Από το 2014 οι σχέσεις ΕΕ-Ρωσίας είναι τεταμένες λόγω ενεργειών της Ρωσίας, όπως η παράνομη προσάρτηση της Κριμαίας, η στήριξη ομάδων ανταρτών στην ανατολική Ουκρανία, οι πολιτικές της Ρωσίας στην περιοχή, εκστρατείες παραπληροφόρησης και παρεμβάσεων καθώς και παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο εσωτερικό της. Οι εντάσεις έχουν επίσης αυξηθεί μετά την παρέμβαση της Ρωσίας στη Συρία, στη Λιβύη και στην Υποσαχάρια Αφρική. Από το 2014 η ΕΕ έχει επανειλημμένα ανανεώσει τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Η στενή αλληλεξάρτηση ΕΕ και Ρωσίας εξακολουθεί να υφίσταται και η ΕΕ εφαρμόζει μια προσέγγιση «επιλεκτικής συνεργασίας».

Νομική βάση

  • Τίτλος V της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση: «εξωτερική δράση»·
  • άρθρα 206-207 (εμπόριο) και άρθρα 216-219 (διεθνείς συμφωνίες) της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης·
  • Συμφωνία εταιρικής σχέσης και συνεργασίας (ΣΕΣΣ) (διμερείς σχέσεις).

Σχέσεις ΕΕ-Ρωσίας

Μέχρι την εκδήλωση της κρίσης στην Ουκρανία, η ΕΕ και η Ρωσία είχαν οικοδομήσει μια «στρατηγική εταιρική σχέση» που κάλυπτε, μεταξύ άλλων, το εμπόριο, την οικονομία, την ενέργεια, την κλιματική αλλαγή, την έρευνα, την εκπαίδευση, τον πολιτισμό, την ασφάλεια, συμπεριλαμβανομένης της καταπολέμησης της τρομοκρατίας, της μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων και της διευθέτησης των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή. Η ΕΕ υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής της προσχώρησης της Ρωσίας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ), η οποία ολοκληρώθηκε το 2012. Ωστόσο τα τελευταία χρόνια το ζήτημα της κοινής γειτονίας έχει καταστεί μείζον σημείο τριβής. Η παράνομη προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία τον Μάρτιο του 2014 και τα στοιχεία που φανερώνουν ότι η Ρωσία στηρίζει τους αντάρτες που μάχονται στην Ανατολική Ουκρανία και οι προσπάθειές της να διακόψουν την πρόσβαση στη Θάλασσα του Αζόφ πυροδότησαν διεθνείς κρίσεις. Η ΕΕ επανεξέτασε τη διμερή της σχέση με τη Ρωσία, διακόπτοντας τις τακτικές συναντήσεις κορυφής και ανέστειλε τον διάλογο σε θέματα χορήγησης θεωρήσεων και τις συνομιλίες σχετικά με μια νέα διμερή συμφωνία που θα αντικαθιστούσε την ΣΕΣΣ. Η ΕΕ ακολουθεί τώρα μια διττή προσέγγιση, που συνδυάζει σταδιακές κυρώσεις και προσπάθειες για εξεύρεση διπλωματικών λύσεων στη σύγκρουση στην ανατολική Ουκρανία. Η συμμετοχή της Ρωσίας στις προσπάθειες της ομάδας χωρών E3+3 που συνήψαν συμφωνία για τα πυρηνικά με το Ιράν αναπτέρωσε τις ελπίδες για μια ευρύτερη συνεργασία στην παγκόσμια σκηνή. Ωστόσο η επέμβαση της Ρωσίας στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας και αργότερα στη Λιβύη και σε αρκετές υποσαχάριες συγκρούσεις, καθώς και οι εκστρατείες παραπληροφόρησης και οι προσπάθειές της να επηρεάζει τις εκλογές στην ΕΕ και στις δυτικές χώρες προκαλούν πρόσθετες εντάσεις.

Στις εκλογές του 2018 ο Βλαντιμίρ Πούτιν εξελέγη Πρόεδρος για τέταρτη φορά. Οι συνταγματικές τροποποιήσεις του Πούτιν, που εγκρίθηκαν το 2020, του επιτρέπουν να παραμείνει στην εξουσία και μετά το τέλος της τρέχουσας θητείας του το 2024. Άλλες ανησυχητικές συνταγματικές αλλαγές περιλαμβάνουν την υπεροχή του ρωσικού δικαίου έναντι των διεθνών συμφωνιών που έχει κυρώσει η Ρωσία και των αποφάσεων των διεθνών δικαστηρίων.

