Πολιτική ανταγωνισμού

Ο κύριος στόχος των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ είναι να καταστεί δυνατή η ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς της ΕΕ ως βασικής κινητήριας δύναμης για την ευημερία των πολιτών, των επιχειρήσεων και της κοινωνίας της ΕΕ στο σύνολό της. Για τον σκοπό αυτόν, η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) περιλαμβάνει κανόνες που αποσκοπούν στην πρόληψη των περιορισμών και των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά. Ειδικότερα, η ΣΛΕΕ απαγορεύει τις περιοριστικές του ανταγωνισμού συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων και την κατάχρηση της θέσης τους στην αγορά από επιχειρήσεις με δεσπόζουσα θέση, οι οποίες μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Επιπλέον, οι συγχωνεύσεις επιχειρήσεων και οι εξαγορές με ενωσιακή διάσταση ελέγχονται από την Επιτροπή και δύνανται να αποτραπούν, εφόσον αναμένεται να οδηγήσουν σε σημαντική μείωση του ανταγωνισμού. Ακόμη, οι κρατικές ενισχύσεις υπέρ ορισμένων επιχειρήσεων ή προϊόντων, οι οποίες οδηγούν σε στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, απαγορεύονται, αλλά είναι δυνατόν σε συγκεκριμένες περιπτώσεις να γίνονται δεκτές. Με ορισμένες εξαιρέσεις, οι διατάξεις περί ανταγωνισμού ισχύουν και για τις δημόσιες επιχειρήσεις, τις δημόσιες υπηρεσίες και τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας.

Νομική βάση

  • Τα άρθρα 101 έως 109 της ΣΛΕΕ και το πρωτόκολλο αριθ. 27 σχετικά με την εσωτερική αγορά και τον ανταγωνισμό, τα οποία διασαφηνίζουν ότι η μη νόθευση του ανταγωνισμού αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της εσωτερικής αγοράς, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση·
  • ο κανονισμός συγκεντρώσεων (κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου) και οι εκτελεστικές διατάξεις του (κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 802/2004 της Επιτροπής)·
  • τα άρθρα 37, 106 και 345 της ΣΛΕΕ, όσον αφορά τις δημόσιες επιχειρήσεις, καθώς και τα άρθρα 14, 59, 93, 106, 107, 108 και 114 της ΣΛΕΕ, όσον αφορά τις δημόσιες υπηρεσίες, τις υπηρεσίες γενικού συμφέροντος και τις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος· το πρωτόκολλο αριθ. 26 σχετικά με τις υπηρεσίες γενικού συμφέροντος· το άρθρο 36 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στόχοι

Ο θεμελιώδης στόχος των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ είναι η διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς. Ο αποτελεσματικός ανταγωνισμός επιτρέπει στις επιχειρήσεις να ανταγωνίζονται επί ίσοις όροις σε όλα τα κράτη μέλη, ενώ παράλληλα τις ενθαρρύνει να προσπαθούν διαρκώς να προσφέρουν τα καλύτερα προϊόντα στις καλύτερες δυνατές τιμές για τους καταναλωτές. Τούτο, με τη σειρά του, αποτελεί κινητήρια δύναμη για την καινοτομία και τη μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη. Η πολιτική ανταγωνισμού αποτελεί, επομένως, βασικό εργαλείο για την υλοποίηση μιας ελεύθερης και δυναμικής εσωτερικής αγοράς και την προώθηση της γενικότερης οικονομικής ευημερίας. Η πολιτική ανταγωνισμού της ΕΕ εφαρμόζεται επίσης σε επιχειρήσεις εκτός ΕΕ που δραστηριοποιούνται στην εσωτερική αγορά.

Οι κοινωνικές, οικονομικές, γεωπολιτικές και τεχνολογικές αλλαγές θέτουν συνεχώς νέες προκλήσεις για την πολιτική ανταγωνισμού της ΕΕ. Αυτές οι νέες εξελίξεις υποχρεώνουν τους υπευθύνους χάραξης πολιτικής να αξιολογούν κατά πόσον η τρέχουσα εργαλειοθήκη της πολιτικής ανταγωνισμού εξακολουθεί να παρέχει αποτελεσματικά εργαλεία για την επίτευξη του πρωταρχικού της στόχου ή χρειάζεται προσαρμογή. Η Επιτροπή έχει δρομολογήσει συνολική επανεξέταση των κανόνων της ΕΕ για την αντιμονοπωλιακή νομοθεσία, τις συγχωνεύσεις και τις κρατικές ενισχύσεις[1]. Επιπλέον, λόγω της πανδημίας COVID-19, οι επιχειρήσεις, οι καταναλωτές και εν γένει η οικονομία αντιμετώπισαν ιδιαίτερες προκλήσεις. Χρειάστηκε να ληφθεί μια σειρά μέτρων όσον αφορά τον ανταγωνισμό, ώστε να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά οι εν λόγω προκλήσεις.

