Ερωτήσεις που υποβάλλονται συχνά στο Γραφείο του Εκπροσώπου Τύπου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου 

 

Πώς εργάζονται οι ευρωβουλευτές; Ποιος είναι ο ρόλος του Κοινοβουλίου στην εποπτεία του προϋπολογισμού της ΕΕ; Πώς σχηματίζονται οι πολιτικές ομάδες; Στη σελίδα αυτή θα βρείτε απαντήσεις στις πιο πάνω αλλά και σε άλλες συχνές ερωτήσεις σχετικά με το Κοινοβούλιο.

 

Οι ενότητες που ακολουθούν περιέχουν γενικές πληροφορίες σχετικά με την καθημερινή λειτουργία του Κοινοβουλίου, τις Ευρωεκλογές, το έργο των βουλευτών και πολλά άλλα θέματα. Η σελίδα των συχνών ερωταπαντήσεων ενημερώνεται τακτικά ώστε να περιλαμβάνει επίκαιρα θέματα για τα ΜΜΕ. Κάθε ενότητα περιέχει συνδέσμους για σελίδες με περαιτέρω πληροφορίες που μπορείτε να βρείτε στον ιστότοπο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

 

Σε περίπτωση που έχετε πρόσθετες ερωτήσεις, παρακαλείστε να επικοινωνήσετε με την Μονάδα Εκπροσώπου Τύπου του ΕΚ.

 

Εάν οι ερωτήσεις σας αφορούν το έργο των επιτροπών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, παρακαλείστε να επικοινωνήσετε με την Υπηρεσία Τύπου.

 

Στοιχεία επικοινωνίας της Μονάδας Εκπροσώπου Τύπου και της Υπηρεσίας Τύπου

Από το 1979 που πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες απευθείας εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, oι ευρωπαϊκές εκλογές διεξάγονται κάθε πέντε έτη. To 2019, οι εκλογές διεξήχθησαν μεταξύ 23 και 26 Μαΐου 2019.

 

Κάθε κράτος μέλος δικαιούται να εκλέξει συγκεκριμένο αριθμό μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Ο αριθμός των ευρωβουλευτών κυμαίνεται από έξι για τις μικρότερες χώρες όπως η Μάλτα, το Λουξεμβούργο, η Κύπρος και η Εσθονία, έως 96 για την Γερμανία, τη μεγαλύτερη πληθυσμιακά χώρα. Το Κοινοβούλιο έχει συνολικά 705 μέλη που εκπροσωπούν όλες τις χώρες της ΕΕ. Το Μάιο του 2019 εξελέγησαν 751 ευρωβουλευτές, ο αριθμός των εδρών όμως μειώθηκε σε 705 μετά τις ανακατατάξεις που προξένησε η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου το Φεβρουάριο του 2020. Η μείωση αυτή αφήνει περιθώριο για την προσθήκη νέων ευρωβουλευτών σε μελλοντικές διευρύνσεις της Ένωσης, ενώ κάποιες από τις έδρες που άφησε κενές το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν ανακατανεμηθεί σε χώρες που δεν εκπροσωπούνταν επαρκώς βάσει του σχετικού τους πληθυσμιακού μεγέθους.

 

Η κατανομή των εδρών καθορίζεται στις Συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι μεγαλύτερες σε πληθυσμό χώρες έχουν περισσότερες έδρες από τις μικρότερες, αλλά η εφαρμοζόμενη αρχή της «φθίνουσας αναλογικότητας» σημαίνει ότι στις μικρότερες αναλογούν περισσότερες κατά κεφαλή έδρες

 

Οι κανόνες των ευρωπαϊκών εκλογών σε μεγάλο βαθμό καθορίζονται από τις εθνικές εκλογικές νομοθεσίες και παραδόσεις, αλλά υπάρχουν και κοινοί κανόνες της ΕΕ που ορίζονται στην Εκλογική Πράξη του 1976.

Μετά τις εκλογές, οι ευρωβουλευτές συνήθως εντάσσονται σε υφιστάμενες πολιτικές ομάδες ή σχηματίζουν καινούριες. Στις ομάδες αυτές συμμετέχουν ευρωβουλευτές από διαφορετικά κράτη μέλη με γνώμονα τις παραπλήσιες πολιτικές τους πεποιθήσεις. Ομάδες μπορούν να σχηματιστούν και αργότερα κατά τη διάρκεια της θητείας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν επτά πολιτικές ομάδες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

 

Για να αναγνωρισθεί επίσημα μια πολιτική ομάδα, η κάθε ομάδα πρέπει να απαρτίζεται από εικοσιπέντε ευρωβουλευτές το λιγότερο, εκλεγόμενους στο ένα τέταρτο τουλάχιστον των κρατών μελών (δηλαδή τουλάχιστον σε επτά κράτη μέλη). Οι βουλευτές μπορούν να ανήκουν μόνο σε μία πολιτική ομάδα ή και να μην ανήκουν σε καμία, περίπτωση στην οποία αποκαλούνται «μη εγγεγραμμένοι» ευρωβουλευτές.

 

Για τη συγκρότηση μιας πολιτικής ομάδας πρέπει να κοινοποιηθεί στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου το όνομά της, τα μέλη της και η ηγεσία της.

 

Με τη συγκρότηση μιας πολιτικής ομάδας, οι ευρωβουλευτές αποδέχονται εξ ορισμού ότι υπάρχει πολιτική συγγένεια μεταξύ τους. Το Κοινοβούλιο δεν αξιολογεί συνήθως την πολιτική συγγένεια μεταξύ των μελών πολιτικής ομάδας, παρά μόνο όταν οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι ευρωβουλευτές αρνούνται την ύπαρξη πολιτικής συγγένειας παρεμβαίνει το Κοινοβούλιο και αξιολογεί κατά πόσο η συγκρότηση της ομάδας έγινε σύμφωνα με τους κανόνες.

Οι πολιτικές ομάδες μπορούν να απασχολούν προσωπικό και τους παρέχονται γραφεία που χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό του Κοινοβουλίου. Το Προεδρείο του Κοινοβουλίου καθορίζει κανόνες για τον τρόπο διαχείρισης και ελέγχου των εν λόγω κονδυλίων και εγκαταστάσεων. Τα χρήματα που διατίθενται σε ομάδες προορίζονται για την κάλυψη του διοικητικού και επιχειρησιακού κόστους του προσωπικού της ομάδας, καθώς και των εξόδων που προκύπτουν από πολιτικές και ενημερωτικές εκστρατείες που συνδέονται με την ΕΕ.


Ο προϋπολογισμός δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη χρηματοδότηση οποιασδήποτε μορφής ευρωπαϊκής, εθνικής, περιφερειακής ή τοπικής εκλογικής εκστρατείας ή για τη χρηματοδότηση πολιτικών κομμάτων σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο ή των εξαρτώμενων οργάνων τους.

 

Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, δεν εντάσσονται όλοι οι ευρωβουλευτές σε κάποια πολιτική ομάδα. Αυτοί ονομάζονται «μη εγγεγραμμένοι» και έχουν δικαίωμα σε προσωπικό και άλλα δικαιώματα σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται από το Προεδρείο.

 απόφαση σχετικά με το πως θα κατανεμηθούν στο Ημικύκλιο του ΕΚ οι έδρες των πολιτικών ομάδων, των μη εγγεγραμμένων ευρωβουλευτών και των εκπροσώπων των θεσμικών οργάνων της ΕΕ λαμβάνεται από τη Διάσκεψη των Προέδρων (δηλ. τους επικεφαλής των πολιτικών ομάδων και τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου) στην αρχή κάθε κοινοβουλευτικής περιόδου. Κατά τις προηγούμενες κοινοβουλευτικές περιόδους, οι έδρες των πολιτικών ομάδων σχημάτιζαν διάγραμμα πίτας στο Ημικύκλιο, με όλους τους επικεφαλής στην πρώτη σειρά. Οι εξαιρέσεις αφορούσαν νέες πολιτικές ομάδες που σχηματίζονταν κατά τη διάρκεια της θητείας του Σώματος.



Ursula von der Leyen  

Πολιτικά κόμματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο

 

Τι είναι τα πολιτικά κόμματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο;

Τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα είναι οργανώσεις που ακολουθούν τα πολιτικά τους προγράμματα σε περισσότερες από μία χώρες της Ευρώπης. Αποτελούνται από εθνικά κόμματα, φυσικά πρόσωπα ή και τα δύο και εγγράφονται στα μητρώα της Αρχής για τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα και τα ευρωπαϊκά πολιτικά ιδρύματα («η Αρχή»). Όπως ορίζεται στις Συνθήκες, «τα πολιτικά κόμματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο συμβάλλουν στην διαμόρφωση της ευρωπαϊκής πολιτικής συνείδησης και στην έκφραση της βούλησης των πολιτών της Ένωσης».

 

Μεταξύ των προϋποθέσεων για την αναγνώριση ενός ευρωπαϊκού πολιτικού κόμματος είναι ότι τα μέλη του πρέπει να έχουν εκπροσωπούνται τουλάχιστον στο ένα τέταρτο των κρατών μελών από βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, μέλη των εθνικών κοινοβουλίων, ή μέλη περιφερειακών κοινοβουλίων και συνελεύσεων.

 

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να ανατρέξετε στο άρθρο 10, παράγραφος 4 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στο άρθρο 224 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Πώς χρηματοδοτούνται τα πολιτικά κόμματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο;

Από τον Ιούλιο του 2004, τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα έχουν πρόσβαση σε ετήσια χρηματοδότηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με τη μορφή επιδότησης για τα λειτουργικά τους έξοδα. Αυτή μπορεί να καλύπτει έως και το 90% των δαπανών ενός κόμματος, ενώ τα υπόλοιπα έξοδά τους πρέπει να καλύπτονται από τους ίδιους πόρους του κόμματος, όπως εισφορές μελών και δωρεές. Οι νέοι κανόνες χρηματοδότησης των ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων και ιδρυμάτων εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 17 Απριλίου 2018.

 

Ποια έξοδα μπορούν να καλυφθούν από την επιδότηση και ποια όχι;

Η επιδότηση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για έξοδα που συνδέονται άμεσα με τους στόχους που τίθενται στο πολιτικό πρόγραμμα του κόμματος, όπως:

  • συνεδριάσεις και διασκέψεις,
  • δημοσιεύσεις, μελέτες και διαφημίσεις,
  • διοικητικά έξοδα, έξοδα προσωπικού και έξοδα ταξιδιού,
  • δαπάνες για εκστρατείες σε σχέση με τις ευρωεκλογές.

 

Η επιδότηση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για:

  • προεκλογικές δαπάνες για δημοψηφίσματα και εκλογές (εκτός των ευρωπαϊκών εκλογών),
  • άμεση ή έμμεση χρηματοδότηση εθνικών κομμάτων, υποψηφίων σε εκλογές και πολιτικών ιδρυμάτων τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο,
  • χρέη και δαπάνες εξυπηρέτησης χρέους.

 

 

 

Πολιτικά ιδρύματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο

 

 

Τι είναι τα πολιτικά ιδρύματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο;

Ένα πολιτικό ίδρυμα σε ευρωπαϊκό επίπεδο συνδέεται με ένα ευρωπαϊκό πολιτικό κόμμα, παρέχοντας υποστήριξη και δρώντας συμπληρωματικά ως προς τους στόχους του κόμματος. Τα ευρωπαϊκά πολιτικά ιδρύματα προβαίνουν σε αναλύσεις και συμβάλλουν στον διάλογο σχετικά με ζητήματα ευρωπαϊκής δημόσιας πολιτικής. Συμμετέχουν επίσης σε συναφείς δραστηριότητες, όπως είναι η διοργάνωση σεμιναρίων, η παροχή κατάρτισης, οι διασκέψεις και οι μελέτες.

 

Πώς χρηματοδοτούνται τα πολιτικά ιδρύματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο;

Μεταξύ Οκτωβρίου 2007 και Αυγούστου 2008, τα ιδρύματα χρηματοδοτούνταν με επιδοτήσεις δράσης που χορήγησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πλαίσιο πιλοτικού προγράμματος. Από το Σεπτέμβριο του 2008 και έπειτα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ανέλαβε την χρηματοδότησή τους και χορηγεί ετήσιες επιδοτήσεις για τη λειτουργία τους. Η επιδότηση μπορεί να καλύπτει έως και το 90% των δαπανών ενός ιδρύματος, ενώ τα υπόλοιπα έξοδα πρέπει να καλύπτονται από τους ίδιους πόρους του ιδρύματος, όπως εισφορές μελών και δωρεές.