Η ρωσική νομοθεσία που εγκρίθηκε μετά από το 2012 είχε στόχο την αντιπολίτευση και την κοινωνία πολιτών. Εκατοντάδες ΜΚΟ έχουν χαρακτηριστεί «ξένοι πράκτορες» και/ή «ανεπιθύμητες οργανώσεις» και οι αρχές έχουν επιβάλει αυστηρότερο έλεγχο στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τη χρήση του διαδικτύου. Η ΕΕ είναι ανήσυχη για το κράτος δικαίου —συμπεριλαμβανομένης της διαφθοράς. Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν επέτρεψαν στον ακτιβιστή της αντιπολίτευσης Αλεξέι Ναβάλνι να θέσει υποψηφιότητα λόγω προηγούμενης αμφιλεγόμενης καταδίκης του. Οι τελευταίες κοινοβουλευτικές εκλογές, του 2016, διεξάχθηκαν σε ένα περιοριστικό πολιτικό και μιντιακό περιβάλλον, με αποτέλεσμα να καταγάγει μεγάλη νίκη το Κόμμα της Ενωμένης Ρωσίας, του Πούτιν. Οι επόμενες κοινοβουλευτικές εκλογές έχουν προγραμματιστεί για τον Σεπτέμβριο του 2021.

Μολονότι η οικονομία της Ρωσίας ανέκαμψε από τη διεθνή ύφεση του 2008 και την αναταραχή του 2014 στον τραπεζικό τομέα, επωφελούμενη από την αύξηση των εσόδων από τις εξαγωγές υδρογονανθράκων, το επενδυτικό κλίμα της χώρας παρέμεινε αβέβαιο και οι οικονομικές επιδόσεις της εξαρτώνται από τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Το οικονομικό σύστημα είναι συγκεντρωμένο σε λίγους τομείς· στερείται επενδύσεων μεταρρυθμιστικού χαρακτήρα, ενώ στην αγορά κυριαρχούν μεγάλες επιχειρήσεις που διατηρούν δεσμούς με το κράτος. Η σημαντική κρίση στον τομέα της υγείας και της οικονομίας που πλήττει τη Ρωσία ως αποτέλεσμα της πανδημίας COVID-19 μπορεί να έχει μακροχρόνιες συνέπειες και το Κρεμλίνο ανησυχεί ιδιαίτερα για τις κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις.

Από τον Μάρτιο του 2014, η ΕΕ, μαζί με τις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Αυστραλία και άλλες δυτικές χώρες, έχει επιβάλει σταδιακά περιοριστικά μέτρα εις βάρος της Ρωσίας ως αντίδραση στην παράνομη προσάρτηση της Κριμαίας και στην αποσταθεροποίηση της Ουκρανίας. Η ΕΕ διεύρυνε σημαντικά τις κυρώσεις της μετά την κατάρριψη αεροσκάφους που εκτελούσε την πτήση MH17 τον Ιούλιο του 2014 πάνω από εδάφη που ελέγχονταν από υποστηριζόμενους από τη Ρωσία αντάρτες στην ανατολική Ουκρανία. Οι κυρώσεις παρατείνονται και επικαιροποιούνται τακτικά.

Τα περιοριστικά μέτρα της ΕΕ λαμβάνουν διάφορες μορφές. Στα διπλωματικά μέτρα περιλαμβάνονται ο αποκλεισμός της Ρωσίας από την G8, ο τερματισμός της διαδικασίας προσχώρησης της Ρωσίας στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) και τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας καθώς και η αναστολή των τακτικών διμερών συνόδων κορυφής ΕΕ-Ρωσίας.

Οι οικονομικές κυρώσεις αφορούν συναλλαγές σε συγκεκριμένους τομείς. Περιορίζουν την πρόσβαση ορισμένων ρωσικών τραπεζών και εταιρειών σε πρωτογενείς και δευτερογενείς κεφαλαιαγορές της ΕΕ. Επιβάλλουν απαγορεύσεις στις εξαγωγές και εισαγωγές για το εμπόριο όπλων και απαγόρευση στις εξαγωγές ειδών διττής χρήσης για στρατιωτική χρήση. Περιορίζουν επίσης την πρόσβαση της Ρωσίας σε ορισμένες ευαίσθητες τεχνολογίες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για έρευνα και παραγωγή πετρελαίου. Ειδικοί περιορισμοί ισχύουν για τις οικονομικές σχέσεις με την Κριμαία και τη Σεβαστούπολη, καθώς και απαγόρευση εισαγωγής προϊόντων από τη χερσόνησο, απαγόρευση εξαγωγής ορισμένων αγαθών και τεχνολογιών, περιορισμοί στις επενδύσεις και απαγόρευση της παροχής τουριστικών υπηρεσιών. Μέτρα που αφορούν την οικονομική συνεργασία αναστέλλουν τις χρηματοδοτικές πράξεις στη Ρωσία από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα για την Ανασυγκρότηση και την Ανάπτυξη. Παρά τις κυρώσεις, η ΕΕ εξακολουθεί να είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Ρωσίας και η Ρωσία είναι ο τέταρτος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της ΕΕ. Ωστόσο οι εμπορικές και οικονομικές σχέσεις δυσχεραίνονται λόγω πολυάριθμων παραγόντων, όπως η επιβολή απαγόρευσης από τη Ρωσία στις εισαγωγές αγροδιατροφικών προϊόντων της ΕΕ, διαφορές στο πλαίσιο του ΠΟΕ και σοβαροί περιορισμοί σχετικά με τις δυνατότητες εταιρειών της ΕΕ να συμμετέχουν σε διαδικασίες δημοσίων συμβάσεων στη Ρωσία.