Τον Νοέμβριο του 2021 η Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση σχετικά με μια πολιτική ανταγωνισμού κατάλληλη για νέες προκλήσεις, στην οποία συνοψίζονται τα βασικά στοιχεία της εν εξελίξει επανεξέτασης της πολιτικής ανταγωνισμού. Επιπλέον, επισημαίνεται ο τρόπος με τον οποίο η επανεξέταση της πολιτικής συμβάλλει στην προώθηση της ανάκαμψης της ΕΕ μετά την πανδημία και στη δημιουργία μιας πιο ανθεκτικής εσωτερικής αγοράς· στην προώθηση της εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας· και στην επιτάχυνση της ψηφιακής μετάβασης. Σε μια ολοένα και περισσότερο ψηφιοποιημένη οικονομία, έχουν καταστεί απαραίτητα νέα εργαλεία αφενός για την αντιμετώπιση των αναδυόμενων προκλήσεων, αφετέρου για τη συμπλήρωση της υφιστάμενης εργαλειοθήκης της πολιτικής ανταγωνισμού με άλλα μέτρα. Η νέα πράξη για τις ψηφιακές αγορές, η οποία οριστικοποιήθηκε από τους συννομοθέτες τον Σεπτέμβριο του 2022, έχει ως στόχο να διατηρήσει τις ψηφιακές αγορές δίκαιες και διεκδικήσιμες, ενώ εισάγει εκ των προτέρων ρύθμιση για τις λεγόμενες επιγραμμικές πλατφόρμες ρυθμιστών της πρόσβασης. Προκειμένου να ενισχυθεί η στρατηγική αυτονομία της ΕΕ σε παγκόσμιο πλαίσιο, βρίσκονται σε εξέλιξη ορισμένες άλλες πρωτοβουλίες, όπως για παράδειγμα o επικείμενος κανονισμός για την αντιμετώπιση πιθανών στρεβλωτικών επιπτώσεων των ξένων επιδοτήσεων στην ενιαία αγορά και ο προτεινόμενος μηχανισμός συνοριακής προσαρμογής άνθρακα στην ΕΕ.

Εργαλεία της πολιτικής ανταγωνισμού

Σε γενικές γραμμές, η εργαλειοθήκη της πολιτικής ανταγωνισμού της ΕΕ περιλαμβάνει κανόνες σχετικά με την αντιμονοπωλιακή νομοθεσία, τον έλεγχο των συγκεντρώσεων, τις κρατικές ενισχύσεις και τις δημόσιες επιχειρήσεις και υπηρεσίες. Το σκέλος της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας αποσκοπεί στην αποκατάσταση των συνθηκών ανταγωνισμού, εάν οι αθέμιτες συμπεριφορές των επιχειρήσεων (π.χ. δημιουργία καρτέλ ή κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης) προκαλούν στρεβλώσεις. Το σκέλος των εργαλείων της πολιτικής ανταγωνισμού που αφορά τα προληπτικά μέτρα περιλαμβάνει τον έλεγχο των συγκεντρώσεων και τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις. Σκοπός του ελέγχου των συγκεντρώσεων είναι να προληφθούν πιθανές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού αξιολογώντας εκ των προτέρων εάν μια πιθανή συγκέντρωση ή εξαγορά θα μπορούσε να έχει αντίκτυπο περιοριστικό του ανταγωνισμού. Οι κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις αποσκοπούν στην πρόληψη της αδικαιολόγητης κρατικής παρέμβασης, όταν η προτιμησιακή μεταχείριση συγκεκριμένων επιχειρήσεων ή τομέων στρεβλώνει, ή ενδέχεται να στρεβλώσει, τον ανταγωνισμό και επηρεάζει αρνητικά το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Οι υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος (ΥΓΟΣ) έχουν ιδιαίτερη σημασία για τους καταναλωτές και υπόκεινται σε ειδικούς κανόνες στο πλαίσιο των κρατικών ενισχύσεων, με σκοπό την προώθηση της κοινωνικής και εδαφικής συνοχής, του υψηλού επιπέδου ποιότητας, της ασφάλειας, της οικονομικής προσιτότητας και της ίσης μεταχείρισης.