 

Ποια έξοδα μπορούν να καλύπτονται από την επιδότηση και ποια όχι;

Η επιδότηση μπορεί να χρησιμοποιείται για την κάλυψη δαπανών οι οποίες συνδέονται άμεσα με τις δραστηριότητες που καθορίζονται στο πρόγραμμα δράσης του ιδρύματος, όπως:

  • συνεδριάσεις και διασκέψεις,
  • εκδόσεις, μελέτες και διαφημίσεις, ή
  • διοικητικά έξοδα, έξοδα προσωπικού και έξοδα ταξιδιού.

 

Η επιδότηση δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για την κάλυψη δαπανών όπως:

  • προεκλογικές δαπάνες για δημοψηφίσματα και εκλογές,
  • άμεση ή έμμεση χρηματοδότηση εθνικών κομμάτων, υποψηφίων σε εκλογές, και πολιτικών ιδρυμάτων σε εθνικό επίπεδο, ή
  • χρέη και δαπάνες εξυπηρέτησης χρέους.

 

Τι είναι η Αρχή για τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα και τα ευρωπαϊκά πολιτικά ιδρύματα;

Από το 2016 και έπειτα, η καταχώριση και ο έλεγχος των ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων και των ευρωπαϊκών πολιτικών ιδρυμάτων έχει ανατεθεί στην Αρχή για τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα και τα ευρωπαϊκά πολιτικά ιδρύματα (η «Αρχή»), η οποία μπορεί επίσης να τους επιβάλλει κυρώσεις. Η Αρχή είναι ανεξάρτητη από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Οποτεδήποτε ανακύπτουν αμφιβολίες σχετικά με την συμμόρφωση κόμματος ή ιδρύματος με τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο ή η Επιτροπή μπορούν να ζητήσουν επίσημα από την Αρχή να εξακριβώσει την κατάσταση. Πριν καταλήξει σε απόφαση σχετικά με το αν θα πρέπει να διαγράψει ή όχι ευρωπαϊκό πολιτικό κόμμα ή ευρωπαϊκό πολιτικό ίδρυμα, η Αρχή οφείλει να συμβουλευθεί επιτροπή ανεξάρτητων διακεκριμένων προσωπικοτήτων. Η Αρχή εκπροσωπείται από το Διευθυντή της, ο οποίος λαμβάνει όλες τις αποφάσεις της αρχής εξ ονόματός της.

David Sassoli  

Κατά τη διάρκεια της πρώτης συνόδου της ολομέλειας μετά τις ευρωεκλογές, το Κοινοβούλιο εκλέγει νέο ή νέα πρόεδρο, δεκατέσσερις αντιπροέδρους και πέντε κοσμήτορες.

 

Αιρετά αξιώματα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ασκούν ο πρόεδρος, οι αντιπρόεδροι και οι κοσμήτορες, καθώς και οι πρόεδροι και αντιπρόεδροι των επιτροπών και των αντιπροσωπειών. Οι θητείες ανανεώνονται ανά δυόμισι έτη, δηλαδή μία φορά στην αρχή και μία φορά στα μέσα της πενταετούς κοινοβουλευτικής περιόδου. Οι κάτοχοι των αξιωμάτων αυτών μπορούν να παραμείνουν στις θέσεις τους για δεύτερη θητεία.

 

Κατά την εκλογή του προέδρου, των αντιπροέδρων και των κοσμητόρων, πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα ώστε να είναι συνολικά δίκαιη η εκπροσώπηση των κρατών μελών και των διαφόρων πολιτικών ιδεολογιών.

 

Ποιος είναι και τι κάνει ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου;

Ο ή η πρόεδρος επιβλέπει τις δραστηριότητες του Κοινοβουλίου, προεδρεύει στις συνόδους της ολομέλειας και υπογράφει την έγκριση του ετήσιου προϋπολογισμού της ΕΕ. Εκπροσωπεί επίσης το Κοινοβούλιο στον εξωτερικό κόσμο και στις σχέσεις του με τα άλλα θεσμικά όργανα της ΕΕ.

 

Τον Ιούλιο του 2019 o David-Maria SASSOLI εξελέγη πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

 

Πώς εκλέγεται;

Η πρώτη πράξη κάθε νέου Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είναι να εκλέξει πρόεδρο. Οι υποψήφιοι και υποψήφιες για την προεδρία μπορούν να προταθούν είτε από πολιτική ομάδα είτε από τουλάχιστον 38 ευρωβουλευτές. Η εκλογή πραγματοποιείται με μυστική ψηφοφορία. Για την εκλογή προέδρου θα πρέπει μια υποψηφιότητα να εξασφαλίσει την απόλυτη πλειοψηφία επί των έγκυρων ψήφων, δηλαδή πάνω από τις μισές.

 

Αν δεν έχει εκλεγεί κανείς μετά την πρώτη ψηφοφορία, μπορούν να προταθούν για το δεύτερο γύρο οι ίδιοι ή άλλοι υποψήφιοι. Αυτό μπορεί να επαναληφθεί και σε τρίτο γύρο, πάλι με τους ίδιους κανόνες.

 

Αν ύστερα από τρεις ψηφοφορίες κανένας υποψήφιος ή καμία υποψήφια δεν έχει εκλεγεί, υποψηφιότητα στην τέταρτη ψηφοφορία μπορούν να υποβάλουν μόνο οι δύο ευρωβουλευτές οι οποίοι έλαβαν στην τρίτη ψηφοφορία το μεγαλύτερο αριθμό ψήφων. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει ο πρεσβύτερος ή η πρεσβύτερη.

 

Ποιοι είναι και τι κάνουν οι αντιπρόεδροι και οι κοσμήτορες;

Οι αντιπρόεδροι μπορούν να αναπληρώσουν τον ή την πρόεδρο, όταν αυτό είναι αναγκαίο, συμπεριλαμβανομένης της προεδρίας της ολομέλειας. Οι αντιπρόεδροι είναι, επίσης, μέλη του Προεδρείου, του οργάνου που είναι αρμόδιο για όλα τα διοικητικά και οργανωτικά θέματα του ΕΚ, καθώς και για τα θέματα προσωπικού. Οι κοσμήτορες είναι υπεύθυνοι για διοικητικής φύσης θέματα που αφορούν άμεσα τους ευρωβουλευτές.

 

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει 14 αντιπροέδρους και 5 κοσμήτορες.

 

Πώς εκλέγονται;

Οι υποψήφιοι και υποψήφιες για τις θέσεις αντιπροέδρων και κοσμητόρων μπορούν, όπως και στη διαδικασία εκλογής προέδρου, να προταθούν είτε από πολιτική ομάδα είτε από τουλάχιστον 38 ευρωβουλευτές. Η εκλογή αντιπροέδρων γίνεται με ενιαία μυστική ψηφοφορία για όλους τους υποψήφιους. Η σειρά με την οποία εκλέγονται οι υποψήφιοι και υποψήφιες βάσει των ψήφων που έλαβαν καθορίζει τη σειρά προτεραιότητάς τους.

 

Τι είναι οι πρόεδροι των πολιτικών ομάδων και πώς εκλέγονται;

Αυτή τη στιγμή υπάρχουν 7 πολιτικές ομάδες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Κάθε πολιτική ομάδα εκλέγει πρόεδρο ή προέδρους. Οι πρόεδροι των ομάδων και ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου απαρτίζουν τη Διάσκεψη των Προέδρων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

 

H Διάσκεψη των Προέδρων οργανώνει τις εργασίες και τον προγραμματισμό του νομοθετικού έργου του Κοινοβουλίου, αποφασίζει για τις αρμοδιότητες και τη σύνθεση των επιτροπών και των αντιπροσωπειών και είναι υπεύθυνη για τις σχέσεις με τα άλλα θεσμικά όργανα της ΕΕ, τα εθνικά κοινοβούλια και τις τρίτες χώρες.

 

Τι είναι οι πρόεδροι των επιτροπών πώς εκλέγονται;

Κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων για τη συγκρότησή τους σε σώμα (και των συνεδριάσεων στα μέσα της κοινοβουλευτικής περιόδου, όταν ανανεώνονται οι θητείες), οι επιτροπές του Κοινοβουλίου εκλέγουν προέδρους και αντιπροέδρους. Οι πρόεδροι και αντιπρόεδροι των επιτροπών μπορούν να επανεκλεγούν για δεύτερη θητεία στις εκλογές που λαμβάνουν χώρα στα μέσα της κοινοβουλευτικής περιόδου.

 

Κάθε επιτροπή εκλέγει το προεδρείο της, αποτελούμενο από πρόεδρο και αντιπροέδρους, με χωριστές ψηφοφορίες. Ο αριθμός των αντιπροέδρων που θα εκλεγούν καθορίζεται από την ολομέλεια του ΕΚ, μετά από πρόταση της Διάσκεψης των Προέδρων.

 

Οι μόνιμες διακοινοβουλευτικές αντιπροσωπείες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (για τις σχέσεις με κοινοβούλια τρίτων χωρών) εκλέγουν τους προέδρους και αντιπροέδρους τους με την ίδια διαδικασία.

 

Τι είναι οι συντονιστές των επιτροπών και πώς εκλέγονται;

Οι πολιτικές ομάδες εκλέγουν συντονιστές για κάθε κοινοβουλευτική επιτροπή. Κάθε συντονιστής λειτουργεί ως πολιτικός ηγέτης της ομάδας του στους κόλπους της επιτροπής. Οι συντονιστές συντονίζουν τις απόψεις της ομάδας τους επί των θεμάτων με τα οποία ασχολείται η επιτροπή και, μαζί με τον πρόεδρο και τους αντιπροέδρους, οργανώνουν τις εργασίες της επιτροπής τους.

Η εντολή των νεοεκλεγέντων ευρωβουλευτών ελέγχεται ώστε να διαπιστωθεί ότι δεν κατέχουν αξίωμα ασυμβίβαστο με την ιδιότητα του βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Τέτοιου είδους αξιώματα είναι η συμμετοχή στην κυβέρνηση ή η εκλογή στο κοινοβούλιο κράτους μέλους της ΕΕ, η ιδιότητα μέλους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Δικαστηρίου, του διοικητικού συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Οι εν ενεργεία αξιωματούχοι των θεσμικών οργάνων ή οργανισμών της ΕΕ που έχουν θεσπιστεί βάσει των Συνθηκών της ΕΕ για τη διαχείριση κοινοτικών πόρων επίσης δεν μπορούν να είναι μέλη του ΕΚ.

 

Μετά τη δημοσιοποίηση των επίσημων αποτελεσμάτων των εκλογών, τα κράτη μέλη κοινοποιούν τα ονόματα των εκλεγέντων ευρωβουλευτών στο ΕΚ και ο Πρόεδρος τους καλεί στη συνέχεια να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για την αποφυγή τυχόν ασυμβίβαστου αξιωμάτων.

 

Πριν καταλάβουν την έδρα τους, οι νέοι ευρωβουλευτές του ΕΚ, η εκλογή των οποίων γνωστοποιήθηκε στο Κοινοβούλιο, οφείλουν να δηλώσουν εγγράφως ότι δεν κατέχουν άλλο αξίωμα ασυμβίβαστο με την ιδιότητα του βουλευτή του ΕΚ. Η δήλωση αυτή πρέπει να υποβληθεί το αργότερο έξι ημέρες πριν από τη συνεδρίαση για τη συγκρότηση του Κοινοβουλίου σε σώμα.

 

Η εντολή των νέων ευρωβουλευτών του ΕΚ εξετάζεται εκ των υστέρων από την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων του Κοινοβουλίου, η οποία καταλήγει σε απόφαση βάσει των στοιχείων που προσκόμισαν τα κράτη μέλη. Η απόφαση διαβιβάζεται στη συνέχεια στον Πρόεδρο που ενημερώνει την ολομέλεια κατά την επόμενη συνεδρίασή της. Επιπλέον του ελέγχου της εντολής, το Κοινοβούλιο αποφασίζει και σχετικά με τυχόν ενστάσεις ή διαφωνίες δυνάμει της πράξης της 20ής Σεπτεμβρίου 1976, πλην εκείνων που βασίζονται σε εθνικούς εκλογικούς νόμους.

 

Σε περιπτώσεις που διαπιστωθεί ότι ένας ευρωβουλευτής είναι κάτοχος ασυμβίβαστου αξιώματος, το Κοινοβούλιο «διαπιστώνει τη χηρεία της έδρας».

