To Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
εν δράσει
Τα κυριότερα σημεία 1999-2004

 
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ως θεσμικό όργανο
Eυρωεκλογές
Οργάνωση και λειτουργία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
Συναπόφαση και άλλες διαδικασίες
Δημοσιονομικές εξουσίες
Δημοσιονομικός έλεγχος
Δημοκρατική εποπτεία
Το καθεστώς των ευρωβουλευτών και των ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων
Προσωρινές επιτροπές και εξεταστικές επιτροπές
Άλλα θεσμικά όργανα της ΕΕ
Μεταρρύθμιση της ΕΕ
Διεύρυνση
Δικαιώματα των πολιτών
Δικαιοσύνη και εσωτερικές υποθέσεις
Εξωτερικές σχέσεις
Περιβάλλον /
Προστασία των καταναλωτών
Μεταφορές /
Περιφερειακή Πολιτική
Γεωργία / Αλιεία
Οικονομική και Νομισματική Πολιτική
Απασχόληση και κοινωνική πολιτική / Δικαιώματα των γυναικών
Εσωτερική αγορά / Βιομηχανία / Ενέργεια / Έρευνα
 

EPP-ED PSE Group ELDR GUE/NGL The Greens| European Free Alliance UEN EDD/PDE


Ένα νομοθετικό όργανο με πλήρη δικαιώματα

Ποιος είναι ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου; Όπως σε όλες τις δημοκρατίες, το Κοινοβούλιο ελέγχει την εκτελεστική εξουσία και τη χρήση των δημοσίων κονδυλίων, και ψηφίζει νόμους. Ωστόσο, δεν συνέβαινε το ίδιο και τα πρώτα χρόνια που δημιουργήθηκε η Κοινότητα. Στο νομοθετικό τομέα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το οποίο τότε αποκαλείτο απλώς Συνέλευση, έδινε μόνο τη γνώμη του, η οποία όμως σε καμία περίπτωση δεν ήταν δεσμευτική. Τη νομοθετική εξουσία ασκούσαν οι κυβερνήσεις, οι οποίες συνέρχονταν στο πλαίσιο του Συμβουλίου. Ωστόσο, με την πάροδο των χρόνων και τις διαδοχικές συνθήκες, ενισχύθηκε η νομοθετική εξουσία των βουλευτών: το Κοινοβούλιο είναι πια συννομοθέτης σε πολλά ζητήματα, σε ισότιμη βάση με το Συμβούλιο, και τούτο χάρη στη διαδικασία της συναπόφασης.

Η νομοθετική φιλοσοφία της Συνθήκης της Ρώμης, του 1957, συνίστατο στο εξής δίπτυχο: η Επιτροπή προτείνει, το Συμβούλιο αποφασίζει. Υπήρχαν μεν έμμεσα εκλεγμένοι εκπρόσωποι, οι οποίοι συνέρχονταν σε συνέλευση, όμως η επιρροή τους στην κοινοτική νομοθεσία ήταν πρακτικά μηδενική. Σήμερα, η νομοθετική πρωτοβουλία εξακολουθεί να αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής, αλλά το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο μπορούν να της ζητήσουν επισήμως να υποβάλει μια νομοθετική πρόταση. Κυρίως, όμως, το Κοινοβούλιο μπορεί πλέον να τροποποιήσει αισθητά το περιεχόμενο της προτεινόμενης ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Η συναπόφαση, η οποία καθιστά το Κοινοβούλιο ισότιμο με το Συμβούλιο, καθιερώθηκε με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, το 1992, σε δεκαπέντε περίπου τομείς (εσωτερική αγορά, έρευνα, περιβάλλον, καταναλωτές, παιδεία, υγεία...).

Oι Συνθήκες του Άμστερνταμ και της Νίκαιας διεύρυναν το πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας συναπόφασης, με αποτέλεσμα η συναπόφαση να καλύπτει σήμερα περίπου σαράντα τομείς δράσης της Ένωσης. Από το αρχικό δίπτυχο περάσαμε πλέον σε ένα πραγματικό τρίγωνο: η Επιτροπή εξακολουθεί να προτείνει, όμως τις αποφάσεις λαμβάνουν το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο, και μάλιστα σε τομείς που αφορούν άμεσα την καθημερινή ζωή των ευρωπαίων πολιτών.

Αυτή η εξέλιξη προς μία κοινοβουλευτική δημοκρατία θα συνεχιστεί. Σύμφωνα με την ευχή που εξέφρασε η Συνέλευση για το Μέλλον της Ευρώπης, η συναπόφαση αναμένεται να καλύψει περί τους 80 τομείς δράσης, ενώ από την πλευρά του το Συμβούλιο θα λαμβάνει τις αποφάσεις του με πλειοψηφία: άσυλο, μετανάστευση, συνοριακοί έλεγχοι, δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις, αστυνομική συνεργασία, πολιτισμός, πολιτική άμυνα.... Μόνο τα ζητήματα που αφορούν τη συνταγματική τάξη των κρατών μελών ή ευαίσθητους τομείς, όπως είναι η φορολογία ή ορισμένες πτυχές της κοινωνικής πολιτικής, ή η εξωτερική και αμυντική πολιτική, δεν θα υπάγονται σε αυτόν τον κανόνα.

