προγραμματισθεί έτσι ώστε να αποφευχθεί οποιοδήποτε νομικό κενό. Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, είναι αναγκαίο να έχουμε πολιτική συμφωνία σχετικά με το περιεχόμενο αυτών των μέτρων μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους. Η εισηγήτριά σας θεωρεί ότι η επόμενη τριμερής συνάντηση της 16ης Απριλίου αποτελεί την κατάλληλη στιγμή για να ξεκινήσουν αυτές οι συζητήσεις.

VII - Ο δημοσιονομικός αντίκτυπος των καινοτομιών που περιλαμβάνει η Συνθήκη της Λισαβόνας: θεσμικά ζητήματα και νέες αρμοδιότητες της Ένωσης

1.        Στόχος του ανά χείρας κεφαλαίου είναι να κάνει μια ανάγνωση της Συνθήκης της Λισαβόνας υπό το πρίσμα του ενδεχόμενου αντίκτυπού της στο προϋπολογισμό, δηλαδή να γίνει μια καταγραφή των νέων στοιχείων που εισάγει η Συνθήκη και τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν τον προϋπολογισμό της ΕΕ.

2.        Είναι προφανές ότι δεν είναι αρμοδιότητα της εισηγήτριας να αναφέρει ποσοτικά στοιχεία στο έγγραφο αυτό· αυτό θα γίνει με τον προβληματισμό που θα δρομολογηθεί στο πλαίσιο της ενδιάμεσης αναθεώρησης ή μετά τη σύναψη της συμφωνίας για τις τρέχουσες δημοσιονομικές προοπτικές. Αντίθετα είναι προφανές ότι οι πολιτικές ή τα όργανα που αναφέρονται κατωτέρω δεν ελήφθησαν υπόψη στην έγκριση του τρέχοντος πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου.

Α.       Δημοσιονομικές διατάξεις που απορρέουν από τις νέες αρμοδιότητες της Ένωσης

3.        Η συνθήκη της Λισαβόνας δεν εκχωρεί νέα αποκλειστική αρμοδιότητα στην Ένωση.

Εκχωρεί, αντίθετα, ορισμένες νέες αρμοδιότητες που εμπίπτουν στις εξής κατηγορίες:

- "κοινές αρμοδιότητες" (όπως το διάστημα και η ενέργεια)

- "δράσεις για τη στήριξη, το συντονισμό και τη συμπλήρωση των δράσεων των κρατών μελών" (όπως η πολιτική άμυνα, η πνευματική ιδιοκτησία, ο τουρισμός, η διοικητική συνεργασία και ο αθλητισμός).

Στους τομείς αυτούς θα εφαρμόζεται η συνήθης νομοθετική διαδικασία (συναπόφαση με το Κοινοβούλιο και ειδική πλειοψηφία στο Συμβούλιο Υπουργών), με ορισμένες συγκεκριμένες εξαιρέσεις.

4.        Κατά συνέπεια, νέες νομικές βάσεις επιτρέπουν τη νομοθετική παρέμβαση της ΕΕ. Ορισμένες από τις νέες αυτές νομικές βάσεις αφορούν ωστόσο πράξεις που δεν φαίνεται να έχουν δημοσιονομικές συνέπειες για την ΕΕ. Άλλες φαίνεται να περιλαμβάνουν νέες αρμοδιότητες, δεδομένου ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η Ένωση ενεργούσε ήδη στους συγκεκριμένους τομείς (π.χ. στην ενέργεια), βασιζόμενη σε διαφορετικές διατάξεις των συνθηκών, ενίοτε ακόμη και στο άρθρο 308.

5.        Είναι πάντως πρόωρο, στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, να αξιολογηθούν οι δημοσιονομικές συνέπειες των εν λόγω διατάξεων. Επιπλέον θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι οι ενδεχόμενες αυτές δαπάνες από τον προϋπολογισμό της Ένωσης επιτάσσουν την προηγούμενη έγκριση ειδικών νομικών βάσεων (άρθρο 268/310, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ(9)).

Η απόφαση για την εγγραφή των κονδυλίων στον προϋπολογισμό θα ληφθεί υποχρεωτικά μετά την έγκριση των νομοθετικών πράξεων.

6.        Όσον αφορά τη γεωργική πολιτική, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι διατάξεις που περιλαμβάνονται στα άρθρα 36 και 37 της σημερινής Συνθήκης θα περάσουν στο άρθρο 37, παράγραφος 2, ήτοι στη διαδικασία συναπόφασης. Το ίδιο ισχύει και για τα ακόλουθα κείμενα: κοινή οργάνωση αγοράς, κανονισμός για τις άμεσες πληρωμές, κανονισμός για την ανάπτυξη της υπαίθρου και την κοινή γεωργική πολιτική.

7.        Η Συνθήκη της Λισαβόνας προβλέπει, πράγματι, την επέκταση της συναπόφασης σε 50 περίπου νομοθετικούς τομείς. Οι πιστώσεις των προγραμμάτων που εμπίπτουν στη συναπόφαση θα εγγράφονται εντός των ορίων του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου, που καθίσταται νομικώς δεσμευτικό. Η εισηγήτρια υπενθυμίζει ότι θα πρέπει, κατά συνέπεια, να μελετηθεί μια προσέγγιση που θα επιτρέπει στην Επιτροπή Προϋπολογισμών να συνεργάζεται ενεργά με τις αρμόδιες επί της ουσίας κοινοβουλευτικές επιτροπές. Στόχος είναι η ενίσχυση της συνοχής της ψήφου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τα θέματα αυτά, είτε πρόκειται για το ΠΔΠ είτε για τους ετήσιους προϋπολογισμούς.

8.        Στο σημείο Γ του παρόντος κεφαλαίου περιλαμβάνεται καταγραφή των νέων αρμοδιοτήτων και των πλέον καταφανών συνεπειών που θα έχουν σε επίπεδο προϋπολογισμού.

Β.         Θεσμικά ζητήματα

9.        Πέραν των διατάξεων που αφορούν τα οικονομικά της Ένωσης, οι οποίες αναλύονται ανωτέρω, μπορούμε να επισημάνουμε τις κατωτέρω διατάξεις που αφορούν τις θεσμικές αλλαγές και έχουν αντίκτυπο στον προϋπολογισμό της Ένωσης.

α)        Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Η εικαζόμενη έναρξη ισχύος της απόφασης που ορίζει τη σύνθεση του ΕΚ που είχε ήδη αποτελέσει αντικείμενο πολιτικών διαπραγματεύσεων (έκθεση Lamassoure/Severin) ενόψει των προσεχών ευρωπαϊκών εκλογών θα πρέπει να αναβληθεί. Σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λισαβόνας ο αριθμός των βουλευτών του ΕΚ θα πρέπει να είναι 751 από τον Ιούνιο του 2009. Αλλά δεδομένου ότι δεν ετέθη σε ισχύ το τέλος του 2008, το ΕΚ θα παραμείνει αρχικά στους 736 που προβλέπονται ήδη στη Συνθήκη της Νίκαιας, και θα πρέπει μεταγενέστερα να περάσει, υπό την προϋπόθεση της θέσης σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας στους 754, σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 11-12 Δεκεμβρίου 2008. Αυτό θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στον προϋπολογισμό του ΕΚ.

(Προβλεπόμενη ημερομηνία: Ιούνιος 2009)

β)        Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και η σταθερή προεδρία του:

Το Συμβούλιο καθίσταται αυτόνομο θεσμικό όργανο και, ως εκ τούτου, θα αποκτήσει δικό του προϋπολογισμό. Σύμφωνα με το άρθρο 273α/316 ΣΛΕΕ, ο προϋπολογισμός αυτός θα πρέπει να είναι στο ίδιο τμήμα με τον προϋπολογισμό του Συμβουλίου. Το άρθρο 201α/235, παράγραφος 4, της ΣΛΕΕ ορίζει εξάλλου ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο επικουρείται από τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου..