A. Πλήρης απαγόρευση των περιοριστικών του ανταγωνισμού συμφωνιών (άρθρο 101 της ΣΛΕΕ)

Εάν, αντί να ανταγωνίζονται μεταξύ τους, οι εταιρείες συμφωνούσαν να μειώσουν τον ανταγωνισμό, κάτι τέτοιο θα στρέβλωνε τους ίσους όρους ανταγωνισμού και, με τη σειρά του, θα προκαλούσε ζημία στους καταναλωτές και σε άλλες επιχειρήσεις. Για τον λόγο αυτόν, απαγορεύονται και είναι αυτοδικαίως άκυρες όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων οι οποίες έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την στρέβλωση του ανταγωνισμού και οι οποίες δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Κάτι τέτοιο περιλαμβάνει, για παράδειγμα, ρητές συμφωνίες (όπως αυτές των καρτέλ) και εναρμονισμένες πρακτικές για τον καθορισμό των τιμών ή τον περιορισμό της παραγωγής, ή τη διαίρεση της αγοράς μεταξύ των εταιρειών (οι λεγόμενες και ρήτρες εδαφικής προστασίας). Αυτά τα είδη συμφωνιών θεωρείται σε κάθε περίπτωση ότι βλάπτουν τον ανταγωνισμό και συνεπώς απαγορεύονται χωρίς εξαίρεση.

Ωστόσο, άλλα είδη συμφωνιών μπορεί να εξαιρούνται, εάν συμβάλλουν στη βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής εμπορευμάτων ή στην προώθηση της τεχνικής ή οικονομικής προόδου. Για παράδειγμα, οι συμφωνίες για τον επιμερισμό του κόστους ή του κινδύνου μεταξύ των εταιρειών ή για την επιτάχυνση της καινοτομίας μέσω της συνεργασίας στην έρευνα και την ανάπτυξη θα μπορούσαν να αποφέρουν σημαντικά οικονομικά οφέλη. Για τη χορήγηση ανάλογων εξαιρέσεων θα πρέπει οι καταναλωτές να λαμβάνουν ένα δίκαιο τμήμα από το όφελος που προκύπτει, ενώ οι συμφωνίες δεν θα επιβάλλουν περιττούς περιορισμούς ή δεν θα αποσκοπούν στην κατάργηση του ανταγωνισμού επί σημαντικού τμήματος των προϊόντων που αφορούν. Αντί να χορηγούνται κατά περίπτωση, οι εξαιρέσεις αυτές διέπονται συνήθως από τους κανονισμούς απαλλαγής κατά κατηγορία.

Οι κανονισμοί αυτοί καλύπτουν ομάδες παρόμοιων, ειδικών συμφωνιών οι οποίες έχουν συνήθως συγκρίσιμες επιπτώσεις στον ανταγωνισμό. Τον Μάιο του 2022, η Επιτροπή εξέδωσε τον νέο κανονισμό απαλλαγής κατά κατηγορία των κάθετων συμφωνιών, μετά από αξιολόγηση και επανεξέταση των κανόνων του 2010. Η Επιτροπή επανεξετάζει επίσης τους δύο οριζόντιους κανονισμούς απαλλαγής κατά κατηγορία σε συνδυασμό με τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές. Στόχος της επανεξέτασης είναι να καθοριστεί κατά πόσον οι κανονισμοί αυτοί εξακολουθούν να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις εξελίξεις της αγοράς και αν εξακολουθούν να είναι κατάλληλοι για τον επιδιωκόμενο σκοπό.

Επιπλέον, ορισμένες συμφωνίες δεν θεωρούνται παραβάσεις εάν είναι ήσσονος σημασίας και έχουν μικρό αντίκτυπο στην αγορά (αρχή de minimis), ακόμη και αν δεν πληρούν τις προϋποθέσεις απαλλαγής βάσει του άρθρου 101 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ (οι λεγόμενες συμφωνίες ήσσονος σημασίας). Τέτοιες συμφωνίες θεωρούνται συχνά χρήσιμες για τη συνεργασία μεταξύ των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων. Ωστόσο, οι συμφωνίες που έχουν ως σκοπό τον περιορισμό του ανταγωνισμού δεν μπορεί να θεωρούνται ήσσονος σημασίας.