Συναπόφαση: περιγραφή της διαδικασίας

Κάθε νομοθετική πρόταση ξεκινά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία είναι αρμόδια για την εφαρμογή των συνθηκών και την ορθή λειτουργία των κοινών πολιτικών και της εσωτερικής αγοράς, και διαβιβάζεται ταυτόχρονα στο Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Ύστερα από εξέταση στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή, το Κοινοβούλιο δίνει αρχικά τη γνώμη του σε πρώτη ανάγνωση, με απλή πλειοψηφία των ψηφισάντων στην ολομέλεια. Στις περισσότερες περιπτώσεις, υποβάλλει τροπολογίες στην πρόταση της Επιτροπής, η οποία αποφασίζει αν θα τις εγκρίνει, συνολικά ή εν μέρει, και υποβάλλει την τροποποιημένη πρότασή της στο Συμβούλιο.

Αν το Συμβούλιο εγκρίνει τις τροπολογίες αυτές με ειδική πλειοψηφία (εκτός των τομέων που υπόκεινται σε ομοφωνία: πολιτισμός, ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών, κοινωνική ασφάλιση, κ.λπ.), τότε η πρόταση εγκρίνεται. Στην αντίθετη περίπτωση, το Συμβούλιο εγκρίνει σε πρώτη ανάγνωση μια "κοινή θέση". Από τη στιγμή που το Συμβούλιο θα διαβιβάσει την κοινή αυτή θέση στο Κοινοβούλιο, το τελευταίο έχει προθεσμία τριών μηνών για να αποφανθεί εκ νέου.

Στη δεύτερη ανάγνωση απαιτείται η απόλυτη πλειοψηφία των εγγεγραμμένων βουλευτών για την έγκριση του κειμένου, με ή χωρίς νέες τροποποιήσεις, δηλαδή 314 ψήφους από τους 626 βουλευτές του απερχόμενου Κοινοβουλίου.

Αν το Κοινοβούλιο δηλώσει ότι εγκρίνει την κοινή θέση (ή δεν έχει εκφρασθεί πριν παρέλθει η τρίμηνη προθεσμία), η πράξη εγκρίνεται αμέσως. Αντίθετα, αν το Κοινοβούλιο απορρίψει την κοινή θέση, η διαδικασία λήγει αμέσως και η πράξη δεν εγκρίνεται.

Ωστόσο, τις περισσότερες φορές το Κοινοβούλιο υποβάλλει τροπολογίες στην κοινή θέση, για τις οποίες εκφράζει τη θέση της η Επιτροπή, και το Συμβούλιο καλείται και πάλι να αποφανθεί πάνω στην τροποποιημένη πρόταση της Επιτροπής. Στη φάση αυτή, το Συμβούλιο αποφαίνεται μεν με ειδική πλειοψηφία επί των τροπολογιών του Κοινοβουλίου, αλλά με ομοφωνία επί των τροπολογιών για τις οποίες εκφράστηκε αρνητικά η Επιτροπή. Αν το Συμβούλιο εγκρίνει όλες τις τροπολογίες του Κοινοβουλίου το αργότερο τρεις μήνες μετά την παραλαβή, η πράξη εγκρίνεται.

Αντίθετα, αν το Συμβούλιο δεν εγκρίνει τις τροπολογίες του ΕΚ, τότε θα πρέπει να κινηθεί η διαδικασία συνδιαλλαγής. Για κάθε νομοθετική πρόταση συγκροτείται μια ειδική επιτροπή συνδιαλλαγής σε ισότιμη βάση: 15 εκπρόσωποι ή μέλη του Συμβουλίου και 15 μέλη του ΕΚ, στα οποία περιλαμβάνονται αυτοδικαίως ένας αντιπρόεδρος του ΕΚ, ο εισηγητής καθώς και ο πρόεδρος της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρευρίσκεται στις συζητήσεις προκειμένου να προσεγγίσει τις απόψεις. Τις περισσότερες φορές, η επιτροπή συνδιαλλαγής κατορθώνει να εκπονήσει κοινό σχέδιο, το οποίο υποβάλλεται εκ νέου στο Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο προς έγκριση. Στην τρίτη αυτή ανάγνωση, το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία και το Κοινοβούλιο με την πλειοψηφία των ψηφισάντων. Η πράξη εγκρίνεται αν το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο εγκρίνουν το κοινό σχέδιο κειμένου. Αντίθετα, αν μετά την παρέλευση της προθεσμίας κάποιο από τα δύο όργανα δεν εγκρίνει το κείμενο αυτό, τότε η διαδικασία λήγει και η πράξη θεωρείται "μη εγκριθείσα".