           Κατά συνέπεια, ένα μεγάλο μέρος της λειτουργίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου θα μπορεί να εξασφαλίζεται από τον προϋπολογισμό του Συμβουλίου. Ωστόσο τίθεται το θέμα του κατά πόσον και με ποιο τρόπο θα μπορεί το ΕΚ να ελέγχει πράγματι τις δαπάνες που αφορούν τη γραμματεία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και εάν εξακολουθεί να έχει λόγο ύπαρξης η "συμφωνία κυρίων" μεταξύ των δύο σκελών της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής.

Τέλος, όσον αφορά τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, θα πρέπει να προβλεφθούν στον προϋπολογισμό δαπάνες ειδικά για τα καθήκοντά του (αποδοχές του Προέδρου και των μελών του γραφείου του, έξοδα ταξιδίου κλπ.), για τη σταθερή προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.

(Προβλεπόμενη ημερομηνία: Ιανουάριος 2009)

γ)        Ύπατος Εκπρόσωπος (ΥΕ)

Σύμφωνα με τη δήλωση 12 ("Δήλωση όσον αφορά το άρθρο 9 Ε της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση") που επισυνάπτεται στη ΣΛ, ο ΥΕ θα αναλάβει καθήκοντα στις αρχές του επόμενου έτους (εφόσον, φυσικά, η ΣΛ τεθεί σε ισχύ στις αρχές του 2009). Μπορεί να θεωρηθεί ότι οι δαπάνες αυτές καλύπτονται από τον προϋπολογισμό της Επιτροπής, δεδομένου ότι ο Ύπατος Εκπρόσωπος θα καταλάβει τη θέση ενός σημερινού επιτρόπου).

(Προβλεπόμενη ημερομηνία: Ιανουάριος 2009)

δ)   Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ)

Το πρόβλημα της χρηματοδότησης της ΕΥΕΔ δεν είναι άμεσα πρόβλημα διαθεσιμότητας πιστώσεων, δεδομένου ότι οι εξωτερικές υπηρεσίες χρηματοδοτούνται ήδη από τον προϋπολογισμό της Επιτροπής και του Συμβουλίου. Πρόκειται κατά κύριο λόγο για πρόβλημα ονοματολογίας του προϋπολογισμού, το οποίο είναι προφανές ότι δεν έχει τεχνικό αλλά πολιτικό χαρακτήρα. Θα πρέπει επιπλέον να ληφθεί υπόψη η κάλυψη από τον προϋπολογισμό της ΕΕ των μελών της υπηρεσίας που προέρχονται από τις εθνικές διπλωματικές υπηρεσίες, όπως προβλέπει η ΣΛ.

Το ΕΚ εκπονεί επί του παρόντος δύο εκθέσεις για το θέμα αυτό (έκθεση Brok, επιτροπή AFCO, σχετικά με τις θεσμικές πτυχές της ΕΥΕΔ, και έκθεση Neyts, επιτροπή AFET). Το ΕΚ έχει συμφέροντα αποφασιστικής σημασίας σε σχέση με τον προσδιορισμό του συγκεκριμένου μοντέλου λειτουργίας της ΕΥΕΔ και πρόκειται να κάνει χρήση των δημοσιονομικών εξουσιών του στον τομέα αυτό. Η εισηγήτρια εκτιμά ότι δεν θα πρέπει να ληφθεί καμία απόφαση δεσμευτική για το μέλλον της ΕΥΑΔ πριν να υπάρξει πολιτική συμφωνία σχετικά με το σχήμα που θα έχει η υπηρεσία.

(Προβλεπόμενη ημερομηνία: εντός του 2009 - Θα πρέπει να προβλεφθούν ενδεχομένως διάφορα στάδια για την εγκατάσταση της υπηρεσίας που θα εκτείνονται σε αρκετούς ετήσιους προϋπολογισμούς)

ε)    Επιτροπή

Πέραν των τροποποιήσεων που απορρέουν από τη δημιουργία της θέσης του ΥΕ και της ΕΥΑΔ, οι άμεσες συνέπειες της ΣΛ στο προϋπολογισμό της Επιτροπής θα πρέπει να είναι αισθητές από το 2014, όταν θα τεθεί σε ισχύ η μείωση του αριθμού των μελών της Επιτροπής στα 2/3 του αριθμού των κρατών μελών. Ωστόσο οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 11-12 Δεκεμβρίου 2008 φαίνεται να επικεντρώνονται προς τη διαιώνιση της υφιστάμενης σύνθεσης της Επιτροπής.

(Προβλεπόμενη ημερομηνία: 2014)

στ)  Δικαστήριο (Δήλωση όσον αφορά το άρθρο 222 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τον αριθμό των γενικών εισαγγελέων στο Δικαστήριο)

Ο αριθμός των γενικών εισαγγελέων μπορεί να αυξηθεί σε έντεκα αντί οκτώ, σύμφωνα με τη δήλωση 41 στο άρθρο 252 της ΣΛΕΕ, εάν το ζητήσει το Δικαστήριο. Τούτο θα έχει συνέπειες στον προϋπολογισμό του Δικαστηρίου.

(Προβλεπόμενη ημερομηνία: Θα καθορισθεί από την αίτηση του ΔΕΚ)

ζ)    Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και Επιτροπή των Περιφερειών

Η σύνθεση των δύο αυτών επιτροπών καθορίζεται σήμερα από τη Συνθήκη: καμία από τις δύο δεν μπορεί να έχει περισσότερα από 350 μέλη και σήμερα απαρτίζονται από 344 μέλη. Μολονότι η Συνθήκη τροποποιεί τη διαδικασία καθορισμού της σύνθεσής τους, το όριο των 350 μελών διατηρείται. Στο μέλλον το Συμβούλιο θα είναι αυτό το οποίο θα καθορίζει τη σύνθεσή τους με απόφαση που θα λαμβάνεται ομόφωνα μετά από πρόταση της Επιτροπής. Οι δημοσιονομικές συνέπειες της τροποποίησης αυτής της διαδικασίας καθορισμού του αριθμού των μελών των δύο επιτροπών δεν μπορούν να προβλεφθούν προς το παρόν.

η)   Σύσταση Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (άρθρο 85 ΣΛΕΕ)

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία πρόκειται να αντικαταστήσει τη σημερινή OLAF. Η σύστασή της θα έχει βέβαια δημοσιονομικές συνέπειες για τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (αποδοχές, προσωπικό, εγκαταστάσεις κλπ.). Ωστόσο οι συνέπειες αυτές δεν μπορούν να αξιολογηθούν πλήρως πριν από την έγκριση της απόφασης για τη σύστασή της.

(Προβλεπόμενη ημερομηνία: αναμονή της έγκρισης των νομοθετικών πράξεων)

Γ. Οι πολιτικές της Ένωσης : νέες αρμοδιότητες και νέες νομικές βάσεις

α)   Νέα καθήκοντα του EUROJUST (άρθρο 85 ΣΛΕΕ)

Τα καθήκοντα του EUROJUST επεκτείνονται. Αυτό ενδέχεται να οδηγήσει σε αύξηση των οικονομικών αναγκών. Οι ενδεχόμενες αυτές ανάγκες θα μπορέσουν να προσδιορισθούν μόνον κατά την έγκριση των νομοθετικών πράξεων που προβλέπονται στη συνθήκη.

(Προβλεπόμενη ημερομηνία: αναμονή νομοθετικών πράξεων/μεσο-μακροπρόθεσμα)

β)   Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις (άρθρο 82, παράγραφος 1, (γ))

Η νέα αρμοδιότητα που εκχωρείται στην Ένωση όσον αφορά την υποστήριξη της κατάρτισης των δικαστών και των άλλων λειτουργών και υπαλλήλων του τομέα απονομής της δικαιοσύνης ενδέχεται επίσης να έχει δημοσιονομικές συνέπειες, μολονότι το είδος αυτό δράσεως υφίσταται ήδη και χρηματοδοτείται από την ΕΕ.