B. Απαγόρευση καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης (άρθρο 102 της ΣΛΕΕ)

Εάν μια επιχείρηση που κατέχει θέση ισχύος («δεσπόζουσα θέση») σε μια συγκεκριμένη αγορά προβαίνει σε καταχρηστική εκμετάλλευση της θέσης αυτής (π.χ. χρεώνοντας τους πελάτες της υπερβολικά υψηλές τιμές), θα ζημίωνε εξίσου τους καταναλωτές και τους ανταγωνιστές. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η εν λόγω συμπεριφορά απαγορεύεται βάσει της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού της ΕΕ. Μία από τις σημαντικότερες περιπτώσεις κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης κορυφώθηκε με την έκδοση της απόφασης κατά της Microsoft το 2004. Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η Microsoft είχε καταχραστεί τη δεσπόζουσα θέση της σε λειτουργικά συστήματα για προσωπικούς υπολογιστές, παρακρατώντας κρίσιμες πληροφορίες διαλειτουργικότητας από τους ανταγωνιστές της, πράγμα που σημαίνει ότι οι πάροχοι ανταγωνιστικών λειτουργικών συστημάτων δεν ήταν σε θέση να ανταγωνιστούν αποτελεσματικά.

Ως δεσπόζουσα θέση νοείται η «θέση οικονομικής ισχύος που κατέχει μια επιχείρηση, που της επιτρέπει να εμποδίζει τη διατήρηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην οικεία αγορά και της προσφέρει, σε σημαντικό βαθμό, τη δυνατότητα ανεξάρτητης, έναντι των ανταγωνιστών της, των πελατών της και τελικά των καταναλωτών, συμπεριφοράς»[2]. Η δεσπόζουσα θέση, σύμφωνα με το Δικαστήριο της της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αξιολογείται σε σχέση με το σύνολο ή σημαντικό τμήμα της εσωτερικής αγοράς. Το μέγεθος της αγοράς που λαμβάνεται υπόψη εξαρτάται από τη φύση των προϊόντων, την ύπαρξη εναλλακτικών προϊόντων, καθώς και την συμπεριφορά και την προθυμία των καταναλωτών να επιλέξουν εναλλακτικά προϊόντα. Τον Ιούλιο του 2021, η Επιτροπή επανεξέτασεδιεξοδικά την προσέγγισή της όσον αφορά τον ορισμό της έννοιας της σχετικής αγοράς.

Η δεσπόζουσα θέση δεν συνιστά από μόνη της παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού της ΕΕ, και οι κάτοχοι τέτοιων θέσεων επιτρέπεται να ανταγωνίζονται σε αξιοκρατική βάση, όπως κάθε άλλη επιχείρηση. Ωστόσο, η δεσπόζουσα θέση εκχωρεί σε μια επιχείρηση την ειδική ευθύνη να διασφαλίζει ότι η συμπεριφορά της δεν στρεβλώνει τον ανταγωνισμό. Αυτό σημαίνει ότι η ίδια συμπεριφορά, αν ασκείται από επιχείρηση που δεν κατέχει δεσπόζουσα θέση, δεν είναι κατ’ ανάγκη παράνομη. Παραδείγματα συμπεριφοράς που θα ισοδυναμούσαν με κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης περιλαμβάνουν τον καθορισμό τιμών σε επίπεδο κάτω του κόστους (θήρευση), τη χρέωση υπερβολικών τιμών, τις πρακτικές δέσμευσης και ομαδικής πώλησης, και την άρνηση συνεργασίας με ορισμένους ομολόγους. Το άρθρο 102 της ΣΛΕΕ περιέχει έναν μη εξαντλητικό κατάλογο καταχρηστικών πρακτικών.