Η βουλευτική ασυλία δεν αποτελεί προσωπικό προνόμιο ενός ευρωβουλευτή αλλά εγγύηση ότι τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μπορούν να ασκούν ελεύθερα την εντολή τους χωρίς να εκτίθενται σε αυθαίρετες πολιτικές διώξεις. Αποτελεί έτσι εγγύηση για την ανεξαρτησία και την ακεραιότητα του Κοινοβουλίου στο σύνολό του.

 

Τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν υπόκεινται σε έρευνα, κράτηση ή δίωξη εξαιτίας γνώμης που εξέφρασαν ή ψήφου που έδωσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

 

Η ασυλία ενός ευρωβουλευτή περιλαμβάνει δύο πτυχές:

  • εντός της επικρατείας του κράτους του και είναι παρόμοια με τις ασυλίες που αναγνωρίζονται στα μέλη του Κοινοβουλίου της χώρας του· και
  • εντός της επικρατείας άλλων κρατών μελών και παρέχει εξαίρεση από κάθε μέτρο κρατήσεως και κάθε δικαστική δίωξη. (Άρθρο 9 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7)

 

Η ασυλία δεν ισχύει όταν ένας βουλευτής βρεθεί επ’ αυτοφώρω.

Σεμινάριο σχετικά με την κοινοβουλευτική ασυλία © Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο  

Πώς πραγματοποιείται η άρση ή η υπεράσπιση της ασυλίας;

Σε περίπτωση που οι αρμόδιες εθνικές αρχές ζητήσουν από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο την άρση της ασυλίας ευρωβουλευτή (ή στην περίπτωση που ένας ευρωβουλευτής ή πρώην ευρωβουλευτής ζητήσει την υπεράσπιση της ασυλίας του), ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου ανακοινώνει στην ολομέλεια ότι το Κοινοβούλιο έλαβε την αίτηση και την παραπέμπει στην αρμόδια επιτροπή, δηλαδή στην επιτροπή Νομικών Θεμάτων.

 

Η επιτροπή μπορεί να ζητήσει οποιαδήποτε πληροφορία ή επεξήγηση κρίνει απαραίτητη. Ο ενδιαφερόμενος βουλευτής πρέπει να έχει την ευκαιρία να εκφράσει την άποψή του και μπορεί να προσκομίσει έγγραφα ή άλλα γραπτά στοιχεία που θεωρεί χρήσιμα.

 

Κεκλεισμένων των θυρών, η επιτροπή εγκρίνει έκθεση που συνιστά στο Κοινοβούλιο ως σώμα να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση, δηλαδή να άρει ή να διατηρήσει την ασυλία του ενδιαφερόμενου ευρωβουλευτή. Κατά την πρώτη σύνοδο της ολομέλειας μετά την απόφαση της επιτροπής, το Κοινοβούλιο αποφασίζει επί του θέματος με απλή πλειοψηφία. Μετά την ψηφοφορία, ο πρόεδρος του ΕΚ ανακοινώνει αμέσως την απόφαση του Κοινοβουλίου στον ενδιαφερόμενο ευρωβουλευτή και στις αρμόδιες αρχές του σχετικού κράτους μέλους.

 

Διατηρούν την έδρα τους οι ευρωβουλευτές, ακόμη και αν αρθεί η ασυλία τους;

Ναι. Η εντολή των ευρωβουλευτών είναι εθνική εντολή και δεν μπορεί να αφαιρεθεί από οποιαδήποτε άλλη αρχή. Επιπλέον, η άρση της ασυλίας δεν συνιστά ετυμηγορία για την ενοχή ή όχι του ευρωβουλευτή. Μέσω αυτής δίνεται απλώς η δυνατότητα στις εθνικές δικαστικές αρχές να προβούν στις ανάλογες ενέργειες, δηλ. τη διεξαγωγή έρευνας ή δίκης. Καθώς οι ευρωβουλευτές εκλέγονται σύμφωνα με την εθνική εκλογική νομοθεσία, εάν ευρωβουλευτής κριθεί ένοχος για ποινικό αδίκημα που συνεπάγεται έκπτωση από το αξίωμα, εναπόκειται στις αρχές του κράτους μέλους να ενημερώσουν το Κοινοβούλιο σχετικά.

 

Σε περίπτωση αποχώρησης ευρωβουλευτή από το Κοινοβούλιο κατά τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής περιόδου, αντικαθίσταται σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν στη χώρα εκλογής του ή της. Επικοινωνήστε με το τοπικό γραφείο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για περισσότερες πληροφορίες.

Πρόεδροι της Επιτροπής

 

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εκλέγει τον ή την Πρόεδρο της Επιτροπής.

 

Μετά τις ευρωεκλογές, ένα από τα πρώτα καθήκοντα του νέου Κοινοβουλίου είναι η εκλογή νέου Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία είναι το εκτελεστικό όργανο της ΕΕ. Τα κράτη μέλη ορίζουν υποψήφιους για το αξίωμα λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα των ευρωπαϊκών εκλογών. Το Κοινοβούλιο πρέπει να εγκρίνει τον νέο ή τη νέα Πρόεδρο της Επιτροπής με απόλυτη πλειοψηφία, δηλαδή με τη στήριξη των μισών τουλάχιστον υφιστάμενων ευρωβουλευτών. Σε περίπτωση που ο υποψήφιος ή η υποψήφια δεν συγκεντρώσει την απαιτούμενη πλειοψηφία, τα κράτη μέλη έχουν προθεσμία ένα μήνα για να κοινοποιήσουν άλλη υποψηφιότητα, εγκεκριμένη από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία. Για τις εκλογές του 2014, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θέσπισε το σύστημα των κορυφαίων υποψηφίων: κάθε ευρωπαϊκό πολιτικό κόμμα προτείνει έναν υποψήφιο ή μία υποψήφια για τη θέση του Προέδρου της Επιτροπής και εκείνο το πολιτικό κόμμα που επικρατεί στις εκλογές μπορεί να προτείνει τον υποψήφιο του Κοινοβουλίου για την ηγεσία της Επιτροπής.

 

Επίτροποι

Όπως και για τη θέση του προέδρου, οι υποψήφιοι για τα χαρτοφυλάκια της Επιτροπής πρέπει να περάσουν από σκληρή δοκιμασία κοινοβουλευτικής αξιολόγησης.

 

Το Συμβούλιο, σε συμφωνία με τον εκλεγέντα ή την εκλεγείσα πρόεδρο της Επιτροπής, υιοθετεί λίστα υποψηφίων επιτρόπων, έναν ή μία ανά κράτος μέλος. Ανάλογα με τα προβλεπόμενα πεδία ευθύνης τους, οι υποψήφιοι και υποψήφιες παρίστανται σε ακροάσεις ενώπιον των αρμόδιων κοινοβουλευτικών επιτροπών. Οι επιτροπές έπειτα πραγματοποιούν συναντήσεις για τη σύνταξη της αξιολόγησης της επίδοσης και της καταλληλότητας των υποψηφίων, οι οποίες αποστέλλονται στον πρόεδρο του ΕΚ. Στο παρελθόν, αρνητικές αξιολογήσεις έχουν ωθήσει υποψηφίους να αποσυρθούν από τη διαδικασία. Η Επιτροπή στο σύνολό της (δηλ. οι επίτροποι, ο ή η πρόεδρος και ο ή η υπατος εκπρόσωπος της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας) πρέπει να εγκριθεί σε μία και μόνη ψηφοφορία έγκρισης από το Κοινοβούλιο.

 

Μετά τη έγκρισή του από το Κοινοβούλιο, το Σώμα των Επιτρόπων διορίζεται επίσημα από το Συμβούλιο, το οποίο ενεργεί με ειδική πλειοψηφία.

 

Σε περίπτωση ουσιώδους αλλαγής σε ένα ή περισσότερα χαρτοφυλάκια κατά τη διάρκεια της θητείας της Επιτροπή, όπως και για την πλήρωση κενής θέσης ή την ανάθεση χαρτοφυλακίου σε νέο ή νέα επίτροπο μετά την ένταξη ενός νέου κράτους μέλους, πραγματοποιούνται νέες ακροάσεις ενώπιον των αρμόδιων επιτροπών.

Ό,τι ενέκρινε το Κοινοβούλιο σε ψηφοφορία πριν από τις εκλογές εξακολουθεί να έχει νομική ισχύ για το επόμενο Κοινοβούλιο. Αυτό σημαίνει ότι, μετά από τις εκλογές, το νέο Κοινοβούλιο θα παραλάβει τους φακέλους που προετοίμασε το προηγούμενο και θα μεταβεί στο επόμενο στάδιο της σχετικής διαδικασίας λήψης απόφασης.

 

Για τα νομοσχέδια που δεν έφτασαν στην ολομέλεια πριν από τις εκλογές δεν υπάρχει νομικά έγκυρη θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και συνεπώς, σύμφωνα με τον εσωτερικό Κανονισμό του Κοινοβουλίου, η δουλειά που έχει ήδη γίνει (για παράδειγμα, σε επίπεδο επιτροπής) στη διάρκεια της προηγούμενης κοινοβουλευτικής περιόδου ακυρώνεται. Ωστόσο, κατά την έναρξη της νέας κοινοβουλευτικής περιόδου, ​​η νέα Διάσκεψη των Προέδρων που απαρτίζεται από τον ή την πρόεδρο του ΕΚ και τους αρχηγούς των πολιτικών ομάδων, μπορεί να αποφασίσει ότι θα συνεχίσει να εργάζεται επί αυτών των φακέλων (άρθρο 240 του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου).

Documents © European Parliament  

Οι διακομματικές ομάδες είναι ανεπίσημες ενώσεις των ευρωβουλευτών που ενδιαφέρονται για κάποιο συγκεκριμένο θέμα, το οποίο μπορεί να μην εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των κανονικών εργασιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αλλά είναι ενδεχομένως σημαντικό για την κοινωνία. Οι διακομματικές ομάδες πραγματοποιούν ανεπίσημες ανταλλαγές απόψεων και προάγουν τη σχέση των ευρωβουλευτών με την κοινωνία των πολιτών.

 

Καθώς οι διακομματικές ομάδες δεν αποτελούν επίσημα όργανα του Κοινοβουλίου, δεν εκφράζουν τις απόψεις του Κοινοβουλίου. Συνεπώς δεν θα πρέπει να εμπλέκονται σε δραστηριότητες οι οποίες είναι πιθανό να παρερμηνευτούν ως επίσημες δραστηριότητες του Κοινοβουλίου.

 

Το Προεδρείο του Κοινοβουλίου έχει ορίσει τις προϋποθέσεις για τη δημιουργία των διακομματικών ομάδων, οι οποίες συγκροτούνται στην αρχή κάθε κοινοβουλευτικής περιόδου (για παράδειγμα μια αίτηση πρέπει να φέρει την υπογραφή τουλάχιστον τριών πολιτικών κομμάτων και απαιτείται ετήσια δήλωση οικονομικών συμφερόντων). Εάν πληρούνται οι παραπάνω προϋποθέσεις, οι πολιτικές ομάδες έχουν τη δυνατότητα να παρέχουν στις διακομματικές ομάδες υλικοτεχνική υποστήριξη.

 

Οι πρόεδροι των διακομματικών ομάδων οφείλουν να δηλώνουν οποιαδήποτε υποστήριξη λαμβάνουν, σε χρήμα ή σε είδος. Οι δηλώσεις πρέπει να ενημερώνονται κάθε έτος και διατίθενται στο κοινό.

Συνάντηση της διακομματικής ομάδας μειονοτήτων  

Οι ευρωβουλευτές είναι οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι των πολιτών της ΕΕ. Εκπροσωπούν τα συμφέροντα των πολιτών και των πόλεων ή των περιφερειών τους στην Ευρώπη. Οι ευρωβουλευτές αφουγκράζονται ανθρώπους που τους απασχολούν ζητήματα τοπικού ή εθνικού ενδιαφέροντος, καθώς και ομάδες συμφερόντων και επιχειρήσεις. Είναι νομοθέτες της ΕΕ αλλά μπορούν επίσης να θέσουν ζητήματα στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο των Υπουργών. Οι ευρωβουλευτές διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο σε σχέση με τα μεγάλα θέματα της εποχής μας, όπως είναι η αλλαγή του κλίματος, η μετανάστευση, τα ανθρώπινα δικαιώματα στον κόσμο και το ρυθμιστικό πλαίσιο των χρηματοπιστωτικών μας αγορών.