(Προβλεπόμενη ημερομηνία: αναμονή της έγκρισης των νομοθετικών πράξεων)

γ)    Νεολαία και αθλητισμός (άρθρο 165):

Νεολαία - Προστίθεται μια νέα αρμοδιότητα: "να ενθαρρύνει τη συμμετοχή των νέων στο δημοκρατικό βίο της Ευρώπης" (άρθρο 165, παράγραφος 2, 5ο εδάφιο). Η αρμοδιότητα αυτή θα έχει οπωσδήποτε δημοσιονομικές συνέπειες, μολονότι χρηματοδοτούνται παρόμοιες δράσεις.

Αθλητισμός - Σύμφωνα με το άρθρο 165, παράγραφος 1, η Ένωση αποκτά αρμοδιότητα στον τομέα του αθλητισμού: η Ένωση συμβάλλει στην προώθηση των ευρωπαϊκών επιδιώξεων στο χώρο του αθλητισμού, λαμβάνοντας υπόψη παράλληλα τις ιδιαιτερότητές του, τις δομές του που βασίζονται στον εθελοντισμό καθώς και τον κοινωνικό και εκπαιδευτικό του ρόλο. Και στον τομέα αυτό οι δημοσιονομικές συνέπειες που θα υπάρξουν θα διαμορφωθούν κατά την έγκριση των νομοθετικών πράξεων.

(Προβλεπόμενη ημερομηνία: αναμονή της έγκρισης των νομοθετικών πράξεων)

δ)   Δημόσια υγεία (Άρθρο 168)

Προστίθεται η αρμοδιότητα της ΕΕ στον τομέα της επαγρύπνησης, της κήρυξης συναγερμού και της καταπολέμησης των σοβαρών διασυνοριακών απειλών κατά της υγείας. Πρόκειται για μέτρα ενθάρρυνσης και όχι εναρμόνισης. Η Ένωση ενθαρρύνει επίσης "τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών με σκοπό τη βελτίωση της συμπληρωματικότητας των υγειονομικών τους υπηρεσιών στις παραμεθόριες περιοχές". Επιπλέον, η Ένωση μπορεί να εγκρίνει μέτρα που έχουν ως άμεσο στόχο τους την προστασία της δημόσιας υγείας από το κάπνισμα και την κατάχρηση οινοπνευματωδών. Η νομοθετική εναρμόνιση αποκλείεται.

(Προβλεπόμενη ημερομηνία: αναμονή νομοθετικών πράξεων/μεσο-μακροπρόθεσμα)

ε)    Ευρωπαϊκός χώρος έρευνας (άρθρο 179)

Το άρθρο 179 προβλέπει τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού χώρου έρευνας με στόχο την ενίσχυση των επιστημονικών και τεχνολογικών βάσεων της Ένωσης. Στόχος είναι να επιτραπεί στους ερευνητές, στις επιστημονικές γνώσεις και στις τεχνολογίες να κυκλοφορούν ελεύθερα στο χώρο αυτό.

Έτσι, το ΕΚ και το Συμβούλιο πρέπει να θεσπίσουν, με συναπόφαση και συμπληρωματικά προς τις δράσεις που προβλέπονται στο πολυετές πρόγραμμα πλαίσιο, τα απαιτούμενα μέτρα για τη δημιουργία του ευρωπαϊκού χώρου έρευνας.

(Προβλεπόμενη ημερομηνία: αναμονή νομοθετικών πράξεων/μεσο-μακροπρόθεσμα)

στ)  Διαστημική πολιτική ( άρθρο 189)

Η ΣΛΕΕ καθορίζει το πλαίσιο μιας νέας ευρωπαϊκής διαστημικής πολιτικής, προκειμένου να προωθηθούν η επιστημονική και τεχνική πρόοδος, η βιομηχανική ανταγωνιστικότητα και η εφαρμογή των πολιτικών της (παράγραφος 1), στην οποία περιλαμβάνεται ένα νέο ευρωπαϊκό διαστημικό πρόγραμμα (η νομοθετική εναρμόνιση αποκλείεται).

Προκειμένου να τεθεί σε εφαρμογή η νέα αυτή αρμοδιότητα, η Ένωση μπορεί να προωθεί κοινές πρωτοβουλίες, να υποστηρίζει την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη και να συντονίζει τις αναγκαίες προσπάθειες για την εξερεύνηση και τη χρησιμοποίηση του διαστήματος.

Οι νομοθετικές πράξεις που εγκρίνονται με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, θεσπίζουν τα απαραίτητα μέτρα, που μπορούν να λάβουν τη μορφή ενός ευρωπαϊκού προγράμματος για το διάστημα Η νομοθετική εναρμόνιση αποκλείεται και στην περίπτωση αυτή (παράγραφος 2).

Η παράγραφος 3 προβλέπει επίσης ότι η Ένωση καθιερώνει κάθε ωφέλιμη σύνδεση με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Διαστήματος, παρέχοντας νομική θεμελίωση στη συνεργασία αυτή με την Υπηρεσία αυτή.

(Προβλεπόμενη ημερομηνία: αναμονή νομοθετικών πράξεων/μεσο-μακροπρόθεσμα)

ζ)    Περιβάλλον/καταπολέμηση της αλλαγής του κλίματος (άρθρο 191)

Οι στόχοι της πολιτικής της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος επεκτείνονται στην προώθηση, σε διεθνές επίπεδο, μέτρων για την αντιμετώπιση των περιφερειακών ή παγκόσμιων περιβαλλοντικών προβλημάτων, και ιδίως την καταπολέμηση της αλλαγής του κλίματος

Δεν προβλέπεται καμία νέα ειδική νομική βάση. Ο στόχος αυτός εντάσσεται, κατά συνέπεια, στα ήδη υπάρχοντα μέσα (κυρίως τα προγράμματα), γεγονός που ενδέχεται να έχει σημαντικές δημοσιονομικές συνέπειες.

(Προβλεπόμενη ημερομηνία: αναμονή νομοθετικών πράξεων/μεσο-μακροπρόθεσμα)

η)   Ενέργεια (άρθρο 194)

Η Ένωση θα έχει την αρμοδιότητα της λήψης μέτρων προκειμένου:

να διασφαλίζει τη λειτουργία της αγοράς ενέργειας,

να διασφαλίζει τον ενεργειακό εφοδιασμό της Ένωσης,

να προωθεί την ενεργειακή αποδοτικότητα και την εξοικονόμηση ενέργειας καθώς και την ανάπτυξη νέων και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας,

να προωθεί τη διασύνδεση των ενεργειακών δικτύων.

Προστίθεται επίσης αναφορά στην ενεργειακή αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών.

Τα μέτρα αυτά δεν μπορούν να θέσουν υπό αμφισβήτηση ούτε την αρμοδιότητα ενός κράτους μέλους να καθορίζει τους όρους εκμετάλλευσης των ενεργειακών του πόρων ούτε την επιλογή του μεταξύ διαφόρων ενεργειακών πηγών και τη γενική διάρθρωση του ενεργειακού του εφοδιασμού. Τούτο εντάσσεται στο πλαίσιο του άρθρου 192, παράγραφος 2, στοιχείο γ, που επιτρέπει την έγκριση από το Συμβούλιο, με ειδική νομοθετική διαδικασία μέτρων που επηρεάζουν σημαντικά την επιλογή ενός κράτους μέλους μεταξύ διαφόρων ενεργειακών πηγών και τη γενική διάρθρωση του ενεργειακού εφοδιασμού του. Όταν τα προβλεπόμενα μέτρα είναι κυρίως φορολογικού χαρακτήρα, πρέπει να εγκριθούν ομόφωνα από το Συμβούλιο (άρθρο 194, παράγραφος 3).

(Προβλεπόμενη ημερομηνία: αναμονή νομοθετικών πράξεων/μεσο-μακροπρόθεσμα)

θ)   Τουρισμός (άρθρο 195)

Η Ένωση αποκτά νέες αρμοδιότητες για "να ενθαρρύνει τη δημιουργία περιβάλλοντος ευνοϊκού για την ανάπτυξη των επιχειρήσεων στον εν λόγω τομέα" και "να ενθαρρύνει τη συνεργασία μεταξύ κρατών μελών, ιδίως με την ανταλλαγή ορθών πρακτικών" (η νομοθετική εναρμόνιση αποκλείεται).