Από τότε που τέθηκε σε ισχύ η Συνθήκη του Άμστερνταμ, τον Μάιο του 1999, δηλαδή μερικές εβδομάδες πριν αρχίσει η παρούσα κοινοβουλευτική περίοδος, περίπου 300 νομοθετικοί φάκελοι εξετάστηκαν με τη διαδικασία της συναπόφασης. Η εξέταση του ¼ των φακέλων αυτών περατώθηκε κατά την πρώτη ανάγνωση και των μισών φακέλων στη δεύτερη ανάγνωση. Λιγότερο από το ¼ των θεμάτων καταλήγουν στη συνδιαλλαγή, αναλογία που βαίνει μειούμενη με το χρόνο χάρη στις ανεπίσημες επαφές και τις τριμερείς διαβουλεύσεις μεταξύ των τριών οργάνων, οι οποίες έχουν ως στόχο την εξεύρεση συμβιβαστικών λύσεων σε προγενέστερο στάδιο από τη συνδιαλλαγή. Μέχρι σήμερα, η Ολομέλεια έχει απορρίψει τρεις από τις συμφωνίες που επιτεύχθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας συνδιαλλαγής. Αφορούν την κατοχύρωση βιοτεχνολογικών ανακαλύψεων (Μάρτιος 1995), τις δημόσιες προσφορές εξαγοράς (Ιούλιος 2001) και την ελευθέρωση των λιμενικών υπηρεσιών (Νοέμβριος 2003). Σχετικά με τις δημόσιες προσφορές εξαγοράς, η Επιτροπή κατέθεσε μία νέα νομοθετική πρόταση, η οποία λαμβάνει σε μεγαλύτερο βαθμό υπόψη της τις θέσεις του ΕΚ (για περισσότερες πληροφορίες διαβάστε το κείμενο σχετικά με τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες).

Οι άλλες διαδικασίες

Η διαδικασία διαβούλευσης, η οποία χρησιμοποιείτο ευρέως τα πρώτα χρόνια της Κοινότητας, εφαρμόζεται πλέον μόνο στους "ευαίσθητους" τομείς, οι οποίοι υπάγονται σε ομοφωνία στο πλαίσιο του Συμβουλίου (π.χ. φορολογικά ζητήματα, βιομηχανική πολιτική, χωροταξία) και σε δύο τομείς που απαιτούν ειδική πλειοψηφία (γεωργική πολιτική και πολιτική ανταγωνισμού). Το Κοινοβούλιο δεν μπορεί ούτε να εμποδίσει την έγκριση της προτεινόμενης νομοθεσίας από το Συμβούλιο ούτε να επιβάλει τροποποιήσεις. Ωστόσο, η Επιτροπή μπορεί να λάβει υπόψη της τη γνώμη των βουλευτών και να τροποποιήσει την πρότασή της. Σε αυτή την περίπτωση, η πρόταση μπορεί να τροποποιηθεί από το Συμβούλιο μόνο με ομοφωνία.

Η διαδικασία συνεργασίας που θεσπίστηκε το 1987 με την Ενιαία Πράξη, έδινε μεν μεγαλύτερο βάρος στη γνώμη του Κοινοβουλίου, όμως τον τελευταίο λόγο τον είχε το Συμβούλιο. Αν το Κοινοβούλιο απορρίψει την κοινή θέση του Συμβουλίου, το τελευταίο μπορεί να εγκρίνει τη νομοθεσία μόνο με ομοφωνία. Αν το Κοινοβούλιο τροποποιήσει την πρόταση, η Επιτροπή πρέπει να την αναδιατυπώσει, και το Συμβούλιο μπορεί να την τροποποιήσει ξανά μόνο με ομοφωνία. Αυτή η διαδικασία σχεδόν εξαφανίστηκε μετά τη γενίκευση της διαδικασίας της συναπόφασης. Δεν αφορά πλέον παρά μόνον έναν περιορισμένο αριθμό αποφάσεων στον τομέα της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης.

Η διαδικασία σύμφωνης γνώμης καθιερώθηκε με την Ευρωπαϊκή Ενιαία Πράξη και επιβάλλει στο Συμβούλιο να ζητεί τη συμφωνία του ΕΚ για τις νέες εντάξεις και τη σύναψη συμφωνιών σύνδεσης. Το Κοινοβούλιο μπορεί να εγκρίνει ή να απορρίψει μια πρόταση, δεν μπορεί όμως να την τροποποιήσει. Αποφαίνεται με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών που το απαρτίζουν. Με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, αυτή η "σύμφωνη γνώμη" επεκτάθηκε και στην ενιαία εκλογική νομοθεσία, στο δικαίωμα κυκλοφορίας και διαμονής, καθώς και στους κανονισμούς για τα διαρθρωτικά ταμεία και το Ταμείο Συνοχής. Η Συνθήκη του Άμστερνταμ προβλέπει επίσης την εφαρμογή της διαδικασίας αυτής για την επιβολή κυρώσεων σε περιπτώσεις σοβαρής και διαρκούς παραβίασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων από κράτος μέλος.



Επιτροπή Συνδιαλλαγής

 

 

 
  Publishing deadline: 2 April 2004