Ενεργειακή πολιτική: γενικές αρχές

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ΕΕ στον τομέα της ενέργειας περιλαμβάνουν ζητήματα όπως η αυξανόμενη εξάρτηση από τις εισαγωγές ενεργειακών πόρων, η περιορισμένη διαφοροποίηση, οι υψηλές και ασταθείς τιμές της ενέργειας, η διογκούμενη παγκόσμια ενεργειακή ζήτηση, οι κίνδυνοι ασφάλειας για τις χώρες παραγωγής και διαμετακόμισης, οι αυξανόμενες απειλές της κλιματικής αλλαγής, η απαλλαγή από τις ανθρακούχες εκπομπές, η βραδεία πρόοδος στον τομέα της ενεργειακής απόδοσης, οι προκλήσεις που συνεπάγεται η αύξηση του μεριδίου των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, καθώς και η ανάγκη για μεγαλύτερη διαφάνεια, περαιτέρω ολοκλήρωση και διασύνδεση στις αγορές ενέργειας. Στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής βρίσκονται ποικίλα μέτρα που αποσκοπούν στην επίτευξη μιας ολοκληρωμένης αγοράς ενέργειας, στην ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού και στη βιωσιμότητα του τομέα της ενέργειας.

Νομική βάση

Άρθρο 194 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ).

Ειδικές διατάξεις:

  • Ασφάλεια εφοδιασμού: άρθρο 122 ΣΛΕΕ·
  • Ενεργειακά δίκτυα: άρθρα 170-172 ΣΛΕΕ·
  • Άνθρακας: το πρωτόκολλο 37 αποσαφηνίζει τις δημοσιονομικές επιπτώσεις από την εκπνοή της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα το 2002·
  • Πυρηνική ενέργεια: η Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (Συνθήκη Ευρατόμ) λειτουργεί ως νομική βάση για τις περισσότερες ενωσιακές δράσεις στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας.

Λοιπές διατάξεις που επηρεάζουν την ενεργειακή πολιτική:

  • Εσωτερική αγορά ενέργειας: άρθρο 114 ΣΛΕΕ·
  • Εξωτερική ενεργειακή πολιτική: άρθρα 216-218 ΣΛΕΕ.

Στόχοι

Σύμφωνα με την Ενεργειακή Ένωση (2015), οι πέντε κύριοι στόχοι της ενεργειακής πολιτικής της ΕΕ επιδιώκουν:

  • τη διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας της Ευρώπης, ώστε να διασφαλιστεί η ενεργειακή ασφάλεια μέσω της αλληλεγγύης και της συνεργασίας των χωρών της ΕΕ·
  • τη διασφάλιση της λειτουργίας μιας πλήρως ολοκληρωμένης εσωτερικής αγοράς ενέργειας, ώστε να καταστεί δυνατή η ελεύθερη ροή ενέργειας στην ΕΕ μέσω κατάλληλων υποδομών και χωρίς τεχνικούς ή ρυθμιστικούς φραγμούς·
  • τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης και τη μείωση της εξάρτησης από τις εισαγωγές ενέργειας, τη μείωση των εκπομπών και την προώθηση της απασχόλησης και της ανάπτυξης·
  • την απαλλαγή της οικονομίας από τις ανθρακούχες εκπομπές και τη μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών σύμφωνα με τη συμφωνία του Παρισιού·
  • την προώθηση της έρευνας σε τεχνολογίες χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών και καθαρές μορφές ενέργειας, και την ιεράρχηση της έρευνας και της καινοτομίας για την προώθηση της ενεργειακής μετάβασης και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας.

Το άρθρο 194 ΣΛΕΕ καθιστά ορισμένους τομείς της ενεργειακής πολιτικής τομείς συντρέχουσας αρμοδιότητας και σηματοδοτεί τη μετάβαση προς μια κοινή ενεργειακή πολιτική. Εντούτοις, κάθε κράτος μέλος διατηρεί το δικαίωμά του «να καθορίζει τους όρους εκμετάλλευσης των ενεργειακών του πόρων, την επιλογή του μεταξύ διαφόρων ενεργειακών πηγών και τη γενική διάρθρωση του ενεργειακού του εφοδιασμού» (άρθρο 194 παράγραφος 2).