 

Η καθημερινή εργασία των ευρωβουλευτών μοιράζεται μεταξύ της δουλειάς για τους ψηφοφόρους στην πατρίδα τους, των υποχρεώσεών τους στις επιτροπές, των συζητήσεων στις πολιτικές τους ομάδες καθώς και των συζητήσεων και των ψηφοφοριών στην ολομέλεια του Κοινοβουλίου. Οι ευρωβουλευτές συμμετέχουν επίσης σε συνεδριάσεις των επιτροπών και των πολιτικών ομάδων τους, καθώς και σε πολλές άλλες συναντήσεις. Ενδέχεται επίσης να συμμετέχουν σε αντιπροσωπείες για τις σχέσεις με τρίτες χώρες, γεγονός που επιβάλλει περιστασιακές μετακινήσεις εκτός της ΕΕ.

Τι κάνουν οι επιτροπές;

Το Κοινοβούλιο διαιρείται σε είκοσι εξειδικευμένες επιτροπές, που ασχολούνται πρώτες με τις νομοθετικές προτάσεις που του υποβάλλονται.

 

Οι εν λόγω επιτροπές μελετούν τις νομοθετικές προτάσεις και εγκρίνουν σχετικές εκθέσεις με τροπολογίες, ενώ μεταξύ ψηφοφοριών στις επιτροπές και συζητήσεων και ψηφοφοριών στην ολομέλεια, οι τροπολογίες και τα ψηφίσματα συζητούνται από τις πολιτικές ομάδες. Οι επιτροπές ορίζουν επίσης ομάδες ευρωβουλευτών για τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων με το Συμβούλιο σχετικά με τη νομοθεσία της ΕΕ. Εγκρίνουν, επίσης, εκθέσεις πρωτοβουλίας, διοργανώνουν ακροάσεις με εμπειρογνώμονες και ελέγχουν τα άλλα θεσμικά όργανα και τους φορείς της ΕΕ.

 

Μια επιτροπή αποτελείται από 25 έως 76 τακτικά μέλη και ισάριθμους αναπληρωτές.

 

Κάθε επιτροπή εκλέγει έναν ή μία πρόεδρο και έως τέσσερις αντιπροέδρους μεταξύ των τακτικών μελών της, που αποτελούν το προεδρείο της για θητεία δυόμισι ετών. Η πολιτική σύνθεση των επιτροπών αντικατοπτρίζει εκείνη της ολομέλειας.

 

Το Κοινοβούλιο μπορεί επίσης να συγκροτεί υποεπιτροπές και ειδικές προσωρινές επιτροπές για συγκεκριμένα θέματα, ενώ διαθέτει και εξουσία σύστασης εξεταστικών επιτροπών σε συνέχεια καταγγελιών για παραβάσεις ή κακοδιοίκηση σε σχέση με τη νομοθεσία της ΕΕ.

 

Οι κοινοβουλευτικές επιτροπές συνεδριάζουν κατά κανόνα στις Βρυξέλλες. Οι συζητήσεις τους είναι δημόσιες και, συνήθως, είναι διαθέσιμες μέσω υπηρεσίας webstreaming.

Ευρωβουλευτές ψηφίζουν © European Parliament.  

Το Κοινοβούλιο αποτελείται από 705 ευρωβουλευτές, οι οποίοι εκπροσωπούν όλες τις χώρες της ΕΕ.

 

Με βάση πρόταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από τον Φεβρουάριο του 2018, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ενέκρινε, τον Ιούνιο του 2018, απόφαση σχετικά με τη σύνθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Με αυτήν καθορίζεται ο αριθμός των αντιπροσώπων του κάθε κράτους μέλους που θα εκλεγούν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την κοινοβουλευτική περίοδο 2019-2024.

 

Η σύνθεση των 751 εδρών παρέμεινε σε ισχύ ολόκληρη την περίοδο κατά την οποία το Ηνωμένο Βασίλειο εξακολουθούσε να είναι μέλος της ΕΕ, δηλαδή ως τις 31 Ιανουαρίου 2020. Η νέα σύνθεση, με 705 ευρωβουλευτές πλέον, τέθηκε σε εφαρμογή την 1η Φεβρουαρίου 2020, την επόμενη της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου.

 

Με την αποχώρηση των 73 ευρωβουλευτών του Ηνωμένου Βασιλείου, αυτή η μείωση αφήνει περιθώριο για ενδεχόμενες μελλοντικές διευρύνσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συνολικά, 27 από τις 73 έδρες του Ηνωμένου Βασιλείου ανακατανέμονται σε άλλες χώρες, ενώ προβλέπεται ότι οι υπόλοιπες 46 θα κατανεμηθούν σε περίπτωση διεύρυνσης της ΕΕ.

 

Οι 27 έδρες που χήρευσαν ανακατανεμήθηκαν προκειμένου να υπάρξει καλύτερη εφαρμογή της αρχής της φθίνουσας αναλογικότητας. Όσον αφορά τα κράτη μέλη που έλαβαν πρόσθετες έδρες με τη νέα σύνθεση στην 9η νομοθετική περίοδο του ΕΚ, οι έδρες αυτές έγιναν διαθέσιμες μετά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου.

 

Οι 27 έδρες κατανεμήθηκαν ως εξής: Γαλλία + 5, Ισπανία + 5, Ιταλία + 3, Ολλανδία + 3, Ιρλανδία + 2, Σουηδία + 1, Αυστρία + 1, Δανία + 1, Φινλανδία + 1, Σλοβακία + 1, Κροατία + 1, Εσθονία + 1, Πολωνία + 1 και Ρουμανία + 1. Κανένα κράτος μέλος δεν έχασε έδρες.

 

Η πρόταση εξασφαλίζει ότι οι έδρες κατανέμονται κατά τρόπο «αντικειμενικό, δίκαιο, βιώσιμο και διαφανή». Σύμφωνα με τα οριζόμενα στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η νέα κατανομή των εδρών τηρεί την αρχή της «φθίνουσας αναλογικότητας», βάσει της οποίας τα μεγαλύτερα κράτη μέλη έχουν λιγότερες κατά κεφαλή έδρες - κατ’ αναλογία προς τον πληθυσμό τους - από τα μικρότερα. Αυτό σημαίνει ότι οι ευρωβουλευτές από μεγαλύτερα κράτη μέλη εκπροσωπούν περισσότερους πολίτες από τους συναδέλφους τους των μικρότερων χωρών.

705 ευρωβουλευτές  ; στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Κοινοποίηση αυτού του αποσπάσματος: 

Πόσο αμείβονται οι ευρωβουλευτές;

Δυνάμει του ενιαίου καθεστώτος των βουλευτών σε ισχύ από τον Ιούλιο του 2009, όλοι οι βουλευτές του ΕΚ λαμβάνουν τον ίδιο μισθό. Ορίζεται στο 38,5% του βασικού μισθού δικαστή του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Ο μηνιαίος ακαθάριστος μισθός των ευρωβουλευτών ανέρχεται, σύμφωνα με το ενιαίο καθεστώς, σε €8.995,39 (Ιούλιος 2020). Ο μισθός αυτός πληρώνεται από τον προϋπολογισμό του Κοινοβουλίου. Όλοι οι ευρωβουλευτές πληρώνουν φόρους και ασφαλιστικές εισφορές της ΕΕ. Μετά την παρακράτηση αυτών, ο μισθός ανέρχεται σε €7.011,74. Επιπλέον, τα περισσότερα κράτη μέλη υποχρεώνουν τους ευρωβουλευτές τους να πληρώνουν πρόσθετο εθνικό φόρο. Ως εκ τούτου, ο τελικός μισθός των μελών του ΕΚ εξαρτάται από τους φορολογικούς κανόνες που ισχύουν στη χώρα εκλογής τους.

 

Είναι λίγες οι εξαιρέσεις από το ενιαίο καθεστώς: βουλευτές που εκλέχθηκαν στο Κοινοβούλιο πριν από τις εκλογές του 2009 μπορούν να διατηρήσουν το προηγούμενο σύστημα για αποζημιώσεις, συντάξεις και μισθούς για το σύνολο της θητείας τους στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Βάσει του συστήματος αυτού, οι αποδοχές των ευρωβουλευτών ήταν ίσες με εκείνες των ευρωβουλευτών του εθνικού κοινοβουλίου τους.

 

 

Οι ευρωβουλευτές δικαιούνται σύνταξη; Πόση είναι αυτή;

Οι ευρωβουλευτές έχουν το δικαίωμα σύνταξης γήρατος από την ηλικία των 63 ετών. Η σύνταξη ανέρχεται στο 3,5% του μισθού για κάθε πλήρες έτος άσκησης της θητείας και δεν υπερβαίνει το 70% του μισθού συνολικά. Το κόστος αυτών των συντάξεων καλύπτεται από τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Το επικουρικό συνταξιοδοτικό καθεστώς που θεσπίστηκε για τους ευρωβουλευτές το 1989 έπαψε να δέχεται νέα μέλη του από τον Ιούλιο του 2009 και εγκαταλείπεται σταδιακά.

Μεγάλο μέρος της δουλειάς των ευρωβουλευτών συνεπάγεται την απουσία τους από το σπίτι τους και από τη χώρα καταγωγής τους. Ως εκ τούτου, παρέχονται διάφορες αποζημιώσεις για την κάλυψη των συναφών δαπανών - τα στοιχεία αφορούν το διάστημα από το 2021 και έπειτα.

 

Έξοδα μετακίνησης

Οι περισσότερες συνεδριάσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, όπως οι σύνοδοι της ολομέλειας, οι συνεδριάσεις επιτροπών και οι συνεδριάσεις πολιτικών ομάδων, διεξάγονται στις Βρυξέλλες ή στο Στρασβούργο. Στους ευρωβουλευτές επιστρέφεται το πραγματικό αντίτιμο του εισιτηρίου για τη μετάβαση στον τόπο της αντίστοιχης συνεδρίασης με την προσκόμιση των σχετικών παραστατικών, με ανώτατο όριο καλυπτόμενων δαπανών ποσό που αντιστοιχεί σε αεροπορικό εισιτήριο διακεκριμένης θέσης (ή παρόμοιο), σιδηροδρομικό ναύλο πρώτης θέσης ή €0.53 ανά χιλιόμετρο της διαδρομής με αυτοκίνητο (με ανώτατο όριο τα 1.000 χλμ.), συν κατ’ αποκοπή αποζημίωση βάσει της απόστασης και της διάρκειας του ταξιδιού που καλύπτει τις υπόλοιπες δαπάνες του ταξιδιού, όπως διόδια αυτοκινητοδρόμου, επιβάρυνση για υπέρβαρες αποσκευές ή τέλη κρατήσεων.

Οι ευρωβουλευτές οφείλουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους να ταξιδεύουν συχνά εκτός ή εντός του κράτους μέλους εκλογής τους, για σκοπούς άλλους από τις επίσημες συνεδριάσεις, για παράδειγμα, για να παραστούν σε διάσκεψη ή για να πραγματοποιήσουν επίσκεψη εργασίας. Για δραστηριότητες εκτός της χώρας εκλογής τους, οι ευρωβουλευτές μπορούν να τύχουν επιστροφής των εξόδων ταξιδίου και στέγασης καθώς και συναφών εξόδων έως το ποσό των €4.517 ετησίως. Για τις δραστηριότητες στο κράτος μέλος εκλογής τους, επιστρέφονται μόνο τα μεταφορικά έξοδα με ανώτατο ετήσιο ποσό που καθορίζεται ανά χώρα.

Έξοδα ταξιδίου επιστρέφονται σε ΒΕΚ © European Parliament  

Ημερήσια αποζημίωση ή «αποζημίωση διαμονής»

Το Κοινοβούλιο καταβάλλει κατ’ αποκοπή αποζημίωση ύψους €324 για την κάλυψη των εξόδων που αφορούν τη στέγαση και άλλες συναφείς δαπάνες για κάθε ημέρα που οι ευρωβουλευτές είναι παρόντες στις Βρυξέλλες ή το Στρασβούργο κατά τις επίσημες ημέρες λειτουργίας και συνεδριάσεων, εφόσον υπογράψουν στην κατάσταση παράστασης στις συνεδριάσεις. Η αποζημίωση καλύπτει τα έξοδα για ξενοδοχείο, γεύματα και άλλες δαπάνες που συνεπάγεται αυτή η παρουσία. Τις ημέρες που διεξάγονται ψηφοφορίες στην ολομέλεια, εάν οι ευρωβουλευτές χάσουν περισσότερες από τις μισές ονομαστικές ψηφοφορίες, η ανωτέρω αποζημίωση μειώνεται κατά 50%, ακόμη και αν είναι βρίσκονται εκεί.