(Προβλεπόμενη ημερομηνία: αναμονή νομοθετικών πράξεων/μεσο-μακροπρόθεσμα)

ι)         Πολιτική προστασία (άρθρο 196)

Η Ένωση θα είναι αρμόδια για τη λήψη μέτρων υποστήριξης ώστε να ενθαρρύνει τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών προκειμένου να ενισχύεται η αποτελεσματικότητα των συστημάτων πρόληψης των φυσικών (ή ανθρωπογενών) καταστροφών και προστασίας από αυτές.

(Προβλεπόμενη ημερομηνία: αναμονή νομοθετικών πράξεων/μεσο-μακροπρόθεσμα)

ια)       Διοικητική συνεργασία (Άρθρο 197 ΣΛΕΕ)

Η Ένωση θα έχει την αρμοδιότητα να υποστηρίζει τις προσπάθειες των κρατών μελών για τη βελτίωση της διοικητικής τους ικανότητας να εφαρμόζουν τη νομοθεσία της Ένωσης. Πρόκειται κυρίως για η διευκόλυνση των ανταλλαγών πληροφοριών και δημοσίων υπαλλήλων, καθώς και την υποστήριξη προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης. Η νομοθετική εναρμόνιση αποκλείεται.

(Προβλεπόμενη ημερομηνία: αναμονή νομοθετικών πράξεων/μεσο-μακροπρόθεσμα)

ιβ)  Ανθρωπιστική βοήθεια (άρθρο 214 ΣΛΕΕ)

Η ΣΛ δημιουργεί μια νέα νομική βάση για τις παρεμβάσεις της ΕΕ στον τομέα της ανθρωπιστικής βοήθειας στις τρίτες χώρες. Οι εν λόγω δράσεις μπορούν να έχουν ως σκοπό να παρέχουν εγκαίρως συνδρομή και βοήθεια στους πληθυσμούς τρίτων χωρών που πλήττονται από φυσικές ή ανθρωπογενείς καταστροφές και να τους προστατεύουν αλλά και να αντιμετωπίζουν τις ανθρωπιστικές ανάγκες που προκύπτουν από τις διάφορες αυτές καταστάσεις (παράγραφος 1).

Οι δράσεις αυτές της Ένωσης και των κρατών μελών πρέπει να αλληλοσυμπληρώνονται και να αλληλοενισχύονται. Οι δράσεις αυτές πρέπει να σέβονται τους γενικούς στόχους της εξωτερικής δράσης της ΕΕ και τις αρχές του διεθνούς δικαίου και τις αρχές της αμεροληψίας, της ουδετερότητας και της απαγόρευσης των διακρίσεων (παράγραφος 2).

Το ΕΚ και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, καθορίζουν το πλαίσιο εφαρμογής των ανθρωπιστικών δράσεων. (παράγραφος 3). Η Ένωση μπορεί επίσης να συνάπτει συμφωνίες με τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς (παράγραφος 4).

Μια νέα νομική βάση επιτρέπει τη δημιουργία "Ευρωπαϊκού Σώματος Εθελοντών" Ανθρωπιστικής Βοήθειας, προκειμένου να δημιουργηθεί πλαίσιο για τη συνεισφορά των νέων της Ευρώπης στην ανθρωπιστική βοήθεια. (ΕΚ και Συμβούλιο με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία)

Η Ένωση είναι ήδη αρμόδια για την ανθρωπιστική βοήθεια. Ωστόσο, ο καθορισμός του νέου αυτού πλαισίου με ακριβέστερες αρμοδιότητες στον τομέα αυτό ενδέχεται να σημαντικό δημοσιονομικό αντίκτυπο.

(Προβλεπόμενη ημερομηνία: αναμονή αποφάσεων ή νομοθετικών πράξεων/μεσο-   μακροπρόθεσμα)

ιγ)   Ρήτρα αλληλεγγύης (άρθρο 222 ΣΛΕΕ)

"Η Ένωση και τα κράτη μέλη της ενεργούν από κοινού, με πνεύμα αλληλεγγύης, εάν ένα κράτος μέλος δεχθεί τρομοκρατική επίθεση ή πληγεί από φυσική ή ανθρωπογενή καταστροφή" (παράγραφος 1). Σήμερα η Ένωση χρηματοδοτεί ήδη δράσεις παρόμοιας φύσεως στο πλαίσιο του Ταμείου Αλληλεγγύης (1 δισ. ευρώ ετησίως σύμφωνα με την ισχύουσα ΔΣ ;; προς επιβεβαίωση) αλλά ο τομέας παρέμβασης της ρήτρας αλληλεγγύης είναι ευρύτερος, ιδίως όσον αφορά την προστασία έναντι των τρομοκρατικών ενεργειών, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε δράσεις στρατιωτικού χαρακτήρα. Είναι λοιπόν πιθανό να πρέπει να αυξηθούν τα σημερινά διαθέσιμα του προϋπολογισμού.

Οι λεπτομερείς διατάξεις για την εφαρμογή της παρούσας ρήτρας καθορίζονται από το Συμβούλιο που αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία μετά από κοινή πρόταση της Επιτροπής και του ύπατου εκπροσώπου (ομόφωνα σε περίπτωση που η απόφαση αυτή έχει επιπτώσεις στον τομέα της άμυνας). Το ΕΚ θα ενημερωθεί σχετικά

(Προβλεπόμενη ημερομηνία: αναμονή απόφασης του Συμβουλίου/μεσο-       μακροπρόθεσμα)

Παράρτημα 1

Η διεξαγωγή της ετήσιας διαδικασίας του προϋπολογισμού

1. Η πρωτοβουλία της Επιτροπής: το σχέδιο του προϋπολογισμού

Η διαδικασία του προϋπολογισμού αρχίζει επισήμως πριν από την 1η Σεπτεμβρίου, βάσει πρότασης της Επιτροπής, η οποία διαθέτει τη νομοθετική πρωτοβουλία: πρόκειται για το σχέδιο του προϋπολογισμού. Αυτό έχει επιπτώσεις, κυρίως στο επίπεδο του καθορισμού της ειδικής πλειοψηφίας στο Συμβούλιο, διότι στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται η συνήθης ειδική πλειοψηφία(10). Αντιθέτως, το τροποποιηθέν άρθρο 250 της ΣΛΕΕ προβλέπει ότι στη δημοσιονομική διαδικασία(11) δεν ισχύει ο κανόνας σύμφωνα με τον οποίο το Συμβούλιο δεν μπορεί να τροποποιεί μια πρόταση της Επιτροπής παρά μόνο με ομόφωνη απόφαση. Εξάλλου, το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 ορίζει ότι η Επιτροπή θα μπορεί να τροποποιεί την πρότασή της έως τη σύγκληση της επιτροπής συνδιαλλαγής, γεγονός που αποβλέπει στη διευκόλυνση του ρόλου της ως φορέα διαμεσολάβησης μεταξύ του ΕΚ και του Συμβουλίου.

Για τη κατάρτιση του σχεδίου του προϋπολογισμού, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις προβλέψεις των δαπανών που έχει εκπονήσει κάθε θεσμικό όργανο. Παρ’ όλα αυτά, δεν οφείλει υποχρεωτικά να τις εντάξει στο σχέδιο του προϋπολογισμού, καθώς αυτό μπορεί να περιλαμβάνει διαφορετικές προβλέψεις, δυνάμει του άρθρου 270α.

2. Η έγκριση της θέσης του Συμβουλίου και του ΕΚ

Η πρώτη ανάγνωση αρχίζει με το Συμβούλιο, το οποίο πρέπει να εγκρίνει τη θέση του σχετικά με το ΣΠ το αργότερο έως την 1η Οκτωβρίου και να την διαβιβάσει στο ΕΚ. Το ΕΚ οφείλει, τότε, να αποφανθεί εντός 42 ημερών από την ημερομηνία της έγκρισης της εν λόγω θέσης.