Επιτεύγματα

A. Γενικό πλαίσιο πολιτικής

Κινητήρια δύναμη της σημερινής πολιτικής ατζέντας είναι η ολοκληρωμένη πολιτική για το κλίμα και την ενέργεια, η οποία εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 24 Οκτωβρίου 2014 και αναθεωρήθηκε τον Δεκέμβριο του 2018 και η οποία προσπαθεί να επιτύχει τους εξής στόχους έως το 2030:

  • μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 40 % τουλάχιστον, σε σύγκριση με το 1990·
  • αύξηση του μεριδίου των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην ενεργειακή κατανάλωση σε 32 %·
  • βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης κατά 32,5 %·
  • διασύνδεση του 15 % τουλάχιστον των συστημάτων ηλεκτρικής ενέργειας της ΕΕ.

Στις 25 Φεβρουαρίου 2015, η Επιτροπή δημοσίευσε τη στρατηγική για την Ενεργειακή Ένωση (COM(2015)0080), με στόχο την οικοδόμηση μιας ενεργειακής ένωσης που θα εξασφαλίζει τον ασφαλή, βιώσιμο, ανταγωνιστικό και οικονομικά προσιτό ενεργειακό εφοδιασμό των ενωσιακών νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Στις 30 Νοεμβρίου 2016, η Επιτροπή πρότεινε δέσμη μέτρων με τίτλο «Καθαρή ενέργεια για όλους τους Ευρωπαίους» (COM(2016)0860). Απαρτίζεται από οκτώ νομοθετικές προτάσεις που καλύπτουν τη διακυβέρνηση (κανονισμός (ΕΕ) 2018/1999 για τη διακυβέρνηση της Ενεργειακής Ένωσης), τον σχεδιασμό της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (οδηγία (ΕΕ) 2019/944 για την ηλεκτρική ενέργεια, κανονισμός (ΕΕ) 2019/943 για την ηλεκτρική ενέργεια και κανονισμός (ΕΕ) 2019/941 για την ετοιμότητα αντιμετώπισης κινδύνων), την ενεργειακή απόδοση (οδηγία (ΕΕ) 2018/2002 για την ενεργειακή απόδοση, και οδηγία (ΕΕ) 2018/844 για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων), την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές (οδηγία (ΕΕ) 2018/2001 για την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές) και τους κανόνες που διέπουν την οικεία ρυθμιστική αρχή, ήτοι τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (κανονισμός (ΕΕ) 2019/942 για την ίδρυση του ACER). Η τελευταία πρόταση της δέσμης μέτρων, ο κανονισμός για τη διακυβέρνηση της Ενεργειακής Ένωσης, εγκρίθηκε εντέλει στις 4 Δεκεμβρίου 2019. Σύμφωνα με τον κανονισμό, τα κράτη μέλη της ΕΕ πρέπει να καταρτίσουν δεκαετή ενοποιημένα εθνικά σχέδια για την ενέργεια και το κλίμα (ΕΣΕΚ) για την περίοδο από το 2021 έως το 2030, να υποβάλλουν έκθεση προόδου ανά διετία, και να αναπτύξουν συνεπείς εθνικές μακροπρόθεσμες στρατηγικές για την επίτευξη των στόχων της συμφωνίας του Παρισιού.

Η απόφαση (ΕΕ) 2019/504 εισήγαγε αλλαγές στην πολιτική της ΕΕ για την ενεργειακή απόδοση και τη διακυβέρνηση της Ενεργειακής Ένωσης, υπό το φως της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ. Επέφερε τεχνικές προσαρμογές στα προβλεπόμενα για το 2030 αριθμητικά στοιχεία που αφορούν την κατανάλωση ενέργειας, ώστε να αντιστοιχούν στην Ένωση των 27 κρατών μελών.

Στις 14 Ιουλίου 2021, η Επιτροπή ενέκρινε δέσμη προτάσεων με τίτλο «Υλοποίηση της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας», με στόχο τη μείωση των εκπομπών κατά τουλάχιστον 55 % έως το 2030, σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990, και την επίτευξη ουδέτερου ισοζυγίου άνθρακα στην ΕΕ έως το 2050. Αυτή η μεγάλη δέσμη μέτρων συνίσταται στην αναθεώρηση όλων των υφιστάμενων πράξεων της ΕΕ για το κλίμα και την ενέργεια, συμπεριλαμβανομένων της οδηγίας για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (COM(2021)0557), της οδηγίας για την ενεργειακή απόδοση (COM(2021)0558) και της οδηγίας για τη φορολογία της ενέργειας (COM(2021)0563), καθώς και σε νέες προτάσεις, όπως ο κανονισμός για την ανάπτυξη υποδομών εναλλακτικών καυσίμων (COM(2021)0559), η (COM(2021)0561) και η πρωτοβουλία «FuelEU Maritime» (COM(2021)0562).

B. Ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς ενέργειας

Μια πλήρως ολοκληρωμένη και εύρυθμα λειτουργούσα εσωτερική αγορά ενέργειας διασφαλίζει προσιτές τιμές ενέργειας, παρέχει τα αναγκαία τιμολογιακά σήματα για επενδύσεις στην πράσινη ενέργεια, εξασφαλίζει τον ενεργειακό εφοδιασμό, και ανοίγει τον λιγότερο δαπανηρό δρόμο προς την κλιματική ουδετερότητα. Η νομοθεσία για την εσωτερική αγορά ενέργειας θεσπίστηκε για πρώτη φορά στην τρίτη δέσμη μέτρων για την ενέργεια (2009-2014) και κάλυπτε πέντε τομείς: την αποδεσμοποίηση· τις εθνικές ανεξάρτητες ρυθμιστικές αρχές· τη συνεργασία· τον ACER· και τις δίκαιες λιανικές αγορές. Η δέσμη μέτρων περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1227/2011 για την ακεραιότητα και τη διαφάνεια στη χονδρική αγορά ενέργειας, και την πολιτική για τα διευρωπαϊκά δίκτυα ενέργειας (ΔΕΔ-Ε), βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 347/2013 σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για τις διευρωπαϊκές ενεργειακές υποδομές.

Η τέταρτη δέσμη μέτρων για την ενέργεια (2015-2020), με τίτλο «Καθαρή ενέργεια για όλους τους Ευρωπαίους», εστίασε κυρίως στον σχεδιασμό της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (οδηγία για την ηλεκτρική ενέργεια, κανονισμός για την ηλεκτρική ενέργεια, κανονισμός για την ετοιμότητα αντιμετώπισης κινδύνων, κανονισμός ACER), εισήγαγε δε νέους κανόνες ηλεκτρικής ενέργειας για την αποθήκευση ενέργειας, καθώς και κίνητρα για τους καταναλωτές, με στόχο τη συμβολή στην καλύτερη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ενέργειας και την αντιμετώπιση του ζητήματος του Brexit (βλ. δελτίο 2.1.9 σχετικά με την εσωτερική αγορά ενέργειας).

Η πέμπτη δέσμη μέτρων για την ενέργεια, με τίτλο «Υλοποίηση της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας», δημοσιεύθηκε στις 14 Ιουλίου 2021 και τελεί επί του παρόντος υπό συζήτηση. Στόχος της είναι να ευθυγραμμίσει τους ενεργειακούς στόχους με τη νέα ευρωπαϊκή φιλοδοξία για το κλίμα, δηλαδή να επιτευχθεί ουδέτερο ισοζύγιο διοξειδίου του άνθρακα έως το 2050. Επικεντρώνεται κυρίως στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, την ενεργειακή απόδοση, τη φορολογία της ενέργειας, τις αεροπορικές και θαλάσσιες μεταφορές και τα κτίρια.

Τον Σεπτέμβριο του 2020 η Επιτροπή ανακοίνωσε ότι το τέταρτο τρίμηνο του 2021 θα αναπτυχθεί ένα νέο κανονιστικό πλαίσιο σχετικά με τις απαλλαγμένες από ανθρακούχες εκπομπές ανταγωνιστικές αγορές φυσικού αερίου. Τον Φεβρουάριο του 2021 η Επιτροπή ξεκίνησε τη διαδικασία διαβούλευσης. Το νέο αυτό πλαίσιο αποτελεί την πρώτη μείζονα αναθεώρηση του εγχειριδίου κανόνων της ΕΕ για την αγορά φυσικού αερίου μετά την τρίτη δέσμη μέτρων για την ενέργεια το 2009. Θα οδηγήσει σε ένα νέο κανονιστικό πλαίσιο της ΕΕ για ανταγωνιστικές αγορές αερίου χωρίς ανθρακούχες εκπομπές, το οποίο θα επιτευχθεί μέσω αλλαγών τόσο στην οδηγία για το φυσικό αέριο (2009/73/ΕΚ) όσο και στον κανονισμό για το φυσικό αέριο ((ΕΚ) αριθ. 715/2009).