Επιπλέον, η νέα πράξη για τις ψηφιακές αγορές καθορίζει ειδικές υποχρεώσεις για τις λεγόμενες επιγραμμικές πλατφόρμες ρυθμιστών της πρόσβασης. Η Επιτροπή θα ορίσει τέτοιου είδους οντότητες, εάν αυτές έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην εσωτερική αγορά· εάν παρέχουν βασική υπηρεσία πλατφόρμας η οποία αποτελεί σημαντική πύλη για να συνδέονται οι επιχειρηματικοί χρήστες με τελικούς χρήστες· και εάν κατέχουν παγιωμένη και σταθερή θέση στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων τους, ή αναμένεται ότι θα κατέχουν τέτοια θέση στο εγγύς μέλλον. Ως εκ τούτου, δεν είναι απαραίτητο να διαπιστωθεί ότι η εταιρεία κατέχει δεσπόζουσα θέση. Οι αρχές επιβολής του νόμου δεν χρειάζεται να καθορίσουν τη σχετική αγορά, ούτε να εξετάσουν τη θέση των εταιρειών στην αγορά ή τις επιπτώσεις της συμπεριφοράς στην ευημερία των καταναλωτών. Μόλις οριστούν ως ρυθμιστές της πρόσβασης, οι οντότητες θα πρέπει να συμμορφώνονται με ορισμένες υποχρεώσεις ή απαγορεύσεις όσον αφορά ορισμένες συμπεριφορές, όπως προβλέπεται στη νομοθεσία (όπως η αυτοπροτίμηση, η προεγκατάσταση και η δεσμευμένη πώληση ορισμένων προϊόντων λογισμικού κ.λπ.). Οι εν λόγω υποχρεώσεις είναι συμπληρωματικές των γενικών κανόνων ανταγωνισμού, οι οποίοι εξακολουθούν να ισχύουν.

C. Έλεγχος των συγκεντρώσεων

Οι συγκεντρώσεις ή οι εξαγορές μπορούν να είναι επωφελείς για τις επιχειρήσεις και την οικονομία στο σύνολό της, καθώς μπορούν να οδηγήσουν σε βελτίωση της αποτελεσματικότητας, σε συνέργειες και σε οικονομίες κλίμακας. Ωστόσο, εάν έχουν συνέπεια την ενίσχυση της ισχύος στην αγορά ή την αύξηση της συγκέντρωσης στην αγορά, μπορούν επίσης να αποδυναμώσουν τον ανταγωνισμό. Πρόκειται για τον λόγο για τον οποίο ορισμένες συγκεντρώσεις και εξαγορές πρέπει να εξετάζονται και να μην ολοκληρώνονται προτού λάβουν άδεια.

Σύμφωνα με τον κοινοτικό κανονισμό συγκεντρώσεων (αριθ. 139/2004), οι συγκεντρώσεις που ενδέχεται να παρακωλύουν σημαντικά τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό στην κοινή αγορά ή σε σημαντικό τμήμα της, ιδίως ως αποτέλεσμα της δημιουργίας ή της ενίσχυσης μια δεσπόζουσας θέσης, κηρύσσονται ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά (άρθρο 2 παράγραφος 3). Η Επιτροπή πρέπει να ενημερώνεται σχετικά με τις σχεδιαζόμενες συγκεντρώσεις, εάν η προκύπτουσα επιχείρηση υπερβαίνει ορισμένα όρια (οι αποκαλούμενες «συγκεντρώσεις κοινοτικών διαστάσεων»). Κάτω από τα όρια αυτά, οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού μπορούν να εξετάζουν τις συγκεντρώσεις. Οι κανόνες για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων ισχύουν και για εταιρείες που εδρεύουν εκτός ΕΕ, εφόσον αυτές δραστηριοποιούνται στην εσωτερική αγορά.

Η διαδικασία εξέτασης ενεργοποιείται όταν αποκτάται έλεγχος επί άλλων επιχειρήσεων (άρθρο 3 παράγραφος 1). Μετά την αξιολόγηση των πιθανών επιπτώσεων της συγκέντρωσης στον ανταγωνισμό, η Επιτροπή μπορεί να την εγκρίνει ή να την απορρίψει, ή μπορεί να χορηγήσει έγκριση, η οποία υπόκειται σε ορισμένους όρους και υποχρεώσεις (άρθρο 8). Δεν πραγματοποιείται συστηματικός και εκ των υστέρων έλεγχος ούτε διαχωρισμός συνδεδεμένων επιχειρήσεων.