Από τον Μάιο του 2021, ως αντίδραση στην ουκρανική κρίση, έχουν επιβληθεί περιοριστικά μέτρα εις βάρος 177 ατόμων συνολικά και 48 οντοτήτων, συνίστανται δε σε δέσμευση περιουσιακών στοιχείων και ταξιδιωτική απαγόρευση, επειδή με τη δραστηριότητά τους υπονομεύουν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας. Τον Οκτώβριο του 2020 προστέθηκαν στον κατάλογο δύο άτομα και τέσσερις οντότητες που ενέχονται στην κατασκευή της γέφυρας του Κερτς, η οποία συνδέει την Κριμαία με τη Ρωσία.

Επίσης, τον Οκτώβριο του 2020, προστέθηκαν στη σχετική ταξιδιωτική απαγόρευση, αλλά πάνω σε διαφορετική νομική βάση της ΕΕ —το καθεστώς κυρώσεων για τα χημικά όπλα— έξι Ρώσοι ιδιώτες και μία οντότητα, καθώς και δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, λόγω της απόπειρας δολοφονίας του Ναβάλνι τον Αύγουστο του 2020 με τοξικό νευρικό παράγοντα στρατιωτικής προέλευσης. Πρόκειται για το ίδιο νομικό μέσο που χρησιμοποιήθηκε για την επιβολή κυρώσεων στους υπευθύνους για την υπόθεση Σκριπάλ στο Σόλσμπερι (Ηνωμένο Βασίλειο) τον Μάρτιο του 2018.

Τον Μάρτιο του 2021 το Συμβούλιο έκανε χρήση του πρόσφατα εγκριθέντος παγκόσμιου καθεστώτος κυρώσεων της ΕΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα, προκειμένου να επιβάλει κυρώσεις σε τέσσερις Ρώσους υπηκόους για τον ρόλο τους στην αυθαίρετη σύλληψη, δίωξη και καταδίκη του Navalny, καθώς και στην καταστολή ειρηνικών διαμαρτυριών για την έκνομη μεταχείριση του. Τον ίδιο μήνα αργότερα, δύο υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι της Τσετσενίας προστέθηκαν στον κατάλογο για τα βασανιστήρια και την καταστολή ατόμων ΛΟΑΔΜ και πολιτικών αντιπάλων.

Η παγκόσμια στρατηγική ασφάλειας της ΕΕ του 2016 ορίζει τις σχέσεις με τη Ρωσία ως «βασική στρατηγική πρόκληση». Τον Μάρτιο του 2016 το Συμβούλιο της ΕΕ όρισε πέντε κατευθυντήριες αρχές που πρέπει να εφαρμόζονται στις σχέσεις της ΕΕ με τη Ρωσία: (1) εφαρμογή των συμφωνιών του Μινσκ για τη σύγκρουση στην ανατολική Ουκρανία ως βασική προϋπόθεση για κάθε ουσιαστική αλλαγή της στάσης της ΕΕ έναντι της Ρωσίας· (2) ενίσχυση των σχέσεων με τους ανατολικούς εταίρους της ΕΕ και άλλες γειτονικές χώρες, μεταξύ άλλων και στην Κεντρική Ασία· (3) ενίσχυση της θέσης της ΕΕ (για παράδειγμα στους τομείς της ενεργειακής ασφάλειας, των υβριδικών απειλών ή της στρατηγικής επικοινωνίας)· (4) επιλεκτική συνεργασία με τη Ρωσία σε θέματα που ενδιαφέρουν την ΕΕ· (5) ανάγκη συμμετοχής σε διαπροσωπικές επαφές και στήριξης της ρωσικής κοινωνίας πολιτών.