Εάν το ΕΚ εγκρίνει τον προϋπολογισμό ως έχει ή δεν αποφανθεί επί αυτού, τότε ο προϋπολογισμός θεωρείται ότι έχει εγκριθεί.

Εάν το ΕΚ εγκρίνει τροπολογίες (με πλειοψηφία των μελών που το απαρτίζουν), το τροποποιημένο σχέδιο διαβιβάζεται στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

Ο Πρόεδρος του ΕΚ οφείλει, τότε, σε συμφωνία με τον Πρόεδρο του Συμβουλίου, να συγκαλέσει «αμέσως» την επιτροπή συνδιαλλαγής(12).

Ωστόσο, εάν το Συμβούλιο ενημερώσει το ΕΚ, εντός δέκα ημερών μετά τη διαβίβαση του τροποποιημένου σχεδίου, ότι εγκρίνει όλες τις τροπολογίες του, η επιτροπή συνδιαλλαγής δεν συγκαλείται, διότι ο προϋπολογισμός θεωρείται ότι έχει εγκριθεί όπως έχει τροποποιηθεί.

3. Η επιτροπή συνδιαλλαγής

Η επιτροπή συνδιαλλαγής, η οποία πρέπει να αποτελείται «από τα μέλη του Συμβουλίου ή τους αντιπροσώπους του» και «ισάριθμους αντιπροσώπους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου», έχει τότε στη διάθεσή της 21 ημέρες για να εξεύρει συμφωνία. Η Επιτροπή συμμετέχει στις εργασίες της επιτροπής και η ΣΛ της αναθέτει το καθήκον να «αναλαμβάνει όλες τις αναγκαίες πρωτοβουλίες με σκοπό την προσέγγιση των θέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου» (άρθρο 272, παράγραφος 5, δεύτερο εδάφιο, της ΣΛΕΕ).

4. Η ολοκλήρωση της διαδικασίας: μια θεωρητικά κυρίαρχη θέση για το ΕΚ

Εάν η επιτροπή συνδιαλλαγής δεν καταλήξει σε συμφωνία εντός 21 ημερών, ο προϋπολογισμός θεωρείται ότι δεν έχει εγκριθεί και πρέπει να αρχίσει μια νέα διαδικασία με την υποβολή νέου σχεδίου του προϋπολογισμού από την Επιτροπή.

Εάν η επιτροπή συνδιαλλαγής καταλήξει σε συμφωνία επί ενός συμβιβαστικού κειμένου, το ΕΚ και το Συμβούλιο έχουν 14 ημέρες στη διάθεσή τους για να αποφανθούν επί του κειμένου αυτού. Η διατύπωση της παραγράφου 7 δεν είναι ιδιαίτερα σαφής, αλλά μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι ο προϋπολογισμός εγκρίνεται εφόσον κανένα από τα δύο θεσμικά όργανα δεν τον απορρίψει, το Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία και το ΕΚ με πλειοψηφία των μελών που το απαρτίζουν(13).

Εάν και τα δύο θεσμικά όργανα απορρίψουν τον προϋπολογισμό, η Επιτροπή οφείλει να υποβάλει νέο σχέδιο προϋπολογισμού.

Το αυτό ισχύει εάν το ΕΚ απορρίψει τον προϋπολογισμό (απόλυτη πλειοψηφία των μελών του), ενώ το Συμβούλιο δεν πράξει το ίδιο (δηλαδή είτε τον εγκρίνει, είτε δεν αποφανθεί επί αυτού).

Αντιθέτως, εάν το ΕΚ τον εγκρίνει (με απλή πλειοψηφία), ενώ το Συμβούλιο τον απορρίψει, το ΕΚ έχει ακόμη τη δυνατότητα να επιβεβαιώσει –εντός 14 ημερών από την απόρριψη του προϋπολογισμού από το Συμβούλιο– τις τροπολογίες που είχε εγκρίνει κατά την πρώτη ανάγνωση, εφόσον τις εγκρίνει ξανά με πλειοψηφία των μελών που το απαρτίζουν και των τριών πέμπτων των ψηφισάντων(14). Στην περίπτωση αυτή, ο προϋπολογισμός θεωρείται ότι έχει εγκριθεί με τις τροπολογίες που έχει επιβεβαιώσει το ΕΚ. Εάν το ΕΚ δεν καταφέρει να επιβεβαιώσει όλες τις τροπολογίες του, διατηρείται για τις εν λόγω γραμμές το κείμενο της επιτροπής συνδιαλλαγής.

Για λόγους σαφήνειας, παρουσιάζονται κατωτέρω συνοπτικά όλες οι περιπτώσεις που αφορούν την αντίδραση των δύο θεσμικών οργάνων στο κοινό σχέδιο της επιτροπής συνδιαλλαγής:

Το ΕΚ εγκρίνει + το Συμβούλιο εγκρίνει = ο προϋπολογισμός εγκρίνεται

Το ΕΚ εγκρίνει + το Συμβούλιο δεν αποφαίνεται = ο προϋπολογισμός εγκρίνεται

Το ΕΚ εγκρίνει + το Συμβούλιο απορρίπτει = ο προϋπολογισμός εγκρίνεται σύμφωνα με τις τροπολογίες του ΕΚ ή το κοινό κείμενο

Το ΕΚ δεν αποφαίνεται + το Συμβούλιο εγκρίνει = ο προϋπολογισμός εγκρίνεται

Το ΕΚ δεν αποφαίνεται + το Συμβούλιο δεν αποφαίνεται = ο προϋπολογισμός εγκρίνεται

Το ΕΚ δεν αποφαίνεται + το Συμβούλιο απορρίπτει = ο προϋπολογισμός απορρίπτεται

Το ΕΚ απορρίπτει + το Συμβούλιο εγκρίνει = ο προϋπολογισμός απορρίπτεται

Το ΕΚ απορρίπτει + το Συμβούλιο δεν αποφαίνεται = ο προϋπολογισμός απορρίπτεται

Το ΕΚ απορρίπτει + το Συμβούλιο απορρίπτει = ο προϋπολογισμός απορρίπτεται

Πρέπει επίσης να υπενθυμιστεί ότι η έγκριση του κειμένου από το ΕΚ γίνεται με απλή πλειοψηφία, ενώ η απόρριψη απαιτεί την πλειοψηφία των μελών που το απαρτίζουν(15).

Σε περίπτωση θετικής έκβασης της διαδικασίας, την αρμοδιότητα για την τελική ανακοίνωση της οριστικής έγκρισης του προϋπολογισμού έχει, όπως και σήμερα, ο Πρόεδρος του ΕΚ.

Παράρτημα 2

(1)

Σύμφωνα με τα κράτη μέλη, αυτή η νομικά δεσμευτική επισημοποίηση ήταν το απαραίτητο αντιστάθμισμα της κατάργησης της διάκρισης μεταξύ ΥΔ/ΜΥΔ, καθότι πολλά κράτη μέλη έκριναν ότι η επέκταση της δημοσιονομικής εξουσίας του ΕΚ στο σύνολο των δαπανών της Ένωσης θα έπρεπε να πλαισιώνεται από την τήρηση αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας. Το ΕΚ είχε ταχθεί επί σειράν ετών υπέρ μιας διαδικασίας που θα καθιστούσε πιο σαφή και διαφανή τη δημοσιονομική πειθαρχία, έχοντας επίγνωση του ουσιαστικού ρόλου που έχει διαδραματίσει στην επίλυση της παλαιάς σύγκρουσης μεταξύ του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου όσον αφορά τον προϋπολογισμό, επιτρέποντας στην Ένωση να αναπτύξει με ισόρροπο και προγραμματισμένο τρόπο τις πολιτικές της.