Το 2014 η Επιτροπή πραγματοποίησε διαβούλευση για πιθανές τροποποιήσεις στους κανόνες της ΕΕ περί συγκεντρώσεων που είχε στόχο τη βελτίωση της συνδυασμένης αποτελεσματικότητας μεταξύ των κανόνων σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο. Ακολούθησε αξιολόγηση ορισμένων πτυχών του ελέγχου των συγκεντρώσεων στην ΕΕ, η οποία ξεκίνησε το 2016 και τα πορίσματά της δημοσιεύθηκαν τον Μάρτιο του 2021. Κατόπιν της εν λόγω επανεξέτασης, η Επιτροπή τροποποιεί τον εκτελεστικό κανονισμό για τις συγκεντρώσεις και την ανακοίνωση σχετικά με την απλοποιημένη διαδικασία, με σκοπό να τεθούν σε ισχύ οι νέοι κανόνες το 2023.

D. Απαγόρευση κρατικών ενισχύσεων (άρθρο 107 της ΣΛΕΕ)

Το άρθρο 107 της ΣΛΕΕ περιέχει γενική απαγόρευση των κρατικών ενισχύσεων, προκειμένου να αποφευχθούν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά που θα μπορούσαν να προκύψουν από τη χορήγηση επιλεκτικών πλεονεκτημάτων σε ορισμένες επιχειρήσεις. Απαγορεύονται όλες οι άμεσες ενισχύσεις που χορηγούνται από τα κράτη μέλη (π.χ. μη επιστρεφόμενες επιδοτήσεις, δάνεια με ευνοϊκούς όρους, φορολογικές απαλλαγές, εισφοροαπαλλαγές, εγγυήσεις δανείων). Απαγορεύονται επίσης οποιαδήποτε άλλα πλεονεκτήματα που χορηγούνται ως προτιμησιακή μεταχείριση σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις ή τομείς δραστηριότητας που στρεβλώνουν, ή ενδέχεται να στρεβλώσουν, τον ανταγωνισμό και επηρεάζουν αρνητικά το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.

Η ΣΛΕΕ αφήνει περιθώρια για τη χορήγηση ορισμένων εξαιρέσεων από την εν λόγω γενική απαγόρευση, εφόσον μπορούν να δικαιολογηθούν από συγκεκριμένους γενικούς στόχους πολιτικής, για παράδειγμα αντιμετώπιση σοβαρών οικονομικών διαταραχών, ή για λόγους κοινού ευρωπαϊκού συμφέροντος. Πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί το προσωρινό πλαίσιο για τη λήψη μέτρων σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις με σκοπό τη στήριξη της οικονομίας κατά τη διάρκεια της επιδημιολογικής έξαρσης COVID-19. Το εν λόγω πλαίσιο θεσπίστηκε για την αντιμετώπιση σοβαρών οικονομικών διαταραχών που προκάλεσε η πανδημία και επί του παρόντος σταδιακά καταργείται. Πιο πρόσφατα, τον Μάρτιο του 2022, η Επιτροπή ενέκρινε προσωρινό πλαίσιο αντιμετώπισης της κρίσης, το οποίο έκτοτε διευρύνθηκε περαιτέρω, επιτρέποντας στα κράτη μέλη να χρησιμοποιούν την ευελιξία που προβλέπεται από τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις για τη στήριξη της οικονομίας στο πλαίσιο της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Στο παρελθόν είχαν ληφθεί παρόμοια μέτρα στο πλαίσιο της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης [3] για την πρόληψη σοβαρών αρνητικών δευτερογενών επιπτώσεων για ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα λόγω της πτώχευσης ενός μεμονωμένου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος.

Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να κοινοποιούν στην Επιτροπή κάθε σχεδιαζόμενη κρατική ενίσχυση, εκτός εάν καλύπτονται από γενική απαλλαγή κατά κατηγορία (όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 651/2014 της Επιτροπής) ή εφαρμόζεται η αρχή de minimis. Το μέτρο κρατικής ενίσχυσης μπορεί να εφαρμοστεί μόνο εάν η Επιτροπή έχει χορηγήσει έγκριση. Η Επιτροπή έχει επίσης την εξουσία να ανακτά ασυμβίβαστες κρατικές ενισχύσεις. Σε μια σειρά αποφάσεών της, η Επιτροπή έκρινε ότι η προτιμησιακή φορολογική μεταχείριση ορισμένων μεμονωμένων επιχειρήσεων σε κράτη μέλη συνιστά απαγορευμένη κρατική ενίσχυση που πρέπει να ανακτηθεί. Για παράδειγμα, το 2016 η Επιτροπή συνέστησε στην Ιρλανδία να ζητήσει την καταβολή από την Apple φόρων ύψους 13 δισεκατομμυρίων EUR. Η έκβαση της σχετικής δικαστικής υπόθεσης εκκρεμεί.