 

Για συνεδριάσεις εκτός της ΕΕ, η αποζημίωση ανέρχεται σε €162 (και πάλι με την υπογραφή της κατάστασης παράστασης), ενώ τα έξοδα για λογαριασμούς ξενοδοχείων επιστρέφονται χωριστά.

 

Αποζημίωση γενικών εξόδων

Αυτή η κατ’ αποκοπή αποζημίωση καλύπτει το κόστος των κοινοβουλευτικών δραστηριοτήτων των ευρωβουλευτών, όπως είναι τα μισθώματα γραφείων και το κόστος λειτουργίας, συνδρομές διαδικτύου, υπολογιστές και τηλέφωνα, καθώς και η διοργάνωση συνεδρίων και εκθέσεων. Η αποζημίωση μειώνεται κατά το ήμισυ για τους ευρωβουλευτές που απουσιάζουν αδικαιολόγητα τις μισές τουλάχιστον ημέρες των συνόδων της Ολομέλειας σε ένα κοινοβουλευτικό έτος, από Σεπτέμβριο έως Αύγουστο. Η αποζημίωση είναι €4.576 το μήνα.

 

Ιατρικά έξοδα

Οι ευρωβουλευτές δικαιούνται επιστροφή των δύο τρίτων των ιατρικών τους εξόδων. Εκτός από το ποσοστό επιστροφής που λαμβάνουν, οι αναλυτικοί κανόνες και οι διαδικασίες αυτού του συστήματος είναι οι ίδιοι με αυτούς που καλύπτουν τους μόνιμους υπαλλήλους της ΕΕ.

 

Αποζημίωση λήξης θητείας

Στο τέλος της περιόδου της θητείας τους, οι ευρωβουλευτές δικαιούνται μεταβατική αποζημίωση ίση με τον μισθό τους, για έναν μήνα κάθε έτους της θητείας τους. Η μέγιστη διάρκεια καταβολής αυτής της αποζημίωσης είναι δύο έτη. Σε περίπτωση που πρώην βουλευτής του ΕΚ λάβει εντολή σε άλλο κοινοβούλιο ή αναλάβει δημόσιο αξίωμα, ο μισθός που λαμβάνεται από αυτή τη νέα λειτουργία συμψηφίζεται με τη μεταβατική αποζημίωση. Αν κάποιος ή κάποια ευρωβουλευτής δικαιούται ταυτόχρονα και σύνταξη λόγω γήρατος ή σύνταξη αναπηρίας, οφείλει να επιλέξει μεταξύ αυτών και της μεταβατικής αποζημίωσης.

 

Άλλα δικαιώματα

Το Κοινοβούλιο παρέχει στους ευρωβουλευτές εξοπλισμένα γραφεία τόσο στις Βρυξέλλες όσο και στο Στρασβούργο. Οι ευρωβουλευτές μπορούν να χρησιμοποιούν τα επίσημα οχήματα του Κοινοβουλίου κατά την άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων όταν βρίσκονται σε μία εκ των δύο πόλεων.

Οι ευρωβουλευτές μπορούν να επιλέγουν το δικό τους προσωπικό εντός των ορίων προϋπολογισμού που ορίζει το Κοινοβούλιο. Το 2021, το ανώτατο μηνιαίο ποσό που διατίθεται για όλες τις δαπάνες είναι €25.620 ανά βουλευτή. Από την 1η Ιουλίου 2019, κανένα από αυτά τα κονδύλια δεν καταβάλλεται στους ευρωβουλευτές.

 

Οι ευρωβουλευτές μπορούν να επιλέξουν μεταξύ βοηθών διαφόρων κατηγοριών:

  • Η πρώτη είναι αυτή των διαπιστευμένων βοηθών, εγκατεστημένων στις Βρυξέλλες (ή στο Λουξεμβούργο/Στρασβούργο), υπαγόμενων διοικητικά απευθείας στη διοίκηση του Κοινοβουλίου σύμφωνα με το καθεστώς που εφαρμόζεται στο μη μόνιμο προσωπικό της ΕΕ. Οι ευρωβουλευτές μπορούν να προσλάβουν τρεις το πολύ διαπιστευμένους/ες βοηθούς, τέσσερις υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Τουλάχιστον το ένα τέταρτο του συνολικού προϋπολογισμού τους πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την απασχόληση διαπιστευμένων βοηθών.
  • Η δεύτερη είναι αυτή των «τοπικών» βοηθών που είναι εγκατεστημένοι στις χώρες εκλογής τους. Διοικητικά υπεύθυνοι για αυτούς είναι οι ειδικοί εντολοδόχοι πληρωμής, οι οποίοι διασφαλίζουν την τήρηση των διατάξεων σχετικά με τη φορολόγηση και την κοινωνική ασφάλιση. Το 75%, κατ’ ανώτατο όριο, του συνολικού προϋπολογισμού μπορεί να διατεθεί για αυτούς τους τοπικούς βοηθούς.

 

Πέραν της απασχόλησης διαπιστευμένων και τοπικών βοηθών, μπορεί να χρησιμοποιηθεί επίσης ποσό που αντιστοιχεί σε ένα τέταρτο, κατ’ ανώτατο όριο, του συνολικού διαθέσιμου προϋπολογισμού για την πληρωμή για υπηρεσίες που παρέχονται από παρόχους υπηρεσιών της επιλογής του βουλευτή, όπως είναι οι εκπονήσεις μελετών.

 

Οι βοηθοί καλούνται να αποφεύγουν οποιεσδήποτε εξωτερικές δραστηριότητες ενδέχεται να προκαλέσουν σύγκρουση συμφερόντων. Από το 2009 και μετά, οι ευρωβουλευτές δεν μπορούν πλέον να προσλαμβάνουν στενούς συγγενείς.

 

Τα ονόματα ή οι εταιρικές επωνυμίες όλων των βοηθών δημοσιεύονται στον ιστότοπο του Κοινοβουλίου καθ' όλη τη διάρκεια των συμβάσεών τους, εκτός εάν τους χορηγηθεί εξαίρεση, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, για λόγους προστασίας της ασφάλειάς τους.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (ΕΚ) είναι το νομοθετικό σώμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ένα από τα επτά της θεσμικά όργανα. Το Κοινοβούλιο απαρτίζεται από 705 μέλη (ευρωβουλευτές) που εκπροσωπούν όλες τις χώρες της ΕΕ. Oι αλλαγές που σήμανε το Brexit μείωσαν τον αριθμό τους από 751 σε 705 μετά την επίσημη αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ.

 

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφασίζει σχετικά με τη νομοθεσία της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένου του μακροπρόθεσμου προϋπολογισμού, από κοινού με το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλ. τις κυβερνήσεις των κρατών μελών της ΕΕ. Το ΕΚ επιβλέπει επίσης το έργο άλλων θεσμικών οργάνων της ΕΕ, όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

 

Το Κοινοβούλιο εκλέγει τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην αξιολόγηση των ορισθέντων Επιτρόπων μέσω ατομικών ακροάσεων. Για να εγκριθεί το Σώμα των Επιτρόπων (όπως ονομάζεται το σύνολο των 27 Επίτροπων) απαιτείται η συγκατάθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

 

Τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου εκλέγονται κάθε πέντε χρόνια στα κράτη μέλη της ΕΕ και αντιπροσωπεύουν περίπου 446 εκατομμύρια πολίτες. Με τα χρόνια και με αλλεπάλληλες αλλαγές στις συνθήκες της ΕΕ, το Κοινοβούλιο έχει αποκτήσει σημαντικές νομοθετικές και δημοσιονομικές αρμοδιότητες.

Το Κοινοβούλιο είναι συννομοθέτης, έχει δηλαδή την εξουσία να εγκρίνει και να τροποποιεί νομοθεσία και να αποφασίζει σχετικά με τον ετήσιο προϋπολογισμό της ΕΕ επί ίσοις όρους με το Συμβούλιο. Εποπτεύει επίσης το έργο της Επιτροπής και άλλων οργάνων της ΕΕ και συνεργάζεται με τα εθνικά κοινοβούλια των χωρών της ΕΕ ώστε να υπάρχει και δική τους συμβολή.

 

Η συντριπτική πλειοψηφία της νομοθεσίας της ΕΕ εγκρίνεται μέσω της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας, επίσης γνωστής και ως «συναπόφασης», όπως ονομαζόταν στο παρελθόν. Πρόκειται για την πλέον διαδεδομένη διαδικασία και για εκείνη που αποδίδει ίσο βάρος στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εφαρμόζεται σε ευρύ φάσμα τομέων, όπως η μετανάστευση, η ενέργεια, οι μεταφορές, η κλιματική αλλαγή, το περιβάλλον, η προστασία των καταναλωτών και η οικονομική διακυβέρνηση.

 

Υπάρχουν ωστόσο ορισμένοι τομείς στους οποίους χρησιμοποιούνται άλλες διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Σε τομείς όπως η φορολογία, το δίκαιο του ανταγωνισμού και η κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας, «ζητείται η γνώμη» του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Στις περιπτώσεις αυτές, το Κοινοβούλιο μπορεί να εγκρίνει ή να απορρίψει νομοθετική πρόταση, ή να ζητήσει τροποποιήσεις, αλλά το Συμβούλιο δεν είναι νομικά υποχρεωμένο να ακολουθήσει τη γνώμη του Κοινοβουλίου, αν και οφείλει να περιμένει την έκδοσή της πριν λάβει απόφαση. Η διαδικασία «έγκρισης» από την άλλη, στην οποία απαιτείται η συναίνεση του Κοινοβουλίου, εφαρμόζεται σε περιπτώσεις προσχώρησης νέων κρατών μελών στην ΕΕ και σύναψης διεθνών εμπορικών συμφωνιών μεταξύ της ΕΕ και τρίτων χωρών ή ομάδων χωρών. Η διαδικασία έγκρισης εφαρμόζεται επίσης για την τελική απόφαση για το διορισμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Τι συμβαίνει με τη νομοθετική πρωτοβουλία; Ποιος ξεκινάει τη νομοπαραγωγική διαδικασία στην ΕΕ;

Αν και εναπόκειται στην Επιτροπή να προτείνει νέα νομοθεσία της ΕΕ, το Κοινοβούλιο μπορεί να πάρει την πρωτοβουλία να ζητήσει από την Επιτροπή να υποβάλει νομοθετική πρόταση. Όταν κάνουν χρήση της «νομοθετικής πρωτοβουλίας», οι ευρωβουλευτές μπορούν να ορίσουν προθεσμία για την υποβολή μιας πρότασης. Αν η Επιτροπή αρνηθεί να την υποβάλει, πρέπει να εξηγήσει το γιατί.

 

Πράξεις κατ' εξουσιοδότηση και εκτελεστικές πράξεις

Όταν υιοθετείται νέα νομοθεσία, οι ευρωβουλευτές και το Συμβούλιο μπορούν να αναθέσουν στην Επιτροπή τη συμπλήρωσή της με μικρές προσθήκες ή τροποποιήσεις (όπως τεχνικά παραρτήματα ή ενημερώσεις) μέσω κατ' εξουσιοδότηση πράξεων (που συμπληρώνουν ή τροποποιούν τμήματα του νόμου) ή εκτελεστικών πράξεων (με πληροφορίες για τη διαδικασία εφαρμογής του νόμου). Με τον τρόπο αυτό, η νομοθεσία μπορεί να παραμείνει απλή και, αν χρειαστεί, να συμπληρωθεί και να ενημερωθεί χωρίς νέες διαπραγματεύσεις σε νομοθετικό επίπεδο.

 

Ανάλογα με το είδος της πράξης που υιοθετείται από την Επιτροπή, οι ευρωβουλευτές έχουν διαφορετικές επιλογές εάν διαφωνούν με τα προτεινόμενα μέτρα. Οι ευρωβουλευτές έχουν δικαίωμα αρνησικυρίας (βέτο) για πράξεις κατ' εξουσιοδότηση. Για τις εκτελεστικές πράξεις, οι ευρωβουλευτές μπορούν να ζητήσουν από την Επιτροπή να τις τροποποιήσει ή να τις ανακαλέσει, αλλά η Επιτροπή δεν έχει καμία νομική υποχρέωση να το πράξει.

 

Το Κοινοβούλιο καθορίζει τον ετήσιο προϋπολογισμό της ΕΕ μαζί με το Συμβούλιο. Ωστόσο, οι ετήσιοι προϋπολογισμοί πρέπει να συνάδουν με τις παραμέτρους που καθορίζονται στο επταετές «πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο» της ΕΕ. Αυτός ο μακροπρόθεσμος προϋπολογισμός απαιτεί την έγκριση του Κοινοβουλίου προκειμένου να υιοθετηθεί.