(2)

Σημειώνεται, εν προκειμένω, ότι η αρχή που διατυπώνεται στο άρθρο 269, παράγραφος 4, της ΣΛΕΕ αντιστοιχεί σε μεγάλο βαθμό στο άρθρο 270 της ισχύουσας ΣΕΚ, με τη σημαντική διαφορά (πέρα από την προσθήκη των ορίων του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου) ότι το άρθρο εκείνο αναφερόταν μόνο στην Επιτροπή, ενώ το νέο άρθρο αναφέρεται στην Ένωση στο σύνολό της, δηλαδή σε όλα τα θεσμικά της όργανα. Τούτο σημαίνει ότι η ΣΛ θεωρεί τη δημοσιονομική πειθαρχία ως νομική υποχρέωση που επιβάλλεται σε όλα τα θεσμικά όργανα, τα οποία συνεπώς θα πρέπει να την εφαρμόζουν πλήρως, καθένα στον ειδικό τομέα των αρμοδιοτήτων του.

(3)

Η διοργανική συμφωνία (ΔΣ) μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση (ΕΕ C 139 της 14/06/2006) έχει στόχο την εφαρμογή της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Δεσμεύει όλα τα θεσμικά όργανα και εφαρμόζεται σε όλες τις δαπάνες που καλύπτονται από το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο 2007-2013. Στοχεύει στη βελτίωση της ετήσιας διαδικασίας του προϋπολογισμού και της διοργανικής συνεργασίας στον δημοσιονομικό τομέα και επιτρέπει τη διασφάλιση της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης.

(4)

Στο ψήφισμά του για τις πολιτικές προκλήσεις και τα δημοσιονομικά μέσα της διευρυμένης Ένωσης 2007-2013 (2004/2209(INI)), το Κοινοβούλιο επιβεβαιώνει «για λόγους δημοκρατικής ευθύνης και λογοδοσίας, τη θέση του υπέρ ενός παραλληλισμού της διάρκειας των Δημοσιονομικών Προοπτικών και των πενταετών εντολών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής».

(5)

Θα μπορούσε, συνεπώς, να προκύψει ένα πενταετές ΠΔΠ που θα αρχίζει ένα ή ακόμη και δύο έτη μετά την έναρξη της εντολής του ΕΚ και της Επιτροπής (5 έτη μετά το N+1 ή το N+2, όπου Ν το έτος έναρξης της εντολής του ΕΚ και της Επιτροπής). Πρέπει να σημειωθεί ότι οι ευρωπαϊκές εκλογές διενεργούνται τον Ιούνιο του έτους Ν και η Επιτροπή αρχίζει τη θητεία της τον Οκτώβριο/Νοέμβριο - στην πράξη Ν+2 σημαίνει λίγο περισσότερο από ένα έτος για τις διαπραγματεύσεις - πράγμα το οποίο δεν είναι δυνατόν να επαρκέσει για την έγκριση ενός νέου ΠΔΠ.

(6)

Υπενθυμίζονται, στο σημείο αυτό, οι δυσκολίες που προκάλεσε μια τέτοια κατάσταση κατά τη διαπραγμάτευση της τελευταίας διοργανικής συμφωνίας, όταν το ΕΚ χρειάστηκε να πιέσει την Επιτροπή Barroso, με την οποία οι διαπραγματεύσεις είχαν ολοκληρωθεί, να επιβεβαιώσει ότι αποδεχόταν τη δέσμη προτάσεων που είχαν διατυπωθεί από την Επιτροπή Prodi ως βάση για τη σύναψη της συμφωνίας.

(7)

Πράγματι, εκτός από τις ειδικές περιπτώσεις για τις οποίες οι Συνθήκες προβλέπουν την ειδική έγκριση μιας συγκεκριμένης νομοθετικής πράξης, η συναπόφαση μπορεί να έχει είτε επιτυχημένη είτε αποτυχημένη έκβαση, με την ίδια νομιμότητα. Στη «συναπόφαση» για τον προϋπολογισμό, πρέπει να επιτευχθεί συμφωνία, διότι η εν λόγω πράξη είναι απαραίτητη για την επιβίωση της Ένωσης. Εξού και ορισμένες ιδιαιτερότητες της διαδικασίας – η δυνατότητα του ΕΚ να παρακάμψει την απόρριψη του Συμβουλίου ή η διάταξη της Συνθήκης που προβλέπει ότι σε περίπτωση αποτυχημένης έκβασης η Επιτροπή παρουσιάζει νέο σχέδιο προϋπολογισμού.

(8)

Η νέα συνθήκη μάλιστα προβλέπει συγκεκριμένα τη δυνατότητα των οργάνων να συνάπτουν διοργανικές συμφωνίες, οι οποίες μπορεί να είναι ή όχι νομικά δεσμευτικές. Άρθρο 295 ΣΛΕΕ: «Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή προβαίνουν σε αμοιβαίες διαβουλεύσεις και οργανώνουν, βάσει κοινής συμφωνίας, τις πρακτικές λεπτομέρειες της συνεργασίας τους. Για τον σκοπό αυτό μπορούν, τηρουμένων των Συνθηκών, να συνάπτουν διοργανικές συμφωνίες οι οποίες ενδέχεται να έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα.»

(9)

"Η εκτέλεση των εγγεγραμμένων στον προϋπολογισμό δαπανών απαιτεί την προηγούμενη έκδοση νομικά δεσμευτικής πράξης της Ένωσης που να παρέχει τη νομική βάση για τη δράση της και την εκτέλεση των αντίστοιχων δαπανών, σύμφωνα με τον κανονισμό του άρθρου 279, πλην των εξαιρέσεων που αυτός προβλέπει."

(10)

Και όχι η υψηλότερη ειδική πλειοψηφία που προβλέπεται για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν εγκρίνεται μια πράξη βασιζόμενη σε πρόταση της Επιτροπής. Πρβλ. άρθρα 9Γ ΣΕΕ και 205 ΣΛΕΕ.

(11)

Καθώς επίσης και στις διαδικασίες έγκρισης: των μέτρων εφαρμογής των ιδίων πόρων· του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου αφότου το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εγκρίνει τη μετάβαση στην ειδική πλειοψηφία· ή ακόμη και της απόφασης του Συμβουλίου που επιτρέπει την υπέρβαση του ορίου των προσωρινών δωδεκάτων.

(12)

Βεβαίως, θα πρέπει να λάβει τη σύμφωνη γνώμη του Προέδρου του Συμβουλίου και να δοθεί ο απαραίτητος χρόνος για την τεχνική προετοιμασία (βασικά έγγραφα, κ.λπ.) προκειμένου να μπορέσει να εργαστεί η επιτροπή.

(13)

Άλλως ειπείν: εάν τον εγκρίνουν και τα δύο, εάν κανένα εκ των δύο δεν αποφανθεί και εάν ένα εξ αυτών τον εγκρίνει και το έτερο δεν αποφανθεί.

(14)

Η σχέση αυτής της περιόδου των 14 ημερών με το υπόλοιπο της παραγράφου δεν είναι ιδιαίτερα ξεκάθαρη: μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι εάν η απόρριψη από το Συμβούλιο γίνει μετά την έγκριση από το ΕΚ, η περίοδος ξεκινά μετά την απόρριψη του Συμβουλίου (ή μετά την ανακοίνωση της απόρριψης αυτής στο Κοινοβούλιο). Αλλά τι ισχύει εάν το Συμβούλιο απορρίψει το κείμενο προτού αποφανθεί το ΕΚ; Η περίοδος των 14 ημερών αρχίζει αμέσως; Το ΕΚ πρέπει πρώτα να εγκρίνει το κείμενο προτού προχωρήσει στην πιθανή επιβεβαίωση των τροπολογιών ή μπορεί να προβεί αρχικά στην επιβεβαίωση αυτή και στη συνέχεια να εγκρίνει το κείμενο όπως θα έχει τροποποιηθεί;

(15)

Τι ισχύει σε περίπτωση που το ΕΚ απορρίψει το κείμενο με πλειοψηφία μικρότερη της προβλεπόμενης; Αυτό ισοδυναμεί με έγκριση, όπως φαίνεται πως ορίζει η παράγραφος 7 του άρθρου 272 ΣΛΕΕ; Αντιθέτως, φαίνεται πως είναι σαφές ότι εάν το Συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει κανονικά με ειδική πλειοψηφία, δεν καταφέρει να εγκρίνει το κείμενο με ειδική πλειοψηφία ούτε να το απορρίψει με ειδική πλειοψηφία, τότε θεωρείται ότι δεν αποφαίνεται.