C. Ενεργειακή απόδοση

Ο ακρογωνιαίος λίθος της πολιτικής της ΕΕ για την ενεργειακή απόδοση είναι η οδηγία 2012/27/ΕΕ για την ενεργειακή απόδοση, η οποία θεσπίζει δέσμη δεσμευτικών μέτρων για να βοηθήσει την ΕΕ να επιτύχει τον στόχο του 20 % για την ενεργειακή απόδοση έως το 2020. Η οδηγία εισήγαγε επίσης στόχους εξοικονόμησης ενέργειας και πολλές πολιτικές ενεργειακής απόδοσης, μεταξύ άλλων όσον αφορά τις ενεργειακά αποδοτικές ανακαινίσεις και τα υποχρεωτικά πιστοποιητικά ενέργειας για τα κτίρια, τα ελάχιστα πρότυπα ενεργειακής απόδοσης για διάφορα προϊόντα, τις ετικέτες ενεργειακής απόδοσης και τους έξυπνους μετρητές, καθόρισε δε τα δικαιώματα των καταναλωτών. Τον Δεκέμβριο του 2018, στο πλαίσιο της αναθεωρημένης οδηγίας για την ενεργειακή απόδοση, ο συνολικός στόχος ενεργειακής απόδοσης της ΕΕ για το 2030 αυξήθηκε σε τουλάχιστον 32,5 % (σε σύγκριση με τις προβλέψεις μοντελοποίησης του 2007 για το 2030). Τον Ιούλιο του 2021 υποβλήθηκε πρόταση αναθεώρησης της οδηγίας για την ενεργειακή απόδοση, η οποία αποσκοπεί στην αύξηση του στόχου ενεργειακής απόδοσης για το 2030 όσον αφορά την κατανάλωση πρωτογενούς και τελικής ενέργειας σε 39 % και 36 % αντίστοιχα, με βάση τις επικαιροποιημένες βασικές προβλέψεις του 2020, και στον καθορισμό των ετήσιων υποχρεώσεων εξοικονόμησης ενέργειας των κρατών μελών στο 1,5 % της τελικής κατανάλωσης ενέργειας κατά την περίοδο 2024-2030.

Η τροποποιημένη οδηγία για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων (οδηγία (ΕΕ) 2018/844) καθορίζει χάρτες πορείας με ενδεικτικά ορόσημα για το 2030, το 2040 και το 2050 και μακροπρόθεσμες στρατηγικές, προκειμένου τα κράτη μέλη να υποστηρίξουν την ανακαίνιση του εθνικού αποθέματος οικιστικών και μη οικιστικών κτιρίων, τόσο δημόσιων όσο και ιδιωτικών, με γνώμονα τη δημιουργία έως το 2050 ενός κτιριακού αποθέματος υψηλής ενεργειακής απόδοσης και απαλλαγμένου από ανθρακούχες εκπομπές. Τον Οκτώβριο του 2020 η Επιτροπή δημοσίευσε τη νέα στρατηγική για το κύμα ανακαινίσεων (COM(2020)0662), η οποία αποσκοπεί στον διπλασιασμό του ετήσιου ποσοστού ενεργειακών ανακαινίσεων κατά την επόμενη δεκαετία. 

Η οδηγία της ΕΕ για τον οικολογικό σχεδιασμό (οδηγία 2009/125/ΕΚ) και ο κανονισμός-πλαίσιο για την ενεργειακή σήμανση (κανονισμός (ΕΕ) 2017/1369) ορίζουν τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού και ενεργειακής σήμανσης για μεμονωμένες ομάδες προϊόντων (βλ. δελτίο 2.4.8 για την ενεργειακή απόδοση).

D. Ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές

Η ηλιακή ενέργεια, η χερσαία και η υπεράκτια αιολική ενέργεια, η ωκεάνια και η υδροηλεκτρική ενέργεια, η βιομάζα και τα βιοκαύσιμα αποτελούν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Οι αγορές ενέργειας από μόνες τους αδυνατούν να εξασφαλίσουν το επιθυμητό επίπεδο ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην ΕΕ, πράγμα που σημαίνει ότι ενδέχεται να χρειαστούν εθνικά προγράμματα στήριξης και ενωσιακά χρηματοδοτικά προγράμματα. Μία από τις προτεραιότητες που συμφωνήθηκαν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Μαΐου του 2013 ήταν η ενίσχυση της διαφοροποίησης του ενεργειακού εφοδιασμού της ΕΕ και η ανάπτυξη εγχώριων πηγών ενέργειας προκειμένου να διασφαλιστεί η ασφάλεια του εφοδιασμού και να μειωθεί η εξωτερική ενεργειακή εξάρτηση. Όσον αφορά τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η οδηγία 2009/28/ΕΚ, της 23ης Απριλίου 2009, εισήγαγε στόχο 20 % που πρέπει να επιτευχθεί έως το 2020. Τον Δεκέμβριο του 2018 η νέα οδηγία για την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (οδηγία (ΕΕ) 2018/2001) όρισε τον ενωσιακό δεσμευτικό στόχο για το μερίδιο ανανεώσιμης ενέργειας έως το 2030 στο 32 % τουλάχιστον. Στις 19 Νοεμβρίου 2020 η Επιτροπή παρουσίασε τη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις υπεράκτιες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (COM/2020/741), ενισχύοντας τις προσπάθειες για να καταστεί η Ένωση κλιματικά ουδέτερη έως το 2050. Η στρατηγική προτείνει να αυξηθεί η υπεράκτια αιολική ικανότητα της Ευρώπης από το σημερινό της επίπεδο των 12 GW σε τουλάχιστον 60 GW έως το 2030 και σε 300 GW έως το 2050. Υπάρχουν διάφορες στρατηγικές για την προώθηση της διείσδυσης κάθε ανανεώσιμης πηγής (βλ. δελτίο 2.4.9 σχετικά με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας). Τον Ιούλιο του 2021 προτάθηκε (COM(2021)0557) μια νέα οδηγία για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η οποία αποσκοπεί στην αύξηση του συνολικού στόχου για την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές σε 40 % έως το 2030.