Το 2021 και το 2022, η Επιτροπή ολοκλήρωσε μια σειρά επισκοπήσεων σχετικά με διάφορες πτυχές της πολιτικής της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις. Σε αυτές περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι νέες κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στους τομείς του κλίματος, της προστασίας του περιβάλλοντος και της ενέργειας (CEEAG), η αναθεωρημένη ανακοίνωση σχετικά με τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων για σημαντικά έργα κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος και οι αναθεωρημένες κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις για την προώθηση των επενδύσεων χρηματοδότησης επιχειρηματικού κινδύνου.

E. Δημόσιες υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος (ΥΓΟΣ)

Σε κάποια κράτη μέλη, ορισμένες βασικές υπηρεσίες (π.χ. ηλεκτρισμός, ταχυδρομεία και σιδηροδρομικές μεταφορές) εξακολουθούν να παρέχονται από δημόσιες επιχειρήσεις ή από επιχειρήσεις που ελέγχονται από δημόσιες αρχές. Οι υπηρεσίες αυτές θεωρούνται ΥΓΟΣ και υπόκεινται σε ειδικούς κανόνες εντός του πλαισίου της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις. Οι ΥΓΟΣ είναι οικονομικές δραστηριότητες ιδιαίτερης σημασίας για τους καταναλωτές και οι οποίες δεν θα μπορούσαν να παράγονται μόνο από τις δυνάμεις της αγοράς, τουλάχιστον όχι με τη μορφή μιας οικονομικά προσιτής υπηρεσίας, χωρίς διακρίσεις, για όλους. Η ΣΛΕΕ επισημαίνει τη σημασία των υπηρεσιών αυτών, την ποικιλομορφία τους, τη μεγάλη διακριτική ευχέρεια που διαθέτουν οι εθνικές, περιφερειακές και τοπικές αρχές σχετικά, καθώς και την αρχή της καθολικής πρόσβασης. Στο άρθρο 36 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επίσης αναγνωρίζεται η πρόσβαση των πολιτών της Ένωσης στις ΥΓΟΣ, με σκοπό την προώθηση της κοινωνικής και εδαφικής συνοχής της Ένωσης.

Επιβολή

Η αυστηρή και αποτελεσματική επιβολή των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ είναι ουσιαστικής σημασίας για τη διασφάλιση της επίτευξης των στόχων της πολιτικής ανταγωνισμού. Η Επιτροπή είναι το κύριο όργανο με αρμοδιότητα τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής των κανόνων αυτών και διαθέτει ευρείες εξουσίες ελέγχου και επιβολής.

Επιπλέον, από την 1η Μαΐου 2004, στο πλαίσιο της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας (άρθρα 101 και 102 της ΣΛΕΕ), οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών έχουν αναλάβει ορισμένα καθήκοντα επιβολής της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου επέτρεψε τον ενισχυμένο ρόλο επιβολής των εθνικών αρχών ελέγχου του ανταγωνισμού και των δικαστηρίων, ο οποίος ενισχύθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2019/1. Σε ένα τέτοιο αποκεντρωμένο πλαίσιο επιβολής, ο αποτελεσματικός συντονισμός μεταξύ των εθνικών και των ευρωπαϊκών αρχών επιβολής του ανταγωνισμού είναι καίριας σημασίας. Επομένως, το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ανταγωνισμού, που αποτελείται από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού και την Επιτροπή, χρησιμεύει ως πλατφόρμα για την ανταλλαγή πληροφοριών με στόχο τη βελτίωση του συντονισμού κατά την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού.

Στον τομέα της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας, η οδηγία για τις αγωγές αποζημίωσης εκδόθηκε το 2014 για να ενισχύσει το αποτρεπτικό αποτέλεσμα έναντι απαγορευμένων συμφωνιών (καρτέλ και κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης) και να παράσχει καλύτερη προστασία στους καταναλωτές. Διευκολύνει τη διαδικασία για την αποκατάσταση της ζημίας που προκαλείται στους πολίτες ή σε άλλες επιχειρήσεις από παραβίαση της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού.

Ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Όσον αφορά την πολιτική ανταγωνισμού, ο κυριότερος ρόλος του Κοινοβουλίου είναι ο έλεγχος της εκτελεστικής εξουσίας. Ο Επίτροπος Ανταγωνισμού εμφανίζεται περισσότερες από μία φορά κατά τη διάρκεια του έτους, ενώπιον της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (ECON) του Κοινοβουλίου, προκειμένου να εξηγήσει τη στρατηγική του και να συζητήσει μεμονωμένες αποφάσεις.

Όσον αφορά τη θέσπιση νομοθεσίας για την πολιτική ανταγωνισμού, το Κοινοβούλιο συμμετέχει συνήθως μόνο μέσω της διαδικασίας διαβούλευσης. Η επιρροή που διαθέτει, επομένως, είναι περιορισμένη σε σύγκριση με αυτήν της Επιτροπής και του Συμβουλίου. Το Κοινοβούλιο έχει ζητήσει επανειλημμένα, μεταξύ άλλων, στα ετήσια ψηφίσματά του σχετικά με την ετήσια έκθεση της Επιτροπής για την πολιτική ανταγωνισμού, την επέκταση της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας ώστε να καλύπτει και το δίκαιο του ανταγωνισμού.

Μάλιστα, πιο πρόσφατα, η συνήθης νομοθετική διαδικασία εφαρμόστηκε για την έκδοση των προαναφερθεισών οδηγιών σχετικά με τις αγωγές αποζημίωσης και με τα μέτρα ενίσχυσης των εθνικών αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, το Κοινοβούλιο ενήργησε ως συννομοθέτης (με την ECON ως αρμόδια επί της ουσίας επιτροπή).

Κατά τη διάρκεια της όγδοης νομοθετικής περιόδου, η ειδική επιτροπή σχετικά με τις φορολογικές αποφάσεις τύπου «tax ruling» και άλλα μέτρα παρόμοιου χαρακτήρα ή αποτελέσματος (TAXE 1, TAXΕ 2, TAXΕ 3) εξέτασε τα μέτρα που λήφθηκαν προκειμένου να αξιολογήσει τη συμβατότητα των φορολογικών αποφάσεων στα κράτη μέλη με τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων και τη σκοπιμότητα της περαιτέρω αποσαφήνισης των κανόνων για την αμοιβαία ανταλλαγή πληροφοριών. Τον Σεπτέμβριο του 2020 συστάθηκε η Υποεπιτροπή Φορολογικών Θεμάτων (FISC) για να συνεχίσει το έργο αυτό και να διασφαλίσει ότι το Κοινοβούλιο προωθεί τη δίκαιη φορολόγηση σε εθνικό, ενωσιακό και παγκόσμιο επίπεδο.

Το Κοινοβούλιο εξακολουθεί να παρακολουθεί τις εξελίξεις στην πολιτική ανταγωνισμού και τις εργασίες της Επιτροπής στον τομέα αυτό. Η ειδική ομάδα εργασίας της επιτροπής ECON για την πολιτική ανταγωνισμού και τα ετήσια ψηφίσματα του Κοινοβουλίου σχετικά με την ετήσια έκθεση της Επιτροπής για την πολιτική ανταγωνισμού παρέχουν πολιτική συμβολή και καθοδήγηση όσον αφορά την άποψη του Κοινοβουλίου για την αντιμετώπιση των προκλήσεων της πολιτικής ανταγωνισμού στην ΕΕ.

 

[2]Απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Φεβρουαρίου 1978, στην υπόθεση 27/76, United Brands Company and United Brands Continentaal BV κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ECLI:EU:C:1978:22.
[3]Βλ. για παράδειγμα την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή, μετά την 1η Αυγούστου 2013, των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων στα μέτρα στήριξης των τραπεζών στο πλαίσιο της χρηματοπιστωτικής κρίσης («Τραπεζική ανακοίνωση»), ΕΕ C 216 της 30.7.2013, σ. 1. Είχαν προηγηθεί έξι ακόμη ανακοινώσεις για την εξέταση περαιτέρω μέτρων κρατικών ενισχύσεων στο πλαίσιο της κρίσης («ανακοινώσεις σχετικά με την κρίση»).

Radostina Parenti