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων (24.2.2009)

προς την Επιτροπή Προϋπολογισμών

σχετικά με τις δημοσιονομικές πτυχές της Συνθήκης της Λισαβόνας

(2008/2054(INI))

Συντάκτης γνωμοδότησης: István Szent-Iványi

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων καλεί την Επιτροπή Προϋπολογισμών, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

Α. επισημαίνει ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας θα έχει ουσιαστικές επιπτώσεις επί της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και της Πολιτικής Ασφάλειας αναδιοργανώνοντας τις διοικητικές αρμοδιότητες και θεσπίζοντας νέους τομείς πολιτικής,

Β.  επισημαίνει ότι, επειδή το θεσμικό πλαίσιο δεν έχει ακόμη καθοριστεί, οι απαραίτητες πιστώσεις του προϋπολογισμού πρέπει να διατεθούν σταδιακά καθώς θα αποσαφηνίζεται το πεδίο εφαρμογής και ο ρόλος των νέων οργανωτικών δομών· καλεί την Επιτροπή και το Συμβούλιο να διασφαλίσουν ότι οι οικονομίες κλίμακας σε σχέση με τις υποστηρικτικές δομές θα οδηγήσουν σε μείωση των διοικητικών δαπανών,

Γ.  υπογραμμίζει ότι ούτε οι θεσμικές αλλαγές ούτε οι νέες διατάξεις της ΚΕΠΠΑ/ΕΠΑΑ δεν πρέπει να επιβαρύνουν περαιτέρω το τρέχον επίπεδο των πιστώσεων ανάληψης υποχρεώσεων στο πλαίσιο του χρονίως υποχρηματοδοτούμενου τομέα 4 και, συνεπώς, αναμένει την επικείμενη ενδιάμεση αναθεώρηση του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου (ΠΔΠ) προκειμένου να εξασφαλιστούν πρόσθετοι πόροι,

Δ.  επισημαίνει ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας προβλέπει την καθιέρωση νέων διαδικασιών προκειμένου να καταστεί δυνατή η ταχεία πρόσβαση στον προϋπολογισμό της Ένωσης και να δημιουργηθεί ένα κεφάλαιο εκκίνησης από συνεισφορές των κρατών μελών· τονίζει, ωστόσο, ότι όλες οι εξωτερικές δράσεις της Ένωσης θα πρέπει κατά κανόνα να χρηματοδοτούνται από πιστώσεις της Κοινότητας, και μόνο κατ' εξαίρεση - σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης - από συνεισφορές εκτός του προϋπολογισμού της Ένωσης,

Ε.  χαιρετίζει το γεγονός ότι η νέα δημοσιονομική διαδικασία καταργεί κάθε διάκριση μεταξύ των διαφόρων κεφαλαίων του προϋπολογισμού και τύπων δαπανών· θεωρεί, συνεπώς, ότι οι δαπάνες που συνδέονται με την ΚΕΠΠΑ θα πρέπει να υπόκεινται στους ίδιους κανόνες και διαδικασίες που εφαρμόζονται σε άλλα κεφάλαια του προϋπολογισμού,

ΣΤ. επισημαίνει ότι η νομικά δεσμευτική φύση του ΠΔΠ που προβλέπεται στη Συνθήκη της Λισαβόνας απαιτεί αυξημένη ευελιξία στις δαπάνες· θεωρεί, συνεπώς, ότι θα πρέπει να αναθεωρηθούν οι διατάξεις σχετικά με το μέσο ευελιξίας στην ισχύουσα Διοργανική Συμφωνία προκειμένου να αυξηθεί το ετήσιο πρόσθετο περιθώριο που διατίθεται στην αρχή επί του προϋπολογισμού, και να καταστούν δυνατές περιορισμένες προσαρμογές και, όπου κρίνεται σκόπιμο, προσωρινές μεταφορές πιστώσεων μεταξύ των διαφόρων τομέων του ΠΔΠ.


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Επιτροπής Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου (27.5.2008)

προς την Επιτροπή Προϋπολογισμών

σχετικά με τις δημοσιονομικές πτυχές της Συνθήκης της Λισαβόνας

(2008/2054(INI))

Συντάκτης γνωμοδότησης: Jan Mulder

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Επιτροπή Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου καλεί την Επιτροπή Προϋπολογισμών, που είναι αρμόδια επί της ουσίας, να συμπεριλάβει στην πρόταση ψηφίσματός της τις ακόλουθες προτάσεις:

1.  εκφράζει την ικανοποίησή του για τις νέες αρμοδιότητες που εκχωρούνται στο Κοινοβούλιο όσον αφορά τη διαδικασία του προϋπολογισμού και ειδικότερα τις γεωργικές δαπάνες· σημειώνει ότι ορθώς παραχωρήθηκε στο Κοινοβούλιο αρμοδιότητα επί του προϋπολογισμού σε όλους τους τομείς, σύμφωνα με τις αρχές της δημοκρατίας· τονίζει ότι το Κοινοβούλιο θα είναι πλέον αρμόδιο και υπεύθυνο να λαμβάνει αποφάσεις για τη χρηματοδότηση των γεωργικών προγραμμάτων· επιθυμεί να διατηρήσει την καλή συνεργασία που έχει εδραιωθεί με το Συμβούλιο σε όλα τα θέματα·

2. επισημαίνει την κατάργηση, με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας, της κατάταξης των δαπανών σε υποχρεωτικές και μη υποχρεωτικές· τονίζει, ωστόσο, ότι ένα μεγάλο μέρος του προϋπολογισμού θα πρέπει ακόμη να θεωρείται υποχρεωτική δαπάνη, λόγω του πολυετούς χαρακτήρα του προγραμματισμού και της νομοθεσίας· τονίζει ότι, μολονότι με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζεται η χρηματοδότηση, ο προϋπολογισμός έχει γίνει πιο άκαμπτος και ανελαστικός· σημειώνει ότι, κατά συνέπεια, νέες προτεραιότητες μπορούν να χρηματοδοτηθούν μόνο από νέα κονδύλια ή μέσω επαναπροσδιορισμού των προτεραιοτήτων στο πλαίσιο των υπαρχόντων προγραμμάτων και επιπέδων δαπανών· τονίζει, για αυτόν τον λόγο, την αυξημένη ανάγκη να εξασφαλιστούν επαρκή περιθώρια τις διάφορες κατηγορίες των αρχικών δημοσιονομικών στοιχείων, έτσι ώστε να μείνουν περιθώρια για τις προτεραιότητες του Κοινοβουλίου·

3.  σημειώνει την αντίφαση μεταξύ της πλήρους αρμοδιότητας επί του προϋπολογισμού και της αρμοδιότητας συναπόφασης επί γεωργικών θεμάτων που προβλέπεται τόσο στο Άρθρο 37, παράγραφος 2 όσο και στο Άρθρο 37, παράγραφος 3 της Συνθήκης της Λισσαβώνας· πιστεύει ότι η παράγραφος 3 του Άρθρου 37 δεν συνιστά από μόνη της ανεξάρτητη αρμοδιότητα·

4.  σημειώνει ότι με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας θεσμοθετούνται η Διοργανική Συμφωνία (ΔΣ) και το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΠΔΠ), που σημαίνει ότι οι δύο δημοσιονομικές συμφωνίες θα πρέπει να μεταφερθούν σε νομοθετικές πράξεις, με ειδική διαδικασία λήψης αποφάσεων για το ΠΔΠ· επισημαίνει ότι, εάν το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο δεν συμφωνήσουν σε νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο, θα παραταθεί η ισχύς του τρέχοντος, έως ότου συναφθεί η συμφωνία για το νέο·