 

Το ΕΚ διαδραματίζει επίσης κομβικό ρόλο στον έλεγχο των δαπανών του προϋπολογισμού της ΕΕ μέσω της ετήσιας «διαδικασία απαλλαγής».

 

Σε συνέχεια των συστάσεων του Συμβουλίου, το ΕΚ επικυρώνει τους ετήσιους ισολογισμούς και διατυπώνει συστάσεις για τη βελτίωση της διαχείρισης του προϋπολογισμού, διαπιστώνοντας εάν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τηρεί ή όχι αφενός τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, αφετέρου τους κανόνες και τους κανονισμούς που έχουν θεσπιστεί.

 

Το Κοινοβούλιο χορηγεί χωριστή έγκριση διαχείρισης γενικού προϋπολογισμού στα θεσμικά όργανα της ΕΕ, στους αποκεντρωμένους οργανισμούς και στα από κοινού εγχειρήματά τους.

Το 1992, οι εθνικές κυβερνήσεις της ΕΕ αποφάσισαν ομόφωνα να καθορίσουν, με διάταξη της Συνθήκης για την ΕΕ, το πού βρίσκονται οι επίσημες έδρες των θεσμικών οργάνων της ΕΕ.

 

Η απόφαση αυτή είχε σημαντικές επιπτώσεις για τη διευθέτηση των εργασιών του Κοινοβουλίου: επίσημη έδρα και τόπος διεξαγωγής των περισσότερων περιόδων συνόδων ολομέλειας έγινε επίσημα το Στρασβούργο, οι κοινοβουλευτικές επιτροπές αποφασίστηκε να συνεδριάζουν στις Βρυξέλλες, ενώ η Γραμματεία του Κοινοβουλίου (και το προσωπικό της) έχει ως βάση επισήμως το Λουξεμβούργο. Το 1997 αυτή η διευθέτηση ενσωματώθηκε στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

 

Οποιαδήποτε αλλαγή στο σημερινό σύστημα θα απαιτήσει αλλαγή της Συνθήκης, κάτι που απαιτεί ομοφωνία μεταξύ όλων των κυβερνήσεων των κρατών μελών και επικύρωση από κάθε ένα από τα εθνικά κοινοβούλια.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις Βρυξέλλες © European Parliament.  

Ποιο είναι το κόστος της χρήσης του Στρασβούργου ως έδρα του Κοινοβουλίου;

 

Μια μελέτη του 2013 που εκπόνησε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έδειξε ότι θα μπορούσαν να εξοικονομούνται 103 εκατομμύρια Ευρώ ετησίως εάν μεταφέρονταν όλες οι εργασίες του Κοινοβουλίου από το Στρασβούργο στις Βρυξέλλες, βάσει στοιχείων για το 2014. Πρόκειται για ένα σημαντικό ποσό, αν και αντιστοιχεί μόλις στο 6% του προϋπολογισμού του Κοινοβουλίου, ή στο 1% του διοικητικού προϋπολογισμού της ΕΕ και μόλις στο 0,1% ολόκληρου του προϋπολογισμού της ΕΕ.

 

Το 2014, το Ελεγκτικό Συνέδριο εκπόνησε δική του, ανεξάρτητη ανάλυση ως απάντηση στο ψήφισμα του ΕΚ της 20ης Νοεμβρίου 2013. Το Ελεγκτικό Συνέδριο επιβεβαίωσε τα συμπεράσματα της μελέτης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου του 2013, αλλά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το συνολικό άθροισμα δαπανών που συνδέονται με την έδρα στο Στρασβούργο ανέρχονται σε 109 εκατομμύρια Ευρώ ανά έτος. Περαιτέρω εξοικονόμηση ύψους 5 εκατομμυρίων Ευρώ θα μπορούσαν να προκύψουν από τη μείωση των εξόδων ταξιδίου στους προϋπολογισμούς της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Συμβουλίου.

 

Τον Μάρτιο του 2019, η πλειοψηφία των ευρωβουλευτών υιοθέτησε ψήφισμα που ζητά τη χάραξη χάρτη πορείας για την θέσπιση μόνο μίας έδρας.



Το κτίριο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο © European Union 2018 - EP.  

Η απόφαση του 1992 οριστικοποίησε μια προϋπάρχουσα κατάσταση, καρπό συμβιβασμών που διαμορφώθηκαν σε βάθος χρόνου.

 

Όταν ιδρύθηκε η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ) το 1952, λίγα χρόνια μετά από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με στόχο την κοινή διαχείριση των αποθεμάτων χάλυβα και άνθρακα έξι χωρών, μεταξύ των οποίων η Γερμανία και η Γαλλία, τα θεσμικά της όργανα είχαν έδρα το Λουξεμβούργο. Το Συμβούλιο της Ευρώπης (ένα διακυβερνητικό όργανο για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τον πολιτισμό, στο οποίο συμμετέχουν 47 χώρες και το οποίο δημιουργήθηκε επίσης αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) έδρευε ήδη στο Στρασβούργο και έθεσε το Ημικύκλιό του στη διάθεση της Κοινής Συνέλευσης της ΕΚΑΧ για τις συνεδριάσεις της, μιας συνέλευσης που επρόκειτο να μετεξελιχθεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Το Στρασβούργο έγινε σταδιακά ο βασικός τόπος διεξαγωγής των συνόδων της ολομέλειας του Κοινοβουλίου, μολονότι πρόσθετες συνεδριάσεις επίσης πραγματοποιούνταν στο Λουξεμβούργο τις δεκαετίες του ‘60 και του ‘70.

 

Μετά την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας το 1958, το μεγαλύτερο μέρος των δραστηριοτήτων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Συμβουλίου (Υπουργών) άρχισε να συγκεντρώνεται στις Βρυξέλλες. Με δεδομένο ότι το έργο του Κοινοβουλίου περιλαμβάνει τη στενή παρακολούθηση και αλληλεπίδραση και με τα δύο αυτά θεσμικά όργανα, με την πάροδο του χρόνου οι ευρωβουλευτές αποφάσισαν να οργανώνουν μεγαλύτερο μέρος των εργασιών τους στις Βρυξέλλες. Στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 η υφιστάμενη κατάσταση είχε ήδη διαμορφωθεί, με αποτέλεσμα οι επιτροπές και οι πολιτικές ομάδες να συνεδριάζουν στις Βρυξέλλες και οι βασικές σύνοδοι της ολομέλειας να πραγματοποιούνται στο Στρασβούργο. Μεγάλο μέρος του προσωπικού του Κοινοβουλίου έχει έδρα το Λουξεμβούργο.

 

Τον Μάρτιο του 2019, η πλειοψηφία των ευρωβουλευτών υιοθέτησε ψήφισμα που ζητά τη χάραξη χάρτη πορείας για την θέσπιση μόνο μίας έδρας.

Η ΕΕ έχει 24 επίσημες γλώσσες. Η ύπαρξη 24 γλωσσών σημαίνει ότι κάθε πολίτης έχει πρόσβαση και μπορεί να κατανοεί καλύτερα τους νόμους της ΕΕ που επηρεάζουν τη ζωή του. Οι πολίτες μπορούν να επικοινωνούν με τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, για παράδειγμα, με το να υποβάλλουν αναφορές ή να ζητούν πληροφορίες σε οποιαδήποτε από τις επίσημες γλώσσες και να παρακολουθούν τις συζητήσεις στο Κοινοβούλιο μέσω ζωντανής μετάδοσης στο διαδίκτυο.

 

Εξίσου σημαντικό είναι βεβαίως να διαθέτουν οι ευρωβουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τη δυνατότητα να μιλούν, να ακούν, να διαβάζουν και να γράφουν στη γλώσσα τους και βεβαίως σε οποιαδήποτε άλλη επίσημη γλώσσα της ΕΕ. Πρόκειται άλλωστε για θεμελιώδη δημοκρατική αρχή το να μπορεί κάθε πολίτης της ΕΕ να εκλέγεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ακόμη και όταν δεν μιλά καμία ξένη γλώσσα. Οι ευρωβουλευτές εκλέγονται για να εκπροσωπούν τα συμφέροντα των πολιτών που τους ψηφίζουν και όχι ανάλογα με τις ξένες γλώσσες που ξέρουν. Επιπλέον, για την εξασφάλιση ίδιων συνθηκών εργασίας για όλους τους ευρωβουλευτές, πρέπει να έχουν εξασφαλισμένη πλήρη πρόσβαση σε πληροφορίες στις γλώσσες του καθενός. Για τις ομιλίες των ευρωβουλευτών σε μία από τις επίσημες γλώσσες γίνεται ταυτόχρονη διερμηνεία στις άλλες επίσημες γλώσσες ενώ τα επίσημα κείμενα μεταφράζονται και στις 24 γλώσσες. Προκειμένου η νομοθεσία της ΕΕ να εφαρμόζεται άμεσα ή να μεταφέρεται στα εθνικά δίκαια, πρέπει πρώτα να μεταφράζεται στην επίσημη γλώσσα κάθε κράτους μέλους της ΕΕ. Οι πολίτες μπορούν να ζητούν και να λαμβάνουν πληροφορίες σε οποιαδήποτε από τις επίσημες γλώσσες.

 

Η προσχώρηση της Κροατίας την 1η Ιουλίου 2013 είχε ως αποτέλεσμα να ανέλθει ο συνολικός αριθμός των επίσημων γλωσσών σε 24: αγγλικά, βουλγαρικά, γαλλικά, γερμανικά, δανικά, ελληνικά, εσθονικά, ιρλανδικά, ισπανικά, ιταλικά, κροατικά, λετονικά, λιθουανικά, μαλτέζικα, ολλανδικά, ουγγρικά, πολωνικά, πορτογαλικά, ρουμανικά, σλοβακικά, σλοβενικά, σουηδικά, τσέχικα και φινλανδικά.

 

Η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ δεν σημαίνει από μόνη της ότι θα πάψει η αγγλική να είναι επίσημη γλώσσα. Για να συμβεί κάτι τέτοιο θα χρειαζόταν ομόφωνη απόφαση όλων των κυβερνήσεων των κρατών μελών της ΕΕ και, δεδομένου ότι η αγγλική είναι επίσημη γλώσσα επίσης στην Ιρλανδία και στη Μάλτα, το ενδεχόμενο αυτό φαίνεται απίθανο.

Η χρήση της μητρικής τους γλώσσας είναι βασικό δικαίωμα των ευρωβουλευτών  

24 επίσημες γλώσσες  ; χρησιμοποιούνται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Κοινοποίηση αυτού του αποσπάσματος: 

Τι δουλειά κάνουν οι διερμηνείς και οι μεταφραστές;

Κατά κανόνα, οι διερμηνείς και μεταφραστές εργάζονται χρησιμοποιώντας τη μητρική τους γλώσσα. Με 24 επίσημες γλώσσες, οι δυνατοί γλωσσικοί συνδυασμοί ανέρχονται σε 552. Για να ανταποκριθεί σε αυτήν την πρόκληση, το Κοινοβούλιο χρησιμοποιεί ορισμένες φορές το λεγόμενο σύστημα «ενδιάμεσης γλώσσας»: γίνεται διερμηνεία ή μετάφραση λόγων ομιλητή ή κειμένων πρώτα σε μία από τις ευρύτερα χρησιμοποιούμενες γλώσσες (αγγλική, γαλλική ή γερμανική) και στη συνέχεια σε άλλες.

 

Η διερμηνεία και η μετάφραση είναι διαφορετικά επαγγέλματα: οι διερμηνείς αποδίδουν τον προφορικό λόγο από μία γλώσσα σε μία άλλη σε πραγματικό χρόνο στις συνεδριάσεις, ενώ οι μεταφραστές εργάζονται με γραπτά κείμενα και παράγουν μια απόλυτα ακριβή εκδοχή του πρωτότυπου εγγράφου στη γλώσσα μετάφρασης. Οι διερμηνείς του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου εκπαιδεύονται για να μεταδίδουν αυτά που λένε οι ευρωβουλευτές μένοντας πιστοί στο νόημα. Επιπλέον, δεδομένου και του εξειδικευμένου χαρακτήρα των κοινοβουλευτικών συζητήσεων, στους διερμηνείς παρέχεται υποστήριξη από τις άλλες υπηρεσίες του ΕΚ όταν προετοιμάζονται για τις συγκεκριμένες συνεδριάσεις που τους ανατίθενται, ώστε να είναι σε θέση να παρακολουθούν τις εξελίξεις στις γλώσσες στις οποίες εργάζονται. Δεδομένου ότι πρόκειται για ταλαντούχους γλωσσικούς επιστήμονες, παρέχουν υπηρεσίες υψηλής ποιότητας σε όλους τους ευρωβουλευτές.