E. Ενίσχυση των εξωτερικών σχέσεων στον τομέα της ενέργειας

Το 2012 η ΕΕ θέσπισε μηχανισμό ανταλλαγής πληροφοριών για να διευκολύνεται ο συντονισμός μεταξύ των χωρών της ΕΕ και τρίτων χωρών και να διασφαλίζεται η τήρηση της ενωσιακής νομοθεσίας (απόφαση αριθ. 994/2012/ΕΕ). Απαιτεί από τις χώρες της ΕΕ να υποβάλλουν όλες τις υφιστάμενες διεθνείς ενεργειακές συμφωνίες στην Επιτροπή προς αξιολόγηση και απαιτεί ένα ορισμένο επίπεδο ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ.

F. Βελτίωση της ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασμού

Στο πλαίσιο της δέσμης μέτρων «Καθαρή ενέργεια για όλους τους Ευρωπαίους», ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/941 για την ετοιμότητα αντιμετώπισης κινδύνων στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας απαιτεί από τα κράτη μέλη της ΕΕ να συνεργάζονται μεταξύ τους ώστε, σε περίπτωση κρίσης ηλεκτρικής ενέργειας, να διοχετεύεται ηλεκτρική ενέργεια όπου υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη. Ο κανονισμός διασφαλίζει ότι τα κράτη μέλη θέτουν σε εφαρμογή τα κατάλληλα εργαλεία για την πρόληψη, την ετοιμότητα αντιμετώπισης και τη διαχείριση πιθανών κρίσεων ηλεκτρικής ενέργειας σε πνεύμα αλληλεγγύης και διαφάνειας.

Δεδομένης της καθοριστικής σημασίας του αερίου και του πετρελαίου για την ασφάλεια του εφοδιασμού στην ΕΕ, η ΕΕ έλαβε σειρά μέτρων για να εξασφαλίσει τη διεξαγωγή εκτιμήσεων κινδύνου και την ανάπτυξη κατάλληλων προληπτικών σχεδίων δράσης και σχεδίων έκτακτης ανάγκης. Το 2017 ο κανονισμός για την ασφάλεια εφοδιασμού με φυσικό αέριο (κανονισμός (ΕΕ) 2017/1938) θέσπισε εγγυήσεις για την ασφάλεια του φυσικού αερίου και ενισχυμένους μηχανισμούς πρόληψης, αλληλεγγύης και αντιμετώπισης κρίσεων. Σύμφωνα με την οδηγία της ΕΕ για τα αποθέματα πετρελαίου (οδηγία 2009/119/ΕΚ), τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διατηρούν ελάχιστα αποθέματα πετρελαίου που να αντιστοιχούν σε 90 ημέρες μέσων ημερήσιων καθαρών εισαγωγών ή σε 61 ημέρες μέσης ημερήσιας εγχώριας κατανάλωσης, αναλόγως του ποια ποσότητα είναι μεγαλύτερη. Η Επιτροπή πρότεινε να επεκταθεί το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για το φυσικό αέριο (οδηγία 2009/73/ΕΚ), ώστε να καλύπτει τους αγωγούς προς και από τρίτες χώρες, συμπεριλαμβανομένων των υφιστάμενων και μελλοντικών αγωγών (COM(2017)0660). Το 2019 τροποποιήθηκε η οδηγία για το φυσικό αέριο από την οδηγία (ΕΕ) 2019/692, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι κανόνες που διέπουν την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου της ΕΕ εφαρμόζονται στους αγωγούς μεταφοράς αερίου μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών, με παρεκκλίσεις για υφιστάμενους αγωγούς. Υπάρχουν ειδικές διατάξεις στο πλαίσιο της (οδηγία 2013/30/ΕΕ). Για την αντιμετώπιση της κρίσης στην Ουκρανία, ο κανονισμός (ΕΕ) 2017/1938 προβλέπει την ενισχυμένη περιφερειακή συνεργασία, περιφερειακά προληπτικά σχέδια δράσης και σχέδια έκτακτης ανάγκης, καθώς και μηχανισμό αλληλεγγύης για τη διαφύλαξη της ασφάλειας του εφοδιασμού με φυσικό αέριο.

Στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, το προτεινόμενο Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης (COM(2020)0022) στηρίζει τις περιφέρειες υψηλής έντασης άνθρακα και ανθρακούχων εκπομπών στη μετάβασή τους σε πηγές ενέργειας χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών.

Οι ενεργειακές υποδομές των χωρών της ΕΕ καλύπτονται από την πολιτική για τα ΔΕΔ-Ε, η οποία προσδιορίζει εννέα διαδρόμους προτεραιότητας (τέσσερις διαδρόμους ηλεκτρικής ενέργειας, τέσσερις διαδρόμους φυσικού αερίου και έναν διάδρομο πετρελαίου) και τρία θεματικά πεδία προτεραιότητας (ευφυή δίκτυα, αρτηρίες ηλεκτρικής ενέργειας, διασυνοριακά δίκτυα διοξειδίου του άνθρακα) για την ανάπτυξη καλύτερα συνδεδεμένων ενωσιακών ενεργειακών δικτύων.

G. Έργα έρευνας, ανάπτυξης και επίδειξης

Το πρόγραμμα-πλαίσιο «Ορίζων 2020» εφαρμόστηκε κατά την περίοδο 2014-2020 και αποτελούσε το κύριο εργαλείο της ΕΕ για την προαγωγή της έρευνας στον τομέα της ενέργειας. Δεσμεύτηκαν πόροι ύψους 5,9 εκατ. EUR για να υποστηριχθούν η ανάπτυξη καθαρής, ασφαλούς και αποδοτικής ενέργειας και η βιώσιμη ανάπτυξη. Ο διάδοχός του, το πρόγραμμα-πλαίσιο «Ορίζων Ευρώπη», θα λειτουργήσει από το 2021 έως το 2027 με προϋπολογισμό ύψους 95.5 δισ. EUR (σε τιμές 2018), συμπεριλαμβανομένων 5.4 δισ. EUR από το πρόγραμμα «Next Generation EU».

Το ευρωπαϊκό στρατηγικό σχέδιο ενεργειακών τεχνολογιών (σχέδιο ΣΕΤ), το οποίο εγκρίθηκε από την Επιτροπή στις 22 Νοεμβρίου 2007, έχει ως στόχο να επιταχύνει τη διάθεση και διείσδυση στην αγορά ενός κλιματικά ουδέτερου ενεργειακού συστήματος, με την υιοθέτηση τεχνολογιών χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών. Προσδιορίζει δέκα δράσεις για την έρευνα και την καινοτομία (τεχνολογίες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, μείωση του κόστους των τεχνολογιών, νέες τεχνολογίες και υπηρεσίες για τους καταναλωτές, ανθεκτικότητα και ασφάλεια των ενεργειακών συστημάτων, νέα υλικά και νέες τεχνολογίες για τα κτίρια, ενεργειακή απόδοση για τη βιομηχανία, ανταγωνιστικότητα στον παγκόσμιο τομέα συσσωρευτών και ηλεκτρονική κινητικότητα, ανανεώσιμα καύσιμα και βιοενέργεια, δέσμευση και αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα και πυρηνική ασφάλεια), καλύπτει ολόκληρη την αλυσίδα καινοτομίας, συμπεριλαμβανομένης της χρηματοδότησης και του ρυθμιστικού πλαισίου, και διαθέτει συνολική δομή διακυβέρνησης.

Λόγω του σημαντικού ρόλου της ηλεκτρικής ενέργειας στην απαλλαγή από τις ανθρακούχες εκπομπές, έχει αναγνωριστεί ότι οι συσσωρευτές, ως συσκευές αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, αποτελούν βασικές τεχνολογίες για να καταστεί δυνατή μια οικονομία χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών. Η νομοθεσία της ΕΕ για τα απόβλητα ηλεκτρικών στηλών ενσωματώνεται στην οδηγία για τις ηλεκτρικές στήλες (οδηγία 2006/66/ΕΚ). Το στρατηγικό σχέδιο δράσης για τους συσσωρευτές (COM(2018)0293) αποσκοπεί στη δημιουργία μιας παγκοσμίως ολοκληρωμένης, βιώσιμης και ανταγωνιστικής βιομηχανικής βάσης για τους συσσωρευτές. Στις 10 Δεκεμβρίου 2020, η Επιτροπή πρότεινε (COM(2020)0798) έναν νέο Batteries Regulation προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι ηλεκτρικές στήλες που εισέρχονται στην αγορά της ΕΕ είναι βιώσιμες και ασφαλείς καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής τους.

Ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Το Κοινοβούλιο υπήρξε ανέκαθεν υπέρμαχος μιας κοινής ενεργειακής πολιτικής ικανής να δώσει απαντήσεις σε ζητήματα απαλλαγής από τις ανθρακούχες εκπομπές, ανταγωνιστικότητας, ασφάλειας και βιωσιμότητας. Επανειλημμένα το Κοινοβούλιο έχει ζητήσει από τα κράτη μέλη να επιδείξουν συνοχή, αποφασιστικότητα, συνεργασία και αλληλεγγύη μεταξύ τους για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τις σημερινές και τις μελλοντικές προκλήσεις στην εσωτερική αγορά της ΕΕ, όπως επίσης έχει ζητήσει πολιτική δέσμευση εκ μέρους όλων των κρατών μελών της ΕΕ, καθώς και έντονο πνεύμα πρωτοβουλίας από την Επιτροπή όσον αφορά την πρόοδο στην πορεία προς την επίτευξη των στόχων του 2030 και του 2050.

Το Κοινοβούλιο ανέκαθεν κατέβαλλε προσπάθειες για μεγαλύτερη ολοκλήρωση της αγοράς ενέργειας και για την έγκριση φιλόδοξων και νομικά δεσμευτικών στόχων για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, την ενεργειακή απόδοση και τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Από την άποψη αυτή, το Κοινοβούλιο τάσσεται υπέρ της υιοθέτησης ισχυρότερων δεσμεύσεων όσον αφορά τους στόχους της ΕΕ, υπογραμμίζοντας το γεγονός ότι η νέα ενεργειακή πολιτική πρέπει να υποστηρίζει τον στόχο για μείωση των αερίων θερμοκηπίου στην ΕΕ και την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050.

Τα τελευταία ψηφίσματα του Κοινοβουλίου στον τομέα της ενέργειας έχουν αυξήσει τη σημασία όλων των κλιματικών και περιβαλλοντικών στόχων που διέπουν την ενεργειακή πολιτική της ΕΕ. Στις 28 Νοεμβρίου 2019 κήρυξε[1] την Ευρώπη σε κατάσταση κλιματικής και περιβαλλοντικής έκτακτης ανάγκης· στις 15 Ιανουαρίου 2020 επιβεβαίωσε[2] την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία ως τον κλιματικό γνώμονα για τους στόχους της Ενεργειακής Ένωσης· στις 10 Ιουλίου 2020 κάλεσε[3] την Επιτροπή να επικαιροποιήσει τις κατευθυντήριες γραμμές για τις διευρωπαϊκές ενεργειακές υποδομές, ευθυγραμμίζοντάς τις με τη νέα πολιτική της ΕΕ για το κλίμα. Ως απάντηση στην πανδημία COVID-19, οι πράσινες και ψηφιακές στρατηγικές επαναβεβαιώνονται ως οι ακρογωνιαίοι λίθοι μιας πιο ολοκληρωμένης, ισχυρής και αποδοτικής Ενεργειακής Ένωσης της ΕΕ.

Στις 8 Οκτωβρίου 2020, το Κοινοβούλιο ψήφισε υπέρ της έναρξης διαπραγματεύσεων[4] με το Συμβούλιο, με γενικό στόχο τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 60 % έως το 2030, προκειμένου να καταργηθούν σταδιακά όλες οι άμεσες και έμμεσες επιδοτήσεις για τα ορυκτά καύσιμα έως το 2025 το αργότερο. Στις 24 Ιουνίου 2021, κατόπιν διαπραγματεύσεων με το Συμβούλιο, συμφωνήθηκε να μειωθούν οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου[5] κατά «τουλάχιστον 55 %».