Από τον Αύγουστο του 2014 η Ρωσία εφαρμόζει αντίμετρα έναντι των κυρώσεων της ΕΕ και επιβάλλει με τη σειρά της κυρώσεις σε γεωργικά αγαθά, πρώτες ύλες και τρόφιμα, επικαλούμενη παραβιάσεις των προτύπων για την ασφάλεια των τροφίμων. Το γεγονός αυτό έχει ενισχύσει την πολιτική υποκατάστασης των εισαγωγών της στον γεωργικό τομέα. Η Ρωσία εφαρμόζει επίσης μια «λίστα απαγορευμένων προσώπων» (stop-list) για τους υπηκόους της ΕΕ και των ΗΠΑ που έχουν επικρίνει τις ενέργειές της και τους απαγορεύει την είσοδο στο έδαφός της. Ο κατάλογος αυτός δεν έχει δημοσιευθεί επισήμως, γεγονός που αποκλείει κάθε δυνατότητα προσφυγής σε ένδικα μέσα, σε αντίθεση με την ταξιδιωτική απαγόρευση της ΕΕ. Ο κατάλογος περιλαμβάνει βουλευτές του ΕΚ και, από τις 30 Απριλίου 2021, τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, David Sassoli, την Αντιπρόεδρο της Επιτροπής για τις Αξίες και τη Διαφάνεια, Věra Jourová, και έξι αξιωματούχους κρατών μελών της ΕΕ.

Ισχύουσες συμφωνίες

Τη νομική βάση των σχέσεων ΕΕ-Ρωσίας αποτελεί η ΣΕΣΣ που υπογράφηκε τον Ιούνιο του 1994. Αρχικά είχε δεκαετή ισχύ και ανανεώνεται αυτομάτως κάθε χρόνο. Καθορίζει τους κύριους κοινούς στόχους και θεσπίζει το θεσμικό πλαίσιο για τις διμερείς επαφές (περιλαμβανομένων τακτικών διαβουλεύσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα και ανά εξάμηνο διασκέψεων κορυφής σε επίπεδο προέδρων), οι οποίες επί του παρόντος έχουν παγώσει.

Στη σύνοδο κορυφής της Αγίας Πετρούπολης το 2003, η ΕΕ και η Ρωσία ενίσχυσαν τη συνεργασία τους δημιουργώντας τέσσερις «κοινούς χώρους»: έναν οικονομικό χώρο· έναν χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης· έναν χώρο εξωτερικής ασφάλειας· και έναν χώρο έρευνας, παιδείας και πολιτισμού. Σε περιφερειακό επίπεδο, η ΕΕ και η Ρωσία, μαζί με τη Νορβηγία και την Ισλανδία, συγκρότησαν το 2007 τη νέα πολιτική για τη Βόρεια Διάσταση, με επίκεντρο τη διασυνοριακή συνεργασία στις περιοχές της Βαλτικής και του Μπάρεντς. Τον Ιούλιο του 2008 ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις για μια νέα συμφωνία ΕΕ-Ρωσίας, η οποία επρόκειτο να περιλαμβάνει «νομικά δεσμευτικές υποχρεώσεις» σε τομείς όπως ο πολιτικός διάλογος, η δικαιοσύνη, η ελευθερία, η ασφάλεια, η οικονομική συνεργασία, η έρευνα, η εκπαίδευση, ο πολιτισμός, το εμπόριο, οι επενδύσεις και η ενέργεια. Το 2010 εγκαινιάστηκε η «Εταιρική Σχέση για τον Εκσυγχρονισμό». Οι διαπραγματεύσεις για τη συμφωνία διευκόλυνσης των διαδικασιών χορήγησης θεώρησης ολοκληρώθηκαν το 2011. Ωστόσο η επέμβαση της Ρωσίας στην Κριμαία είχε ως αποτέλεσμα τη διακοπή όλων αυτών των συνομιλιών και διαδικασιών. Το 2014 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε να παγώσει τη συνεργασία με τη Ρωσία (με εξαίρεση τη διασυνοριακή συνεργασία καθώς και τις διαπροσωπικές επαφές) και τη νέα χρηματοδότηση από την ΕΕ προς τη χώρα αυτή μέσω διεθνών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.

Ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε τη ΣΕΣ το 1997 στο πλαίσιο της «διαδικασίας σύμφωνης γνώμης».