5.  ζητεί παραλληλισμό των όρων της Διοργανικής Συμφωνίας και του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου με τις πενταετείς θητείες του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής· υπογραμμίζει το γεγονός ότι κατ' αυτόν τον τρόπο θα διευκολυνθεί το έργο του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής όσον αφορά τον προσδιορισμό μεσοπρόθεσμων προτεραιοτήτων· ζητεί, για αυτόν τον λόγο, παράταση της τρέχουσας Διοργανικής Συμφωνίας και του Πολυετούς Διοργανικού Πλαισίου από το 2013 έως το 2015·

6.  τονίζει ότι η νέα Συνθήκη μεταβάλει σημαντικά την ετήσια διαδικασία του προϋπολογισμού και υπογραμμίζει το γεγονός ότι με την ύπαρξη μίας μόνο ανάγνωσης αλλοιώνεται σημαντικά η φύση της ανάγνωσης και αυξάνεται σημαντικά η στρατηγική της σημασία· ζητεί, εάν κριθεί απαραίτητο, ταχεία αναθεώρηση του Κανονισμού του Κοινοβουλίου προκειμένου το τελευταίο να αντεπεξέλθει στη νέα διαδικασία εκτέλεσης του προϋπολογισμού που θα ισχύσει για τον προϋπολογισμό του 2010 και να μπορούν οι άλλες κοινοβουλευτικές επιτροπές, εκτός της Επιτροπής Προϋπολογισμών, να γνωμοδοτούν μέσα σε εύλογα χρονικά περιθώρια· καλεί την Επιτροπή Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου να επαναπροσδιορίσει τη συμβουλευτική διαδικασία επί δημοσιονομικών θεμάτων, ούτως ώστε να διασφαλιστούν γνωμοδοτήσεις υψηλής ποιότητας, οι οποίες να προκύπτουν από αναλυτικές συζητήσεις·

7.  επισημαίνει ότι οι τρέχουσες δαπάνες της γεωργίας μαζί με τις δαπάνες της αγροτικής ανάπτυξης συνιστούν σημαντικό μέρος του προϋπολογισμού της ΕΕ, αν και αυτό το μέρος έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια σε σύγκριση με παλιότερα· υπογραμμίζει ότι η ασφάλεια του προγραμματισμού και η αξιοπιστία του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου πρέπει να διασφαλίζονται, όπως έχει αποφασιστεί· τονίζει την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι η Επιτροπή Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου θα εκπροσωπείται από τα αρμόδια μέλη της στις συνεδριάσεις της επιτροπής συνδιαλλαγής, ιδίως τώρα που δαπάνες οι οποίες ήταν προηγουμένως υποχρεωτικές υπάγονται επίσης στη διαδικασία συναπόφασης· τονίζει επίσης την ανάγκη να διασφαλιστεί ο συντονισμός μεταξύ Επιτροπής Προϋπολογισμών και των ειδικών επιτροπών όσον αφορά τις δημοσιονομικές πτυχές των νομοθετικών δραστηριοτήτων τους, δεδομένου του αντίκτυπού τους στο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο και την ετήσια διαδικασία του προϋπολογισμού·

8.  τονίζει ότι η κοινή γεωργική πολιτική χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ άλλοι τομείς λαμβάνουν απλώς μερική ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, και ότι, ως εκ τούτου, οι δαπάνες για τη γεωργική πολιτική στην Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να εξετάζονται σε αυτό το πλαίσιο·

9.  επισημαίνει ότι σύμφωνα με τη νέα διαδικασία προϋπολογισμού ο ρόλος της Επιτροπής στο στάδιο της συνδιαλλαγής είναι να μεσολαβεί με όλες της τις δυνάμεις προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ Κοινοβουλίου και Συμβουλίου· όταν το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο δεν κατορθώνουν να έρθουν σε συμφωνία στην επιτροπή συνδιαλλαγής, ο ρόλος της Επιτροπής είναι να υποβάλει νέα πρόταση· υπογραμμίζει ωστόσο, ότι εάν το Συμβούλιο συμφωνήσει μεν σε κοινή θέση με το Κοινοβούλιο στη συνδιαλλαγή, αλλά δεν συγκεντρώσει την πλειοψηφία στο ίδιο το Συμβούλιο, το Κοινοβούλιο μπορεί να επανέλθει στην αρχική, πρώτη του ανάγνωση, δυνάμει μιας διάταξης «αντιμετώπισης του αδιεξόδου», και να εγκρίνει τον προϋπολογισμό ανάλογα·

10. επισημαίνει την κατάργηση με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας του Μεγίστου Ποσοστού Αύξησης (MRI) στην διαδικασία του προϋπολογισμού· επισημαίνει επίσης ότι αυτό συμβαίνει λόγω της κατάργησης των μη-υποχρεωτικών δαπανών·

11. αναρωτιέται κατά πόσον είναι δυνατόν από χρονική άποψη με τη νέα διαδικασία προϋπολογισμού με μία μόνο ανάγνωση, να υποβάλει η Επιτροπή το φθινόπωρο τη Διορθωτική Επιστολή, η οποία είναι σημαντική καθώς θα επιτρέψει την ενσωμάτωση των προγνωστικών σχετικά με τη γεωργική παραγωγή και όσο των σχετικών δαπανών επί του προϋπολογισμού·

12. επισημαίνει ότι στη νέα Συνθήκη διατηρείται η διάταξη που προβλέπει την εφαρμογή του καθεστώτος των "προσωρινών δωδεκατημορίων" όταν δεν είναι δυνατόν να γίνει οριστική έγκριση του προϋπολογισμού πριν από την αρχή του οικονομικού έτους· επισημαίνει ότι αυτό σημαίνει πως η εκτέλεση του προϋπολογισμού θα γίνεται σε μηνιαία βάση με χρήση ουσιαστικά του προηγούμενου προϋπολογισμού ως ανωτάτου ορίου για τις δαπάνες.


ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

27.5.2008

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

37

0

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Vincenzo Aita, Peter Baco, Bernadette Bourzai, Niels Busk, Luis Manuel Capoulas Santos, Giuseppe Castiglione, Giovanna Corda, Joseph Daul, Albert Deß, Gintaras Didžiokas, Constantin Dumitriu, Michl Ebner, Ιωάννης Γκλαβάκης, Lutz Goepel, Friedrich-Wilhelm Graefe zu Baringdorf, Esther Herranz García, Lily Jacobs, Elisabeth Jeggle, Heinz Kindermann, Vincenzo Lavarra, Stéphane Le Foll, Mairead McGuinness, Rosa Miguélez Ramos, James Nicholson, María Isabel Salinas García, Agnes Schierhuber, Czesław Adam Siekierski, Alyn Smith, Witold Tomczak, Donato Tommaso Veraldi, Janusz Wojciechowski, Andrzej Tomasz Zapałowski, Петя Ставрева

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Liam Aylward, Esther De Lange, Hans-Peter Mayer, Brian Simpson, Struan Stevenson, Kyösti Virrankoski


ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

11.3.2009

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

26

 

2

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Richard James Ashworth, Reimer Böge, Brigitte Douay, James Elles, Göran Färm, Szabolcs Fazakas, Vicente Miguel Garcés Ramón, Salvador Garriga Polledo, Ingeborg Gräßle, Catherine Guy-Quint, Jutta Haug, Ville Itälä, Anne E. Jensen, Vladimír Maňka, Mario Mauro, Jan Mulder, Gérard Onesta, Margaritis Schinas, Nina Škottová, Theodor Dumitru Stolojan, László Surján, Gary Titley, Helga Trüpel, Kyösti Virrankoski, Ralf Walter

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Călin Cătălin Chiriţă, Marusya Ivanova Lyubcheva, Peter Šťastný


ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

11.3.2009

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

26

0

2

Τελευταία ενημέρωση: 14 Απριλίου 2009Ανακοίνωση νομικού περιεχομένου