Όσον αφορά την τρέχουσα δέσμη μέτρων «Καθαρή ενέργεια για όλους τους Ευρωπαίους», το Κοινοβούλιο ενέκρινε τις ακόλουθες θέσεις:

  • Στις 17 Ιανουαρίου 2018, το Κοινοβούλιο υποστήριξε[6] τη μείωση κατά 40 % της κατανάλωσης πρωτογενούς και τελικής ενέργειας στην ΕΕ έως το 2030, την αύξηση[7] του δεσμευτικού στόχου ενεργειακής απόδοσης της ΕΕ σε 35 %, σε συνδυασμό με ενδεικτικούς εθνικούς στόχους ενεργειακής απόδοσης, και την αύξηση[8] του μεριδίου των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε τουλάχιστον 35 % του ενεργειακού μείγματος της ΕΕ.
  • Στις 13 Ιουνίου 2017, το Κοινοβούλιο ενέκρινε τη θέση του[9] σε πρώτη ανάγνωση για την απλούστευση των ενεργειακών σημάτων για τις οικιακές συσκευές, εισάγοντας μια κλίμακα με σήμανση από A έως G, η οποία επιτρέπει στους πελάτες να επιλέγουν προϊόντα που μειώνουν την κατανάλωση και τους λογαριασμούς ενέργειας.

Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει επίσης τη διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας και των οδών μεταφοράς και τονίζει πόσο σημαντικές είναι οι διασυνδέσεις αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας στην κεντρική και νοτιοανατολική Ευρώπη κατά μήκος ενός άξονα Βορρά-Νότου για την κατασκευή περισσότερων διασυνδέσεων, τη διαφοροποίηση των εγκαταστάσεων υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) και την ανάπτυξη αγωγών, ώστε να ανοίξει, με τον τρόπο αυτόν, η εσωτερική αγορά.

Δεδομένης της αυξανόμενης εξάρτησης της Ευρώπης από ορυκτά καύσιμα, το Κοινοβούλιο επιδοκίμασε το σχέδιο ΣΕΤ, όντας πεπεισμένο ότι θα συνεισφέρει σημαντικά στη βιωσιμότητα και την ασφάλεια του εφοδιασμού και θα αποδειχθεί απαραίτητο στην προσπάθεια για την επίτευξη των στόχων της ΕΕ για την ενέργεια και το κλίμα με ορίζοντα το 2030 και το 2050.

Επισημαίνοντας τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει η έρευνα στη διασφάλιση του ενεργειακού εφοδιασμού, το Κοινοβούλιο ανέδειξε την ανάγκη για την καταβολή από κοινού προσπαθειών στον τομέα των νέων ενεργειακών τεχνολογιών, τόσο για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας όσο και για τις βιώσιμες τεχνολογίες ορυκτών καυσίμων, καθώς και επιπρόσθετης δημόσιας και ιδιωτικής χρηματοδότησης, προκειμένου να εξασφαλιστεί η επιτυχής υλοποίηση του σχεδίου.

 

[1]Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 28ης Νοεμβρίου 2019 σχετικά με την κλιματική και περιβαλλοντική κατάσταση έκτακτης ανάγκης (ΕΕ C 232 της 16.6.2021, σ. 28).
[2]Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 15ης Ιανουαρίου 2021 σχετικά με την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία (ΕΕ C 270 της 7.7.2021, σ. 2).
[3]Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 10ης Ιουλίου 2020 σχετικά με την αναθεώρηση των κατευθυντήριων γραμμών για τις διευρωπαϊκές ενεργειακές υποδομές (OJ C 371, 15.9.2021, σ. 68).
[4]Τροπολογίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 8ης Οκτωβρίου 2020 στην πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση πλαισίου με στόχο την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999 (ευρωπαϊκός νόμος για το κλίμα) (Κείμενο που εγκρίθηκε, P9_TA(2020)0253).
[5]Τροπολογίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 8ης Οκτωβρίου 2020 στην πρόταση κανονισμού για τη θέσπιση πλαισίου με στόχο την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999 (ευρωπαϊκός νόμος για το κλίμα) (Κείμενο που εγκρίθηκε, P9_TA(2021)0309).
[6]Τροπολογίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 17ης Ιανουαρίου 2018 στην πρόταση κανονισμού σχετικά με τη διακυβέρνηση της Ενεργειακής Ένωσης (Κείμενο που εγκρίθηκε, P8_TA (2018) 0011).
[7]Τροπολογίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 17ης Ιανουαρίου 2018 στην πρόταση οδηγίας που αφορά την τροποποίηση της οδηγίας 2012/27/ΕΕ για την ενεργειακή απόδοση (Κείμενο που εγκρίθηκε, P8_TA(2018)0010).
[8]Τροπολογίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 17ης Ιανουαρίου 2018 στην πρόταση οδηγίας σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (Κείμενο που εγκρίθηκε, P8_TA(2018)0009).
[9]Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 13ης Ιουνίου 2017 σχετικά με την πρόταση κανονισμού που αφορά τον καθορισμό ενός πλαισίου για την επισήμανση της ενεργειακής απόδοσης (Κείμενο που εγκρίθηκε, P8_TA(2017)0251).

Matteo Ciucci