Το Κοινοβούλιο έχει εγκρίνει σειρά ψηφισμάτων σχετικά με την Ουκρανία, τα οποία καταδικάζουν την παράνομη προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία και τον ρόλο της Ρωσίας στην αποσταθεροποίηση της ανατολικής Ουκρανίας. Το Κοινοβούλιο ενέκρινε ψηφίσματα τον Ιούνιο του 2015 και τον Μάρτιο του 2019 σχετικά με την κατάσταση των σχέσεων ΕΕ-Ρωσίας, με το οποίο εκφράζει την υποστήριξή του στις κυρώσεις της ΕΕ και τονίζει την ανάγκη να παρασχεθεί μια πιο φιλόδοξη οικονομική βοήθεια προς τη ρωσική κοινωνία πολιτών και να προωθηθούν οι επαφές μεταξύ των ανθρώπων, παρά τις δυσχερείς σχέσεις. Το ψήφισμα του 2019 εκφράζει μεγάλη ανησυχία για τη διεθνή συμπεριφορά της Ρωσίας, ιδίως στις χώρες της Ανατολικής Εταιρικής Σχέσης. Το ψήφισμα επικρίνει επίσης την επιδείνωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών στη Ρωσία και προτείνει να μη θεωρείται πλέον η Ρωσία «στρατηγικός εταίρος» της ΕΕ. Η Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων θα εκπονήσει νέα έκθεση το 2021 για τις σχέσεις ΕΕ-Ρωσίας.

Πριν το 2014 το Κοινοβούλιο ήταν υπέρ μιας νέας, ευρείας συμφωνίας με τη Ρωσία που να βασίζεται σε κοινές αξίες και κοινά συμφέροντα. Ωστόσο το Κοινοβούλιο έχει επανειλημμένα εκφράσει έντονες ανησυχίες σχετικά με τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το κράτος δικαίου και την κατάσταση της δημοκρατίας στη Ρωσία, για παράδειγμα όσον αφορά τη νομοθεσία κατά της «προπαγάνδας» των ΛΟΑΔΜ, την αποποινικοποίηση της μη διακεκριμένης άσκησης ενδοοικογενειακής βίας, την καταστολή των ανεξάρτητων ΜΚΟ ή όσων λαμβάνουν χρηματοδότηση προερχόμενη εκτός Ρωσίας κ.λπ. Το Κοινοβούλιο έχει, πιο συγκεκριμένα, καταδικάσει τις άνευ προηγουμένου παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων εις βάρος κατοίκων της Κριμαίας, ιδίως των Τατάρων. Το 2018 ζήτησε την αποφυλάκιση του Ουκρανού σκηνοθέτη Ολέγκ Σεντσόφ, ο οποίος αντιτάχθηκε στην παράνομη προσάρτηση της Κριμαίας, και του απένειμε το Βραβείο Ζαχάρωφ. Ο Σεντσόφ αφέθηκε ελεύθερος το 2019 στο πλαίσιο ανταλλαγής αιχμαλώτων μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας. Το Κοινοβούλιο καταδίκασε απερίφραστα την απόπειρα δολοφονίας του Αλεξέι Ναβάλνι το 2020.

Οι σχέσεις με τα ρωσικά νομοθετικά όργανα είχαν κυρίως αναπτυχθεί στο πλαίσιο της Επιτροπής Κοινοβουλευτικής Συνεργασίας (ΕΚΣ), ενός διακοινοβουλευτικού φόρουμ το οποίο είχε συσταθεί στο πλαίσιο της ΣΕΣΣ ΕΕ-Ρωσίας. Από το 1997 έως το 2014, η ΕΚΣ λειτούργησε ως σταθερή βάση για την ανάπτυξη της συνεργασίας και του διαλόγου μεταξύ των αντιπροσωπειών του Κοινοβουλίου και της Ρωσικής Ομοσπονδιακής Συνέλευσης. Από τον Μάρτιο του 2014 ωστόσο το Κοινοβούλιο έχει διακόψει αυτές τις διακοινοβουλευτικές συναντήσεις, στο πλαίσιο των περιοριστικών μέτρων που έλαβε η ΕΕ συνεπεία της κρίσης στην Ουκρανία. Ωστόσο η αντιπροσωπεία του Κοινοβουλίου στην ΕΚΣ ΕΕ-Ρωσίας εξακολουθεί να συνέρχεται και να συζητεί μόνη της θέματα που αφορούν τις σχέσεις ΕΕ-Ρωσίας. Διεξάγει επίσης ανταλλαγές απόψεων με πανεπιστημιακούς, εκπροσώπους της ρωσικής κοινωνίας πολιτών, ΜΚΟ και ΜΜΕ.

Το Κοινοβούλιο δεν προσκαλείται από τη Ρωσία ως παρατηρητής εκλογών από το 1999.

 

Fernando Garcés de los Fayos