 

Οι μεταφραστές ασχολούνται επίσης με άλλα καθήκοντα γλωσσικής διαμεσολάβησης, όπως είναι η προσαρμογή των κειμένων για τα podcasts, ο υποτιτλισμός και οι ηχογραφήσεις σε 24 γλώσσες.

 

Το Κοινοβούλιο απασχολεί περίπου 270 διερμηνείς ως μόνιμους υπαλλήλους και διαθέτει πρόσβαση σε 1.500 διαπιστευμένους διερμηνείς που εργάζονται ως ελεύθεροι επαγγελματίες. Κατά τις εβδομάδες των συνόδων της ολομέλειας είναι σε ετοιμότητα από 700 έως 900 διερμηνείς. Το Κοινοβούλιο απασχολεί περίπου 600 μεταφραστές και περίπου το 30% των μεταφραστικών εργασιών ανατίθενται σε εξωτερικούς μεταφραστές.

Βουλευτές συγκεντρώνονται στην αίθουσα της Ολομέλειας © European Union 2016 - European Parliament  

Το Μάιο του 2019, οι αριθμοί μονίμων υπαλλήλων, εκτάκτων και συμβασιούχων υπαλλήλων που εργάζονταν για το Κοινοβούλιο (συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών ομάδων, αλλά εξαιρουμένων των βοηθών των ευρωβουλευτών) σε διάφορα μέρη είχαν ως εξής:


ΣΥΝΟΛΟ

Βρυξέλλες

Στρασβούργο

Λουξεμβούργο

Άλλα μέρη

7820

5039

293

2188

300


  • Η πλειονότητα (55,5%) του προσωπικού του Κοινοβουλίου είναι γυναίκες.

  • Σχεδόν το 8,5% του προσωπικού του Κοινοβουλίου εργάζεται για τις πολιτικές ομάδες (662 θέσεις εργασίας).

  • Το προσωπικό του Κοινοβουλίου προέρχεται από όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και από μερικές ακόμα χώρες. Η χώρα από την οποία προέρχονται οι περισσότεροι υπάλληλοι είναι το Βέλγιο και ακολουθούν η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία και η Γερμανία.

  • Ορισμένες εργασίες ανατίθενται εξωτερικά, όπως μερικά τμήματα των υπηρεσιών διαχείρισης κτιρίων, πληροφορικής, καθαριότητας και εστίασης. Κάθε μέρα συνωστίζονται στις εγκαταστάσεις του Κοινοβουλίου περισσότεροι από 10 000 άνθρωποι, αφού στους υπαλλήλους προστίθενται δημοσιογράφοι, επισκέπτες και εκπρόσωποι ομάδων συμφερόντων.

Με την πάροδο του χρόνου, έχουν ληφθεί πολλά μέτρα που έχουν βελτιώσει σε σημαντικό βαθμό την προσβασιμότητα για ευρωβουλευτές, υπαλλήλους και επισκέπτες με αναπηρίες. Όλα τα νέα έργα επέκτασης, ανακαίνισης ή αλλαγής διαρρύθμισης των κτιρίων του Κοινοβουλίου οφείλουν εξαρχής να εξασφαλίζουν πλήρως και κατά προτεραιότητα την πρόσβαση σε άτομα με αναπηρίες.

 

Όλα τα κτήρια του Κοινοβουλίου διαθέτουν τουλάχιστον μία είσοδο που είναι προσβάσιμη με αμαξίδιο. Οι χώροι στάθμευσης αυτοκινήτων και στις τρεις πόλεις όπου εδρεύει το Κοινοβούλιο (Βρυξέλλες, Στρασβούργο και Λουξεμβούργο) διαθέτουν χώρους προορισμένους αποκλειστικά για οδηγούς με αναπηρία, οι δε καφετέριες είναι εφοδιασμένες με τραπέζια και ταμειακές μηχανές που έχουν προσαρμοστεί στις ανάγκες των χρηστών αμαξιδίων. Οι σκύλοι βοηθοί και εργασίας επιτρέπονται στους χώρους του Κοινοβουλίου.

Προσβασιμότητα των ατόμων με αναπηρίες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο © European Parliament.  

Εκτός από αυτές τις ευκολίες πρόσβασης, η ψηφιακή προσβασιμότητα του Κοινοβουλίου βελτιώθηκε σταθερά τα τελευταία χρόνια, με την αύξηση των βοηθητικών τεχνολογιών που είναι διαθέσιμες κατόπιν αιτήματος. Για τα άτομα με προβλήματα ακοής παρέχονται κλειστά κυκλώματα για βαρήκοους, ενώ μπορούν να αιτηθούν εκ των προτέρων την παρουσία διερμηνέων νοηματικής γλώσσας. Για άτομα με προβλήματα όρασης, εκτυπώσεις και οθόνες γραφής τυφλών, βοηθήματα ανάγνωσης και προγράμματα ανάγνωσης οθόνης είναι μόνο μερικές από τις υποστηρικτικές τεχνολογίες που παρέχονται.

 

Σύμφωνα με την οδηγία της ΕΕ για την προσβασιμότητα των δικτυακών τόπων των φορέων του δημόσιου τομέα, ο ιστότοπος του Κοινοβουλίου προσαρμόστηκε για να ακολουθήσει τις κατευθυντήριες γραμμές της πρωτοβουλίας για την προσβασιμότητα στον παγκόσμιο ιστό (WAI). Οι ιστοσελίδες έγιναν πιο ξεκάθαρες και ευκολότερες στην πλοήγηση και το περιεχόμενο παραμένει το ίδιο όταν προβάλλεται μέσω ενός προγράμματος ανάγνωσης οθόνης. Το περιεχόμενο πολυμέσων έχει επίσης γίνει πιο προσιτό με την προσθήκη υποτίτλων και αντίγραφων ομιλιών.


Κτήριο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου © European Parliament.  

Σύμφωνα με την απόφαση των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων των κρατών μελών της ΕΕ (Ευρωπαϊκό Συμβούλιο) που ελήφθη το 1992, το Κοινοβούλιο διαθέτει τρεις τόπους εργασίας – το Στρασβούργο (επίσημη έδρα του Κοινοβουλίου), τις Βρυξέλλες και το Λουξεμβούργο. Διαθέτει συνολικά 27 κτήρια στους τρεις τόπους εργασίας. Διαθέτει επίσης ορισμένα ακίνητα σε άλλα κράτη μέλη, στα οποία στεγάζονται τα κατά τόπους γραφεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.


ΣΥΝΟΛΟ

Βρυξέλλες

Στρασβούργο

Λουξεμβούργο

Αριθμός κτηρίων

27

17

5

5

Εμβαδόν σε τ.μ.

1.180.131

659.565

344.283

176.283


Το Κοινοβούλιο προβαίνει σταδιακά στην αγορά των κτηρίων που χρησιμοποιεί στα κύρια μέρη εργασίας του διότι, τόσο μεσοπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα, αυτή είναι η οικονομικότερη λύση από την εκμίσθωση. Για να ανταποκριθεί, λόγου χάρη, στις ανάγκες για περισσότερους χώρους γραφείων που προέκυψαν μετά τη διεύρυνση της ΕΕ το 2004, το Κοινοβούλιο προτίμησε, όπου αυτό ήταν δυνατό, να αγοράσει παρά να ενοικιάσει κτίσματα. Το ίδιο συμβαίνει, σε ολοένα και μεγαλύτερο βαθμό, και με τα γραφεία του Κοινοβουλίου στα κράτη μέλη.

 

Η αγορά κτηρίων οδηγεί σε μεγαλύτερη εξοικονόμηση χρημάτων, καθώς, σύμφωνα με το Ελεγκτικό Συνέδριο, είναι από 40% έως 50% φθηνότερη από την ενοικίαση κτηρίων για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Συνολικά, το Κοινοβούλιο κατέχει το 87,5% των κτιρίων που χρησιμοποιεί (151.300 τ.μ. εκμισθωμένα και 1.052.400 τ.μ. ιδιόκτητα). Συγκριτικά, η εκμίσθωση τους θα κόστιζε γύρω στα 163 εκατομμύρια Ευρώ ανά έτος.

Το Κοινοβούλιο, όντας απευθείας εκλεγμένο Όργανο, εξασφαλίζει ευρύ φάσμα μέτρων διαφάνειας όσον αφορά τους βουλευτές, το κοινοβουλευτικό έργο και τη διοίκηση, ώστε να μπορούν οι πολίτες να παρακολουθούν τις συζητήσεις και τις αποφάσεις του. Σύμφωνα με τη δέσμευση του Κοινοβουλίου στη διαφάνεια, σημειώθηκε σημαντική πρόοδος κατά τα τελευταία έτη όσον αφορά τον εσωτερικό Κανονισμό του και τη διαφάνεια των δραστηριοτήτων των βουλευτών. Το Κοινοβούλιο δημιούργησε μια σειρά εργαλείων με στόχο να διευκολύνει τον έλεγχο των δραστηριοτήτων του Κοινοβουλίου από τους πολίτες και, ιδίως, του νομοθετικού του έργου.



Κοινό Μητρώο Διαφάνειας


Το Μητρώο Διαφάνειας είναι ανοικτό σε όλους τους εκπροσώπους συμφερόντων που προσπαθούν να επηρεάσουν τη νομοθετική διαδικασία και τη διαδικασία εφαρμογής της πολιτικής των θεσμικών οργάνων της ΕΕ. Καθιστά ορατά τα συμφέροντα που εξυπηρετούνται, από ποιον και για λογαριασμό τίνος, καθώς και τους πόρους που διατίθενται για τις δραστηριότητες αυτές. Με τον τρόπο αυτό, το μητρώο επιτρέπει τον δημόσιο έλεγχο, παρέχοντας στους πολίτες και στις ομάδες συμφερόντων τη δυνατότητα να παρακολουθούν τις δραστηριότητες όλων των τύπων εκπροσώπων ομάδων συμφερόντων.


Πέραν της δυνατότητας υποβολής αίτησης πρόσβασης στο Κοινοβούλιο, μόνο οι εγγεγραμμένοι εκπρόσωποι συμφερόντων μπορούν να προσκαλούνται ως ομιλητές σε δημόσιες ακροάσεις των επιτροπών, να παρέχουν στήριξη και να συμμετέχουν στις δραστηριότητες των διακομματικών ομάδων και των ανεπίσημων ομάδων των βουλευτών, να λαμβάνουν ειδοποιήσεις μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σχετικά με τις δραστηριότητες των επιτροπών, να συνδιοργανώνουν εκδηλώσεις και να ζητούν να τίθενται αυτές υπό την αιγίδα του Προέδρου. Πρέπει να τηρούν τον κώδικα δεοντολογίας για τους εγγεγραμμένους.


Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η Επιτροπή και το Συμβούλιο συμφώνησαν στη θέσπιση νέων κανόνων που θα προσδώσουν ακόμη μεγαλύτερη διαφάνεια στις δραστηριότητες των εκπροσώπων ομάδων συμφερόντων σε επίπεδο ΕΕ. Στόχος της προτεινόμενης νέας διοργανικής συμφωνίας είναι επίσης να συμπεριληφθεί το Συμβούλιο στο πεδίο εφαρμογής του μητρώου ομάδων συμφερόντων. Το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή επιδιώκουν από κοινού να καταστήσουν την εγγραφή εκ των πραγμάτων υποχρεωτική, ως προϋπόθεση για ορισμένες δραστηριότητες ομάδων συμφερόντων.


Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τους συμφωνηθέντες κανόνες: Το Κοινοβούλιο εγκρίνει νέους κανόνες για ένα κοινό υποχρεωτικό μητρώο διαφάνειας ειδήσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (europa.eu)



Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις διαπραγματεύσεις θα βρείτε στην ιστοσελίδα: Home | Inter-institutional negotiations on the Transparency Register | European Parliament (europa.eu)


Διαφάνεια όσον αφορά τις επαφές των βουλευτών του ΕΚ με τους εκπροσώπους συμφερόντων


Σύμφωνα με τον Κανονισμό του ΕΚ, οι εισηγητές, σκιώδεις εισηγητές και πρόεδροι επιτροπών έχουν την υποχρέωση, για κάθε έκθεση, να δίνουν στη δημοσιότητα, μέσω διαδικτύου, πληροφορίες σχετικά με τις προγραμματισμένες συναντήσεις τους με εκπροσώπους συμφερόντων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της διοργανικής συμφωνίας για το μητρώο διαφάνειας. Όλοι οι υπόλοιποι βουλευτές καλούνται να πράξουν το ίδιο σε εθελοντική βάση. Οι πληροφορίες για τις συναντήσεις δημοσιεύονται στις προσωπικές ιστοσελίδες των βουλευτών.

Βουλευτές που συντάσσουν εκθέσεις ή γνωμοδοτήσεις μπορούν, εφόσον το επιθυμούν, να επισυνάψουν σε αυτές νομοθετικό αποτύπωμα. Από έναν τέτοιο κατάλογο μπορεί κανείς να σχηματίσει εικόνα για όλες τις εξωτερικές εξειδικευμένες θέσεις και απόψεις που έλαβε ο εισηγητής. Στη συνέχεια δημοσιεύεται μαζί με την έκθεση μετά την έγκρισή της στην επιτροπή.



Κώδικας δεοντολογίας για τους βουλευτές/ δήλωση οικονομικών συμφερόντων


Οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου υπόκεινται σε κώδικα δεοντολογίας, ο οποίος τους υποχρεώνει να υποβάλλουν λεπτομερή δήλωση των οικονομικών τους συμφερόντων, δηλαδή κάθε στήριξη (οικονομική στήριξη, προσωπικό, υλικό) που χορηγείται στο πλαίσιο των πολιτικών τους δραστηριοτήτων. Οι βουλευτές υποχρεούνται επίσης να δηλώνουν τη συμμετοχή τους σε εκδηλώσεις που διοργανώνονται από τρίτους, εάν η επιστροφή των εξόδων ταξιδίου, διαμονής ή παραμονής, ή η απευθείας καταβολή αυτών των εξόδων, καλύπτεται από τρίτους.


Επιπλέον, τόσο ο κώδικας δεοντολογίας όσο και ο Κανονισμός του Κοινοβουλίου προβλέπουν ότι οι βουλευτές του ΕΚ δεν δραστηριοποιούνται επαγγελματικά και επ’ αμοιβή σε ομάδες συμφερόντων που συνδέονται άμεσα με τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων της ΕΕ. Οι πληροφορίες που δίνουν οι βουλευτές στις δηλώσεις τους περιλαμβάνονται στις ατομικές σελίδες του προφίλ τους.


Πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα

Οι πολίτες και οι κάτοικοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης (άρθρο 15 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της πολιτικής για τη διαφάνεια που εφαρμόζουν τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα.


Ο ιστότοπος του δημόσιου μητρώου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου περιλαμβάνει παραπομπές σε έγγραφα που έχουν συνταχθεί ή παραληφθεί από το θεσμικό όργανο από την 3η Δεκεμβρίου 2001. Οι χρήστες μπορούν, χωρίς χρέωση, να συμβουλεύονται ή να κατεβάζουν από τον ιστότοπο τα περισσότερα από τα έγγραφα αυτά.

Έγγραφα που δεν είναι δυνατόν να συμβουλευθεί κανείς απευθείας στο μητρώο, μπορεί να διατεθούν κατόπιν αιτήσεως.




Ερωτήσεις των πολιτών

Οι πολίτες μπορούν να επικοινωνήσουν με το ΕΚ (Ask EP) για να λάβουν πληροφορίες σχετικά με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τις θέσεις και τις δραστηριότητές του, την οργάνωση και τους κανόνες, τις εξουσίες και τις διαδικασίες του. Η σχετική μονάδα δεν μπορεί να δώσει νομικές συμβουλές ούτε να λάβει πολιτικές θέσεις.


Ο προϋπολογισμός του ΕΚ για το 2021 ανέρχεται σε περίπου 2 δισεκατομμύρια ευρώ.

Με τον προϋπολογισμό του, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στηρίζει το έργο των 705 βουλευτών του και τη λειτουργία του σε 24 διαφορετικές γλώσσες. Ο προϋπολογισμός του ΕΚ αντιστοιχεί περίπου στο ένα πέμπτο του συνόλου των διοικητικών δαπανών για όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και στο 1,2% του γενικού προϋπολογισμού της ΕΕ. Η συντριπτική πλειοψηφία των πόρων της ΕΕ επενδύεται άμεσα στα κράτη μέλη.

Πώς αποφασίζεται ο προϋπολογισμός

Η διαδικασία για την κατάρτιση του προϋπολογισμού αρχίζει κανονικά τον Φεβρουάριο. Ο Γενικός Γραμματέας του ΕΚ υποβάλλει πρόταση, στην οποία ορίζονται οι προτεραιότητες και οι πόροι για το επόμενο έτος. Το Προεδρείο, δηλαδή ο Πρόεδρος και οι 14 Αντιπρόεδροι, χρησιμοποιεί την πρόταση αυτή ως βάση για την έγκριση του «προσχεδίου κατάστασης προβλέψεων», το οποίο υποβάλλει στην Επιτροπή Προϋπολογισμών.

Ένα από τα μέλη της επιτροπής, ορίζεται εισηγητής για τον προϋπολογισμό προκειμένου να εκπονήσει έκθεση στην οποία εκτίθενται οι προτεραιότητες του Κοινοβουλίου και προτείνονται τα ποσά που θα δαπανηθούν γι’ αυτές. Η έκθεση τίθεται αρχικά σε ψηφοφορία στην Επιτροπή Προϋπολογισμών, και εφ’ όσον εγκριθεί κατατίθεται για ψήφιση από την ολομέλεια του Κοινοβουλίου, συνήθως τον Μάιο. Οι προβλέψεις αυτές ενσωματώνονται κατόπιν στο σχέδιο του προϋπολογισμού της ΕΕ για το επόμενο έτος που οι βουλευτές τροποποιούν και εγκρίνουν σε σύνοδο της Ολομέλειας το αργότερο τον Δεκέμβριο.

Η επίσκεψη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποτελεί μοναδική ευκαιρία για τους πολίτες να μάθουν πώς λειτουργεί η κοινοβουλευτική δημοκρατία της ΕΕ και πόσο σημαντικές είναι για την καθημερινή τους ζωή οι αποφάσεις που λαμβάνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Το Κοινοβούλιο προσφέρει στους επισκέπτες ευρύ φάσμα δυνατοτήτων εξοικείωσης με το έργο, την ιστορία, τη λειτουργία του θεσμικού Οργάνου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υποδέχεται μεγάλο αριθμό επισκεπτών σε διάφορες τοποθεσίες, κοινοβουλευτικά κέντρα επισκεπτών και μουσεία.

Η σχετική προσφορά του ΕΚ είναι ποικίλη και απευθύνεται σε ομάδες και μεμονωμένους επισκέπτες.

Περίπου μισό εκατομμύριο άνθρωποι από την ΕΕ και εκτός αυτής επισκέπτονται κάθε χρόνο την αίθουσα ολομελείας (Ημικύκλιο) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις Βρυξέλλες και το Στρασβούργο. Πολλοί από αυτούς τους επισκέπτες αποτελούν μέρος μιας ομάδας (είτε προσκεκλημένης από βουλευτή είτε έχει έρθει αφ’ εαυτής) αλλά ο αριθμός των μεμονωμένων επισκεπτών αυξάνεται τα τελευταία χρόνια. Οι ομάδες γίνονται δεκτές υπάλληλο του Κοινοβουλίου, ο οποίος τους μιλά για το έργο και τον ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Οι ομάδες μπορούν να συναντηθούν με βουλευτές του ΕΚ και να επισκεφθούν το Ημικύκλιο. Οι μεμονωμένοι επισκέπτες μπορούν να επισκεφθούν το Ημικύκλιο με έναν διαδραστικό οδηγό πολυμέσων σε 24 γλώσσες, να παρακολουθήσουν σύνοδο ολομέλειας ή να κάνουν κράτηση για συνομιλία με έναν από τους ομιλητές του Κοινοβουλίου.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πιστεύει ότι το κοινό πρέπει να έχει εύκολη πρόσβαση στις διαδικασίες και τις εγκαταστάσεις του διότι θεωρεί τη διαφάνεια σημαντικό στοιχείο για την άσκηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεδομένου ότι το κόστος του ταξιδιού στις Βρυξέλλες και το Στρασβούργο μπορεί για πολλούς Ευρωπαίους πολίτες να είναι απαγορευτικό λόγω μεγάλης απόστασης, σε ορισμένες περιπτώσεις το Κοινοβούλιο συμβάλλει στην κάλυψη των δαπανών για ομάδα επισκεπτών βουλευτή.

Επισκέψεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για γκρουπ και για άτομα © European Union 2018 - EP.  

Οι επισκέπτες που έρχονται στις Βρυξέλλες μπορούν επίσης να επισκεφθούν το Parlamentarium και το Σπίτι της Ευρωπαϊκής Ιστορίας, τα οποία βρίσκονται εκτός των χώρων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και είναι ανοικτά κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου. Το Parlamentarium προσφέρει επίσης ένα δημοφιλές παιχνίδι ρόλων για μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που αναπαράγει τη λειτουργία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και δίνει στους παίκτες τη δυνατότητα να υποδυθούν έναν ευρωβουλευτή, καθώς συμμετέχει στις διαπραγματεύσεις για τη νομοθεσία που θα επηρεάσει την καθημερινή ζωή των Ευρωπαίων πολιτών.

Στο Στρασβούργο, ένας εκθεσιακός χώρος, γνωστός με την ονομασία Parlamentarium Simone Veil , με κινηματογράφο 360 μοιρών και διαδραστικά εργαλεία, αποτελεί μέρος της επίσκεψης. Τα κτήρια του Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο φιλοξενούν επίσης το μαθητικό πρόγραμμα Euroscola, που προσφέρει σε χιλιάδες μαθητές ηλικίας 16 έως 18 ετών την εμπειρία του να γίνουν βουλευτές του ΕΚ για μια ημέρα.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει ανοίξει μικρότερα κέντρα επισκεπτών στα κράτη μέλη, για να φέρει το Κοινοβούλιο πιο κοντά στους πολίτες. Προβλέπεται η ύπαρξη ενός κέντρου σε κάθε κράτος μέλος. Στόχος αυτών των κέντρων Europa Experience είναι να φέρουν την Ευρώπη εκεί όπου βρίσκονται οι άνθρωποι, να τους παράσχουν πληροφόρηση και να ενθαρρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών.


Η προσφορά για επισκέπτες δεν περιορίζεται στις επισκέψεις με φυσική παρουσία. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει αυξήσει τη διαδικτυακή/ψηφιακή προσφορά του και τώρα προσφέρει, για παράδειγμα, διαδικτυακές συζητήσεις του ΕΚ και διαδικτυακά Ευρωπαϊκά Σεμινάρια για τη Νεολαία.

Κατά τη διάρκεια των διαδικτυακών συζητήσεων στο ΕΚ, οι επισκέπτες μπορούν να εμβαθύνουν τις γνώσεις τους σχετικά με τις εξουσίες, τον ρόλο και τις δραστηριότητες του εν λόγω θεσμικού οργάνου με διαδικτυακή παρουσίαση και συνεδρία ερωτήσεων και απαντήσεων προσαρμοσμένη στα ενδιαφέροντα της ομάδας. Διατίθεται διαδικτυακή συζήτηση στο ΕΚ σε μία από τις 24 επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Κατά τη διάρκεια των Ευρωπαϊκών Σεμιναρίων Νεολαίας στο Διαδίκτυο, νέοι από διάφορες χώρες της ΕΕ συναντώνται για να ανταλλάξουν ιδέες, απόψεις και να συζητήσουν τις κοινωνικές προκλήσεις. Στο πλαίσιο πολυπολιτισμικής ομάδας, συνεργάζονται σε θέματα σχετικά με τη σημερινή Ευρώπη. Οι συμμετέχοντες προτείνουν καινοτόμες λύσεις και τις παρουσιάζουν σε βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Ένα διαδικτυακό Ευρωπαϊκό Σεμινάριο Νεολαίας είναι κατά κανόνα διαθέσιμο στα Αγγλικά, τα Γαλλικά ή τα Γερμανικά.

Κάθε χρόνο στις αρχές Μαΐου, το Κοινοβούλιο γιορτάζει την ημέρα της Ευρώπης με διάφορες δραστηριότητες στο Στρασβούργο και τις Βρυξέλλες που διοργανώνονται από διάφορες υπηρεσίες και πολιτικές ομάδες του Κοινοβουλίου.